.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΡΙΔΟΣ – SEBASTIANO CARACCIOLO


Ενα από τα αρχαία μυστήρια, που επί χιλιάδες χρόνια εορταζόταν στην Αίγυπτο και λίγο πολύ παντού στην περιοχή της Μεσογείου, είναι το μυστήριο της Ισιδος και του Οσίριδος.
Τα μυστήρια συνίσταντο ουσιαστικά στη δραματουργική ιερή αναπαράσταση που εόρταζαν κατά τακτές περιόδους, με βάση ένα αστρονομικό ημερολόγιο, στους περιβόλους των ναών, όπου και επαναλάμβαναν το δράμα της μετασοιχειώσεως ενός ανθρώπου σε Θεό, μέσω του μυστικιστικού θανάτου.
Η πιο σημαντική πηγή αυτού του μύθου, απαρτίζεται από κείμενα χαραγμένα στις πυραμίδες, που αναγονται στην πέμπτη και έκτη δυναστεία.
Εκεί ο Όσιρις αναπαρίσταται ως ένας Φαραώ των αρχαϊκών χρόνων, πρωτογενής υιός του Γκεμπ, θεού της Γης, και της Νουτ, θεάς του Ουρανού, που καθίσταται κυρίαρχος βασιλέας ολόκληρου του κόσμου, γιατί, σε αντιδιαστολή με άλους βασιλείς προήλθε από θεία μήτρα.
Τα κατήγορήματά του είναι φωτεινά, ηλιακά και ακτινοβόλα, υποδηλώνοντας την σταθερότητα, την κεντρικότητα, το ακλόνητο, την δύναμη και την λάμψη. Έφερε τον πολιτισμό, δίδαξε τις τέχνες και τα επαγγέλματα, έδωσε δε στους ανθρώπους οδηγίες επί της μουσικής, της αρχιτεκτονικής, της γεωργίας.
Μαζί με την Ίσιδα, της οποίας είναι αδελφός και σύζυγος, έδωσε στους ανθρώπους το σιτάρι.
Ενώ βασίλευε σε μια ευτυχισμένη Αίγυπτο, ο αδελφός του Σεθ, σκλάβος του φθόνου, της αλαζονείας, της πλεονεξίας, υποστηριζόμενος από μια σπείρα συνωμοτών, τον συνέλαβε, τον φόνευσε και τον πέταξε στο Νείλο.
Με την πάροδο του χρόνου, ο μύθος εμπλουτίσθηκε με διάφορες εκδοχές που προέρχονταν προφανώς από την προφορική παράδοση, η οποία αναφέρεται κυρίως από τον Πλούταρχο, ο οποίος την αναζήτησε στους διαφόρους ναούς της Αιγύπτου. Σύμφωνα με μια τέτοια πηγή, ο Σεθ, υποστηριζόμενος από τους ακολούθους του, προσκάλεσε τον Όσιρι σε μια λαμπρή γιορτή όπου ο Όσιρις πήγε μόνος, δίχως να αναμένει πως θα προδοθεί από τον αδελφό του. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, μετά από διάφορες σπονδές, ο Σεθ διέταξε να τοποθετηθεί μπροστά από τους συνδαιτημόνες μια σαρκοφάγος από ξύλο κέδρου, αναγγέλοντας ότι θα την προσέφερε σ' αυτόν από τους παρόντες ο οποίος, πλαγιάζοντας μέσα της, θα την γέμιζε πλήρως με το σώμα του.
Όλοι δοκίμαζαν, αλλά αποτύγχαναν, παρότρυναν δε τον Όσιρι να δικιμάσει κι αυτός. Η σαρκοφάγος είχε φτιαχτεί στα ακριβή μέτρα του Οσίριδος, κατά τρόπο ώστε, ευθύς μόλις μπήκε μέσα της, ο Σεθ κάρφωσε επάνω της το κάλυμμα και αμέσως μετά διέταξε να ριφθεί η σαρκοφάγος που περιείχε τον Όσιρι, μέσα στα νερά του Νείλου, που την μετέφεραν ως την θάλασσα.
Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, η σαρκοφάγος προσάραξε στη Φοινίκη, στη γη που ονομαζόταν Βύβλος, και μπλέχτηκε σ' ένα θάμνο που, κατόπιν, την ενσωμάτωσε στον κορμό του.
Ο βασιλέας Μαλκάντρο, περνώντας από την Βύβλο, φρόντισε να κοπεί ο κορμός και έφτιαξε μ' αυτόν μια στήλη που την έθεσε ως σημείο ενάρξεως του εδάφους του βασιλείου του.
Η Ισιδα έκλεψε την στήλη και έβγαλε από μέσα της το σώμα του Οσίριδος, το οποίο μετέφερε στην Αίγυπτο.
Μια άλλη εκδοχή του μύθου, οφειλόμενη κι αυτή στην προφορική παράδοση, μας λέει ότι ο Σεθ, αφού φόνευσε τον Όσιριμ κομμάτιασε το σώμα του σε 14 κομμάτια που τα διέσπειρε σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Η Ισιδα, η χήρα, διάνυσε την Χώρια κατά μήκος και κατά πλάτος, και κατόρθωσε να ξαναβρεί 13 από τα 14 τεμάχια του συζύγου της. Το 14ο κομμάτι, ο φαλλός, δεν ξαναβρέθηκε, γιατί, όταν έπεσε στον Νείλο, τον έφαγε ένα ψάρι.
Η Ίσιδα ανασυνέθεσε τέλεια τα 13 τεμάχια του Οσίριδος και, αναλαμβάνοντας την μορφή ενός γύπα, στάθηκε από πάνω του και, με μαγικά έργα, κινώντας τα φτερά της, προσέλκυσε μέσα από το σώμα το σπέρμα με το οποίο έμεινε έγκυος φέροντας στον κόσμο τον Ωρο. Εν τω μεταξύ, ο Σεθ ολοκλήρωσε το ιερόσυλο έργο του, σφετεριζόμενος τον θρόνο της Αιγύπτου.
Για να γλυτώσει το νεογέννητο από την οργή του Σεθ, η Ισιδα κρύφτηκε στους βάλτους, όπου ανάθρεψε τον Ωρο, τον εκδικητή του πατέρα του.
Αργότερα, ο Ωρος προκάλεσε σε μονομαχία τον Σεθ και ξαναπήρε το βασίλειό του, αλλά το συμβούλιο των Θεών έθεσε τον Σεθ στο πλευρό του Ωρου ως αντιβασιλέα.
Οι παραδοσιακές και μυητικές αναφορές αυτού του μύθου είναι σαφείς.

Παραδοσιακές αναφορές:
1.Ο Όσιρις είναι Βασιλέας και Αρχιερέας.
Οντας πρωτογενής υιός του Θεού της Γης (του γκεμπ) και της Θεάς του Ουρανού (της Νουτ), είναι ένας αυθεντικός αρχιερέας, ένας ποντίφηκας, αυτός που ίσταται μεταξύ γης και ουρανού.
Ακόμα και η Ισιδα έχει την ίδια φύση μ' αυτόν, όντας σύζυγος και αδελφή του. Αυτή είναι ο θρόνος του Βασιλέα, είναι η ισχύς. Και οι δύο μαζί αποτελούν το ηλιακό ζεύγος που ανήκει στον θείο κόσμο και συμμετέχει στον κόσμο του γίγνεσθαι. Μαζί, αντιπροσωπεύουν τα αρχέτυπα του άνδρα και της γυναίκας.
2.Η προδοσία του Σεθ, αδελφού του Οσίριδος, χαρακτηρίζει μια έλλειψη του Οσίριδος, που αντιστοιχεί στην πτώση από το είναι στο γίγνεσθαι, σ' ένα πέρασμα από μια εποχή σε μια άλλη, προφανώς στο πέρασμα από την εποχή του Χρυσού στην εποχή του Αργύρου.
Το σώμα που κατακερματίσθηκε σε 14 κομμάτια, είναι μια σαφής κοσμική αναφορά. Πράγματι, για τους Αιγυπτίους, ο ζωδιακός απαρτιζόταν από 14 αστερισμούς όπου, μεταξύ των άλλων αστερισμών που είναι γνωστοί και σε μας, υπάρχουν ακόμα και ο Πολικός, ο ονομαζόμενος “Μηρός” και ο “Αλφα Ντρακόνις”, ο ονομαζόμενος “Φτερωτός Κροκόδειλος”.
Τα 14 κομμάτια, διάσπαρτα σ' ολόκληρη την αίγυπτο, επιβεβαιώνουν μια έλλειψη της Παραδόσεως δηλώνοντας ότι ο αρχαίος μύθος διαρέθηκε σε διάφορα κομμάτια.
3.Η Ισιδα που ξεκινά την αναζήτηση των διαφόρων τεμαχίων του Οσίριδος, αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα η οποία, έχοντας χάσει το δικό της σημείο αναφοράς, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να το ξαναβρεί θέτοντας από κοινού τα διάφορα κομμάτια της Παραδόσεως ως μίτο της Αριάδνης.
4.Το 14ο τεμάχιο, ο φαλλός, που δεν ξαναβρέθηκε γιατί το έφαγε ένα ψάρι, χαρακτηρίζει επί πλέον, την έλλειψη πνευματικής ρώμης και σημαίνει ότι μονάχα η γυναικεία πνευματικότητα εγείρεται ως σωτηρία και συντηρήτρια της εν δυνάμει πνευματικής ρώμης. Πράγματι, το ψάρι, ως πλάσμα του ύδατος, είναι γυναικείο σύμβολο.
5.Ανάλογη σημασία αναλαμβάνει η μεταμόρφωση της Ισιδας σε γύπα ο οποίος ίσταται επί του ανασυντεθειμένου Οσίριδος έλκοντας το σπέρμα μέσα απ' αυτόν και, κατόπιν, προκαλεί την γέννηση του Ωρου, θεού υιού της χήρας και όχι του θεού πατρός.

Μυητικές αναφορές:
1.Η έλλειψη πνευματικής ρώμης, χαρακτηρίζει στον Όσιρι μια κάθοδο επιπέδου, μια συσκότιση της ηλιακής ιδιότητάς του, μια μείωση των θείων ιδιοτήτων. Για να μπορέσει να επιστρέψει στις ρίζες του, πρέπει να πεθάνει για να ξαναγεννηθεί.
2.Ο μύθος της Ισιδας και του Οσίριδος διηγείται την μυητική πορεία που θα πρέπει να διασχίσει ο “πεπτωκώς” άνθρωπος για να μπορέσει να επανενσωματωθεί. Ο Όσιρις αντιπροσωπεύει τον πεπτωκότα και κατακερματισμένο άνδρα. Το δράμα του είναι το δράμα του άνδρα που, έχοντας καταστεί σκλάβος του γίγνεσθαι, προδίδει τον εαυτό του.
Στο δράμα θα πρέπει να θεωρήσουμε τα διάφορα πρόσωπα ως ένα μόνον, ως τον Όσιρι, σε διάφορες όψεις του. Κατά την αναπαράσταση, οι δίαφορες όψεις καθίστανται απαραιτήτως πρόσωπα.
Ο Σεθ, δευτερογενής αδελφός του Οσίριδος, υιός της ίδιας μητέρας και του ίδιου πατέρα, έχει ανθρώπινη και θεία φύση όπως ο Όσιρις. Αυτός είναι μια όψη της “πτώσεως” του Οσίριδος, της ελλέιψεως της πνευματικής ρώμης, είναι η σκιά του Οσίριδος, το αρνητικό και τελλουρικό τμήμα του. Κανείς δεν μπορεί να προδώσει τον άνδρα, ει μόνον ο ίδιος του ο εαυτός.
Ο Όσιρις άκουσε το αρνητικό τμήμα του εαυτού του, τον Σεθ, διατάζοντας τον δικό του θάνατο, γιατί μόνο μέσω του δικού του θανάτου και του περάσματος μέσα από τα ύδατα μπορούσε να ξαναγεννηθεί και, αφου θα γνώριζε το βασίλειο του υπερπέραν, να γίνει Θεός της “άλλης γης”.
Στο δράμα η Ισις αντιπροσωπεύει την συμπαντική δύναμη, το θηλυκό που συνδέεται με τον σύζυγό της. Η δράση της μέσω της οποίας θα ξαναδωθεί αιώνια ζωή στον Όσιρι, μας δηλώνει ότι δεν είναι δυνατόν να ξαναγεννηθεί ο άνδρας αν δεν ξαναγεννηθεί και η γυναίκα. Και εδώ σκιαγραφείται μια μορφή δυτικού ταντρισμού που εφαρμοζόταν στην Αίγυπτο.
3.Το δράμα του Οσίριδος συνδέεται στενά με την Αλχημική λειτουργία που, κατά την διεξαγωγή και την ολοκλήρωσή της, δεν μπορεί να παραβλέψει την εξυψωτική δράση της γυναίκας, του φιλοσοφικού υδραργύρου, ούτε και της ερμηνευτικής μεθόδου.
Ο δια του κατακερματισμού θάνατος είναι το Solve, η ανασύνθεση, με τα έργα της Ισιδας, είναι το Coagula.
Βρισκόμαστε στην αποκορύφωση της Μυητικής Παραδόσως που, από τους αρχαϊκούς χρόνους μέχρι σήμερα, συνεχίζει να βασανίζει τον άνθρωπο κατά την αναζήτηση του εαυτού του και κατά την άσβεστη ανάγκη του για υπέρβαση.
4.Η περισυλλογή των τεμαχίων του Οσίριδος, η γέννηση του Ωρου και η νίκη επί του Σεθ είναι όψεις που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση του Οσίριδος, στην αναγέννησή του που ήταν συνέπεια της νίκης επί των δικών του ελαττωμάτων και επί των δικών του παθών.
Τέλος η απαγόρευση καταστροφής του Σεθ, ο οποίος τοποθετήθηκε δίπλα στον νικητή στην εναλλακτική θέση του αντιβασιλέα, σημαίνει ότι καμμία δύναμη δεν πρέπει να καταστραφεί, αλλά μάλλον να μεταστοιχειωθεί και να εξουσιασθεί.


