.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ – Edgar Allan Poe


Ο αρχοντικός πύργος, που ο υπηρέτης μου είχε την τόλμη να παραβιάσει την πόρτα του – για να μην μ' αφήσει στην κατάσταση που ήμουν, σοβαρά πληγωμένος, να περάσω τη νύχτα στο ύπαιθρο – ήταν μια από κείνες τις οικοδομές, ζοφερές και μεγαλόπρεπες μαζί, που εξακολουθούν ακόμη και τώρα να στέκονται βλοσυρές πάνω στ' Απέννινα Όρη. Όπως φαινόταν, τον είχαν εγκαταλείψει προσωρινά και μόλις τώρα τελευταία.
Εγκατασταθήκαμε σ' ένα απ' τα μικρότερα και με λιγότερη πολυτέλεια επιπλωμένα δωμάτια, που βρισκότανε σε μια παράμερη πτέρυγα. Η διακόσμησή του ήταν πλούσια αλλά παλιά και ξεφτισμένη. Στους τοίχους κρέμονταν πολύτιμα υφάσματα, και ήταν σκεπασμένοι με πολλά και κάθε λογής τρόπαια και πανοπλίες, μαζί μ' ένα σωρό ζωηρόχρωμους μοντέρνους πίνακες μέσα σε χρυσές κορνίζες με πλούσια σκαλίσματα. Αυτοί οι πίνακες, που κρέμονταν όχι μόνο πάνω στους τοίχους, αλλά και στις πολυάριθμες εσοχές που σχημάτιζε αναγκαστικά η αλλόκοτη αρχιτεκτονική του πύργου – αυτοί οι πίνακες μου κίνησαν ζωηρά το ενδιαφέρον, μα ίσως να 'φταιγε σ' αυτό η διέγερση που άρχιζε να μου φέρνει ο πυρετός μου.
Έτσι είπα στον Πέτρο να κλείσει τα βαριά παραθυρόφυλλα – μια και είχε κιόλας νυχτώσει – ν' ανάψει τα κεριά ενός ψηλού καντηλεριού που βρισκότανε πλάι στο κεφάλι του κρεβατιού μου, και ν' ανοίξει διάπλατα τις μαύρες βελουδένιες κουρτίνες με τις φράντζες, που έκλειναν το κρεβάτι μου. Τα ζήτησα όλ' αυτά για να μπορέσω, τουλάχιστον, αν δε μ' έπαιρνε ο ύπνος, να περάσω τη νύχτα μου μια κοιτάζοντας αυτές τις εικόνες και μια διαβάζοντας το μικρό τόμο που βρήκα πάνω στο προσκεφάλι μου και που έδινε την περιγραφή και το ιστορικό τους.
Ώρες και ώρες διάβαζα – ώρες και ώρες αφοσιώθηκα να κοιτάζω. Οι ώρες περνούσανε γοργά και υπέροχα και ήρθαν τα βαθιά μεσάνυχτα. Το καντηλέρι μ' ενοχλούσε στη θέση που ήταν, και για να μην ξυπνήσω τον υπηρέτη μου, που λαγοκοιμότανε, άπλωσα με δυσκολία το χέρι μου και το τοποθέτησα έτσι που το φως του να πέφτει πιο άπλετα πάνω στο βιβλίο μου.
Μα το αποτέλεσμα ήταν εντελώς απροσδόκητο. Το φως των κεριών (ήταν πολλά κεριά) έπεφτε τώρα μέσα σε μια εσοχή της κάμαρας, που ως τότε την έκρυβε ο βαθύς ίσκιος μιας από τις χοντρές κολόνες του κρεβατιού. Κι έτσι, είδα ζωηρά φωτισμένη μια εικόνα που δεν την είχα προσέξει πρωτύτερα. Ήταν το πορτρέτο μιας κοπελίτσας που μόλις άρχιζε να ωριμάζει σε γυναίκα. Κοίταξα τη ζωγραφιά με μια γρήγορη ματιά κι έπειτα έκλεισα τα μάτια μου. Γιατί το 'χα κάνει αυτό, ούτε εγώ δεν είχα αντιληφθεί το λόγο στην αρχή. Αλλά το διάστημα που τα ματόφυλλά μου έμειναν κλειστά, αναζήτησα μες στο μυαλό μου το λόγο που τα 'χα κλείσει. Ήταν μια ορμέμφυτη κίνηση για να κερδίσω καιρό και να σκεφτώ, για να βεβαιωθώ πως δε με γέλασαν τα μάτια μου, για να ηρεμήσει και να καταπραϋνθεί η φαντασία μου κι έτσι να μπορέσω να κοιτάξω πιο νηφάλια και πιο σίγουρα. Σε ελάχιστες στιγμές ξανακοίταξα την εικόνα με σταθερή ματιά.
