.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ - ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΣΑΜΠΑ



Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά·
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Κι είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.

μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ

Η νύχτα και η πόλις: Ζυλ Ντασέν – Bryan D. Palmer


Οταν ο ομόλογός του στο νουάρ, ο φυλακισμένος Ουκρανοκαναδός Εντουαρντ Ντμίτρικ (Edward Dmytryk), από τους διαβόητους Δέκα του Χόλιγουντ, επιδίωξε την εύνοια της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών και απαλλάχτηκε καταδίδοντας τον Ντασέν ως δήθεν κομμουνιστή, ο τελευταίος -εναντίον του οποίου δεν υπήρχαν παρά ελάχιστες απτές αποδείξεις πέραν της ιδιοτελούς μαρτυρίας του Ντμίτρικ- άρχισε να διώκεται και μπήκε στη μαύρη λίστα. Ο Ντασέν αντί να δώσει αξία στην Επιτροπή και το έργο της, εγκατέλειψε τις Η.Π.Α. και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία. Η πρώτη του ταινία στην εξορία ήταν το έργο Η νύχτα και η πόλις (1950), μια κινηματογραφική περιήγηση στα θέματα του νουάρ γυρισμένη με φόντο το σκοτεινότερο Λονδίνο: ένας ντικενσιανός υπόκοσμος από απατεώνες, κομπιναδόρους, μικροκλέφτες, χαμίνια του δρόμου, κοπέλες αιθουσών χορού, επαίτες και μπουκμέικερ, ένας λαβύρινθος από φρεάτια κλιμακοστασίων, γέφυρες, γιαπιά, κρυψώνες, περιορισμένους χώρους και παρωδίες κινδύνων.
Σε αυτό το περιβάλλον του δρόμου και στα γεμάτα ομίχλη και καπνό σοκάκια του, μέσα από τα οποία προσπαθεί μονίμως να διαφύγει, κατοικεί ένας εκπατρισμένος Αμερικανός που προσπαθεί να πιάσει την καλή, ο Χάρι Φέιμπιαν, τον οποίο υποδύεται ο αστέρας του νουάρ Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ (Richard Widmark). Ο Φέιμπιαν κυνηγά μονίμως την επιτυχία που δικαιούται, ένας άνθρωπος μονίμως στα καρφιά, ενώ η πολύπαθη και χρυσόκαρδη φίλη του Μαίρη Μπρίστολ είναι η πηγή που καλύπτει πρόθυμα τα μικροέξοδά του. Ωστόσο καθώς ο Χάρι αρχίζει να “γίνεται κάποιος”, να “τα έχει όλα δικά του” πραγματικά, αυτά που διακυβεύονται αυξάνονται σε βαθμό όπου κανείς, και οπωσδήποτε όχι η Μαίρη, δεν μπορεί να αποτρέψει τον προδιαγεγραμμένο αφανισμό του. Ο Χάρι, τον οποίο ένας ρομαντικός αντίζηλός του (η γνήσια ευγένεια του οποίου και η ελαφρά ομοφυλοφιλική προσωπικότητά του αποκλείουν την περίπτωση να του δώση η Μαίρη την παραμικρή σημασία) περιγράφει ως “καλλιτέχνη χωρίς τέχνη”, ενδίδει στο τέλος στην προδοσία της τέχνης και πληρώνει το τελικό τίμημα. Συναναστρέφεται κυνικά τον Γρηγόριο, τον αφελή αν και πατριαρχικό διακοσμητικό αρχηγό της ευρωπαϊκής ελληνορωμαϊκής πάλης και απογοητευμένο πατέρα του αντιπαθητικού μετανάστη Κρίστο, του ανάλγητου και ισχυρού εγκληματία που κυριαρχεί στην αναδυόμενη μεταπολεμική εμπορευματοποιημένη σκηνή της πάλης, και χρησιμοποιεί τις ικανότητές του ως απατεώνα για να αναδειχτεί σε αντίπαλο του βασιλιά του υποκόσμου. Για ένα διάστημα, η ικανότητά του να εξαπατά σχεδόν τους πάντες γύρω του φαίνεται να αποδίδει καρπούς. Με τον Γρηγόριο στο πλευρό του, το διακινδυνεύει και χρηματοδοτείται από τον εργοδότη του, ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου, και αφού αναπτυχθούν τα τεχνάσματά του, το όνομα του Φέιμπιαν είναι έτοιμο να μπει πρώτο στην πινακίδα για τον μεγαλύτερο αγώνα πάλης στο Λονδίνο: μια επική, θεατρική μάχη ανάμεσα στην κλασική, καλλιτεχνική ελληνορωμαϊκή πάλη και την ψυχοπαθολογία του “παιχντιδιού της πάλης” όπως συνοψίζεται στο πρόσωπο του διάσημου παλαιστή του Κρίστο, του κτηνώδους “Στραγγαλιστή”.
Ωστόσο η φαινομενική καλή τύχη του Χάρι ξεφτίζει καθώς η απάτη του ξεπερνάει, όπως ήταν αναμενόμενο, τα όρια και οι βαθμολογητές του ανακαλούνται από εκείνους όπως ο Κρίστο και ο Νοσέρος που κρατούν τα ισχυρά χαρτιά. Στο τέλος, ο Χαρι καταλήγει αυτό που ήταν πάντα: ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ξεφύγει (την τελευταία του ώρα παραπονιέται ότι πάντα έτρεχε να ξεφύγει, από τους υπαλλήλους της κοινωνικής πρόνοιας, από τον πατέρα του, από την αστυνομία). Εξόριστος στην πόλη που επέλεξε ο ίδιος (όπως και ο Ντασέν), ένας άνθρωπος επικυρηγμένος με ένα ποσό στο οποίο ελάχιστοι από τους άλλους κομπιναδόρους μπορούν να αντισταθούν (και πάλι όπως ο Ντασέν στον κόσμο της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Χόλιγουντ), ο Χάρι είναι ένας άνθρωπος καταδικασμένος που παλεύει όλη νύχτα πάνω σε βομβαρδισμένα χαλάσματα, που αναζητεί μάταια καταφύγιο στα υγρά και σκοτεινά τείχη του Τάμεση ή στα σκουπίδια των κακοποιών του λιμανιού του Λονδίνου. Καθώς η γέφυρα γεμίζει από τους έτοιμους μισθοφόρους του Κρίστο, ο Χάρι αντικρίζει ένα σκοτεινό ξημέρωμα σαν άνθρωπος που ήρθε τελικά η ώρα του. Χωρίς ούτε μια πολιτική λέξη, ο Ντασέν δημιουργεί έτσι ένα σχόλιο για τον κόσμο του Ψυχρού Πολέμου, όπου οι ισχυρές δυνάμεις του κακού φέρνουν εξορία, απογοήτευση και ήττα σ' εκείνους “που απλώς θέλουν να γίνουν κάποιοι” -μια φράση γεμάτη πάθος που ψιθυρίζει ο Φέιμπιαν.
Η ταινία είναι μια καταδίκη της κυνικής και απελπιστικής διαφθοράς της μεταπολεμικής καπιταλιστικής αγοράς. Στην Μπέγκαρς Λέιν, ένα από τα φιλαράκια του Χάρι εφοδιάζει επαγγελματίες επαίτες με ψεύτικα μέλη και άλλα βοηθήματα που τους καθιστούν καλύτερους αγωγούς χρήματος. Η μεταφορική εικόνα δεν είναι παρά φως. Ενα σκοτάδι που θυμίζει άβυσσο συμβολίζει τη φυλάκιση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό, ενώ η κακομοιριά των ανταλλακτικών σχέσεων δίνει έντονη την εικόνα του χυδαίου παζαριού του μητροπολιτικού κεφαλαίου. Στο υπόγειο νυχτερινό κέντρο Silver Fox”, εύστοχο όνομα γι' αυτό το κρησφύγετο της πονηριάς και της διπλοπροσωπίας, ο αποκρουστικός Νοσέρος χαϊδεύει τα λεφτά του, καρικατούρα του αρπακτικού, υπερφίαλου εκμεταλευτή, μια ζωή καρφωμενος στο γραφείο από όπου παρακολουθεί αφ' υψηλού το νυχτερινό θέατρο όπου οι άντρες πελάτες είναι τα αφελή θύματα που ενδίδουν πρόθυμα σε κάθε ψευτοσεξουαλικό δόλωμα. Ο βασιλιάς του υποκόσμου Κρίστο, πλαισιωμένος από το δικηγόρο του και το σωματοφύλακά του, είναι το μόνο πρόσωπο που προβάλλει απειλητικά στον ορίζοντα του Λονδίνου. Καραδοκώντας για να απαιτήσει τελικά την εκδίκησή του, ο Κρίστο είναι η ενσάρκωση του γεγονότος ότι το έγκλημα όχι μόνο αποδίδει αλλά τελικά έχει πάντα το πάνω χέρι. Στο βάθος, μικρότεροι αετονύχηδες περιτριγυρίζουν την πάντα παρούσα ανθρώπινη λεία.
Το χρήμα κυβερνά σε αυτό το σύμπαν απληστίας και διαφθοράς, προβάλλει από παρασκηνιακές συναλλαγές, που σκαρώνονται από τα πάρε-δώσε παραπλανητικών παζαριών. Το χρήμα αλλάζει χέρια σε χοντρές δεσμίδες δεμένες με λαστιχάκια, δέχεται τις αισθησιακές θωπείες ατόμων που στερούνται ανθρώπινου ερωτισμού, ο πλούτος μιλάει τη γλώσσα των κενών υποσχέσεων, αλλά ουδέποτε εξασφαλίζει κάτι αξιόλογο. Η εμμονή του Χάρι με το κυνήγι του χρήματος και της φήμης που νομίζει ότι θα του εξασφαλίσει το χρήμα είναι το τραγικό ασθενές σημείο μιας ζωής γεμάτης αγωνιώδη δράση, που τον παρασύρει στην αναπόφευκτη ελεύθερη πτώση σε μια τελική κόλαση χωρίς φίλους.
Η Μαίρη λέει στο τέλος στον Φέιμπιαν ότι θα μπορούσε να κάνει τα πάντα: με μυαλό, φιλοδοξία και σκληρή δουλειά, θα μπορούσε να γίνει ήρωας, αλλά του έλειπε η τέχνη, με αποτέλεσμα να κυνηγάει πάντα “λάθος πράγματα”. Στη λονδρέζικη νύχτα, ο Χάρι Φέιμπιαν δεν είναι τελικά κι αυτός παρά ένα “λάθος”: τα πάντα πωλούνται, καθώς ένα αυτοκίνητο διασχίζει τρέχοντας τον όλο και πιο κλειστοφοβικό κόσμο του Χάρι, αναγγέλοντας στους πάντες το τίμημα των χιλίων λιρών για το κεφάλι του. Ο άνθρωπος που κατάφερε να “τα καταλάβει όλα” υπέγραψε την ίδια του την καταδίκη σε θάνατο ωθώντας το παιχνίδι της αυτο-πραγμάτωσης στα άκρα. Οι κανόνες της ταξικής θέσης και της κοινωνικής σειράς, τους οποίους όσοι βρίσκονται στην κορυφή της μικρής κοινωνικής πυραμίδας της λονδρέζικης νυχτερινής υποκουλτούρας του δρόμου τους ερμηνεύουν μέχρι του σημείου να τους καταργούν, δεν είναι και τόσο ευέλικτοι. Για τους Χάρι Φέιμπιαν προβλέπουν ίσα ίσα όσο τράτο τους χρειάζεται για να σκιρτήσουν την ώρα του θανάτου. Ο Χάρι οδεύει τελικά προς το τέλος του με κάποια χάρη, κάνοντας ό,τι μπορεί για να εξασφαλίσει στη Μαίρη τα αιματοβαμμένα λεφτά του Κρίστο. Στο Λονδίνο της νύχτας, μόνο η Μαίρη στέκεται δίπλα τον άντρα που δεν της πρόσφερε παρά την κρύα χαρά των δικών του ανικανοποίητων φιλοδοξιών και την προθυμία να κάνει ουσιαστικά τα πάντα προκειμένου να τις πραγματοποιήσει.
Η ταινία Η νύχτα και η πόλις είναι επομένως ένα συνεχές κοινωνικό σχόλιο για το λαβύρινθο του μεταπολεμικού καπιταλισμού και την ψυχροπολεμική πολιτική του κατασταλτικού περιορισμού που αυτός εφαρμόζει, μια προκλητική εξερεύνηση που γίνεται πολύ πιο αποτελεσματική επειδή ακριβώς φαίνεται πολύ αποστασιοποιημένη από το αντικείμενο της καυστικής κριτικής της. Ο καπιταλισμός, ο οποίος στην ταινία του Ντασέν συμβολίζεται ως εμπορευματοποιημένη πάλη, κατασκευάζεται ευφυέστατα ως σκηνοθετημένο γεγονός. Πρόκειται για ένα νουάρ πρόλογο στην αντίληψη της μετανεωτερικής θεωρίας για την κρίσιμη σημασία του θεάματος σε μια παρακμάζουσα τάξη πραγμάτων όπου η εμπορία των εικόνων ξεπερνάει την παραγωγή αγαθών -από την οποία δεν υπάρχει ούτε ίχνος στο σηπτικό σκοτάδι της ταινίας Η νύχτα και η πόλις, όπου όλα πωλούνται είναι ένα ανακυκλωμένο κόλπο μια καλοστημένη απάτη.

