.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Οι Ασσασίνοι στις αφηγήσεις του Μάρκο Πόλο – ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΛΙΟΥΙΣ


Ο Μάρκο Πόλο πέρασε από την Περσία στα 1273 και περιγράφει το φρούριο και την κοιλάδα του Αλαμούτ, που υπήρξαν για μεγάλο διάστημα η έδρα της αίρεσης.

“Ο Γέρος ονομαζόταν στη γλώσσα τους Αλοαντίν. Αυτός είχε βάλει να κλείσουν μια κοιλάδα ανάμεσα σε δύο βουνά, μεταμορφώνοντάς της σε κήπο, τον πιο όμορφο και πιο μεγάλο που είδε ποτέ μάτι, και τον είχε γεμίσει με κάθε λογής φρούτα. Είχε χτίσει επίσης εκεί μέσα τα ομορφότερα παλάτια και τις πιο λαμπρές επαύλεις που μπορεί κανείς να φανταστεί, καλυμμένα όλα με χρυσάφι και πλουμιστές ζωγραφιές. Υπήρχαν ακόμη ρυάκια όπου κύλαγε άφθονο κρασί και γάλα και μέλι και νερό. Και πολλές γυναίκες και από τις πιο όμορφες κοπέλες του κόσμου, που έπαιζαν όλων των ειδών τα όργανα και τις μουσικές, χόρευαν και τραγουδούσαν τόσο γλυκά κι ωραία, που ήταν χάρμα να τις βλέπεις. Γιατί σκοπός του Γέροντα ήταν να κάνει τους πιστούς του να παραδεχτούν πως τούτος εδώ ήταν ο αληθινός Παράδεισος. Τον είχε φτιάξει λοιπόν σύμφωνα με την περιγραφή που έδωσε ο Μωάμεθ για τον Παράδεισο του, δηλαδή σαν έναν όμορφο κήπο με αυλάκια από όπου τρέχει άφθονο κρασί, γάλα, μέλι και νερό, και γεμάτο πανέμορφες γυναίκες για την απόλαυση όλων των κατοίκων του. Γι' αυτό και οι Σαρακηνοί σ' αυτά τα μέρη πίστευαν πως αυτός ήταν ο αληθινός Παράδεισος!
“Κανέναν δεν άφηνε να μπει στον Κήπο του εξόν από εκείνους που τους προόριζε για Ασσισίν του. Στην είσοδο του Κήπου υπήρχε ένα κάστρο αρκετά ισχυρό να αντισταθεί στις επιδρομές όλου του κόσμου και δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να μπεις μέσα. Στην αυλή του κρατούσε κάμποσους από τους νέους της χώρας, από δώδεκα μέχρι είκοσι χρονών, απ' αυτούς που έδειχναν πως θα γίνουν καλοί στρατιώτες. Τους αφηγιόταν ιστορίες για τον Παράδεισο, όπως έκανε κι ο Μωάμεθ, κι αυτοί τον πίστευαν όπως οι Σαρακηνοί πιστεύουν τον Μωάμεθ. Κατόπιν τους έμπαζε στον κήπο του, πότε τέσσερις μαζί, πότε έξι, αλλά και δέκα καμιά φορά, αφού πρώτα τους έβαζε και τους σήκωναν και τους κουβαλούσαν μέσα. Έτσι μόλις ξυπνούσαν βρήσκονταν στον Κήπο.
“Όταν λοιπόν ξυπνούσαν και βρίσκονταν σε ένα μέρος τόσο θεσπέσιο, πίστευαν πως ήταν ο αληθινός Παράδεισος. Κι οι γυναίκες και τα κοριτσόπουλα ερωτοτροπούσαν ελεύθερα μαζί τους κι ευφραίνονταν οι καρδιές τους. Είχαν ό,τι ψάχνει να βρει ένας νέος και δεν θα έφευγαν ποτέ με τη θέλησή τους από εκείνο το μέρος.
“Στο μεταξύ ο άρχοντας αυτός που λέμε Γέροντα έδινε στην Αυλή του μεγαλοπρέπεια, κάνοντας εκείνους τους απλούς βουνίσιους που τον περιστοίχιζαν να πιστεύουν ακράδαντα πως αυτός ήταν μεγάλος προφήτης. Κι όταν ήθελε να στείλει κάποιον Ασσισίν του για μια αποστολή, έβαζε να δώσουν από κείνο το ποτό για το οποίο μίλησα πρωτύτερα σε ένα από τα παλικάρια και μετά το κουβαλούσαν μέσα στο παλάτι του. Όταν λοιπόν ο νέος ξυπνούσε, έβλεπε ότι βρισκόταν όχι πια στον παράδεισο αλλά μέσα στο κάστρο και μάλλον δεν χαιρόταν γι'αυτό. Κατόπιν τον οδηγούσαν μπροστά στο Γέροντα και το παληκάρι γονάτιζε και τον επροσκυνούσε με μεγάλο σεβασμό, αφού πίστευε πως βρισκόταν μπροστά σ' έναν αληθινό προφήτη. Τότε ο άρχοντας τον ρωτούσε από που ερχόταν κι αυτός φυσικά αποκρινόταν πως ερχόταν από τον παράδεισο! Και πως ήταν όπως ακριβώς τον περιγράφει ο Μωάμεθ στις Γραφές. Οι άλλοι που βρίσκονταν εκεί και δεν είχαν γίνει ακόμη δεκτοί, ακούγοντάς τον, επιθυμούσαν πολύ να πάνε εκεί πέρα.
“Σαν ήθελε λοιπόν ο Γέρος να σκοτώσει κάποιον άρχοντα, έλεγε σ' έναν τέτοιο νέο: “Πήγαινε να σκοτώσεις τον τάδε κι όταν γυρίσεις θα σε πάρουν οι άγγελοί μου και θα σε βάλουν στον παράδεισο. Κι αν τύχει και πεθάνεις, εγώ θα στείλω πάλι τους αγγέλους μου να σε φέρουν ξανά στον παράδεισο”. Κι εκείνοι τον πίστευαν και δεν υπήρχε διαταγή που θα τους έδινε και δε θα την εκτελούσαν αψηφώντας κάθε κίνδυνο – τόσο μεγάλος ήταν ο πόθος τους να ξαναγυρίσουν στον παράδεισό του. Με τον τρόπο αυτό ο Γέροντας έβαζε τους ανθρώπους του να δολοφονούν όποιον ήθελε να βγάλει από τη μέση. Ήταν δε τέτοιος ο φόβος που ενέπνεε, που όλοι οι άρχοντες ήθελαν να τα 'χουν καλά μαζί του κι έτσι κατάντησαν υποτελείς του.
“Θα πρέπει ακόμα να σας ειπώ ότι ο Γέρος αυτός είχε και κάποιους άλλους κοντά του, που αντέγραφαν τις ταχτικές του κι ενεργούσαν κατόπιν ίδιο μ' αυτόν. Έναν από αυτούς τον έστειλε αργότερα στην περιοχή της Δαμασκού κι έναν άλλο στο Κουρδιστάν”.


ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΛΙΟΥΙΣ
ΟΙ ΑΣΣΑΣΙΝΟΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΡΟΧΑΛΙΑ

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Η Ομορφιά της Καθολικής Μορφής της Συνωμοσίας – ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ




Ίσως για να ξαναθυμηθώ τον πατέρα μου, περνάω ατέλειωτες ώρες στη σοφίτα, πάνω από τα μυθιστορήματα που είχε αφήσει και καταφέρνω να υπεξαιρέσω, μιας και είχε έρθει με το ταχυδρομείο όταν πια αυτός δεν μπορούσε να το διαβάσει, το Ιωσήφ Μπάλσαμο του Δουμά.
Αυτό το θαυμαστό βιβλίο εξιστορεί, όπως ξέρει ο καθένας, τις περιπέτειες του Καλιόστρο και πως έστησε την υπόθεση του περιδέραιου της βασίλισσας, ταυτόχρονα καταστρέφοντας ηθικά και οικονομικά τον καρδινάλιο ντε Ροάν, εκθέτοντας τη βασίλισσα, γελοιοποιώντας ολόκληρη την Αυλή, τόσο ώστε πολλοί να πιστεύουν ότι η απάτη του Καλιόστρο είχε συντελέσει βαθύτατα στην υπονόμευση του κύρους του θεσμού της μοναρχίας, με αποτέλεσμα να προετοιμαστεί εκείνο το κλίμα της απαξίωσης που θα οδηγούσε στην Επανάσταση του '89.
αλλά ο Δουμάς κάνει κάτι περισσότερο και βλέπει τον Καλιόστρο, ή μάλλον τον Ιωσήφ Μπάλσαμο, σαν εκείνον που οργάνωσε συνειδητά, όχι απλώς μιαν απάτη, αλλά μια πολιτική συνωμοσία υπο τη σκιά της παγκόσμιας Μασονίας.
Με είχε μαγέψει η ouverture*. Σκηνή: το Μον Τονέρ, το Βουνό της Βροντής. Στην αριστερή όχθη του Ρήνου, λίγες λεύγες από τη Βορμς, ξεκινάει μια σειρά από ζοφερά βουνά, ο Θρόνος του Βασιλιά, ο Βράχος των Γερακιών, το Λοφίο του Φιδιού και ψηλότερο απ' όλα, το Βουνό της Βροντής. Στις 6 Μαΐου του 1770 (είκοσι σχεδόν χρόνια πριν από το ξέσπασμα της μοιραίας Επανάστασης), ενώ ο ήλιος έπεφτε πίσω από το καμπαναριό του καθεδρικού του Στρασβούργου, που θαρρείς τον χώριζε σε δύο πυρακτωμένα ημισφαίρια, ένας Άγνωστος έρχεται από τη Μαγεντία και ανεβαίνει τις πλαγιές αυτού του βουνού, παρατώνταςσε κάποιο σημείο ακόμα και το άλογό του. Ξαφνικά, αιχμαλωτίζεται από κάποιους μασκοφόρους που, αφού του δένουν τα μάτια, τον οδηγούν πέρα από το δάσος, σε ένα ξέφωτο, όπου τον περιμένουν τριακόσια φαντάσματα, τυλιγμένα σε σάβανα και αρματωμένα με σπαθιά, που αρχίζουν να τον υποβάλλουν σε έναν καταιγισμό ερωτήσεων.
Τι θέλεις; Να δω το φως. Είσαι έτοιμος να ορκιστείς; Και δώστου ξεκινάει μια σειρά δοκιμασιών, όπως το να πιεί το αίμα ενός προδότη που μόλις τον σκότωσαν, να αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι για ν' αποδείξει την υπακοή του και άλλες τέτοιες μπούρδες, που θυμίζουν μασονικές τελετές κατώτατης υποστάθμης, γνωστές ακόμα και στους λαϊκούς αναγνώστες του Δουμά, μέχρι που ο ταξιδιώτης αποφασίζει να τους κόψει το βήχα και απευθύνεται αγέρωχα στη συγκέντρωση, ξεκαθαρίζοντάς τους ότι γνωρίζει όλες τις τελετές και τα κόλπα τους και, επομένως, να πάψουν τους θεατρινισμούς μαζί του, γιατί είναι κάτι παραπάνω απ' όλους τους και είναι θείω δικαιώματι ο αρχηγός εκείνης της μασονικής συνάθροισης.
Και καλούσε, για να τους θέσει υπό τις διαταγές του, τα μέλη των μασονικών στοών της Στοκχόλμης, του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης, της Ζυρίχης, της Μαδρίτης, της Βαρσοβίας και διάφορων ασιατικών χωρών, που όλοι τους είχαν προφανώς συγκεντρωθεί στο Βουνό της Βροντής.
Γιατί είχαν μαζευτεί εκεί οι Μασόνοι όλου του κόσμου; Ο Άγνωστος τώρα μας το εξηγεί: ζητούσε σιδερένιο χέρι, πύρινο σπαθί και αδαμάντινη ζυγαριά για να διώξει τον Ρυπαρό από τον κόσμο, δηλαδή να εξευτελίσει και να καταστρέψει τους δύο μεγάλους εχθρούς της ανθρωπότητας, το θρόνο και τον άμβωνα ( ο παππούς μου είχε πει ότι το σύνθημα του ελεεινού Βολτέρου ήταν ecrasez l' infame**). Ο Άγνωστος υπενθύμιζε, στη συνέχεια, ότι, σαν κάθε καλός νεκρομάντης της εποχής, ζούσε εδώ και αμέτρητες γενιές, πριν από το Μωυσή και ίσως και τον Σαρδανάπαλο, και είχε έρθει από την Ανατολή να ανακονώσει ότι είχε φτάσει πια η στιγμή. Οι λαοί συντάσσονται σε μια τεράστια φάλαγγα που προχωρεί ασταμάτητα προς το φως και η Γαλλία βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της φάλαγγας. Έπρεπε να πάρει στα χέρια του τον αληθινό δαυλό αυτής της πορείας και μ' αυτόν να πυρπολήσει τον κόσμο με νέο φως. Στη Γαλλία ήταν στο θρόνο ένας γέρος και διεφθαρμένος βασιλιάς, που δεν του έμεναν ακόμα πολλά χρόνια ζωής. Παρόλο που ένας από τους συγκεντρωθέντες – που εντέλει ήταν ο Λαβετέ, ο εξαιρετικός φυσιογνωμιστής – παρατηρεί ότι τα πρόσωπα των δύο νεαρών διαδόχων του (του μελλοντικού Λουδοβίκου ΙΣΤ' και της γυναίκας του, της Μαρίας Αντουανέτας) δείχνουν φύσεις καλές και σπλαχνικές, ο Άγνωστος (στον οποίο οι αναγνώστε πιθανότατα θα έχουν αναγνωρίσει τον Ιωσήφ Μπάλσαμο που στο βιβλίο του Δουμά δεν έχει ακόμα κατονομαστεί) υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει θέση για την ανθρώπινη ευσπλαχνία, όταν πρέπει να προωθηθεί ο δαυλός της προόδου. Μέσα σε είκοσι χρόνια, η γαλλική μοναρχία θα πρέπει να σβηστεί από προσώπου γης.
Και σε αυτό το σημείο κάθε εκπρόσωπος κάθε στοάς κάθε χώρας κάνει μπροστά, προσφέροντας ανθρώπους ή πλούτη για το θρίαμβο της δημοκρατικής και μασονικής υπόθεσης με το σύνθημα lilia pedibus destrue, ποδοπάτησε και κατέστρεψε τον κρίνο της Γαλλίας.
Δεν αναρωτήθηκα μήπως μια συνωμοσία των πέντε ηπείρων ήταν υπερβολική μόνο και μόνο για ν' αλλάξουν οι συνταγματικές διατάξεις της Γαλλίας. Κατά βάθος, ο Πιεμοντέζος εκείνης της εποχής θεωρούσε ότι στον κόσμο υπήρχαν μόνο η Γαλλία, ασφαλώς η Αυστρία, ίσως η Κοχιγκίνα*** κάπου πολύ μακριά, αλλά δεν υπήρχε καμία άλλη χώρα άξια προσοχής, εκτός βέβαια από το Παπικό Κράτος. Μπροστά στη σκηνοθεσία του Δουμά (και με σεβασμό απέναντι στο μεγάλο εκείνο συγγραφέα), αναρωτήθηκα μήπως ο Βάρδος, εξιστορώντας μια μόνο συνωμοσία, αποκάλυπτε την Καθολική Μορφή κάθε πιθανής συνωμοσίας.
Ας ξεχάσουμε το Βουνό της Βροντής, την αριστερή όχθη του Ρήνου, την εποχή – έλεγα μέσα μου. Ας σκεφτούμε συνωμότες που προέρχονται από κάθε γωνιά του κόσμου και εκπροσωπούν τα πλοκάμια της σέχτας τους που είναι απλωμένα σε κάθε χώρα, ας τους συγκεντρώσουμε σ' ένα ξέφωτο, σε μια σπηλιά, σ' ένα κάστρο, σ' ένα κοιμητήριο, σε μια κρύπτη, αρκεί να υπάρχει το απαιτούμενο σκοτάδι. Ας βάλουμε κάποιον απ' αυτούς να μιλάει αποκαλύπτοντας δολοπλοκίες και την επιθυμία να κατακτήσουν τον κόσμο... Πάντα γνώριζα ανθρώπους που φοβούνταν τις συνωμοσίες κάποιου κρυφού εχθρού, των Εβραίων ο παππούς, των Μασόνων οι Ιησουίτες, των Ιησουιτών ο Γαριβαλδίνος πατέρας μου, των Καρμπονάρων οι βασιλείς της μισής Ευρώπης, των βασιλέων που υποκινούνταν από τους ιερείς οι Ματσινιανοί συμφοιτητές μου, των Πεφωτισμένων της Βαυαρίας οι αστυνομίες του μισού κόσμου και ούτω καθ' εξής. Ποιος ξέρει πόσοι ακόμα άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που νομίζουν ότι απειλούνται από κάποια συνωμοσία. Εδώ έχουμε μια φόρμα που μπορεί να συμπληρωθεί κατά βούληση, στον καθένα και η συνωμοσία του.
Ο Δουμάς ήταν στ' αλήθεια βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής. Σε τι αποσκοπεί ο καθένας, πολύ δε περισσότερο όταν είναι δύστυχος και απόκληρος της τύχης; Στο χρήμα και μάλιστα στο εύκολο χρήμα, στην εξουσία (αυτό τον πόθο να κουμαντάρεις και να ταπεινώνεις έναν όμοιό σου) και στην εκδίκηση για κάθε άδικο που έχει υποστεί (και ο καθένας στη ζωή του έχει υποστεί τουλάχιστον ένα άδικο, όσο μικρό κι αν ήταν). Και να που ο Δουμάς τον Μοντεχρίστο δείχνει πως μπορείς ν' αποκτήσεις αμύθητα πλούτη που θα σου χαρίσουν υπεράνθρωπη δύναμη και θα κάνουν τους εχθρούς σου να πληρώσουν κάθε τους χρέος. Αλλά, αναρωτιέται ο καθένας, γιατί εγώ να μην έχω ευνοηθεί από την τύχη (τουλάχιστον όσο θα ήθελα), γιατί να στερούμαι χάρες που αντίθετα παραχωρήθηκαν σε άλλους λιγότερο άξιους από μένα; Μιας και κανείς δεν σκέφτεται ότι οι ατυχίες του μπορεί να οφείλονται σε κάποια έλλειψη του, αναγκάζεται να εντοπίσει έναν ένοχο. Ο Δουμάς προσφέρει στην απογοήτευση (τόσο των μεμονομένων ατόμων όσο και των λαών) την εξήγηση της αποτυχίας τους. Έφταιγε κάποιος άλλος που πήγε σε μια συγκέντρωση στο Βουνό της Βροντής για να σχεδιάσει την καταστροφή σου...
Αν το καλοσκεφτούμε, ο Δουμάς δεν επινόησε τίποτα: απλώς έδωσε αφηγηματική μορφή σε όσα, σύμφωνα με τον παππού, είχε αποκαλύψει ο αβάς Μπαρουέλ. Αυτό μου έβαλε την ιδέα ότι, για να πουλήσω με οποιοδήποτε τρόπο την αποκάλυψη μιας συνωμοσίας, δεν έπρεπε να προσφέρω στον αγοραστή τίποτα πρωτότυπο, αλλά μόνο και αποκλειστικά αυτό που ήδη ήξερε ή θα μπορούσε εύκολα να μάθει από άλλες πηγές. Ο κόσμος πιστεύει μόνο σε όσα ήδη ξέρει και αυτή είναι η ομορφιά της Καθολικής Μορφής της Συνωμοσίας.