Πως τώρα έβλεπα σωστά, δεν μπορούσα και δεν ήθελα ν' αμφιβάλλω. Γιατί η πρώτη λάμψη των κεριών πάνω σ' αυτόν το μουσαμά λες κι είχε διαλύσει την ονειροπαρμένη νάρκη που άρχιζε ν' απλώνεται πάνω στις αισθήσεις μου, και μ' είχε ξυπνήσει απότομα.
Ήταν, όπως έχω πει, το πορτρέτο μιας κοπελίτσας. Μονάχα το κεφάλι και οι ώμοι, ζωγραφισμένα με την τεχνική που λέγεται βινιέτ, στο στιλ που αγαπούσε να ζωγραφίζει τα κεφάλια του ο Σουλί. Τα μπράτσα, το στήθος, ακόμα και τα ολόφωτα μαλλιά, έσβηναν απαλά μέσα στον αβέβαιο και όμως βαθύ ίσκιο που αποτελούσε το φόντο του συνόλου. Η χρυσή κορνίζα ήταν όλο φιλιγκράνι με αραβουργήματα. Σαν έργο τέχνης, τίποτα δεν μπορούσε να 'ναι πιο αξιοθαύμαστο απ' αυτό τον πίνακα. Μα ούτε η εκτέλεση ούτε η αθάνατη ομορφιά του προσώπου θα μπορούσε να 'ταν αυτό που με είχε συγκινήσει τόσο ξαφνικά και τόσο ζωηρά. Και λιγότερο απ' όλα θα μπορούσε να 'ναι πως η φαντασία μου, αποτινάζοντας τη νάρκη της, πήρε αυτό το κεφάλι για κεφάλι ζωντανού ανθρώπου. Κατάλαβα αμέσως πως η ιδιοτυπία του σχεδίου, της βινιέτας, καθώς και της κορνίζας, απομάκρυναν αμέσως μια τέτοια ιδέα, εμπόδιζαν ακόμα και την ολιγόστιγμη παραδοχή της.
Έμεινα, ίσως μια ολόκληρη ώρα, μισοκαθισμένος, μισοπλαγιασμένος, να συλλογιέμαι εντατικά αυτό το ζήτημα με τα μάτια μου καρφωμένα πάνω στο πορτρέτο. Τέλος, ικανοποιημένος που ανακάλυψα το πραγματικό μυστικό αυτής της εντύπωσης, ξάπλωσα πάλι στο κρεβάτι. Είχα ανακαλύψει πως τα μάγια του πορτρέτου ήταν η απόλυτα ολοζώντανη έκφρασή του, που αφού με ξάφνιασε στην αρχή, τελικά με συντάραξε, με υποδούλωσε, με φόβισε. Με βαθύ δέος γεμάτο σεβασμό, τοποθέτησα πάλι το καντηλέρι στην πρωτινή του θέση. Έτσι, έχοντας αποκλείσει από τα μάτια μου την αιτία της βαθιάς μου αναταραχής, έπιασα ανυπόμονα το βιβλίο που μιλούσε για τους πίνακες και για την ιστορία τους. Βρήκα τον αριθμό που αντιστοιχούσε στο πορτρέτο, και διάβασα τα παρακάτω αόριστα και παράδοξα λόγια:

«Ήταν μια κόρη σπάνιας ομορφιάς, πρόσχαρη όσο κι ευγενική. Κακή η ώρα, που είδε, αγάπησε και παντρεύτηκε το ζωγράφο. Αυτός, με το πάθος της δουλειάς του, αφοσιωμένος σ' αυτή, σοβαρός, έχοντας κιόλας για σύζυγο την Τέχνη του. Εκείνη, μια κόρη σπάνιας ομορφιάς, πρόσχαρη όσο κι ευγενική, όλη φως, χαμόγελα και παιχνιδίσματα σαν νεαρή ελαφίνα. Αγαπούσε και πονούσε τα πάντα. Μισούσε μονάχα την Τέχνη, που ήταν η αντίζηλή της. Φοβότανε μονάχα την παλέτα και τα πινέλα και όλα τα μισητά σύνεργα που της στερούσαν τον αγαπημένο