BRYAN D. PALMER
ΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Νυχτερινές περιηγήσεις στις ιστορίες παράβασης από το μεσαίωνα μέχρι σήμερα
Μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΒΒΑΛΑΣ

Ο ΨΕΥΤΗΣ - Αμίρι Μπαράκα (Λι Ρόι Τζόουνς)

Εκείνο που πίστευα πως ήταν
μέσα μου αγάπη, ανακαλύπτω με χίλια παραδείγματα
πως φόβος είναι. (Απ' τη σκιά του δέντρου
που κινείται γύρω απ' την καρέκλα, τη μακρινή μουσική
παγωμένων πουλιών
που τραυλίζουν μες στο κρύο).
Όπου κι αν πάω ν' αξιώσω
τη σάρκα μου, υπάρχουν είσοδοι του πνεύματος.
Και τα προσόντα της ακόμα είναι απαίσιες πρακτικές
που αγωνίζομαι να κατανοήσω.
Παρότι είμαι ένας άνθρωπος εκκωφαντικός
στο γέννημα των τρόπων του.
Η δημοσιότητα επαναπροσδιορίζει κάθε αλλαγή
στην ψυχή μου, λες και τις είχα προβλέψει,
και είχα ωφεληθεί, βιβλικά, ακόμα και 
το τραγουδιστό τους βάρος
έσβησε την οικειότητα
απ' το πρόσωπό μου.
Μια ερώτηση στοχάζομαι,
μια απάντηση,
που κάθεται μετρώντας τα λεπτά εώς ότου
να πεθάνεις.

Σαν θα ρωτάνε,
"πέθανε ο Λη Ρόι;"
αναρωτιέμαι ποιον θα εννοούν;

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΠΙΤ ΠΟΙΗΣΗΣ
Εισαγωγή - μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Εκδόσεις Ροές

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΗΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) – DION FORTUNE


Μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση αναφέρεται στην Επιθεώρηση του Εσωτερισμού του Δεκεμβρίου 1929, σε ένα γράμμα προς τον αρχισυντάκτη που υπογράφει κάποιος Χ. Κάμπελ.
Αναζητώντας ορισμένες πληροφορορίες που δεν κατόρθωσα να πάρω με κανένα από τους συνηθισμένους τρόπους, κατέφυγα στο σύστημα του Αμπραμελέν. Για το σκοπό αυτό ετοίμασα ένα ομοίωμα του απαραίτητου Τάλισμαν, κάνοντάς το όσο καλύτερο μπορούσα με τις λίγες γνώσεις που διέθετα. Η τελετουργία εκτελέστηκε και άρχισα να καθαρίζω τον #τόπο εργασίας#. Αποδείχθηκε, όμως, ότι οι ατελείς γνώσεις είναι επικίνδυνο πράγμα. Η τελετουργία μου δεν πέτυχε και το μόνο που κατάφερα ήταν να καταστρέψω το Τάλισμαν, δίχως να περιορίσω στο ελάχιστο τις δραστηριότητες της οντότητας που είχα καλέσει. Αυτό δείχνει τέλεια αμέλεια εκ μέρους μου και ως ένα βαθμό είναι αλήθεια -αλλά αυτό που θέλω να επισημάνω είναι το εξής: οι γνώσεις μου γύρω από το συγκεκριμένο σύστημα, επομένως και για την τελετουργία, ήταν ατελείς. Ή τουλάχιστον δεν είχα διδαχθεί κάποια μέθοδο καταπολέμησης αυτής της συγκεκριμένης οντότητας από τη στιγμή που θα εκδηλωνόταν. Προσέξτε τώρα τα αποτελέσματα.
Δυστυχώς δεν έχω κρατήσει την ημερομηνία που συνέβησαν τα περιστατικά, αλλά η πρώτη ένδειξη προβλήματος θα πρέπει να εμφανίσθηκε γύρω στις 3 Μαρτίου 1927. Μπορώ να υπολογίσω την ημερομηνία με αρκετή ακρίβεια, επειδή, όπως θα μάθαινα αργότερα, οι εκδηλώσεις των φαινομένων ήταν πάντοτε πιο έντονες κατά την διάρκεια της νέας σελήνης και ενώ έπεφτα για ύπνο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θυμάμαι ότι ξύπνησα ξαφνικά με ένα ακαθόριστο αίσθημα τρόμου να με πιέζει. Δεν επρόκειτο, όμως, για το συνηθισμένο τρόμο κάποιου εφιάλτη, αλλά ήταν ένα συναίσθημα που μου είχε εντυπωθεί και το οποίο αδυνατούσα να αποβάλω με μια προσπάθεια της θέλησης. Πέρασε αμέσως μόλις σηκώθηκα και δεν του έδωσα περισσότερη σημασία.
Στις 2 Απριλίου, ή εκεί γύρω, το ίδιο συναίσθημα με κυρίεψε ξανά, αλλά δεν το θεώρησα σαν κάτι σοβαρότερο από έναν έντονο εφιάλτη, αν και το γεγονός ότι ο ύπνος μου είχε ταραχθεί στο τέλος της περιόδου της νέας σελήνης πέρασε από το μυαλό μου. Όσο πλησίαζε η πανσέληνος, οι νύχτες μου ξανάγιναν ήρεμες.
Με τη νέα σελήνη της 1ης Μαϊου το πρόβλημα επανεμφανίστηκε. Τούτη τη φορά ήταν κάτι πολύ πιο ισχυρό και απαιτήθηκε τρομακτική προσπάθεια θέλησης για να το αποτινάξω. Εκείνη την εποχή, περίπου, είδα για πρώτη φορά την οντότητα που γρήγορα άρχισε να με καταλαμβάνει. Δεν είχε και τόσο άσχημη εμφάνιση. Τα μάτια της ήταν κλειστά και είχε γενειάδα και μακριά κυματιστά μαλλιά. Φαινόταν σαν τυφλή δύναμη που βαθμιαία αφυπνιζόταν και άρχιζε να δραστηριοποιείται.
Υπάρχουν τρία σημεία που πρέπει να ξεκαθαρίσω πριν συνεχίσω. Κατ' αρχήν, ποτέ δεν μου επιτέθηκε δύο φορές την ίδια νύχτα. Δεύτερον, όταν μιλάω για απτά συμβάντα, για σπάσιμο του γυαλιού και φωνές, σε καμία περίπτωση, εκτός από μια ανεξήγητη εξαίρεση, δεν ήταν πραγματικά γεγονότα αλλά απλές ψευδαισθήσεις. Αυτό μας οδηγεί στο τρίτο σημείο. Κανένα από τα περιστατικά δε συνέβη ενώ κοιμόμουν. Πάντοτε ξυπνούσα μέσα στον τρόμο και προσπαθούσα βίαια να αποτινάξω τη μαγική επιρροή. Είχα και παλαιότερα εφιάλτες, αλλά κανένας εφιάλτης δε θα μπορούσε να καταλάβει το μυαλό μου για λεπτά ολόκληρα κάθε φορά, όπως συνέβαινε με τούτο το πράγμα, ή να με ωθήσει να πηδήξω από το παράθυρο που βρισκόταν τρία μέτρα πάνω από το έδαφος.
Η πρώτη ένδειξη ότι τούτες οι επισκέψεις βρίσκονταν εντελώς έξω από τη συνηθισμένη ροή των γεγονότων εμφανίστηκε στις 30 Μαϊου. Γύρω στα μεσάνυχτα ξύπνησα ξαφνικά από μια φωνή που φώναζε δυνατά, #Πρόσεξε#, και αμέσως αντιλήφθηκα ένα κόκκινο φίδι να κουλουριάζεται κάτω από το κρεβάτι μου και να υψώνει το κεφάλι του από το πάτωμα. Ενώ ήταν έτοιμο να μου επιτεθεί, πήδηξα από το παράθυρο και προσγειώθηκα ανάμεσα στις τριανταφυλλιές που βρίσκονταν από κάτω, χωρίς να πάθω μεγαλύτερη ζημιά πέρα από μια άσχημη μελανιά στο χέρι.
Ακολούθησε μια περίοδος απόλυτης ηρεμίας μέχρι τις 30 Ιουνίου, όταν ήρθε η πραγματική κορύφωση. Είχα δει το πλάσμα ξανά τη νύχτα της νέας σελήνης και είχα παρατηρήσει σημαντικές αλλαγές στην εμφάνισή του. Συγκεκριμένα, φαινόταν πολύ πιο δραστήριο, ενώ τα μακριά μαλλιά του είχαν μεταβληθεί σε κεφάλια φιδιών. Την επόμενη νύχτα ξύπνησα από ένα βίαιο θόρυβο και πήδηξα από το κρεβάτι. Είδα τότε ότι ο θόρυβος προκλήθηκε από ένα μεγάλο κόκκινο οβελίσκο που είχε τρυπήσει το δυτικό τοίχο του δωματίου και χτύπησε στον ανατολικό γκρεμίζοντάς τον μαζί με το παράθυρο, χωρίς όμως να πετύχει το κρεβάτι μου που βρισκόταν σε ένα κοίλωμα αριστερά της διαδρομής του. Στο πέρασμά του είχε σπάσει όλους τους καθρέπτες, οπότε το πάτωμα και το κρεβάτι μου ήταν γεμάτα σπασμένα γυαλιά και κομμάτια ξύλου. Αυτή τη φορά η ψευδαίσθηση θα πρέπει να κράτησε μερικά λεπτά. Δεν τολμούσα να κουνηθώ φοβούμενος μήπως κοπώ και για να φτάσω τα σπίρτα -στα οποία ήξερα ότι βρισκόταν η σωτηρία μου- έπρεπε να γείρω προς την άλλη μεριά του κρεβατιού κινδυνεύοντας πάλι από τα γυαλιά. Ενώ κατά βάθος γνώριζε ότι όλα αυτά ήταν ψεύτικαδεν είχα τη δύναμη να κουνηθώ. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να στέκομαι εκεί, ανήμπορος να κοιτάζω το αναστατωμένο δωμάτιο σε μια κατάσταση απέλπιδος τρόμου.
Και τώρα ακολουθεί το πιο εκπληκτικό μέρος της όλης ιστορίας. Όταν τελικά κατάφερα να ελέγξω την ψευδαίσθηση, ξάπλωσα πάλι στο κρεβάτι ξεθεωμένος και ξέρω ότι ο μόνος θόρυβος που έκανα εκείνη τη νύχτα ήταν όταν πήδηξα στο πάτωμα. Το δωμάτιό μου απέχει τουλάχιστον εκατό μέτρα από εκείνα των υπολοίπων μελών της οικογένειάς μου, αλλά το επόμενο πρωί στη διάρκεια του προγεύματος με ρώτησαν τι ήταν αυτός ο φοβερός θόρυβος στο δωμάτιό μου τη νύχτα.
Μετά από αυτό κατάλαβα ότι τα αστεία είχαν τελειώσει. Δεν είχα δεχθεί απαθής τα συμβάντα, αλλά γνώριζα ότι μου ήταν αδύνατο να προσπαθήσω να ελέγξω τη δύναμη που είχα ενεργοποιήσει. Μέσα στην απελπισία μου στράφηκα σε μια καλή φίλη, η οποία ήξερα ότι είχε γνώση περί αυτών των πραγμάτων. Κατέφθασε δίχως καθυστέρηση και μου πρόσφερε τη βοήθειά της, οπότε από εκείνη την ημέρα μέχρι σήμερα το πρόβλημα δεν έχει παρουσιαστεί ξανά.
Αναφέρω το περιστατικό με την ελπίδα να χρησιμεύσει ως προειδοποίηση για όσους σκέφτονται να επαναλάβουν την δική μου απερισκεψία. Οφείλουν να αντιμετωπίσουν με τη μέγιστη προσοχή οποιοδήποτε σύστημα μαγείας έχουν ανακαλύψει σε βιβλία και να μην το χρησιμοποιούν ποτέ, εκτός κι αν είναι απολύτως βέβαιοι ότι ελέγχουν πλήρως τις επικαλούμενες οντότητες”.