SEBASTIANO CARACCIOLO
Η ΕΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟΝ 
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ALDEBARAN
ΔΙΑΘΕΣΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

ΤΟ "ΠΝΕΥΜΑ" ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ – ΖΙΑΝΓΚ ΡΟΝΓΚ


Βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τους διώκτες τους, οι λύκοι θα χώριζαν. Ετσι, ένας τουλάχιστον θα γλίτωνε. Οταν η απόσταση μειώθηκε περίπου στα τριακόσια μέτρα, οι δύο λύκοι που έτρεχαν πλάι στον αρχηγό απομακρύνθηκαν και έτρεξαν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Ο Μπάτου πυροβόλησε εκείνον στα δεξιά, μα αστόχησε. Ο Ζανγκ Τζι-γιουάν σκόπευσε κα πυροβόλησε δύο φορές σ' ένα σημείο μπροστά στο λύκο. Η μια βολή χτύπησε το έδαφος και η άλλη ένα βράχο. Πετάχτηκαν σπίθες και θραύσματα πέτρας. Ο λύκος τρόμαξε και σκόνταψε, μα μόλις ξανασηκώθηκε και βάλθηκε να τρέχει, η καραμπίνα του Μπάτου εκπυρσοκρότησε. Το ζώο έπεσε στο έδαφος, χτυπημένο στο δεξί πλευρό. Ο Ζανγκ ξεφώνισε γεμάτος χαρά, μα ο Μπάτου δεν τον συμμερίστηκε. “Δεν έκανα τίποτα”, είπε. “Χάλασα το δέρμα”.
Οι δύο καβαλλάρηδες ακολούθησαν τον αρχηγό. “Ασε την καραμπίνα”, συνέχισε ο Μπάτου στον Ζάνγκ. “Αυτόν θα τον πιάσουμε αλλιώς”. Βλέποντας ότι οι αναβάτες τους είχαν σκοτώσει ένα λύκο, τα άλογα ανέκτησαν δυνάμεις. Ανέβαιναν τον λόφο με εκπληκτική ταχύτητα, εξαντλώντας την αντοχή τους. Επειτα από πενήντα μέτρα άρχισαν να κοντανασαίνουν και να ρουθουνίζουν, ενώ η ταχύτητά τους έπεφτε. Ο λύκος όμως έδειχνε μεγαλύτερη ικανότητα στην ανάβαση: άνοιγε το διασκελισμό και αύξανε την ταχύτητα, έτσι ώστε όχι μόνο μεγάλωνε την απόσταση που τον χώριζε από τους δύο καβαλάρηδες, αλλά πίστευε και ότι μπορούσε να ξεφύγει. Ο Μπάτου και ο Ζανγκ μαστίγωναν τα άλογά τους και τα χτυπούσαν με τα γόνατά τους. Τα άλογα δεν ήταν συνηθισμένα στο καμουτσί και κάλπασαν σαν τον άνεμο, ενώ από το στόμα τους έτρεχαν σάλια. Ο λύκος έτρεχε με μεγαλύτερη άνεση, δίχως να κόβει ταχύτητα. Ο Ζανγκ κοίταξε τα χνάρια του και πρόσεξε ότι ο διασκελισμός του ήταν μεγαλύτερος από των αλόγων. Όταν σήκωσε το κεφάλι, είδε ότι το ζώο κόντευε να φτάσει στην κορυφή του λόφου. Αν την περνούσε, οι δύο κυνηγοί δεν θα τον ξανάβλεπαν.
Ξαφνικά ο Ζανγκ άκουσε τον Μπάτου να φωνάζει: “Κατέβα από το άλογό σου!” Τον είδε να τραβά τα χαλινάρια του δικού του, μια μανούβρα που τα εξημερωμένα άλογα καταφέρνουν καλύτερα από κάθε άλλο ζώο. Τα εκπαιδεύουν έτσι για να μπορούν να πιάνουν άγρια άλογα και αυτή η ικανότητά εξυπηρετούσε ιδιαίτερα τους καβαλάρηδες τέτοιες στιγμές. Και τα δύο άλογα σταμάτησαν τόσο απότομα, ώστε οι καβαλάρηδες έφυγαν από τη σέλα και πέταξαν πάνω από τα κεφάλια των ζώων. Ο Μπάτου έκανε μια τέλεια τούμπα και προσγειώθηκε στο έδαφος. Κράτησε την ανάσα του και σημάδεψε με προσοχή ένα σημείο στην κορυφή του λόφου. Ο Ζανγκ έπεσε πλάι του με την καραμπίνα έτοιμη.
Άξαφνα, ο λύκος έπαψε ν' ακούει το ποδοβολητό των αλόγων και κοντοστάθηκε αλαφιασμένος. Οι γκρίζοι λύκοι έχουν τόσο κοντό λαιμό, ώστε για να κοιτάξουν πίσω, πρέπει να γυρίσουν ολάκεροι και να δουν που ακριβώς βρίσκονται οι διώκτες τους και προς τα που κατευθύνονται. Όταν ο λύκος στράφηκε, η σιλουέτα του διαγράφηκε στον ορίζοντα στην κορυφή του λόφου. Το ζώο έμοιαζε με στόχο σκοποβολής, τρεις φορές μεγαλύτερος απ' ό,τι όταν έτρεχε. Μολονότι έτσι ο σκοπευτής έχει καθαρό πεδίο για να πυροβολήσει, συνήθως ο λύκος καταφέρνει να ξεφύγει. Μα σταματώντας το άλογό του τόσο ξαφνικά, ο Μπάτου έκανε το λύκο να υποπτευθεί κάτι και τον ανάγκασε να γυρίσει και να κοιτάξει τι σκάρωνε ο κυνηγός.
Ο λύκος είχε εξαπατηθεί και ο Μπάτου τον πυροβόλησε. Το ζώο έπεσε εμπρός και εξαφανίστηκε από την κορυφή του λόφου. “Ηταν πολύ μακριά”, εξήγησε ο Μπάτου. “Δεν τον χτύπησα σε ζωτικό σημείο. Αλλά τώρα δεν μας ξεφεύγει. Πάμε!” Σπιρούνισαν τα άλογά τους για να ανεβούν ως την κορυφή του λόφου, όπου είδαν μια λιμνούλα αίματος στο χορτάρι και στα βράχια. Μα ο λύκος ήταν άφαντος. Δεν τον εντόπισαν ούτε χτενίζοντας την περιοχή με το καννοκιάλι. Άρα, έπρεπε να ακολουθήσουν τα ματωμένα χνάρια.
“Κρίμα που δε φέραμε σκυλιά μαζί μας”, παρατήρησε αναστενάζοντας ο Ζανγκ.
Προχώρησαν λίγο ακόμα σιωπηλοί, ώσπου ο Μπάτου είπε: “Η σφαίρα πρέπει να τον χτύπησε στο πόδι. Βλέπεις; Οι πατημασιές είναι μόνο τρεις”.
“Θαρρώ πως δεν θα μας ξεφύγει”, απάντησε ο Ζανγκ. “Ενας λύκος με τρία πόδια δεν μπορεί να τρέξει γρηγορότερα από το άλογο”.
Ο Μπάτου κοίταξε το ρολόι του. “Μην είσαι τόσο σίγουρος”, αντιγύρισε. “Αυτός είναι αρχηγός αγέλης, μπορεί να βρήκε κάποια βαθιά φωλιά. Αν έχω δίκιο, δε θα τον βρούμε ποτέ. Πάμε”.
Ακολούθησαν τα ματωμένα ίχνη, ώσπου έφτασαν σ' έναν καταπράσινο λοφίσκο. Έμειναν έκπληκτοι απ' ό,τι αντίκρυσαν: στο έδαφος υπήρχε το πόδι του λύκου, με σημάδια από δόντια στο τρίχωμα, στους τένοντες και στο κόκαλο. “Βλέπεις, ο λύκος κατάλαβε ότι το τραυματισμένο του πόδι τον καθυστερούσε και αποφάσισε να το κόψει”.
Το στομάχι του Ζανγκ ανακατώθηκε. “Εχω ακούσει ιστορίες για πολεμιστές που κόβουν το χέρι τους αν χτυπηθούν από δηλητηριασμένο βέλος, μα δε θα το πιστέψω αν δεν το δω. Ετούτη είναι η τρίτη φορά που βλέπω λύκο να κόβει το πόδι του μόνος του”.
“Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί”, αποκρίθηκε ο Μπάτου. “Μα οι λύκοι είναι όλοι ίδιοι”.
Συνέχισαν τον δρόμο τους παρατηρώντας ότι το αίμα στα χνάρια λιγόστευε, ενώ ο διασκελισμός γινόταν μεγαλύτερος. Εκείνο που τους ανησυχούσε περισσότερο ήταν ότι ο λύκος έδειχνε να ψάχνει τρόπο να κόψει δρόμο και να φτάσει στα σύνορα, στα βόρεια μιας στρατιωτικής περιοχής εκτός ορίων. “Αυτός ο αρχηγός είναι εξαιρετικός”, σχολίασε ο Μπάτου. “Μα δεν θα τον αφήσουμε να μας οδηγήσει όπου θέλει”. Επιτάχυναν κι έκοψαν δρόμο για να φτάσουν στα σύνορα.