της. Και ήταν κάτι τρομερό γι' αυτή, σαν άκουσε το ζωγράφο να εκφράζει την επιθυμία να ζωγραφίσει το πορτρέτο της νεαρής γυναίκας του. Αλλά ήτανε ταπεινή και υπάκουη, και πόζαρε αδιαμαρτύρητα για πολλές βδομάδες μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, σ' ένα πυργάκι, όπου το φως έπεφτε μόνο από ψηλά πάνω στον κίτρινο μουσαμά. Εκείνος όμως, ο ζωγράφος, περηφανευότανε για το έργο του, που προχωρούσε ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα. Και ήταν ένας άνθρωπος με το πάθος της δουλειάς του, μοναχικός, σκυθρωπός, χαμένος με ονειροπαρσιές. Κι έτσι δεν έβλεπε πως το φως που έπεφτε τόσο χλομό σ' αυτό το απόμερο πυργάκι, μάραινε την υγεία και τη χαρά της νεαρής γυναίκας του, που όλοι έβλεπαν πως φθίνει εκτός από τον ίδιο. Ωστόσο εκείνη εξακολουθούσε, όλο εξακολουθούσε να χαμογελά, δίχως παράπονο, γιατί έβλεπε πως ο ζωγράφος (που ήταν διάσημος και φημισμένος) αγαπούσε τη δουλειά του με ζωή και με ψυχή, κι εργαζότανε μέρα νύχτα για να τη ζωγραφίσει, αυτή, που τον αγαπούσε τόσο πολύ και όμως καθημερινά γινότανε μελαγχολική και αδύναμη. Κι αλήθεια, μερικοί που είδαν το πορτρέτο, μιλούσανε με σιγανή φωνή και λέγανε πως ήταν σωστό θαύμα και μια απόδειξη όχι μονάχα της δύναμης του ζωγράφου αλλά και της βαθιάς αγάπης του γι' αυτήν, που τη ζωγράφιζε με μια τέχνη τόσο εκπληκτική. Αλλά με τον καιρό, καθώς πλησίαζε να τελειώσει το πορτρέτο, σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να 'μπει στο πυργάκι. Γιατί ο ζωγράφος είχε αφοσιωθεί με μανία στη δουλειά του και σπάνια σήκωνε τα μάτια του από το μουσαμά, ακόμη και για να κοιτάξει το πρόσωπο της γυναίκας του. Και δεν έβλεπε πως τα χρώματα που άπλωνε πάνω στο μουσαμά, τ' αντλούσε από την όψη εκείνης που καθότανε κοντά του. Και όταν πια πέρασαν πολλές βδομάδες και δεν απόμενε να μπει παρά μονάχα μια πινελιά στο στόμα και μια απόχρωση στα μάτια, ξαναζωήρεψε η κοπέλα, όπως η φλόγα ζωηρεύει στο φυτίλι της λάμπας. Και τότε μπήκε η πινελιά, και τότε απλώθηκε η απόχρωση. Και για μια στιγμή, ο ζωγράφος στάθηκε εκστατικός μπροστά στο έργο που είχε κατεργαστεί. Κι αμέσως, όσο ακόμα κοίταζε, τον έπιασε τρεμούλα κι έγινε κατάχλομος, τα μάτια του γουρλώσανε, φώναξε με δυνατή φωνή: “Πραγματικά, είναι ατόφια η Ζωή!” – και γύρισε απότομα για να κοιτάξει την αγαπημένη του. Ήτανε πεθαμένη».


Edgar Allan Poe
Πορτρέτα Γυναικών
Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης
Εκδόσεις Αιγόκερως 1999

Δεν υπάρχουν σχόλια: