.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Πάσχα με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

…………………………………………………………………………………………

Εισήλθον εις το μικρόν εξωκκλήσιον του αγίου Δημητρίου. Εις μετά τον άλλον προσήρχοντο οι χωρικοί με τας χωρικάς των και με τα καλά των ενδύματα.
Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν.
Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης ήρχισεν να τα λέγη όλα απ’ έξω, την προκαραρκτικήν προσευχήν και τον Κανόνα, το «Κύματι θαλάσσης».
Ο παπα-Κυριάκος προέκυψεν εις τα βημόθυρα, ψάλλων το «Δεύτε λάβετε φως».

Ήναψαν τας λαμπάδας κι εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν’ ακούσωσι την Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν εν μέσω ανθούντων δέντρων, υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων και των λευκών ανθέων της αγραμπελιάς...
Ψαλέντος του «Χριστός Ανέστη», εισήλθον πάντες εις τον ναόν. Θα ήσαν το πολύ εβδομήκοντα άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παίδες…
…………………………………………………………………………………………
Ο μπάρμπα-Κίτσος, αφού ησπάσθη τρις ή τετράκις την τσότρα*, ήρχισε να ψάλλη το Χριστός Ανέστη, κατ’ ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής:
Κ’στο – μπρε – Κ’στός ανέστη
εκ νεκρών θανάτων
θάνατον μπατήσας
κι εντοις έντοις μνήμασι
ζωήν παμμακάριστε!
Και όμως, μεθ’ όλην την ιδιορυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτε έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το «Άλαλα τα χείλη των ασεβών…» με την εξής προσθήκην: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν …»
Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες!
…………………………………………………………………………………………..
*τσότρα: ξύλινο δοχείο κρασιού

Απόσπασμα από το πασχαλινό διήγημα 
του  Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 
«Εξοχική Λαμπρή»

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ – ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ

...Εβγήκε έξω, μόνο όσο να περπατήσει πάνω στο σανιδένιο δρομάκι που οδηγούσε στο υγρό κατάστρωμα του πλοίου, που τον επερίμενε για να τον φέρει στη Βενετία.
Ήτανε ένα παμπάλαιο ιταλικό καράβι, ξεχαρβαλωμένο, γιομάτο σκουριές, σκυθρωπό. Σε μια θολωτή και φτωχά φωτισμένη αίθουσα του πλοίου, όπου υποδέχτηκε τον Άσσενμπαχ ένας καμπούρης και βρώμικος ναύτης, με μια κακομοιριασμένη ευγένεια, καθότανε πίσω από ένα τραπέζι με το καπέλο στραβά στο μέτωπο και μ' ένα τσιγάρο στην άκρη των χειλιών του, ένας τραγογένης μεσόκοπος, φυσιογνωμία διευθυντού τσίρκου της παλαιάς εποχής. Μ' ανάλαφρους μορφασμούς κατά τη διεκπεραίωση της δουλειάς του, ζητούσε τις ταυτότητες των επιβατών και τους έδινε τα εισιτήριά τους.
“Για τη Βενετία!” επανέλαβε την επιθυμία του Άσσενμπαχ, τεντώνοντας το χέρι του και βουτώντας τον κοντυλοφόρο στο πηχτό απομεινάρι κάποιου γερμένου μελανοδοχείου.
“Βενετία, πρώτη θέσις. Είστε εν τάξει, κύριε!”
Και έγραψε κάτι μεγάλα ορνιθοσκαλίσματα, τα πασπάλισε με μαύρη άμμο, ύστερα την έχυσε σε μια πήλινη κούπα, δίπλωσε το χαρτί με τα κίτρινα κοκκαλιάρικα δάχτυλά του και ξανάσκυψε στο γράψιμο δίχως να σταματήσει και τη φλυαρία:
“Πολύ πετυχημένη εκλογή”, μουρμούρισε, “Α! Βενετία! Εξαίσια πόλη! Τραβάει με μια ακαταμάχητη έλξη κάθε μορφωμένο, εξ αιτίας και της ιστορίας της, μα και της σημερινής της αίγλης!”
Οι μηχανικές κινήσεις του και τα ανούσια λόγια του που τις συνόδευαν σ' ένα τόνο αποχαυνωμένο, είχαν κάτι το αποκαρδιωτικό, σα νάθελε με τον τρόπο αυτό να κάνει τον ταξιδιώτη ν' αλλάξει την απόφασή του για ένα ταξίδι στη Βενετία. Εισέπραξε το αντίτιμο βιαστικά και άφησε τα ρέστα με γραγοράδα γκρουπιέ πάνω στο λεκιασμένο τραπεζομάντηλο.
“Καλή διασκέδαση, κύριέ μου”, είπε και έκανε μια θεατρινίστικη υπόκλιση. “Τιμή μου να διεκπεραιώνω τις υποθέσεις σας, κύριοι!” φώναξε με σηκωμένο το χέρι ψηλά, σα νάχε φούριες το μαγαζί και ας μη βρισκόταν εκεί κανείς που να χρειαζόταν την εξυπηρέτησή του...
Ο Άσσενμπαχ γύρισε στο κατάστρωμα. Με το ένα χέρι ακουμπισμένο στα κάγκελα κοιτούσε τους αργόσχολους που κόβανε βόλτες στην προκυμαία, περιμένοντας να δούνε το καράβι που θα σαλπάρει σε λίγο, καθώς και τους ταξιδιώτες που διασχίζανε το λιμάνι. Στη δεύτερη θέση, άντρες και γυναίκες μασουλούσαν, καθισμένοι σε κιβώτια και μπόγους. Ένας όμιλος από νεαρούς αποτελούσε την ταξιδιωτική παρέα του πρώτου καταστρώματος. Σίγουρα ήταν εμποροϋπάλληλοι απ' την Πόλα, που γιομάτοι διάθεση είχαν αποφασίσει να κάνουν μια εκδρομή στην Ιταλία. Παίνευαν τον εαυτό τους και τις δουλειές τους, φλυαρούσαν, γελούσαν, χαιρόντουσαν απολαβαίνοντας τα καμώματά τους και πείραζαν τους συναδέλφους τους που κάτω στο λιμάνι τραβούσαν με το χαρτοφύλακα στο χέρι για τις δουλειές τους. Και κείνοι από κάτω φοβέριζαν με το μπαστουνάκι τους γλεντζέδες, που ακουμπισμένοι στην κουπαστή τόχαν ρίξει στην καζούρα. Ένας από δαύτους, μ' ανοιχτοκίτρινο, της τελευταίας μόδας, καλοκαιρινό κοστούμι, κόκκινη γραβάτα και γυρισμένο αγέρωχα τον παναμά προς τα πάνω, εξεδήλωνε ασυγκράτητα το μεγάλο κέφι του με τσιριχτή φωνή. Όταν όμως, ο Άσσενμπαχ τον επρόσεξε από πιο κοντά, διαπίστωσε με έκπληξη πως ο “νεαρός” αυτός δε φαινόταν νάναι και τόσο νέος. Ήταν ηλικιωμένος, δε χωρούσε συζήτηση. Ρυτίδες αυλάκωναν τα μάτια και το στόμα του. Το κόκκινο σκούρο χρώμα στα μάγουλά του ήτνα βαρύ, τα καφετιά μαλλιά του κάτω απ' το γυρισμένο χρωματιστό παναμά ήταν περούκα, ο πλαδαρός λαιμός του όλο φλέβες και ζάρες, το στριμμένο μουστάκι του και το μουσάκι του βαμμένα. Τα κίτρινα και χωρίς κενά δόντια του, που τάδειχνε όταν γελούσε – φτηνό υποκατάστατο και τα χέρια του στολισμένα στους δυό δείχτες μ' αρχοντικά δαχτυλίδια ήταν κι αυτά γεροντικά. Με δέος ο Άσσενμπαχ τον παρατηρούσε και απορούσε για το θάρρος που έδειχνε στη συντροφιά. Δεν το βλέπανε, δεν καταλαβαίνανε, πως τον είχαν πάρει τα χρόνια; δεν ήταν ανάρμοστο νάναι ντυμένος δανδίστικα και παρδαλά σαν και αυτούς και να χαριεντίζεται μαζί τους; Από συνήθεια βέβαια, φαίνεται πως τον ανέχονταν στην παρέα τους και τον μεταειρίζονταν σαν όμοιό τους, ανταποδίδοντας, δίχως να θυμώνουν, τα άγαρμπα καμώματά του. “Πως γινόταν τέτοιο πράμα;” αναρωτήθηκε ο Άσσενμπαχ, σηκώνοντας το χέρι στο μέτωπό του και κλείνοντας τα ερεθισμένα από την αυπνία βλέφαρά του. Είχε την παράισθηση πως πήγαινε ν' αλλάξει ο γνώριμος ρυθμός των πραγμάτων, πως άρχιζε ν' αποξενώνεται απ' την γύρω πραγματικότητα, πως γινόταν μια μετάθεση του κόσμου στο αλλόκοτο. Και πίστευε πως θα μπορούσε να κρατηθεί και να σταματήσει ίσως τούτη την κατάσταση, αν σκέπαζε το πρόσωπό του για λίγο και ξανακοίταζε πάλι γύρω του. Ξαφνικά την ίδια στιγμή ένιωσε να ταλαντεύεται και ρίχνοντας μια τρομαγμένη ματιά γύρω σα να τραντάχτηκε απότομα, διαπίστωσε πως ο βαρύς και σκυθρωπός όγκος του καραβιού ξεμάκραινε αργά αργά απ' την αποβάθρα. Σε γραμμές, τη μια δίπλα στην άλλη, απλωνόταν μια λουρίδα βρώμικα και χρωματιστά νερά, που αντιφέγγιζαν ανάμεσα στην προκυμαία και στα ύφαλα του καραβιού. Με το μπρος πίσω της μηχανής και ύστερα από δύσκολες μανούβρες το καράβι έβαλε πλώρη για την ανοιχτή τη θάλασσα. Ο Άσσενμπαχ μετατοπίστηκε στην πλώρη, όπου ο καμπούρης του είχε ετοιμάσει μια σαιζ λογκ και ένας καμαρότος με λεκιασμένο φράκο περίμενε διαταγές του...

ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Ο ΕΠΙΣΤΡΕΦΩΝ ΝΕΚΡΟΣ - ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ

Σαν τους αγγέλους με το άγριο μάτι θηρίου
Θα ξαναγυρίσω στην κόγχη του δωματίου σου
Και προς εσένα θα γλιστρήσω χωρίς θόρυβο
Μαζί με τους ίσκιους της νύχτας.

Και θα σου δώσω, μελαχροινή μου,
Κρύα φιλιά, όπως η σελήνη,
Και χάδια φιδιού
Που έρπει γύρω από ένα λάκκο.

Οταν έρθει το πελιδνό πρωί,
Θα βρεις τη θέση μου άδεια,
Οπου μέχρι τη νύχτα θα κάνει κρύο.

Οπως άλλοι με την τρυφερότητα,
Στη ζωή σου και τη νεότητά σου,
Εγω θέλω να βασιλεύω με τη φρίκη.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ
ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Ο Dennis Hopper πεθαίνει! -


Το περήφανο αντίο του Ντένις Χόπερ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010 ΕΦΗΜ. ΤΑ ΝΕΑ

Δεν μπόρεσε να κρύψει τη συγκίνησή του ο Ντένις Χόπερ για την ύστατη, ίσως, τιμή που του επιφύλασσε το Χόλιγουντ. Ο «Ξέγνοιαστος καβαλάρης», εμφανώς καταβεβλημένος από τον καρκίνο στον προστάτη που τον ταλαιπωρεί τους τελευταίους μήνες, πάρα πολύ αδύνατοςδεν ζυγίζει πάνω από 45 κιλά- με τυλιγμένο σε επιδέσμους το χέρι του αλλά και με μια γάζα στο μέτωπο, έδωσε το «παρών» με αναπηρικό αμαξίδιο έξω από το «Αιγυπτιακό Θέατρο», στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου της Δόξας (Walk of Fame), όπου αποκαλύφθηκε το 2.403ο αστέρι με το όνομά του. Ο 73χρονος σταρ δεν άντεξε και κάποια στιγμή λύγισε από τη συγκίνηση, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια των παρισταμένων καθώς και του φίλου του Τζακ Νίκολσον, που έσπευσε να τον αγκαλιάσει. Ο βραβευθείς ηθοποιός (που παίρνει και διαζύγιο από τη σύζυγό του Βικτόρια Ντάφι) εξήγησε στον Νίκολσον πώς τραυματίστηκε στο μέτωπο: «Ήταν ένας παπαράτσο έξω από σπίτι μου κι εγώ νόμιζα πως ήταν κάποιος γνωστός μου, μόλις όμως το κατάλαβα έτρεξα να φύγω και σκόνταψα...». 