Όσο πιο βόρεια ταξίδευαν τόσο περισσότερο ψήλωνε το χορτάρι. Έμοιαζε με γκρίζα απεραντοσύνη, με τη γούνα ενός πελώριου λύκου. Πιο εύκολα θα ξετρύπωναν κάποιο αρνί από ένα σωρό φρεσκοκουρεμένου μαλλιού παρά τον λύκο σ' αυτή την περιοχή. Ο ουρανός και ο άνθρωπος δε σμίγουν εύκολα, μα ο βοσκότοπος και ο λύκος ανακατεύονται σαν το γάλα με το νερό. Το σακατεμένο ζώο μπορεί να βρισκόταν ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Για άλλη μια φορά, ο Ζανγκ συνειδητοποίησε πόσο στενός ήταν ο δεσμός ανάμεσα στο λύκο και στο βοσκότοπο, αλλά και ανάμεσα στο λύκο και στον (θεό) Τένγκερ. Όταν πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου, το λιβάδι γίνεται οδός διαφυγής. Όταν ο λύκος κινδυνεύει, ο βοσκότοπος του δίνει φτερά για να πετάξει σαν πουλί, τον αγκαλιάζει και τον σώζει. Οι απέραντες εκτάσεις της Μογγολίας ευνοούν και προστάτεύουν τους λύκους. Μοιάζουν με γέρικο ζευγάρι: ο ένας είναι αφιερωμένος στον άλλο εφ' όρου ζωής. Ακόμα και οι Μογγόλοι, που είναι ιδιαίτερα πιστοί και αφοσιωμένοι στο βοσκότοπο, ποτέ δε θα φτάσουν στην ανώτερη θέση που κατέχουν οι λύκοι.
Σταματώντας κάπου κάπου, τα άλογα ανέκτησαν τις δυνάμεις τους και αύξησαν ταχύτητα. Πλησίαζαν στην οροσειρά στο βορρά, εκεί όπου τέλειωνε ο βοσκότοπος. Σύμφωνα με τους βοσκούς, τα βουνά με τις βαθιές κοιλάδες, άγονα και παγωμένα, είναι το τελευταίο καταφύγιο των λύκων στο Ολόν Μπουλάνγκ, ένας τόπος όπου δεν έχουν εχθρούς. Μα ακόμα κι αν ο σακάτης λύκος έβρισκε τρόπο να φτάσει ως εκεί, πως θα ζούσε; Κάνοντας αυτή τη σκέψη, ο Ζανγκ συνειδητοποίησε αμέσως ότι μετρούσε το λύκο με τα δικά του δεδομένα. Κατέληξε ότι ο άνθρωπος μπορεί να σκοτώσει ένα λύκο, όχι όμως και το πνεύμα του.
Τελικά, τα άλογα έφτασαν στη δημοσιά, που δεν ήταν παρά ένας χωματόδρομος ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένας χαλικόστρωτος δρόμος που χρησιμοποιούνταν για στρατιωτικές περιπολίες. Οι ρόδες από τα τζιπ και τα φορτηγά είχαν σκάψει ένα χαντάκι με βάθος σχεδόν ένα μέτρο, κι έτσι ο δρόμος από τη μια άκρη ως την άλλη έμοιαζε με αυλάκι που φιδογύριζε ανεβοκατεβαίνοντας, σαν δράκος από άμμο. Η εύθραυστη φύση του μογγολικού βοσκότοπου, η τρομακτική πραγματικότητα του εδάφους κάτω από την επιφάνεια του χορταριού ήταν ολοφάνερη εδώ. Το πάνω μέρος του χορταριού ήταν υγρό, μα ο αμμώδης δρόμος, κατάξερος από τους ανατολικούς ανέμους που φυσούσαν στην περιοχή, συστρεφόταν σαν δράκος για εκατοντάδες χιλιόμετρα. Οι οπλές των αλόγων σήκωναν ένα σύννεφο άμμου που χτυπούσε τους αναβάτες και τα άλογά τους στο πρόσωπο, τους έπνιγε κι έκανε τα μάτια τους να τσούζουν.
Οι δύο κυνηγοί κατευθύνθηκαν δυτικά. Δεν έβλεπαν άλλα ίχνη του λύκου. Μα σαν πέρασαν ένα ελαφρύ ύψωμα, ο λύκος εμφανίστηκε από το πουθενά γύρω στα είκοσι πέντε μέτρα μακριά. Πάσχιζε να βγεί από το χαντάκι στη μέση του δρόμου, κάτι που ένα υγιές ζώο θα κατάφερνε δίχως δυσκολία. Αυτό όμως ήταν το τελευταίο εμπόδιο για τον λύκο.
“Κατέβα”, είπε ο Μπάτου και ξεπέζεψε. Ο Ζανγκ υπάκουσε, παρακολουθώντας νευρικά τις κινήσεις του συντρόφου του, και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το μπαστούνι που κρεμόταν από τη σέλα του. Μα αντί να κάνει το ίδιο ή να πλησιάσει το λύκο, ο Μπάτου άφησε το άλογό του να βοσκήσει σ' ένα σημείο γεμάτο χορτάρι. Έπειτα κάθισε στην άκρη του δρόμου, έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα, άναψε ένα και το κάπνισε αμίλητος. Μέσα από την θολούρα του καπνού, ο Ζανγκ είδε τα ανάμεικτα συναισθήματά του. Άφησε το άλογό του να βοσκήσει, κάθισε δίπλα στον Μπάτου και του πήρε ένα τσιγάρο.
Ο λύκος κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και κάθισε, γέρνοντας από τη μια πλευρά. Κίτρινη άμμος είχε κολλήσει στο ματωμένο στέρνο του. Κοίταξε τους εχθρούς του κατάματα, προκλητικά, δίχως να ξεχνά ούτε στιγμή την περηφάνια του. Άρχισε να τινάζει την άμμο και το χορτάρι από το κορμί του, σαν να καθάριζε την πολεμική του στολή. Μα το τρέμουλο στο σακατεμένο του πόδι δεν έλεγε να σταματήσει. Στα μάτια του έλαμψε ένα βλέμμα άγριας δικαιοσύνης. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μάζεψε όση δύναμη είχε απομείνει στο κορμί του. Ο Ζανγκ δεν είχε το κουράγιο να κοιτάξει το λύκο στα μάτια. Στον πανάρχαιο εκείνο τόπο, ο λύκος απαιτούσε δικαιοσύνη και τιμιότητα από τους ανθρώπους.
Ο Μπατου κρατούσε το τσιγάρο και κοίταζε το λύκο που πάλευε. Το βλέμμα του έμοιαζε μ' εκείνο του μαθητή που μόλις έχει δείρει το δάσκαλό του, το έχει μετανιώσει και νιώθει αμηχανία. Βλέποντας ότι ο εχθρός δεν έκανε κάποια κίνηση, ο λύκος βάλθηκε να σκάβει το έδαφος με το μπροστινό του πόδι που του είχε απομείνει. Το μαύρο χώμα που ξεσκέπαζε στην άκρη του δρόμου δεν ξεπερνούσε τα πέντε εκατοστά. Από κάτω ήταν άμμος και μικροσκοπικά χαλίκια. Ο λύκος άνοιξε τελικά μια τρύπα και η άμμος που έπεσε επέτρεψε στο σακατεμένο ζώο να πηδήξει και να φτάσει στο χορτάρι. Έπειτα προχώρισε κουτσαίνοντας προς τη μακρινή ζώνη πυροπροστασίας και τα σύνορα.
Η ζώνη πυροπροστασίας ήταν μια φαρδιά γραμμή, ανοιγμένη με τρακτέρ, παράλληλη με τα σύνορα και με πλάτος γύρω στα εκατό μέτρα. Την όργωναν μια φορά το χρόνο και δεν υπήρχε ούτε ένα φυλλαράκι χορτάρι. Χρησίμευε ώστε να μην εξαπλώνονται στην άλλη πλευρά των συνόρων οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές, αλλά και οι μικρές φωτιές από το βοσκότοπο. Ηταν το μόνο κομμάτι γης το Ολόν Μπουλάνγκ που οι βοσκοί επέτρεπαν να οργωθεί. Οι παλιοί έλεγαν ότι απότελούσε το μόνο πλεονέκτημα που είχε φέρει στον τόπο η γεωργία.
Ο λύκος συνέχισε να τρέχει, ώσπου αναγκάστηκε να σταματήσει για να ξεκουραστεί. Ύστερα ξανάρχισε το τρέξιμο και τελικά εξαφανίστηκε στο ψηλό χορτάρι. Από κει και πέρα δε θα έβρισκε άλλα εμπόδια.
Ο Μπάτου σηκώθηκε να κοιτάξει, μα δεν είπε τίποτα. Έπειτα έσκυψε και πήρε από το έδαφος τη γόπα του Ζανγκ. Άνοιξε μια μικρή τυπα με τα δάχτυλά του και έθαψε τις δύο γόπες. “Μην το ξεχνάς αυτό”, είπε. “Ο βοσκότοπος δεν ανέχεται απροσεξίες”. Σηκώθηκε και πρόσθεσε: “Πάμε. Θα γυρίσουμε να πάρουμε το λύκο που σκοτώσαμε”.
Ανέβηκαν στα άλογά τους και κατευθύνθηκαν προς την πλαγιά με το κυκλικό χορτάρι. Το χιόνι ήταν καθαρό και οι οπλές των αλόγων ελαφριές. Δεν μίλησαν άλλο.