DION FORTUNE
ΨΥΧΙΚΗ ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΛΕΚΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΛΟΓΟ – ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ


Α: Απορροφημένοι από μια συζήτηση περί αθανασίας, είχαμ αφήσει να νυχτώσει χωρίς ν' ανάψουμε τη λάμπα. Τα πρόσωπά μας δεν τα βλέπαμε. Με μιαν αδιαφορία και μια γλύκύτητα πιο πειστικές από το πάθος, η φωνή του Μασεδόνιο φερνάντες έλεγε και ξανάλεγε πως η ψυχή είναι αθάνατη. Με διαβεβαίωνε πως ο θάνατος του σώματος είναι εντελώς ασήμαντος, αν όχι το πιο μηδαμινό πράγμα που μπορεί να συμβεί σ' έναν άνθρωπο. Εγώ έπαιζα με το σουγιά του Μασεδόνιο. Τον άνοιγα και τον έκλεινα. Ένα ακορντεόν εκεί κοντά δε σταματούσε να παίζει την “Cumparsita”, αυτή την παταγώδη μπαρούφα που αρέσει σε πολλούς γιατί τους είπαν ψέμματα πως είναι παλιά. Πρότεινα στον Μασεδόνιο ν' αυτοκτονήσουμε, για να συζητήσουμε με την ησυχία μας.
Ω (ειρωνικά): Υποπτεύομαι, όμως, πως εντέλει δεν το αποφασίσατε.
Α (όλο μυστικοπάθεια): Ειλικρινά, δεν θυμάμαι αν εκείνη τη νύχτα αυτοκτονήσαμε.

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
ΑΠΑΝΤΑ ΠΕΖΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Τι συνέβη στον Γιόχανσεν – H. P. Lovecraft


Ο Γιόχανσεν με τους συντρόφους του αποβιβάστηκαν σε μια λασπερή παραλία στην άκρη της νεκρόπολης κι αποφάσισαν να σκαρφαλώσουν τους τεράστιους και γλιστερούς ογκόλιθους που σχημάτιζαν ένα είδος σκάλας, υπερβολικά τεράστιας για να έχει φτιαχτεί από θνητούς, ή για χρήση από θνητούς. Ακόμα κι ο ήλιος έβγαζε μια λάμψη διεστραμμένη, καθώς το φως του αντανα-κλούνταν και φιλτραριζόταν μέσα στους μολυσμένους όγκους που αναδύονταν από τον ωκεανό. Απειλή και τρόμος πλανιόνταν στον αέρα, γύρω από τα λίθινα κατασκευάσματα με τις τρελές γωνίες και καμπύλες, επιφάνειες που η ανθρώπινη ματιά τις έβλεπε σαν κυρτές και μια στιγμή αργότερα τις αντιλαμβανόταν σαν κοίλες.
Είχαν αντικρίσει μέχρι τώρα μονάχα βράχια, γλοιώδη λάσπη και φύκια κι όμως αυτά και μόνο ήταν αρκετά για να τους τρομάξουν. Ο καθένας τους συνέχιζε την εξερεύνηση παρακινούμενος από το φόβο της κοροϊδίας των άλλων και με μισή καρδιά συμφώνησαν όλοι να προχωρήσουν, ψάχνοντας — μάταια, όπως αποδείχτηκε — για κάποιο αναμνηστικό αντικείμενο που να μπορούν να πάρουν μαζί τους. Ο Ροντρίγκεζ, ο Πορτογάλος, σκαρφάλωσε στους πρόποδες του ογκόλιθου και φώναξε στους από κάτω τι ανακάλυψε. Τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι, αντικρίζοντας με περιέργεια την τιτάνια σκαλιστή πόρτα, με το γνωστό πια γι αυτούς κεφαλόποδο είδωλο στο κέντρο της. Κατάλαβαν πως επρόκειτο περί πύλης από τα ιερογλυφικά στην κορυφή της, το κατώφλι και τις λαβές της, αλλά τους ήταν αδύνατο να συμφωνήσουν αν ήταν κανονική πόρτα, που άνοιγε προς τα έξω, ή συρόμενη, παράλληλη προς τον πύργο. Όπως θα 'λεγε κι ο Γουίλκοξ, ήταν γεωμετρικά λάθος. Δεν μπορούσε κανείς να είναι σίγουρος αν το έδαφος και η θάλασσα ήταν πράγματι οριζόντια σε σχέση με τη θεόρατη στήλη, κι έτσι η κάθε θέση φαινόταν ν' αλλάζει κάθε δευτερόλεπτο.
Ο Μπράιντεν άρχισε να σπρώχνει τους ογκόλιθους που σχημάτιζαν την πύλη, χωρίς αποτέλεσμα. Έπειτα ο Ντόνοβαν άπλωσε τα χέρια του κι άρχισε σιγά σιγά να νιώθει τις άκρες, αγγίζοντας ξεχωριστά κάθε σημείο. Σκαρφάλωσε πάρα πολύ ψηλά, καλύπτοντας όσο μπορούσε τη λίθινη επιφάνεια — αν βέβαια στ' αλήθεια σκαρφάλωνε και δε σερνόταν με την κοιλιά, αφήνοντας τους υπόλοιπους ν' αναρωτιούνται πώς γίνεται να υπάρχει στον κόσμο τόσο μεγάλη πύλη. Κι έπειτα, αργά και απαλά, η πόρτα άρχισε να οπισθοχωρεί ψηλά στην κορυφή και αντιλήφθηκαν πως στην πραγματικότητα ήταν κρεμαστή, αλλά προς τα μέσα.
Ο Ντόνοβαν γλίστρησε — ή ανέβηκε; — στις τεράστιες λαβές και ξαναβρήκε τους συντρόφους του. Οι άντρες του Έμα απέμειναν να παρακολουθούν έντρομοι την πύλη, καθώς υποχωρούσε. Μέσα σ' αυτή την πρισματική παραμόρφωση, τους φάνηκε πως κινιόταν απότομα κι ανώμαλα, κάπως διαγώνια, διαστρέφοντας όλους τους γνωστούς κανόνες της ύλης και της προοπτικής.
Πίσω από το άνοιγμα φαινόταν μαύρο σκοτάδι, τόσο μαύρο που ήταν σαν συμπαγές. Πράγματι, το σκοτεινό κενό ανέδιδε μια αίσθηση παρουσίας, γιατί τμήματα των εσωτερικών τοιχωμάτων που θα 'πρεπε λογικά να έχουν φανεί έμεναν ακόμα κρυμμένα. Και στ' αλήθεια υπήρχε μια παρουσία, κάτι σαν μαύρος καπνός· το Ον προχωρούσε μπροστά, λεύτερο τώρα από μια φυλακή που το κρατούσε έγκλειστο αμέτρητους αιώνες, σκοτεινιάζοντας τον ίδιο τον ήλιο καθώς έβγαινε ορμητικά, τεντώνοντας προς το μαύρο ουρανό τις μεμβράνες από τις φτερούγες του.
Η δυσωδία που ερχόταν από το άνοιγμα ήταν ανυπόφορη κι έπειτα από λίγο ο Χόκινς άκουσε έναν απαίσιο γλιτσερό ήχο να φτάνει μέσα από το χάσμα. Όλοι σταμάτησαν ν' αφουγκραστούν κι ήταν ακόμα στην ίδια θέση όταν το Ον εμφανίστηκε μπροστά τους, σπρώχνοντας το ζελατινώδη όγκο του μέσα από το μαύρο άνοιγμα της πύλης και βγαίνοντας ολόκληρο στο βαρύ αέρα της δηλητηριασμένης τρελής πόλης του.
Ο κακομοίρης ο Γιόχανσεν σχεδόν ούτε την πένα δεν μπορεί να σύρει στο χαρτί καθώς συνεχίζει την περιγραφή του. Από τους έξι άντρες που πέθαναν πάνω στο νησί, οι δυο, όπως πιστεύει, έμειναν στον τόπο από καθαρό τρόμο μπροστά στο καταραμένο θέαμα. Το Ον ήταν έξω από κάθε περιγραφή, γιατί πώς να περιγράψει κανείς στη φτωχή ανθρώπινη γλώσσα μια τέτοια μνημειώδη μάζα αβυσσαλέας παράνοιας, μια τέτοια διαστροφή κάθε νόμου της ύλης, των δυνάμεων, ακόμα και της κοσμικής τάξης. Ένα βουνό που προχωρούσε παραπατώντας. Θεέ μου, ήταν τώρα απο-λύτως φυσικό να τρελάθηκε την ίδια στιγμή ένας απολύτως υγιής και προσγειωμένος αρχιτέκτονας και να γλίστρησε στα βάραθρα του ντελίριου ο φτωχός Γουίλκοξ τη στιγμή που η τηλεπάθειά τους τους μετέδιδε μια τέτοια εικόνα. Το Ον των Ειδώλων, το πρασινόμαυρο, κολλώδες σπέρμα των πλανητών, είχε εγερθεί και διεκδικούσε όσα του ανήκαν. Τ' αστέρια είχαν γυρίσει στη σωστή τους θέση κι αυτό που με τις τελετουργίες της δεν είχε καταφέρει μια ολόκληρη κρυφή λατρεία, το κατάφερε κατά λάθος μια ομάδα από αθώους ναυτικούς. Μετά από δέσμες εκατομμυρίων ετών, ο μεγάλος Κθούλχου ήταν ελεύθερος ξανά, αχόρταγα πεινασμένος για απολαύσεις.
Τρεις άντρες αρπάχτηκαν από τα τεράστια, πλαδαρά νύχια πριν οποιοσδήποτε τολμήσει να κάνει βήμα. Ο Θεός ν' αναπαύσει την ψυχή τους, αν υπάρχει ανάπαυση στο σύμπαν. Ο Ντόνοβαν, ο Γκερέρα και ο Άνγκστρομ. Καθώς οι υπόλοιποι, διασχίζοντας ατέλειωτους γλιστερούς δρόμους, προσπαθούσαν να φτάσουν στο πλοίο, ο Πάρκερ γλίστρησε κι εξαφανίστηκε κι ο Γιόχανσεν θα μπορούσε να ορκιστεί πως, κυριολεκτικά, τον κατάπιε ένα κτίριο που ένα δευτερόλεπτο πριν δε βρισκόταν σ' αυτή τη θέση. Ο άτυχος ναυτικός χάθηκε μέσα σε μια γωνία που τη μια στιγμή ήταν αμβλεία και την επόμενη οξεία. Τελικά, μονάχα ο Μπράιντεν κι ο Γιόχανσεν έφτασαν μέχρι τη βάρκα τους, κωπηλατώντας απελπισμένα μέχρι το πλοίο, τη στιγμή που το γιγάντιο τέρας κατηφόριζε τη λίθινη σκάλα και στεκόταν, σαν διστακτικό, στην άκρη της θάλασσας.
Ευτυχώς ο ατμός δεν είχε χάσει την πίεσή του, παρά το γεγονός ότι δεν είχε μείνει κανείς στο σκάφος, και ύστερα από λίγες στιγμές αγωνιώδους προσπάθειας τροχών και μηχανών, το Αλέρτ ξεκινούσε. Πολύ αργά, μέσα στη φρίκη της απερίγραπτης σκηνής, άρχισε ν' απομακρύνεται, παφλάζοντας στα μαύρα νερά, ενώ στην ξηρά, στην έρημη αυτή ακτή που δεν αποτελούσε τμήμα της γης, το Ον των μακρινών άστρων βρυχιόταν και ούρλιαζε όπως κάποτε ο Πολύφημος καταριόταν το φευγάτο πλοίο του Οδυσσέα. Κι έπειτα, αγριεμένος περισσότερο κι από το μυθολογικό Κύκλωπα, ο Μεγάλος Κθούλχου γλίστρησε το λιπαρό του όγκο μέσα στο νερό και ρίχτηκε στο κυνήγι με φοβερές κινήσεις των μελών του, που ξεσήκωναν τα κύματα της θάλασσας. Ο Μπράιντεν γύρισε να κοιτάξει προς τα πίσω κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή έχασε τα λογικά του, ξεσπώντας σε παρανοϊκά γέλια, μέχρι που μια νύχτα, ενώ ο Γιόχανσεν παραληρούσε μόνος, τον βρήκε ο θάνατος στην καμπίνα του.
Ο Γιόχανσεν όμως δεν είχε ακόμα παραιτηθεί. Ήξερε πως ο ατμός δεν είχε φτάσει ακόμα στο σημείο υψηλής πίεσης και πως το Ον δε θ' αργούσε να τους φτάσει, κι έτσι πήρε την απόφασή του, απόφαση απόγνωσης. Ανέβασε τις μηχανές στο τέρμα, έτρεξε σαν αστραπή στο κατάστρωμα και γύρισε το πλοίο στην όπισθεν. Ένας φοβερός θόρυβος αφρών και μηχανής ακολούθησε, ο ατμός ανέβαινε όλο και περισσότερο, κι ο γενναίος Νορβηγός οδήγησε το πλοίο ίσια επάνω στο ζελατινώδες τέρας, που έβγαινε πάνω από τα νερά, πάνω από τα βρόμικα κύματα, σαν κατάρτι μιας δαιμονικής γαλέρας. Το απαίσιο χταποδίσιο κεφάλι με τα ζαρωμένα πλοκάμια ακούμπησε σχεδόν το πρωραίο άκρο του γεροφτιαγμένου σκάφους, αλλά ο Γιόχανσεν,σταθερός, συνέχισε την επίθεση.
Ακούστηκε ένα φριχτό σκάσιμο, σαν να είχε τιναχτεί κάποια πυώδης κύστη, μια γλιστερή αηδία σαν σαπισμένου ψαριού, μια βρόμα από χίλιους ανοιγμένους τάφους κι ένας ήχος που ο Γιόχανσεν δεν μπορούσε να τον περιγράψει στο χαρτί. Για μια στιγμή το πλοίο πνίγηκε μέσα σ' ένα εκτυφλωτικό πράσινο νέφος από αναβράζοντα οξέα κι έπειτα το μόνο που απέμεινε ήταν ένας δηλητηριώδης αφρός που έβγαζε ατμούς, όταν — Θεέ μεγαλοδύναμε — ο Γιόχανσεν είδε, μέσα απ' αυτή τη σκόρπια, ζελατινώδη ουσία, το Ον να ανασυντίθεται στην απαίσια, προηγούμενη μορφή του, ενώ η απόσταση που το χώριζε από το ατμόπλοιο, που είχε πια αναπτύξει το μέγιστο των μηχανών του, μεγάλωνε κάθε δευτερόλεπτο.
Αυτό ήταν όλο. Ύστερα, ο Γιόχανσεν το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάζει σαν χαμένος το είδωλο μέσα στις καμπίνες και να φροντίζει για την τροφή τη δική του και του παρανοϊκού που ξεσπούσε σε γέλια δίπλα του. Δεν προσπάθησε να βάλει το σκάφος σε κάποια συγκεκριμένη πορεία μετά την απελπισμένη φυγή του, γιατί όλη αυτή η περιπέτεια είχε πάρει κάτι από τη γενναία του ψυχή. Στις 2 Απριλίου ήρθε η καταιγίδα και μαζί της τα σύννεφα που σκοτείνιασαν το μυαλό του. Στο χειρόγραφο του υπάρχει μια αίσθηση, σαν υπερφυσικός θρήνος πάνω από τα χάσματα της αιωνιότητας, μια ζάλη, σαν τρελό ταξίδι στην ουρά ενός κομήτη που διασχίζει τα σύμπαντα, σαν αβυσσαλέα τινάγματα από τις αβύσσους στο φεγγάρι κι από το φεγγάρι βαθιά στις αβύσσους, κι όλα του τα οράματα διατρέχονταν από την εκμηδενιστική παρουσία των τερατόμορφων Μεγάλων Αρχαίων και των νυχτεριδό-φτερων πράσινων στοιχειών της κόλασης.
Μέσα στη μέση του ονείρου τον βρήκε η σωτηρία, το Βίτζιλαντ, το ναυαρχείο, οι δρόμοι του Ντιούντεν και το μακρύ ταξίδι πίσω στο παλιό του σπίτι στη Νορβηγία. Σε κανέναν δεν μπορούσε να μιλήσει, θα τον έπαιρναν σίγουρα για τρελό. Θα προσπαθούσε να μεταφέρει την εμπειρία του στο χαρτί, πριν τον βρει ο θάνατος, αλλά ακόμα κι η γυναίκα του δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα. Θα καλωσόριζε το θάνατο σαν δώρο, φτάνει να μπορούσε να του σβήσει για πάντα τις μνήμες.