_________________
*Εισαγωγή
**Συντρίψτε τον άτιμο
***Το νότιο τμήμα του Βιετνάμ, κατά τη διάρκεια της γαλλικής αποικιακής περιόδου


ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΦΗ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ ΤΟΥ ΑΤΤΗ – SIR JAMES GEORGE FRAZER



Ένας άλλος θεός του οποίου ο υποθετικός θάνατος και η ανάσταση είχαν βαθιές ρίζες στην πίστη και στις τελετουργίες της δυτικής Ασίας είναι ό Άττης. Αυτός ήταν για τη φρυγία ό,τι ο Άδωνης για τη Συρία. Όπως ο Άδωνης έτσι κι αυτός φαίνεται πως ήταν θεός της βλάστησης, κι ο θάνατός του καθώς και η ανάστασή του θρηνούνταν και εορτάζονταν κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια μιας ανοιξιάτικης γιορτής. Οι μύθοι και οι ιεροτελεστίες των δύο θεών έμοιαζαν τόσο πολύ, ώστε μερικές φορές οι αρχαίοι τους ταύτιζαν. Για τον Άττη έλεγαν ότι ήταν ένας όμορφος νεαρός βοσκός, προσφιλής στην Κυβέλη, τη Μητέρα των θεών, τη μεγάλη ασιατική θεά της γονιμότητας, που είχε την κατοικία της στη Φρυγία. Μερικοί μάλιστα έλεγαν ότι ο Άττης ήταν γιος της. Η γέννησή του, όπως και πολλών άλλων ηρώων, λέγεται ότι υπήρξε θαυμαστή. Η μητέρα του, η Νάνα, ήταν παρθένα και τον συνέλαβε βάζοντας ένα ώριμο αμύγδαλο ή ρόδι στο στήθος της. Πράγματι, στη φρυγική κοσμογονία το αμύγδαλο θεωρούνταν πατέρας όλων των πραγμάτων, ίσως γιατί το λεπτό λιλά άνθος του είναι από τους πρώτους κήρυκες της άνοιξης, που εμφανίζεται στα γυμνά κλαδιά, πριν βγουν τα φύλλα. Τέτοιοι μύθοι παρθένων μητέρων είναι υπολείμματα μιας εποχής, παιδικής άγνοιας, όταν οι άντρες δεν είχαν ακόμη αντιληφθεί ότι η σεξουαλική επαφή ήταν η πραγματική αιτία της δημιουργίας απογόνων. Υπάρχουν δυο διαφορετικές εκδοχές για το θάνατο του Άττη. Σύμφωνα με την πρώτη, αυτός σκοτώθηκε από έναν κάπρο όπως ο Άδωνης. Σύμφωνα με τη δεύτερη, ευνούχησε ο ίδιος τον εαυτό του κάτω από ένα πεύκο σ' εκείνο το σημείο από αιμορραγία. Λέγεται ότι η δεύτερη εκδοχή είναι μια τοπική ιστορία που έλεγε ο λαός της Πεσσινούς, μεγάλου κέντρου λατρείας της Κυβέλης, και ολόκληρος ο μύθος, του οποίου η ιστορία αυτή αποτελεί μέρος, έχει ένα χαρακτήρα βιαιότητας και αγριότητας, που δείχνει καθαρά την αρχαιότητά του. Και οι δύο μύθοι μπορούν να θεωρηθούν έθιμο ή μάλλον και οι δύο επινοήθηκαν προφανώς για να εξηγήσουν ορισμένα έθιμα που τηρούνταν από τους λατρευτές. Η ιστορία του αυτοακρωτηριασμού του Άττη είναι σαφώς μια προσπάθεια να δοθεί κάποια εξήγηση για τον αυτοακρωτηριασμό των ιερέων του, που ευνούχιζαν οι ίδιοι τον εαυτό τους, πριν μπουν στην υπηρεσία της θεάς. Η ιστορία του θανάτου του από τον κάπρο ίσως ειπώθηκε για να εξηγήσει γιατί οι πιστοί του, και ιδιαίτερα ο λαός της Πεσσινούς, δεν έτρωγαν χοιρινό κρέας. Όμοια και οι πιστοί του Άδωνη δεν έτρωγαν χοιρινό, γιατί ένας κάπρος είχε σκοτώσει το θεό τους. Λέγεται ακόμη ότι ο Άττης μετά το θάνατό του έγινε πεύκο.
Τη λατρεία της φρυγικής Μητέρας των θεών υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι το 204 π.Χ., προς το τέλος του μακροχρόνιου πολέμου τους με τον Αννίβα. Γιατί το πεσμένο τους φρόνημα είχε ανεβεί την κατάλληλη στιγμή από μια προφητεία, που ισχυρίζονταν ότι έβγαινε από αυτό τον πρόσφορο κυκεώνα μωρολογίας των Σιβυλλικών Βιβλίων, ότι δηλαδή ο ξένος επιδρομέας θα έφευγε από την Ιταλία εάν έφερναν στη ρώμη τη μεγάλη ανατολίτικη θεά. Έτσι έφυγαν αμέσως πρεσβευτές για την ιερή πόλη Πεσσινούς της Φρυγίας. Σ' αυτούς δόθηκε η μικρή μαύρη πέτρα που ενσωμάτωνε την ισχυρή θεότητα και μεταφέρθηκε στη Ρώμη. Εκεί έγινε δεκτή με μεγάλο σεβασμό και τοποθετήθηκε στο ναό της Νίκης στον Παλατίνο Λόφο. Η θεά έφτασε εκεί στα μέσα Απριλίου κι άρχισε αμέσως δουλειά. Γιατί τέτοια συγκομιδή, όπως εκείνης της χρονιάς, είχαν να δουν για πολύ καιρό και τον αμέσως επόμενο χρόνο ο Αννίβας και οι βετεράνοι του μπάρκαραν για την Αφρικη. Καθώς αυτός κοίταζε για τελευταία φορά τις ιταλικές ακτές που ξεμάκραιναν πίσω του, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η Ευρώπη, η οποία απέκρουσε το στρατό του, θα υποχωρούσε στους θεούς της Ανατολής. Η εμπροσθοφυλακή των νικητών είχε ήδη στρατοπεδεύσει στην καρδιά της Ιταλίας, πριν η οπισθοφυλακή του νικημένου στρατού αναχωρήσει σκυθρωπή από τις ακτές της.
Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε, αν και δεν έχει γίνει λόγος για κάτι τέτοιο, ότι η Μητέρα των θεών έφερε μαζί της στη νέα της κατοικία στη Δύση και τη λατρεία του νεαρού αγαπημένου της η γιου της. Οι Ρωμαίοι βέβαια ήταν εξοικιωμένοι με τους Γαλλους, τους ευνουχισμένους ιερείς του Άττη, πολύ πριν από το τέλος της Δημοκρατίας. Αυτά τα εκφυλισμένα όντα, με την ανατολίτιη ενδυμασία τους και τα μικρά είδωλα κρεμασμενα στο στήθος τους, φαίνεται ότι αποτελούσαν ένα οικείο θέαμα στους δρόμους της Ρώμης, τους οποίους διέσχιζαν σε πομπή, μεταφέροντας το είδωλο της θεάς και ψάλλοντας τους ύμνους τους υπό τον ήχο των κυμβάλων και των σείστρων, των αυλών και των κεράτων, ενώ ο λαός, κάτω από την εντύπωση της φανταστικής επίδειξης και την επίδραση των άγριων ασμάτων, τους έριχνε άφθονα δώρα και σκέπαζε το είδωλο, καθώς κι αυτούς που το κρατούσαν, με τριαντάφυλλα. Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος προχώρησε περισσότερο, όταν ενσωμάτωσε τη φρυγική λατρεία του ιερού δέντρου και μαζί μ' αυτήν τις οργιαστικές ίσως τελετές του Άττη στην καθιερωμένη ήδη ρωμαϊκή θρησκεία. Η μεγάλη ανοιξιάτικη γιορτή της Κυβέλης και του Άττη είναι πολύ γνωστή σ' εμάς με τη μορφή που γιορταζόταν στη Ρώμη. Αλλά καθώς πληροφορούμαστε ότι οι ρωμαϊκές τελετές είχαν φρυγική προέλευση, μπορούμε να συμπεράνουμε πως δε διέφεραν σχεδόν καθόλου από το ασιατικό τους πρωτότυπο. Η διαδικασία του εορτασμού φαίνεται ότι ήταν η ακόλουθη.
Την εικοστή δεύτερη μέρα του Μάρτη έκοβαν ένα πεύκο από το δάσος και το μετέφεραν μέσα στο ιερό της Κυβέλης, όπου το περιποιούνταν σαν μεγάλη θεότητα. Για τη μεταφορά του δέντρου ήταν υπεύθυνη μια συντεχνία ανθρώπων που μετέφερε το δέντρο. Ο κορμός τυλιγόταν με μάλλινες ταινίες σαν νεκρός και στολιζόταν με στεφάνια από βιολέτες, γιατί έλεγαν ότι βιολέτες φύτρωσαν από το αίμα του Άττη, όπως τριαντάφυλλα και ανεμώνες από το αίμα του Άδωνη. Το ομοίωμα επίσης ενός νέου άντρα, χωρίς αμφιβολία του Άττη, δενόταν στη μέση του κορμού. Τη δεύτερη μέρα της γιορτής, την εικοστή τρίτη του Μάρτη, το κύριο μέρος της γιορτής φαίνεται ότι ήταν ο ήχος των σαλπίγγων. Η τρίτη ημέρα, η εικοστή τετάρτη του μήνα, ήταν γνωστή ως Ημέρα του Αίματος, γιατί ο Αρχιγάλλος ή αρχιερέας έβγαζε αίμα από τα χέρια του και το πρόσφερε ως θυσία. Και δεν ήταν ο μόνος που έκανε αυτή την αιματηρή προσφορά. Ο κατώτερος κλήρος, επηρεασμένος από την άγρια και βάρβαρη μουσική των κυμβάλων, των τυμπάνων, των κεράτων και των φλάουτων, στροβιλιζόταν στο χορό κουνώντας τα κεφάλια, με τα μαλλιά να ανεμίζουν, μέχρι που έξαλλος απο μια φρενίτιδα έκστασης και αναίσθητος στον πόνο έκοβε με σπασμένα πιάτα ή έσχιζε με μαχαίρια το σώμα του, για να πιτσιλίσει με το αίμα του το βωμό και το ιερό δέντρο. Η φρικαλέα ιεροτελεστία προφανώς αποτελούσε μέρος του πένθους για τον Άττη και ίσως είχε σκοπό να τον δυναμώσει για την ανάσταση. Οι αυτόχθονες της Αυστραλίας κόβονταν κατά τον ίδιο τρόπο πάνω από τους τάφους των φίλων τους, για να τους βοηθήσουν ίσως να ξαναγεννηθούν. Μπορούμε επίσης να εικάσουμε, να και δε μας έχει ειπωθεί ξεκάθαρα, ότι την Ημέρα του Αίματος και για τον ίδιο σκοπό οι δόκιμοι μοναχοί θυσίαζαν την αντρίκεια τους φύση. Έξαλλοι, στο κορύφωμα της θρησκευτικής έξαψης, έριχναν τα κομμένα τους μέλη πάνω στο είδωλο της σκληρής θεάς. Αυτά τα κομμένα όργανα γονιμότητας τυλίγονταν μετά με ευλάβεια και θάβονταν στο χώμα ή σε υπόγεια δωμάτια αφιερωμένα στην Κυβέλη, και όπως η προσφορά αίματος θεωρούνταν και αυτά συντελεστικά για την ανάκληση του Άττη στη ζωή και την επίσπευση της ανάστασης της φύσης, η οποία τότε γέμιζε φύλλα και άνθη μέσα στην ανοιξιάτικη λιακάδα. Κάποια επιβεβαίωση αυτής της εικασίας δίνεται από μια ιστορία των βαρβάρων, ότι η μητέρα του Άττη τον συνέλαβε βάζοντας στο στήθος ένα ρόδι, που φύτρωσε από τα κομμένα γεννητικά όργανα ενός άντρα-τέρατος με το όνομα Άγδιστης, είδος δίδυμο του Άττη.
Εάν υπάρχει κάποια αλήθεια σ' αυτή την υποθετική ερμηνεία του εθίμου, μπορούμε αμέσως ν' αντιληφθούμε γιατί και άλλες ασιατικές θεές της γονιμότητας υπηρετούνταν κατά τον ίδιο τρόπο από ευνούχους ιερείς. Αυτές οι θηλυκές θεότητες ζητούσαν να πάρουν από τους αρσενικούς τους ιερείς, που παρίσταναν τους θεϊκούς τους αγαπημένους, το όργανο των ευεργετικών τους λειτουργιών. Έπρεπε δηλαδή να δεχτούν αυτές πρώτα τη γονιμοποίηση από τη ζωντανή ενέργεια, πριν τη μεταβιβάσουν στον κόσμο. Θεές που υπηρετούνταν έτσι από ευνούχους ιερείς ήταν η μεγάλη Άρτεμη της Εφέσου και η μεγάλη συριακή Αστάρτη της Ιεράπολης, της οποίας το ιερό γέμιζε από πλήθη προσκυνητών και πλούτιζε από προσφορές Ασσυρίων και Βαβυλωνίων, Αράβων και Φοινίκων. Αυτή ίσως κατά τις ημέρες της δόξας της να ήταν η πιο δημοφιλής θεά της Ανατολής. Οι ευνουχισμένοι πάλι ιερείς αυτής της συριακής θεάς έμοιαζαν τόσο πολύ μ' εκείνους της Κυβέλης, ώστε μερικοί λαοί τους ταύτιζαν. Ακόμη και ο τρόπος που αφιερώνονταν στη θρησκευτική ζωή ήταν όμοιος. Η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου στην Ιεράπολη έπεφτε στην αρχή της άνοιξης, όταν πλήθη από τη Συρία και από τις γύρω χώρες συνωστίζονταν στο ιερό. Ενώ λοιπόν οι αυλοί έπαιζαν και τα τύμπανα χτυπούσαν, οι ευνουχισμένοι ιερείς κόβονταν με μαχαίρια και η θρησκευτική έκσταση απλωνόταν σιγά σιγά σαν κύμα ανάμεσα στο πλήθος των θεατών και πολλοί από αυτούς έκαναν κάτι που ποτέ δεν είχαν σκεφτεί ότι θα έκαναν, όταν ξεκινούσαν ως απλοί θεατές να πάνε στη γιορτή. Γιατί ο ένας μετά τον άλλο, με τις φλέβες τους να πάλλονται μαζί με τη μουσική και τη ματιά τους μαγεμένη από τη θέα του αίματος που χυνόταν, πετούσαν τα ρούχα τους, πηδούσαν μπροστά κραυγάζοντας κι αρπάζοντας ένα από τα ξίφη που βρίσκονταν εκεί έτοιμα γι' αυτόν το σκοπό, ευνουχίζονταν επί τόπου. Μετά έτρεχαν μέσα στην πόλη κρατώντας στα χέρια τους τα ματωμένα μέλη, μέχρι να τα πετάξουν μέσα σ' ένα από τα σπίτια που συναντούσαν στην τρελή τους διαδρομή. Τότε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που είχε τιμηθεί με αυτό τον τρόπο έπρεπε να δώσει στον ευνουχισμένο άντρα μια γυναικεία φορεσιά καθώς και γυναικεία κοσμήματα, τα οποία αυτός φορούσε στην υπόλοιπη ζωή του. Όταν όμως η ταραχή από τη συγκίνηση είχε κοπάσει και ο άντρας είχε έρθει στα σύγκαλά του, την αμετάκλητη θυσία ακολουθούσε συχνά μια σφοδρή λύπη και μεταμέλεια για όλη του τη ζωή. Αυτή τη μεταστροφή των ανθρώπινων συναισθημάτων μετά τη φρενίτιδα μιας φανατικής θρησκείας απεικονίζει πολύ καλά ο Κάτουλλος σ' ένα σπουδαίο του ποίημα.
Η περίπτωση των Σύριων αφοσιωμένων επιβεβαιώνει την άποψη ότι στην όμοια λατρεία της Κυβέλης η θυσία της αντρικής φύσης γινόταν την Ημέρα του Αίματος, κατά τις εαρινές ιεροτελεστίες της θεάς, όταν οι βιολέτες, που υποτίθεται ότι φύτρωναν από τις κόκκινες σταγόνες του πληγωμένου αγαπημένου της, άνθιζαν ανάμεσα στα πεύκα. Πράγματι, η ιστορία ότι ο Άττης ευνουχίστηκε κάτω από ένα πεύκο σαφώς επινοήθηκε για να εξηγήσει γιατί οι ιερείς του έκαναν το ίδιο κατά τον εορτασμό του, δίπλα στο ιερό δέντρο το στολισμένο με στεφάνια από βιολέτες. Μετά απ' όλα αυτά, δύσκολα μπορούμε να αμφιβάλλουμε ότι η Ημέρα του Αίματος μαρτυρεί το πένθος για τον Άττη πάνω σ' ένα ομοίωμά του, που στη συνέχεια θαβόταν. Το είδωλο που τοποθετούνταν στον τάφο ήταν προφανώς το ίδιο που είχαν κρεμάσει πάνω στο δέντρο. Κατά την περίοδο του πένθους οι πιστοί δεν έτρωγαν ψωμί, όσο κρατούσε η λύπη τους για το θάνατο του Άττη, γιατί και η Κυβέλη, υποτίθεται, είχε κάνει το ίδιο. Αλλά πραγματικά, ίσως ο ίδιος λόγος να παρακινούσε τις γυναίκες του Χαρράν να μην τρώνε, ό,τι ήταν αλεσμένο στο μύλο, όταν έκλαιγαν για τον Ταμμούζ. Η συμμετοχή τους στο ψωμί ή στο αλεύρι σε μια τέτοια περίοδο μπορούσε να θεωρηθείαχαλίνωτη βεβήλωση του μωλωπισμένου και κατακρεουργημένου σώματος του θεού. Ίσως πάλι η νηστεία να ήταν προετοιμασία ενός μυσταγωγικού γεύματος.
Αλλά όταν έπεφτε η νύχτα, η λύπη των πιστών μετατρεπόταν σε χαρά, γιατί ξαφνικά ένα φως έλαμπε στο σκοτάδι, ο τάφος άνοιγε κι ο θεός ανασταινόταν και καθώς ο ιερέας άγγιζε με βάλσαμο τα χείλη αυτών που πενθούσαν, τους ψιθύριζε τη χαρμόσυνη είδηση της σωτηρίας. Η ανάσταση του θεού γινόταν δεχτή από τους οπαδούς του με ζητωκραυγές ως υπόσχεση ότι και αυτοί θα έβγαιναν θριαμβευτές από τη φθορά του τάφου. Την επομένη, την εικοστή πέμπτη μέρα του Μάρτη, που υπολογιζόταν ως η εαρινή ισημερία, η θεϊκή ανάσταση γιορταζόταν μ' ένα άγριο ξέσπασμα χαράς. Στη Ρώμη, ίσως και αλλού, ο εορτασμός έπαιρνε τη μορφή καρναβαλιού. Ήταν η Γιορτή της Χαράς (Ιλάρια) κι επικρατούσε γενική ακολασία, γιατί κάθε άνδρας μπορούσε να πει και να κάνει ό,τι τον ευχαριστούσε κι όλοι οι άνθρωποι γύριζαν στους δρόμους μεταμφιεσμένοι. Δεν υπήρχε κανένα αξίωμα τόσο υψηλό ή τόσο ιερό που θα μπορούσε κι ο ταπεινότερος πολίτης να το αναλάβει χωρίς επιπτώσεις. Επί της βασιλείας του Κόμμοδου μια ομάδα συνωμοτών σκέφτηκε να εκμεταλευτεί την ευκαιρία του μασκαρέματος. Έτσι, ντυμένοι με τη στολή της αυτοκρατορικής φρουράς, ανακατεύτηκαν με το πλήθος αυτών που διασκέδαζαν και πλησίασαν τον αυτοκράτορα, για να τον μαχαιρώσουν. Τελικά όμως η συνωμοσία απέτυχε. Ακόμη και ο αυστηρός Αλέξανδρος Σεβήρος φερνόταν τόσο μπόσικα εκείνη τη χαρμόσυνη ημέρα, ώστε δεχόταν φασιανό στο λιτό του τραπέζι. Η επόμενη μέρα, η εικοστή έκτη Μαρτίου, αφιερωνόταν στην ανάπαυση, η οποία ήταν τόσο απαραίτητη μετά τις ποικίλες συγκινήσεις και τους κόπους των προηγουμένων ημερών. Τέλος, η ρωμαϊκή γιορτή έκλεινε την εικοστή έβδομη Μαρτίου με μια πομπή προς το μικρό ποτάμι Άλμωνα. Το ασημένιο είδωλο της θεάς, με το πρόσωπο από οδοντωτή μαύρη πέτρα, ήταν τοποθετημένο πάνω σε μια άμαξα που την έσερναν βόδια. Προπορευόταν από τους ευγενείς, που βάδιζαν με τα πόδια γυμνά, και προχωρούσε αργά έξω από την Πόρτα Καπίνα, κάτω από τους δυνατούς ήχους αυλών και σείστρων, προς τις όχθες του Άλμωνα, ο οποίος χύνεται στον Τίβερη, κάτω ακριβώς από τα τείχη της Ρώμης. Εκεί ο αρχιερέας, ντυμένος με την πορφυρή στολή του, έπλενε με τον νερό του μικρού ποταμού την άμαξα, το είδωλο και τα άλλα ιερά αντικείμενα. Κατά την επιστροφή, η άμαξα και τα βόδια ήταν στολισμένα με φρέσκα ανοιξιάτικα λουλούδια. Παντού επικρατούσε χαρά και ευθυμία και κανένας πια δε σκεφτόταν το αίμα που είχε χυθεί τόσο πρόσφατα. Ακόμη και οι ευνουχισμένοι ιερείς είχαν ξεχάσει τις πληγές τους.
Αυτός λοιπόν φαίνεται να ήταν ο ετήσιος πανηγυρισμός του θανάτου και της ανάστασης του Άττη την άνοιξη. Εκτός όμως από αυτές τις δημόσιες τελετές, η λατρεία του είναι γνωστό ότι περιείχε κάποιες μυστικές ή απόκρυφες τελετές, οι οποίες είχαν σκοπό να φέρουν τον πιστό και κυρίως τον αρχάριο σε πιο στενή επικοινωνία με το θεό του. Οι πληροφορίες μας σχετικά με τη φύση αυτών των μυστηρίων και την ημερομηνία τέλεσής τους είναι δυστυχώς πολύ λίγες, αλλά φαίνεται ότι περιείχαν ένα μυσταγωγικό γεύμα και βάφτισμα αίματος. Κατά το μυστήριο, ο αρχάριος γινόταν μέτοχος των μυστηρίων τρώγοντας μέσα από ένα τύμπανο και πίνοντας μέσα από ένα κύμβαλο, δύο μουσικά όργανα τα οποία είχαν ξεχωριστή θέση στην εντυπωσιακή ορχήστρα του Άττη. Η νηστεία που συνόδευε το πένθος για το νεκρό θεό ίσως είχε σκοπό να προετοιμάσει το σώμα του αρχάριου για την υποδοχή των ευλογημένων μυστηρίων καθαρίζοντας το από όλα αυτά που θα μπορούσαν να καταστρέψουν την επαφή με τα ιερά στοιχεία. Κατά το βάφτισμα, ο αφοσιωμένος στεφόταν με χρυσή κορόνα και ταινίες. Ύστερα τον κατέβαζαν σ' ένα λάκκο, που το στόμιό του σκεπαζόταν με ξύλινο κιγκλίδωμα, πάνω στο οποίο οδηγούσαν έναν ταύρο, στολισμένο με λουλουδένιες γιρλάντες και φύλλο χρυσού στο μέτωπο, όπου και τον φόνευαν με το ιερό ακόντιο. Το ζεστό αχνιστό αίμα έτρεχε άφθονο μέσα από τα ανοίγματα και γινόταν δεχτό με ευλαβική προθυμία από τον πιστό πάνω σε κάθε μέρος του σώματός του και των ενδυμάτων του, μέχρι που έβγαινε από το λάκκο μουσκεμένος ολόκληρος και κατακόκκινος από το αίμα, για να δεχτεί το σεβασμό και ακόμη τη λατρεία των συντρόφων του, σαν κάποιος που είχε ξαναγεννηθεί για την αιώνια ζωή και είχε ξεπλύνει τ' αμαρτήματά του με το αίμα του ταύρου. Για αρκετό καιρό μετά την τελετή διατηρούνταν ο μύθος μιας αναγέννησης, τρέφοντας τον αρχάριο με γάλα, όπως ένα νεογέννητο μωρό. Η αναγέννηση του πιστού συνέβαινε τον ίδιο καιρό με την την αναγέννηση του θεού, δηλαδή την εαρινή ισημερία. Στη Ρώμη, η νέα γέννηση και η απαλλαγή από τις αμαρτίες με την αιματοχυσία του ταύρου φαίνεται να είχε μεταφερθεί κατά κύριο λόγο στο ιερό της φρυγικής θεάς, στο λόφο του Βατικανού, στο σημείο ή κοντά στο σημείο όπου τώρα είναι χτισμένη η μεγάλη βασιλική του Αγίου Πέτρου, γιατί πολλές επιγραφές σχετικές με τις ιεροτελεστίες ήρθαν στο φως κατά την επέκταση του ναού το 1608 ή 1609. Με κέντρο το Βατικανό αυτός ο βαρβαρικός τρόπος δεισιδαιμονίας φαίνεται ότι απλώθηκε και σε άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρτορίας. Επιγραφές που βρέθηκαν στη Γαλατία και τη Γερμανία αποδείχνουν ότι επρχιακοί ναοί έκαναν την τελετουργία τους σύμφωνα με το πρότυπο του Βατικανού. Από την ίδια πηγή μαθαίνουμε ότι οι όρχεις και το αίμα του ταύρου έπαιζαν ένα σπουδαίο ρόλο στις τελετές, γιατί θεωρούνταν προφανώς ένα πολύ ισχυρό φυλαχτό για την ευδοκίμηση της γονιμότητας και την επίσπευση της νέας γέννησης.


SIR JAMES GEORGE FRAZER
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΛΩΝΟΣ
ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ
ΤΟΜΟΣ Γ'
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΠΟΝΙΤΑ ΜΠΙΚΑΚΗ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΜΑΤΖΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ 1992

«Εφυγε» η μεγάλη Γκρέτε Βάιτς - Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 20 Απριλίου 2011


Του Νίκ. Παπαδογιάννη

Η κυρία που άλλαξε το τοπίο του γυναικείου αθλητισμού έφυγε χθες από τη ζωή, χτυπημένη από καρκίνο στα 57 της χρόνια. Η Γκρέτε Βάιτς τρέχει πλέον μαραθωνίους παρέα με τους αγγέλους.
Η Γκρέτε Βάιτς κερδίζει το μαραθώνιο της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1983Η Γκρέτε Βάιτς κερδίζει το μαραθώνιο της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1983
Οταν η νεαρή Νορβηγίδα ξεκίνησε να τρέχει μεγάλες αποστάσεις, στη δεκαετία του '70, ήταν ανήκουστο να τρέξουν γυναίκες αποστάσεις μεγαλύτερες από 3 χιλιόμετρα, πόσω μάλλον «δεκάρια» και μαραθωνίους. Οι γονείς της στο Οσλο κόντεψαν να την αποκληρώσουν: «Οχι, δεν πρόκειται να γίνεις αθλήτρια, να πας να σπουδάσεις».

Τα ρεκόρ της
Η Γκρέτε Αντερσεν, αυτό ήταν το πατρικό της επώνυμο, χρησιμοποίησε το πείσμα της ως κηροζίνη: «Οχι μόνο θα κατακτήσω τον κόσμο, αλλά θα τον αλλάξω κιόλας». Στα 22 της, κατέρριψε το πρώτο της ευρωπαϊκό ρεκόρ. Στη δεκαετία του '70 ξεκίνησε τη συλλογή μεταλλίων σε διεθνείς διοργανώσεις. Και το 1978, σε ηλικία 25 ετών, έτρεξε τον πρώτο της μαραθώνιο, στη Νέα Υόρκη. Οχι μόνο νίκησε, αλλά βελτίωσε την προηγούμενη επίδοση κατά 2 ολόκληρα λεπτά!
Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Η Γκρέτε έκανε παρέλαση στους δρόμους της αμερικανικής μητρόπολης άλλες 8 φορές. Οταν κρέμασε τα παπούτσια της, είχε κατεβάσει το παγκόσμιο ρεκόρ του μαραθωνίου κατά 9 λεπτά, από τις 2ω34:37 στο δικό της 2ω24:54 το 1983 στο Λονδίνο. Κέρδισε τον παγκόσμιο τίτλο στο αγαπημένο της αγώνισμα το 1983 στο Ελσίνκι, ενώ κατέκτησε και 5 χρυσά μετάλλια σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα ανωμάλου δρόμου.
Οι φτερωτές της κοτσίδες υπήρξαν σήμα κατατεθέν στους δρόμους μεγάλων αποστάσεων επί δύο δεκαετίες. Η μοναδική τιμή που της ξέφυγε ήταν ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο: οι Αγώνες του 1980 έγιναν χωρίς τη Νορβηγία λόγω του μποϊκοτάζ, ο μαραθώνιος του 1984 στο Λος Αντζελες τη βρήκε στο δεύτερο σκαλί του βάθρου πίσω από την Τζόαν Μπενόιτ, ενώ ο αντίστοιχος του 1988 στη Σεούλ την άφησε τραυματισμένη στα μισά του δρόμου.
Η Γκρέτε Βάιτς έτρεξε τον τελευταίο της μαραθώνιο την 1η Νοεμβρίου 1992, σε ηλικία 39 ετών, προς τιμή του ιδρυτή της κούρσας της Νέας Υόρκης και προσωπικού της φίλου Φρεντ Λίμποου, ο οποίος υπέφερε από καρκίνο στον εγκέφαλο. Τερμάτισαν μαζί οι δυο τους έπειτα από 5,5 ώρες.
Πάλεψε
Μερικά χρόνια αργότερα, γύρω στο 2004, χτυπήθηκε και η ίδια από την καταραμένη αρρώστια. Πάλεψε γενναία, αλλά δεν άντεξε την άνιση μάχη. Πριν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο, αφιέρωσε τη ζωή της στη συλλογή κονδυλίων για τη θεραπεία καρκινοπαθών. Το 2008 έγινε μέλος του Τάγματος της Τιμής από τον βασιλιά της Νορβηγίας, ενώ η προτομή της κοσμεί την είσοδο του θρυλικού σταδίου Μπίσλετ στο Οσλο και το πρόσωπό της απαθανατίστηκε σε κρατικά γραμματόσημα. *

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΥΗΤΙΚΟ ΤΕΛΕΣΜΑ [ΣΤΟΝ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟ] – ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ



Στη νεώτερη εποχή οι μυητικές τελετές έχασαν ένα μεγάλο μέρος από την αίγλη που είχαν και κυρίως έχασαν την αποτελεσματικότητά τους. Ο βασικός λόγος αυτής της εκφόρτισης οφείλεται στο γεγονός ότι οι τελετουργοί απώλεσαν τις μυστικές κλείδες αυτής της ιδιαίτερα λεπτής Εποπτείας. Και γι' αυτό ακριβώς αδυνατούν να κατανοήσουν και επιμένουν να αγνοούν τους “απόκρυφους” νόμους και τις “εσωτερικές” ισορροπίες που πρέπει να κυριαρχούν πάνω στο ίδιο το μυητικό γεγονός.
Η πρωτεύουσα αιτία αυτής της αμαύρωσης είναι σχεδόν αδύνατο να επικοινωνηθεί. Οι δευτερεύουσες όμως συνέπειες αυτής της απώλειας εγρήγορσης μπορεί με την κατανόηση, να αυτοπεριορισθούν.
Μια απ' αυτές τις συνέπειες οφείλεται στο γεγονός ότι οι Στεγαστές μας επέτρεψαν να εισχωρήσουν στους χώρους της μύησης “προσωπεία” και κανόνες ύφους “θεατρικού”.
Τα λεγόμενα και τα δρώμενα ακόμα κι όταν χρησιμοποιούνται με την Αριστοτέλεια “τραγική” ή “καθαρτική” προοπτική, δεν είναι τελέσματα. Μπορεί ενδεχόμενα να εντυπωσιάζουν και μέσα στα Τεκτονικά Εργαστήρια. Μπορεί ίσως και να επιτρέπουν κάποιο είδος “μέθεξης” στον υποψήφιο με την έννοια μιας συναισθηματικής ταύτισης με τα πρόσωπα και τους ήρωες του μυητικού δράματος. Αλλά αυτή η μέθεξη είναι και παροδική και απατηλή γιατί δεν διαφέρει στην καλύτερη των περιπτώσεων από εκείνη που προσφέρεται στο “ευρύτερο κοινό” από οποιοδήποτε προσεγμένο οπτικοακουστικό ενέργημα.
Με την παρεξηγημένη όμως αυτή στάση ψυχής, οι τελετουργοί δεν είναι σε θέση πια να αποδεσμεύσουν την καθαρή και καταλυτική ενέργεια που απαιτεί η ίδια η φύση της μύησης.
Η μύηση αποσκοπεί με τη βοήθεια φαινομενικά απλοποιημένων τύπων τους οποίους οι τελετουργοί μέσα από μια γνήσια βιωματική μεταβάλλουν σε ζώσα, σε κυρίαρχη πραγματικότητα, να ανατάξει αποφασιστικά και προς το θετικότερο την εσωτερική δομή της προσωπικότητας του μυημένου. Γνήσιο, όμως, τελεστήριο βίωμα και υποκριτική τέχνη δεν συμπορεύονται. Οι από μηχανής Θεοί διαταράσσουν την μυσταγωγική ατμόσφαιρα.
Η τελετή, βέβαια, δεν είναι πάντα απαραίτητη για την αποκάλυψη εσωτερικών αληθειών. Υπάρχουν μυήσεις ή καλύτερα καταστάσεις εκθαμβωτικής αποκάλυψης που τις χαρακτηρίζει τέτοια απλότητα και φυσικότητα που θα ήταν σχεδόν βλασφημία να τις ονομάσουμε τελετές.
Η τελετή όμως, είναι αναγκαία για τον υποψήφιο εκείνο που η συνείδησή του διασπάται καθημερινά από ποικίλα αισθησιακά ερεθίσματα και κυριολεκτικά πελαγοδρομεί και παρασύρεται από τους κυματισμούς των φαινομένων, αλλά που διατηρεί κάπου μέσα του μια υποψία ουσίας και αλήθειας. Είναι ο μόνος τρόπος να τον αποσπάσεις από την τύρβη του έξω κόσμου με μια θεραπεία ομοιοπαθητική, να επικοινωνήσεις μέσα από τις εμπειρίες και τα τραύματα που του έχουν προξενήσει τα πλαστικά σύμβολα και η αντήχηση των κηρυγμάτων, των διαφημήσεων και της καθοδήγησης.
Το πρώτο χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας μυητικής τελετής, όπως υπογραμμίστηκε, είναι μια έκλυση, μια ακτινοβολία, μια ικανότητα μεταβίβασης ενέργειας από την οποία έχει ανάγκη ζωτική για εκκίνηση ο μυούμενος.
Αλλά αυτή η μεταβίβαση ενέργειας δεν πρέπει να είναι εξωτερικη, δεν ταυτίζεται με τη μαγική δονητική δύναμη που κυριαρχεί και ελέγχει. Δεν έχει σχέση με την ενέργεια που εντυπωσιάζει ένα νηπιακό εγώ και επιτυγχάνει έτσι μια εξωτερική επίσης, μια πρόσκαιρη απλά “διασκέδαση” ή μια υποδούλωση, μια γοητεία ψυχής.
Η μυητική ενέργεια πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ήρεμη ακτινοβολία της πλούσιας πνευματικής συγκομιδής, της πηγαίας και δημιουργικής έμπνευσης και της φυσικής χάρης.
Και αυτό, τονίζεται και πάλι ότι μπορεί να προέρχεται μόνο από την καθαρή βίωση της παράδοσης που εκφράζεται μέσα από την τελετή.
Τότε η δύναμη αυτή γίνεται ειρηνικά και φιλικά διεισδυτική και είναι σε θέση να μεταβάλλει το επιπολάζον συναίσθημα και το αμορφοποίητο πάθος σε φυσική αφοβία και σε εσωτερικό προσωπικό στήριγμα.
Τότε και μόνο μπορεί να επενεργήσει σαν δύναμη φώτισης, ικανή να χαρίσει καθαρότητα θέασης και αγνή πια αντίληψη.
Τότε και μόνο οι εντυπώσεις της όποιας άλλης μαγικής ή αποπλανητικής επιρροής που προβλήθηκαν πάνω στη συνείδηση από το εξωτερικό περιβάλλον και τη διατάραξαν ή την τραυμάτισαν, είναι δυνατό να εξαφανιστούν και να αφήσουν να αναδυθεί η σταθερότητα της πρωταρχικής μας φύσης, η απλή και ανόθευτα δομημένη πραγματικότητα.
Αλλιώς, η μια μαγεία θα βιάζει την άλλη κατά συρροή και θα επιτείνει την υπάρχουσα σύγχιση.
Οι τραυματισμένες ψυχικά προσωπικότητες που έλκονται από ορισμένους “μυητικούς” κύκλους που εκφράζονται μέσα από αυτές τις ψευδομαγικές τελετουργικές διαστροφές, επιβεβαιώνουν απλά αυτη την ανικανότητα γονιμοποίησης και προκαλούν έναν ακόμα αναποτελεσματικό παροξυσμό.
Σκοπός κάθε αληθινής μύησης είναι να απορριφθούν οι λογικοφανείς αυταπάτες, να αποκατασταθούν τα κακοποιημένα σύμβολα και να αποβληθούν οι ασυναίσθητοι φόβοι που εμποδίζουν ένα υψηλότερο βαθμό εγρήγορσης και μια μεγαλύτερη αντοχή και ανοχή στις αντιφάσεις του έξω κόσμου. Μόνο μέσα από μια φυσική απλότητα, όμως, μπορεί να καταστεί δημιουργική και μόνιμα παρούσα η έκλυση μιας τέτοιας αποκαλυπτικής και καθαρτικής ενέργειας.
Η ενέργεια βέβαια αυτή, καθώς πρέπει να προκαλεί κάποια έκλαμψη, μια αστραπή φώτισης, μπορεί να παρεξηγηθεί από τον νεόφυτο εκείνη τη στιγμή και είτε να εκληφθεί σαν μια υπέρτατη αποκάλυψη, είτε να ταυτιστεί με κάποιο στοιχείο δονητικής μαγείας. Το ορθό είναι, το μυητικό επίτευγμα να εκφράζει το μέτρο, να έχει το γνώρισμα της απλής υπόδειξης ή να δώσει το σήμα της εκκίνησης για μια μεγάλη πορεία.
Η βεβαιότητα, έτσι, της οποίας επιτυχίας μιας μυητικής τελετής δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο μετά από καιρό. Εντοπίζεται ακριβώς στο μόνιμο αποτέλεσμά της.
Αν με το πέρασμα της πρώτης εντύπωσης παραμείνει στη συνείδηση του μυούμενου μια μόνιμη βιωματική εμπειρία, μια αγαλλίαση ικανή να τον εμπνέει και να τον ενθαρρύνει συνεχώς και να του υποδεικνύει με αβίαστο τρόπο τις καθημερινές του επιλογές, η μύηση είναι αληθινή.
Η μύηση δεν είναι ένα θαύμα ή μια τυχαία γενναιοδωρία. Η μύηση είναι μια στιγμιαία και δυνατή ερωτική ένωση που είναι αμάρτημα να παραμείνει στείρα από ανικανότητα του τελετουργού ή από την ψυχρότητα του μυούμενου (τις περισσότερες φορές και από τα δύο δυστυχώς μαζί).
Η μύηση είναι ιδέα, δεν είναι η πραγματικότητα.
Η μύηση είναι ο σκοπός, δεν είναι η πορεία.
Η μύηση είναι η θέαση, δεν είναι η περιήγηση.
Η μύηση είναι η γαμήλια τελετή, δεν είναι η συμβίωση.
Η μύηση είναι η κλείδα, δεν είναι ο θησαυρός.
Έτσι απλά η μύηση μπορεί να παρομοιαστεί με το φύτεμα ενός σπόρου. Είναι η κωδικοποιημένη εμπειρία εκείνου που κάποτε μπορεί να πραγματωθεί, είναι η προβολή, το στιγμιαίο ανάπτυγμα όχι της ικανότητας, αλλά της δυνατότητας του μυούμενου. Το σπόρο αυτό του μυστικού τελέσματος έχει καθήκον να καλλιεργήσει επίπονα και συστηματικά πια ο ίδιος ο μυούμενος. Αλλά η δύναμη της μυητικής έμπνευσης είναι και καθοδηγούσα και αποφασιστική. Είναι εκείνη που θα οδηγεί διαισθητικά τον μυούμενο μέσα από τους δαιδάλους και τις διασπάσεις της καθημερινότητας προς την τελείωσή του. Και αυτό προσδιορίζεται επιγραμματικά από την ποιότητα της μυητικής εμπειρίας και από την ικανότητα της να ανακαλείται, να επανέρχεται συνεχώς στη μνήμη του.
Όσο πιο ήρεμη και εσωτερικά δυνατή είναι η τελετή, τόσο διεισδυτική και διαρκής θα είναι η παρουσία της στο χώρο και τον χρόνο στη συνείδηση του ίδιου του μυημένου.
Ο τελετουργός παρακινούμενος από αυτή την αντίληψη οφείλει να αναπτύξει κατά την διάρκεια της τελετής στο έπακρο τη στοργή, την πείρα και την υπομονή του σπορέα και όχι την απληστία της προσωπικής απόλαυσης ενός επικαρπωτή.
Και καθώς επικεντρώνεται πια όλη η ουσία και η αποτελεσματικότητα του μυητικού τελέσματος σ' αυτή την φυσική ενέργεια, στον ψυχισμό του τελετουργού, αξίζει να επιχειρηθεί τελικά μια ανακεφαλαίωση, μια επισήμανση των πηγών της.
1)Αυτή η ενέργεια οφείλει να ρέει αβίαστα, αδιάσπαστα και φυσικά.
2)Αυτή η ενέργεια δεν μπορεί να αναδυθεί από την αμφιβολία, την κούραση, την ψυχρότητα και την υπεροψία.
3)Πρέπει να πηγάζει από τον σεβασμό, την πίστη και την αγάπη προς την παράδοση και τις Αρχές του μυητικού μας Τάγματος.
4)Πρέπει να ακτινοβολεί από την ίδια τη διάνοια του τελετουργού που θα στηρίζεται στην αληθινή γνώση και βίωση των τυπικών μας και κάθε λεπτομέρειας της τελετής.
5)Αυτή η ενέργεια πρέπει να αναβλύζει από την καρδιά του τελετουργού, από μια απέραντη πατρική στοργή και από μια διάθεση να στηριχθεί ουσιαστικά ο μυούμενος και μέσα απ' αυτόν ολόκληρη η ανθρωπότητα.
6)Αυτή η ενέργεια πρέπει να θερμαίνεται από μια διάθεση προσωπικής προσφοράς και από μια επιταγή θυσίας και ανάλωσης.
7)Πρέπει η τελετή της μύησης να μην επιτρέπει κανένα στοιχείο αυτοπροβολής, να μην συναλλάσσεται με κανένα είδος μικροψυχίας.
Όταν όλες αυτές οι προϋποθέσεις επισυμβούν, οι κινήσεις του τελετουργού αποκτούν άνεση, χάρη και φυσική μεγαλοπρέπεια. Η τελετή παρουσιάζεται πια σαν μια αυθόρμητη ροή ήχων, φώτων, εικόνων, διδασκαλιών και αποκάλυψης.
Τότε και μόνο η τελειότητα της προφορικής έκφρασης, η σημασία της λεπτής χειρονομίας και κίνησης και η προοπτική των σχημάτων και των αλληγοριών επικεντρώνουν την εγρήγορση τόσο των μυστών όσο και του μυούμενου σε εκείνο που είναι και θα παραμείνει άφατο.
Και τότε από την ίδια την μυητική τελετή θα αναδυθεί μια και μόνη αλήθεια: ότι ο κάθε Μαθητής (και όλοι μας πρέπει να παραμείνουμε μαθητές) οφείλει μετά από την ευλογία και τη χάρη της αληθινής πια αποκάλυψης να βαδίσει ολομόναχος και για το υπόλοιπο του βίου του το δρόμο της Μεγάλης Δοκιμασίας.


ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΡΙΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΕΘΑ

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Υπάρχει τρόπος να ζήσει κανείς περισσότερο; - Γ. Ι. ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ



ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, 15 ΜΑΡΤΙΟΥ 1924

Ερ.: Υπάρχει τρόπος να ζήσει κανείς περισσότερο;
Απ.: Διάφορες σχολές έχουν πολλές θεωρίες για το πως μπορεί να ζήσει κανείς περισσότερο και υπάρχουν πολλά συστήματα που ασχολούνται με αυτό το θέμα. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι εύπιστοι που πιστεύουν στην ύπαρξη του ελιξήριου της ζωής.
Θα σας εξηγήσω σχηματικά, πως καταλαβαίνω το ερώτημα.
Σκεφτείτε ένα ρολόι. Ξέρετε ότι υπάρχουν ρολόγια διαφόρων κατασκευαστών. Το ρολόι μου έχει ένα ελατήριο υπολογισμένο για ένα εικοσιτετράωρο. Η λειτουργία του ρολογιού σταματά μετά ένα εικοσιτετράωρο. Ρολόγια άλλης κατασκευής μπορούν να λειτουργήσουν για μια εβδομάδα, ένα μήνα ή ίσως ένα χρόνο. Ο μηχανισμός του ελατηρίου είναι πάντα υπολογισμένος για ένα ορισμένο χρόνο και παραμένει έτσι, όπως φτιάχτηκε από τον κατασκευαστή.
Θα έχετε δει πως τα ρολόγια έχουν ένα ρυθμιστή. Αν ο ρυθμιστής μετακινηθεί, το ρολόι μπορεί να πάει πιο γρήγορα ή πιο αργά. Αν τον αφαιρέσετε, το ελατήριο μπορεί να ξεκουρδιστεί πολύ γρήγορα, σε τρία τέσσερα λεπτά, ενώ έχει υπολογιστεί για είκοσι τέσσερις ώρες. Έτσι το ρολόι μου μπορεί να δουλεύει μια εβδομάδα ή ένα μήνα, παρόλο που το σύστημά του έχει υπολογιστεί για είκοσι τέσσερις ώρες.
Μοιάζουμε με το ρολόι. Το σύστημά μας είναι ήδη καθιερωμένο. Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικά ελατήρια. Αν η κληρονομικότητα είναι διαφορετική, το σύστημα είναι διαφορετικό. Ένα σύστημα μπορεί να υπολογιστεί, για παράδειγμα, για εβδομήντα χρόνια. Όταν το ελατήριο ξεκουρδιστεί, τελειώνει και η ζωή. Ο μηχανισμός κάποιου άλλου ανθρώπου, μπορεί να έχει σχεδιαστεί για εκατό χρόνια. Είναι σαν να φτιάχτηκε από άλλον τεχνίτη.
Με τον τρόπο αυτόν κάθε άνθρωπος έχει διαφορετική διάρκεια ζωής. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το σύστημα μας. Ο κάθε άνθρωπος παραμένει, όπως φτιάχτηκε και η διάρκεια ζωής μας δεν μπορεί ν' αλλάξει. Το ελατήριο ξεκουρδίζεται, και πεθαίνουμε. Σε κάποιον άνθρωπο το ελατήριο μπορεί να κρατήσει μόνο μια εβδομάδα. Η διάρκεια της ζωής καθορίζεται στη γέννηση και αν νομίζουμε ότι μπορούμε ν' αλλάξουμε κάτι στην περίπτωση αυτή, είναι καθαρή φαντασία. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε κανείς να τα αλλάξει όλα: την κληρονομικότητα, τον πατέρα μας, ακόμα και τη γιαγιά μας. Είναι πολύ αργά για κάτι τέτοιο.
Παρόλο που ο μηχανισμός μας δεν μπορεί να αλλάξει τεχνητά, υπάρχει μια δυνατότητα να ζήσουμε περισσότερο. Είπαμε ότι το ελατήριο μπορεί να ρυθμιστεί έτσι, ώστε να διαρκέση όχι ένα εικοσιτετράωρο αλλά μια εβδομάδα. Ή και το αντίστροφο: αν το σύστημα είναι υπολογισμένο για πενήντα χρόνια το ελατήριο μπορεί να ρυθμιστεί έτσι ώστε να ξεκουρδιστεί σε πέντε ή έξι χρόνια.
Κάθε άνθρωπος έχει ένα ελατήριο. Είναι ο μηχανισμός μας. Οι εντυπώσεις και οι συνειρμοί είναι το ξεκούρδισμα του ελατηρίου αυτού.
Μόνο που έχουμε δύο ή τρία κουρδισμένα ελατήρια – όσα και οι εγκέφαλοί μας. Οι εγκέφαλοι αντιστοιχούν στα ελατήρια. Ο νους μας, για παράδειγμα, είναι ένα ελατήριο. Οι συνειρμοί του νου μας έχουν ένα ορισμένο μήκος. Η σκέψη μοιάζει με το ξετύλιγμα μιας κουβαρίστρας. Κάθε κουβαρίστρα έχει ορισμένο μήκος κλωστής. Όταν σκέφτομαι, το κουβάρι ξετυλίγεται. Η κουβαρίστρα μου έχει πενήντα μέτρα κλωστή, ενός άλλου έχει εκατό. Σήμερα ξοδεύω δύο μέτρα, το ίδιο αύριο, και όταν τελειώσουν τα πενήντα μέτρα τελειώνει κι η ζωή μου. Το μήκος της κλωστής δεν μπορεί ν' αλλάξει.
Όμως, όπως ένα ελατήριο του εικοσιτετραώρου μπορεί να ξεκουρδιστεί σε δέκα λεπτά, έτσι και η ζωή μπορεί να ξοδευτεί πολύ γρήγορα. Η μόνη διαφορά είναι ότι ένα ρολόι έχει συνήθως ένα μόνο ελατήριο, ενώ ο άνθρωπος έχει περισσότερα. Σε κάθε κέντρο αντιστοιχεί ένα ελατήριο ορισμένου μήκους. Όταν ξεκουρδιστεί το ένα ελατήριο ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να ζει. Η σκέψη του για παράδειγμα είναι υπολογισμένη για εβδομήντα χρόνια, αλλά το συναίσθημά του μόνο για σαράντα. Έτσι, μετά τα σαράντα του ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει χωρίς συναίσθημα. Το ξετύλιγμα του ελατηρίου μπορεί όμως να επιταχυνθεί ή να επιβραδυνθεί.
Τίποτα δεν μπορεί να αναπτυχθεί εδώ. Το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να μην είμαστε σπάταλοι. Ο χρόνος είναι ανάλογος της ροής των συνειρμών – είναι σχετικός.
Εύκολα μπορείτε να θυμηθείτε γεγονότα τέτοια. Κάθεσαι σπίτι σου και είσαι ήρεμος. Έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι εκεί πέντε λεπτά, αλλά το ρολόι δείχνει ότι έχει περάσει μια ώρα. Κάποια άλλη στιγμή περιμένεις κάποιον στο δρόμο, είσαι ανήσυχος επειδή δεν έρχεται και νομίζεις ότι περιμένεις μια ώρα, ενώ ήταν μόνο πέντε λεπτά. Αυτό οφείλεται στο ότι είχες πολλούς συνειρμούς στο διάστημα αυτό. Σκέφτεσαι γιατί δεν έρχεται, μήπως έπαθε τίποτα και ούτω καθεξής.
Όσο περισσότερο συγκεντρώνεσαι τόσο πιο γρήγορα περνάει ο χρόνος. Χωρίς να το καταλάβεις μπορεί να περάσει μια ώρα, γιατί όταν συγκεντρώνεται κανείς έχει πολύ λίγους συνειρμούς, λίγες σκέψεις, λίγα συναισθήματα και ο χρόνος φαίνεται σύντομος.
Ο χρόνος είναι υποκειμενικός και μετριέται με συνειρμούς. Όταν κάθεσαι χωρίς να είσαι συγκεντρωμένος ο χρόνος φαίνεται μακρύς. Εξωτερικά δεν υπάρχει χρόνος. Υπάρχει για μας μόνο εσωτερικά.
Η διαδοχή των συνειρμών γίνεται και στα άλλα κέντρα ακριβώς όπως και στο νοητικό.
Το μυστικο να ζήσει κανείς περισσότερο, εξαρτάται από την ικανότητα να ξοδεύουμε την ενέργεια των κέντρων σιγά-σιγά και μόνο ηθελημένα. Μάθετε να σκέφτεστε συνειδητά. Έτσι εξασφαλίζετε οικονομία στην κατανάλωση ενέργειας. Μην ονειροπολείτε.


Γ. Ι . ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ
Ο ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ ΜΙΛΑ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ
ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΙΔΡΥΜΑ ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Ο ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΕΔΩ


Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 63 ετών, ο δημοφιλής τραγουδοποιός, Νίκος Παπάζογλου, έπειτα από πολύχρονη μάχη που έδωσε με τον καρκίνο.
Ο Νίκος Παπάζογλου άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί της Κυριακής, ύστερα από τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και τις χημειοθεραπείες, στις οποίες υποβαλλόταν. Ο κηδεία του θα τελεστεί το μεσημέρι της Δευτέρας, στη Θεσσαλονίκη.
Γεννήθηκε στις 20/3/1948 στη Θεσσαλονίκη και η πρώτη του συστηματική επαφή με τη μουσική ήταν μέσω συγκροτημάτων την περίοδο 1965-1970. Την ίδια εποχή έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, μερικά από τα οποία τραγούδησε ο Πασχάλης, δημιουργώντας παράλληλα ένα μικρό στούντιο με χειροποίητα μηχανήματα στη Θεσσαλονίκη.
Το 1972 με ένα πολύ καλό συγκρότημα που αποτελούσαν Θεσσαλονικείς μουσικοί και ονομάστηκε Ζηλωτής (Zealot) επιχείρησε να κατακτήσει τη διεθνή αγορά κατά το πρωτότυπο των Aphrodite`s Child. Για το σκοπό αυτό μετακόμισε στο Αachen της Δυτικής Γερμανίας. Φτιάχτηκαν τότε έξι τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στο Mιλάνο αλλά υπάρχουν μόνο σε συλλογές φίλων. Το 1976, τραγουδώντας στους «Αχαρνής» του Διονύση Σαββόπουλου, συναντιέται με τον Μανώλη Ρασούλη και το 1978 η «καλή παρέα» (Μανώλης Ρασούλης, Νίκος Ξυδάκης, Διονύσης Σαββόπουλος και Νίκος Παπάζογλου) δημιουργεί το δίσκο «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς» στο νεόδμητο στούντιο Αγροτικόν Νο 3, στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης.
Ακολουθούν «Τα Δήθεν» και το 1983 όλα όσα υπήρχαν σε σχέδια, σημειώσεις και χαμηλόφωνες ηχογραφήσεις μαζεύονται στο δίσκο «Χαράτσι» που προτείνει ένα «είδος μεικτό και μόνιμο». Ακολουθεί το «Μέσω Νεφών» το 1986, τα «Σύνεργα» το 1991 και ένα χρόνο αργότερα η «Επιτόπιος Ηχογράφησις» στο θέατρο του Λυκαβηττού (30 Σεπτεμβρίου 1991). Τον Απρίλιο του 1995 κυκλοφόρησε η δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Όταν Κινδυνεύεις Παίξε την Πουρούδα» -στην κυπριακή διάλεκτο- σημαίνει το κλάξον ποδηλάτου. Το 2005 κυκλοφόρησε η τελευταία του δουλειά το «Μά'ϊσσα Σελήνη».
Την ημέρα της κυκλοφορίας της «Μά'ισσας Σελήνης», ο Νίκος Παπάζογλου κέρδισε το Βραβείο Μουσικής στα Κρατικά Κινηματογραφικά Βραβεία Ποιότητας (Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) για τη μουσική του στην ταινία η «Νοσταλγός».
Κάτω από την ετικέτα «Στρόγγυλοι Δίσκοι» ο Νίκος Παπάζογλου επιμελείται τις παραγωγές και ανακαλύπτει αξιόλογους τραγουδοποιούς, όπως ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Ορφέας Περίδης, το μουσικό σχήμα Μικρές Περιπλανήσεις, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κ.ά.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Bluebird - Charles Bukowski


there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say, stay in there, I'm not going
to let anybody see
you.
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I pur whiskey on him and inhale
cigarette smoke
and the whores and the bartenders
and the grocery clerks
never know that
he's
in there.
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say,
stay down, do you want to mess
me up?
you want to screw up the
works?
you want to blow my book sales in
Europe?
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too clever, I only let him out
at night sometimes
when everybody's asleep.
I say, I know that you're there,
so don't be
sad.
then I put him back,
but he's singing a little
in there, I haven't quite let him
die
and we sleep together like
that
with our
secret pact
and it's nice enough to
make a man
weep, but I don't
weep, do
you?

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Ο ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ – RENE GUENON



Θα πούμε λίγα λόγια για ένα ζήτημα που παρότι φαίνεται πολύ εξειδικευμένο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αποτελεσμάτων της σύγχρονης αντίληψης περί “καθημερινής ζωής” και συγχρόνως μας προσφέρει μια έξοχη “σκιαγραφία” του τρόπου με τον οποίον αυτή η αντίληψη συνδέεται με την καθαρά ποσοτική άποψη. Αναφερόμαστε στο ζήτημα του νομίσματος, το οποίο, αν το εξετάσει κανείς από απλή “οικονομική” άποψη όπως αυτή εννοείται στις μέρες μας, μοιάζει ασφαλώς να είναι κάτι που ανήκει σχεδόν ολοκληρωτικά στη “βασιλεία της ποσότητας”. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίον κατέχει, εμφανέστατα, τόσο κεντρική θέση στις λειτουργίες της σύγχρονης κοινωνίας. Εν τούτοις η αλήθεια είναι ότι η καθαρά “οικονομική” άποψη και η αποκλειστικά ποσοτική σύλληψη του νομίσματος που ενυπάρχει σε αυτήν, είναι προϊόντα πολύ πρόσφατου εκφυλισμού. Όταν το νόμισμα παρουσιάσθηκε αρχικά, είχε, και διατήρησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και μια καθαρά ποιοτική αξία, όσο εκπληκτικό κι αν φαίνεται αυτό στην πλειοψηφία των ανθρώπων της εποχής μας.
Εύκολα παρατηρεί κανείς, αρκεί μόνο να έχει “μάτια για να δει”, ότι τα αρχαία νομίσματα βρίθουν κυριολεκτικά από παραδοσιακά σύμβολα, μερίκα από τα οποία έχουν συχνά ιδιαίτερα βαθιά σημασία. Για παράδειγμα, στα νομίσματα των Κελτών εικονίζονται σύμβολα που είναι αδύνατο να εξηγηθούν αν δεν συσχετισθούν με τις δογματικές γνώσεις που κατείχαν κυρίως οι Δρυϊδες, κάτι που συνεπάγεται ότι οι τελευταίοι επενέβαιναν άμεσα στα νομισματικά ζητήματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ίδιο συνέβαινε και στους άλλους λαούς της αρχαιότητας, ανάλογα φυσικά με τις αντίστοιχες μορφές της παραδοσιακής κοινωνικής τους δομής. Αυτό το γεγονός συνάδει πλήρως με την ανυπαρξία βέβηλης άποψης στους αυστηρά παραδοσιακούς πολιτισμούς: το νόμισμα, όπου υπήρχε, δεν ήταν το βέβηλο πράγμα που κατάντησε αργότερα. Διαφορετικά, πως θα μπορούσε να εξηγηθεί η παρέμβαση της πνευματικής εξουσίας στα νομισματικά ζητήματα; Αν το νόμισμα ήταν κάτι βέβηλο, η πνευματική εξουσία δεν θα ενδιαφερόταν καθόλου γι' αυτό,και τα όσα αναφέρουν οι διάφορες παραδόσεις, ότι ήταν δηλαδή πραγματικά φορτισμένο με “πνευματική επήρεια” η ενέργεια της οποίας μπορούσε να εκδηλωθεί μέσω των συμβόλων που αποτελούσαν το φυσικό της “υποστήριγμα”, θα έμεναν κυριολεκτικά ακατάληπτα. Προσθέτουμε ότι ακομα και σε πολύ πρόσφατους καιρούς μπορούσε κανείς να βρει, σαν τελευταίο ίχνος αυτής της αντίληψης, χαργμένα πάνω σε νομίσματα θρησκευτικά ρητά, τα οποία βέβαια δεν είχαν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, αλλά ήταν τουλάχιστον ένα είδος ανάμνησης της αρχικής παραδοσιακής ιδέας, που άρχισε έκτοτε να γίνεται λίγο-πολύ ακατανόητη. Έτσι, αφού πρώτα σε ορισμένες χώρες αυτά τα ρητά περιορίστηκαν στο να αναγράφονται μόνο στη “ράχη” των νομισμάτων, στο τέλος εξαφανίστηκαν τελείως, και πράγματι, δεν είχαν κανέναν λόγο ύπαρξης από τη στιγμή που το νόμισμα δεν αντιπροσώπευε πια τίποτε άλλο από ένα αντικείμενο αποκλειστικά υλικής και ποσοτικής τάξης.
Ο έλεγχος του νομίσματος εκ μέρους της πνευματικής εξουσίας, με οποιαδήποτε μορφή κι αν εκδηλωνόταν, δεν παρατηρείται μόνο στους αρχαίους χρόνους. Για να παραμείνουμε στον κόσμο της Δύσης, υπάρχουν πολλές ενδείξεις που μας πείθουν ότι ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα, δηλαδή για όσο καιρό ο Δυτικός πολιτισμός εξακολουθούσε να είναι παραδοσιακός. Είναι αδύνατο να εξηγηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι ορισμένοι ηγεμόνες κατηγορήθηκαν την εποχή εκείνη για “παραποίηση του νομίσματος”. Αν οι σύγχρονοι τους το θεωρούσαν αυτό σαν έγκλημα, είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι οι ηγεμόνες δεν μπορούσαν να αλλάζουν κατά το δοκούν τα νομισματικά δεδομένα, και ότι αλλάζοντας τα κατά τις διαθέσεις τους, υπερέβαιναν τα αναγνωρισμένα δικαιώματα της πνευματικής εξουσίας (1). Σε κάθε άλλη περίπτωση μια τέτοια κατηγορία δεν θα είχε απολύτως κανένα νόημα, γιατί η αξία του νομίσματος θα είχε μια καθαρά συμβατική σημασία. Θα ήταν τότε αδιάφορα αν είχε κοπεί από το ένα ή το άλλο είδος μετάλλου ή από διάφορα κράματα μετάλλων, ή ακόμη να το αντικαθιστούσαν με ένα απλό κομμάτι χαρτί όπως συμβαίνει σήμερα στα περισσότερα μέρη του κόσμου, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα αποτελούσε εμπόδιο στη συνεχή και πανομοιότυπη “υλική” του χρήση. Θα πρέπει λοιπόν να υπήρχε στο νόμισμα ένα στοιχείο ανώτερης τάξης, γιατί μόνον έτσι ήταν δυνατό να θεωρηθεί η παραποίησή του τόσο σοβαρό ζήτημα ώστε να κλονίζει τελικά ακόμη και την ίδια τη σταθερότητα της βασιλικής ισχύος. Προχωρώντας όμως η τελευταία σε τέτοιες αποφάσεις, σφετεριζόταν τα “προνόμια” της πνευματικής εξουσίας, η οποία χωρίς αμφιβολία είναι η μοναδική πηγή κάθε νόμιμης εξουσίας. Έτσι τα γεγονότα αυτά, για τα οποία οι σύγχρονοι ιστορικοί δείχνουν ελαφρώς πελαγωμένοι, αποδεικνύουν καθαρά για μια ακόμη φορά ότι το ζήτημα του νομίσματος, τόσο στον Μεσαίωνα όσο και στην αρχαιότητα, είχε πλευρές εντελώς άγνωστες στους σημερινούς ανθρώπους.
Στην περίπτωση αυτή λοιπόν συνέβη το ίδιο με ό,τι σε όλα τα πράγματα που επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της. Όλα τους απογυμνώθηκαν βαθμιαία από κάθε ιερό ή παραδοσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου η ίδια η ύπαρξη στο σύνολό της έγινε ολότελα βέβηλη, ώσπου στο τέλος υποβιβάστηκε στην ταπεινή μετριότητα της “καθημερινής ζωής” όπως αυτή εμφανίζεται στις μέρες μας. Συγχρόνως, το παράδειγμα του νομίσματος μας δείχνει ξεκάθαρα ότι αυτή η “βεβηλοποίηση” (“profanisation”) - αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε έναν τέτοιο νεολογισμό – συντελείται κυρίως μέσω της αναγωγής των πραγμάτων αποκλειστικά στην ποσοτική τους πλευρά. Πράγματι, κανένας δεν είναι πλέον ικανός να συλλάβει ότι το νόμισμα μπορεί να αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό από μια απλή ποσότητα. Ωστόσο, μολονότι η περίπτωση του νομίσματος είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική από αυτήν την άποψη λόγω του ότι μας δείχνει σε μεγέθυνση, θα λέγαμε, το μέγεθος της κατάπτωσης, απέχει βέβαια πολύ από το να είναι η μοναδική όπου η αναγωγή στο ποσοτικό φαίνεται καθαρά ότι συμβάλλει στον εγκλεισμό της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον περιορισμένο ορίζοντα της βέβηλης άποψης. Έπειτα απ' ότι είπαμε για τον κατ' εξοχήν ποσοτικό χαρακτήρα της σύγχρονης βιομηχανίας και όλων όσων σχετίζονται μαζί της, ελπίζουμε αυτό να έχει γίνει καλά αντιληπτό: με το να κυκλώνεται συνεχώς ο άνθρωπος από τα προϊόντα της βιομηχανίας, χωρίς να του επιτρέπεται, για να το εκφράσουμε έτσι, να αντικρύσει κάτι διαφορετικό – παρά μόνον υπό τη μορφή “αξιοπερίεργων” αντικειμένων, όπως τα μουσειακά εκθέματα λόγου χάρη, που δεν έχουν καμμιά σχέση με τις υπαρκτές συνθήκες ζωής του και συνεπώς καμμιά ουσιαστική επιρροή πάνω της -, όντως εξαναγκάζεται να κλειστεί μέσα στον στενό κύκλο του “συνήθους βίου” σαν σε αδιέξοδη φυλακή. Αντιθέτως, σ' έναν παραδοσιακό πολιτισμό, κάθε αντικείμενο, όχι μόνο ήταν απόλυτα κατάλληλο για την άμεση χρήση για την οποία προοριζόταν, αλλά ήταν συγχρόνως κατασκευασμένο έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή – δεδομένου ακόμη ότι ήταν φτιαγμενο για καθημερινή χρήση και δεν μεταχειριζόντουσαν σαν νεκρό πράγμα όπως κάνουν λίγο-πολύ οι σύγχρονοι άνθρωποι με όλα όσα αποκαλούν “έργα τέχνης” - να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως “υπόβαθρο” διαλογισμού, συνδέοντας το άτομο με κάτι πέραν της απλής σωματικής του τροπικότητας και βοηθώντας έτσι τον κάθε άνθρωπο να υψωθεί, σύμφωνα με το μέτρο των ικανοτήτων του, σε μια ανώτερη κατάσταση (2). Πόση άβυσσος χωρίζει αυτές τις δύο συλλήψεις για την ανθρώπινη ύπαρξη!
Ο ποιοτικός εκφυλισμός όλων των πραγμάτων συνδέεται στενά με τον εκφυλισμό του νομίσματος, και αυτό αποδεικνύεται από το ότι σήμερα η “αξία” ενός αντικειμένου “εκτιμάται” μόνο με βάση την τιμή του θεωρούμενη ως “άθροισμα” ή αριθμητική ποσότητα χρημάτων. Πράγματι, κάθε κρίση που εκφέρει η πλειονότητα των συνανθρώπων μας για ένα αντικείμενο, σχεδόν πάντοτε βασίζεται αποκλειστικά στο πόσο κοστίζει. Δώσαμε έμφαση στη λέξη “εκτίμηση” γιατί έχει διπλή έννοια, ποιοτική και ποσοτική. Στις μέρες μας παραβλέπουμε την πρώτη, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, τη θεωρούμε ως επί το πλείστον ισοδύναμη με τη δεύτερη. Έτσι, όχι μόνο “εκτιμούμε” κάθε αντικείμενο βάσει της τιμής του, αλλά και κάθε άνθρωπο σύμφωνα με τα πλούτη του (3). Το ίδιο συμβαίνει επίσης, εντελώς φυσικά, με τη λέξη “αξία”. Σημειώνουμε εν παρόδω ότι εδώ βασίζεται και η περίεργη κατάχρηση αυτής της λέξης εκ μέρους ορισμένων σύγχρονων φιλοσόφων, οι οποίοι έφθασαν σε σημείο να επινοήσουν την έκφραση “φιλοσοφία των αξιών” για να περιγράψουν τις θεωρίες τους. Στο υποσυνείδητο τους βρίσκεται φωλιασμένη η ιδέα ότι το κάθε τι, σε οποιαδήποτε βαθμίδα κι αν ανήκει, μπορεί να συλληφθεί ποσοτικά και να εκφραστεί αριθμητικά. Για τον ίδιο λόγο η “ηθικολογία”, που έχει επίσης κυρίαρχη θέση στις ενασχολήσεις τους, βρίσκεται συνυφασμένη στενά μετην ποσοτική άποψη (4). Τα παραπάνω παραδείγματα αποδεικνύουν συνάμα ότι έχει επέλθει ένας πραγματικός εκφυλισμός της γλώσσας, ο οποίος αναπόφευκτα συνοδεύει ή ακολουθεί κατά πόδας τον γενικό εκφυλισμό. Πράγματι, σ' έναν κόσμο όπου το σύνολο σχεδόν των προσπαθειών κατατείνη στην αναγωγή όλων των πραγμάτων στην ποσότητα, είναι προφανώς αναγκαίο να χρησιμοποιείται μια γλώσσα που να μην ανακαλεί τίποτε άλλο εκτός απο καθαρά ποσοτικές ιδέες.
Για να επανέλθουμε στο ειδικό θέμα του νομίσματος, μένει ακόμη να προσθέσουμε ότι σε σχέση με αυτό το ζήτημα προέκυψε το εξής αξιοσημείωτο φαινόμενο: αφότου το νόμισμα έπαψε να έχει κάθε δεσμό με μια ανώτερη τάξη, παρατηρεί κανείς ότι η ποσοτική του αξία, ή ό,τι αποκαλείται στο ασυνάρτητο γλωσσικό ιδίωμα (jargon) των οικονομολόγων “αγοραστική δύναμη”, άρχισε να φθίνει συνεχώς, έτσι ώστε δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι στην οριακή κατάσταση, που την πλησιάζουμε όσο περνάει ο καιρός ολοένα και περισσότερο, θα έχει χάσει κάθε λόγο ύπαρξης ακόμη και στο καθαρά “πρακτικό” ή “υλικό” πεδίο και θα εξαφανιστεί ως αντικείμενο καθημερινής χρήσης. Εδώ υπάρχει ομολογουμένως ένα παράξενο πισωγύρισμα της ροής των πραγμάτων, αλλά οι εξηγήσεις που δώσαμε σε προηγούμενα κεφάλαια μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε εύκολα τις αιτίες του: αφου η καθαρή ποσότητα βρίσκεται, από τη φύση της, κάτω από την όλη σφαίρα της ύπαρξης, όταν η ροπή προς αυτήν εξωθηθεί στο ακραίο σημείο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του νομίσματος – που είναι πιο εντυπωσιακή από κάθε άλλη επειδή εδώ το όριο έχει ήδη σχεδόν φθαστεί -, η κατάληξη δεν μπορεί να είναι παρά μια αληθινή διάλυση. Επιπλέον, αυτό και μόνο το παράδειγμα μας δείχνει αρκετά καθαρά ότι η ασφάλεια του “συνήθους βίου” είναι στην πραγματικότητα κάτι το πρόσκαιρο, θα δούμε δε αργότερα πως αυτό γίνεται φανερό και από πολλές άλλες απόψεις. Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως το τελικό συμπέρασμα θα είναι το ίδιο: το αληθινό τέρμα της τάσης που παρασύρει τους ανθρώπους και τα πράγματα προς την καθαρή ποσότητα δεν μπορεί να είναι άλλο από την τελική αποσύνθεση του παρόντος κόσμου.


______________
1.Βλ. Autorite spirituelle et pouvoir temporel, σελ. 111, όπου αναφέρουμε ειδικώτερα την περίπτωση του Φίλιππου του Ωραίου, και όπου υπαινισσόμαστε ότι η καταστροφή του τάγματος των Ναϊτών ίσως να σχετιζόταν αρκετά στενά με το ζήτημα της παραποίησης των νομισμάτων, κάτι που εύκολα το καταλαβαίνει κανείς αν δεχθεί, τουλάχιστον ως πολύ πιθανό, ότι το Τάγμα του Ναού είχε, ανάμεσα στα άλλα, και το καθήκον να ασκεί πνευματικό έλεγχο σε αυτόν τον τομέα. Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα εδώ γι' αυτό το ζήτημα, αλλά θα θυμίσουμε ότι ακριβώς από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα αρχίζει να εμφανίζεται η σύγχρονη εκτροπή.
2.Γι' αυτό το ζήτημα μπορούμε να ανατρέξουμε σε ένα πλήθος μελετών του Ananda Coomaraswamy, ο οποίος το ανέπτυξε εκτενώς σε όλες τις πτυχές του και με όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες.
3.Οι Αμερικανοί έχουν προχωρήσει τόσο πολύ προς αυτήν την κατεύθυνση, ώστε συνηθίζουν να λένε πως ένας άνθρωπος “αξίζει” τόσο, θέλοντας να δείξουν έτσι το ποσό στο οποίο ανέρχεται η περιουσία του. Επίσης δεν λένε πως ένας άνθρωπος έχει επιτύχει στις ασχολίες του, αλλά πως “είναι επιτυχημένος” ταυτίζοντας έτσι το άτομο με τα υλικά του κέρδη!
4.Αυτός ο συνυφασμός άλλωστε δεν είναι κάτι το εντελώς νέο, γιατί χρονολογείται από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, τότε που παρουσιάστηκε η “αριθμητική ηθική” του Μπένθαμ.



RENE GUENON
Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ (1945)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΓΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Το Φαγοπότι στο Αββαείο – ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΛΑΚ



Ο πάταγος του κεραυνού στη σκυθρωπή δύση ανάγγελλε ότι η νύχτα και η θύελλα πλησίαζαν μαζί, και ο ουρανός σκοτείνιασε με μια δαιμονική μαυρίλα. Η βροχή έπεφτε, ο άνεμος βούιζε λυπητερά και το μονοπάτι του δάσους που διέσχιζα με το άλογο έγινε ένας λασπερός, ύπουλος βούρκος, που από στιγμή σε στιγμή απειλούσε να παγιδέψει το ζώο μου και μένα στην ανεπιθύμητη αγκαλία του. Είναι πολύ δυσοίωνο ένα ταξίδι κάτω από τέτοιες συνθήκες, και συνεπώς πήρα πολύ κουράγιο όταν, μέσ' από τα κλαδιά που μαστίγωνε η θύελλα, διέκρινα σε λίγο το τρεμόσβημα από ένα φιλόξενο φως που λαμπύριζε μέσα από τη θολούρα της βροχής.
Πέντε λεπτά αργότερα τράβηξα τα χαλινάρια μπροστά στις βαριές πόρτες ενός αρκετά μεγάλου γέρικου κτίσματος από γκρίζες, σκεπασμένες με βρύα πέτρες και από το εξαιρετικό του μέγεθος και τη θρησκευτική όψη του πίστεψα δικαιολογημένα πως θα ήταν κάποιο μοναστήρι. Ακόμη και από την επιπόλαιη ματιά που το έριξα μπόρεσα να δω ότι ήταν κάποιο σημαντικό μέρος, γιατί ορθωνόταν επιβλητικά πάνω από τα ερειπωμένα θεμέλια πολλών μικρότερων κτισμάτων που ήταν φανερό πως το περιέβαλλαν κάποτε.
Η ορμή των στοιχείων της φύσης, όμως, ήταν τέτοια που εμπόδιζε άλλη εξέταση ή σκέψηκαι χάρηκα ιδιαίτερα όταν, σ' απάντηση στα συνεχή μου χτυπήματα, η μεγάλη δρύινη πόρτα άνοιξε και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν άντρα με κουκούλα μοναχού, ο οποίος με οδήγησε ευγενικά μέσα από τη βροχοδαρμένη είσοδο σ' έναν καλοφωτισμένο και ευρύχωρο προθάλαμο.
Ο ευεργέτης μου ήταν κοντός και παχύς, ντυμένος μ' ένα φαρδύ ράσο και από το κόκκινο, χαρούμενο πρόσωπό του φαινόταν να είναι ένας πολύ ευχάριστος και φιλικός οικοδεσπότης. Συστήθηκε ως ηγούμενος, επικεφαλής της μοναστικής αδελφότητας στην έδρα της οποίας είχα βρεθεί, και με παρακάλεσε να δεχτώ τη φιλοξενία των αδελφών ώσπου να καταλαγιάσει κάπως η οργή του καιρού.
Ως απάντηση του ανέφερα το όνομα και τη θέση μου, και του είπα ότι ταξίδευα για να συναντηθώ με τον αδελφό μου στη Βιρόν, πέρα από το δάσος, αλλά το ταξίδι μου είχε παρεμποδιστεί εξαιτίας της θύελλας.
Αφού τελειώσαμε αυτές τις τυπικότητες, με πέρασε από τον ξυλεπένδυτο προθάλαμο στη βάση μιας μεγάλης σκάλας μέσα στο βράχο, λαξεμένης στον ίδιο τον τοίχο. Εκεί φώναξε κάτι δυνατά σε μιαν άγνωστη γλώσσα, και μια στιγμή αργότερα με τρόμαξε η ξαφνική εμφάνιση δύο νέγρων, που λες και είχαν υλοποιηθεί από το τίποτα, τόσο αθόρυβα γοργός ήταν ο ερχομός τους. Τα βλοσυρά εβένινα πρόσωπά τους με τα πολύ σγουρά μαλλιά και τ' αεικίνητα μάτια, τονισμένα από το πιο εξωτικό ντύσιμο – μεγάλες φουσκωτές βράκες από κόκκινο βελούδο και ζωνάρια από χρυσοΰφαντο ύφασμα σε ανατολίτικο στυλ – μου κέντρισαν έντονα το ενδιαφέρον, αν και φαίνονταν εντελώς αταίριαστοι για ένα χριστιανικό μοναστήρι.
Ο ηγούμενος Ενρίκος τους μίλησε τώρα σε άνετα λατινικά, λέγοντας στον ένα να πάει έξω να φροντίσει το άλογό μου, και δίνοντας εντολή στον άλλο να με οδηγήσει σ' ένα δωμάτιο πάνω. Εκεί, με πληροφόρησε, θα μπορούσα να αλλάξω τα μουσκεμένα ρούχα μου με κάτι πιο κατάλληλο, καθώς θα περίμενα για το βραδυνό φαγητό.
Ευχαρίστησα τον ευγενικό οικοδεσπότη μου και ακολούθησα το σιωπηλό μαύρο ανδρείκελο στη μεγάλη πέτρινη σκάλα. Το τρεμοφέγγισμα του δαυλού του γιγάντιου υπηρέτη έριχνε σκιές σαν αραβουργήματα πάνω στους αρχαίους, γυμνούς πέτρινους τοίχους με την προχωρημένη αποσάρθρωση. Ήταν φανερό ότι το οίκημα ήταν πολύ παλιό. Πράγματι, οι ογκώδεις τοίχοι που υψώνονταν εξωτερικά θα πρέπει να είχαν στηθεί σε κάποια περασμένη εποχή, γιατί τ' άλλα κτίρια που ενδεχομένως είχαν χτιστεί ταυτόχρονα δίπλα τους είχαν προ πολλού καταρρεύσει σε ανεπανόρθωτα, μη αναγνωρίσιμα ερείπια.
Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο ο οδηγός μου με πέρασε από ένα μωσαϊκό δάπεδο με πλούσια χαλιά, ανάμεσα σε ψηλούς τοίχους επενδυμένους με τάπητες και διακοσμημένους με μαύρες κουρτίνες. Τέτοια πλούσια στολίδια ήταν πολύ ανάρμοστα για έναν τόπο λατρείας, κατά τη γνώμη μου.
Ούτε και άλλαξα γνώμη βλέποντας το δωμάτιο που μου παραχώρησαν για δικό μου. Ήταν τόσο μεγάλο όσο και το γραφείο του πατέρα μου στη Νιμ – στους τοίχους κρέμονταν ισπανικά βελούδα σε μαρόν χρώμα, με μια κομψότητα που την ξεπερνούσε μόνο το κακό γούστο του ότι βρίσκονταν σ' έναν τέτοιο χώρο. Υπήρχε ένα κρεβάτι που θα τιμούσε και το παλάτι ενός βασιλιά. Τα έπιπλα και τ' άλλα συμπληρωματικά είχαν μια αληθινά βασιλική μεγαλοπρέπεια. Ο νέγρος άναψε μαι δωδεκάδια τεράστια κεριά στο ασημένιο κηροπήγιο που στεκόταν κάπου στο δωμάτιο, και μετά έκανε μια υπόκλιση κι έφυγε.
Εξετάζοντας το κρεβάτι βρήκα πάνω του τα ρούχα που μου ειχε υποδείξει ο ηγούμενος να χρησιμοποιήσω για το βραδινό δείπνο. Αποτελούνταν από μια φορεσιά από μαύρο βελούδο με μεταξωτό παντελόνι, ψηλές, εφαρμοστές κάλτσες στην ίδια απόχρωση, κι ένα μαύρο στιχάριο. Όταν έβγαλα τα ταλαιπωρημένα από το ταξίδι ρούχα μου ανακάλυψα ότι μου ταίριαζαν τέλεια, αν και πολύ πένθιμα.
Όλη αυτή την ώρα περιεργαζόμουν το δωμάτιο πιο προσεκτικά. Απόρησα πολύ με τη χλιδή, τη φιγούρα και την επίδειξη πλούτου, και ακόμη πιο πολύ γιατην πλήρη απουσία κάθε θρησκευτικού αντικειμένου – πουθενά δε φαινόταν ούτε ένας απλός σταυρός καν. Το θρησκευτικό αυτό τάγμα θα πρέπει σίγουρα να ήταν πλούσιο και ισχυρό, αν και κάπως κοσμικό. Παρόμοιο ίσως μ' εκείνες τις οργανώσεις της Μάλτας και της Κύπρου (1), που οι ακολασίες και οι εξωφρενικές τους πολυτέλειες είανι το σκάνδαλο της οικουμένης.
Καθώς τα συλλογιζόμουν αυτά, στ' αυτιά μου έφτασε ο ήχος από δυνατές ψαλμωδίες που ανέβαιναν συμφωνικά από κάπου πολύ χαμηλά. Οι αρμονικές διακυμάνσεις τους ανέβαιναν κι έπεφταν επιβλητικά σαν να έφταναν από μια απίστευτη απόσταση για τ' ανθρώπινα αυτιά. Ήταν ανεπαίσθητα ανησυχητικές. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ούτε λέξεις ούτε φράσεις που να μου είναι γνωστές αλλά ο γεμάτος δύναμη ρυθμός τους με κατέπληξε. Ξεχυνόταν σαν μια κακόβουλη μαγική ωδή, κατάφορτη με ύπουλα, παράξενα υπονοούμενα. Διακόπηκε απότομα, και ασυναίσθητα αναστέναξα με ανακούφιση. Αλλά ούτε για μια στιγμή στο υπόλοιπο της παραμονής μου δεν έσβησε από μέσα μου εκείνη η σπίθα της ανησυχίας που είχε γεννηθεί από τον απόμακρο ήχο της ακατανόμαστης ρυθμικής μελωδίας από χαμηλά.
Ποτέ δεν έχω φάει πιο παράξενο γεύμα από εκείνο που συμμετείχα στο μοναστήρι του ηγούμενου Ενρίκου. Η αίθουσα συμποσίων ήταν ένας θρίαμβος επιδεικτικών διακοσμήσεων. Το τραπέζι έγινε σε ένα αχανές δωμάτιο, οι ψηλοί τοίχοι του οποίου ανέβαιναν σ' όλο το ύψος του κτιρίου μέχρι την αψιδωτή και θολωτή οροφή. Οι τοίχοι ήταν ντυμένοι με πορφυρούς και βασιλικά κόκκινους τάπητες διακοσμημένους με οικόσημα και θυρεούς, άγνωστης για μένα σημασίας. Το ίδιο το τραπέζι των συμποσίων έπιανε όλο το μήκος της αίθουσας – στη μια άκρη μέχρι τις δίφυλλες πόρτες απ' όπου είχα μπει από τις σκάλες και στην άλλη άκρη μέχρι κάτω από τον κρέμαστό εξώστη, όπου βρισκόταν η είσοδος της κουζίνας.
Γύρω από το τεράστιο αυτό γιορταστικό τραπέζι ήταν καθισμένοι κάπου σαράντα άνθρωποι της εκκλησίας με μαύρες κουκούλες και ράσα, που ήδη ορμούσαν μ' ενθουσιασμό στην πολυάριθμη παράταξη των φαγητών που γέμιζαν το τραπέζι. Μόλις και μπήκαν στον κόπο να σταματήσουν το περιδρόμιασμα για να γνέψουν σε χαιρετισμό όταν ο ηγούμενος κι εγώ μπήκαμε για να πάρουμε τις θέσεις μας στο κεφάλι του τραπεζιού και συνέχισαν να καταβροχθίζουν άπληστα τη θαυμαστή ποικιλία των φαγητών μπροστά τους, κάνοντάς το με τον πιο απρεπή τρόπο. Ο ηγούμενος δεν κοντοστάθηκε, ούτε για να μου πει να καθήσω, ούτε για να κάνει κάποια προσευχή, αλλ' ακολούθησε αμέσως το παράδειγμα του ποιμνίου του κι άρχισε κατευθείαν να γεμίζει την κοιλιά του με διαλεχτούς μεζέδες μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Ήταν σίγουρο ότι αυτοί οι Φλαμανδοί βάρβαροι ήταν κάθε άλλο παρά ευαίσθητοι στη συμπεριφορά τους στο τραπέζι. Το φαγητό συνοδευόταν από αγροίκους θορύβους που έβγαζαν τα στόματα των συνδαιτυμόνων. Το φαγητό το έπαιρναν με τα δάχτηλα, και τ' ανέγγιχτα περισσεύματα τα πέταγαν στο πάτωμα. Οι συνηθισμένοι καλοί τρόποι αγνοούνταν συχνά. Για μια στιγμή έμεινα σαν αποβλακωμένος, αλλά η φυσική μου ευγένεια μ' έσωσε, και άρχισα να τρώω χωρίς πολλά-πολλά.
Γύρω από το τραπέζι κυκλοφορούσε σιωπηλά μισή δωδεκάδα από μαύρους υπηρέτες, ξαναγεμίζοντας τα πιάτα ή κουβαλώντας δίσκους με καινούρια κι ακόμη πιο εξωτικά φαγητά. Τα μάτια μου έβλεπαν μαγειρικά θαύματα πάνω σε χρυσούς δίσκους – στ' αλήθεια ήταν σαν να έριχνες μαργαριτάρια σε γουρούνια! Γιατί αυτοί οι ρασοφόροι και κουκουλοφόροι αδελφοί, αν και ήταν μοναχοί, συμπεριφέρονταν σαν απαίσιοι αγροίκοι. Καταβρόχθιζαν κάθε λογής φρούτα – μεγάλα χυμώδη κεράσια, μελωμένα πεπόνια, ρόδια και σταφύλια, τεράστια δαμάσκηνα, εξωτικά βερίκοκα, σπάνια σύκα και χουρμάδες. Υπήρχαν τεράστια τυριά, αρωματικά και γινωμένα. Ορεκτικές σούπες. Σταφίδες, ξηροί καρποί, λαχανικά, και μεγάλες αχνιστές πιατέλες με ψάρια, σερβιρισμένα όλα με μπίρες και κρασιά, που ήταν τόσο δυνατά όσο και το νέκταρ του νηπενθούς.