ΖΙΑΝΓΚ ΡΟΝΓΚ
ΤΟ ΤΟΤΕΜ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΥΣΑ Θ. ΜΠΑΝΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Η μαθηματική μαγεία του Πυθαγόρου – Eliphas Levi


Ο Νουμάς του οποίου αναφέραμεν τας επί της μαγείας γνώσεις, έσχεν ως μυητήν κάποιον Ταρχών, μαθητήν ενός Χαλδαίου ονόματι Τάγης. Η Επιστήμη τότε είχε τους αποστόλους της, οι οποίοι διέτρεχον τον κόσμον σπείροντες ιερείς και βασιλείς. Συχνά μάλιστα η δίωξις υπεβοήθη εις την πραγματοποίησιν των σχεδίων της Πρόνοιας. Τοιουτοτρόπως κατά την 62αν Ολυμπιάδα, τέσσαρας γενεάς μετά την βασιλείαν του Νουμά, ο Πυθαγόρας εκ Σάμου, έφθασεν εις Ιταλίαν δια να αποφύγη την τυραννίαν του Πολυκράτους.
Ο μέγας μυσταγωγός της φιλοσοφίας των αριθμών, είχεν ήδη τότε διασχίσει όλον τον κόσμον και φοιτήσει εις όλα τα ιερά. Είχεν έλθει εις Ιουδαίαν όπου υπέστη την περιττομήν δια να μυηθή εις τα μυστήρια της Καββάλας, τα οποία και του μετεδόθησαν, όχι άνευ τινός επιφυλάξεως, υπό των προφητών Ιεζεκιήλ και Δανιήλ. Μετά εγένετο δεκτός, όχι χωρίς δυσκολίας, εις την αιγυπτιακήν μύησιν, τη συστάσει του βασιλεως Αμάσιδος. Η ισχύς της μεγαλοφυίας του υπερηκόντισε τας ημιτελείς αποκαλύψεις των διδασκάλων του και ούτω κατέστη και αυτός διδάσκαλος και μυσταγωγός.
Ο Πυθαγόρας ώριζε τον Θεόν: Αλήθειαν ζώσαν και απόλυτον περιβεβλημένην φως. Έλεγεν επίσης ότι ο λόγος ήτο αριθμός εκδεδηλωμένος δια της μορφής. Παραδέχετο ότι τα πάντα εξεπήγαζον εκ της τετρακτύος, ήτοι της τετράδος. Ο Θεός, έλεγεν ακόμη, είναι η ύπατη μουσική, της οποίας η φύσις είναι η αρμονία.
Κατ' αυτόν, η υψηλοτέρα έκφρασις της δικαιοσύνης, είναι η λατρεία, η τελειοτέρα χρήσις της επιστήμης, η ιατρική. Το ωραίον είναι η αρμονία, η δύναμις είναι η λογική, η ευτυχία είναι η τελειότης, η πρακτική αλήθεια είναι ότι πρέπει να δυσπιστή κανείς ενώπιον της αδυναμίας και της διαφθοράς των ανθρώπων.
Οταν εγκατεστάθη εις τον Κρότωνα, οι επί κεφαλής της πόλεως, ιδόντες ποίαν εξουσίαν ήσκει επί των πνευμάτων και των καρδιών, κατ' αρχάς τον εβοήθησαν, μετά τον συνεβουλεύθησαν. Ο Πυθαγόρας τους συνέστησε πρώτον να θυσιάσουν εις τας Μούσας και είτα να διατηρήσουν μεταξύ των την αρμονίαν, διότι, τους είπε, αι διαμάχαι μεταξύ των ηγεμόνων, προκαλούν την εξέγερσιν των υπηκόων, μετά τους έδωσε το μέγα θρησκευτικόν, πολιτικόν και κοινωνικόν απόφθευγμα: “Ουδέν κακόν χείρον της αναρχίας”. Γνωμικόν οικουμενικής εφαρμογής και βάθους σχεδόν απεριορίστου, το οποίον όμως ο αιών μας δεν είναι ακόμη τόσον φωτισμένος δια να τα ενοήση.
Από την διδασκαλίαν του Πυθαγόρου διεσώθησαν, εκτός των παραδόσεων περί του βίου του, τα Χρυσά του Επη και τα σύμβολά του. Τα πρώτα κατέστησαν το θεμέλιον πάσης ηθικής και μυήσεως.
Το πρώτον μέρος των Χρυσών Επών ομοιάζει προς μάθημα ενός παιδαγωγού. Εν τούτοις οι εν λόγω στίχοι έχουν πολύ μείζονα ευρύτητα: είναι οι προκαταρτικοί νόμοι της μαγικής μυήσεως, είναι το πρώτον μέρος του Μεγάλου εργου δηλ., η προπαρασκευή προς δημιουργίαν του τελείου επόπτου (ADEPTE). Η συνέχεια άλλως τε το αποδεικνύει:
“Ναι μα τον αμέτερα ψυχά παραδόντα Τετρακτύν, παγάν Αενάου φύσεως ριζώματ' έχουσαν...”
Ο Πυθαγόρας έλεγεν: “Οπως υπάρχουν τρεις θείαι έννοιαι και τρεις νοηταί περιοχαί, υπάρχει ωσαύτως τριπλούς λόγος, διότι η ιεραρχική τάξις εκδηλούται πάντοτε κατά τριάδας. Υπάρχει ο απλούς λόγος, ο ιερογλυφικός και ο συμβολικός. Με άλλας λέξεις υπάρχει ο λόγος όστις εκφράζει, ο λόγος όστις αποκρύπτει και ο λόγος όστις ερμηνεύει, όλη η ιερατική σοφία και κατανόησις περικλείεται εις την τελείαν γνώσιν των τριών τούτων βαθμίδων”.
Περιέβαλλε λοιπόν την διδασκαλίαν του δια συμβόλων, αλλ' απέφευγε τας προσωποποιήσεις και τας εικόνας, διότι αργά ή γρήγορα αύται οδηγούν εις την ειδωλολατρείαν. Τον κατηγόρησαν μάλιστα ότι απεστρέφετο και τους ποιητάς δια την αυτήν αιτίαν. Αλλ' η αποστροφή του αύτη είχεν ως αντικείμενον τους άνευ θείας εμπνεύσεως στιχουργούντας.
“Μην ψάλλεις στίχους, εάν στερείσαι λύρας”, λέγει εις τα σύμβολά του. Ο μεγαλοφυής ούτος, δεν ηδύνατο να αγνοή την ακριβή σχέσιν ήτις υφίσταται μεταξύ των υπερόχων ιδεών και των καλλιεπών μεταφορικών εκφράσεων. Αι συμβολικαί του φράσεις είναι γεμάτες ποίησιν.
“Μη αφαιρείς τα άνθη από τους στεφάνους”. Ετσι συνιστά εις τους μαθητάς του ουδέποτε να μειώνουν την λάμψην και να μη μαραίνουν εκείνο που ο κόσμος φαίνεται να έχη ανάγκη να τιμά.
Ο Πυθαγόρας ήτο αγνός, αλλά, μακράν από του να υποστηρίζη την αγαμίαν, ενυμφεύθη και ο ίδιος και απέκτησε τέκνα. Μνημονεύεται μια ωραία φράσις της Θανούς, της συζύγου του Πυθαγόρα, την ηρώτησαν κάποτε, μετά από πόσον χρόνον μια γυναίκα ελθούσα εις σωματικήν επαφήν μετά τινος ανδρός, δύναται να θεωρηθή αγνή ώστε να θίξη τα ιερά πράγματα.
-Αμέσως, απήντησε, εάν η επαφή εγένετο με τον σύζυγόν της, εάν με άλλον, ουδέποτε...
Υπό αυτάς τας αυστηράς αρχάς και με αυτήν την αγνότητα ηθών εμυούντο εν τη σχολή του Πυθαγόρα εις τα μυστια της φύσεως και έφθανον εις τοιούτο σημείον κυριαρχίας επί του εαυτού των ώστε να δύνανται να επιβληθούν επί των στοιχειακών δυνάμεων.
Ο Πυθαγόρας κατείχε την δύναμιν εκείνην την οποίαν σήμερον καλούμεν δευτέραν όρασιν (ή διόρασιν) και η οποία τότε εκαλείτο προφητικόν χάρισμα. Κάποτε εκάθητο με τους μαθητάς του εις την παραλίαν. Εν πλοίον προέβαλεν εις τον ορίζοντα. “Διδάσκαλε, τον ερωτά εις των μαθητών του, νομίζεις ότι θα εγινόμουν πλούσιος, εάν μου προσέφερον το φορτίον του πλοίου τούτου;”
“Θα σου ήτο τελείως άχρηστον, απήντησεν ο διδάσκαλος”.
“Τότε ίσως όμως να ήτο χρήσιμον δια τους κληρονόμους μου”.
“Θέλεις λοιπόν να τους αφήσης ως κληρονομίαν δύο πτώματα;”
Το πλοίον προσωρμίσθη μετ' ου πολύ εις τον λιμένα, εκόμιζε το σώμα ενός ανδρός που ηθέλησε να εντάφιασθή εις την πατρίδαν του.
Διηγούνται ότι τα ζώα υπήκουον εις τον Πυθαγόραν. Μιαν ημέραν, κατά την διάρκειαν των ολυμπιακών αγώνων, εκάλεσεν ένα αετόν που διέσχιζε κατά την στιγμήν εκείνην το στερέωμα, ο αετός κατήλθε και ήρχισε να διαγράφη κύκλους, μέχρι της στιγμής που διδάσκαλος του έκαμε σημείον να συνεχίση την πορείαν του. Λέγεται επίσης ότι μια άρκτος ελεηλάτει τας πεδιάδας της Απουλείας, ο Πυθαγόρας την εκάλεσε να πλησιάση και την διέταξε να εγκαταλείψη πάραυτα την περιοχήν, από της ημέρας εκείνης δεν ανεφάνη. Όταν δε τον ηρώτησαν εις ποίαν επιστήμην οφείλει τας γνώσεις του ταύτας, εκείνος απήντησε: - Εις την Επιστήμην του φωτός.
Πράγματι τα έμψυχα όντα είναι ενσαρκώσεις φωτός, αι μορφαί εξέρχονται από την σκιάν της αταξίας, δια να αναχθούν εις την λάμψιν του κάλλους, τα ένστικτα είναι ανάλογα προς τας μορφάς, ο δε άνθρωπος, που είναι σύνθεσις του φωτός τούτου, του οποίου τα ζώα είναι η ανάλυσις, έχει δημιουργηθή δια να τα εξουσιάζη, επειδή όμως αντί να είναι ο κύριός των, έχει καταστή ο δήμιος και τύραννός των, τον φοβούνται και επαναστατούν κατ' αυτού. Εν τούτοις είναι εις θέσιν να αισθάνωνται την ισχύν μιας εξαιρετικής θελήσεως, η οποία φέρει τον χαρκτήρα καλωσύνης και καθοδηγήσεως, οπότε μαγνητίζονται με ακατανίκητον δύναμιν και υπακούουν. Πολυάριθμα νεώτερα φαινόμενα, δύνανται να μας κάμουν να εννοήσωμεν την δυνατότητα των θαυμασίων τούτων.
Οι οπαδοί της φυσιογνωμικής διεπίστωσαν ότι οι περισσότεροι των ανθρώπων υπενθυμίζουν δια των χαρακτηριστικών του προσώπου των, την ομοιότητα προς εν ζώον. Η ομοιότης αύτη δύναται να είναι και φανταστική και να οφείλεται εις την εντύπωσιν εις την οποίαν μας εμποιούν αι διάφοροι φυσιογνωμίαι, αποκαλύπτουσαι τα σημεία του χαρακτηρος των ατόμων. Ούτω δυνάμεθα να ανακαλύψωμεν ότι ένας άνθρωπος άρπαξ, ομοιάζει προς άρκτον, ένας υποκριτής προς γάταν κ.ο.κ. Αι κρίσεις αύται υπερβάλλονται εν τη φαντασία και ολοκληρούνται εις τα όνειρα, όπου συχνά πρόσωπα τα οποία μας εχόλωσαν εν εγρηγόρσει, μετασχηματίζονται κατά τον ύπνον εις ζώα και ενεργούν εφ' ημών ως εφιάλται. Τα ζώα όμως υπόκεινται, όπως και ημείς, και περισσότερον από ημάς, εις την επήρειαν της φαντασίας, διότι στερούνται της κρίσεως, δια να επανορθώνουν τα σφάλματά των. Δια τούτο συμπεριφέρονται απέναντι ημών, αναλόγως της συμπαθείας ή αντιπαθείας των, υπερδιεγερόμενα δια του μαγνητισμού μας. Δεν έχουν άλλως τε συνείδησιν περί της μορφής του ανθρώπου, και βλέπουν ημάς ως άλλα ζώα τα οποία τα εξουσιάζουν. Ούτω ο σκύλος θεωρεί τον κύριόν τουως ένα τελειότερον σκύλον, εις την κατεύθυνσιν του ενστίκτου τούτου, περικλείεται το μυστικόν της κυριαρχίας μας επί των ζώων. Είδομεν ένα διάσημον θηριοδαμαστήν να δαμάζη τους λέοντάς του, παρουσιάζων εις αυτούς πρόσωπον θηριώδες και βρυχόμενος ως λέων, εδώ εφαρμόζεται κατά γράμμα η λαϊκή προτροπή, πρέπει να ουρλιάζης με τους λύκους και να μυκάσαι με τα αρνιά. Άλλως τε κάθε ζωική μορφή παρουσιάζει εν ιδιαίτερον ένστικτον, εν προτέρημα ή εν αλάττωμα. Εάν κάμωμεν ώστε να κυριαρχήση εν ημίν ο χαρακτήρ ενός ζώου, αποκτώμεν επί μάλλον και μάλλον την εξωτερικήν του μορφήν, μέχρι του σημείου ώστε να εντυπώσωμεν την τελείαν εικόνα εν τω αστρικώ φωτί και να μας ίδουν εις κατάστασιν ονείρου ή εκστάσεως υπνοβάται ή εκστατικοί πανομοιοτύπως ως ζώα και όπως θα εμφανιζόμεθα ασφαλώς εις τα άλλα ζώα. Εάν τότε η λογική σβύση και το όνειρο μετατραπή εις παραφροσύνην, έχομεν ενώπιόν μας τον άνθρωπον μετηλλαγμένον εις ζώον, όπως συνέβη εις τον Ναβουχοδονόσορα. Έτσι εξηγούνται αι ιστορίαι των λυκανθρώπων πολλαί των οποίων διαπιστώθηκαν δικαστικώς. Τα γεγονότα μεν εβεβαιώθησαν,αλλά εκείνο το οποίον ηγνοήθηείναι ότι οι μάρτυρες δεν είχον υποστεί ολιγότερον την ψευδαίσθησιν από τους ίδιους λυκανθρώπους.
Τα περιστατικά συμπτώσεως και αντιστοιχειών κατά τα όνειρα δεν είναι ούτε σπάνια, ούτε εξαιρετικά. Οι εκστατικοί βλέπουν αλλήλους και συνδιαλέγονται από την μίαν άκραν του κόσμου εις την άλλην, διαρκούσης της εκστατικής καταστάσεώς των. Βλέπομεν εν πρόσωπον δια πρώτην φοράν, μας φαίνεται ότι το γνωρίζομεν από μακρού, τούτο σημαίνει ότι το συναντήσαμε συχνά εν καταστάσει ονείρου. Ο βίος είναι γεμάτος από τοιαύτας περιέργους περιπτώσεις.
Ο Πυθαγόρας επίστευεν, υπεράνω παντός άλλου εις την αθανασίαν της ψυχής και εις την αιωνιότητα της ζωής. Η εναλλαγή του χειμώνος με την άνοιξιν, της ημέρας με την νύκτα, του ύπνου και της εγρηγόρσεως, του έδιδον την κλείδα ερμηνείας του φαινομένου του θανάτου. Η αθανασία ειδικώς της ανθρωπίνης ψυχής συνίστατο, κατ' αυτόν, εις την προέκτασιν της αναμνήσεως. Λέγουν ότι διετείνετο πως ενεθυμείτο τας προγενεστέρας του υπάρξεις, εάν δε τούτο είναι αληθές σημαίνει ότι εύρισκε κάτι ανάλογον εις τας αναμνήσεις του. Είναι όμως πιθανόν να επίστευε ότι επανεύρισκε τας παλαιάς του αναμνήσεις εις τα όνειρά του και εκείνο το οποίον δια τον Πυθαγόρα ήτο υπόθεσις και θέμα ερεύνης εξελήφθη υπό των μεταγενεστέρων ως θετική βεβαίωσις.
Όπως και αν έχη το ζήτημα, η πραγματική ζωή της οντότητός μας, συνίσταται μόνον εις την ανάμνησιν. Ο ποταμός της λήθης των αρχαίων, ήτο η αληθής φιλοσοφική εικών του θανάτου. Η Βίβλος φαίνεται να δίδη εις την ιδέαν ταύτην την θεία σφραγίδα, όταν λέγη εις τους ψαλμούς: “IN MEMORIA AETERNA ERIT JUSTUS”


ALPHONSE LOUIS CONSTANT
(ELIPHAS LEVI)
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ (ΤΟΜΟΣ Α')
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ Νο 018
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Η ταφόπλακα – Σ. Τ. Α. ΜΠΟΥΡΜΑΝ