H. P. Lovecraft
The Call of Cthulhu

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Η τέταρτη jhana – Julius Evola



“Μετά την απόσπαση από τον πόνο και την ευχαρίστηση, μετά την εξαφάνιση της πρότερης χαράς και λύπης, ο ασκητής περνάει σε μια κατάσταση πέρα από τη θλίψη, πέρα από τη χαρά, σε μια κατάσταση αταραξίας, γαλήνης, αγνότητας και φώτισης – περνάει στον τέταρτο διαλογισμό”. Εδώ έχουμε φτάσει στην υπέρτατη κορυφή της εξατομικευμένης συνείδησης. Η κάθαρση ή η απλοποίηση πρέπει να είναι ικανές να απομακρύνουν ακόμα και την αίσθηση της καθαρά μεταμορφωμένης διανοητικής χαράς έτσι ώστε μια κατάσταση απόλυτης “ουδετερότητας” να μπορεί να επιτευχθεί, ένα υπέρτατο σημείο ισορροπίας, το οποίο είναι χωρίς χρώμα, χωρίς μορφή, ολοκληρωτικά ελεύθερο από οποιοδήποτε απολύτως έρεισμα. Αυτό αποτελεί το σύνορο ανάμεσα σε δύο κόσμους, το σημείο πέρα από το οποίο η συνείδηση, αν έχει ακόμα αρκετή δύναμη και τη θέληση να μην σταματήσει για το απόλυτο, να προχωρήσει, να καταστρέψει κάθε αγωνία ή οδύνη, δεν μπορεί να είναι πλέον η συνείδηση ενός “Εγώ”, δηλαδή μιας συγκεκριμένης πεπερασμένης ύπαρξης από μια συγκεκριμένη φυσική μορφή. Είναι, πράγματι, το κατώφλι μιας μεταμόρφωσης με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή, το σημείο από το οποίο κάποιος περνάει πέρα από τη “μορφή” πέρα από το “άτομο”. Στην πραγματικότητα, στα κείμενα η τέταρτη jhana αντιπροσωπεύει το σύνορο το οποίο χωρίζει τους διαλογισμούς που είναι περιορισμένοι στη “μορφή” από εκείνους οι οποίοι είναι arupa ή ελεύθεροι από μορφή, όχι “τυπικοί” αλλά “ουσιαστικοί”.

JULIUS EVOLA
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΑΦΥΠΝΙΣΕΩΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ν. ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ν. ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

ΟΙ ΑΡΚΑΝΕΣ ΤΟΥ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ – ELIPHAS LEVI