Κατά τη διάρκεια του φαγητού μας διασκέδαζαν αθέατα λαγούτα, που η μουσική τους φτερούγιζε από τους εξώστες ψηλά. μια μουσική που δυνάμωσε σ' ένα τελικό κρεσέντο καθώς μπήκαν επιβλητικά έξι υπηρέτες, κουβαλώντας έναν τεράστιο δίσκο από συμπαγές, σφυρήλατο χρυσάφι. Πάνω του υπήρχε ένα μοναδικό κομμάτι από κάποιο αχνιστό κρέας γαρνιρισμένο με μυρωδάτα, αρωματικά μπαχαρικά. Μέσα σε βαθιά σιγή προχώρησαν και ακούμπησαν το φορτίο τους στο κέντρο του τραπεζιού, κάνοντας πέρα τα γιγάντια κηροπήγια και τα μικρότερα πιάτα. Μετά ο ηγούμενος σηκώθηκε, με το μαχαίρι στο χέρι, και έκοψε το ψητό, μουρμουρίζοντας ταυτόχρονα μια ρητορική επίκληση σε κάποια ξενική γλώσσα. Στους μοναχούς της παρέας μοιράστηκαν φέτες κρέατος σε ασημένια πιάτα. Ένα έντονο και σαφές ενδιαφέρον ήταν ολοφάνερο σ' αυτή την τελετή. Η ευγένεια και μόνο μ' εμπόδισε να ρωτήσω τον ηγούμενο για τη σημασία της συμπεριφοράς των παρευρισκομένων. Έφαγα ένα μέρος από το κρέας μου και δεν είπα τίποτε.
Ήταν πραγματικά περίεργο να βρω τέτοια βαρβαρικά γλέντια και βασιλική μεγαλοπρέπεια σ' ένα μοναστικό τάγμα, αλλά δυστυχώς η περιέργειά μου ατόνησε από το άφθονο πότισμα με δυνατα κρασιά που έμπαιναν μπροστά μου στο τραπέζι, σε κούπες, κανάτες, φλασκιά, καράφες και διαμαντοστόλιστα ποτήρια. Υπήρχαν ποτά κάθε ηλικίας και απόσταξης. Περίεργα αρωματικά ποτά με μαγική μεθυστικότητα και ζαλιστική γλύκα μ' επηρέασαν παράξενα.
Το κρέας ήταν περίεργα γευστικό και γλυκό. Το κατέβασα συνοδεύοντάς το με μεγάλες ρουφηξιές από κρασί, που τώρα κυκλοφορούσε άφθονο στο τραπέζι. Η μουσική σταμάτησε, και η λάμψη των κεριών λιγόστεψε ανεπαίσθητα σε μια πιο απαλή ανταύγεια. Η θύελλα έξω λυσσομανούσε ακόμη πάνω στους τοίχους. Το ποτό πλημμύρισε με φωτιάτις φλέβες μου, και παράξενες φαντασίες οργίαζαν στο ζαλισμένο μου μυαλό.
Καθόμουν σχεδόν αποχαυνωμένος όταν, έχοντας τελικά ικανοποιηθεί η θηριώδης όρεξη της συντροφιάς, άρχισαν κάτω από την επίδραση του κρασιού να σπάζουν τη σιωπή που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του φαγητού, ξεσπώντας σε ομαδικά πρόστυχα τραγούδια. Το κέφι τους μεγάλωνε, και άρχισαν να διηγούνται αθυρόστομα ανέκδοτα και ιστορίες, αυξάνοντας το κέφι. Λιπόσαρκα πρόσωπα παραμορφώνονταν από χυδαία γέλια. Χοντρές κοιλιές τρεμούλιαζαν από διασκέδαση. Μερικοί άρχισαν να βγάζουν απρεπείς θορύβους και να κάνουν χοντρές χειρονομίες, και μερικοί σωριάστηκαν κάτω από το τραπέζι, για να μεταφερθούν έξω από τους σιωπηλούς μαύρους. Δεν μπορούσα να μη συγκρίνω τη σκηνή αυτή μ' εκείνη που θα έβλεπα να είχα φτάσει στη Βιρόν κι έτρωγα στο τραπέζι του αδελφού μου, του καλού ιερέα. Δε θ' ακούγονταν εκεί τέτοιες βρόμικες προστυχιές. Αναρωτήθηκα αόριστα αν εκείνος είχε υπόψη του αυτό το μοναστικό τάγμα, τόσο κοντά στην ήσυχη ενορία του.
Απότομα τότε οι σκέψεις μου ξαναγύρισαν στη συντροφιά μπροστά μου. Τα γέλια και τα τραγούδια είχαν δώσει τη θέση τους σε λιγότερο ευχάριστα πράγματα καθώς σκοτείνιαζαν τα κεριά, και οι σκιές, που μεγάλωναν, άρχισαν να γνέθουν τους σκοτεινούς ιστούς τους στις γωνιές. Η κουβέντα γύρισε σ' απροσδιόριστα ανησυχητικά θέματα,και τα κουκουλωμένα πρόσωπα απόκτησαν μια κακόβουλη όψη στο αμυδρό και τρεμουλιαστό φως. Καθώς κοιτούσα σαστισμένα ολόγυρα στο τραπέζι, μου έκανε εντύπωση η περίεργη χλομάδα των συγκεντρωμένων προσώπων. Γυάλιζαν ασπριδερά στο φως που λιγόστευε, σαν σε μια διεστραμμένη παρωδία του θανάτου. Ακόμη και η ατμόσφαιρα της αίθουσας φαινόταν να έχει αλλάξει. Οι κουρτίνες φαίνονταν να κουνιούνται από αόρατα χέρια. Οι σκιές απλώνονταν στους τοίχους. Δαιμονικές μορφές χοροπηδούσαν σε μια αλλόκοτη πομπή πάνω από τις ενωμένες αψίδες της οροφής. Το γιορταστικό τραπέζι έδειχνε άδειο και απογυμνωμένο – υπολείμματα από το κρασί λέρωναν τις πετσέτες, μισοφαγωμένα φαγητά γέμιζαν την επιφάνεια του τραπεζιού, και τα ροκανισμένα κόκαλα στις πιατέλες φαίνονταν να υπενθυμίζουν βλοσυρά ότι η ζωή είναι θνητή.
Η συζήτηση ήταν ακατάλληλη για να βοηθήσει στην ψυχική μου γαλήνη – απείχε πολύ από τις ευσεβείς παραινέσεις που θα περίμενε κανείς από μαι τέτοια συντροφιά. Η κουβέντα γύρισε στα φαντάσματα και τις μαγείες. Παλιές ιστορίες λέγονταν, ενισχυμένες με πρόσθετη φρίκη. Θρύλοι επαναλαμβάνονταν με διακεκομμένους ψιθύρους. Υπονοούμενα με διαβολική σημασία έβγαιναν από λερωμένα με κρασί χείλη σε νεκρικά χαμηλούς τόνους.
Δε νύσταζα πια. Ένιωθα νευρικότητα μ' έναν αυξανόμενο φόβο μεγαλύτερα από κάθε άλλον που είχα νιώσει ποτέ. Ήταν σαν να ήξερα σχεδόν τι θα συνέβαινε, ότνα τελικά, μ' ένα περίεργο χαμόγελο, ο ηγούμενος άρχισε τη δική του ιστορία, και το ακροατήριο των μοναχών σταμάτησε τους ψιθύρους του, και όλοι στράφηκαν στις καρέκλες τους να τον ακούσουν.
Ένας μαύρος μπήκε ταυτόχρονα και ακούμπησε ένα μικρό σκεπασμένο δίσκο μπροστά στον αφέντη του, ο οποίος τον περιεργάστηκε για μια στιγμή πριν συνεχίσει τα προεισαγωγικά λόγια του.
Ήταν ευτύχημα (άρχισε μιλώντας προς εμένα) που είχα έρθει εδώ για να περάσω τη βραδιά, γιατί υπήρχαν κι άλλοι ταξιδιώτες που οι νυχτερινές περιπλανήσεις τους σ' αυτά τα δάση δεν είχαν φτάσει σε τόσο ευτυχές τέλος. Υπήρχε για παράδειγμα, το θρυλικό “Μοναστήρι του Διαβόλου”. ( Εδώ κοντοστάθηκε κι έβηξε αφηρημένα πριν συνεχίσει).
Σύμφωναμε τις γενικά παραδεκτές παραδόσεις της περιοχής, η περίεργη αυτή τοποθεσία για την οποία μιλούσε ήταν ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι βαθιά στην καρδιά του δάσους, όπου κατοικούσε μια παράξενη συντροφιά από Νεκροζώντανους, αφοσιωμένους στην υπηρεσία του Ασμοδαίου (2). Συχνά, με το πέσιμο του σκοταδιού, τα παλιά ερείπια έπαιρναν μια υπερφυσικη, εικονική ομοιότητα με αυτό που ήταν κατά την εποχή του χαμένου μεγαλείου τους, και οι παλιοί τοίχοι ξαναστήνονταν με δαιμονική τέχνη για να παραπλανήσουν τον περαστικό ταξιδιώτη. Ήταν πραγματικά ευτύχημα που ο αδελφός μου δεν είχε βγει να με αναζητήσει στο δάσος μια νύχτα σαν κι αυτή, γιατί μπορεί και να έπεφτε πάνω σ' αυτό το καταραμένο μέρος, και να μαγευόταν αρκετά ώστε να μπει. Τότε, σύμφωνα με τ' αρχαία χρονικά, θα τον άρπαζαν, και το σώμα του θα το καταβρόχθιζαν θριαμβευτικά οι νεκροφάγοι πιστοί, έτσι ώστε να συντηρήσουν την αφύσικη ζωή τους με θνητή τροφή.
Όλα αυτά αναφέρθηκαν μ' έναν ψίθυρο ανείπωτου φόβου, σαν κατά κάποιον τρόπο να προσπαθούσαν να μεταδώσουν κάποιο μήνυμα στις ζαλισμένες μου αισθήσεις. Το πέτυχαν. Καθώς κοίταζα τα πρόστυχα πρόσωπα όλων γύρω μου κατάλαβα τη σημασία όλων αυτών των κοροϊδευτικών λέξεων, την απαίσια παρωδία που κρυβόταν πίσω από το πράο και κρύφιο χαμόγελο του ηγούμενου.
Το Μοναστήρι του Διαβόλου... υπόγειες ψαλμωδίες των τελετών για τον Εωσφόρο... βλάσφημη μεγαλοπρέπεια, αλλά ποτέ το σημείο του σταυρού... ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι στα πυκνά δάση... λυκόμορφα πρόσωπα που αγριοκοίταζαν το δικό μου...
Τότε τρία πράγματα συνέβησαν ταυτόχρονα. Ο ηγούμενος σήκωσε αργά το σκέπασμα του μικρού δίσκου μπροστά του. (“Ας τελειώσουμε με το κρέας”, νομίζω πως είπε). Μετά έβγαλα ένα ουρλιαχτό. Τελικά ακούστηκε το σπλαχνικό μπουμπουνητό του κεραυτνού που γκρέμισε εμένα, τους μοναχούς που γελούσαν, τον ηγούμενο, το δίσκο, και το μοναστήρι σε μια χαώδη λήθη.
Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου ήμουν ξαπλωμένος και μουσκεμένος σ' ένα χαντάκι δίπλα στο λασπερό μονοπάτι, με μαύρα βρεγμένα ρούχα. Το άλογό μου έβοσκε στο δάσος εκεί κοντά, αλλά από το αββαείο δεν έβλεπα ούτε ίχνος.
Μπήκα τρικλίζοντας στη Βιρόν μισή μέρα αργότερα, και ήδη βρισκόμουν σε πλήρες παραλήρημα, και όταν έφτασα στο σπίτι του αδελφού μου βλαστημούσα δυνατά κάτω από τα παράθυρα. Αλλά το παραλήρημά μου μεταβλήθηκε σε μανιακή τρέλα όταν εκείνος που με βρήκε εκεί μου είπε που είχε πάει ο αδελφός μου, και την πιθανή του μοίρα, κι εγώ έπεσα στη στιγμή λιπόθυμος στο χώμα.
Ποτέ δεν θα μπορέσω να ξεχάσω εκείνο το μέρος, ούτε τις ψαλμωδίες, ούτε τους τρομερούς αδελφούς, αλλά προσεύχομαι στο Θεό να μπορέσω να ξεχάσω ένα πράγμα πριν πεθάνω. Ήταν εκείνο που είδα πριν από το αστροπελέκι, το πράγμα που με τρελαίνει και με βασανίζει ακόμη περισσότερο μετά από όσα έμαθα στη Βιρόν. Ξέρω ότι όλα είναι αλήθεια τώρα, και μπορώ να την αντέξω την γνώση αυτή, αλλά ποτέ θα μπορέσω να αντέξω την απειλή ή την ανάμνηση αυτού που είδα, όταν ο ηγούμενος Ενρίκος σήκωσε το σκέπασμα του μικρού ασημένου δίσκου για να παρουσιάσει το υπόλοιπο του κρέατος...
Ήταν το κεφάλι του αδελφού μου.


___________
1.Πρόκειται για τους Ιωαννίτες και Ναΐτες ιππότες, θρησκευτικό-στρατιωτικά τάγματα. Οι Ναΐτες ιδιαίτερα κατηγορήθηκαν και διώχτηκαν άγρια τον 14ο αιώνα για ανάμειξη στη μαγεία και σε άλλες παράνομες δραστηριότητες.
2.Ασμοδαίος: Δαίμονας της ακολασίας, του ερωτικού πάθους


ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΛΑΚ
ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΦΙΛΙ και Άλλες Ιστορίες
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7