Ο Μυστικός Δείπνος και ο ρόλος του Ιούδα – Ευγένιος Ουίτγουερθ

...Παρ' όλ' αυτά, ακόμα κι όταν η τελευταία Πέμπτη είχε σχεδόν τελειώσει και κάτσαμε για το δείπνο – για το αρνί του Πάσχα – δεν ήξερα τι επρόκειτο πραγματικά να συβμεί. Για τρεις ολόκληρες μέρες μέχρι τότε, προσπαθούσα να δω καθαρά και δεν έβλεπα παρά ελάχιστα. Οι θυσίες στο ναό είχαν μετατεθεί μια ώρα νωρίτερα, για να υπάρχει άνεση χρόνου για την πασχαλινή γιορτή. Έστειλα δύο μαθητές μου στην πόλη να βρουν ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, που είχα προμαντέψει ότι θα τον συναντούσαν στο δρόμο να κουβαλά ένα δοχείο με νερό. Δεν ξέρω γιατί μου είχε έρθει η εικόνα του ή γιατί ήξερα ότι αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να μας φιλοξενήσει και να μας παραχωρήσει ένα δωμάτιο να φάμε το αρνί του Πάσχα με τους μαθητές μου. Ηξερα ότι είχε έναν ευυχωρο ξενώνα στο δα του σπιτιού του, επιπλωμένο και έτοιμο, κι ότι εκεί έπρεπε να συγκεντρωθούμε για να μοιραστούμε το τελευταίο συντροφικό μας δείπνο. Μες στην αμφιβολία και το φόβο μου, ήθελα να βεβαιωθώ για τις ετοιμασίες που είχε κάνει το Συμβούλιο. Κι όταν καθίσαμε στο τραπέζι, τους είπα:
-Σύντομα ένας από σας θα με προδώσει.
Στα μάτια των έντεκα από τους μαθητές μου διάβασα θλίψη, έγνοια κι ανησυχία. Στα μάτια ενός είδα το λαμπερότερο βλέμμα αγάπης και καθήκοντος. Κι αυτός ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Ωστόσο, δεν είχε προδώσει την ταυτότητά του τόσο καιρό, με κανέναν τρόπο. Πως δεν τον είχα υποψιαστεί; Ο Ιούδας, ο Ιουδαίος, ο άνθρωπος από την Καριότ. Σίγουρα αυτός ήταν ο άνθρωπος της Αδελφότητας από την αρχή. Σίγουρα εκείνος ήξερε! Ηταν κοντά μου συνέχεια, τρία χρόνια, και όλο εκείνο τον καιρό, παρ' όλες τις διδασκαλίες και τις συζητήσεις, δεν είχε ποτέ προδώσει, με καμία πράξη, λέξη ή σκέψη, τη βαθύτερη γνώση του ή τη βαθιά αγάπη του. Πόση αυτοκυριαρχία είχε δείξει και πόσο τον αγαπούσα εκείνη τη στιγμή για την ανιδιοτελή πειθαρχία του, την προσήλωσή του στο έργο μου, την υπηρεσία του προς την Αδελφότητα! Ο Ιούδας ήταν σίγουρα ένας αληθινός μύστης, με μεγαλύτερη σοφία και γνώσεις από τους υπόλοιπους μαθητές, όποίος μ' αγαπούσε διπλά για το έργο που εκτελούσαμε μαζί, αλλά η προσήλωσή του στο ευρύτερο καλό ήταν ακόμα μεγαλύτερη από την αγάπη του για μένα. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν ο αληθινότερος απ' όλους τους μαθητές μου και τ' όνομά του σίγουρα θα 'πρεπε να γαφτεί στην ιστορία!
Ηταν τόσο λίγος ο χρόνος κι είχα τόσα πολλά να κάνω! Καθίσαμε στο τελευταίο μας δείπνο και δεν είχα δώσει ακόμα στη θρησκεία μου ένα σύμβολο της μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε θεό. Θυμήθηκα την αρχαία ιεροτελεστία των Καραϊβων. Εκείνοι έτρωγαν, έπιναν και εισπνεαν τη θεότητα. Θέλησα να καθιερώσω μια τέτοια ευχαριστία, με ένα ιδιαίτερο νόημα, ώστε να με θυμούνται.
Πήρα τον άζυμο άρτο, που τον είχαμε κόψει στα δύο και τον είχαμε ακουμπήσει στην άκρη, και τον έκοψα σε μικρά κομμάτια.
-Πάρτε και φάτε. Αυτό είναι το σώμα του εσωτερικού θεού!
Πήρα το κύπελλο που είχε κάνει τρεις φορές το γύρο του τραπεζιού, το γέμισα και το έδωσα στους μαθητές.
-Πάρτε και πιείτε. Αυτό είναι το αίμα του εσωτερικού θεού.
Θυμίαμα δεν είχαμε, είχαμε μόνο την ευωδιά των ρόδων, όμως είχα ήδη ενσωματώσει στη δική μου θρησκεία την αρχαία τελετή των Καραϊβων. Μέσα σε κείνο το δωμάτιο, μονάχα ένας κατάλαβε ότι εκείνη τη στιγμή καθιέρωνα σύμβολα που βοηθούσαν νοερά να φτάσει κανείς στον εσωτερικό θεό. Τώρα η θρησκεία μου είχε πια ιδρυθεί, με δόγμα, μέθοδο και τελετουργικό. Ηξερα ότι είχα υφάνει μέσα της όση από την αιώνια αλήθεια μπορούσαν τότε να δεχτούν τα μυαλά των ανθρώπων και, μολονότι αυτό το τμήμα της αλήθειας ήταν μικρό, σίγουρα θα άντεχε στο χρόνο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν' αγγίξει την περιφέρεια και το περίβλημα της γνώσης ή να γνωρίσει ένα ίχνος της αλήθειας, χωρίς να προχωρήσει στη συνέχεια, για να βρεθεί στο βάθος της αλήθειας. Ακόμα και μ' αυτό το μικρό ξεκίνημα, το αμπέλι της αλήθειας θα φουντώνε και θα μεγάλωνε, ώσπου μια μέρα ο νους των ανθρώπων θα ήταν έτοιμος να οδηγηθεί ξανά στην αληθινή θρησκεία. Ένα πράγμα μου έμενε ακόμα να διδάξω – κι αυτό ήταν η ταπεινότητα. Εδεσα γύρω μου ένα κομμάτι ύφασμα κι έσκυψα και τους έπλυνα τα πόδια.
Τώρα είχα κάνει όλα όσα μου επέτρεπε ο χρόνος. Το έργο μου δεν είχε τελειώσει, αλλά οι ώρες κυλούσαν ραγδαία. Αλήθεια σας λέω, ήμουν έτοιμος, γιατί η νοσταλγία για την αγαπημένη μου είχε γίνει τόσο μεγάλη, που βιαζόμουν να οδηγηθώ μια ώρα αρχύτερα είτε στο θάνατο είτε στην αγκαλιά της! Ημουν έτοιμος να πεθάνω, αλλά όχι και να πετύχω στην αποστολή μου. Κάτι με έσπρωξε και ύψωσα τη φωνή μου. Είπα το σύνθημα:
-Ο,τι είναι να γίνει, ας γίνει γρήγορα!
Πριν καν τελειώσουμε το αρνί, πριν ακόμα πλύνουμε τα χέρια μας μετά το δείπνο, ο αδερφός μου ο Ισκαριώτης είχε φύγει από το δωμάτιο. Ηξερα ότι ο τροχός θα άρχιζε τώρα να γυρνά και τίποτα δε θα μπορούσε να τον σταματήσει.
Πριν ακόμα τελειώσει το δείπνο, η εσωτερική μου αμφιβολία και ο τρόμος με είχαν κυριέψει ολόκληρο, τόσο που ένιωσα να καταρρέω από το βάρος. Ψάλαμε τιςευχαριστίες προς το θεό και φύγαμε από τον ξενώνα. Οι σκέψεις και τα βήματά μου ήταν βαριά, γιατί δεν ήμουν έτοιμος και τα χρονικά περιθώρια είχαν τελειώσει! Προχωρήσαμε δυτικά, περάσαμε το ρα Κιτρόν, που το όνομά του το χρωστούσε στο μελανό χρώμα των υγρών του βράχων, και στρίψαμε αριστερά. Σ' ένα σημείο, χίλια βήματα πιο κάτω, σταματήσαμε για να βεβαιωθούμε ότι δεν μας είχε ακολουθήσει κανείς ως εκεί, γιατί οι Εβράιοι είχαν ξεσηκωθεί και μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι. Έπειτα στρίψαμε δεξιά σ' ένα στενό μονοπάτι και φτάσαμε σ' ένα κτήμα με αμπέλια, όπου υπήρχαν πατητήρια για τα σταφύλια, ξύλινοι κάδοι και κανάτες για μούστο και κρασί. Γι' αυτό το λόγο το είχαμε βγάλει Γεσθημανή. Επειδή φοβόμασταν μήπως μας πιάσουν απροειδοποίητα, αφησα τους οκτώ στην είσοδο του κτήματος και πήρα τον Σίμωνα-Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωαννη του Ζεβεδαίου στην άλλη άκρη του αμπελώνα, πίσω από τους κάδους και τα πατητήρια. Αλλά δεν είχαμε κάνει τριάντα βήματα, όταν η πίκρα και ο πόνος της ψυχής μου μου λύγισαν τα πόδια κι ένιωσα αδύναμος, βαρύς και δυστυχής.
Μόλις συνειδητοποίησα τι μου συμβαίνει, μου κόπηκε η ανάσα από τον τρόμο. Κατάλαβα την πραγματική αιτία όλης εκείνης της αμφιβολίας, του φόβου, της εξάντλησης και της ηττοπάθειας. Ηξερα τώρα γιατί σκιζόταν η καρδιά μου, γιατί θρηνούσαν τα κύτταρά μου, γιατί η ψυχή μου πονούσε. Είχα πέσει στα νύχια της φοβερής Βαθιάς Νύχτας της Απελπισίας. Είχε καβαλήσει το πνεύμα μου και κάλπαζε σαν διάβολος. Αρπάχτηκα από τους φίλους μου με τρόμο κι ένιωσα να καταρρέω. Εκείνοι με συγκράτησαν εκπληκτοι και τους ψιθύρισα αδύναμα:
-Το πνεύμα μου το διακατέχει η θλίψη και ο θάνατος. Μείνετε εδώ και προσευχηθείτε για μένα.
Προχώρησα παραπατώντας με λυγμούς και σωριάστηκα καταγής. Είχα προδώσει το τάγμα. Είχα αγνοήσει τις διαταγές που μου είχαν δώσει, είχα καταστρέψει το μεγάλο μυστικό σχέδιο. Ο Σκάκος με είχε προειδοποιήσει, αλλά είχα αψηφήσει τα λόγια του καω από την πίεση του χρόνου και της εντατικής διδασκαλίας. Για μια ολόκληρη ώρα, τη μια στιγμή έκλαιγα, την άλλη προσευχόμουν. Για μία ολόκληρη ώρα προσπαθούσα απεγνωσμένα να εξωτερικεύσω τον πνευματικό μου εαυτό, μα η απελπισία μου δυνάμωνε ολοένα. Στο τέλος κατέθεσα ηττημένος τα όπλα και κραύγασα μες στην έναστρη νύχτα:
-Ω θεέ, για Σένα όλα είναι δυνατά! Απομάκρυνε από μένα τούτο το ποτήρι της μύησης, αν είναι το θέλημά Σου!
Μες στην απόγνωσή μου γύρισα πίσω στους μαθητές μου και τους βρήκα και τους τρεις να κοιμούνται. Η αγωνία κι η μοναξιά μου έγιναν εξαφνα θυμός. Και από λύπη για τον εαυτό μου, χωρίς να έχω δίκιο, τους αποπήρα:
-Κοιμάστε; Δεν μπορείτε να μείνετε ξύπνιοι ούτε μια ώρα; Ξυπνήστε και προσευχηθείτε, μην μπαίνετε στον πειρασμό να κοιμηθείτε. Προσευχηθείτε για μένα! Ω το πνεύμα μου είναι δυνατό, μα η σάρκα μου είναι αδύναμη!
Θρηνώντας μέσα μου πήγα ξανά να προσπαθήσω, μήπως μπορέσω να συγκεντρωθώ στις ασκήσεις μου, στους διαλογισμούς, στις προσευχές μου και να εξωτερικεύσω τον πνευματικό μου εαυτό. Αλλά τα κύτταρά μου είχαν γίνει τανάλιες που δεν άφηναν το πνεύμα μου να φύγει. Προσπάθησα ξανά και ξανά κι όσο η ώρα περνούσε, τόσο ο τρόμος απλωνόταν στο σκοτεινιασμένο μου μυαλό. Αποζητώντας τη συντροφιά και τη συμπόνια των φίλων μου, ξαναγύρισα στους μαθητές μου, αλλά τους βρήκα πάλι ναρκωμένους από την πολύωρη αναμονή και μισοκοιμισμένους, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλλαν για να μην τους πάρει ο ύπνος. Θλιμμένος έφυγα πάλι να προσευχηθώ μ' ένα αίσθημα αυτολύπησης.
Ξάφνου μου φάνηκε ότι άκουσα την αμείλικτη φωνή του Σκάκου: “Κανείς δεν είναι δάσκαλος, αν δεν παίξει το ρόλο του δασκάλου!”
Πραγματικά, δεν είχα παιξει το ρόλο του δασκάλου. Είχα στραφεί στους οπαδούς μου ζητώντας ανθρώπινη παρηγοριά. Με πόση υπομονή είχαν σταθεί και με περίμεναν και πόσο άδικος ήμουν απέναντί τους! Εκείνοι δεν ήξεραν, δεν το ήξεραν, αλήθεια, ότι είχα μπροστά μου μια φοβερή και άγνωστη δοκιμασία. Οι τελευταίες μέρες ήταν κοπιαστικές, η δουλειά ήταν έντονη, η αναμονή μεγάλη κι είχαν διακολογημένα εξαντληθεί, τόσο σωματικά, όσο και πνευματικά. Με κοίταζαν με τα βλέφαρα βαριά και με περίμεναν με υπομονή κι αγάπη. Επρεπε να είμαι ο δάσκαλος. Δεν έπρεπε να τους ζητώ παρηγοριά, αλλά ν' αποδεχτώ τη μοίρα μου.
Πήγα ξανά και προσευχήθηκα, παρακαλώντας να καθυστερήσει λίγο ακόμη αυτό το ποτήρι της μύησης. Η απάντηση στις προσευχές μου ήρθε με τις απόμακρες φωνές που ήδη άρχιζαν ν' ακούγονται στο μονοπάτι, καθώς πλησίαζαν στο κτήμα. Απεγνωσμένα προσπάθησα γι' άλλη μια φορά να εξωτερικεύσω το πνεύμα μου, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερα, οπότε έπαψα ν' αγωνίζομαι και άρχισα να ηρεμώ. Γιατί θυμήθηκα ότι το σχέδιο της Μεγάλης Καβάλας ήταν τόσο ευφυές, που ακόμα κι αν αποτύγχανα στον ανώτερο στόχο μου, πάλι η αποστολή μου θα είχε πετύχει εν μέρει. Κι ενώ οι φωνές πλησίαζαν ολοένα, άρχισα να νιώθω καλύτερα έχοντας ξεπεράσει κάπως την αίσθηση της συντριβής μπροστά στην αναπόφευκτη αποτυχία.
Τώρα άκουγα καθαρά τις φωνές από την ομάδα των Ρωμαίων στρατιωτών της φρουράς Αντωνία, που κατέφταναν μαζί με τους Εβραίους της περιφρούρησης του ναού. Δε μου ήταν δύσκολο να μαντέψω ι τους είχε στείλει ο μεγάλος αρχιερέας να με βρουν. Τα γεγονότα έτρεχαν πράγματι με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι η ώρα είχε φτάσει. Σηκώθηκα από το έδαφος νιώθοντας να έχω πάρει λίγη δύναμη. Οταν τα πράγματα είναι τελειωμένα, όταν η αμφιβολία δίνει τη θέση της στη βεβαιότητα, τότε έρχεται η παρηγοριά και το κουράγιο. Κάτι που είναι γνωστό δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο φοβερό, όσο αυτό που βάζει ο νους κι η φαντασία. Γύρισα πίσω στους αγαπημένους μου συντρόφους, μ' εκείνη τη γαλήνη του πνεύματος που έρχεται μαζί με τη δράση.
-Κοιμηθείτε, λοιπόν, αγαπημένοι μου φίλοι, τώρα αναπαυθείτε. Ηρθε η ώρα να παραδοθώ στα χέρια των ψευτοιερέων.
Πριν καλά καλά σταματήσω να τους μιλώ, οι φωνές είχαν δυναμώσει τόσο, που όλοι οι μαθητές πετάχτηκαν όρθιοι με ανησυχία και μερικοί έτρεξαν προς την είσοδο. Και πριν προλάβουμε να φτάσουμε στην πόρτα, μπήκε στον κήπο μια μεγάλη ομάδα ψάχνοντάς μας με φανάρια κρεμασμένα σε κονταρόξυλα. Οι εβραίοι ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα. Οι Ρωμαίοι κρατούσαν σπαθιά. Μας έκλεισαν τον δρόμο και μας περικύκλωσαν. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης έκανε ένα βήμα μπροστά, με κείνο το απροσδιόριστο βλέμμα αγάπης στα μάτια, της αγάπης που υπηρετεί το καθήκον. Με χαιρέτησε κι ύστερα με αγκάλιασε.
Αχ, εκείνο το φιλί! Μου το 'δωσε μ' όλα τα διακριτικά γνωρίσματα του ενεγκαλισμού της Αδελφότητας. Ηταν φιλί αγάπης, ήταν στιγμή ανάτασης και χαράς. Ενιωσα τα δάκρυά που έβρεχαν το μελαψό του μάγουλο και τον κοίταξα βαθιά στα καστανά του μάτια. Είδα εκεί μέσα την αγωνία της αγάπης να επισκιάζεται από μια μεγαλύτερη ακόμη αγάπη, την αγάπη για το καθήκον, κι ένιωσα όλη τη δόξα της αγάπης που δε γνωρίζει εγωισμό.
Ωστόσο, θέλοντας και μια έμπρακτη διαβεβαίωση, ρώτησα μαλακά:
-Με παραδίνεις μ' αυτό το φιλί;
εκείνος δεν παραδέχτηκε ότι είχε εκτελέσει το καθήκον του, αλλά εγώ ήξερα. Και πήρα λίγο κουράγιο στη σκέψη ότι η Αδελφότητα ήταν ενήμερη και παρακολουθούσε τα πάντα. Ηξεραν ότι όπου να 'ναι θα άρχιζε η τελική μύησή μου. Με κράτησε στην αγκαλιά του ακόμα ένα δευτερόλεπτο κι έπειτα γύρισε και έφυγε -αυτός ο αφοσιωμένος, σιωπηλός, στοργικός στρατιώτης, ο ταγμένος στο στρατό του Θεού.
Μου έδινε κουράγιο το γεγονός ότι δεν ήμουν μόνος στον αγώνα για την ελευθερία του νου, της καρδιάς και της ψυχής των ανθρώπων. Δεν ήμουν μόνος, γιατί εγώ ήμουν μονάχα ο αρχηγός μαις ολόκληρης στρατιάς. Προσπάθησα να καθησυχάσω τους οργισμένους και φοβισμένους μαθητές μου που όρμησαν να με υπερασπιστούν και τους έπεισα να φύγουν, για να μην πέσουν στα χέρια του εξαγριωμένου πλήθους. Ήθελα να ζήσουν για χάρη μου...