Αναζητήστε μέσα στον τάφο του Σολομώντα, δηλαδή, μέσα στις κρύπτες της απόκρυφης φιλοσοφίας, όχι το δακτυλίδι, αλλά την επιστήμη του.
Με τη βοήθεια της επιστήμης και μιας επίμονης θέλησης, θα φθάσετε στην κατοχή του υπέρτατου μυστικού της σοφίας, που είναι η ελεύθερη κυριαρχία της εξισορροπημένης κίνησης.
Θα μπορέσετε να προμηθευτείτε το δακτυλίδι του Σολομώντος παραγγέλοντάς το σε ένα χρυσοχόο, χωρίς να του πείτε το μυστικό. Γιατί, αν δεν ξέρει ο ίδιος τι ακριβώς κάνει, δεν θα μπορέσει να το αποκαλύψει και στους άλλους.
Ορίστε, λοιπόν, η συνταγή του δακτυλιδιού:
Πάρτε μια μικρή ποσότητα χρυσού και αναμείξτε την με διπλάσια ποσότητα αργύρου κατά τις ώρες του ήλιου και της σελήνης. Προσθέστε τριπλάσια ποσότητα χαλκού καλά καθαρισμένου, τετραπλάσια ποσότητα κασσιτέρου, πετναπλάσια σιδήρου, εξαπλάσια υδραργύρου και επταπλάσια μολύβδου. Ανακατέψτε τα ύστερα όλα μαζί τις ώρες που αναλογούν σε κάθε μέταλλο, και κατασκευάστε από το μείγμα ένα δακτυλίδι μέσα σ' ένα τετράγωνο κομμάτι μεταξένιο ύφασμα μία πέτρα από κόκκινο μαγνήτη δεμένο με ένα διπλό χρυσό κρίκο.
Χαράξτε την πέτρα, από πάνω και από κάτω, τη διπλή σφραγίδα του Σολομώντα.
Χαράξτε επάνω στο δακτυλίδι τα απόκρυφα σήματα των επτά πλανητών, όπως απεικονίζονται στη “Μαγική Αρχιδόξα” του Παράκελσου ή στην Απόκρυφη Φιλοσοφία του Αγρίππα.
Μαγνητίστε, ύστερα, ισχυρά το δακτυλίδι καθαγιάζοντάς το κάθε μέρα επί μία εβδομάδα με τις τελετουργίες που αναφέρονται στο Τυπικό μας. Μην αμελήσετε να προσέξετε το χρώμα των ρούχων και τα ειδικά αρώματα, ή την παρουσία “συμπαθητικών” ζώων, ή τις ειδικές δεήσεις από τις οποίες πρέπει πάντοτε να προηγείται η δέηση των “τεσσάρων” που αναφέρεται στο Τυπικό μας.
Έπειτα τυλίξτε το δακτυλίδι σε ένα κομμάτι μεταξωτό ύφασμα και αφού το αρωματίσετε, μπορείτε να το φοράτε επάνω σας.
Ενα στρογγυλό κομμάτι μέταλλο ή ένα φυλακτό “παρασκευασμένο” με τον ίδιο τρόπο, θα είχε την ίδια δύναμη με το δακτυλίδι.
Ενα πράγμα φτιαγμένο με τον τρόπο που περιγράψαμε, γίνεται μια δεξαμενή θελήσεως. Είναι ένας μαγνήτικός ανταυγασηρας, ο οποίος μπορεί να είναι πολύ χρήσιμος, αλλά ποτέ δεν είναι απαραίτητος.
Η Χριστιανική και Καθολική θρησκεία είναι πράγματι η νόμιμη θυγατέρα του Ιησού, του βασιλιά των μάγων. Η λατρεία της δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η Υψηλή Μαγέια υποκείμενη στους νόμους της ιεραρχίας, που είναι απαραίτητη, ώστε να γίνει λογική και αποτελεσματική.
Ένα απλό ωμοφόριο, φορεμένο από έναν πραγματικό Χριστιανό, αποτελεί ένα φυλακτό περισσότερο ακατανίκητο από το δακτυλίδι και από τον πεντάκτινο Αστέρα του Σολομώντος.
Ο Ιησούς Χριστός, αυτός ο άνθρωπος-Θεός, ο τόσο ταπεινός, έλεγε αυτό ακριβώς μιλώντας για τον εαυτό του: “Η βασίλισσα του Σαβά ήρθε από τα βάθη της Ανατολής για να δει και ν' ακούσει το Σολομώντα. Εδώ, όμως, υπάρχει κάτι περισσότερο από το Σολομώντα”.
Η λειτουργία είναι η πιο εξαίσια από όλες τις επικλήσεις.
Οι νεκρομάντεις επικαλούνται τους νεκρούς, ο μάγος επικαλείται το διάβολο και τρέμει, αλλά ο καθολικός παπάς δεν τρέμει καθόλου, όταν επικαλείται τον ζώντα Θεό!
Τι είναι όλα τα φυλακτά μαζί της αρχαίας επιστήμης και της αρχαίας τέχνης, όταν τα βάλουμε δίπλα στην καθαγιασμένη όστια;
Αφήστε το λείψανο του Σολομώντα να κοιμάται στον πέτρινο τάφο του, μαζί με το δακτυλίδι, που θα μπορούσε να φοράει στο αποσαρκωμένο δάκτυλό του. Πάρτε ένα από εκείνα τα ασημένια δακτυλίδια που πουλούν στις αυλές των εκκλησιών και που έχουν χαραγμένη την εικόνα του Εσταυρωμένου.
Αν είσαστε πραγματικά άξιοι να το φοράτε, θα είναι στα χέρια σας πολύ πιο αποτελεσματικό από όσο θα ήταν το αληθινό δακτυλίδι του Σολομώντος.
Οι μαγικές τελετές και οι λεπτομερείς πρακτικές της λατρείας είναι το παν για τους αμαθείς και τους δεισιδαίμονες. Και μας φέρνουν στο νου, χωρίς να το θέλουμε, μια γνωστή ιστορία που θα σας θυμίσουμε με λίγα λόγια.
Δύο μοναχοί μπαίνουν μέσα σε μιαν αχυρένια καλύβα που τη φύλαγαν δύο παιδιά. Ζητούν, αν μπορούν, να μείνουν λίγο για να ξεκουραστούν και να δειπνήσουν. Τα παιδιά τους λένε, ότι ούτε μπορούν ούτε και έχουν να τους δώσουν τίποτε. Καλά, λέει ο ένας απ' τους μοναχούς, εδώ είναι η φωτιά. Δώστε μας μόνο ένα τσουκάλι και λίγο νερό κι εμείς θα φτιάξουμε μόνοι μας τη σούπα μας. Μα με τι; ρωτούν τα δύο παιδιά. Μ' αυτό το βότσαλο, απαντά ο μοναχός παίρνοντας από κάτω ένα λιθαράκι. Δεν γνωρίζετε, τους λέει, ότι οι μαθητές του Αγίου Φραγκίσκου κατέχουν το μυστικό να φτίαχνουν σούπα από ένα βότσαλο;
Σούπα από βότσαλο; Τι θαύμα, πράγματι, για τα παιδιά! Οι μοναχοί τους υπόσχονται ότι θα τους δώσουν να δοκιμάσουν και θα τη βρουν υπέροχη!
Γρήγορα-γρήγορα ετοιμάζουν το τσουκάλι, ρίχνουν μέσα το νερό, δυναμώνουν τη φωτιά και βάζουν προσεκτικά το βότσαλο στο τσουκάλι. Πολύ ωραία, λένε οι μοναχοί. Τώρα χρειάζεται λίγο αλάτι και μερικά λαχανικά. Να, υπάρχουν λίγα στον κήπο σας. Θα μπορούσαμε να βάλουμε και λίγο λαρδί καπνιστό, θα κάνει τη σούπα πιο νόστιμη...
Τα παιδιά, γονατισμένα δίπλα στη φωτιά, κοιτάζουν με ανοιχτό το στόμα. Το τσουκάλι βράζει... Ελάτε, λοιπόν, τους λένε οι μοναχοί, κοψτε ψωμί και πλησιάστε στη γαβάθα. Τι ωραία μυρωδιά! Βρέξτε το ψωμί σας μέσα στη σούπα. Όσο για το βότσαλο, σας το αφήνουμε για τον κόπο σας. Δεν χαλάει ποτέ και μπορεί να είναι πάντοτε χρήσιμο.
Τώρα, δοκιμάστε τη σούπα. Λοιπόν, τι λέτε; Μα, είναι υπέροχη! Λένε τα μικρά χωριατόπουλα κτυπωντας τα χέρια τους. Ήταν, πραγματικά, μια πολύ ωραία σούπα με λαρδί και λάχανο. Μια σούπα που τα παιδιά δεν θα είχαν προσφέρει ποτέ στους δύο ξένους χωρίς το θαύμα με το βότσαλο.
Οι μαγικές τελετές και οι θρησκευτικές πρακτικές μοιάζουν λίγο με το βότσαλο των μοναχών. Χρησιμεύουν ως πρόφαση και ως ευκαιρία για την άσκηση των αρετών, που μόνον αυτές είναι απαραίτητες για την ηθική ζωή των ανθρώπων.
Χωρίς το βότσαλο οι καλοί μοναχοί δεν θα είχαν δειπνήσει. Είχε, λοιπόν, στ' αλήθεια το βότσαλο μια δύναμη; Ναι, είχε μέσα στη φαντασία των παιδιών, που ερέθισε τη επιτηδειότητα των καλών πατέρων.
Σ' αυτή την ιστορία δεν πρέπει να κατηγορείται ή να προσβάλλεται κανείς. Οι μοναχοί ήταν έξυπνοι και δεν έλεγαν ψέμματα. Βοήθησαν τα παιδιά να κάνουν μια καλή πράξη, τα γοήτευσαν και τα έκαναν να μοιραστούν μια ωραία σούπα.
Συμβουλεύουμε, λοιπόν, αυτούς που πεινούν και λαχανόσουπα τους είναι ένα μακρυνό όνειρο, πως ίσως θα ήταν καλό, να δοκιμάσουν απλώς να φτιάξουν τη σούπα με το βότσαλο...
Ας γίνουμε καλά κατανοητοί σ' αυτό το σημείο. Δεν θέλουμε να πούμε, ότι οι τελετές αποτελούν ένα μεγάλο μύθο. Αυτό θα συνέβαινε, αν οι άνθρωποι δεν τις είχαν ανάγκη. Πρέπει, όμως, να λάβουμε υπ' όψη μας το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι όλες οι διάνοιες δεν είναι ίσες.
Πάντοτε διηγούμασταν παραμύθια στα παιδιά και θα εξακολουθούμε να τους διηγούμαστε όσο υπάρχουν μητέρες και τροφοί. Τα παιδιά έχουν πίστη, και αυτό τα σώζει.
Φανταστείτε ένα μικρό παιδάκι που θάλεγε: δεν δέχομαι τίποτε που δεν το καταλαβαίνω. Τι θα μπορούσε, άραγε, να μάθει κανείς σ' αυτό το μικρό τέρας;
Δέξου πρώτα τα πράγματα, όπως σου τα λένε οι δάσκαλοί σου, μικρέ μου άνθρωπε, ύστερα μελέτησέ τα, και αν δεν είσαι ηλίθιος, θα καταλάβεις.
Τα παιδιά έχουν ανάγκη από παραμύθια. Οι λαοί έχουν ανάγκη τους μύθους και τις τελετές. Η ανθρώπινη αδυναμία χρειάζεται βοηθήματα.
Ευτυχής θα ήταν αυτός που θα κατείχε το δακτυλίδι του Σολομώντος. Ευτυχέστερος, όμως, θα ήταν εκείνος που θα έφθανε ή, ακόμη, που θα ξεπερνούσε τον Σολομώντα στην επιστήμη χωρίς να έχει ανάγκη το δακτυλίδι του...

ELIPHAS LEVI
ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
Ή
Ο ΑΠΟΚΑΛΥΜΜΕΝΟΣ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ
Α' ΜΕΡΟΣ
Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
'Η Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΑΠΟΔΟΣΗ: ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΣΙΜΑΤΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Αρμίδα - ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ' αυτό θα φύγετε και σείς,
είναι φορτωμένο με χασίς
κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού 
το φορτίο θα το 'χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένα γέρος ήλιος μας κοιτά 
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-που να ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;
μας προσμένουν πίπες αδειανές 
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ' άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξερές του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.





ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΡΟΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ή ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

Είχα -για τα γέλια- ένα "μέρος" να "παίξω"
ένα ρόλο σε έργο μυστήριο.
θα μ' ανάγγελνεν ένα (ως θάμπαινα απεξω)
χαιρώο εμβατήριο

Και θάμουν -για κέφι- τι τέλειος όταν
με τούτη μου ήθελε προβώ τη γκριμάτσα
στο φως της Σκηνής -ως assorti  θα μου 'ρχόταν
και φόρμα και φάτσα...

Και να-'μαι!. Μα κύταξε! Ζικ-ζακ λυγμού βιόλας
κειδά με περδίκλωσε -που ο κόσμος μ' εκύτα-
και -φείδι- ένα σφύριγμα των φλάουτων κι' όλας
με βρήκε -σαϊτα.

Τι αστείο!. Θα γέλαγα.. Μα πάλι η ανάσα
μου, επιάστη σε τρέμενς βιολιού -σάμπως βούρλου.
και κάτω -όρνια ανήσυχα- μου εκρώξαν τα μπάσα
στον κρότο ταμπούρλου!.

Σοβαρά;... Θα τραγούδα;... Κι' είχα -στο Δία
τ' ορκίζομαι- ένα ρόλο ίδιο θάμα...
Δεν μούπαν πως θάκλαιγα κι αντίς κωμωδία
θα παίξω σε δράμα...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
Μαριάμπας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Νεφέλη