Η γηραιά γυναίκα καθόταν σαν υπνωτισμένη στην πολυθρόνα με την ψηλή πλάτη δίπλα στη φωτιά, που με το φως και τη ζεστασιά της έμοιαζε να αψηφά τη φτώχεια της μικροσκοπικής κουζίνας και το χιόνι που σκέπαζε τα παράθυρα. Το βλέμμα της ήταν προσηλωμένο σε μια άλλη πολυθρόνα με ψηλή πλάτη, που βρισκόταν στην απέναντι άκρη του τζακιού, αδειανή.
Εμεινε καθισμένη έτσι για ένα διάστημα που φάνταζε αιώνας. Τα μάτια της, βυθισμένα στις σκοτεινές τους κόγχες, παρέμεναν καρφωμένα στην άλλη καρέκλα, σαν μαγεμένα. Ωστόσο, όλες της οι αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση, σαν να αντιλαμβάνονταν και να πρόσμεναν κάτι απροσδιόριστο, ή μάλλον σαν να γνώριζαν με σιγουριά από πριν κάτι που επρόκειτο να συμβεί.
Αν και είχε νυχτώσει προ πολλού, δεν είχε ανάψει ακόμα το φανάρι, ούτε είχε κλείσει τα παντζούρια. Εξω το χιόνι έπεφτε. Χιόνιζε όλη μέρα, με τη σιωπηλή, μελαγχολική, πεισματική επιμονή της μοίρας. Το σιχαινόταν το χιόνι. Ακόμα περισσότερο από τον πάγο, σιχαινόταν την πνιγηρή του αίσθηση. Φοβόταν να ανοίξει την πόρτα.
Συνειδητοποίησε ακόμα ότι το εκκρεμές είχε σταματήσει – για πρώτη φορά, απ' όσο θυμόταν. Της έλειπε το αργό, ρυθμικό τικ τακ που ήταν ο μοναδικός φιλικός ήχος που είχε γνωρίσει στα στερημένα χρόνια του έγγαμου βίου της. Παράξενο πόσο ήσυχο ήταν το σπίτι τώρα.
Το παλιό ρολόι περίμενε κι εκείνο, ανυπόμονο, συμμεριζόμενο το φόβο της. Ο χρόνος ήταν σταματημένος. Ο χρόνος είχε σταματήσει από τότε που... από τότε που είχε κουνηθεί η άλλη πολυθρόνα.
Είχε όντως κουνηθεί. Ηταν απολύτως σίγουρη. Μια δύο φορές, ελάχιστα πάνω στα πλακάκια του δαπέδου. Το είχε ακούσει. Ήταν ένα σιγανό τρίξιμο. Ακριβώς τον ίδιο ήχο έβγαζε όταν ο γέρος την έσπρωχνε κοντύτερα στη φωτιά τις κρύες νύχτες. Επειτα, το είδε: ένα απότομο τίναγμα προς το τζάκι. Ναι, ήταν βέβαιη.
Ήταν όμως; Η καρέκλα ήταν άδεια. Ήταν σίγουρη γι' αυτό. Άλλωστε, την παρακολουθούσε με προσοχή.
Οχι. Ο παλιόγερος που αποκαλούσε σύζυγο ήταν νεκρός, θαμμένος κάτω από δύο μέτρα χώμα στον τάφο όπου τον είχε ρίξει εκείνη.
Εναν τάφο που δεν είχε ακόμα ταφόπλακα. Θα έπρεπε να τοποθετήσει μια ταφόπλακα, έστω για τα μάτια του κόσμου. Ολόκληρο το χωριό το περίμενε. Είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα έβαζε κάτι ασυνήθισμο – το μαρμάρινο άγαλμα ενός αγγέλου που θρηνεί σκυφτός και γεμάτος θλίψη, σαν το μοντέλο στον κατάλογο του νεκροθάφτη. Θα το φρόντιζε το ίδιο εκείνο πρωί.
Η καρέκλα. Είχε κουνηθεί ξανά, με το ίδιο τρίξιμο και το ίδιο τίναγμα όπως πριν. Ωστόσο, εξακολουθούσε να είναι άδεια. Οι αισθήσεις της την ξεγελούσαν. Πως ήταν δυνατόν να είναι ταυτόχρονα βέβαιη για δύο αντιτιθέμενα πράγματα;
Ηταν νεκρός, λοιπόν. Πόσος καιρός είχε περάσει; Δεν θυμόταν. Οχι πολύς, πάντως. Θα έπρεπε να το είχε κάνει νωρίτερα. Το είχε ευχηθεί πολλές φορές.
Πριν από χρόνια, οι γυναίκες έκαναν τέτοια πράγματα μόνο με την δύναμη των ευχών τους. Αν τις ανακάλυπταν, τις έκαιγαν για μαγεία. Στις μέρες μας, όμως, δεν γινόταν με ευχές. Και τις γυναίκες που σκότωναν τον άντρα τους δεν τις έκαιγαν πια: τις κρεμούσαν. Μόν αν δεν ήταν έξυπνες, βέβαια. Εκείνη, όμως, ήταν έξυπνη.
Οταν έφτασε τελικά η ώρα, της φάνηκε εύκολο. Τόσο εύκολο, που έμοιαζε απόλυτα φυσικό. Τόσο φυσικό, που ξεγέλασε τους πάντες, την αστυνομία, τον ιατροδικαστή, όλους. Τόσο εύκολο και φυσικό, που και η ίδια αναρωτήθηκε πως δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα.
Ηταν τσιγκούνης, έτρεμε τους ληστές και την εκνεύριζε μονίμως με την επιμονή του να κλειδώνει την πόρτα του κήπου πριν πέσει για ύπνο. Ήταν σαν τελετουργικό που επαναλαμβανόταν κάθε βράδυ. Πρώτα, “Μάρθα, το φανάρι!” με εκείνη την ενοχλητική, υπεροπτική φωνή που της προκαλούσε αηδία. Υστερα, του άναβε το κερί κι εκείνος διέσχιζε αργά το χορταριασμένο κήπο, αφήνοντας το φανάρι δίπλα στο πηγάδι, σαν φάρο, και παίρνοντάς το πάλι στο γυρισμό.
Το νερό μέσα στο πηγάδι έφτανε τα τεσσεράμισι μέτρα σε ύψος. Ήταν πολύ βαθύ. Το σκέπασμα είχε σαπίσει και είχε πέσει μέσα πριν από πολύ καιρό. Εκείνος αρνιόταν να ξοδέψει χρήματα για να αγοράσει καινούριο. Ακόμα και στο φως της μέρας, το σκοτεινό, ανοιχτό φρεάτιο ήταν επικίνδυνο. Τη νύχτα ήταν σωστή παγίδα θανάτου για ένα άτομο με εξασθενημένη όραση σαν τη δική του. Αν μετακινούσε ελάχιστα το φανάρι...
Ηταν πολύ απλό να γλυστρήσει έξω και να το κάνει ενώ εκείνος ψαχούλευε την πόρτα. Άκουσε την κραυγή του. Περίμενε ένα λεπτό για να βεβαιωθείς... Τρέξε στο χωριό για βοήθεια... Όχι πολύ γρήγορα... Καλύτερα να περάσει αρκετή ώρα...
Τον είχαν κουβαλήσει στην κουζίνα, μούσκεμα. Ηταν πράγματι νεκρός. Το νερό είχε σχηματίσει λιμνούλα μπροστά απ' τη φωτιά, εκεί που βρισκόταν μόνιμα η καρέκλα του.
Μια τέτοια λιμνούλα σχηματιζόταν και τώρα. Εκεί, κάτω απ' την καρέκλα του. Τα νερά έβγαιναν μέσα από το τζάκι. Θα πρέπει να είναι το χιόνι που πέφτει απ' την καμινάδα...
Τώρα σηκωνόταν απ' την καρέκλα του. Της φώνεαξε να του φέρει το φανάρι.
Σηκώθηκε όρθια και πήγε στο ντουλάπι όπου βρισκόταν το παλιό μπρούτζινο φανάρι. Είχε ακόμα μέσα το ίδιο κερί. Δεν το είχε χρησιμοποιήσει ξανά ύστερα από εκείνη τη νύχτα...
Με τρεμάμενα χέρια έφερε το φανάρι δίπλα στη φωτιά. Ξεμαντάλωσε την κλειδωνιά και άναψε το φυτίλι. Ύστερα, έβαλε το φανάρι στην άκρη του ξεχαρβαλωμένου τραπεζιού, ακριβώς όπως παλιά.
Ετοιμο Χένρυ”.
Κάθισε λοιπόν και περίμενε. Δεν ήξερε ούτε κι η ίδια τι καρτερούσε. Ήξερε μόνο ότι μερικά γρανάζια είχαν φύγει από τον τροχό του χρόνου, ότι παραδόξως συνέβαιναν τα ίδια πράγματα όπως παλιά.
Κοίταξε την καρέκλα – τη δική του καρέκλα. Κάτω, στη λιμνούλα με το νερό που είχε μεγαλώσει πλέον, αντικατοπτριζόταν η φωτιά, κόκκινη, σαν αίμα.
Εκείνος ήταν στην πόρτα. Τα χέρια του έπιασαν το σύρτη. Έπειτα, η πόρτα, που δεν ήταν καλά στερεωμένη στους φθαρμένους και σκουριασμένους μεντεσέδες, άνοιξε διάπλατα. Ο άνεμος σκόρπισε μέσα τις χιονονιφάδες. Η φωτιά έμοιαζε να μετατρέπεται σε μια θολή σπίθα καθώς το σκοτάδι της νύχτας που το πλαισίωνε η κάσα της πόρτας γέμισε ξαφνικά με ομίχλη.
Ύστερα απλώθηκε ησυχία. Μια ησυχία τόσο έντονη, που στο συγχυσμένο μυαλό της ξεπερνούσε τα όρια της πραγματικότητας και έμοιαζε γεμάτη ήχους. Τη φώναζε εκείνος, φώναζε, την καλούσε.
Πήρε το φανάρι, έδεσε σφιχτά το σάλι της και πήγε με αργά βήματα ως την πόρτα. Γύρω της στροβιλίστηκε ένα φάντασμα από χιόνι. Ύστερα προχώρησε μπροστά, γνέφοντάς της. Διάβηκε με δυσκολία το κατώφλι και το ακολούθησε μεσα στη νύχτα.
Νωρίς το επόμενο πρωί, ο ταχυδρόμος του χωριού παρατήρησε, καθώς περνούσε μπροστά από τον περίβολο της εκκλησίας, ότι ανάμεσα στις ταφόπλακες που ήταν γεμάτες χιόνι υπήρχε κάτι που δεν ήταν εκεί το προηγούμενο βράδυ. Σταμάτησε και έριξε μια ματιά. Ναι, μοιάζει με άγαλμα. Δεν μπορεί... Πήγε μέχρι εκείνο το σημείο, στον τάφο του γέρου που είχε πνιγεί από ατύχημα στο ίδιο του το πηγάδι πριν από ένα χρόνο. Έσκυψε και σκούπισε το χιόνι, για να αντικρίσει έκπληκτος τη γονατισμένη μορφή της χήρας, σκυφτή από τη θλίψη, νεκρή σαν το μάρμαρο, να κρατάει ένα παλιό μπρουτζινο φανάρι.

Από το βιβλίο
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες με φαντάσματα.
Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόεις ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

οι ερημιές του έρωτα - arthur rimbaud




I

Αυτή τη φορά, είναι η Γυναίκα που είδα στην πόλη που της μίλησα και που μου μιλά.

Ημουν μέσα σ' ένα δωμάτιο, χωρίς φως. Μόλις μου είπαν ότι ήταν σπίτι μου: και την είδα στο κρεββάτι μου, όλη δική μου, χωρίς φως. Συγκινήθηκα βαθιά και πιο πολύ γιατί ήταν το πατρικό σπίτι: ακόμα μ' έπιασε μια αγωνία. Ημουν με κουρέλια, εγώ, και αυτή, κοσμική που δινόταν: έπρεπε να φύγη. Μια αγωνία χωρίς όνομα: την πήρα, και την άφησα να πέση έξω από το κρεββάτι, σχεδόν γυμνή. και μέσα στην ακατανόμαστη αδυναμία μου, έπεσα πάνω της και σερνόμουν μαζί της ανάμεσα στα χαλιά, χωρίς φως. Η οικογενειακή λάμπα κοκκίνιζε την μια μετά την άλλη τις γειτονικές κάμαρες. Τότε, η γυναίκα εξαφανίστηκε. Εχυσα τα πιο πολλά δάκρυα από όσα μπορούσε ποτέ ο Θεός να ζητήση.