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΟΥΙΤΓΟΥΕΡΘ
ΤΑ ΕΝΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Μια διήγηση των εννία μεγάλων μυστικών μυήσεων
του Ιωσήφ-του-Ιωσήφ στην Αιώνια Θρησκεία.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΟΦΙΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ - ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ

Να πεθαίνεις αρυτίδωτος δίπλα σε μια πνοή φωτιάς
Να απεχθάνεσαι το θάνατο
Ν' αναζητάς την τρέλα μακρύτερα από το όνειρο
Το νερό τον αέρα κι όλες τις επιστήμες
Ν' αντιμιλάς σε όλους

Ακούστε τον θόρυβο των ανθρώπων που οπισθοχωρούν
Οι δήμιοι οι μάγοι οι γιατροί
Δεν τους τρομάζει τίποτα
Το άγχος ανελέητο
Η αυριανή σελήνη έγινε κιόλας η πρώτη τους φροντίδα
Είναι σαν τους τυφλούς που τους φυλάκισε η απόσταση

Στην κορυφή της ηρεμίας
ΕΙΜΑΙ
Παραμένω
Σαν τον πνιγμένο μέσα στη συμφορά του.
(Αθήνα 1937 - Μαρακές 1938)

Ο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ - Peter Kingsley

[Ακου καταρχήν τις τέσσερις ρίζες των πάντων:
Ο κεραυνοβόλος Ζευς, η ζωηφόρα Ηρα, ο Αϊδωνεύς
Και η Νήστις, δακρυρροούσα υδροχόη των πηγών των θνητών]
Εμπεδοκλής απόπασμα 6

Υπάρχουν πολλές φωτιές που καίνε στα έγκατα της γης.

Εν όψει του αναπόφευκτου συμπεράσματος στο οποίο καταλήξαμε, ότι ο Εμπεδοκλής συνέδεε τον κάτω κόσμο με το στοιχείο της φωτιάς, τα λόγια του δύσκολα θα μπορούσαν να είναι πιο εύγλωττα. Δεν είναι ανάγκη να δείξουμε πως η αναφορά στη φωτιά “κάτω από την επιφάνεια της γης” (ένερθ' ούδεος) είναι η ίδια ένας τρόπος αναφοράς στην περιοχή του Αδη.
Περιστασιακές αναφορές μεταγενέστερων συγγραφέων στην κοσμολογία του Εμπεδοκλή μας βοηθούν να εντάξουμε αυτό το απόσπασμα σ' ένα ευρύτερο πλάισιο. Προσθέτουν την πληροφορία ότι θεωρούσε τις υποχθόνιες φωτιές για τις οποίες μιλούσε όχι μόνο αιτία των θερμών πηγών αλλά επίσης υπεύθυνες για τη δημιουργία των λίθων, των βράχων, των απόκρημνων κορυφών και των γκρεμών. Εν πρώτοις η έμφαση αυτή στη σημασία της υποχθόνιας φωτιάς πρέπει, βέβαια, να κατανοηθεί στα πλαίσια των αξιοσημείωτων ηφαιστειακών φαινομένων στο νησί της καταγωγής του Εμπεδοκλή, τη Σικελία, και στις γειτονικές περιοχές. Έχουμε δει ήδη πόσο ενδιαφερόταν ο Εμπεδοκλής για τέτοια φαινόμενα, και πόσο φυσικά τα ενσωμάτωνε στην κοσμολογία του. Δε χρειάστηκε να επιστρατεύσει τίποτε παραπάνω από κοινή, πρακτική λογική ο Burnet για να υποδείξει αυτά τα τοπικά φαινόμενα και να τονίσει ότι κρατούν το κλειδί για την κατανόησή του γιατί ο Εμπεδοκλής ταύτιζε τον Αδη με τη φωτιά: “τίποτα δε θα ήταν πιο φυσικό για ένα Σικελό ποιητή, με τα ηφαίστεια και τις θερμές πηγές της γενέτειράς του στο νου, από μια τέτοια ταύτιση”. Η παρατήρησή του στάθηκε μάταιη. Ο Bignone το υ αντέτεινε ότι, σύμφωνα με τον Εμπεδοκλή, “μόνο ένα μικρό μέρος φωτιάς βρίσκεται κάτω από τη γη” και, από τότε, η υπόθεση του Burnet έχει απορριφθεί ως “επαρκώς ανασκευασμένη από τον Bignone”. Ωστόσο, ο Bignone δεν ανασκεύασε τίποτα. Ο Εμπεδοκλής τόνιζε πόσο πολλές (πολλ'α) φωτιές υπάρχουν στα έγκατα της γης, ο Bignone επέμενε πόσο λίγες (“piccola”). Το ζήτημα είναι απλώς ποιόν προτιμάμε ν' ακολουθήσουμε.
Σε παρόμοιο πνεύμα με τον Bignone ο Bollack προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει το εύρος και τη σημασία της υποχθόνιας φωτιάς του Εμπεδοκλή υποστηρίζοντας ότι αυτός δεν αναφερόταν σε ηφαιστειακά φαινόμενα αλλά μόνο στην προέλευση των θερμών πηγών. Δε χρειάζεται καν να πούμε ότι αυτή η διάκριση είναι χωρίς νόημα κι εξ ολοκλήρου τεχνητή. Οι διάφορες θερμές πηγές στη Σικελία είναι οι ίδιες ένα μόνο από τ' αποτελέσματα της ηφαιστειακής δραστηριότητας της περιοχής, και είναι αδύνατο να καταλάβει κάποιος την αναφορά του Εμπεδοκλή στη φωτιά στα έγκατα της γης αν δεν προσπαθήσει πρώτα να εκτιμήσει τις γεωγραφικές και γεωλογικές συνθήκες του νησιού. Ακόμη και ο ισχυρισμός ότι ο Εμπεδοκλής ποτέ δε μίλησε ειδικά για ηφαιστειακά φαινόμενα είναι αναληθής. Έχουμε τη μαρτυρία του Πλούταρχου ότι περιέγραφε πως δημιουργήθηκαν βράχοι και απόκρημνες κορφές ωθήθηκαν προς τα πάνω από τη φωτιά που “κόχλαζε” μέσα στη γη: ολοφάνερα η περιγραφή βασίζεται στο μοντέλο των ηφαιστειακών εκρήξεων. Αποκαλυπττικό επίσης είναι ότι ο Πρόκλος παραθέτει το στίχο “υπάρχουν πολλές φωτιές που καίνε στα έγκατα της γης” ως υπαινιγμό του Εμπεδοκλή για τα “ρεύματα φωτιάς κάτω από τη γη” (υπό γης ρύακες πυρός). Αυτά τα “ρεύματα” μόνο ηφαιστειακά μπορεί να είναι. Με βεβαιότητα σχεδόν αναφέρονται στη λιωμένη λάβα που συνδεόταν προπάντων με την Αίτνα. Η ερμηνεία του χωρίου από τον Πρόκλο μπορεί να ήταν απλώς εικασία. Αν αυτό συμβαίνει, ήταν εμπνευσμένη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με τις “πολλές φωτιές” του ο εμπεδοκλής είχε κατά νου ένα φαινόμενο πολύ εκτνέστερο απ ό,τι θα ήταν λίγοι, απομονωμένοι θύλακες φωτιάς.
Για να πάρουμε κάποια ιδέα του πως αντιμετώπιζαν αυτό το εκτεταμένο φιανόμενο στην αρχαιότητα, μπορούμε να ξεκινήσουμε με μια ματιά στην περιγραφή της Σικελίας από τον Στράβωνα:
ολόκληρο το νησί είναι κούφιο κάτω από τη γη, γεμάτο με ποταμούς φωτιάς.
Θα έρθουμε στους ποταμούς αργότερα. Οσον αφορά τη φωτιά, η δήλωση του Στράβωνα είναι ουσιαστικά ένα σχόλιο στο απόσπασμα του Εμπεδοκλή που παραθέσαμε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου. Ωστόσο, είναι πάνω απ' όλα σχόλιο ενός γεωγράφου, και ακόμη πιο σημαντική από την απλή γεωγραφία είναι η διάσταση του μύθου. Για ένα σύστοιχο της περιγραφής του Εμπδοκλή για τις φωτιές που καίνε “κάτω από την επιφάνεια της γης” (ένερθ' ούδεος) μα στη μυθολογία, φτάνει μόνο να κοιτάξουμε στον Καλλίμαχο, εκεί που είκονίζει τον πύρινο “γίγαντα κάτω από την επιφάνεια της γης” (κατουδαίοιο γίγαντος) ο οποίος μεταφέρει το βάρος της Αίτνας από τον έναν ώμο στον άλλο. Ο Πίνδαρος αναφέρεται κι αυτός σ' ένα γίγαντα καρφωμένο κάτω από την Αίτνα που προκαλεί τις εκρήξεις της καθώς είναι ξαπλωμένος πρηνηδόν μάτω απ' ολόκληρη τη Σικελία. Όον αφορά τη μυθική του τοποθεσία, ο Πίνδαρος είνα αρκετά συγκεκριμένος: ο γίγαντάς βρίσκεται στον Τάρταρο.
Ηδη αυτό μας φέρνει λίγο έως πολύ στην καρδιά του ζητήματος που αφορά την εξίσωση εκ μέρους του Εμπεδοκλή της φωτιάς με τον Αδη. Η υποχθόνια φωτιά, όπως έχουμε δει, είχε θεμελιώδη σημασία για την κοσμολογία του. Εν πρώτοις αυτό μας υποδεικνύει την ηφαιστιεακή φωτιά κάτω από τη Σικελία, και βέβαια κάτω από την Αίτνα. Όσο για τον Πίνδαρο, όταν τοποθετεί το γίγαντά του στον Τάρταρο και ταυτόχρονα κάτω από την Αίτνα εκφράζει απλώς την κοινή και θεμελιώδη ιδέα ότι το ηφάιστειο, με τους κρατήρες και τα κοιλώματά του, είναι ένα άνοιγμα προς τον κάτω κόσμο. Η ιδέα αυτή δεν είναι μόνο ένα παράδειγμα της τάσης – που αντανακλάται τόσο στη φιλόλογία όσο και στις τοπικές λατρείες και τους μύθους – να συνδέονται τα ηφαίστεια και οι ηφαιστειώδεις περιοχές με εισόδους στον Αδη. Εξηγεί οπωσδήποτε τις εκδοχές της απαγωγής της Περσεφόνης που την παρουσιάζουν να σύρεται στον κάτω κόσμο μεσ' από τα σπήλαια και τους κρατήρες της Σικελίας. Εξηγεί επίσης γιατί, όταν στον Φαίδωνα ο Πλάτων συγκρίνει τη φωτιά του κάτω κόσμου με τη δράση των ηφαιστείων και περιγράφει ρεύματα λάβας ως παρακλάδια του μυθικού ποταμού Πυριφλεγέθοντα, αναφέρεται ειδικά στη Σικελία. Με άλλα λόγια, απλώς επανεπιβεβαιώνει τη σύνδεση που έκανε ο Πίνδαρος ανάμεσα στον τάρταρο και τις περιοχές φωτιάς κάτω από την Αίτνα. Τέλος αξίζει να σημειωθεί, σαν ζωηρή υπόμνηση της δύναμης μιας παράδοσης την οποία η σύγχρονη επιστήμη έχει στην ουσία λησμονήσει, ότι την εποχή του Μίλτον η ίδια αυτή σύνδεση του κάτω κόσμου με την Αίτνα ήταν ακόμη μια στερεότυπη ποιητική αναλογία. Είτε η φωτιά συνδέεται με τον Τάρταρο, όπως στον Πίνδαρο, είτε με τον Αδη, όπως στον Εμπεδοκλή, ή και με τους δύο, όπως στον Πλάτωνα, δεν έχει καμία πραγματική διαφορά: από τον 6ο π.Χ. αιώνα τουλάχιαστον και μετά, οποιαδήποτε μυθική διάκριση ανάμεσα στον Αδη και τον Τάρταρο ήταν καθαρά προαιρετική.
Υστερα υπάρχει το ζήτημα του Ηφαίσου. Δύο φορές στα σωζόμενα αποσπάσματα ο εμπεδοκλής χρησιμοποιεί το όνομα του Ηφαίστου όταν αναφέρεται στο στοιχείο της φωτιάς. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός από μόνο του: η υποκατάσταση του ονόματος του συγκεκριμένου θεού στη θέση του στοιχείου με το οποίο ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος αποτελεί μέρος της ποιητικής παράδοσης που κληρονόμησε ο Εμπεδοκλής. Σε μία από τις δύο αυτές περιπτώσεις, η αναφορά στον “Ηφαιστο” ως στοιχείο μαζί με τη γη, τη βροχή και τον αιθέρα είναι ένα πρόδηλο παράδειγμα αυτής της εξασθενημένης σημασίας. Στην άλλη περίπτωση όμως, η αναφορά του ονόματός του μαζί με τη Νήστιδα και την Αρμονία υπονοεί μια πιο ειδική αναφορά στο θεό. Η κατάσταση εδώ παρουσιάζεται ενδιαφέρουσα. Οπως έχουμε δει, για τον εμπεδοκλή ο κατηγορηματικός θεός για τη φωτιά – όπως κατονομάζεται στο απόσπασμα 6 – ήταν ο Αδης. Και όμως φαίνεται να έχει επιτρέψει επίσης μια δευτερεύουσα σύνδεση με τον Ηφαιστο. Είναι εύκολο να το απορρίψουμε αυτό σαν απλή ασυνέπεια. Ή ακριβέστερα, ήταν εύκολο όσο υποθέταμε πως η φωτιά αντιστοιχούσε στον Δία και όχι στον Αδη. Χαρακτηριστική αυτής της στάσης είναι η δήλωση ότι;
    Στη νατουραλιστική θεολογία του Εμπεδοκλή τα ονόματα [των θεών που έδινε στα στοιχεία] έχουν μόνο μια δευτερεύουσα σημασία, και οι όροι που χρησιμοποιούνται παρουσιάζουν τεράστια ποικιλία. Το ίδιο στοιχείο μπορεί να κατονομάζεται με τα ονόματα διαφορετικών θεών, όπως η φωτιά που άλλοτε ονομάζεται Δίας και άλλοτε Ηφαιστος. Το μόνο που έχει σημασία είναι ότι αυτά θεωρούνται πως είναι θεοί.
Αλλά στην πραγματικότητα είναι φανερό πως υπάρχουν πολύ περισσότερα ζητήματα εδώ. Το κρίσιμο απόσπασμα 6 αναγορεύει τον Αδη, ενσάρκωση του θανάτου και της φθοράς. Θεό της φωτιάς. Η σχεδόν το ίδιο σημαντική παράθεση των στοιχείων στο απόσπασμα 109 ορίζει τη φωτιά ως “καταστρεπτική”. Από τα δύο αποφασιστικά χωρία είναι εύλογο να συμπεράνουμε ότι ο εμπεδοκλής θεωρούσε τη δύναμη της φωτιάς θεμελιωδώς καταστρεπτική. Ωστόσο αυτό είναι μόνο το μισό του ζητήματος, επειδή έδινε επίσης στη φωτιά κεντρικό ρόλο ως βασικού συνεργάτη της Αφροδίτης για τη δημιουργία του κόσμου μας. Έχει εμφανώς σημασία το ότι ονομάζει τη φωτιά ως προς το δημιουργικό της ρόλο όχι Αδη, πράγμα που θα ήταν παράλογο, αλλά Ηφαιστο, τον τεχνίτη. Αν αντλήσουμε το προφανές συμπέρασμα ότι συνέδεσε τη φωτιά ως προς το θεμελιωδώς καταστρεπτικό της ρόλο με τον Αδη και ως προς το δημιουργικό της ρόλο με τον Ηφαιστο, δεν του αποδίδουμε καμιά υπερβολική φιλοσοφική λεπτότητα που σ' εμάς, από θέση ανωτερώτητας, θα άρεσε να πιστεύουμε πως ήταν πέρ' από τις δυνατότητές του. Απεναντίας, δηλώνει μόνο μια στοιχειώδη επίγνωση των δύο αυτών εμφανώς αντιφατικών ρόλων της φωτιάς οι οποίοι – δε χρειάζεται να το πούμε- είναι τόσο χαρακτηριστικοί της δράσης της και οι οποίοι επρόκειτο να ελκύσουν τόση πολλή προσοχή στην όψιμη ελληνική φιλοσοφία.
Αδης και Ηφαιστος: επιφανειακά είναι δύο τόσο διαφορετικοί θεοί που τίποτα δεν υπάρχει να τους συνδέει μεταξύ τους. Αλλά το φαινομενικό χάσμα που τους ξεχωρίζει αμέσως εξαφανίζεται μόλις κοιτάξουμε από λίγο πιο κοντά τι σήμαινε ο δεύτερος απ' αυτούς τους θεούς, όχι για μας αλλά για τον Εμπεδοκλή. Η μυθολογία και η λατρεία του Ηφαίστου εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο από τη βορειανατολική Μεσόγειο, όπου φαίνεται πως κρατούσε δεσμούς με την υποχθόνια -και ειδικά με την ηφαιστειακή- φωτιά. Η μεταφορά του δυτικά στη Σικελία προφανώς δεν έγινε μέσω της ελληνικής ενδοχώρας, αλλ' απευθείας. Εκεί, στη Σικελία, αναδέχθηκε τη λατρεία και τις ιδιότητες ενός αυτόχθονος, μη ελληνικού θεού, του Αδρανου: ο Αδρανος είχε το ναό του στις πλαγιές του όρους Αίτνα, με ένα ιερό άλσος και μια φωτιά “που δεν έσβηνε ποτέ και ποτέ δε λιγόστευε”. Εδώ ακριβώς στη Δύση -στη Σικελία και τα τριγύρω νησιά- οι δεσμοί του Ηφαιστου με τη φωτιά πήραν καθαρότερα τη μορφή μιας άμεσης σύνδεσης με τη φωτιά των ηφαιστείων. Στη Λιπάρα ήταν ο κύριος θεός του νησιού, και προσωποποίηση του ηφαιστείου. Η Θέρμησσα, ανάμεσα στη Λιπάρα και τη Σικελία, ήταν γνωστή ως Ιέρα επειδή -τουλάχιστον στους ιστορικούς χρόνους- θεωρείτο “αφιερωμένη” στον Ηφαιστο. Στην ιδια τη Σικελία, και πολύ κοντά στην πόλη του Εμπεδοκλή, τον Ακράγαντα, υπήρχε ο “λόφος του Ηφαίστου”: ένα κέντρο τοπικής λατρείας όπου ο θεός πίστευαν πως έκανε αισθητή την παρουσία του κάτω από το λόφο με τον ασυνήθιστο τρόπο να προκαλεί αυθόρμητες πυρκαγιές. Πάνω απ' όλα όμως ο Ηφαιστος συνδεόταν με τοόρος Αίτνα, όχι μόνο στη σικελική λατρεία και τους μύθους αλλά σε όλη την κλασική παράδοση ως τα τέλη της αρχαιότητας. Εκεί, κάτω από τη γη, ήταν η κατοικία του – και ειδικά το εργαστήριό του. Η συνήθης απροθυμία να δώσουν σ' αυτό το γεγονός την αρμόζουσα σημασία οφείλεται στην αδυναμία να εκτιμήσουν ότι, παρά την τυπική συμπερίληψη του Ηφαίστου στο ολυμπιακό πάνθεο, ουσιαστικά δεν έχασε ποτέ το ρόλο του ως θεός του εσωτερικού βάθους της γης. Με λίγα λόγια, οποιδήποτε υποτιθέμενη ασυνέπεια του εμπεδοκλή, όταν ονομάζει τη φωτιά πότε Αδη και πότε Ηφαιστο, είναι μάλλον φαινομενική παρά πραγματική. Απεναντίας, το όνομα του Ηφαιστου είναι από μόνο του ένας επιπλέον δείκτης προς την κατεύθυνση του κάτω κόσμου.
Αδης και Ηφαιστος, καταστροφικός και δημιουργικός. Για να δούμε και τις δύο όψεις της φωτιάς του Εμπεδοκλή στη σωστή τους προοπτική πρέπει να τις εντάξουμε στο υπόβαθρο της ιδέας, που ήταν τόσο κοινή στην αρχαιότητα, ότι ο κάτω κόσμος είναι ένας τόπος παραδόξων και αντιστροφής. Πιο συγκεκριμένα είναι ο τόπος όπου συνειδητοποιείται στη μέγιστη έντασή του το παράδοξο της καταστρεπτικής δύναμης της φωτιάς που μεταστρέφεται σε δημιουργική. 2.000 χρόνια κλασικής παράδοσης σε σχέση με τα ηφαίστεια -και κυρώς με την Αίτνα- και τον κάτω κόσμο συνοψίζονται από τον Λούσιφερ του Μίλτον: “Εδω στην καρδιά της Κόλασης να δουλέψουμε τη Φωτιά”. Και αυτό δε σημαίνει ότι παραθέτουμε τον Μίλτον ως άμεση μαρτυρία για ιδέες τις οποίες υποστήριζε ο Εμπεδοκλής αλλά, για μια ακόμη φορά, τονίζουμε την ανθεκτικότητα και τη διάρκεια μιας παράδοσης την οποία οι κλασικοί φιλόλογοι που πραγματεύονται τον εμπεδοκλή ως “φιλόσοφο” αγνοούν προς δική τους ζημία. Ο ίδιος ο Μίλτον εξίσωνε τον Λούσιφερ με τον Ηφαιστο, και δε λείπουν οι περιγραφές στην αρχαία φιλολογία των ασυνήθιστων φαινομένων που προκαλούσε ο Ηφαιστος καθώς εργαζόταν με την ηφαιστειακή φωτιά στα σπλάχνα της γης.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτή η ειδική αλληλουχία των ιδεών ήταν γνωστή στον Εμπεδοκλή: για να πάρουμε μια ιδέα του πόσο σημαντική ήταν για τη διαμόρφωση της κοσμολογίας του, δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε το πως περιέγραφε τη δημιουργία των προγόνων των ανθρώπων. Από τη μια μεριά, ο τρόπος που περιγράφει το σχηματισμό τους μέσα στη γη ανακαλεί σκόπιμα την περίφημη περιγραφή του Ησιόδου όπου ο Ηφαιστος δημιουργεί την Πανδώρα. Από την άλλη μεριά, η εικόνα του αυτών των πρώτων δειγμάτων της ανθρωπότητας τα οποία ξερνιούνται από φλόγες που εκτινάσσονται ως τον ουρανό είναι ένα εμφανές παράδειγμα ηφαιστειακής εικονοποιίας. Στη Σικελία, ο Αδης και ο Ηφαιστος είναι οι δύο όψεις ενός και του αυτού νομίσματος: δύο πλευρές της ηφαιστειακής φωτιάς στα έγκατα της γης.

PETER KINGSLEY
ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΑ
ο Εμπεδοκλής και η Πυθαγόρεια Παράδοση
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΕΛΜΑΖΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΕΤΥΠΟ


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΥ: ΚΑΙ ΚΑΠΟΥ ΚΕΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ Ο LOVECRAFT ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΘΟΥΛΟΥ.



Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ – ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ

...Ο Χάρλαν δίστασε. Μετά σίγουρος ότι όλα ήσαν μάταια έστι κι αλλιώς, είπε κουρασμένα. “Εμπρός, λέγε”.
“Λένε” (άρχισε ο Τουίσελ), “ότι γεννήθηκα γέρος, ότι έβγαλα τα πρώτα μου δόντια μέσα σ' ένα Κομπιούταπλεξ, ότι κουβαλάω τον γραφτό μου υπολογιστή σε μια ειδική τσέπη της πιτζάμας μου την ώρα πυ κοιμάμαι, ότι ο εγκέφαλός μου είναι φτιαγμένος από μικρές δυναμο – γεννήτριες τοποθετημένες σε ατέλειωτους παράλληλους κρίκους και ότι τα αιμοσφαίριά μου είναι μικροί διαστημοχρονικοί χάρτες που πλέουν μέσα σε λάδι μηχανής.
“Ολες αυτές οι διαδόσεις φτάνουνε που και που στ' αυτιά μου, και μπορώ να σου πω ότι αισθάνομαι λίγο περήφανος γι' αυτές. Ισως και να τις πιστεύω λίγο. Είναι μια γέρικη ματαιοδοξία, αλλά κάνει τη ζωή μου κάπως πιο εύκολη.
“Σου κάνει εντύπωση αυτό; Οτι προσπαθώ να βρω ένα τρόπο να κάνω τη ζωή μου πιο εύκολη; Εγώ ο Ανώτερος Υπολογιστής Τουίσελ, μέλος του Πανσυμβουλίου; Ισως γι' αυτό να καπνίζω. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό; Πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος, ξέριες. Στην Αιωνιότητα πολύ λίγοι καπνίζουν, το ίδιο και στο Χρόνο. Το σκέφτηκα αυτό πολλές φορές. Νομίζω πως είναι μια επανάσταση ενάντια στην Αιωνιότητα, που παίρνει τη θέση μιας μεγαλύτερης επανάστασης που απέτυχε...
“Οχι δεν πειράζει. Ενα δύο δάκρυα δεν θα με βλάψουν, και δεν προσποιούμαι, πίστεψέ με. Είναι επειδή δεν τάχα σκεφτεί αυτά για πολύ καιρό. Δεν είναι ευχάριστα.
“Υπήρχε μια γυναίκα βέβαια, όπως και στη δική σου περίπτωση. Δεν είναι σύμπτωση. Είναι σχεδόν αναπόφευκτο, αν κάτσεις να το σκεφτείς. Ένας Αιώνιος, που είναι αναγκασμένος να πουλήσει τις φυσιολογικές χαρές της οικογενειακής ζωής για μια χούφτα διάτρητα μεταλλικά φύλλα, είναι επιρρεπής σε μια τέτοιου είχους μόλυνση. Γι' αυτό και η Αιωνιότητα παίρνει τόσες προφυλάξεις. Και γι' αυτό οι Αιώνιοι όπως φαίνεται, είναι τόσο καπάτσοι καμιά φορά στο να αποφεύγουν αυτές τις προφυλάξεις.
“Θυμάμαι τη γυναίκα μου. Είναι ανόητο αλλά δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτε άλλο από εκείνον τον φυσιο – καιρό. Οι παλιοί μου συνάδελφοι είναι μόνον ονόματα που έχουν μπει στο αρχείο. Οι Αλλαγές που επίβλεψα -όλες εκτός από μια- είναι μόνο στοιχεία που βρίσκονται στα κέντρα μνήμης του Κομπιούταπλέξ. Εκείνην όμως τη θυμάμαι πολύ καλά. Ισως να το καταλαβαίνεις αυτό.
“Είχα κάνει από καιρό τη ν αίτηση για δεσμό. Οταν έγινα Κατώτερος Υπολογιστής μου την παραχώρησαν. Ηταν ένα κορίτσι από αυτόν εδώ τον Αιώνα, τον 575ο. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ, βέβαια. Ηταν έξυπνη και καλή. Δεν ήταν όμορφη ούτε καν νόστιμη, αλλά κι εγώ στα νειάτα μου, (ναι, ήμουν νέος, μην πιστεύεις τους μύθους) δεν περνούσα για καλλονή. Ταιριάζαμε πολύ στο χαρακτήρα, εκείνη κι εγώ, και αν ήμουν Χρόνιος θα ήμουν περήφανος να την παντρευόμουνα. Της τόχα πει πολλές φορές. Νομίζω πως την ευχαριστούσε. Αλλά ήταν η αλήθεια. Δεν είναι τόσο τυχεροί όλοι οι Αιώνιοι τη στιγμή που πρέπει να δέχονται τις γυναίκες που τους επιβάλλουν οι υπολογισμοί.
“Σε κείνην ειδικά την Πραγματικότητα θα πέθαινε νέα, και κανένα από τα επόμενα ανάλογά της δεν ήταν ελεύθερο για δεσμό στην αρχή το έπαιρνα φιλοσοφικά. Στο κάτω κάτω ήταν η σύντομη ζωή της που της επέτρεπε να ζει μαζί μου χωρίς να επηρεάζει πολύ την Πραγματικότητα.
“Τώρα ντρέπομαι γι' αυτό, δηλαδή που χάρηκα ότι είχε τόση λίγη ζωή μπροστά της. Μόνο στην αρχή, αυτό είν' όλο. Μόνο στην αρχή.
“Την επισκεπτόμουνα όσο συχνά μου επέτρεπε το διαστημοχρονικό πρόγραμμα, εξοικονομούσα το κάθε λεπτό που μου περίσσευε, παρέλειπα να φάω και να κοιμηθώ όταν χρειαζότανε και παράταγα τη δουλειά μου ξεδιάντροπα. Η αγάπη της ξεπέρασε τις προσδοκίες μου και την ερωτεύτηκα. Στο λέω καθαρά. Η εμπειρία μου στον ερωτικό τομέα είναι πολύ μικρή και από Παρατηρήσεις στο Χρόνο δεν καταλαβαίνεις πολλά πράγματα. Αλλά από όσα μπορούσα να καταλάβω, ήμουν ερωτευμένος. Αυτό που άρχισε με την ικανοποίηση μιας αισθηματικής και σαρκικής επιθυμιάς έγινε κάτι πολύ περισσότερο. Ο σύντομος θάνατός της έπαψε να με βολεύει και τον είδα σαν καταστροφή. Έκανα το Πρόγραμμά της ζωής της. Δεν πήγα στο τμήμα Προγραμματισμού Ζωής. Το έκανα μόνος μου. Αυτό σου κάνει εντύπωση, φαντάζομαι. Ηταν μια μικρή παρανομία, αλλά δεν ήταν τίποτε μπροστά στα εγκλήματα που έκανα αργότερα.
“Ναι εγώ ο Τουίσελ, ο Ανώτερος Υπολογιστής Τουίσελ.
“Υπήρχαν τριες ξεχωριστές στιγμές στο φυσιοχρόνο στις οποίες μια απλή πράξη μπορούσε ν' αλλάξει την ατομική της Πραγματικότητα. Ηξερα φυσικά πως μια τέτοια αλλαγή για προσωπικά κίνητρα, δεν θα έπαιρνε ποτέ την έγκριση του Συμβουλίου. Παρ' όλα αυτά ένιωθα προσωπικά υπεύθυνος για τον θάνατό της. Αυτό με έσπρωξε σε ορισμένες πράξεις αργότερα.
“Εμεινε έγκυος. Δεν έκανα τίποτε για να το εμποδίσω μόλο που μπορούσα. Είχα δουλέψει πάνω στο Πρόγραμμα της Ζωής τη, το είχα βελτιώσει ώστε να περιέχει τη σχέση της μαζί μου, και ήξερα πως η εγκυμοσύνη ήταν μια πολύ πιθανή συνέπεια. Οπως θα ξέρεις ίσως, οι Χρόνιες συλλαμβάνουν καμιά φορά από Αιωνίους, παρ' όλες τις προφυλάξεις. Δεν είναι πρωτάκουστο. Επειδή όμως οι αιώνιοι απαγορεύεται να κάνουν παιδιά, αυτές οι εγκυμοσύνες παίρνουν τέλος με ανώδυνο και ασφαλή τρόπο. Υπάρχουν πολλές μέθοδοι.
“Το πρόγραμμα Ζωής που της έκανα έδειχνε πως θα πέθαινε πριν γεννήσει, γι' αυτό και δεν πήρα κανένα μέτρο. Ηταν ευτυχισμένη και ήθελα να εξακολουθήσω να είναι.
“Ετσι απλά την παρακολουθούσα και χαμογελούσα όταν μου έλεγε πως ένιωθε μια άλλη ζωή να σαλεύει μέσα της.
“Αλλά τότε έγινε κάτι αναπάντεχο. Γεννησε προώρα.
“Δεν απορώ που με κοιτάζεις έτσι. Εχω ένα παιδί. Ενα πραγματικά δικό μου παιδί. Δεν θα βρεις ίσως άλλον Αιώνιο που να μπορεί να στο πει αυτό. Αυτή δεν ήταν μια μικρή παρανομία. Ηταν αρκετά σοβαρό, αλλά και πάλι δεν ήταν τίποτε. Δεν το είχα προβλέψει. Η γέννηση και τα προβλήματά της ήταν μια άποψη της ζωής που δεν ήξερα.
“Ξανακοίταξα πανικόβλητος το Πρόγραμμα Ζωής και ανακάλυψα το ζωντανό παιδί, σε μια εναλλακτική διακλάδωση που μου είχε ξεφύγει. Δεν θάχε ξεφύγει από έναν επαγγελματία Προγραμματιστή Ζωής και ήταν λάθος μου που είχα εμπιστευτεί τις ικανότητές μου.
“Αλλά τι μπορούσα να κάνω τώρα;
“Δεν μπορούσα να σκοτώσω το παιδί. Η μητέρα είχε μόνο δυό εβδομάδες να ζήσει. Ασε το παιδί να ζήσει μαζί της μέχρι τότε, σκεφτόμουνα. Δύο εβδομάδες ευτυχίας δεν είναι μεγάλο πράγμα να ζητάει κανείς.
“Η μητέρα πέθανε, όπως προβλεπόταν. Καθόμουν στο δωμάτιο της όση ώρα μου άφηνε ο διαστημοχρονικός χάρτης μ' έναν πόνο που γινόταν πιο δυνατός όταν σκεφτόμουν πως ήξερα τον θάνατό της από πριν, για έναν ολόκληρο χρόνο. Κρατούσα στην αγκαλιά μου το γιό μας.
“Ναι, τον άφησα να ζήσει. Γιατί φωνάζεις; Θα με καταδικάσεις κι εσύ; Δεν ξέρεις τι σημαίνει να κρατάς στην αγκαλιά σου ένα μικρό κομμάτι της δικής σου ζωής. Μπορεί να έχω έναν Κομπιούταπλεξ αντί για νεύρα και διαστημοχρονικούς χάρτες μέσα στις φλέβες μου, αλλά εγώ ξέρω.
“Το άφησα να ζήσει. Εκανα κι αυτό το έγκλημα. Το παράδωσα σ' ένα κατάλληλο ίδρυμα και το επισκεπτόμουν όταν μπορούσα (σε κανονικά χρονικά διασηματα που τα τηρούσα ακόμα και στον φυσιοχρόνο) για να πληρώνω τα αναγκαία έξοδα και να βλέπω το παιδί να μεγαλώνει.