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Η ΑΥΡΑ – A. S. RALEIGH


Η λέξη “αύρα” προέρχεται από μια σανσκριτική λέξη που στην κυριολεξία σημαίνει “εκείνο το οποίο κυλά”. Είναι κάτι το οποίο κυλά από ένα κέντρο. Σε σχέση με τον άνθρωπο η αύρα είναι το διπλό αιθερικό, το αστρικό σώμα, μαζί με τη δύναμη της ζωής, το πράνα, και το νοητικό σώμα. Διευκρινίστηκε ήδη ότι στη Θεοσοφία ο όρος νοητικό σώμα χρησιμοποιείται σε σχέση με το κατώτερο μάνας, που συγκροτείται από τις τέσσερις χαμηλότερες νότες, ή υποπεδία του νοητικού πεδίου, ενώ το αιτιατό σώμα καταλαμβάνει τις τρεις ανώτερες νότες της νοητικής οκτάβας. Ωστόσο εδώ ο όρος χρησιμοποιείται και για τα δύο μαζί. Περιλαμβάνει επίσης την ψυχή και το πνεύμα, το μπούντι και το άτμα. Οι έξι αρχές του ανθρώπου, με εξαίρεση το παχυλό φυσικό σώμα, περιλαμβάνονται στην αύρα. Ο συνδυασμός τους συνιστά την αύρα. Το διπλό αιθερικό, ή μαγνητικό σώμα, διαπερνά κάθε κύτταρο και ιστό του παχυλού σώματος και εκτείνεται πέρα από αυτό. Το μαγνητικό σώμα με τη σειρά του διαπερνάται ολοκληρωτικά από το αστρικό σώμα ήσώμα της επιθυμίας, το οποίο εκτείνεται πιο πέρα. Ταυτόχρονα το αστρικό σώμα το διαπερνά το πράνα, ή δύναμη της ζωής. Κατόπιν το νοητικό σώμα διαπερνά το αστρικό και εν συνεχεία το αιτιατό διαπερνά το νοητικό σώμα. Το βουδικό διαπερνά το αιτιατό σώμα και το πνεύμα, ή άτμα, διαπερνά οποτεδήποτε μπορεί το βουδικό.
Ας μη τα εκλάβουμε σαν διαστρωμάτωση. Η ιδέα ορισμένων Επικούρειων ότι οι διαφορετικές αρχές βρίσκονται σε στοιβάδες, η μία έξω από την άλλη – κάτι σαν κρεμμύδι – είναι εντελώς λαθεμένη. Για να το κατανοήσουμε ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα δοχείο γεμάτο μάρμαρα. Τα μάρμαρα αυτά έστω ότι αντιπροσωπεύουν το παχυλό σώμα. Ανάμεσά τους θα δημιουργούνται κενά. Ρίχνουμε μέσα στο δοχείο αρκετή άμμο για να γεμίσει τα διάκενα των μαρμάρων. Η άμμος αναπαριστά το αστρικό σώμα. Κατόπιν γεμίζουμε το δοχείο με νερό και αφήνουμε την άμμο να απορροφήσει το νερό. Το νερό αντιπροσωπεύει την αρχή της ζωής. Μέσα στο νερό όμως υπάρχει αέρας. Ο αέρας που διαπερνά το νερό παριστάνει το νοητικό σώμα. Το οξυγόνο του αέρα θα είναι το αιτιατό σώμα. Το οξυγόνο το διαπερνά το πράνα. Η διάκριση του πράνα από το οξυγόνο μας επιτρέπει να αναπαραστήσουμε το βουδικό σώμα. Το πνεύμα θα αντιπροσωπευθεί από κάτι το οποίο διαπερνά το πράνα. Τούτο υπερβαίνει τη συνηθισμένη κατανόηση, επομένως το παράδειγμα παύει να μας είναι χρήσιμο. Ας κρατήσουμε όμως ότι η μία αρχή διαπερνά την άλλη. Δεν πρόκειται για στοιβάδες που η μια είναι έξω από την άλλη.
Οι λεπτότερες ουσίες διαπερνούν τις παχυλότερες. Τι υποδηλώνει αυτό; Ειπωθηκε ότι οι διάφορες αρχές έχουν διαφορετικά χρώματα. Εάν τώρα κοιτάξουμε στο σύνολό της μια αύρα, θα τη δούμε -αφού δεν μπορούμε να δούμε μέσα στο σώμα- να περιβάλλει το σώμα με μία εκρέουσα ουσία, ένα είδος αύρας που ρέει προς τα έξω που είναι ροδόχρουν, ή έχει το χρώμα του φρεσκοανθισμένου άνθους της ροδακινιάς. Αυτό είναι το μαγνητικό σώμα, ή το διπλό αιθερικό. Μετά θα δούμε να το διαπερνά, ρέοντας προς τα έξω, κάποια απόχρωση του μπλε. Οποιαδήποτε απόχρωση του μπλε υποδηλώνει το αστρικό σώμα. Την ίδια στιγμή μπορούμε να δούμε να το διαπερνά μια ακτινοβολία ρόδινου χρώματος που ρέει προς τα έξω και μέσα από αυτό. Πρόκειται για την αρχή της ζωής, το πράνα. Ίσως επίσης δούμε να διαπερνά το αστρικό μία απόχρωση του κίτρινου που αναπαριστά το νοητικό σώμα. Δεν ενδιαφέρει κάποια συγκεκριμένη απόχρωση του κίτρινου, αρκεί να μην προσεγγίζει το πορτοκαλί. Κατόπιν θα δούμε ένα πορτοκαλί φως που λάμπει μέσα από το κίτρινο και κυλά έξω από αυτό. Αυτή είναι η ψυχή ή μπούντι. Εαν μάλιστα κοιτάξουμε ακόμη βαθύτερα, θα βρούμε να λάμπει μέσα από όλα αυτά μια λευκή ακτινοβολία, το άτμα, ή ανθρώπινο πνεύμα.
Είναι επίσης δυνατό να ιδωθεί μια ποικιλία αποχρώσεων αυτών των θεμελιωδών χρωμάτων, ανάλογα με την τελειότητα της αύρας. Τα χρώματα, ή οποιεσδήποτε αποχρώσεις τους, θα δείξουν την ποιότητα, την αξία της αύρας.
Εάν ένα πρόσωπο, ή ένας ασθενής, πάσχει από ηθική μόλυνση, τότε η αύρα του θα εμφανίζεται ρυπαρή. Όσο καθαρότερο είναι το χρώμα, τόσο λιγότερο είναι μολυσμένο, τόσο περισσότερο απέχει από μολύνσεις. Η καθαρότητα σε μια ορισμένη αρχή δείχνει την απαλλαγή της από όλες τις επιμολύνουσες επιδράσεις. Αντίθετα η λαμπρότητα την οποία προσλαμβάνει η αύρα δείχνει το βαθμό της τελειότητας της σύμφωνα με την ιδιαίτερη γραμμή της.
Όλα αυτά μαζί σχηματίζουν την αύρα, την εκροή από το κέντρο. Η αύρα παράγεται μέσα σε αυτές τις αρχές και τις αναπαριστά καθώς εκρέουν. Συνήθως αναφερόμαστε σε αυτές σαν να είναι πέρα από το παχυλό φυσικό σώμα. Είναι γεγονός ότι η αύρα διαπερνά ολόκληρο το σώμα στη συνηθισμένη συνείδησή μας, εννοούμε το σώμα που εκτέινεται πέρα από το παχυλό φυσικό σώμα.
Η αύρα είνα αυγοειδής και συνήθως εκτείνεται από την κορυφή του κεφαλιού προς τα κάτω στα πόδια. Το παχυλό φυσικό σώμα βρίσκεται στο κέντρο της αύρας, η οποία εκτέινεται σε μια απόσταση από τρία εκατοστά μέχρι εξήντα περίπου εκατοστά γύρω και προς κάθε κατεύθυνση του παχυλού φυσικού σώματος.
Ωστόσο σε ένα Μαχάτμα, το αιτιατό σώμα έχει περίπου το μέγεθος ενός δίωροφου σπιτιού. Στην περίπτωση ενός Βούδα η αύρα εκτείνεται σε απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων προς κάθε κατεύθυνση και έχει πλήρη συνείδηση του τι συμβαίνει σε αυτή την ακτίνα του χώρου. Ωστόσο διαφορετικοί άνθρωποι έχουν αύρα που αναπαριστά διαφορετικές καταστάσεις ύπαρξης. Κοντά στην ώρα του ηλιοβασιλέματος είναι δυνατό να δούμε την αύρα ενός προσώπου που βρίσκεται σε κάποια απόσταση από εμάς. Μπορούμε ακόμη να δούμε το διπλό αιθερικό που ακτινοβολεί από το σώμα, αν και αυτό είναι αδύνατο για τους περισσότερους ανθρώπους. Κατόπιν υπάρχουν μερικοί άνθρωποι των οποίων η όραση είναι τόσο οξεία ώστε διακρίνουν σε μια αύρα ένα αριθμό διαφορετικών σωμάτων.
Εντούτοις η αύρα δεν περιορίζεται στα ανθρώπινα όντα. Είναι μεγάλο λάθος να υποστηριχθεί ότι η αύρα είναι μόνο ανθρώπινη, ένα ανθρώπινο απόκτημα. Απαντάται στα ζώα όπως απαντάται και στον άνθρωπο, μολονότι στα ζώα δεν είναι τόσο τέλεια ανεπτυγμένη. Έχει επίσης βρεθεί να ποικίλλει ανάλογα με το βαθμό τελειότηας του ζώου. Η αρχή είναι ακριβώς η ίδια όπως στον άνθρωπο. Η μοναδική διαφορά έγκειται στο βαθμό, όχι στο είδος. Τούτο αποδεικνύει αναμφισβήτητα στον αποκρυφιστή ότι το ζώο διέπεται από τις ίδιες επτά αρχές που διέπουν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος διαφέρει από το ζώο μόνο σε βαθμό. Η επταπλή αρχή είναι η ίδια. Εξαιτίας αυτού μπορούμε να δούμε τα ζώα διορατικά. Η αυρική επικοινωνία όχι μόνο περνά από τον άνθρωπο στο ζώο, αλλά και αντίστροφα.
Ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου είχε ένα φίλο που έξετρεφε πρόβατα για να τα διοχετεύει στην αγορά για κρέας. Μερικές φορές πήγαινε ανάμεσά τους για να διαλέξει κάποιο συγκεκριμένο για σφαγή. Τη στιγμή λοιπόν που έκανε τη σκέψη της σφαγής, και ενώ βρισκόταν ανάμεσά τους χωρίς να έχει κάνει ακόμη κάποια κίνηση, το πρόβατο που είχε επιλέξει να σφάξει προσπαθούσε απεγνωσμένα να απομακρυνθεί. Αντίθετα οποιοδήποτε από τα άλλα μπορούσε να το πιάσει αμέσως. Μόνο εάν δεχθούμε τη δυνατότητα της τηλεπαθητικής επικοινωνίας ανάμεσα στη σκέψη του ανθρώπου και στη συνείδηση του ζώου, μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός. Υπάρχει ένα άλλο σχετικό παράδοξο. Ένα άγριο ζώο δε φοβάται ποτέ ένα άνθρωπο που δε σκοτώνει ζώα. Ένας χορτοφάγος μπορεί να προσεγγίσει πολύ περισσότερο ένα άγριο ζώο από κάποιον κρεατοφάγο. Άρα τα ζώα έχουν την ικανότητα να διαισθάνονται τις προθέσεις του ατόμου που έχουν απέναντί τους. Στην Ινδία, οι γιόγκι πηγαίνουν στη ζούγκλα όπου ξαπλώνουν και κοιμούνται. Ενώ κοιμούνται οι τίγρεις έρχονται και γλύφουν τα γυμνά πόδια τους. Οποισδήποτε άλλος δεν θα τολμούσε να κοιμηθεί εκεί χωρίς το τουφέκι του και δύο τρεις ντόπιους οδηγούς. Ο γίογκι, όμως, δεν έχει μέσα του τίποτα άλλο από αγάπη, δεν τρώει ποτέ κρέας, ούτε αφαιρεί τη ζωή ενός ζώου. Έτσι οι τίγρεις τον αναγνωρίζουν από την αύρα τους. Αισθάνονται αυτή την κατάσταση ύπαρξης.
Ωστόσο αύρα δεν έχουν μόνο ο άνθρωπος και τα ζώα αλλά και τα φυτά. Είναι γεγονός ότι μπορούμε να γευτούμε τα ροδάκινα και τα μήλα που κρέμονται στα δέντρα. Μπορούμε να σταθούμε τρία μέτρα από το δέντρο και να γευτούμε τα φρούτα του, έσω και χωρίς να γνωρίζουμε από πριν τη γεύση τους. Η μονδική πιθανή εξήγηση για κάτι τέτοιο είναι ότι η αύρα του φρούτου ακτινοβολεί και γεμίζει τον αέρα. Ή μπορούμε να βάλουμε ένα φρούτο μέσα στο δωμάτιο, πάνω στο τραπέζι, και χωρίς να το αγγίξουμε καθόλου, χωρίς να γνωρίζουμε τι είδος είναι, να πούμε εάν είναι γλυκό ή ξινό. Υπάρχουν γυναίκες που ξεχωρίζουν μήλα που δεν έχουν γευτεί λέγοντας, “Μάλιστα αυτά εδώ είναι ξινά”. Αυτό είναι ψυχική γεύση (clairgustea), αναπτυγμένη σε κάποιο βαθμό. Προφανώς τη διέπει κάποιος νόμος. Κάθε φρούτο επομένως έχει την αύρα του και όχι μόνο το δέντρο. Η μυρωδιά των λουλουδιών δείχνει ότι έχουν αύρα. Νιώθουμε το διπλό αιθερικό εκείνου του λουλουδιού, την αιθερική αρχή του. Αποδεικνύεται ότι είναι η αύρα του λουλουδιού.
Αύρα διαθέτουν και τα ορυκτά. Μια γνωστή κυρία μπορούσε να βάλει στο στόμα της ένα κομμάτι μετάλλευμα και με βάση τη γεύση του να το προσδιορίσει. Η κρυσταλλομαντεία είναι δυνατή μόνο στη βάση ότι οι κρύσταλλοι έχουν αύρα, ότι είναι ψυχές. Όμως η μαρτυρία μας δεν περιορίζεται σ' αυτά. Έχουμε καθίσει δίπλα στο δρόμο και έχουμε παρκαολουθήσει τις αυρικές δονήσεις των βράχων. Έχουμε δει να εκπορεύονται από αυτούς διαφορετικά χρώματα. Γνωρίζουμε ότι οι τσακμακόπετρες και οι βράχοι, όπως ακριβώς τα διαμάντια, σε μικρότερη φυσικά κλίμακα, διαθέτουν αύρα, μολονότι όχι τόσο τέλεια.
Αυτό αποδεικνύει συμπερασματικά ότι τα φρούτα, τα ορυκτά, τα ζώα και τα πάντα διαθέτουν αύρα, την οποία εμείς μπορούμε να δούμε. Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε ολόκληρη τη φύση. Στο σύμπαν δεν υπάρχει τίποτα που να στερείται αύρας. Είναι η αύρα, ή κάποιο μέρος της, εκείνο το οποίο βλέπουμε να προβάλλεται στα διάφορα μέρη του αέρα. Είναι τα διπλά αιθερικά.
Πρέπει ωστόσο να έχουμε υπόψη μας ότι η αύρα περιέχει την ίδια την ουσία, την ουσία του ίδιου του όντος. Ανεξάρτητα από την κατάσταση που βρίσκεται, η αύρα περιέχει το νου του ανθρώπου και επίσης την ίδια την ουσία της φυσικής σύστασής του. Έτσι εάν ένα άτομο είναι άρρωστο, η αύρα του θα είναι ομοίως άρρωστη. Ο ασθενής, επομένως, φέρει το μεγαλύτερο κίνδυνο για τους άλλους στην αύρα του, γιατί αυτή περικλείει το πνεύμα κάθε συγκεκριμένης νόσου. Άρα ο κίνδυνος της μόλυνσης δε βρίσκεται στα μικρόβια αλλά στην αύρα, στην εκπόρευση του ασθενούς προσώπου. Η οσμή που αποπνεύει ο άρρωστος είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη από όλα τα μικρόβια του κόσμου. Η οσμή που προέρχεται από τον άρρωστο είναι πραγματικά η αύρα του. Αυτή πρέπει να αποφεύγουμε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η αύρα ενός υγιούς ατόμου περιέχει το ίδιο το πνεύμα της υγείας και καλώς ή κακώς περιέχει επίσης όλα όσα είναι ο χαρακτήρας του.
Η αύρα ενός άντρα είναι ηλεκτρική. Εκείνη μιας γυναίκας είναι μαγνητική. Η αρχή της διαφοροποίησης του φύλου λειτουργεί σε ολόκληρη την αύρα. Οπουδήποτε και αν στραφούμε θα τη δούμε να βρίσκεται σε μια κατάσταση συνεχούς λετουργίας, συνεχούς εκδήλωσης. Το να ερωτευθεί κάποιος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πολικότητα, η ένωση του αρσενικού με το θηλυκό έτσι ώστε να αναπτύσσεται ανάμεσά τους η πολικότητα και να γίνονται ένα. Η έλξη είναι απλώς όταν δύο αύρες, που είνα αντίστοιχα θετική και αρνητική ενώνονται. Ο χωρισμός επέρχεται όταν διαρρηγνύεται αυτή η έλξη. Οι αύρες δεν πολώνονται πλέον η μία προς την άλλη, ως εκ τούτου διαχωρίζονται. Όταν ένας άνθρωπος γίνεται αυτάρκης η αύρα του είναι τόσο θετική όσο και αρνητική. Επομένως, δεν απαιτεί τίποτα, αλλά είναι αυτάρκης -οι δύο πόλοι ενώνονται εσωτερικά. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση η αύρα έχει φύλο.
Συχνά ακούγεται στους εσωτερικούς κύκλους ότι το φυσικό είναι ηλεκτρικό και το αστρικό μαγνητικό. Αυτό είναι ανοησία. Το θηλυκό πνεύμα, αιτιατό, νοητικό, σώμα, ζωή, φυσικό και διπλό αιθερικό είναι όλα τους θηλυκά. Οι αντιστοιχες αρχές στο αρσενικό είναι όλες αρσενικές και έτσι συνεχίζουν έως ότου φθάνουμε στην εσωτερική σεξουαλική πολικότητα οπότε έχουν αναπτυχθεί και τα δύο φύλα και αυτές οι αρχές έχουν λάβει το φύλο τους. Το γεγονός επιβεβαιώνεται από μια προσεκτική εξέταση της αύρας.
Η αύρα επομένως, είναι η εκροή του εσωτερικού χαρακτήρα της ύπαρξης.