Βγήκα στην απέραντη πόλη. Ω κούραση! Πνιγμένος μέσα στην αθόρυβη νύχτα και στη φυγή της ευτυχίας. Ηταν σα μια χειμωνιάτικη νύχτα, μ' ένα χιόνι που να σκεπάση τον κόσμο οριστικά. Οι φίλοι που τους φώναζα: που είναι; μου απαντούσαν ψέμματα. Στεκόμουν μπροστά στις τζαμαρίες εκεί που πάει όλα τα βράδια: έτρεχα σ' ένα θαμμένο περιβόλι. Μ' έδιωξαν. Εκλαιγα ατέλειωτα, για όλα αυτά. Τέλος, κατέβηκα σ' ένα τόπο γεμάτο σκόνη, και, καθισμένος πάνω σε σκαλωσιές, άφησα να τελειώσουν όλα τα δάκρυα του κορμιού μου μ' αυτή τη νύχτα. Και η εξάντλησή μου ξαναγύριζε ως τόσο πάντα.

Κατάλαβα ότι Εκείνη βρισκόταν στην καθημερινή ζωή της. και ότι η τροχιά της καλωσύνης θάταν πιο δύσκολο να ξαναγίνη από ενός άστρου. Εκείνη δεν ξαναγύρισε και δε θα ξαναγυρίση ποτέ, η Αξιολάτρευτη που είχε έρθει σπίτι μου, - πράγμα που δεν είχα ποτέ φανταστή. Αλήθεια, αυτή τη φορά έκλαψα περισσότερο απ' όλα τα παιδιά του κόσμου.

arthur rimbaud
20 πεζά ποιήματα
μετάφραση εύα μυλωνά
εκδόσεις ερμείας

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

ΕΓΩ - ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

Το κρανίο, η κρυφή καρδιά,
οι δρόμοι του αίματος που δεν βλέπω,
οι σήραγγες του ονείρου, αυτός ο Πρωτέας,
τα έντερα, ο σκελετός, ο αυχένας.
Είμαι όλα αυτά. Απίστευτο,
αλλα είμ' ακόμα η μνήμη ενός σπαθιού
κι ενός μοναχικού ήλιου που δύει
και γίνεται χρυσάφι, ίσκιος, τίποτα.
Είμαι αυτός που βλέπει τις πλώρες από το λιμάνι.
είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες
γκραβούρες, καταπονημένες απ' το χρόνο.
είμαι αυτός που ζηλεύει όσους έχουν κιόλας πεθάνει.
Ακόμα πιο παράξενο είναι να 'σαι
ο άνθρωπος που πλέκει λέξεις μέσα σε μια κάμαρα.

Μετάφραση Αργύρης Χιόνης

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

HOMUNCULI -ΠΑΡΑΚΕΛΣΟΣ


“Ανθρώπινα όντα μπορεί ν' αποκτήσουν ύπαρξη χωρίς φυσικούς γονείς. Τέτοια όντα, δηλαδή, μπορούν να δημιουργηθούν χωρίς ν' αναπτυχθούν και να γεννηθούν από ένα θηλυκό οργανισμό, με την τέχνη ενός πεπειραμένου αλχημιστή”.
(De Natura rerum)
“Η γέννηση των Χομούνκουλι κρατήθηκε πολύ μυστική μέχρι τώρα, και τόσο λίγα ήσαν γνωστά δημοσίως, ώστε οι παλαιοί φιλόσοφοι αμφέβαλλαν για τη δυνατότητα της ύπαρξής τους. Ομως εγώ γνωρίζω, ότι τέτοια πράγματα μπορούν να κατορθωθούν με την αλχημιστική τέχνη βοηθούμενη από φυσικές διαδικασίες. Εάν το σπέρμα, κλεισμένο σε μια ερμητικά σφραγισμένη γυάλα, θαφτεί σε κοπριά αλόγου για περίπου σαράντα μέρες και “μαγνητισθεί” κατάλληλα, μπορεί ν' αρχίσει να ζει και να κινείται. Κατόπιν παίρνει τη μορφή και την εικόνα ενός ανθρωπίνου όντος, αλλά θα είναι διαφανές και χωρίς φυσικό σώμα. Αν όμως τραφεί τεχνητά με το arcanum sanguinis homini (δύναμη του ανθρωπίνου αίματος) μέχρι να γίνει σαράντα εβδομάδων, και μείνει στην κοπριά όλο αυτό το διάστημα με την ίδια θερμοκρασία συνεχώς, θα γίνει ένα ανθρώπινο μωρό, με όλα του τα μέλη ανεπτυγμένα, όπως κάθε άλλου παιδιού που γεννιέται από γυναίκα, μόνο που θα είναι πολύ μικρότερο. Ένα τέτοιο πλάσμα το αποκαλούμε homunculus (ανθρωπάριο) και μπορεί να ανατραφεί και να εκπαιδευτεί όπως οποιοδήποτε παιδί, ώσπου να μεγαλώσει και ν' αποκτήσει λογική και νου και να είναι ικανό να φροντίζει τον εαυτό του. Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά, και θα πρέπει να παραμείνει μυστικό, μέχρι να έλθει η εποχή που όλα τα μυστικά θα γίνουν γνωστά”.

Από το βιβλίο του Franz Hartman
Ο ΠΑΡΑΚΕΛΣΟΣ και η ουσία της διδασκαλίας του
Μετάφραση Ε. Μπούρα
Εκδόσεις ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

[Πόθησα να φύγω μακριά...] - ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Πόθησα να φύγω μακριά
από ένα ψέμα καμένο,
που τα κάρβουνά του τριζοβολούν ακόμα
κι από την ατέρμονη κραυγή του παλιού τρόμου
που, καθώς η μέρα βυθίζεται στο βαθύ πέλαγος
πίσω από τα βουνά,
ηχεί ακόμα πιο φριχτή.

Πόθησα να φύγω μα φοβάμαι
μην κάποια σπίθα ζωής,
αξόδευτης ακόμα,
τιναχτεί μεσ' απ' το ψέμα το παλιό
που καίγεται στο χώμα
και σαν οχιά συρίζοντας μες τον αγέρα,
μισότυφλο μ' αφήσει.

Από το βιβλίο του Carlos Castaneda
The Art of Dreaming
Μετάφραση Ρένα Καρακατσάνη
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

ΜΟΝΟΣ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ – ARTHUR C. CLARKE


Ο Μπόουμαν είχε αντιληφθεί κάποιες αλλαγές στα μοτίβα της συμπεριφοράς του. Θα ήταν παράλογο να περιμένει κάτι διαφορετικό, δεδομένων των περιστάσεων. Δεν μπορούσε πια να ανεχτεί τη σιωπή. Εκτός αν κοιμόταν ή μιλούσε με τη Γη, είχε πάντα ανοιχτό το ηχοσύστημα του σκάφους σε σχεδόν οδυνηρή ένταση.
Στην αρχή, έχοντας ανάγκη τη συντροφιά της ανθρώπινης φωνής, άκουγε κλασικά θεατρικά ιδίως τα έργα του Σο, του Ιψεν και του Σέξπιρ- ή απαγγελίες ποιημάτων από την τεράστια βιβλιοθήκη ηχογραφήσεων της Ανακάλυψης.Τα ζητήματα με τα οποία ασχολούνταν, ωστόσο, φάνταζαν τόσο μακρινά ή ικανά να επιλυθούν με λίγο κοινό νου, που μετά από λίγο έχασε την υπομονή του μαζί τους.
Ετσι, το γύρισε στην όπερα – συνήθως στα ιταλικά ή τα γερμανικά, ώστε να μην τον περισπά ούτε καν το ελάχιστο διανοητικό περιεχόμενο που περιείχαν οι περισσότερες όπερες. Η φάση αυτή κράτησε δύο εβδομάδες πριν συνειδητοποιήσει ότι ο ήχος όλων εκείνων των θαυμάσια εξασκημένων φωνών απλώς επιδείνωνε τη μοναξιά του. Αλλά τελικά εκείνο που έκλεισε αυτό τον κύκλο ήταν το Requiem του Βέρντι, ένα έργο που δεν είχε ακούσει ποτέ να εκτελείται στη Γη. Το “Dies Irae”, βοώντας εκκωφαντικά μέσα στο άδειο σκάφος,δυσοίωνα ταιριαστό με την κατάστασή του, τον τσάκισε εντελώς. Και όταν το σάλπισμα της Δευτέρας Παρουσίας ήχησε από τους ουρανούς, δεν άντεξε άλλο.
Από τότε και μετά έπαιζε μόνο οργανική μουσική. Ξεκίνησε με τους ρομαντικούς συνθέτες, αλλά έναν έναν τους ξεφορτωνόταν, καθώς η συναισθηματική τους διαχυτικότητα του πλάκωνς την ψυχή. Ο Σιμπέλιους, ο Τσαϊκόφσκι, ο Μπερλιόζ άντεξαν μερικές εβδομάδες. Ο Μπετόβεν αρκετά περισσότερο. Βρήκε επιτέλους τη γαλήνη, όπως και τόσοι άλλοι, στην αφηρημένη αρχιτεκτονική του Μπαχ, διανθισμένη πότε πότε με λίγο Μότσαρντ.
Ετσι λοιπόν η Ανακάλυψη προχωρούσε προς τον Κρόνο, συχνά παλλόμενη από την ήρεμη μουσική του τσέμπαλου, τις μαρμαρωμένες στο χρόνο σκέψεις ενός μυαλού που είχε επιστρέψει στο χώμα πάνω από διακόσια χρόνια νωρίτερα.

ARTHUR C. CLARKE
2001: ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ANUBIS

Αδελφέ Θάνατε - Herman Hesse

Και σε μένα θα 'ρθεις μια φορά, δε με ξεχνάς,
Κι έτσι τέλος παίρνει το βάσανο, την αλυσίδα σπας.

Ξένος και μακρινός ακόμα φαίνεσαι, θάνατε αγαπητέ,
Σαν ένα κρύο αστέρι στέκεσαι, πάνω απ' τη χρεία μου αδελφέ.

Κάποτε θα 'ρθεις όμως και θα 'σαι γεμάτος φωτιά.
Ελα, αγαπητέ δικός σου είμαι, πάρε με, εδώ είμαι να.

Μετάφραση Ντίνος Κούγκουλος

HELLO... - ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ ΚΟΡΣΟ

Ω τι καταστροφή να 'σαι ένα πληγωμένο ελάφι!
Και γω είμαι απ' όλα το πιο πληγωμένο, αυτό που οι λύκοι κατατρών, όλος αποτυχίες.
Η σάρκα μου πιάστηκε στο Μοιραίο Τσιγκέλι!
Και σαν παιδί είδα πολλά πράγματα που δεν θα ήθελα να είμαι.
Μήπως είμαι αυτός-που-μόνος-του-μιλά;
Αυτός που-οι-γείτονες-κοροϊδεύουν;
Εκείνος που στα σκαλιά του μουσείου γέρνει και κοιμάται;
Μήπως φορώ τα ρούχα του ανθρώπου που έχει αποτύχει;
Είμαι τρελός;
Μες στο μεγάλο νυχτερινό τραγούδι των πραγμάτων,
είμαι άραγε το πέρασμα που έχουν καταργήσει;

Μετάφραση: Βερονίκη Δαλακούρα

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Art Pepper – GEOFF DYER


Τεμπελιάζει στο προαύλιο, εκεί που κάνουν γυμναστική, δίπλα σε μια μικρή ομάδα μαύρων φυλακισμένων. Οι τοίχοι ρίχνουν σύνορα σκιάς πάνω στο προαύλιο, κι αυτά επεκτείνονται ανεπαίσθητα προς το έδαφος, μια σταδιακή προώθηση μέσα στην αντηλιά.
“Αυτό είναι με τη φυλακή”, λέει μια φωνή στα δεξιά του. “Ακόμη κι όταν είσαι έξω, είσαι μέσα”.
Γυρίζει και κοιτάζει τον τύπο που του μίλησε. Ενας μαύρος που δεν τον έχει ξαναδεί, ένας απ' αυτούς που τον φοβούνται όλοι, που κανείς δεν του την μπαίνει. Το δέρμα του να ρουφάει όλο το φως της μέρας, τα μάτια του να καίνε στην αντηλιά. Ο Αρτ δεν τον κοιτάζει στα μάτια.
“Είσαι ο Αρτ Πέπερ”.
“Ναι”.
“Ο μουσικός”
“Ναι”.
“Αλτο. Ο μεγάλος σαξοφωνίστας, που παίζει τρομερό άλτο”.
“Μάλλον”.
“Και ο πρεζάκιας”.
“Κι αυτό”.
Ο μαύρος κοιτάζει τον Αρτ, και το πρόσωπό του που δεν δείχνει τίποτα, ψάχνοντας να βρει που κρύβεται το πνεύμα του. Κοιτάζει τα μάτια του, ήδη διάστικτα με το γκρίζο της ήττας.
“Σ' έχω ακούσει να παίζεις κάμποσες φορές”.
“Στο Λος Αντζελες;”
“Ναι. Επαιζες πολύ καλά”.
“Ευχαριστώ”.
“Για λευκός”.
Κοιτάζει προσεκτικά τον Αρτ καθώς το λέει αυτό, αλλά το πρόσωπό του δεν προδίδει τίποτα, ούτε φόβο ούτε πείσμα ούτε περηφάνια, τίποτα. Το σώμα του έχει πλέον γίνει ένα είδος κελιού. Ολ' αυτά τα χρόνια στη φυλακή σημαίνουν ότι έχει αναπτύξει ένα τρόπο να κρύβει τον εαυτό του ώστε όταν τον μαχαιρώνουν να μην αγγίζονται τα ζωτικά του όργανα. Το πρόσωπό του είναι κενό σαν τους τοίχους της φυλακής. Αυτή η έκφραση είναι ο καλύτερος τρόπος να τον αφήνουν μόνο. Αργότερα, ο τόνος του θα εξελίξει κι ένα στοιχείο αυτής της ιδιότητάς, του να προστατεύεις τον εαυτό σου, που πάντα κλείνεται μέσα στην ίδια της την τελειότητα. Από δω και πέρα, ό,τι παίζει θα έχει το άγγιγμα της θλίψης της φυλακής, και όσα έμαθε μέσα σ' αυτήν.
“Σου λείπει το παίξιμο;”
“Ναι”.
“Πόσος καιρός πάει;”
Ο Αρτ κουνάει το κεφάλι, σχεδόν χαμογελά.
Ο μαύρος τύπος μιλάει σ' έναν λεπτοκαμωμένο τύπο με άφρο χτένισμα και φοβισμένα μάτια που απομακρύνεται μέσα στο προαύλιο. Μερικά λεπτά αργότερα επιστρέφει μ' ένα παλιωμένο άλτο. Ο πρώτος το πιάνει και το παραδίδει στον Αρτ.
“Ταξίδεψέ μας”.
“Δεν το 'χω πιάσει εδώ κι ένα χρόνο”.
“Ε, τώρα ήρθε η ώρα”.
“Δεν ξέρω αν μπορώ ακόμη να παίξω”.
“Μπορείς να παίξεις”.
Κρατάει το σαξόφωνο στην αγκαλιά του. Το σηκώνει σε κάθετη θέση, και νιώθει τα πλήκτρα να κροταλίζουν ανάμεσα στα κουμπιά της στολής του. Η σκιά έχει συρθεί πολύ κοντά του, κι εκείνος αφήνει τον ήλιο και πάει στη δροσιά. Αφου ζεσταίνεται με μερικές κλίμακες, αρχίζει να παίζει μια απλή μελωδία, κάτι που ξέρει καλά, κάτι που μπορεί να το παίξει διαισθητικά, για να συνηθίσει το στόμιο, το δακτυλισμό. Παίζει αργά. Δύο τύποι κοντά του αρχίζουν να χτυπούν τα δάχτυλά τους, βλέπει ένα πόδι να κουνιέται ελαφρά στο φωτεινό κομμάτι της αυλής.
Για μερικά λεπτά παίζει μόνο τη μελωδία, ύστερα αρχίζει να την εγκαταλείπει, πρώτα με προσοχή, για να μη χαθεί. Ακούει κάποιον να λέει τ' όνομά του, συνειδητοποιεί ότι όλο και πιο πολύς κόσμος μέσα στο προαύλιο τον ακούει, και το σούσουρο των φωνών καταλαγιάζει. Υπάρχει μια τελειότητα στο χώρο, έτσι που έχουν απλωθεί οι φυλακισμένοι μέσα στην αυλή. Αν και παίζει ακόμη τη μελωδία, είναι λες και σταδιακά κλείνεται μέσα της κι έχει όλο και λιγότερο χώρο να κινηθεί, μέχρι που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να φωνάξει, και να τη διαλύσει, όπως κάποιος που χτυπάει το κεφάλι του στους τοίχους του κελιού του.
Ένας από τους κατάδικους ψιθυρίζει ότι είναι σαν ν' ακούς το πνεύμα ενός ανθρώπου, σαν να το χτυπούν για να βγει. Δίπλα του, ένας γέρος Νέγρος κουνάει το κεφάλι του:
“Οχι, θα τα σπάσει τα δεσμά του”.
Μετά από ένα χείμαρρο όλο στριμμένες νότες, είναι λες και το σόλο δεν έχει που αλλού να πάει. Κανείς δεν κουνιέται, οι κατάδικοι στέκονται εκεί που είναι, τον περικυκλώνουν σαν τον παλαιστή που τον έριξαν νοκάουτ, και παλεύει να έρθει στα καλά του για να συνεχίσει. Φτύνοντας ενωμένες νότες σαν σπασμένα δόντια, προετοιμάζεται να σηκωθεί πάνω στη σκάλα μόλις μετρήσει ο διαιτητής. Ακούγοντας, οι φυλακισμένοι ξέρουν ότι το παίξιμό του μιλάει για κάτι που δεν είναι ψηλότερο αλλά βαθύτερο από την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό, την περηφάνια, ή την αγάπη – πιο βαθύ και από το πνεύμα: την απλή προσαρμοστικότητα του σώματος. Πολλά χρόνια μετά, όταν το σώμα του θα έχει γίνει μια ανεκτική αποθήκη πόνου, ο Αρτ θα θυμάται το μάθημα της ημέρας: αν μπορεί να σταθεί όρθιος, τότε μπορεί και να παίξει, και αν μπορεί να παίξει, τότε μπορεί να παίξει υπέροχα.
Για μερικές στιγμές μπερδεύεται, αγνοώντας τι παίζει, κολλώντας τον όγδοο με τον ένατο χτύπο του μέτρου. Και τότε, συγκεντρώνοντας όλη του την ενέργεια, ψάχνει την πιο ψηλή νότα, την φτάνει -ίσα ίσα- και εκτινάσσεται μακριά. Στην κορυφή του άλματος, πριν τον καλέσει πίσω η βαρύτητα, υπάρχει μια στιγμή απόλυτα αβαρής – λαμπερή, καθαρή, ήρεμη- και ύστερα πεφτει και πάλι, διαγράφοντας ένα θαυμάσιο καμπυλωτό τόξο, που καταλαγιάζει μέσα στον βαθύ στεναγμό των μπλουζ. Και οι κατάδικοι καταλαβαίνουν ότι γι' αυτό επρόκειτο εξαρχής – ένα όνειρο πτώσης.
Οταν τελειώνει, είναι ιδρωμένος. Κουνάει ανεπαίσθητα το κεφάλι, τόσο λίγο που μοιάζει με τικ σε αργή κίνηση. Γύρω του μονάχα η σιωπή των φυλακισμένων που τον ακούν. Οχι μόνο των φυλακισμένων. Υπάρχει και η γκρίζα ησυχία των φρουρών που κοιτάνε. Ενα γκλοπ που χτυπάει τέσσερα τέταρτα στην παλάμη ενός χεριού. Πόδια που κουνιούνται ρυθμικά μέσα σε σκληρά παπούτσια, το σιωπηλό βογκητό των χαλικιών πάνω στο τσιμέντο. Σύντομα, ούτε καν αυτό.
Κανένα χειροκρότημα. Κάθε δευτερόλεπτο μοιάζει με τη στιγμή πριν ακουστεί η πρώτη κρούση της μιας παλάμης στην άλλη. Αλλά αντι γι' αυτό υπάρχει μια παρατεταμένη νότα σιωπής, τεντωμένη εξωπραγματικά, σαν νοερό βάραθρο. Ολοι πλέον αντιλαμβάνονται τη σιωπή στο προαύλιο, το ξεφύσημα μιας ατμομηχανής μέσα στο εργαστήριο της φυλακής. Αντιλαμβάνονται επίσης ότι αυτή η σιωπή είναι μια εκτίμηση της μουσικής, μια πράξη συλλογικής θέλησης, ότι υπάρχει πάντα μια αναπόφευκτη αξιοπρέπεια στη σιωπή, ότι μια φωνή ή μια κραυγή μπορεί πολύ εύκολα να την καταστρέψει. Η σιωπή είναι επίσης κάτι ορατό, αιχμαλωτισμένο στο χρόνο. Κανείς δεν κινείται γιατί, προκειμένου να υπάρξει σιωπή σ' ένα μέρος σαν αυτό, ο χρόνος πρέπει να σταματήσει. Κάτι πρέπει να συμβεί για να σπάσει τη σιωπή, και να αποδεσμεύσει το χρόνο. Οι φρουροί νιώθουν την αυξανόμενη ένταση των στιγμών που έχουν στοιβαχτεί η μια πάνω στην άλλη σαν αυτοσχέδιο οδόφραγμα: αν προσπαθήσουν να το περάσουν, θα 'ναι σαν να προκαλούν εξέγερση. Οπότε περιμένουν. Η ησυχία γίνεται πνιγερή. Οσο περισσότερο βράζει τόσο πιο βίαιη θα είναι η έκρηξη ήχου που σίγουρα θ' ακολουθήσει. Από τη σιωπή στην οχλαγωγία του μετάλλου, των φωνών, της φωτιάς. Ενα απλό “κλικ” στην ασφάλεια του όπλου θα ήταν αρκετό για να ξεκινήσουν όλ' αυτά, σαν το πρώτο “τικ” του ρολογιού που ξαναμπαίνει σε λειτουργία, και πυροδοτεί το χρόνο. Η σιωπή είναι σαν ένας αργά επεκτεινόμενος ορίζοντας, μια μακρινή θέα, που κάνει τους τοίχους της φυλακής ασήμαντους και ευτελείς. Ο διευθυντής της φυλακής, απαρατήρητος και ανοίκειος, έχει βγει από το γραφείο του και στέκεται ήσυχα στη σκιά.
Οι φυλακισμένοι σχηματίζουν έναν χάρτη, οι καμπύλες τις οποίες διαγράφει η ματιά τους περικλείουν τη χλομή μορφή που ανασαίνει σιγά, κρατώντας στα χέρια το σκουριασμένο άλτο, και σηκώνει το χέρι προς το στόμα, καθαρίζοντας το λαιμό της.

GEOFF DYER
ΚΙ ΟΜΩΣ, ΟΜΟΡΦΑ...
Ενα βιβλίο για την Τζαζ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΑΝΑΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΠΥΡΟΣ

ΟΙΚΤΟ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ... - ΓΚΙΓΙΩΜ ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ

Οίκτο δεν έχω πια για μένα
Τη σιωπηλή μου οδύνη δεν μπορώ να εκφράσω
Τα λόγια που λογάριαζα να ειπώ μεταβληθήκαν σε άστρα
Ενας Ικαρος προσπαθεί ν' ανυψωθεί ως τα μάτια μου
Κομιστής ήλιων φλέγομαι στο κέντρο δυο αστερισμών
Τι έκαμα στα θεολογικά θηρία της γνώσης
Σ' αλλοτινούς καιρούς έρχονταν οι νεκροί να με λατρέψουν
Κι έλπιζα να τελειώσει ο κόσμος
Μα το δικό μου τέλος σαν τη θύελλα καταφθάνει.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Τάκης Σινόπουλος

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Υπό την βασιλικήν δρυν – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


Οταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μιαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί. Οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου...
Από τα φύλλα της εστάλαζε κ’ έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Εθαλπον οι ζωηφόροι οποί του έρωτα θείας ακμής, κ’ έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.
Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ’ έθελγε, μ’ εκήλει, μ’ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω. Να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν’ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν’ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν’ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας... Και αν δεν μ’ εδέχετο, και αν μ’ απέβαλλεν από το σώμά της και μ’ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεόληπτου.
Επόθουν, αλλ’ η συνοδία των οικείων μου, μεθ’ ων ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψη. Και μιαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186..., καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί. – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.
Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.
Ηγοντο εκεί χοροί και πανηγήρεις. Δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυρόξανθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Επληττε τας πραείας ήχους ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.

Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν... και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.
Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ’ αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος. Εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.
Ολην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν... Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναϊσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθή τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων... είτα, πριν απολύση η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.
Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχωμαι την ράχιν του βουνού... διευθυνόμενος προς το μέρος όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.
Ητον όλη η οδός ανωφερής, κ’ εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν’ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν’ ακούσω επιπλήξεις από τους οικίους.
Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ’ οδόν. Πλην παρ’ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υπζυγίων. Ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.
Πάραυτα εξετράπην της οδού, κ’ έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι να με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον που, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ’ έπειθον να κατέλθω μετ’ αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ημην ένδεκα ετών παιδίον.
Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κ’ εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ’ ολίγον τον έχασα. Εις εν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ’ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.
Καθώς την είδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχωμαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών, αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας... τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.