“Ετσι πέρασαν δύο χρόνια. Κατά καιρούς, κοίταξα το Πρόγραμμα Ζωής του παιδιού, (είχα πια συνηθίσει να σπάω αυτόν τον συγκεκριμένο νόμο), κι ήμουν ευχαριστημένος που έβλεπα ότι δεν υπήρχαν καθόλου βλαβερές συνέπειες στην τότε τρέχουσα Πραγματικότητα, σε επίπεδο πιθανοτήτων πάνω από 0,0001. Το παιδί έμαθε να περπατάει και να προφέρει κουτσά – στραβά μερικές λέξεις. Δεν το είχαν μάθει να με φωνάζει 'μπαμπά'. Τι είδους υποθέσιες μπορεί να έκαναν οι Χρόνιοι του παιδικού σταθμού για μένα είναι κάτι που δεν ξέρω. Απλώς πήραν τα λεφτά τους και δεν είπαν λέξη.
“Τότε αφού πέρασαν τα δύο χρόνια, υποβλήθηκε στο Πανσυμβούλιο η πρόταση για μια Αλλαγή που συμπεριελάμβανε σε μια πτέρυγά της και τον 575ο... Εγώ, που είχα στο μεταξύ προαχθεί στον βαθμό του βοηθού Υπολογιστού, τέθηκα επικεφαλής. Ηταν η πρώτη Αλλαγή. Που θα επίβλεπα μόνος μου.
“Ημουνα βέβαια περήφανος, αλλά ανησυχούσα κιόλας. Ο γιός μου ήταν ένα ξένο στοιχείο μέσα στην Πραγματικότητα. Δεν μπορούσα να περιμένω ότι θα είχε ανάλογα. Η σκέψη ότι θα περνούσε στην ανυπαρξία μου προξενούσε λύπη.
“Προετοίμασα την Αλλαγή και μπορώ να καυχηθώ ακόμα τώρα ότι έκανα τη δουλειά μου τέλεια. Την πρώτη μου δουλειά. Αλλά υπέκυψα σε έναν πειρασμό. Υπέκυψα αρκετά εύκολα γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά. Ημουν πια ένας πορωμένος εγκληματίας. Εφτιαξα ένα Πρόγραμμα Ζωής για τον γιό μου στη νέα Πραγματικότητα, σίγουρος γι' αυτό που θα εύρισκα.
“Μετά, για εικοσιτέσσερις ώρες χωρίς φαϊ και ύπνο, κάθισα στο γραφείο μου με το έτοιμο πρόγραμμα, μελετώντας το και προσπαθώντας απελπισμένα ν' ανακαλύψω αν υπήρχε κανένα λάθος.
“Δεν υπήρχε λάθος.
“Την άλλη μέρα, καθυστερώντας κάπως τη λύση της Αλλαγής, έφτιαξα ένα διαστημοχρονικό διάγραμμα κατά προσέγγιση, (στο κάτω κάτω η Αλλαγή δεν θα διαρκούσε πολύ), και μπήκα στον Χρόνο σ' ένα σημείο περίπου τριάντα χρόνια ανωχρονικά από την γέννηση του παιδιού μου.
“Ηταν τριαντατεσσάρων χρονών, στην ίδια ηλικία με μένα. Του συστήθηκα σα μακρινός συγγενής, χρησιμοποιώντας αυτά που ήξερα για την οικογένεια της μητέρας του. Δεν ήξερε τον πατέρα του ούτε θυμόταν τις επισκέψεις μου στη βρεφική του ηλικία.
“Ηταν αεροναυπηγός. Ο 575ος ειδικευόταν σε μισή ντουζίνα παραλλαγές εναερίων ταξιδιών (όπως και στη σύγχρονη Πραγματικότητα), και ο γιός μου ήταν ένα ευτυχισμένο και επιτυχημένο μέλος της κοινωνίας. Ηταν παντρεμένος με μια κοπέλλα τρελά ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν θάκαναν παιδιά. Ουτε και η κοπέλλα θα είχε παντρευτεί ποτέ αν ο γιός μου δεν εμφανιζόταν μέσα σ' αυτήν την Πραγματικότητα. Το ήξερα αυτό από την αρχή. Ηξερα πως δεν θα υπήρχαν βλαβερές συνέπειες πάνω στην Πραγματικότητα. Αλλιώς δεν θα τολμούσα ν' αφήσω το αγόρι να ζήσει. Δεν είμαι εντελώς ασυνείδητος.
“Πέρασα την μέρα με το γιό μου. Του μιλούσα τυπικά, του χαμογελούσα ευγενικά, και τον αποχαιρέτησα ψυχρά την ώρα που όριζε το διαστημοχρονικό διάγραμμα.
“Αλλά από μέσα μου παρακολουθούσα και αφομοίωνα κάθε του πράξη, προσπαθώντας να κρατήσω ότι μπορούσα απ' αυτόν και να ζήσω μια μέρα ακόμη σε μια Πραγματικότητα που την επόμενη μέρα, (μετρώντας σε φυσιοχρόνο) δεν θα είχε ποτέ υπάρξει.
“Πόσο νοσταλούσα να επισκεφτώ και την γυναίκα μου μια τελευταία φορά, σε κείνο το μέρος του Χρόνου που ζούσε, αλλά είχα εξαντλήσει και το τελευταίο δευτερόλεπτο που είχα στη διάθεσή μου. Δεν τολμούσα να μπω στο Χρόνο για να την δω ούτε καν αόρατος.
“Γύρισα στην Αιωνιότητα και πέρασα μια τελευταία απαίσια νύχτα παλεύοντας μάταια ενάντια σ' αυτό που έπρεπε να γίνει. Το επόμενο πρωί παρέδωσα τους Υπολογισμούς μου μαζί με την πρότασή μου για την Αλλαγή”.

Η φωνή του Τουίσελ είχε γίνει ψίθυρος και τώρα σταμάτησε. Καθόταν με τους ώμους γυρτούς, το βλέμμα στυλωμένο στο πάτωμα ανάμεσα στα γόνατά του και τα δάχτυλά του να στροφογυρίζουν νευρικά καθώς τα σταύρωνε και τα ξεσταύρωνε. Ο Χάρλαν, περιμένοντας άδικα για την επόμενη φράση του γέρου, ξερόβηξε. Ανακάλυψε πως τον λυπόταν παρ' όλα τα εγκλήματα που είχε κάνει. Είπε.
“Κι αυτό είναι όλο;”
Ο Τουίσελ ψιθύρισε, “Οχι, το χειρότερο – το χειρότερο – ένα ανάλογο του γιού μου υπήρχε πραγματικά. Στην νέα Πραγματικότητα ζούσε – όντας παράλυτος από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Σαρανταδύο χρόνια κατάκοιτος, και κάτω από συνθήκες που με εμπόδιζαν να τον υποβάλλω στην νευρο – ανανεωτική θεραπεία του 900ου, ή τουλάχιστον να κανονίσω να τελειώσει τη ζωή του ανώδυνα.
“Η νέα Πραγματικότητα υπάρχει ακόμα. Ο γιός μου ζει ακόμα στο αντίστοιχο τμήμα του Αιώνα. Εγώ του τόκανα αυτό. Ηταν το μυαλό μου και ο Κομπιούταπλεξ που του δημιούργησαν αυτήν την καινούργια ζωή, και ήταν η φωνή μου που πρόσταξε να γίνει η Αλλαγή. Είχα κάνει αρκετές παρανομίες για χάρη του και για χάρη της μητέρας του, αλλά αυτή η τελευταία μου πράξη, παρ' όλο που ήταν αυστηρά σύμφωνη με τον όρκο μου σαν Αιώνιου, ήταν το μεγαλύτερό μου έγκλημα, το μόνο μου έγκλημα”.
Ο Χάρλαν δεν είχε τίποτε να πει πάνω σ' αυτό και έτσι δεν απάντησε. Ο Τουίσελ είπε, “Βλέπεις ωρα γιατί καταλαβάινω την περίπτωσή σου, γιατί είμαι πρόθυμος να σου δώσω το κορίτσι σου. Δεν θα έβλαφτε την Αιωνιότητα και θα ήταν κατά κάποιο τρόπο μια εξιλέωση από το έγκλημά μου”.
Και ο Χάρλαν τον πίστεψε. Ξαφνικά, αλλάζοντας γνώμη, τον πίστεψε!
Ο Χάρλαν έπεσε στα γόνατα και έσφιξε με τις γροθιές του τους κροτάφους του. Έσκυψε το κεφάλι και το κούνησε αργά δεξιά αριστερά καθώς τον διαπερνούσε μια άγρια απελπισία.
Είχε πετάξει στα σκουπίδια την Αιωνιότητα και είχε χάσει την Νόυς – τη στιγμή που, χωρίς το γκρέμισμα του Σαμψών, θα μπορούσε να σώσει την μία και να κρατήσει την άλλη.

ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΕΛΠΙΔΑ – ΣΤΕΦΑΝΟΣ Α. ΠΑΪΠΕΤΗΣ

Λαχανιασμένος ο ανθρωπάκος έφτασε μπροστά στην Πύλη του Μέλλοντος και είπε στο φύλακα:
-Φίλε, άσε με να περάσω.
-Να σ' αφήσω φίλε. Μα τι προσδοκάς απ' το Μέλλον;
-Και τι δεν προσδοκώ. Μεγάλα πράγματα.
-Νομίζεις πως θα τα βρεις;
-Δε νομίζω, είμαι σίγουρος, δαγκώθηκε ο ανθρωπάκος.
-Πως είσαι σίγουρος; Ποτέ δεν ξέρεις τι φέρνει το Μέλλον.
-Ο χρόνος έφερε κιόλας πολλά. Φαντάσου το Μέλον!
-Μπράβο. Η κρίση σου είναι ακτύπητη.
-Εσύ ξέρεις τι θα φέρει το Μέλλον; αναθάρρησε ο ανθρωπάκος.
-Και βέβαια ξέρω. Ευτυχία απέραντη.
-Δόξα σοι ο Θεός. Γιατί ξέρεις...
-Γιατί ξέρω τι; Μίλα λοιπόν
-Να μερικοί, κάποιοι γκρινιάρηδες τέλος πάντων.
-Ξέρω. Οι λίγοι ανικανοποιητοι.
-Λοιπόν δεν είναι και τόσο λίγοι.
-Λίγοι είναι, λίγοι. Και τι λένε οι κακές Κασσάνδρες;
-Κοίτα, γιατί δεν μ' αφήνεις να περάσω;
-Είπαμε, θα σ' αφήσω. Μα πες μου πρώτα.
-Να, λένε πως χάσαμε την ελευθερία μας.
-Τι ανοησία. Σου στέρησε κανείς την ελευθερία σου;
-Εμένα; Οχι, όχι.
-Σου κατήργησε κανείς τη δημοκρατία σου;
-Κανένας, κανένας. Ασε με να περάσω.
-Πες μου πρώτα, τι άλλο λένε.
-Να, λένε, τούτη η ευτυχία είναι ψεύτικη και θα πληρώσουμε με τη ζωή μας.
-Ελπίζω να μην το πιστεύεις.
-Οχι, όχι, εγώ να περάσω θέλω, να φύγω.
-Μα γιατί βιάζεσαι. Η πύλη είναι ορθάνοιχτη.
-Να κοιτάξω λίγο.
-Δεν θα δεις και πολλά. Τα ωραία είναι μακριά.
-Μπορεί να 'χεις και δίκιο. Δε βλέπω τίποτ' από δω.
-Στο είπα. Οι αποστάσεις είναι μεγάλες.
-Μα η ατμόσφαιρα είναι θολή. Σαν μαύρο σύννεφο.
-Αυτό που το βλέπεις;
-Νάτο, είναι μαύρο, κατάμαυρο.
-Ανοησίες. Αν δεν έχεις πίστη στο μέλλον, τι να κάνεις να περάσεις;
-Γιατί πρέπει να περάσω! Καταλαβαίνεις;
-Τι να καταλάβω; Αν δεν πιστεύεις στο Μέλλον, τι προσμένεις από δαύτο;
-Ελπίδα, φίλε, ελπίδα;
-Η μαύρη προπαγάνδα σ' έχει αποβλακώσει.
-Μα τι λες τώρα; Πρέπει να περάσω και γρήγορα.
-Πως κάνεις έτσι; Σα να σε κυνηγάνε.
-Εμένα; Οχι, όχι.
-Ξέρεις, με βάζεις σε σκέψεις. Κακό υλικό μου φαίνεσαι.
-Κακό υλικό;
-Ναι, που φτιάχνει μίζερους, αμφισβητίες, γκρινιάρηδες.
-Και λοιπόν;
-Που τελικά καταλήγουν τρομοκράτες. Που δεν έχουν θέση στο Μέλλον.
-Μη μου στερείς το Μέλλον, φίλε. Αλλη ελπίδα δεν έχω, ψιθύρισε.
Ακούστηκαν βήματα. Σύντομα τον φτάσανε, τον ακουμπήσανε και τον τραβήξανε πίσω στο παρόν. Ο φύλακας μουρμούρισε αηδιασμένος:
-Εψαχνε για ελπίδα στο Μέλλον. Ο ηλίθιος!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ Α. ΠΑΪΠΕΤΗΣ
ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ περί τεχνών

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ – ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ

(Το σενάριο της Συνθήκης Schengen)
Η λέξη “παραμύθι” που σημαίνει στην τρέχουσα γλώσσα παραμύθιασμα ή παραπληροφόρηση ή μια ψεύτικη ιστορία για διασκέδαση, προέρχεται απ' την αρχαιοελληνική παραμυθία, που σημαίνει παρηγοριά, απ' τις λέξεις παρά+μύθος, χωρίς να ξεχνάμε πως στην αρχαιότητα η λέξη “μύθος” σήμαινε την εξιστόρηση μιας πραγματικής ιστορίας, δηλ. Την αναφορά σ' ένα πραγματικό γεγονός. Η παραπληροφόρηση ή παραμύθιασμα (πρβλ. “μας πουλάει παραμύθι”) έχει αντικαταστήσει στις μέρες μας την αληθινή πληροφορία ή μύθον, με αποτέλεσμα να έχουμε καταντήσει κάτοικοι κάποιας χώρας, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε Παραμυθία (καμμία σχέση με τη συνώνυμη συμπαθή ελληνική επαρχία).
Ο “Φιλόσοφος της Μεσογείου”, ο κατ' επάγγελμα σκηνοποιός (Πράξ. ΙΔ',3) Παύλος έγραψε στη “Επιστολή του προς Εβραίους” (Κεφ. Η',Θ',ΙΑ' & ΙΓ') περί της σκηνής εκτενώς. Η λέξη “σκηνή” (στα δωρικά “σκανά”) δείχνει γενικά ένα μέρος, που μπορεί κάποιος να μείνη (συνώνυμα: σκιάς, καλύβη, τσαντήρι, τέντα), άρα και τη φωλιά (για τα πουλιά). Στον πληθυντικό η λέξη “σκηναί” σημαίνει στρατόπεδον (παρεμβολή στο κείμενο της Π.Δ. Και tabernaculum ή tentorium στα λατινικά) και σα ναός δείχνει την “ιερή κατοικία” (βλ. Και Εξοδ.κς',1 στην Π.Δ.). Η έννοια του “ναού” με τη σημασία “ναυς” (= καράβι, πλεούμενο γενικώς) μας οδηγεί σε μια πολύ ειδική ερμηνεία της λέξης “σκηνή”: είναι η επίσημη αίθουσα δεξιώσεων στην πρύμνη ή στο δεύτερο κατάστρωμα πλοίου, που λέγεται και σκηνίς. Είναι προφανές πως το διαμέρισμα αυτό του πλοίου αποτελεί θαλασσινή επέκταση της έννοιας της σκηνής σα συμποσίου (ευωχίας) μέσα σε σκηνή ή στεγασμένο χώρο (έτσι και στο Ξεν. Π.Κ. 2,3,1 & 4,2,34) κι έτσι έχουμε μια πρώτη επαφή με το (γερμανικό) ρήμα schenken (= χαρίζω, δωρίζω). Το σκηνικό του συμποσίου οδηγεί τελικά στην έννοια της παραστάσεως, που δίνουν οι ηθοποιοί μέσα σ' ένα τσαντήρι (στήσιμο), που λέγεται σκηνή ή scena στα λατινικά (εξ ου και η λ. Σενάριο απ' το ιταλικό scenario)ή scene (και stage = στεγη) στ' αγγλικά. Η λέξη “σκήνημα” (ή σκάνημα, στα δωρικά) σημαίνει επίσης τη σκηνή, την κατασκήνωση, το στρατόπεδο, τη φωλιά, όπου είδαμε να διαμένουν οι σκηνίτες = Εβραίοι.
Στο κείμενο της Αποκαλύψεως γίνονται δύο αναφορές στο όνομα του Θηρίου (και όχι μια όπως κατά κόρον αναφέρεται).
Η πρώτη, εισαγωγική ή υπαινιγματική, δίνεται με το 6ο Κεφάλαιο, ώστε ο αναγνώστης ν' αρχίση να κατανοή την λειτουργία της δονήσεως 6. Η δεύτερη, συνθετική ή καθοριστική, δίνεται με το 13ο Κεφάλαιο, όπου αναφέρεται ο αριθμός του Θηρίου (666).
Στην πρώτη περίπτωση ο αριθμός 6 (του κεφαλαίου) φαίνεται να συνδυάζεται με τον αριθμό του στίχου 6 και τον αριθμό του χοίνικος 600 (εφ' όσον χ' = 600, όπως τονίζεται σαν κρυπτική σημασία και στα “Θεολογούμενα της Αριθμητικής” του Ιάμβλιχου), προκειμένου να συντεθή ο αριθμός 666, όπως φαίνεται και στον 18ο στίχο του 13ου κεφαλαίου (εφ' όσον 3Χ6 = 18, το δε στοιχείον με ΑΑ18 είναι το αργόν).
Το γεγονός της αναφοράς του εδ. 6 του Κεφ. 6, που γίνεται στην 3η σφραγίδα με τον 3ο Ιππο, είναι ενδεικτικό της προθέσεως του συγγραφέως του κειμένου να υποδείξη τη σειρά 6-6-6 ή 666. Ο σίτος (=δήμητρα) και το κριθάρι (=δκαί) υποδεικνύουν τη Μητέρα Γη ή Δήμητρα (δηλ. τον αγαθοδότην), εφ' όσον ΑΓΑΘΟΔΟΤΗΣ = ΔΗΜΗΤΗΡ+ΚΟΡΗ=666, η δε λατινική λέξη triticum (=σιτάρι) ενισχύει την υπόδειξη της τριαδικότητος των εγκρυπτομένων μαθηματικών, δεδομένου ότι δίδεται η εξίσωση “τρεις χοίνικες κριθών δηναρίου” και προκύπτει, κατά συνέπειαν, ότι “χοίνιξ σίτου = τρεις χοίνικες κριθών ή 1 σίτος = 3 κριθαί (ή 1 κριθή = 1/3 σίτου).
Ο “μέλας ίππος” δηλώνει το “μαύρο υλικό”, τον άνθρακα (διεθνώς C, απ' τη λατινική λ. Carbo, όπου C=Γ=γκιμέλ, δηλ. Το 3ο γράμμα του αλφαβήτου), που είναι το κύριο συστατικό των υδατανθράκων, απ' τους οποίους αποτελούνται οι τροφές μας, γι' αυτό και ετυμολογώ τη λέξη άνθρωπος απ' τη φράση “άνθρακος οπός” (δηλ. Υδατάνθραξ) και όχι απ' την ακαδημαϊκή γνώμη “άνω+θρώσκω”. Ο άνθραξ (C), στοιχείο του Περιοδικού Πίνακος (με Α.Β 12 και με Ατομικό Αριθμό 6) παρουσιάζει ακριβώς, από πλευράς Φυσικής, την τριαδική σειρά 6-6-6 (6 ηλεκτρόνια, 6 πρωτόνια, 6 ουδετερόνια). Η λ. Άνθραξ, απ' τη φράση “ανά+θράκα” (=αυτό, που είναι πάνω στη θράκα ή Θράκη), είναι επίσης το όνομα του ρουμπινιού (άνθραξ ή καρβούνι στη δημοτική, 4ο στει σειρά στο εφώδ).
Είναι ενδιαφέρον να δούμε, πως ο C δίνει τα 4e της εξωτερικής στιβάδας του (σε σθένος), προκειμένου να σχηματίση με 4H το γνωστό μας μεθάνιο (CH4) με την μορφή κανονικού τετραέδρου (τριγωνική πυραμίδα). Το μεθάνιο, Grubengas (στα γερμανικά) και ελειογενές (ή ελώδες) άεριο, (σ' όλες τις γλώσσες), προϊόν των πετρελαιοπηγών, των ανθρακορυχείων και του εντερικού συστήματος, ως βάση (θεωρητικά τουλάχιστον) για όλες τις οργανικές ενώσεις της λιπαράς σειράς, ήδη έχει διεισδύσει μέσα απ' τη δικτύωση του ρωσικού αγωγού στις ελληνικές πόλεις και πρόκειται να χρησιμοποιηθή “για ενέργεια”. Εδώ μπορούμε να θεωρήσουμε αυτήν την ενεργειακή λύση σαν ένα πρόδρομο μολυσματικό μεταφορέα του Θηρίου (666), εφ' όσον και χώρος των εντέρων (βλ. ΔΗΜΗΤΗΡ+ΚΟΡΗ = 666), είναι η πατρίδα, μέσα στο ανθρώπινο σώμα, του αερίου αυτού, η δε χαρακτηριστική οσμή του (οσμή υπονόμου) είναι ενδεικτικό (και συστατικό) της παρουσίας διαμόνων (= ακαθάρτων πνευμάτων) στις τελετές επικλήσεώς τους.
Η λέξις σανίς ή σανίδα (στη δημοτική) ή tabula (γεν. tabulae) και asser (γεν. asseris) και axis (γεν. axis) στα λατινικά, μας οδηγεί ξανά στην έννοια της σκηνής, μέσα απ' τη λέξη tabernaculum ή tentorium, που είδαμε πως σημαίνει “σκηνή στρατοπέδου” και που στ' αγγλικά γίνεται tabernacle = ιεροφυλάκιον, καταλήγοντάς μας στην τελική έννοια της “Σκηνής του Μαρτυρίου”: η Σκηνή είναι μια σκηνή (= ναός), που μέσα της φυλάσσονται τα ιερά, είναι δηλ. Ιεροφυλάκιον (tabernacle) και είναι μέσα στις σκηνές (δηλ. στρατόπεδο ή tentorium ή tabernaculum που την προφυλάσσουν και φρουρούν, αυτή δε φυλάσσει μέσα της κάτι πολύτιμο και σφραγισμένο: μια συγκεκριμένη συμφωνία ή συνθήκη, που στη γλώσσα της Π.Δ. Λέγεται “Συνθήκη της Σκηνής” και στα σύγχρονα ευρωπαϊκά μεταφράζεται, ακριβώς, “Συνθήκη Schengen”.
Η πόλη Schengen στο Λουξεμβούργο παίρνει το όνομά της απ' τη γερμανική λέξη eSchenke = ταβέρνα (συνώνυμο: Weinstube, πρβλ. Στουβίτην), απ' το ρήμα schenken = χαρίζω, δωρίζω (πρβλ. 666=ΑΓΑΘΟΔΟΤΗΣ). Η έννοια της ταβέρνας, (στα λατινικά taberna), όπως δόθηκε παραπάνω σαν tabernacle = ιεροφυλάκιον (στ' αγγλικά) απ' την αρχική tabernaculum = στρατόπεδον (στα λατινικά) ή παρεμβολή, δηλ. κατασκήνωση στρατού, μας οδηγεί, ιστορικά, στο κατάλυμα (προφανώς χάνι) της Αππίας Οδού, που λεγόταν “Τρεις Ταβέρναι” και όπου συνάντησαν τον Παύλο (Πράξ. ΚΗ', 15) οι “αδελφοί” απ' τη Ρώμη. Ο βουδιστικός όρος Τριπτικάκα (= Τρία Καλάθια), με τον οποίο ονομάζονται οι πηγές της βουδιστικής θρησκείας, μέσα απ' τη μεταφορά των Δεικνυμένων στα Ελευσίνια Μυστήρια (απ' την κίστη στον κάλαθο και αντιστρόφως, όπου ΚΙΣΤΗ: ΚΑΛΑΘΟΣ = Φ), οδηγεί στον συμβολισμό, που περιέχεται στη μεταφορά των αρρήτων απ' τις Αρρηφόρες στα Αρρηφόρια (προς τιμήν της Αθηνάς = Minervae = εριουργίας). Η κάθοδος του σκηνοποιού Παύλου απ' τα τείχη της Δαμασκού (Πράξ. θ', 25) με το σκοινί της σπυρίδος (πλεκτού καλαθιού, πρβλ. Ελένην), προκειμένου ν' αποφύγη την μήνιν του άραβα Αρέτα, σημειώνει μια άρρητη αναφορά, μέσα απ' την υλοποίηση των ιστορικών δρωμένων, στη μεταφορά: 1) του συμβολισμού των Αρρηφορίων μέσα απ' το πρόσωπο του ομιλητή στον Αρειο Πάγο και 2) του κηρύγματος απ' τον Αρειο Πάγο στη περιοχή του Πάγου (=Κορίνθου, όπου “ου παντός πλειν”).
Η σκηνή στη Σκηνή (Ναό), όπου ο Ιησούς εκδιώκει τους τραπεζίτες (Ματθ. ΚΑ',12 και Μάρκ.ΙΑ',15 και Ιω.Β',15) είναι σαφής: η σανίδα ή tabula είναι μια τάβλα ή ξύλον, και ξύλον ή άβαξ (και αβάκιον) ή τράπεζα ή mensa είναι η γνωστή σημερινή μας Bank ή Τράπεζα, Ναός του Χρήματος, ο Μαμμωνάς (= πλούτος γήϊνος, κατά Σουϊδα), το αιώνειο Ιερατείον, σαν Τράπεζα στου Εθνικούς της Εφεσίας Αρτέμιδος, σαν Ναός στου Εβραίους της Ιερουσαλήμ (Ματθ.ΚΓ', 16-17), σαν εθνική Τράπεζα στην Εκκλησία της Ελλάδος (μέτοχος).
Και ο Ιησούς είναι σαφής εν προκειμένω:
“'Η μ' εμένα θα είσθε ή με τη σκηνή Schengen”.[Λουκ. Ις', “δυσί Κυρίοις” προς Λουκ. ΙΑ', 23 “σκορπίζει” προς Λουκ. Ις', 13 “δουλεύειν” και Ματθ. Σ', 24 “μαμωνά”].



  • “Εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα μαι μονήν παρ' αυτώ ποιησόμεθα”.




  • 16 Ουαί υμίν, οδηγοί τυφλοί οι λέγοντες. Ος αν ομόση εν τω ναώ ουδέν εστίν. Ος δ' αν ομόση εν τω χρυσώ του ναού οφείλει. 17 μωροί και τυφλοί, τις γαρ μείζων εστίν, ο χρυσός ή ο ναός ο αγιάσας τον χρυσόν; 18 και. Ος να ομόση εν τω θυσιαστηρίω, ουσέν εστίν. Ος δ' αν ομόση εν τω δώρω τω επάνω αυτού οφείλει. 19 τυφλοί, τι γαρ μείζον, το δώρον ή το θυσιαστήριον το αγιάζον το δώρον; 20 ο ουν ομόσας εν τω θυσιαστηρίω ομνύει εν αυτώ και εν πάσι τοις επάνω αυτού. 21 και ο ομόσας εν τω ναώ ομνύει εν αυτώ και εν τω κατοικούντι αυτόν. 22 και ο ομόσας εν τω ουρανώ ομνύει εν τω θρόνω του θεού και εν τω καθημένω επάνω αυτού.
    23 Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και το έλεος και την πίστην. Ταύτα (δε) έδει ποιήσαι κάκείνα μη αφιέναι. 24 οδηγοί τυφλοι, οι διυλίζοντες τον κώνωπα την δε κάμηλον καταπίνοντες”.   

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

DARK CITY - ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΟΛΗ








Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
Πρωταγωνιστούν: Rufus Sewell, William Hurt, Kiefer Sutherland, Jennifer Connelly
Σκηνοθεσία: Alex Proyas
Σενάριο: Alex Proyas, Lem dobbs, David S. Goyer
Διάρκεια: 100'
Παραγωγής: 1998

ΤΗΝ ΣΥΝΙΣΤΩ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ

Ο Κυνοκέφαλος - Νέαρχος Γεωργιάδης

Τι ήτανε; Μια σύναξη πιστών στο προαύλιο ενός ναού για να λατρέψουνε τον Θεό τους ή μια ομάδα υπαλλήλων έξω από το Διευθυντήριο για να υποβάλουν τα σέβη στον Προϊστάμενό τους; Δε μπορεί κανείς να πει με σιγουριά. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο καθένας χωριστά κι όλοι μαζί αντάμα, γυναίκες και άντρες, πλέκαν εγκώμια και ύμνους που σε πολύ λίγους Θεούς ταιριάζουνε και σε θνητόν κανένα.
- Σπουδαίος που είναι ο Κύριος και Θεός μας! Δοξασμένο το όνομά του και θαυμαστά τα έργα του.
- Είναι παντοδύναμος. Εξουσιάζει την ευτυχία και τη δυστυχία μας κι εμάς και των παιδιών μας. Ότι ζητά ας το εκπληρώνουμε κι ας του ψάλλουμε ύμνους υποταγής.
- Μας κοιτάζει από ψηλά κι ότι κάνουμε το γνωρίζει. Δεν τον εμποδίζουν τοίχοι και κλειστές πόρτες.
- Είναι πανταχού παρών. Ό,τι πούμε αμέσως το μαθαίνει, για να τιμωρεί τους υβριστές και να αμοίβει τους υμνητές του.
- Του τα ψιθυρίζουν όλα οι αγγέλοι του στ' αυτί. Γιαυτό τον ονομάζουμε Παντογνώστη κι αδιάκοπα ευλογούμε το όνομά του.
- Ανάλογα με τα έργα μας, δίκαια μοιράζει τιμωρίες και αμοιβές.
- Κάνουμε το θέλημά του;
- Μας εξυψώνει.
-Τον αντιστρατευόμαστε;
- Μας ρίχνει κάτω και μας τσαλαπατά.
-Γιαυτό, είτε έτσι είτε αλλοιώς, αναγνωρίζουμε πως είναι σωστός και δίκαιος.
- Κι αν καμμιά φορά μας συντρίβει χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το γιατί…
- … σίγουρα κάπου θα σφάλαμε κι ας μην το έχομε συνειδητοποιήσει.
- Όμως ο Παντοδύναμος το γνωρίζει καλύτερα από μας, το αμάρτημά μας.
- Κι αν ακόμα χωρίς αιτία μας ταπεινώσει το κάνει για να δοκιμάσει τη μακροθυμία και την πίστη μας σ' Αυτόν.
- Αν αγόγγυστα υπομείνουμε, σίγουρα ο δίκαιος αυτός κριτής (μπορεί σε δέκα, μπορεί σε είκοσι χρόνια) θα μας υψώσει ξανά στην ίδια και πολύ καλύτερη, ακόμα, θέση.
- Στα μάτια το πρόσωπο και το κεφάλι, αχτινοβολεί η μεγαλωσύνη του και δεν τολμάς να τον κοιτάξεις καταπρόσωπο, γιατί κινδυνεύεις να τυφλωθείς.
- Τόσο πολύ αστράφτει σαν ήλιος. Και μερικοί που αποτολμούν να τον αντικρύσουν, λένε πως στην κάθε ρυτίδα του προσώπου του, είναι αποτυπωμένη σοφία αιώνων σε μια μυστηριώδη σημειογραφία. Ευτυχισμένος όποιος την αποκρυπτογραφήσει.
- Κι αν πεις για τη φωνή του, βροντερή σαν χίλια ορμητικά ποτάμια μαζί κι αρμονική σαν ουράνια μελωδία, μας υπαγορεύει τις καινούργιες του επιθυμίες, που άμποτε να εκπληρώνονται πάντα ως την τελευταία τους κεραία.
Ανάμεσα στην ομάδα, ήταν κι ένας νέος μη μυημένος ακόμη στα τόσα και τόσα που κατέχαν και λαλούσαν οι άλλοι· ή μάλλον για ν' ακριβολογούμε περισσότερο, σήμερα θα αντίκρυζε τον Κύριο για πρώτη φορά. Φύλαγε λοιπόν όλα τα αποθέματα του τεράστιου θαυμασμού του που ξεπήγαζε από τα όσα άκουγε, για να τα καταθέσει σαν θυμίαμα στον βωμό του Ενσαρκωμένου Θεού, με πρώτη ευκαιρία.
Όταν επιτέλους η μορφή του Κυρίου βγήκε από τα άδυτα των αδύτων της και κάθησε στον θρόνο, νεκρική επικράτησε σιγή, που διακοπτόταν μόνο από συριστικούς ήχους θαυμασμού και θαυμαστικά επιφωνήματα.
- Σίγουρα ο δικός μας, είναι ο ανώτερος Θεός της περιοχής κι ένας από τους σπουδαιότερους στον κόσμο! Ψιθύρισε κάποιος.
- Δοξασμένη η κάθε λέξη της ομιλίας του, που υλοποιεί ηχητικά τις αιώνιες και άφθαρτες αλήθειες, ψιθύρισε δεύτερος.
- Ευτυχισμένοι εμείς που ζούμε κάτω από την εξουσία του και τον υπηρετούμε.
Ο Νέος ο μη μυημένος, στη βιάση του να μυηθεί μιαν ώρα αρχίτερα κι όσο καλύτερα μπορούσε, μισοσήκωσε λίγο το κεφάλι και λοξοκοίταξε το πρόσωπο του Θεού. Αυτό που είδε ήταν κάτι το αναπάντεχο, κάτι που τον έκανε ν' αρχίσει ν' αμφιβάλλει για την αξία της μαρτυρίας των αισθητηρίων οργάνων της όρασης του.
- Χαμήλωσε το κεφάλι σου, του σφυρίξανε επιτακτικά οι διπλανοί του.
Αναγκάστηκε να κατεβάσει το ασεβές βλέμμα του στο δάπεδο. Όμως τέντωσε τώρα την ακοή και περίμενε ν' ακούσει τους πρώτους ήχους που θα βγαίναν απ' το θείο εκείνο στόμα. Ο "Θεός", πήρε ανάσα και άρχισε να μιλάει… Έ τώρα πια, ο Νέος βεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία. Οι ήχοι που βγαίναν από κείνο το λαρύγγι δεν είχανε τίποτα το θεϊκό ή τουλάχιστον το ανθρώπινο. Δεν ήταν τίποτ' άλλο, παρά γαυγίσματα. Τα γαυγίσματα ενός σκυλιού!
- Μα αυτός έχει κεφάλι σκύλου, αποτόλμησε να ψελλίσει κοιτάζοντας καταπρόσωπο την πελώρια πτυχωτή και τριχωτή μουσούδα, με τη σφυριχτή ασθματική αναπνοή, τα σάλια που τρέχαν απ' την κρεμασμένη γλώσσα, τα τσιμπλιάρικα μάτια, τους μυτερούς κυνόδοντες, τα μεγάλα πέτσινα αυτιά.
Οι συνάδελφοί του, άντρες και γυναίκες, γυρίσανε και κοιτάξανε τον βέβηλο με ύφος εσχάτης αποστροφής, απέχθειας και περιφρόνησης. Σαν από κάποιο σύνθημα λες κι ήταν μολυσμένος από καμμιά επικίνδυνη και μεταδοτική αρρώστεια, όλοι τραβήχτηκαν από κοντά του σε απόσταση τουλάχιστον δυο μέτρων. Κι ένας κύκλος από κενό δημιουργήθηκε γύρω του: Ο κύκλος της απομόνωσης.
Την ίδια κιόλας μέρα, ο Κύριος κάλεσε τον ιερόσυλο στο Διευθυντήριο και τον παρακάλεσε να κλείσει πίσω του την πόρτα. Η γραμματεύς όσο κι αν έστησε το εξ επαγγέλματος εξασκημένο αυτί της, δεν μπόρεσε ν' ακούσει παρά μόνον άγρια γαυγίσματα, ήχους από καρέκλες κι άλλα έπιπλα που αναποδογυρίζονταν με πάταγο και τζάμια που σπάγανε με ορμή. Κραυγές πόνου και βογγητά.
Τελικά, ο Νέος ο μη μυημένος, βγήκε έξω: Το πουκάμισο και το πανταλόνι του καταξεσχισμένα. Ένα κομμάτι κρέας από τον μηρό του έλειπε. Νυχιές και δοντιές αφήσανε τα ίχνη τους στο υπόλοιπο σώμα και το πρόσωπο.
Δεν έγινε, δυστυχώς, γνωστό το τι ειπώθηκε και τι διαδραματίστηκε μέσα στο άδυτο, γιατί δεν κρατήθηκαν πρακτικά. Όμως από κείνη τη μέρα (κι αφού γύρισε από την αναρρωτική του άδεια) ο πρώην αμύητος άρχισε να μυήται με ένα ζήλο πραγματικά αξιοθαύμαστο. Και σε λίγους μήνες η όραση και η ακοή του τόσο πολύ διορθώθηκαν και λυτρώθηκαν από τις παραισθήσεις, ώστε έφθασε στο σημείο όχι να συμφωνεί, απλώς, με τους άλλους, αλλά και να υπερθεματίζει σε ύμνους και εγκώμια για τον Θεό τους. Μάλιστα σε αγώνες γονυκλισίας και κάμψης της σπονδυλικής στήλης, ο Νέος ο μυημένος τώρα πια, έσπασε το κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Και σε διαγωνισμό "Ψαλμού Υποταγής" πήρα το πρώτο χρηματικό βραβείο, συνοδευόμενο κι από τιμητικό χρυσογραμμένο δίπλωμα.
Τώρα πια η κεφαλή του Θεού του δεν του φαινόταν διόλου αποκρουστική. Αντίθετα, τον θαύμαζε. Κι έβαλε σκοπό και προορισμό της ζωής του να εξομοιωθεί μαζί του. Και με τα χρόνια με μια σειρά από σταδιακές μεταμορφώσεις, δοκιμές μπροστά στον καθρέφτη και κοπιαστικές προσαρμογές, το κατάφερα απόλυτα. Έγινε εικόνα και ομοίωση του Κυρίου. Έγινε ο κορυφαίος του λατρευτικού χορού.
Πολύ τα εχτίμησε όλ' αυτά ο Κύριος κι όταν ήρθε ο καιρός που έπρεπε Ε Εκείνος, ο Παλαιός Θεός, να αποχωρήσει και να αναπαυθεί για πάντα, μεγαλόψυχα παραχώρησε τη θέση του σ' αυτόν τον Νέο, που αγωνίστηκε σκληρά κι αδιάκοπα όσο κανένας άλλος, να του μοιάσει.
Κι όλα τα μέλη της ομάδας των πιστών, άντρες και γυναίκες, αναγνώρισαν και διακήρυξαν πως ο "Νέος Θεός" ήταν αντάξιος και παράξιος του παλαιού. Κι ο Νέος Θεός με τα σύμβολα της εξουσίας και την ακολουθία του (ευνούχους και παλλακίδες, γραμματείς και ποιητές, ψαλμωδούς και προσωπογράφους, κόλακες, αυλικούς και υπηρέτες, σωματοφύλακες και γελωτοποιούς και πλήθος άλλων πιστών), αποθανατίστηκε απ' τον ευνοούμενό του ζωγράφο σε μια θαυμαστή τοιχογραφία, με ωραία σχήματα και πλουσιότατους χρωματισμούς.
Κι όσον αφορά την εμφάνισή και τις βασικές ιδιότητες αυτού του "Θεού" και τις λατρευτικές συνήθειες των πιστών του, όλα αυτά παραμείνανε σχεδόν ανάλλαγα για αρκετές δεκαετίες ενός ταχύρυθμου σε αλλαγές αιώνα, που καθεμιά του δεκαετία, ισοδυναμούσε με αιώνες του παρελθόντος. Επί Αποικιοκρατίας, επί Δημοκρατίας, επί Δικτατορίας, επί ξένης Κατοχής… Μόνον όσον αφορά τις λατρευτικές συνήθειες, πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθεί ότι από καιρό σε καιρό παρατηριόταν μια έξαρση σε τελετές ανθρωποθυσίας.
Τέλος αν θέλετε και τη δική μου προσωπική μαρτυρία για τον "Νέο Θεό", εκείνην ενός απλού υπηρέτη, αρκεί να σας πω ότι μια μέρα που τον συνάντησα τυχαία σε κάποιον δαιδαλώδη διάδρομο, γαύγισε τόσο πολύ άγρια, ώστε παρ' όλη την ευσέβεια και τον θαυμασμό που του είχα, αναγκάστηκα να πηδήξω να κρυφτώ πίσω απ' την πρώτη πόρτα που βρέθηκε κοντά μου και να την κλείσω ερμητικά με φόρα. Κι από κείνη την ώρα, για καλό και για κακό κουβαλάω πάντα μαζί μου μια σύριγγα και μερικά φιαλίδια αντιλυσσικού ορρού, ώσπου να φτάσει με το πέρασμα των εποχών, το τέλος της κυνοκέφαλης δυναστείας.

Νέαρχος Γεωργιάδης
Διηγήματα πολιτικής και επιστημονικής φαντασίας



Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι - Μπέρτολτ Μπρεχτ



"Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι", ρώτησε τον κύριο Κ. η κορούλα της σπιτονοικοκυράς του, "θα φερνόντουσαν καλύτερα στα μικρά ψάρια;"
"Και βέβαια", είπε αυτός.
"Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα τεράστια κουτιά για τα μικρά ψάρια, με λογιών λογιών τροφές μέσα, φυτικές και ζωικές.
Θα φρόντιζαν να έχουν τα κουτιά πάντα καθαρό νερό και γενικά θα έπαιρναν κάθε λογής υγειονομικά μέτρα. Αν λόγου χάρη ένα ψαράκι τραυματιζόταν στο πτερύγιο, τότε θα του το έδεναν αμέσως με επίδεσμο, για να μην πεθάνει και το χάσουν οι καρχαρίες πρόωρα.
Για να μη μελαγχολούν τα ψαράκια, θα γινόντουσαν κάθε τόσο μεγάλα υποθαλάσσια πάρτυ· γιατί τα εύθυμα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Φυσικά θα υπήρχαν και σχολεία στα μεγάλα κουτιά. Σ' αυτά τα σχολεία τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να μπαίνουν στο στόμα των καρχαριών. Θα μάθαιναν - για παράδειγμα - γεωγραφία, ώστε να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που κάθονται κάπου και χουζουρεύουν. Το κυριότερο βέβαια θα ήταν η ηθική αγωγή των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι η μεγαλύτερη και ωραιότερη πράξη είναι όταν ένα ψαράκι θυσιάζεται πρόθυμα, και ότι πρέπει όλα τους να πιστεύουν στους καρχαρίες, όταν οι τελευταίοι λένε ότι θα φροντίσουν για ένα όμορφο μέλλον. Τα ψαράκια θα διδάσκονταν πως το μέλλον αυτό θα εξασφαλιζόταν μόνον αν μάθαιναν να υπακούουν. Τα ψαράκια έπρεπε να φυλάγονται από κάθε χυδαία, υλιστική, εγωιστική και μαρξιστική τάση, και να το αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες αν κάποιο από αυτά πρόδινε τέτοιες τάσεις.
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κατακτήσουν ξένα κουτιά και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους διεξάγουν τα δικά τους ψαράκια. Θα μάθαιναν στα ψαράκια πως ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει κολοσσιαία διαφορά. Θα διακήρυσσαν πως τα ψαράκια ως γνωστόν είναι μουγκά, αλλά σωπαίνουν σ' ολότελα διαφορετικές γλώσσες και γι' αυτό είναι αδύνατο να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο κάμποσα άλλα ψαράκια, εχθρικά ψαράκια, από εκείνα που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θα του καρφίτσωναν ένα παράσημο από φύκια και θα του απένειμαν τον τίτλο του ήρωα.
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, εννοείται πως θα καλλιεργούσαν και την τέχνη. Θα υπήρχαν όμορφοι πίνακες, που θα παρίσταναν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα, όπου μπορεί να κάνει κανείς εξαίσιους περιπάτους. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πώς τα ηρωικά ψαράκια καταπλέουν γεμάτα ενθουσιασμό στα στόματα των καρχαριών, και η μουσική θα ήταν τόσο θεσπέσια που κάτω από τους ήχους της τα ψαράκια, σαγηνεμένα και παραδομένα στις πιο ευχάριστες σκέψεις, θ' ακολουθούσαν την ορχήστρα και θα έμπαιναν στο στόμα των καρχαριών.
Θα υπήρχε και θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε πως μόνο μέσα στην κοιλιά των καρχαριών τα ψαράκια αρχίζουν να ζουν πραγματικά.
Α ναι, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν να είναι όλα ίσα μεταξύ τους, όπως τώρα. Σε μερικά απ' αυτά οι καρχαρίες θα απονέμανε αξιώματα και θα τα έβαζαν πάνω από τα άλλα. Μάλιστα, τα κάπως μεγαλύτερα ψαράκια θα είχαν το δικαίωμα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό θα ήταν λίαν ευχάριστον για τους καρχαρίες, γιατί έτσι θα έβρισκαν συχνότερα μεγάλους μεζέδες. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν πόστα, θα φρόντιζαν να επικρατεί τάξη ανάμεσα στα ψαράκια, θα γινόντουσαν δάσκαλοι, αξιωματικοί, πολιτικοί μηχανικοί για να χτίζουν τα κουτιά κ.λ.π.
Με δυο λόγια, μόνον αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα υπήρχε κουλτούρα στη θάλασσα".

Μπέρτολτ Μπρεχτ
Ιστορίες του ημερολογίου
μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ
εκδ. Υάκινθος

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Είναι για μας ο θάνατος... - Juan Ramon Jimenez

Είναι για μας ο θάνατος πανάρχαιη μάνα,
η πρώτη μάνα μας, που μέσ' από τις άλλες
μας αγαπά, στους αιώνες των αιώνων,
και δε μας λησμονεί ποτέ, ποτέ.
μάνα που, αθάνατη, προβαίνει θησαυρίζοντας
-για τον καθένα από μας μονάχα-
της κάθε πεθαμένης μάνας την καρδιά.
που είναι τόσο περσότερο κοντά μας
όσο περσότερες μανάδες μας πεθαίνουν.
που κάθε μάνα είναι γι' αυτόν ένα σεντούκι
γεμάτο αγάπη για σπατάλεμα
-για τον καθέναν από μας μονάχα-.
μάνα που μας προσμένει στο τέρμα του δρόμου
με τα χέρια ανοιχτά σ' ένα απέραντο αγκάλιασμα
που, γρήγορο, θα κλείσει, και σκληρό, μια μέρα,
τριγύρω από τους ώμους μας, για πάντα.

ΠΕΤΡΟΣ Α. ΔΗΜΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ – ΡΟΜΠΕΡΤ ΓΚΡΕΪΒΣ


Ο ΠΕΛΑΣΓΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Εν αρχή η ευρυνόμη, η Θεά των Πάντων, αναδύθηκςε γυμνή από το Χάος, αλλά δεν βρήκε τίποτε στέρεο για να ακουμπήσει τα πόδια της, και έτσι διαχώρισε τη θάλασσα από τον ουρανό χορεύοντας μόνη πάνω στα κύματα. Η Ευρυνόμη χόρεψε κατά τα νότια, και ο αέρας που αναδεύτηκε πίσω της, φάνταξε κάτι καινούριο και ξεχωριστό, κάτι για να αρχίσει έργο δημιουργίας. Η Ευρυνόμη στράφηκε κι άδραξε αυτόν το βόρειο άνεμο, τον έτριψε μέσα στα χέρια της, και ιδού! Ο μέγας όφις Οφίων. Η Ευρυνόμη χόρεψε για να ζεσταθεί, έξαλλα, όλο και πιο έξαλλα, ώσπου ο Οφίων κυριεύτηκε από λαγνεία, κουλουριάστηκε γύρω στα θεϊκά εκείνα μέλη, και ορέχτηκε να σμίξει μαζί της. Τώρα, ο Βόρειος Ανεμος, ο Βορέας, γονειμοποιεί. Γι' αυτό οι φοράδες στρέφουν τα καπούλια τους προς τον άνεμο και γεννούν πουλάρια χωρίς τη βοήθεια του επιβήτορα. Παρόμοια λοιπόν η Ευρυνόμη έπιασε παιδί.
β. Κατόπιν, η Ευρυνόμη έλαβε μορφή περιστέρας, πλανήθηκε πάνω στα κύματα, και όταν πέρασε ο καιρός που έπρεπε, γέννησε το Αβγό του Σύμπαντος. Με την προσταγή της, ο Οφίων κουλουριάστηκε επτά φορές γύρω στο αβγό, ώσπου το αβγό άνοιξε και χωρίστηκε στα δύο. Από μέσα του κύλησαν όλα όσα υπάρχουν, τα παιδιά της Ευρυνόμης: ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες, τα αστέρια, η γη με τα βουνά και τους ποταμούς της, με τα δέντρα, τα βότανά της και τα ζωντανά πλάσματα.
γ. Η Ευρυνόμη και ο Οφίων έστησαν το σπιτικό τους στο όρος Όλυμπο, όπου ο Οφίων εξόργισε την Ευρυνόμη υποστηρίζοντας ότι αυτός ήταν ο δημιουργός του Σύμπαντος. Ευθύς εκείνη τον χτύπησε στο κεφάλι με τη φτέρνα της, με κλοτσιές του πεταξε τα δόντια, και τον εξόρισε στις σκοτεινές σπηλιές κάτω από τη γη.
δ. Κατόπιν, η θεά δημιούργησε τις επτά πλανητικές δυνάμεις, ορίζοντας μια Τιτανίδα και έναν Τιτάνα για καθεμιά. Τη Θεία και τον Υπερίωνα για τον Ηλιο, τη Φοίβη και τον Ατλαντα για τη Σελήνη, τη Διώνη και τον Κρίο για τον πλανήτη Αρη, τη Μήτι και τον Κοίο για τον πλανήτη Ερμή, τη Θέμιδα και τον Ευρυμέδοντα για τον πλανήτη Δία, την Τηθύ και τον Ωκεανό για την Αφροδίτη, τη Ρέα και τον Κονο για τον πλανήτη Κρόνο. Αλλά ο πρώτος άνθρωπος ήταν ο Πελασγός, προπάτορας των Πελασγών, που ξεπήδησε από το έδαφος της Αρκαδίας και τον ακολούθησαν μερικοί άλλοι που Πελασγός τους έμαθε να φτιάχνουν καλύβες, να τρώνε βελανίδια και να ράβουν χιτώνες από χοιρόδερμα σαν κι αυτούς που φορεί ακόμη η φτωχολογιά στην Εύβοια και στη Φωκίδα.

ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΡΦΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Μερικοί λένε ότι όλοι οι θεοί και όλα τα ζωντανά πλάσματα προήλθαν από το ρέυμα του Ωκεανού που περιζώνει τον κόσμο, και ότι η Τηθύς ήταν η μητέρα όλων των παιδιών του.
β. Αλλά οι ορφικοί λένε ότι ο Ανεμος ξελόγιασε τη μαυροφτέρουγη Νϋχτα, τη θεά που ακόμη και ο Ζευς τη σεβόταν, και αυτή γέννησε ένα ασημένιο αβγοό στους κόλπους του Σκότους. Και ότι από αυτό το αβγό βγήκε ο Ερως, που μερικοί τον αποκαλούν Φάνη, και έβαλε σε κίνηση το Σύμπαν. Ο Ερως είχε διπλό φύλο, χρυσά φτερά και τέσσερα κεφάλια, και έτσι άλλοτε μούγκριζε σαν ταύρος ή λιοντάρι, κι άλλοτε σφύριζε σαν φίδι ή βέλαζε σαν κριάρι. Η Νύχτα, που τον ονόμασε Ηρικεπαίο και Πρωτογενή Φαέθωντα, ζούσε μαζί του σε ένα σπήλαιο προβάλλοντας η ίδια σαν τριάδα: Νύχτα, Τάξη και Δικαιοσύνη. Μπροστά σ' αυτό το σπήλαιο καθόταν η αναπόδραστη μητέρα Ρέα κρούοντας χάλκινο τύμπανο και αναγκάζοντας έτσι τον άνθρωπο να δώσει προσοχή στους χρησμούς της θεάς. Ο Φάνης δημιούργησε γη, ουρανό, ήλιο και σελήνη, αλλά το σύμπαν το κυβερνούσε η τριπλή θεά, ώσπου το σκήπτρο της πέρασε στον Ουρανό.

Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Στην αρχή όλων των πραγμάτων η Μητέρα Γη αναδύθηκε μέσα από το Χάος και γέννησε το γιό της τον Ουρανό ενώ κοιμόταν.
Ατενίζοντάς της με αγάπη πάνω από τα βουνά ο Ουρανός έριξε γόνιμη βροχή στις μυστικές σχισμές της, ακι η Γη γέννησε χοραρι, λουλούδια και δέντρα, με τα ζώα και τα πουλιά που ταίριαζαν στο καθένα. Αυτή η ίδια βροχή έκανε τους ποταμούς να κυλήσουν και γέμισε τις γούβες με νερό, και έτσι δημιουργήθηκαν οι λίμνες και οι θάλασσες.
β. Τα πρώτα παιδιά της γης, που είχαν ημιανθρώπινη μορφή, ήταν οι εκατογχειρς γίγαντες, ο Βριάρεως, ο Γύγης και ο Κόττος. Υστερα παρουσιάστηκαν οι τρεις άγριοι, μονόφθαλμοι Κύκλωπες, οικοδόμοι γιγάντιαίων τειχών και αρχισιδηρουργοί, πρώτα στη Θράκη, αργότερα στην Κρήτη και στη Λυκία, τους γιούς των οποίων συνάντησε ο Οδυσσεύς στη Σικελία. Τα ονόματά τους ήταν Βρόντης, Στερόπης και Αργης, και τα πνεύματά τους κατοικούσαν στα σπήλαια του ηφαιστείου της Αίτνας αφότου ο Απόλλων τους σκότωσε εκδικούμενος το θάνατο του Ασκληπιού.
γ. Οι Λύβιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι ο Γαράμας γεννήθηκε πριν από τους Εκατόγχειρες και ότι, όταν αναδύθηκε από την πεδιάδα, πρόσφερε στη Μητέρα Γη θυσία από φαγώσιμα βελανίδια.

ΔΥΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Μερικοί λένε ότι το σκότος ήταν πρώτο και ότι από το Σκότος βγήκε το Χάος. Από την ένωση Σκότους και Χάους βγήκαν η Νύχτα, η Ημέρα, το Ερεβος και ο Αιθήρ.
Από την ένωση Νύχτας και Ερέβους βγήκαν το Πεπρωμένο, το Γήρας, ο Θάνατος, η Εγκράτεια, ο Υπνος, τα Ονειρα, η Διχόνοια, η Δυστυχία, ο Ψόγος, η Νέμεση, η Χαρά, η Φιλότητα, ο Οίκτος, οι Τρεις Μοίρες και οι τρεις Εσπερίδες.
Από την ένωση Αιθέρα και Ημέρας βγήκαν η Μητέρα Γη, ο Ουρανός και η Θάλασσα.
Από την ένωση Αιθέρα και Μητέρας Γης βγήκαν ο Τρόμος, η Απάτη, ο Θυμός, η ερις, το Ψεύδος, ο Ορκος, η Εκδίκηση, το Θράσος, η Φιλονεικία, η Συμφωνία, η Λήθη, ο Φόβος, η Αλαζονεία, η Μάχη. Επίσης ο Ωκεανός, η Μήτις και οι άλλοι Τιτάνες, ο Τάρταρος και οι Τρεις Ερινύες ή Κήρες.
Από την ένωση Γης και Ταρτάρου βγήκαν οι Γίγαντες.
β. Από την ένωση της Θάλασσας και των Ποταμών της βγήκαν οι Νηρηίδες. Αλλά θνητοί άνθρωποι δεν υπήρχαν ακόμη, ώσπου, με τη συναίνεση της θεάς Αθηνάς, ο Προμηθεύς, γιός του Ιαπετού, τους έπλασε καθ' ομοίωση των θεών. Ο Προμηθεύς χρησιμοποίησε πηλό και νερό από τον Πανοπέα της Φωκίδας, και η Αθηνά φύσηξε ζωή μέσα τους.
γ. Αλλοι λένε ότι ο Θεός των Πάντων – όποιος και αν ήταν αυτός, γιατί μερικοί τον ονομάζουν Φύση – παρουσιάστηκε ξαφνικά μέσα στο Χάος και διαχώρισε τη γη από τον ουρανό, το νερό από τη γη, και τον επάνω αέρα από τον κάτω. Αφού ξεμπέρδεψε τα στοιχεία, τα έβαλε στην πρέπουσα τάξη, όπως βρίσκονται σήμερα. Χώρισε τη γη σε ζώνες, μερικές πολύ θερμές, μερικές πολύ ψυχρές, άλλες εύκρατες. Την έπλασε σε πεδιαες και βουνά. Και την έντυσε με χορτάρι και δέντρα. Από πάνω της έβαλε το περιστρεφόμενο στερέωμα, διαστίζοντάς το με άστρα, και όρισε σταθμούς στους τέσσερις ανέμους. Γέμισε επίσης τα νερά με ψάρια, τη γη με ζώα, και τον ουρανό με τον ήλιο, τη σελήνη και τους πέντε πλανήτες. Τέλος, έφτιαξε τον άνθρωπο – που, μόνος από όλα τα ζώα, υψώνει το πρόσωπό τους προς τον ουρανό και παρατηρεί τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα – εκτός κι αν είναι αλήθεια ότι το σώμα του ανθρώπου το έφτιαξε από νερό και πηλό ο Προμηθεύς, ο γιός του Ιαπετού, και ότι την ψυχή του ανθρώπου του την προμήθευσαν ορισμένα περιπλανώμενα θεϊκά στοιχεία που είχαν επιζήσει από την Πρώτη Δημιουργία.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΓΚΡΕΪΒΣ
ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ
ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΖΕΝΑΚΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