A. S. RALEIGH
ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΜΗΤΙΣΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΜΥΓΙΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

ΣΤΡΟΒΙΛΙΣΟΥ ΚΑΙ... ΣΤΑΣΟΥ - ALEISTER CROWLEY

Ο Μεγάλος τροχός της Σαμσάρα.

Ο Τροχός του Νόμου. (Ντχάμα)

Ο Τροχός των Ταρώ.

Ο Τροχός των Ουρανών.

Ο τροχός της Ζωής.

Ολοι αυτοί οι τροχοί είναι ένας. μα μόνο ο Τροχός των ΤΑΡΩ σε βοηθά συνειδητά.

Ω, άνθρωπε, στοχάσου πολύ και βαθιά πάνω σε αυτόν τον Τροχό, στοβίλισέ τον στο μυαλό σου!

Ας είναι αυτό το έργο σου κι ας αντικρύσεις τις εικόνες να ξεπηδούν η μία από την άλλη, με τη σωστή σειρά, από τον Τρελό μέχρι το Δέκα των Δίσκων.

Αφού γνωρίσεις ολοκληρωτικά τον Τροχό του Πεπρωμένου, τότε μπορεί να συλλάβεις ΕΚΕΙΝΗ,  την Πρωταρχική Θέληση. [Δεν είναι πρώτη ούτε τελευταία.]

Και ιδού! τότε υπερβαίνεις την Αβυσσο.

"Το Βιβλίο των Ψεμάτων"

Aleister Crowley
The Book of Thoth (1944)
Μετάφραση Απόστολος Κοντός
Εκδόσεις ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