Ημην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Αμα, έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ’ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ανοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνας της, έμελπον τρελά τραγούδια... Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου...
Ημην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθή καλά την νύκτα. Ο ύπνος μου έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ’ εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνας, ως εις περίεργον παιδίον.
Μου εφάνη ότι το δένδρον – έσωζον καθ’ ύπνον την έννοιαν του δένδρου – μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μιαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μια επάνω εις την άλλην, είτα κατ’ ολίγον εξεκόλλησαν κ’εχωρίσθησαν εις δύο. Ο κορμός μου εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας. Οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μου εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ’ ης εγώ εκείμην. Και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ’ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.
Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! Δεν είναι δένδρον, είναι κόρη. Και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»
Οταν μετ’ ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ανείρου έσχον εν νω την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώποους ως δένδρα. Δεύτερον δε τους είδε καθαρα...»
Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα. Η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:
-Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν... δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν είμ’ εγώ νύμφη αθάνατος. Θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον...

Εξύπνησα έντρομος, κ’ έφυγον... Ητο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει... Εκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος... Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλή εξ ονόματος.
Ητον εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και , να τρέξω να φθάσω ταχέως εκεί κάτω...

Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν η ευρίσκεται ενσαρκωμένη...
Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κ’ επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητήρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτό ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.
Μια γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.
Οταν την ηρώτησα τι είχε γίνεει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:
-Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε... μα κ’ εκείνος δεν είχε κάνει νισάφι με το τσεκούρι του. Όλο θεόρατα δέεντρα, τόσο σημαδιακά πράματα... Σαν το ‘κοψε κ’ ύστερα, δεν είδε χαϊρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε...
Το Μεγάλο Δέντρο ήταν στοιχειωμένο.
(1901)

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Εισαγωγή – επιλογή διηγημάτων – σχόλια
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΕΧΜΙΟ


ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αιμασιά = φράχτης, ξερολιθιά
ακήρατος = άσπιλος, καθαρός, αγνός
ακρέμων = το κλαδί που βρίσκεται ψηλότερα
αμφιλαφής = με πλούσια και πυκνή βλάστηση
ανθόσμιος = μοσχάτο κρασί
βαθύκομος = αυτός που έχει πυκνά μαλλιά
βαθύφαιος = σκούρος σταχτής
βαυκαλώ = νανουρίζω
γλαφυρός = κοίλος, βαθουλός
έμελπον (μέλπω) = ψάλλω
εύτορνος = καλώς τορνευμένος, στρογγυλός
θεόληπτος = ο κατεχόμενος από το θείον
ίμερος = πόθος
κολληγοσύνη = στενός φιλικός σύνδεσμος
λήρος = ανόητος, μωρός, φλύαρος
λιβανωτίς = είδος φυτού που μυρίζει όμορφα
λιγυρός = εύκαμπτος, ευλύγιστος
μήκων = παπαρούνα
νισάφι = έλεος, λύπηση
Οπός = παχύρρευστος χυμός δένδρου
Ούλος = πυκνός
ράμνος = αγκαθωτός θάμνος
σκήνωμα = κατάλυμα
στραβολέκας = η γκλίτσα
χαϊρι = προκοπή
χαρμονή = τέρψη, χαρά
Χλωρόφαιος = γκριζοπράσινος



Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

ΒΑΛΠΟΥΡΓΕΙΑ ΝΥΧΤΑ – ALEISTER CROWLEY

Ο ανεμοστρόβιλος του Αετού και του Λέοντα!
Το Δένδρο πάνω στο Βουνό της Σιών!
Ο γάμος της Αστρακτίδας και του Τρελού!
Το μυστικό Σαμπάθ των Αγίων του Θεού!
Ιππευσε το Σκουπόξυλο που είναι ο Θεός-στον-Ανθρωπο!
Σπιρούνισε τον αγριο Τράγο που το μυστικό όνομά του είναι Παν!
Μπροστά σ' αυτή τη ράβδο ο Ουρανός είναι μικρός.
Κάτω απ' τις οπλές αυτές τ' άστρα είναι της σκόνης οι πνοές!
Ξύπνα ψυχή μου! Ενα βήμα και ο χώρος γεφυρώνεται.
Ο χρόνος, σαν πεταλούδα, συνθλίβεται στο αριστερό σου χέρι,
Ενώ με το δεξί σου απλώνεις για ν' αδράξεις
Το δισκοπότηρο του Θεού, γέρνοντάς το στα χείλη σου;
Ιδέ! Όλες οι περιδινούμενες ακτίδες Φωτός ένας ιστός
Οπου οι παλίρροιες του Χρόνου υποχωρούν κι ανέρχονται,
Μια καρδιά που κτυπά την Αιώνια ένταση,
Τα άκρα που εξουδετερώνονται στο Τίποτα.
Το φως ριγεί μέσω του Φωτός, το αδράχτι της επιθυμίας,
Σταυρός πάνω σε Σταυρό Στοιχειακής Φωτιάς.
Η Ζωή κυκλώνει τη Ζωή, το Ρόδο ανθίζει ψηλά,
Και στο γάμο τους γίνονται Αγάπη.
Ιδέ! Σε κάθε δόρυ της Λαμπρότητας καίγεται ένας κόσομος
Περιστρεφόμενος, περιδινούμενος, κλαίγοντας δυνατά. Και συσπειρωμένος
Γύρω από κάθε κόσμο, περικλείοντας στην πορεία του,
Ο Ιερός Οφις, ο πατέρας της δύναμής του,
Ενεργός, ενεργοποιών, αυτοσυντήρητος,
Ανθρωπόκαρδος, Αετόφτερος, με χάιτη Λιονταριού,
Θριαμβεύοντας στην λαμπρότητα του καθώς τινάζει
Τα του Φοίνικα φτερά του σ' αθάνατες στάχτες
Εκ των οποίων μια νιφάδα, ένας σπόρος του πνεύματος που έχει υφανθεί,
Περιστεφει τον εαυτό της μπροστά, και δημιουργεί έναν ήλιο.
Φως που διαχέεται σε Φως, ένας απαστράπτων σπασμός
Της λαμπρότητας του Ουρανίου Τόξου που γεφυρώνει το κοσμικό χάσμα.
Το φώς κρυσταλλώνεται στη Ζωή και η Ζωή τελειοποιείται
Στο Φως, η άισθηση της μαγείας τους καταναλώνοντας
Το θαύμα της Αγάπης, και όλο το δέος
Της Ανάγκης ενοποιείται με τον ένα νόμο της Ελευθερίας.
Ενα τετράφυλλο λουλούδι Θεότητας, φύλο και καρπός
Και σπόρος και μπουμπούκι μιας λαμπρής ρίζας,
Διαλύοντας όλη την ουσία του ανθίσματός του
Στην έκσταση του ίδιου του του αρώματος.
Κάθε ίνα αυτού του φωτός μια αστρο-δέσμη
Οπου όλη η ύπαρξη αστράφτει στην πορεία της!
Ολα τα πράγματα που ζουν, μια μουσική και μια χορωδία,
Γελούν με τα σκιρτήματα εκείνης της διάπυρης φωτιάς.
Λαμπρά σημεία εκείνου του ηλιόφωτος, είναι μεθυσμένα απ'
Το κρασί της ίδιας τους της ενέργειας της αγάπης.
Τίποτα τόσο μικρό, τόσο βασικό, τόσο ατελές,
Μα να που χορεύει με μαγεμένα πόδια.
Κι όπου το Φως συναντά το Φως, όλες οι αγάπες συνδυάζονται:
Ιδού ο Θεός, οι πιστοί, ο βωμός.
Καθένας περιέχοντας τη μοναδική ψυχή του
Και συνάμα κέντρο και πηγή του όλου.
Καθένας τελειοποιείται στο δικό του παθιασμένο ρόλο,
Καθένας η περιφέρεια, και καθείς η καρδία!
Πάντοτε το τρία στο ένα είναι πλεγμένα,
Πάντοε το Ενα στα Τρία ανυπέρβλητα δεμένο
Η ουσία τους στο Κεντρικό Πνεύμα εξακοντίζεται
Κι έτσι εκσφενδονίζεται ένας αδιάφθορος κόσμος,
Από Εκείνο που, κατανοώντας σε μια ενότητα
Την Συμπαντική έκσταση της ψυχής Του,
Κατοικεί πέρα από τη δική Του φωτεινότητα
Μακριά από την άφθαρτη θέση Του,
Υποστηρίζοντάς το παν, με χέρι που το ξίφος του λαμπυρίζει.
Με κάθε λάμψη μια νέα φτερωτή Ψυχή των Πραγμάτων.
Παρατηρώντας το παν, με μάτια που οι λάμψεις τους πλημμυρίζουν
Μ' αίμα τις φλέβες του ίδιου τους του σύμπαντος.
Απορροφώντας το παν, καθ' ένα από τα μυριάδες στόματα διάπυρο
Για να προφέρει το άρρητο Όνομα
Που καλεί όλες τις ψυχές, μεγάλες και μικρές,
Στην αφάνταστη γαμήλια γιορτή.
Και στην ίδα την μετάληψη αφυπνίζεται
Η ουσία τους με μια μονάχα Λέξη.
Αυτό το Παν, αυτός ο Κύριος του Παντός, κατοικεί
Πίσω από τον απεριόριστο χείμαρρο των ρευμάτων Του,
Στη σιγή κάθε πράξης, ή λέξης, ή σκέψης
Ωστε είτε δεν το ονομάζουμε είτε Το λέμε Τίποτα.
Αυτή είναι η Αλήθεια πίσω από το ψέμα που καλείται Θεός.
Αυτό κηλιδώνει τους ουρανούς και ζει μέσα στον τρελό.
Αυτό είναι το κέντρο όλων των σφαιρών, η φλόγα
Στους ανθρώπους και τα άστρα, η ψυχή πίσω απ' το Όνομα,
Η πηγή της Ζωής, ο Αξονας του Τροχού
Που τα πάντα κινεί κι όμως είναι το Ενα που είναι ακίνητο.
Μην Το λατρεύεις, γιατί σε λατρεύει Εκείνο,
Τη σκιώδη μορφή της αιωνιότητάς Του.
Ανόρθωσε τον εαυτό σου! Εσο δυνατός για να σπάσεις τα δεσμά σου!
Ιδέ! Το αναστημά σου θα ξεπεράσει τ' άστρα.

ALEISTER CROWLEY
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΑΘΙΑ
ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Επιστήµονες θα εξετάσουν το DΝΑ του Οζι Οζµπορν



ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΝΕΑ
Η επιστήµη και µόνο µπορεί να δώσει απάντηση στην περίπτωση Οζι Οζµπορν (φωτογραφία). Και εντός ολίγου µπορεί ο Πρίγκιπας του Σκότους να αποκτήσει ακόµη έναν τίτλο, αυτόν του Ιατρικού Θαύµατος. Κι αυτό, καθώς - σύµφωνα µε το Sky Νews - επιστήµονες σκοπεύουν να αναλύσουν το DΝΑ του και να µελετήσουν πώς ύστερα από τόσες καταχρήσεις που έχει κάνει στη ζωή του, και οι οποίες κάτω από κανονικές συνθήκες θα σκότωναν τον ανθρώπινο οργανισµό, ο Οζι όχι µόνον ζει αλλά και συνεχίζει µε συναυλίες, περιοδείες και heavy metal. Η εξέταση (κόστους περίπου 40.000 δολαρίων) που θα κάνει η οµάδα επιστηµόνων Κnome από το Κέµπριτζ της Μασαχουσέτης, θα δώσει απαντήσεις για το πώς ο οργανισµός του Οζι αντιδρά στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, απλά αναλύοντας το αίµα του. Αποτελέσµατα θα βγουν τρεις µήνες µετά την αιµοληψία. Εκτός από ναρκωτικά και αλκοόλ που κατανάλωνε επί τέσσερις δεκαετίες, ο Οζι επέζησε από ένα µοτοσυκλετικό ατύχηµα ενώ σήµερα πάσχει από µια ασθένεια όµοια µε Πάρκινσον. Στα 61 του χρόνια, ωστόσο, τα πηγαίνει µια χαρά. Καινούργιο άλµπουµ (το «Scream», που θα βγει σε λίγες ηµέρες), καλοκαιρινή περιοδεία (που τον Σεπτέµβριο θα τον φέρει και στην Αθήνα) ενώ, όπως δηλώνει ο ίδιος, δεν αποκλείεται να ξαναβρεθεί µε τους Βlack Sabbath. Να υποθέσουµε ότι το επόµενο αντικείµενο ανάλυσης των επιστηµόνων θα είναι ο Κιθ Ρίτσαρντς. 

Αν δεχθεί να τον αναλύσουν.