Ο Πεζοπόρος - RAY BRADBURY


Κείνο που γέµιζε χαρά τον κύριο Μήντ, κείνο που τον ξετρέλαινε, ήταν να µπαίνει µέσα σε κείνη τη σιγή που ήταν η πόλη στις οχτώ, τις οµιχλώδεις νύχτες του Νοέµβρη, ν' ακούει υπόκωφα τα βήµατα του πάνω σε κείνα τα τσιµεντένια πεζοδρόµια, και να βαδίζει µε τα χέρια στις τσέπες περνώντας µες από κάθε είδους σιωπή. Θα στεκότανε στη γωνιά κάποιας διασταύρωσης και θα κοίταζε µακριά, προς τις τέσσερις κατευθύνσεις, στις φεγγαρολουσµένες λεωφόρους, λίγο πριν αποφασίσει ποιό δρόµο θ' ακολουθούσε. Όµως, αυτό, στην πραγµατικότητα, δεν είχε σηµασία. Ήταν µονάχος σ' αυτό τον κόσµο του 2053 µ.Χ. και αποφάσιζε, µονάχος όπως πάντα, να περιπλανηθεί µέσα στους δρόµους. Ξεκινούσε λοιπόν, στέλνοντας µπρος του σχήµατα και µορφές από παγωµένο αέρα που έβγαιναν απ' τα πλεµόνια του σαν καπνός από πούρο.
'Ορισµένες φορές διέσχιζε µίλια ολόκληρα, ώρες πολλές, και µόνο τα µεσάνυχτα γύριζε σπίτι. Και µες στην περιπλάνηση του, παρατηρούσε τα µικρά σπίτια µε σκοτεινά τα παράθυρα τους, κι είχε την αίσθηση πως περπατούσε ανάµεσα σε νεκροταφείο όπου κι η πιο αδιόρατη λάµψη από µια πυγολαµπίδα, θα µπορούσε ν' αντιφεγγίσει το τρέµισµά της πίσω από τα παράθυρα. Άξαφνα, γκρίζες σκιές, εκτοπλάσµατα, έπαιρναν σχήµα πάνω στους εσωτερικούς τοίχους των δωµατίων, όπου η κουρτίνα δεν είχε ακόµα τραβηχτεί κόντρα στη νύχτα.
Κι άλλοτε πάλι, ψίθυροι και µουρµουρητά φτάναν στ' αφτιά του από 'να παράθυρο ακόµη ανοιχτό, σε κάποιο κτίριο που έµοιαζε µε τάφο.
Ο κύριος Μήντ σταµατούσε, σήκωνε το κεφάλι του, αφουγκραζόταν, κοίταζε, κι άρχιζε πάλι να περπατάει αθόρυβα πάνω στο σκληρό καλντερίµι.
Πριν από καιρό, είχε τη σοφή έµπνευση ν' αλλάξει τα παπούτσια του και να φορέσει λαστιχένια όποτε αποφάσιζε να περιπλανηθεί στη νύχτα, επειδή τα σκυλιά, κατά διαστήµατα, τον παίρναν από πίσω µε γαυγητά και φωνές όταν φορούσε παπούτσια µε σκληρό τακούνι, και τότε υπήρχε κίνδυνος ν' ανάψουν τα φώτα ένα ένα, και πρόσωπα να έµφανιστούν στα παράθυρα, κι όλος ο δρόµος να ξαφνιαστεί µ' αυτό το πέρασµα της µηχανικής σιλουέτας, να ξαφνιαστεί µε το πέρασµα του στ' άπόβραδα του Νοέµβρη.
Απόψε ειδικά, άρχισε την περιπλάνησή του παίρνοντας µια κατεύθυνση προς τα δυτικά, προς την αθέατη θάλασσα. Υπήρχε στην ατµόσφαιρα κάτι σαν ευεργετική, κρυστάλλινη πάχνη. Έκοβε τη µύτη κι έκανε τα πλεµόνια σου να καίγονται µέσα σου, σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μπορούσες να νιώθεις το παγερό φώς να τρεµοπαίζει, κι όλα τα κλαδιά να γεµίζουν µε αόρατο χιόνι. Άκουγε µε αγαλλίαση το αδιόρατο τρίξιµο των λαστιχένιων παπουτσιών του που πατούσαν πάνω στα φθινοπωρινά φύλλα, κι έβγαζε ένα παγωµένο ήσυχο σφύριγµα µες απ' τα δόντια του, σκύβοντας πότε πότε για να µαζέψει κάποιο φύλλο καθώς περνούσε, και να δει, να εξετάσει το άποσκελετωµένο σχήµα του στο σπάνιο φώς που έπεφτε απ' τις λιγοστές κολόνες του δρόµου, γεµίζοντας τα πλεµόνια του µε τη σάπια µυρωδιά του.
«Έ, σεις εκεί!» ψιθύριζε σε κάθε σπίτι καθώς περνούσε πότε απ' τη µια πλευρά, πότε απ' την άλλη. «Τι δείχνει απόψε το Κανάλι 4, το Κανάλι 7, το Κανάλι 9; Πού πάνε οι καουµπόυδες, που καλπάζουν; Τι ώρα θα βγει το Ιππικό; Μα βέβαια, το Ιππικό των Ηνωµένων
Πολιτειών. Τι ώρα θα βγει να τρέξει σε βοήθεια απ' τον απέναντι λόφο;»
Ο δρόµος ήταν σιωπηλός, κι ατέλειωτος και άδειος. Μόνο η σκιά του αργοσάλευε, σα σκιά γερακιού καταµεσής στην εξοχή. Αν έκλεινε τα µάτια του κι έµενε ακίνητος, παγωµένος, µπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του στο κέντρο µιας άδεντρης, παγερής, δίχως πνοή ανέµου έρηµης Αριζόνας, δίχως σπίτια, σ' ακτίνα χιλιάδων χιλιοµέτρων, µε µόνη συντροφιά του κείνη την ξεραµένη κοίτη ποταµών, τους δρόµους.
«Τι δείχνει τώρα η τηλεόραση;» ρωτούσε τα σπίτια, κοιτάζοντας το ρολόι του: «Οχτώµισυ έ; Είναι η ώρα για τη γνωστή ντουζίνα εγκλήµατα! Είναι µήπως η ώρα των σταυρόλεξων και των αίνιγµάτων; Καµιά ρεβύ µήπως;»
Τι ήταν τώρα αυτό που άκουσε; Ήτανε µήπως ψίθυρος από πνιχτό γέλιο; Ένας ψίθυρος που ερχόταν από 'να κάτασπρο σπίτι. Κοντοστάθηκε για µια στιγµή, αλλά συνέχισε το δρόµο του όταν δεν έγινε τίποτ' άλλο. Σκόνταψε τώρα σ' ένα ιδιαίτερα ανώµαλο σηµείο του πεζοδροµίου. Το τσιµέντο χανόταν κάτω από λουλούδια και γρασίδι. ∆έκα χρόνια τώρα που περιπλανιόταν, νυχθηµερόν, διασχίζοντας χιλιάδες χιλιόµετρα µε τα πόδια,
δε συνάντησε ποτέ ούτε έναν άνθρωπο να περπατάει, έστω και µια φορά, σ' όλο αυτό το διάστηµα.
Κι έφτασε τώρα σε µια διασταύρωση απ’ όπου ξεκινούσαν τρεις αρτηρίες, µια διασταύρωση βυθισµένη στη νυχτερινή σιγή. Ήτανε µια διασταύρωση που έκοβε στα δυό την πόλη. Εδώ, ολόκληρη τη µέρα, βασίλευε ένα χάος, µια ανήκουστη βουή από αυτοκίνητα, µε ανοιχτά τα πρατήρια βενζίνης, µια τεράστια οχλοβοή εντόµων κι ένας αγώνας ασταµάτητος για µια θέση, καθώς τ' αυτοκίνητα, µ' εξαγριωµένες τις εξατµίσεις τους, µόλις κι άγγιζαν την άσφαλτο καθώς χύνονταν ακράτητα προς το σπίτι, µακριά, στΙς αποµακρυσµένες συνοικίες. Μα τούτη τη στιγµή, ακόµα κι αυτοί οι δηµόσιοι δρόµοι, µοιάζανε σα στεγνά ποτάµια το καλοκαίρι, πέτρινα, µε την κοίτη στο φως, στη φεγγαριάτικη ανταύγεια της νύχτας.
Γύρισε πίσω και µπήκε σε µια πάροδο. Θα 'κάνε ένα µεγάλο κύκλο και θα γύριζε στο σπίτι του. Βρισκόταν σχεδόν στη γειτονιά του, όταν πέσαν απάνω του οι προβολείς: Μια κωνική δέσµη φωτός από 'να µοναχικό αυτοκίνητο. Στάθηκε σα µαγεµένος θαρρείς, σα ζωάκι της νύχτας που ζαλίζεται απ' το φως, καθηλώνεται, κι έπειτα έλκεται προς την πηγή του.
«Μην κουνηθείς!» ήρθε στ' αφτιά του η µεταλλική φωνή: «Μείνε εκεί που είσαι. Ακίνητος».
Κοκάλωσε επί τόπου ο Μήντ.
«Ψηλά τα χέρια!»
«Μα...», πήγε να πει.
«Ψηλά τα χέρια, αλλιώς πυροβολούµε!»
Ήταν η αστυνοµία φυσικά, αλλά τι σπάνιο, τι απίστευτο! Σε µια πόλη τριών εκατοµµυρίων, υπήρχε µόνο ένα αστυνοµικό αυτοκίνητο. Άπό πέρυσι κιόλας, απ' το 2.052, τη χρονιά των εκλογών, η αστυνοµική δύναµη είχε περικοπεί κι είχε περιοριστεί από τρία αυτοκίνητα σε ένα. Το έγκληµα ήταν κάτι ανύπαρκτο. ∆εν υπήρχε τώρα ανάγκη για αστυνοµική προστασία, εκτός απ' αυτό το µόνο και µοναδικό αυτοκίνητο που περιπλανιόταν ατέλειωτα και άσκοπα µέσα στους άδειους δρόµους.
«Όνοµα!» είπαν απ' το αστυνοµικό αυτοκίνητο µ' ένα µεταλλικό πρόσταγµα. Ο κύριος Μήντ δεν µπορούσε να ξεχωρίσει τους αστυνοµικούς. Το έντονο φώς τόνε τύφλωνε.
«Λέοναρντ Μήντ», είπε ο Μήντ.
«Πιό δυνατά!»
«Λέοναρτ Μήντ!»
«Επάγγελµα».
«Θα µπορούσε κανείς να µε ονοµάσει συγγραφέα».
«Αυτό δεν είναι επάγγελµα», είπαν απ' το αστυνοµικό αυτοκίνητο, κι ήταν σα να µονολογούσε το αύτοκίνητο. Το φως τόνε κρατούσε καρφωµένο, σα µουσειακό δείγµα, βελόνα που µπήγεται στο στήθος.
«∆εν αποκλείεται». Είχε χρόνια να γράψει ο Λέοναρντ Μήντ. ∆εν υπήρχανε πια ούτε περιοδικά ούτε βιβλία. Τα πάντα τώρα περιορίζονταν µέσα σε κείνα τα σπίτια που έµοιαζαν µε τάφους, τη νυχτερινή τούτη ώρα. Έτσι σκεφτόταν ο Λέοναρντ Μήντ ακολουθώντας τη φαντασία του. Σ' αυτούς τους τάφους, τους κακοφωτισµένους απ' το φώς της τηλεόρασης, όπου οι άνθρωποι κάθονταν σα νεκροί, µε τα γκρίζα η πολύχρωµα φώτα της συσκευής ν' αγγίζουν τα πρόσωπα τους, αλλά τους ίδιους ποτέ.
«Ανεπάγγελτος», είπε η φωνογραφική φωνή, συρίζοντας: «Τι γυρεύετε έξω τέτοια ώρα;»
«Βγήκα να περπατήσω», είπε ο Λέοναρντ Μήντ.
«Να περπατήσετε!»
«Απλώς να περπατήσω», είπε αυτός, µα κιόλας ένιωθε να τόνε λούζει κρύος ιδρώτας.
«Να περπατήσετε, απλώς να περπατήσετε;»
«Μάλιστα κύριε».
«Να πάτε που; Για ποιο λόγο;»
«Να πάρω αέρα. Να δώ».
«Τή διεύθυνση σας!»
«Οδός Σαίντ Τζαίηµς αριθµός 11».
«Άφού υπάρχει αέρας στο σπίτι σας κύριε Μήντ. Έχετε το αιρ κοντίσιον».
«Μάλιστα».
«Κι έχετε και τηλεόραση στο σπίτι σας για να βλέπετε».
«Όχι, δεν έχω».
«Όχι;» κι ακούστηκε κάτι σαν αδιόρατος µηχανικός τριγµός που, αυτός καθαυτός, ακουγόταν σαν κατηγορητήριο.
«Είστε παντρεµένος κύριε Μήντ;»
«Όχι».
«Ανύπαντρος», ακούστηκε η αστυνοµική φωνή πίσω απ' την πύρινη λάµψη. Το φεγγάρι έλαµπε κατακάθαρο, φηλά, ανάµεσα στ' αστέρια, και τα σπίτια ήταν γκρίζα και σιωπηλά.
«Κανείς δε µε ήθελε», είπε µ' ένα χαµόγελο ο Μήντ. «Να µιλάτε µόνο όταν σας δίνουµε την άδεια».
Ο Λέοναρντ Μήντ περίµενε µέσα στην παγερή νύχτα.
«Ωστε βγήκατε απλώς να περπατήσετε κύριε Μήντ».
«Μάλιστα».
«∆εν εξηγήσατε όµως για ποιο σκοπό».
«Εξήγησα. Βγήκα να πάρω αέρα, να δώ, άπλως να περπατήσω».
«Αυτό το κάνετε συχνά;»
«Κάθε βράδυ εδώ και αρκετά χρόνια».
Το αστυνοµικό αυτοκίνητο είχε σταµατήσει στη µέση ακριβώς του δρόµου. Το µηχανικό του λαρύγγι κάτι µουρµούριζε σιγά.
«Αυτά λοιπόν κύριε Μήντ», είπε.
«Τελειώσαµε;» ρώτησε αυτός ευγενικά.
«Ναι...» είπε η φωνή. ∆εν πρόφτασε ο κύριος Μήντ ν' αναστενάξει, κι ακούστηκε ένας κρότος. Ήταν η πίσω πόρτα του αστυνοµικού αυτοκινήτου που 'χε ανοίξει διάπλατα:
«Περάστε».
«Περιµένετε µια στιγµή, δεν έκανα τίποτε».
«Περάστε».
«∆ιαµαρτύροµαι!»
«Κύριε Μήντ!»
Βάδισε προς τα κει σαν ένας άνθρωπος που µέθυσε άξαφνα. Περνώντας µπρος απ' το πάρ µπρίζ του αυτοκινήτου κοίταξε µέσα. Και, όπως το περίµενε, δεν υπήρχε κανείς στο πρώτο κάθισµα, δεν υπήρχε κανείς σ' ολόκληρο το αυτοκίνητο.
«Περάστε».
Άγγιζε µε το χέρι του την πόρτα και κοίταξε µέσα, στην πίσω θέση. Κι η πίσω θέση ήτανε κάτι σα µικρό κελί, µια µικρή σκοτεινή φυλακή κλεισµένη µε κάγκελα. Μύριζε καινούργιο ατσάλι. Μύριζε έντονα αντισηπτικό. Μύριζε µέταλλο, καθαριότητα και σκληράδα. ∆εν υπήρχε τίποτα απαλό µέσα κει.
«Αν είχατε βέβαια µια σύζυγο για άλλοθι», είπε η ατσάλινη φωνή: «Αλλά. . .»
«Πού θα µε πάτε;»
Το αυτοκίνητο κόµπιασε για λίγο, η µάλλον έβγαλε ένα ανεπαίσθητο κροτάλισµα, σα να µπήκε µπροστά µια αθόρυβη τροχαλία, κι ήταν σα να ζητούσε οδηγίες από κάπου, έτσι που έριχνε σε µια σχισµή, κάτω από ηλεκτρικά µάτια, κάτι διάτρητες κάρτες: «Στο Ψυχιατρικό Κέντρο Ερευνών για εξέταση, προκειµένου να εντοπιστούν τα αίτια των οπισθοδροµικών σας τάσεων».
Ο Λέοναρντ Μήντ µπήκε στο αυτοκίνητο. Η πόρτα έκλεισε µαλακά. Το αστυνοµικό αυτοκίνητο κυλούσε τώρα µέσα στις άδειες λεωφόρους της νύχτας, φωτίζοντας το δρόµο του µε χαµηλωµένα τα φανάρια του.
Έπειτα από λίγο πέρασαν µπροστά από ένα σπίτι σε κάποιο δρόµο, ένα µοναδικό σπίτι σε µια ολόκληρη πολιτεία σπιτιών που είχαν σβήσει τα φώτα τους, µα τούτο εδώ ειδικά είχε όλα τα ηλεκτρικά του φώτα αναµµένα, κάθε παράθυρο ήταν και µια κίτρινη ηχηρή φωταψία, τετράγωνο και ζεστό µέσα στο παγερό σκοτάδι.
«Αυτό είναι το σπίτι µου», είπε ο Λέοναρντ Μήντ.
Κανείς δεν του απάντησε.
Το αυτοκίνητο κατέβαινε µέσα στους άδειους δρόµους που έµοιαζαν µε ξεραµένες κοίτες ποταµών, χανόταν µακριά, αφήνοντας πίσω του τους άδειους δρόµους µε τα άδεια πεζοδρόµια, κι ήχος κανείς, και κίνηση καµιά δεν ξανακούστηκε σ' όλη την υπόλοιπη παγερή αυτή νύχτα του Νοέµβρη.




RAY BRADBURY
To ∆ του ∆ιαστήµατος
Τίτλος πρωτοτύπου: S is for Space
Μετάφραση από τα αγγλικά: ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝ∆ΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΑντιΚοσµοι