.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΛΑΜΟΥ 7 – ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ




Φτάσαμε σ' έναν ήλιο τόσο διάφανο και ανάριο που δεν είναι σίγουρο καν αν υπάρχει...

«Ποια είναι αλήθεια η φύση, η ουσία... το χαρακτηριστικό της ύπαρξης; Όχι δεν εννοώ της ζωής, αλλά κυριολεκτικά αυτής της ίδιας της ύπαρξης. Τι είναι εκείνο που κάνει κάτι να υπάρχει, και κάτι να μην υπάρχει;Τι σημαίνουν τελικά αυτές οι λέξεις, που τόση κατάχρηση τους κάνουμε καθημερινά; Αν συμφωνήσουμε με την αντίληψη του Μπεργκσόν, ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε καν την ιδέα της ανυπαρξίας – μια και δεν μπορεί να υπάρχει... ανυπαρξία – τότε ποιο νόημα έχει πάλι η λέξη “ύπαρξη”; Με τι μπορούμε να την αντιπαραθέσουμε για να έχουμε κάποια διάκριση, κάποια αναγκαία αντίθεση;
Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι η μοίρα κάθε τέτοιας ανάλυσης είναι καταδικασμένη να καταλήγει σε ασυνάρτητες εκφράσεις σαν τις παραπάνω. Δυστυχώς, αυτό δεν καταργεί το αρχικό θεμελιώδες ερώτημα. Απόδειξη ο ήρωας του επόμενου διηγήματος που προσπάθησε ν' ακολουθήσει τις σχετικές συνέπειες ως το τέλος.
Τώρα που το σκέφτομαι... Ποιο τέλος;» Γιώργος Μπαλάνος

Τον είχαν βρει να τριγυρίζει άσκοπα στους δρόμους και δεν είχαν καταφέρει ακόμη να μάθουν ούτε τ' όνομά του. Κανένας δεν τον είχε αναζητήσει, ούτε στο αστυνομικό τμήμα όπου έμεινε για κανά εικοσιτετράωρο, ούτε στην ψυχιατρική κλινική όπου βρισκόταν τώρα. Ο γιατρός τον κοίταξε σκεφτικά. Κι όμως... δε φαινόταν αλήτης... δεν έδειχνε για άνθρωπος χωρίς κανέναν στον κόσμο. Ο γιατρός δεν μπορούσε να το καταλάβει...
Ο άγνωστος ήταν μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι ατενίζοντας ίσια μπροστά, ανέκφραστα, χωρίς να δίνει καμια σημασία στο γιατρό δίπλα του, λες κι ο τελευταίος δεν υπήρχε καν. Ο γιατρός τον κοίταξε για λίγες στιγμές ακόμη, εξεταστικά, με κάτι παραπάνω από επαγγελματικό ενδιαφέρον. Ήταν μια ενδιαφέρουσα περίπτωση...
Ο άγνωστος φορούσε ένα ακριβό, καλοραμμένο κοστούμι όταν τον έφεραν οι αστυνομικοί. Τα παπούτσια και τα υπόλοιπα ρούχα του ήταν της ίδιας κλάσης. Τα χέρια του δεν έδειχναν άνθρωπο που δούλευε μ' αυτά για να βγάλει το ψωμί του. Δεν πρέπει να ήταν συνηθισμένα σε πιο βαρύ εργαλείο από το χρυσό στυλό που είχε στην τσέπη του. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό ήταν και το μοναδικό αντικείμενο που είχε στην τσέπη του. Κανένα στοιχείο, κανένα χαρτί, τίποτα που να δείχνει ποιος ήταν.
Στην αρχή οι αστυνομικοί που τον σταμάτησαν στο δρόμο σκέφτηκαν ότι ήταν μεθυσμένος, μετά ότι είχε πάθει ανμησία, μετά ότι ήταν τρελός. Έτσι, κάποτε, έφτασε στην ψυχιατρική κλινική. Είχε σχεδόν τρελάνει τους αστυνομικούς, πριν τον κουβαλήσουν εκεί, με τις παράξενες απαντήσεις του στις ερωτήσεις τους. Για μια στιγμή είχαν φανταστεί ότι τους κορόιδευε.
Τον είχαν ρωτήσει ποιος ήταν.
“Δεν είμαι”, είχε απαντήσει εκείνος, με άχρωμη, ουδέτερη προφορά. Η φωνή του έδειχνε άνθρωπο μορφωμένο, χωρίς όμως να προδίδει και την καταγωγή του.
“Μας κοροιδεύετε, κύριε;” τον αγριοκοίταξε ο αστυνομικός που είχε κάνει την ερώτηση. Η εμφάνιση του αγνώστου τον έκανε να μην του μιλήσει στον ενικό, τουλάχιστον όχι ακόμη.
“Δεν μπορώ να κοροιδέψω κάτι που δεν υπάρχει”, αποκρίθηκε ο άλλος με τον ίδιο τρόπο.
“Τι δεν υπάρχει;” ρώτησε σαστισμένα ο αστυνομικός. Δεν ήξερε αν έπρεπε να θυμώσει ή όχι. Η απάντηση του φάνηκε προσβλητική, αλλά στον τόνο της φωνής δεν υπήρχε καμία περιφρόνηση ή κοροϊδία. Ήταν μια απλή δήλωση. “Τι δεν υπάρχει;” ρώτησε πάλι.
“Τίποτε” απάντησε ο άλλος.
“Και, δηλαδή, τι είμαι εγώ εδώ;” ρώτησε απότομα ο αστυνομικός. Είχε αποφασίσει ότι μάλλον θα έπρεπε να θυμώσει με τον άλλο.
“Δεν είσαι πουθενά”, είχε απαντήσει ο άγνωστος αδιάφορα.
“Τι θες να πεις τώρα; Πας γυρεύοντας να σε κλείσουμε μέσα;” φούντωσε τώρα ο αστυνομικός.
Ο άλλος δεν έδειξε να προσέχει την αλλαγή στον ενικό. “Δεν υπάρχει «μέσα»”, ήταν η αδιάφορη απάντησή του.
Ο αστυνομικός άρχισε να υποψιάζεται ότι είχε να κάνει με τρελό. Κατά παράξενο τρόπο, η σκέψη τον καθησύχασε. Η τρέλα ήταν κάτι που το καταλάβαινε. Είχε δει πολλά με τα μάτια του τόσα χρόνια στην υπηρεσία. Ο άγνωστος δεν ήταν δική του δουλειά. Υπήρχαν γιατροί για τέτοιες περιπτώσεις παλαβών.
Φυσιολογικά ο γιατρός δε θα τον δεχόταν έτσι εύκολα στην κλινική. Δεν ήξερε αν ο άλλος ανήκε σε κανένα ασφαλιστικό ταμείο... αν υπήρχε κάποιος να πληρώσει το λογαριασμό... αλλά κάτι στον άγνωστο είχε ξυπνήσει μέσα του το επαγγελματικό ενδιαφέρον, και κάτι παραπάνω. Και στο κάτω-κάτω, ο τύπος φαινόταν άνθρωπος που το φυσούσε το χρήμα. Αν μάθαιναν ποιος ήταν, σίγουρα δεν θ' αντιμετώπιζαν πρόβλημα πληρωμής. Έτσι φώναξε μια νοσοκόμα.
“Ετοιμάστε, παρακαλώ, το κρεβάτι στο θάλαμο 7 για τον κύριο...;” είπε, και μετά κοντοστάθηκε κοιτάζοντας με παραπλανητική αφέλεια τον άγνωστο. Αλλά το κόλπο δεν έπιασε. Ο άγνωστος ούτε απάντησε, ούτε άλλαξε έκφραση. Ο γιατρός έκανε μια μοιρολατρική κίνηση με τους ώμους του. Δεν είχε και καμιά ιδιαίτερη ελπίδα ότι θα έπιανε αυτό το απλό κόλπο.
Για την ώρα ο ανώνυμος άντρας θα έμενε γνωστός ως “ο άρρωστος του θαλάμου 7”.
Τώρα, λίγες μέρε αργότερα, ο γιατρός στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του αρρώστου στο θάλαμο 7, χωρίς να έχει καταφέρει να μάθει τίποτα περισσότερο για τον άγνωστο. Κανένας δεν είχε μπορέσει ν' ανακαλύψει ποιος ήταν. Τα μόνα που είχαν γίνει γνωστά γι' αυτόν ήταν τα τυπικά πορίσματα των ιατρικών εξετάσεων ρουτίνας, των εργαστηριακών αναλύσεων, και τα κλινικά συμπτώματα της ακαθόριστης ψυχιατρικής πάθησης από την οποία προφανώς υπέφερε. Ο γιατρός εξέτασε τα σχετικά χαρτιά για μια ακόμη φορά, σαν να περίμενε να διαβάσει κάτι ανάμεσα στις γραμμές, κάτι που δεν υπήρχε εκεί...
Κάτι που δεν υπήρχε... για έναν άρρωστο που επέμενε ότι δεν υπήρχε πουθενά, ποτέ. Ταίριαζε!
Ο φάκελος του αρρώστου δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός, ακόμη και για έναν ψυχίατρο. Σωματικά ο άλλος ήταν υγιής. Καμία οργανική πάθηση του νευρικού συστήματος, καμία ορμονική διαταραχή, με φυσιολογικές νευρολογικές αντιδράσεις και φυσιολογικό εγκεφαλογράφημα. Αυτό, βέβαια, δε σήμαινε και πολλά πράγματα. Μια γνήσια ψυχιατική περίπτωση σπάνια παρουσιάζει οργανικά παθολογικά ευρήματα στα οποία θα μπορούσε να αποδοθεί το πρόβλημα. Από ψυχιατρικής πλευράς όμως...
Ο άλλος ήταν ψυχικά άρρωστος, αυτό ήταν φανερό. Αλλά τι είχε; Ο γιατρός δεν ήταν καν σίγουρος κατά πόσο ο βολικά γενικός όρος “ψύχωση”, που υπήρχε στον φάκελο του αρρώστου, ήταν ο κατάλληλος για την περίπτωση. Ο γιατρός αναστέναξε. Η αβεβαιότητα της κλινικής διάγνωσης και η ασάφεια των όρων στην ψυχιατρική ήταν παροιμιώδεις, και αιτία συνεχών πειραγμάτων από τους συναδέλφους των άλλων ειδικοτήτων. Δεν ήταν λίγοι άλλωστε οι γιατροί, το ήξερε, που δε θεωρούσαν καν γιατρούς τους ψυχιάτρους, ούτε επιστήμη την ψυχιατρική. Φυσικά το επαγγελματικό φιλότιμο δεν τον άφηνε να το παραδεχτεί αυτό, αλλά ήξερε ότι είχαν ένα κάποιο δίκιο.
Τουλάχιστον η ψυχιατρική θεράπευε ή τουλάχιστον έλεγχε πολλά συμπτώματα στις ψυχικές νόσους. Κατά πόσο όμως θεράπευε και την ίδια την αρρώστια, αυτό ήταν άλλο θέμα. Αλλά και η συμπτωματική θεραπεία, κάτι ήταν κι αυτό.
Στην περίπτωση αυτή ο γιατρός είχε πρόβλημα ακόμη και με την απλή, έστω και αυθαίρετη, διάγνωση. Έπρεπε ν' αποφασίσει σε ποια κατηγορία ψυχικών νόσων να εντάξει τούτον τον άρρωστο και μετά ν' αποφασίσει για τη θεραπευτική αγωγή που θ' ακολουθούσε – τη θεραπεία των συμπτωμάτων έστω. Θα έπρεπε να εντοπίσει τουλάχιστον κάποιο σύνδρομο. Η τελευταία ήταν μια ωραία λέξη για ένα τεράστιο σύνολο συμπτωμάτων που εντυπωσίαζε οποιονδήποτε δεν ήταν ψυχίατρος.
Ο ίδιος, ως ψυχίατρος, ήξερε ότι το “σύνδρομο” ήταν απλώς άλλο ένα από τα πολλά ονόματα της άγνοιας. Είχαν και οι άλλες ειδικότητες παρόμοιες βολικές λέξεις εκτός από το “σύνδρομο”: ίωση, ρευματικά, λοίμωξη, νευραλγία ήταν μερικές μονάχα από τις άδειες λέξεις που χρησιμοποιούσαν όταν κανένας δεν ήξερε τι έχει ο άρρωστος πέραν του ότι υπέφερε από κάτι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο γιατρός αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα. Η πρώτη του εντύπωση ήταν ότι είχε να κάνει μ' εκείνη την ομάδα συνδρόμων – να τη πάλι αυτή η λέξη: - που λέγεται σχιζοφρένεια. Ο επίμονος αρνητισμός του αρρώστου τουλάχιστον έδειχνε μάλλον προς αυτή την κατεύθυνση. Ως πρώτη διάγνωση είχε γράψει στο μπλοκ του εκείνη τη σοβαρή μορφή που περιέργως ονομάζεται “Απλή Σχιχοφρένεια”, αν και δεν είναι διόλου απλή. Μετά πρόσθεσε στη διάγνωση την κατατονική της παραλλαγή... μετά τη σχιζοθυμική... Έβαλε ένα ερωτηματικό δίπλα από κάθε κατηγορία... Ύστερα τα έσβησε όλα εκνευρισμένος. Η ασθένεια του αγνώστου δεν έπρεπε να είναι σχιζοφρένεια. Τουλάχιστον όχι κάποιας τυπικής μορφής.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο άγνωστος δεν παρουσίαζε κανένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της ψύχωσης. Οι σκέψεις του είχαν φυσιολογικούς συσχετισμούς και διασυνδέσεις. Οι απαντήσεις του έδειχναν ότι πρόσεχε φυσιολογικά και καταλάβαινε τις ερωτήσεις που του γίνονταν, και απαντούσε ανάλογα. Η προσωπικότητά του φαινόταν ανέπαφη. Οι νοητικές του ικανότητες το ίδιο... Μήπως έπασχε από καταθλιπτική ψύχωση; Όχι, όχι. Αδιάφορα από τα ποικίλα παρόμοια χαρακτηριστικά, η πείρα του γιατρού αρνιόταν να δεχτεί ότι εδώ είχε να κάνει με μια περίπτωση σχιζοφρένειας ή κατάθλιψης.
Και οι κλινικές εξετάσεις δεν είχαν δείξει νευροπαθολογικά ευρήματα και έτσι δε βοηθούσαν στη διαφορική διάγνωση.
Ο γιατρός κόντευε να τρελαθεί - μια λέξη “ταμπού”, που ποτέ δε χρησιμοποιούσε στις επαγγελματικές συζητήσεις ή, πολύ περισσότερο, με τους ασθενείς του. Σύντομα και άλλοι γιατροί της κλινικής ενδιαφέρθηκαν για τον περίεργο άρρωστο, αλλά οι διάφορες γνώμες τους, συχνά αντικρουόμενες, έκαναν ακόμη πιο αβέβαιη τη διάγνωση.
Δεν καταλαβαίνω τίποτε”, μουρμούρισε ο γιατρός μεγαλόφωνα χωρίς να το θέλει – και αμέσως κοκκίνισε αμήχανα, επίσης χωρίς να το θέλει, γιατί μονάχα οι πελάτες του και οι ηθοποιοί στη σκηνή μιλούσαν μόνοι τους μεγαλόφωνα, όχι οι ψυχίατροι.
Δεν υπάρχει τίποτε για να καταλάβεις, γιατρέ”, άκουσε από δίπλα του μια φωνή. Είχε ξεχάσει! Δεν ήταν μόνος στο θάλαμο, και ο άρρωστος τον είχε ακούσει.
Η παρατήρηση πρόδινε μια φυσιολογική επαφή με το περιβάλλον, ένα λογικό συνειρμό και συσχετισμό ερώτησης-απάντησης... φτάνει μόνο να μην υπήρχε αυτή η παράξενη αρνητικότητα έναντι κάθε έννοιας ύπαρξης. Και ο άγνωστος ασθενής φαινόταν καλλιεργημένο άτομο...
Κόγκιτο έργκο σουμ”, σχολίασε ο γιατρός, επίτηδες στα λατινικα. Και μετά πρόσθεσε κάπως αμήχανα: “Θυμήθηκα τα λόγια του Ντεκάρτ, ξέρετε”.
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, είπε ο άρρωστος, μεταφράζοντας τη φράση με την ίδια πάντα άχρωμη φωνή. Και μετά, εντελώς απρόσμενα, έκανε μια ερώτηση – την πρώτη ενεργή αντίδραση που παρατηρούσε απ' αυτόν ο γιατρός:
Γιατρέ... υπάρχει ο Ντεκάρτ;” Ο γιατρός δεν κατάλαβε στην αρχή. Η ερώτηση ήταν μάλλον ασυνάρτητη, λαθεμένη, τουλάχιστον ως προς το χρόνο του ρήματος. Μετά, κατάλαβε το αληθινό της νόημα, και ανατρίχιασε. Υπήρχαν σκοτεινά βάθη πίσω της. Και για πρώτη φορά διέκρινε κάποια έκφραση στο πρόσωπο του αρρώστου. Για πρώτη φορά τα μάτια του άλλου ήταν καρφωμένα στα δικά του. Μάτια γκριζογάλαζα σαν τον ουρανό. Και πίσω τους έχασκε το ίδιο άδειο και απύθμενο χάος.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας άρρωστος επηρέαζε τον ψυχίατρό του. Αλλά ο γιατρός δεν ήταν από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω.
Υπήρξε. Στο παρελθόν”, απάντησε. Κάτι στον κοφτό, επιθετικό τόνο της φωνής του δεν ταίριαζε σε γιατρό.
Και το παρελθόν υπάρχει; Υπάρχει τώρα;”, επέμεινε ο άλλος.
Α, δεν ήταν τίμιο τούτο το παιχνίδι με τις λέξεις! Υπήρχε κάτι το αδυσώπητο στο ερώτημα, κάτι που έκανε ρίγη ανατριχίλας να ταξιδέψουν στη σπονδυλική στήλη του γιατρού. Πως θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το παρελθόν υπήρχε τώρα; Δεν υπήρχε βέβαια. Μόνο έμμεσες ενδείξεις υπήρχαν ότι υπήρξε κάποτε ένα παρελθόν. Αποδείξεις όχι. Έπρεπε να δεχτεί κανείς μερικά αξιώματα πριν παραδεχτεί ότι υπήρξε το παρελθόν, και τ' αξιώματα δεν έχουν ούτε χρειάζονται αποδείξεις. Κυριολεκτικά, ήταν πάντα αδύνατο ν' αποδείξει κανείς την ύπαρξη του παρελθόντος. Το δεχόμαστε, κι αυτό ήταν όλο.
Ο φιλόσοφος Ντεκάρτ...; Ναι, είχε καταπιαστεί κι αυτός με το πρόβλημα της απόδειξης της ύπαρξης, αλλά το μόνο που είχε καταφέρει ήταν ν' αποδείξει ότι υπήρχε ο εαυτός του! Ο Ντεκάρτ είχε αποδείξει στον Ντεκάρτ ότι υπήρχε ο Ντεκάρτ! Τίποτε άλλο! Σκέφτομαι, άρα υπάρχω...
Ένας αρχέγονος τρόμος πλημμύρισε ξαφνικά το γιατρό. Τα κύματά του έπνιξαν για λίγο μέσα του τον ορθολογιστή επιστήμονα και – ναι, γιατί όχι; - το λογικό άνθρωπο.
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, ψυθίρισε πάλι, χωρίς να το θέλει, και με πανικό κατάλαβε ότι υπήρχε κάποιος ερωτηματικός τόνος, κάποια αμφιβολία στη φωνή του.
Αυτό δεν έπρεπε να συνεχιστεί άλλο! Σηκώθηκε απότομα και βγήκε από το θάλαμο. Πίσω του πρόλαβε ν' ακούσει τον άρρωστο να λέει:
Δεν υπάρχεις, αν δεν αποδείξεις ότι σκέφτεσαι. Ο Ντεκάρτ προτίμησε να ξεφύγει απο το φοβερό ερώτημα της τελικής υπόστασης με μια υπεκφυγή. Μόνον εγώ ακολούθησα τις συνέπειές του ερωτήματος ως το τέλος...”
Ο γιατρός απομακρύνθηκε απο το θάλαμο 7 σχεδόν τρέχοντας και χωρίς να δίνει σημασία στις περίεργες ματιές των νοσοκόμων στο διάδρομο, που τον κοίταζαν παραξενεμένοι. Το ύφος του θα πρόδινε τη θύελλα που λυσσομανούσε μέσα του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Και γιατί να τον νοιάζει; Δεν μπορούσε ν' αποδείξει καν ότι υπήρχαν οι νοσοκόμοι.
Ποιος ήταν ο υπαρκτός κόσμος; Υπήρχε καν κάτι τέτοιο;
Μήπως δεν είχε γνωρίσει εκατοντάδες αρρώστους – τρελούς; - που πίστευαν και ζούσαν σε δικούς τους – φανταστικούς; - κόσμους; Γιατί δε θα μπορούσε να είναι κι αυτός ο ίδιος ένας – Τι; Τρελός; - σαν κι εκείνους; Μήπως ήταν παραίσθηση ότι ήταν ψυχίατρος; Μήπως στην πραγματικότητα ήταν κι αυτός ένας άρρωστος κλεισμένος τώρα σ' ένα κελί, και γύρω του τον εξέταζαν οι αληθινοί ψυχίατροι;
Δεν υπήρχε τρόπος ν' αποδείξει ότι ο κόσμος – ο δικός του κόσμος – δεν ήταν επίσης μια παραίσθηση. Ούτε ο πόνος ενός τσιμπήματος, ούτε η αφή των γύρω αντικειμένων... ούτε τίποτε άλλο αρκούσαν για ν' αποδείξουν ότι ο δικός του κόσμος ήταν πραγματικός, κι όχι μια άδεια εικόνα σ' ένα αρρωστημένο μυαλό. Μια παραίσθηση μπορούσε κάλλιστα να είναι εντελώς σαφής και ολοκληρωμένη. Ως ψυχίατρος το ήξερε καλά αυτό. Είχε συναντήσει τέτοιες παραισθήσεις σε άλλους. Γιατί δε θα μπορούσε τάχα και η δική του υπόσταση να ήταν μια παραίσθηση;
Αλλά... αλλά τότε δεν υπήρχε κανένα αντικειμενικό κριτήριο της πραγματικότητας! Αυτό το είχε δείξει ήδη ο Ντεκάρτ πριν από αιώνες. Το μόνο που μπορούσε να πει ήταν ότι αυτός υπήρχε γιατί σκεφτόταν. Όμως δεν υπήρχε καμία απόδειξη για την ύπαρξη όλου του υπόλοιπου κόσμου. Ήταν κι αυτό κάτι... μια σανίδα σωτηρίας – αλλά, τι είχε πει ο άρρωστος του θαλάμου 7, τη στιγμή που έβγαινε από το δωμάτιο; Ποιο ήταν το περιεχόμενο της φράσης του;
Ότι δεν μπορείς ν' αποδεχτείς ως σίγουρη ούτε τη δική σου ύπαρξη, αν δεν αποδείξεις πρώτα ότι σκέπτεσαι! Όμως, αν ένας άνθρωπος δε δεχόταν κανένα αξίωμα, ήταν αδύνατο ν' αποδείξει ότι υπήρχε σκέψη ή οτιδήποτε. Μπορεί τελικά και να μην υπήρχε τίποτε! Μονάχα κενό με την ψευδαίσθηση της ύπαρξης.
Η σύγκρουσή του μ' ένα νοσοκόμο στο διάδρομο τον συνέφερε για λίγο. Ζήτησε μηχανικά συγνώμη και συνέχισε το δρόμο του. Κάτι έπρεπε να κάνει πριν να είναι πολύ αργά, πριν το σπέρμα βλαστήσει. Και πρώτα απ' όλα έπρεπε ν' απαλλαγεί απο τον άγνωστο του θαλάμου 7. Ο τύπος απέπνεε κάτι ακαθόριστα επικίνδυνο, μια παράξενη σκοτεινή απειλή, όχι για τη σωματική, αλλά για την υπαρξιακή του υπόσταση... Ίσως η αστυνομία να είχε μάθει στο μεταξύ κάτι γι' αυτόν.
Και τι εννοούσε άραγε ο άλλος, όταν είπε ότι είχε ακολουθήσει τις συνέπειες του ερωτήματος μέχρι το τέλος; Άστο, καλύτερα να μην το σκέφτομαι... συλλογίστηκε ο γιατρός, σχεδόν πανικόβλητος. Μπορεί στο μεταξύ η αστυνομία να είχε εξακριβώσει ποιος ήταν ο άγνωστος, κι έτσι να γλίτωνε από δαύτον.
Είχε κιόλας βραδιάσει, αλλά με το αυτοκίνητό του ο γιατρός έφτασε στο τμήμα μέσα σε λίγα λεπτά. Παρκάρισε απ' έξω κι ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες. Σίγουρα κάποιος αξιωματικός υπηρεσίας θα υπήρχε μέσα.
Δεν υπήρχε κανένας εκεί! Το τμήμα ήταν εντελώς άδειο. Ο γιατρός έψαξε... περίμενε... τίποτε. Δεν υπήρχε κανένας αστυνομικός ή έστω πολίτης στο κτίριο. Ψυχή! Δεν μπορεί! Σκέφτηκε. Τουλάχιστον ο αξιωματικός υπηρεσίας θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Μήπως είχε βγει για λίγο έξω; Ο γιατρος θυμήθηκε ότι κάτω από το τμήμα είχε δει ένα μικρό καφενείο. Θα ρωτούσε τον καφετζή. Ίσως μάλιστα ο αξιωματικος να βρισκόταν εκεί, για κανέναν καφέ...
Ο καφετζής τον κοίταξε αδιάφορα όταν μπήκε. Το καφενείο δεν είχε κανέναν πελάτη.
Συγνώμη”, είπε ο γιατρός κομπιάζοντας, “αλλά μήπως ξέρετε που είναι ο αξιωματικός υπηρεσίας του τμήματος;”
Ποιανού τμήματος;” ρώτησε απορημένα ο καφετζής. “Δεν υπάρχει αστυνομικό τμήμα εδώ στην περιοχή. Το κοντινότερο τμήμα απέχει τουλάχιστον τρία χιλιόμετρα από δω”.
Μα... τώρα μόλις ανέβηκα πάνω. Είναι στο ίδιο κτίριο με σας”.
Ο άλλος τον κοίταξε παράξενα. Ήταν φανερό ότι τον νόμιζε μεθυσμένο ή τρελό. Ο γιατρός βγήκε σχεδόν αχνίζοντας από το μαγαζί, στάθηκε δύο βήματα έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο, και σήκωσε το χέρι του, δείχνοντας.
Αυτό εκεί τι είναι;” φώναξε οργισμένα προς τον καφετζή. “Δεν το ήξερες, χριστιανέ μου;” Και η φωνή του πάγωσε, και κόπηκε απότομα.
Δεν υπήρχε πουθενά κανένα φωτισμένο αστυνομικό τμήμα! Μονάχα τα σκοτεινά παράθυρα ενός παλιού κτιρίου με κατοικίες.
***
Ο αστυφύλακας του τμήματος κατέβηκε στο παλιό καφενείο που υπήρχε κάτω από το τμήμα για να πιει έναν καφέ. Χαιρέτησε τον καφετζή και τον ρώτησε το συνηθισμένο “Τι νέα;”. Ο καφετζής έκανε έναν ακαθόριστο μορφασμό και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.
Ησυχία. Δεν πάτησε ψυχή απόψε. Είσαι ο πρώτος. Αναδουλειές...”
***
Ο καφετζής κοίταξε τον άδειο σκοτεινό δρόμο έξω από το μαγαζί του και αναστέναξε. Τι παλιογειτονιά ήταν αυτή! Ψυχή δεν κυκλοφορούσε τα βράδια. Φοβόταν και να πάει σπίτι του. Αλλά τι περίμενε; Το αστυνομικό τμήμα ήταν χιλιόμετρα μακριά, και σπάνια περνούσε περιπολικό ή αστυφύλακας από την περιοχή. Έπρεπε ν' αλλάξει γειτονιά.
Ορίστε, είχε βραδιάσει και κανένας, απολύτως κανένας, δεν είχε ακόμη πατήσει το πόδι στο μαγαζί του. Ούτε κανένας περαστικός καν για να ρωτήσει που πέφτει κάποιος δρόμος...
***
Ο αρχιφύλακας υπηρεσίας γέμισε για μια ακόμη φορά την κούπα του από τον καφέ φίλτρου που είχε στο θερμος πάνω στο γραφείο του. Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσε τώρα έναν αρωματικό ελληνικό καφέ με μπόλικο καϊμάκι, αλλά δεν υπήρχε κανένα καφενείο σε λογική απόσταση από το τμήμα. Αναστέναξε, τράβηξε την πρώτη αχνιστή ρουφηξιά από το καφετί υγρό, και άναψε τσιγάρο...
***
Ο διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής κάλεσε δύο νοσοκόμους για να τους δώσει οδηγίες. “Έχουμε μεγάλες ελλειψεις χώρου”, τους εξήγησε. “Δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούμε γι' αποθήκη ένα καλό δωμάτιο. Σκέφτηκα να καθαρίσουμε το θάλαμο 7 και να βάλουμε εκεί κανένα κρεβάτι. Είναι μήνες τώρα που τον έχουμε ως αποθήκη για τ' άπλυτα και ο χώρος πάει εντελώς χάμενος. Για φροντίστε το”.
***
Ο γιατρός έστριψε στο τελευταίο τετράγωνο. Μετά τη στροφή θα έβλεπε τη φωτεινή πινακίδα της κλινικής. Ίσως κάποιος συνάδελφος να μπορούσε να τον βοηθήσει. Όταν είδε το άδειο, χορταριασμένο οικόπεδο μετά τη στροφή, δεν άντεξε. Βγήκε τρικλίζοντας από τ' αυτοκίνητό του, έπεσε στο ξερό γρασίδι κι άρχισε να κλαίει με σπασμωδικά αναφιλητά για μια κλινική που δεν υπήρξε ποτέ. Για ένα κόσμο που δεν υπήρχε.
***
Η κοκαλιάρα αδέσποτη γάτα περιεργάστηκε προσεκτικά το άδειο οικόπεδο. Επιτέλους είχε βρει ένα ήσυχο μέρος για να γεννήσει τα γατάκια της. Η δυνατή της όσφρηση την πληροφόρησε ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος ανθρώπου εκεί γύρω. Ακόμη κι αν είχε περάσει κάποιος από κει τις τελευταίες μέρες, η μύτη της θα την προειδοποιούσε γι' αυτό. Όχι, ήταν σίγουρα το ιδανικό μέρος για να γεννήσει τα γατάκια της.
***
Τα ποντίκια σουλατσάριζαν άφοβα ανάμεσα στα πυκνά αγριόχορτα που σκέπαζαν το απόμερο, εγκαταλειμμένο οικόπεδο. Ήξεραν ότι δεν κινδύνευαν καθόλου. Από καιρό τώρα δεν υπήρχαν άνθρωποι ή γάτες στην περιοχή.
***
Πόσο αλήθεια, είχε απλωθεί τούτη η πόλη τα τελευταία χρόνια! Με την αξία της γης στην περιοχή, δεν είχε απομείνει ούτε ένα οικόπεδο που δεν είχε γίνει πολυκατοικία. Το τσιμέντο σκέπαζε πια το καθετί. Μονάχα τ' αστέρια που τρεμόσβηναν ψηλά στον ουρανό θύμιζαν κάτι από τη χαμένη φύση.
***
Ήταν μια όμορφη νύχτα. Χωρίς φεγγάρι, χωρίς άστρα, χωρίς κανέναν κόσμο να λεκιάζει το παρθένο μαύρο βελούδο του απόλυτου κι απέραντου κενού. Ήταν μια άδεια, αιώνια νύχτα.
Μια ανύπαρκτη νύχτα σ' ένα ανύπαρκτο σύμπαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΗΛΙΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Η ΟΡΘΑ “ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΗ” ΣΤΟΑ – FOSTER BAILEY

...Η Στοά είναι επίσης κανονική όταν είναι ορθά “συντεταγμένη” για να χρησιμοποιήσω την συνήθη έκφραση. Όσον αφορά την εργασία της Στοάς ως κανονικής και εργαζομένης προς μια καθορισμένη ιδέα, ίσως να ήταν χρήσιμη η διατύπωση ορισμένων σκέψεων κλειδιών. Θα φωτίσουν το όλο θέμα, καθώς και τον σωστά προσανατολισμένο προς την Ανατολή Τέκτονα. Οι παρακάτω αρχαίες δηλώσεις, διατυπωμένες με τη σημασιολογική τους σειρά, είναι δυνατόν να αποδειχθούν πραγματικά χρήσιμες. Δεν έχουν πάντως δοθεί με τη συνήθη σειρά.

1.Ας είναι αυτό που βρίσκεται κάτω, όμοιο με εκείνο που βρίσκεται πάνω.
2.Υπάρχει ένα σχέδιο στους ουρανούς το οποίο πρέπει τελικά να ακολουθήσει η ανθρωπότητα.
3.Τρεις Διδάσκαλοι Τέκτονες κυβερνούν μια Στοά.
4.Πέντε Διδάσκαλοι Τέκτονες σχηματίζουν Στοά.
5.Επτά Διδάσκαλοι Τέκτονες αποτελούν Τεκτονική Στοά.
6.Επτά Διδάσκαλοι Τέκτονες την τελειοποιούν.
7.Ας εισέλθουμε στο φως, ας περάσουμε από το απατηλό στο πραγματικό και ας υψωθούμε στη ζωή.

Αυτοί οι επτά είναι οι πλέον σημαντικοί αφορισμοί του Τεκτονισμού. Όμως, τόσο πολύ έχει αιχμαλωτίσει η εξωτερική μορφή την προσοχή της αδελφότητας, ώστε είναι δύσκολο για πολλούς να αναγνωρίσουν ότι σήμερα κατέχουμε μόνο μια συμβολική μορφή που, προς το παρόν, ενσωματώνει μη αναγνωρισμένες αλήθειες αλλά εσώτερες πνευματικές αλήθειες. Πρέπει να έλθει ο καιρός που το ΚΕΝΤΡΟ απ' όπου εκφωνήθηκε ο ΛΟΓΟΣ – αυτός ο ΛΟΓΟΣ που παραδόθηκε στους τρεις Μεγάλους Διδασκάλους, Βασιλέα Σολομώντα, Χιράμ, Βασιλέα της Τύρου, και Χιράμ Αμπίφ – θα είναι το Κέντρο στο οποίο όλοι οι Διδάσκαλοι Τέκτονες θα έχουν τη θέση τους και από εκεί θα εργάζονται. Μόνο τότε μπορεί να ξαναβρεθεί ο Απολεσθείς Λόγος και να συντελεστεί στη γη το έργο της Τριάδας των Διδασκάλων. Μόνο τότε το Σχέδιο μπορεί να γίνει ορατό στην αγνότητά του και να κατανοηθεί ο θείος Πίνακας Χάραξης με τον “ορώντα οφθαλμό”. Αυτός είναι “ο ένας οφθαλμός” στον οποίο αναφερόταν ο μέγας Ξυλουργός της Ναζαρέτ. Όταν είναι ενεργός, μπορεί να αναγνωρίσει κανείς ότι “όλο σώμα είναι γεμάτο φως”. Η τεκτονική σημασία αυτών των λόγων του Χριστού συχνά λησμονείται. Ωστόσο, κάποιο φως μπορεί να ριφθεί στο σύμβολο του “ΟΦΘΑΛΜΟΥ”, του τόσο γνωστού στον Τεκτονισμό.
Από αμνημονεύτων χρόνων και σε σχέση με τα αρχαία Μυστήρια ήχησαν οι λέξεις “όπως πάνω έτσι και κάτω”, υποδεικνύοντας το σκοπό της τεκτονικής εργασίας. Στους ουρανούς υπάρχει ένας Ναός “αιώνιος”. Υπεράνω αυτού του Ναού προεδρεύει η Τριαδική Θεότητα, το πρότυπο αυτού που εμφανίζεται στη γη, ή “κάτω”. Υπό τον έλεγχο αυτής της Τριάδας των Προσώπων υπάρχουν οι Οικοδόμοι του ουράνιου Ναού και, μιλώντας συμβολικά, είναι επτά. Οι “Επτά που κυβερνώνται από τον ΕΝΑ και τους Τρεις”. Γι' αυτό το λόγο “τρεις κυβερνούν μια Στοά, ενώ επτά την απαρτίζουν και την τελειοποιούν”. Τούτο εκφράζεται όμορφα στις ακόλουθες στροφές από μια πολύ αρχαία γραφή, πολύ αρχαιότερη της χριστιανικής Βίβλου. Αποδίδεται στην παρακάτω εκσυγχρονισμένη μορφή.

“Ας οικοδομηθεί ο Ναός του Κυρίου”, αναφώνησαν οι επτά μεγάλοι Άγγελοι. Τότε κινήθηκαν και πήραν τη θέση Τους στον τόπο Τους, στο Βορρά, το Νότο, την Ανατολή και τη Δύση οι επτά Μεγάλοι Γιοί του Θεού με βήμα μετρημένο. Το έργο της οικοδόμησης άρχισε.
Οι θύρες ήταν κλειστές και σφαλισμένες. Τα φώτα ήταν αμυδρά και οι τοίχοι του Ναού αθέατοι. Οι Επτά ήταν σιωπηλοί και οι μορφές τους καλυμμένες. Δεν είχε έρθει ακόμη ο χρόνος για την ακτινοβολία του ΦΩΤΟΣ. Η ΛΕΞΗ δεν μπορούσε να προφερθεί. Μόνο η σιωπή βασίλευε. Μεταξυ των επτά Μορφών συνεχιζόταν το έργο. Ένα σιωπηλό κάλεσμα ήχησε από τον ένα στον άλλο. Ωστόσο, οι θύρες του Ναού παρέμεναν ακόμη κλειστές... Καθώς περνούσε ο χρόνος, έξω από τις θύρες του Ναού ακούστηκαν οι ήχοι της ζωής. Η θύρα άνοιξε και έκλεισε. Κάθε φορά που άνοιγε ένας μικρότερος Γιός του Θεού εισερχόταν και η δύναμη μέσα στο Ναό αύξανε. Κάθε φορά το Γως γινόταν δυνατότερο. Έτσι, ένας-ένας, οι γιοι των ανθρώπων εισήλθαν στο Ναό. Διήλθαν από Βορρά προς Νότο, από Δύση προς Ανατολή και στο κέντρο, στην καρδιά, βρήκαν το φως, την κατανόηση και τη δύναμη για εργασία. Εισήλθαν διαμέσου της θύρας. Πέρασαν μπροστά από τους Επτά. Ανύψωσαν το πέπλο του Ναού και εισήλθαν στο φως.
Το κάλλος του Ναού αυξήθηκε. Οι γραμμές του, οι τοίχοι του, ο διάκοσμός του, το πλάτος, το μήκος και το ύψος του αναδύθηκαν αργά στο φως της ημέρας.
Από την Ανατολή ήχησε ένας λόγος: “Ανοίξτε τις θύρες σε όλους τους γιους των ανθρώπων, που έρχονται απ' τις σκοτεινές κοιλάδες της γης, και επτρέψτε τους να αναζητήσουν το Ναό του Κυρίου. Δώστε τους το φως. Αποκαλύψτε το εσώτερο ιερό και με το έργο όλων των Οικοδόμων του Θεού εξαπλώστε το Ναό του Κυρίου και ακτινοβολήστε τους κόσμους. Στείλτε τον Δημιουργικό Λόγο και ανυψώστε τους νεκρούς στη ζωή”.
Με αυτόν τον τρόπο θα μεταφερθεί από τον ουρανό στη γη ο Ναός του Φωτός. Έτσι θα ανυψωθούν τα τείχη του στςι κοιλάδες της γης. Έτσι θα αποκαλύψει το φως και θα βοηθήσει όλα τα όνειρα των ανθρώπων.
Τότε ο Διδάσκαλος της Ανατολής θα αφυπνίσει εκείνους που κοιμούνται. Τότε ο Φύλακας της Δύσης θα δοκιμάσει όλους τους αληθινούς ερευνητές του φωτός. Τότε ο Φύλακας του Νότου θα καθοδηγήσει και θα βοηθήσει τους τυφλούς. Τότε οι πύλες του Βορρά θα παραμείνουν ορθάνοικτες, γιατί εκεί στέκει ο αόρατος Διδάσκαλος με χέρια που καλωσορίζουν και καρδιά που κατανοεί, για να οδηγήσει τον υποψήφιο στην Ανατολή, απ' όπου ξεπηδά το αληθινό φως...
“Αλλά γιατί αυτό το άνοιγμα των θυρών του Ναού;” ρωτούν οι μεγαλύτεροι Επτά από τους καθημένους Τρεις. “Επειδή έφτασε το πλήρωμα του χρόνου. Οι Οικοδόμοι ετοιμάστηκαν και ο Θεός δημιούργησε το φως. Οι γιοι του μπορούν να δημιουργήσουν τώρα. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουν”.
“Ας γίνει”, ήλθε η απάντηση από τους μεγαλύτερους Επτά στους καθήμενους Τρεις. “Το έργο μπορεί τώρα να προχωρήσει. Ας προχωρήσουν όλοι οι Γιοι της γης”.

Συνεπώς ο Ναός των Ουρανών προεδρεύεται από την Τριπλή Θεότητα. Τούτος ο Ναός με τη διοίκηση, τη διακυβέρνηση, το σύνταγμα και την εργασία του προμηθεύει το αρχέτυπο και το πρότυπο για όλα όσα θα 'πρεπε να συμβαίνουν στη γη. Οι Οικοδόμοι αυτού του θείου οικοδομήματος – συμβολικά μιλώντας – είναι επτά και κυβερνώνται από τα Τρία Πρόσωπα της θείας Τριάδας. Τούτη η τριαδικότητα των προσώπων που σχηματίζουν την εκδηλωμένη Θεότητα είναι πολύ γνωστή σε όλες τις θρησκείες του κόσμου και δεν είναι αναγκαίο να επεκταθούμε. Υπάρχει συμπαντική αναγνώριση (σύμφωνα με τους Χριστιανούς) του Θεού ως Πατέρα, του Θεού ως Υιού και του Θεού ως Αγίου Πνεύματος. Στην ινδική παράδοση η Τριάδα είναι περισσότερο γνωστή με τα ονόματα των Σίβα, Βισνού και Μπράχμα. Ο Τεκτονισμός αναφέρεται στο Πνεύμα, την Ψυχή και το Σώμα, υποδεικνύοντας τη σχέση των τριών όψεων του ανθρωπίνου όντος με το Θείο Πρόσωπο. Η παρουσίαση του Θεού ως τα Τρία στο Ένα και το Ένα στα Τρία βρίσκεται παντού. Στον Τεκτονισμό η ίδια η Τριπλότητα είναι γνωστή ως ο Ύψιστος, ο Μέγας Γεωμέτρης και ο Μέγας Αρχιτέκτων του Σύμπαντος. Η ενωμένη δράση τους έχει φέρι σε ύπαρξη την Κυανή Στοά των Ουρανών. Τούτο αναπόφευκτα αντανακλάται στη γη.
Όλες οι παγκόσμιες θρησκείες θέτουν το γεγονός ότι η βασική Τριάδα επεξεργάζεται τα σχέδιά της μέσω μιας Επτάδας Οντοτήτων, των οποίων η ενέργεια, η δύναμη και η δράση ευθύνεται για την εκδήλωση όλου του σύμπαντος. Αυτοί οι επτά αποκαλούνται με πολλά ονόματα. Το πλέον γνωστό στους Χριστιανούς είναι “Τα Επτά Πνεύματα ενώπιον του Θρόνου του Θεού”. Είναι οι ίδιες οντότητες με τους “Επτά Αιώνες” ή τις “Επτά Εκπορεύσεις” της ελληνικής φιλοσοφίας, την οποία δίδαξε ο Πλάτωνας σκιαγραφώντας το έργο και το σκοπό τους. Είναι οι Επτά Ρίσι ή Πραζαπάτι της ινδικής διδασκαλίας και σχετική αναφορά μπορεί να βρεθεί στις επταδικότητες της μυθολογίας, της θρησκείας και των αρχαίων χειρογράφων. Στις ημέρες μας καταγράφονται στις επτά ημέρες της εβδομάδας.
Πολλά από τα ποικίλα ονόματα με τα οποία είναι γνωστή αυτή η βασική επταδικότητα θα αναγνωριστούν από οποιονδήποτε σπουδαστή σχετικής θρησκείας. Πάνω σ' αυτή τη δομή θεμελιώνεται η Στοά και μπορεί να λειτουργήσει ορθά.
Βλέποντας το θέμα από άλλη σκοπιά, του τρόπου διακυβέρνησης, είναι δυνατόν να λεχθεί ότι η θέληση του Μεγάλου Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος εκδηλώνεται μέσω τεσσάρων Νόμων. Νόμος, από την πλευρά της φύσης, μπορεί να θεωρηθεί η αυτενέργεια της θείας πρόθεσης με τον ίδιο τρόπο που αυτοκαταγράφεται στη συνείδηση του εγκεφάλου η βασική πρόθεση της ζωής κάθε ανθρωπίνου όντος. Αυτή η πρόθεση συνιστά την κινητήρια δύναμη κάθε σωματικής δράσης και αυτή η βασική ζωή, έτσι εκδηλωμένη, θα χρωματίσει όλες τις κύριες δραστηριότητες και την ποιότητα του χαρακτήρα. Αν αυτό αληθεύει για την ατομικότητα, αληθεύει ομοίως και για τον Μέγα Διδάσκαλο της Στοάς του Υψίστου.
Τούτοι οι νόμοι μπορούν να κληθούν με πολλά ονόματα και εδώ βρίσκονται οι δυσκολίες στην παρουσίαση του θέματος. Η επιλογή της ονοματολογίας είναι τόσο μεγάλη και η δυνατότητα της πολυποίκιλης φρασεολογίας αναλόγων αληθειών τόσο αχανής, ώστε καθίσταται αδύνατη η επιλογή ενος λεξιλογίου που θα ταιριάζει σε όλους τους διαφορετικούς τύπους σκέψης. Αυτό που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να ξεχωρίσει, από τις πολλές δυνατότητες, την ειδική φρασεολογία της αλήθειας που του ταιριάζει και που ευθυγραμμίζεται με το βασικό σκοπό αυτών των τεκτονικών κειμένων.
Θα χρησιμοποιήσουμε τα ακόλουθα ονόματα για τους νόμους με τους οποίους οι Στοές οφείλουν να λειτουργούν. Τούτοι οι νόμοι ενσωματώνουν το υποκείμενο σύνταγμα. Η αδελφότητα είναι δυνατόν να ανανεώσει τις ονομασίες τους. Αν το κάνει όμως οφείλει να προσέξει ώστε να διατηρήσει την αρχική τους σημασία. Αυτοί οι νόμοι είναι:

1.Ο Νόμος της Αγάπης. Κυβερνά την αδελφική φύση του Τεκτονισμού και υπαγορεύει τη συνεργατική στάση που οφείλει να κυβερνά όλες τις σχέσεις Τέκτονα προς Τέκτονα και Τεκτόνων προς τους αξιωματικούς τους.
2.Ο Νόμος του Ρυθμού. Ενσωματώνει τον υιοθετημένο σκοπό όλων των τυπικών της Στοάς. Όταν κυριαρχεί παράγει το πλέον αποτελεσματικό έργο.
3.Ο Νόμος της Αναγνώρισης. Χαρακτηρίζει το κίνητρο για την αποδοχή κάθε υποψήφιου. Αυτός ο νόμος συχνά λησμονείται, εξαιτίας της επιθυμίας που υπάρχει γαι πολυμελείς Στοές.
4.Ο Νόμος των Οικοδόμων. Εκφράζει την κυβερνώσα αρχή, με την οποία όλες οι Στοές εργάζονται υπό τον Σεβάσμιο Διδάσκαλο. Εκείνος εμπνέει την πρόθυμη υπακοή που βασίζεται στην κατανόηση του συνεργατικού ομαδικού έργου.

Αυτές οι τέσσερις εκφράσεις της πρόθεσης του Μεγάλου Διδασκάλου για τον κόσμο οφείλουν να έχουν την αντιστοιχία τους στις μικρές στοές της γης. Όταν αυτοί οι τέσσερις νόμοι είναι παρόντες σε κάποια στοά, τότε έχουμε ένα δείγμα της τέλειας Στοάς. Προς το παρόν οι Τέκτονες απλώς αναζητούν αυτή την κατανόηση. Ίσως, λοιπόν, θα πρέπει να συζητήσουμε αυτούς τους νόμους λεπτομερέστερα, καθώς συνδέονται με την ανθρώπινη συνείδηση και φέρνουν όλη τη ζωή σε ευθυγράμμιση με τη θεία θέληση. Θεωρείται πως με την πάροδο του χρόνου χτίζουν τις τέσσερις πλευρές αυτού του “επιμήκους τετραγώνου”, που είναι και το σχήμα κάθε αληθινής Στοάς.


FOSTER BAILEY
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ – ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ



Στην όγδοη ραψωδία της Οδύσσειας διαβάζουμε ότι οι θεοί κλώθουν τις συμφορές για να μη λείπουν από τις μελλούμενες γενιές θέματα για τραγούδια. Η διατύπωση του Μαλαρμέ, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος υπάρχει για να καταλήξει σ' ένα βιβλίο, μοιάζει να αναπαράγει, με τριάντα αιώνες διαφορά, την ίδια αυτή ιδέα μιας αισθητικής δικαίωσης των δεινών μας. Οι δύο θεολογίες, εντούτοις, δε συμπίπτουν εντελώς. Αυτή του έλληνα ποιητή αντιστοιχεία στην εποχή του προφορικού λόγου, ενώ του Γάλλου, σε μια εποχή γραπτού λόγου. Στη μια πρόκειται για τραγούδι. Στην άλλη, για βιβλία. Ένα βιβλίο, οποιοδήποτε βιβλίο, είναι για μας αντικείμενο ιερό: ήδη ο Θερβάντες, που μάλλον δεν άκουγε όσα έλεγε ο κόσμος, διάβαζε “μέχρι τα παλιόχαρτα απ' το δρόμο”. Σ' ένα έργο του Μπέρναρντ Σο, η φωτιά απειλεί τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Κάποιος φωνάζει ότι θα καεί η μνήμη της ανθρωπότητας, και ο Καίσαρας του λέει: Ας καεί. Είναι μια μνήμη επονείδιστη. Κατά τη γνώμη μου, ο Καίσαρας της Ιστορίας θα δεχόταν ή θα καταδίκαζε την άποψη που του αποδίδει ο συγγραφέας, αλλά δε θα θεωρούσε, όπως εμείς, πως πρόκειται για ανόσιο αστείο. Η αιτία είναι φανερή: για τους αρχαίους, ο γραπτός λόγος δεν είναι παρά ένα υποκατάστατο του προφορικού.
Λένε ότι ο Πυθαγόρας δεν έγραψε τίποτα. Ο Γκόμπερτς (Griechische Denker, I, 3) υποστηρίζει ότι αυτό το έκανε επειδή είχε περισσότερη εμπιστοσύνη στη δύναμη της προφορικής διδασκαλίας. Ακόμα πειστικότερη απο την απλή αποχή του Πυθαγόρα είναι η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Πλάτωνα που, στον Τίμαιο, λέει τα εξής: “Είναι αδύνατον να βρεις τον δημιουργό και πατέρα του σύμπαντος, ακόμα δε κι αν τον βρεις, είναι αδύνατον να τον δείξεις στον κόσμο”. Επίσης στον Φαίδρο, διηγείται έναν αιγυπτιακό μύθο εναντίον της γραφής (που η χρήση της ξεσυνηθίζει τους ανθρώπους απ' το ν' ασκούν τη μνήμη τους, και τους αναγκάζει να εξαρτώνται από σύμβολα) και λέει ότι τα βιβλία είναι σαν τις προσωπογραφίες “που μοιάζουν ζωντανές, μα είναι ανίκανες ν' απαντήσουν έστω μονολεκτικά σ' αυτά που τις ρωτάνε”. Για να ελαττωθεί ή να παρακαμφθεί αυτή η δυσχέρεια, επινόησε τον φιλοσοφικό διάλογο. Ο δάσκαλος διαλέγει τον μαθητή, όμως το βιβλίο δεν διαλέγει τους αναγνώστες του, που μπορεί να είναι κακοί ή ανόητοι. Η πλατωνική αυτή δυσπιστία διαφαίνεται και στα λόγια του Κλήμη του Αλεξανδρέα, ανθρώπου με θύραθεν παιδεία: “Το φρονιμότερο είναι να μη γράφεται το παραμικρό, αλλά να μαθαίνεις και να διδάσκεις προφορικά, γιατί τα γραπτά μένουν” (Στρωματείς). Λέει ακόμα, στο ίδιο σύγγραμα: “Γράφοντας τα πάντα σ' ένα βιβλίο, είναι σαν ν' αφήνεις ένα ξίφος στα χέρια ενός παιδιού”. Η ιδέα προέρχεται από το ευαγγελικό: “Μη δώσετε το άγιο στα σκυλιά, ούτε να βάλετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, για να μην τα τσαλαπατήσουν με τα πόδια τους και να μη στραφούν εναντίον σας και σας κομματιάσουν”. Αυτή η ρήση είναι του Ιησού, του μεγαλύτερου δασκάλου της προφορικής διδασκαλίας, που έγραψε μονάχα μια φορά κάτι λόγια πάνω στο χώμα και δεν τα διάβασε κανείς (Κατά Ιωάννην, η' 6).
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς διατύπωσε τη δυσπιστία του για τη γραφή στα τέλη του Β' αιώνα. Στα τέλη του Δ' αιώνα, άρχισε η διανοητική διεργασία που έμελλε να καταλήξει, μετά από κάμποσες γενιές, στο να επικρατήσει ο γραπτός λόγος αντί για τον προφορικό, η πένα αντί για τη φωνή. Μια θαυμαστή τύχη θέλησε να καθηλώσει ένας συγγραφέας τη στιγμή – υπερβάλλω κάπως αποκαλώντας την “στιγμή” - που άρχησε αυτή η τεράστια πορεία. Ο Ιερός Αυγουστίνος διηγείται στο Έκτο Βιβλίο των Εξομολογήσεων: “Όταν διάβαζε ο Αμβρόσιος, το βλέμμα του έτρεχε πάνω στις γραμμές, εμποτίζοντας το πνεύμα του στο νόημα, χωρίς να προφέρει λέξη, ούτε καν να κουνάει τα χείλη του. Συχνά – γιατί κανέναν δεν εμπόδιζε να μπει κανείς δεν συνήθιζε να τον προειδοποιεί ότι έρχεται – τον βλέπαμε να διαβάζει από μέσα του και ποτέ φωναχτά, κι ύστερα από λίγο, φεύγαμε, με τη σκέψη ότι στη μικρή αυτή ανάπαυλα που του δινόταν για να αναζωογονήσει το πνεύμα του, χωρίς να τον σκοτίζουν οι άλλοι, δεν ήθελε να τον απασχολούν, ίσως απ' το φόβο πως κάποιος ακροατής, προσηλωμένος στις δυσκολίες του κειμένου, θα ζητούσε επεξηγήσεις για κάποιο σκοτεινό χωρίο ή θα ήθελε να συζητήσει μαζί του, εμποδίζοντάς τον έτσι να διαβάσει αυτά που ήθελε. Όσο για μένα, πιστεύω ότι διάβαζε με τον τρόπο αυτόν για να προφυλάξει τη φωνή του που βράχνιαζε εύκολα. Όπως και να 'ναι, όποιος και να 'ταν ο λόγος ενός τέτοιου ανθρώπου, δε θα μπορούσε παρά να είναι αγαθός”. Ο Ιερός Αυγουστίνος διατέλεσε μαθητής του Αγίου Αμβροσίου, επισκόπου Μεδιολάνων, γύρω στο 384. δεκατρία χρόνια αργότερα, στη Νουμηδία, συγγράφοντας τις Εξομολογήσεις του, τον απασχολούσε ακόμα εκείνο το μοναδικό θέαμα: ένας άνθρωπος σ' ένα δωμάτιο μ' ένα βιβλίο, διαβάζοντας χωρίς να προφέρει τις λέξεις*.
Ο άνθρωπος αυτός πέρασε κατευθείαν από τα γραπτά σημεία στην ενόραση, χωρίς τη μεσολάβηση του ηχητικού σώματος. Έθεσε επίσης τις βάσεις μιας παράξενης τέχνης, της τέχνης της σιωπηρής ανάγνωσης, η οποία έμελλε να δημιουργήσει θαυμαστά αποτελέσματα και να καταλήξει, μετά από πάρα πολλά χρόνια, στην έννοια του βιβλίου ως αυτοσκοπού και όχι ως μέσου για κάποιο σκοπό. (Η μυστική αυτή έννοια, εφαρμοσμένη στην εξωεκκλησιαστική φιλολογία, θα αποτελούσε το μοναδικό πεπρωμένο του Φλομπέρ και του Μαλαρμέ, του Χένρι Τζέιμς και του Τζέιμς Τζόις). Στην αντίληψη περί ενός Θεού που μιλά στους ανθρώπους για να τους επιβάλει τις εντολές ή τις απαγορεύσεις Του, έχει αντιταχθεί η ιδέα του Απόλυτου Βιβλίου, μιας Αγίας Γραφής. Για τους μουσουλμάνους, Το Κοράνι, που λέγεται επίσης Αλ Κιτάμπ (Το Βιβλίο), δεν είναι απλώς μια ιδιότητα του Θεού, όπως η αιωνιότητά Του και η οργή Του. Στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο διαβάζουμε ότι το αρχέτυπο κείμενο, Η Μητέρα του Βιβλίου, βρίσκεται κατατεθειμένο σοτν ουρανό. Ο Μουχαμάντ αλ-γαζάλι, ο Αλγαζάλης των σχολαστικών, δηλώνει: “Αντιγράφουμε το Κοράνι σε βιβλίο, το απαγγέλουμε μέσω της γλώσσας, το αποστηθίζουμε, αλλά παρ' όλα αυτά, εκείνο υφίσταται στο κέντρο του Θεού, χωρίς να αλλοιώνεται από το πέρασμά του πάνω στα γραμμένα φύλλα και στις ανθρώπινες δυνάμεις”. Ο Τζορτζ Σέιλ σημείωσε ότι Το Κοράνι, σύμφωνα μ' αυτόν τον ορισμό, δεν είναι παρά η Ιδέα του Κορανίου ή το πλατωνικό του αρχέτυπο. Είναι πιθανόν ο Αγαζάλης να αναφέρεται στα αρχέτυπα που μεταφέρθηκαν στο ισλάμ από τους Αδελφούς της Αγνείας και τον Αβικένα, για να δικαιολογήσει την Ιδέα της Μητέρας του Βιβλίου.
Ακόμα περισσότερο παράδοξοι από τους μουσουλμάνους φαίνονται οι εβραίοι. Στο πρώτο κεφάλαιο της Βίβλου τους, βρίσκουμε την περίφημη φράση: Και είπεν ο Θεός: γενηθήτω φως. Και εγένετο φως. Η ερμηνεία που έδωσαν οι καββαλιστές, ήταν ότι η μαγική δύναμη αυτής της εντολής του Κυρίου πηγάζει από τα ίδια τα γράμματα που την αποτελουν. Το βιβλίο που ονομάζεται Σεφέρ Γιεζιράχ (Βιβλίο της Δημιουργίας) και συντάχθηκε στη Συρία ή την Παλαιστίνη γύρω στον ΣΤ' αιώνα, αποκαλύπτει ότι ο Γιαχβέ των Στρατιών, ο Θεός του Ισραήλ, ο Παντοδύναμος Θεός, δημιούργησε το σύμπαν με τη βοήθεια των απόλυτων αριθμών από το ένα ως το δέκα και τα 22 γράμματα του αλφαβήτου. Ότι οι αριθμοί θα ήταν όργανα ή στοιχεία της Δημιουργίας, το είχαν δείξει ήδη ο Πυθαγόρας και ο Ιάμβλιχος. Ότι τα γράμματα του αλφαβήτου, όμως, θα είχαν αυτή τη λειτουργία, είναι καθαρά γνώρισμα της νέας λατρείας της γραφής. Στο δεύτερο εδάφιο του δεύτερου κεφαλαίου, διαβάζουμε: “Εικοσι δύο θεμελιώδη γράμματα: ο Θεός τα σχεδίασε, τα χάραξε, τα συνδύασε, τα ζύγιασε, τα μετάλλαξε και δημιούργησε μ' αυτά ό,τι υπάρχει και ό,τι θα υπάρξει”. Κατόπιν αποκαλύπτεται ποιο γράμμα εξουσιάζει τον αέρα, ποιο τη χάρη και ποι τον ύπνο ή την οργή, καθώς και τι ρόλο έπαιξε το γράμμα καφ, λ.χ., που έχει εξουσία πάνω στη ζωή, στο να σχηματιστεί στον κόσμο ο ήλιος, στο χρόνο η Τετάρτη, στο σώμα το αριστερό αυτί”.
Οι χριστιανοί προχώρησαν ακόμα περισσότερο. Η σκέψη ότι το θείον έχει γράψει ένα βιβλίο, τους παρότρυνε να φανταστούν ότι έγραψε δύο – θεωρώντας ότι το δεύτερο ήταν το σύμπαν. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο Φράνσις Μπέικον γράφει στο Advancement of Learning του ότι ο Θεός μας έδωσε δύο βιβλία, ώστε να μην περιπέσουμε σε σφάλμα: το ένα είναι το βιβλίο των Γραφών, που αποκαλύπτει τη θέλησή Του. Το άλλο είναι το βιβλίο των δημιουργημάτων, που αποκαλύπτει τη δύναμή Του και είναι το κλειδί για το πρώτο. Ο Μπέικον δεν είχε την πρόθεση να κάνει απλώς μια μεταφορά – κάθε άλλο: σκεφτόταν ότι ο κόσμος περιορίζεται σε στοιχειώδεις μορφές (θερμοκρασίες, πυκνότητες, βάρη, χρώματα) που, σε περιορισμένο αριθμό, συνθέτουν ένα abecedarium naturae ή μια σειρά γραμμάτων, με τα οποία γράφτηκε το παγκόσμιο κείμενο**. Γύρω στα 1642, ο σερ Τόμας Μπράουν παρατηρεί: “Δύο είναι τα βιβλία απ' όπου μαθαίνω, ως επί το πλείστον, τη θεολογία: Η Αγία Γραφή κι αυτό το καθολικό και κοινό χειρόγραφο που απλώνεται μπροστά μας. Όσοι δεν Τον είδαν ποτέ στο πρώτο, θα Τον βρουν στο δεύτερο” (Religio Medici, I, 16). Και στο ίδιο εδάφιο διαβάζουμε: “Τα πάντα είναι τεχνητά, εφόσον η Φύση είναι η Τέχνη του Θεού”. Κύλησαν διακόσια χρόνια, και ο Σκότος Καρλάιλ, σε διάφορα σημεία του έργου του και, ιδίως, στο δοκίμιό του για τον Καλιόστρο, ξεπέρασε την άποψη του Μπέικον. Έγραψε ότι η Παγκόσμια Ιστορία είναι μια Αγία Γραφή που την αποκρυπτογραφούμε και τη γράφουμε με αβεβαιότητα, και στην οποία περιλαμβανόμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Αργότερα, ο Λεόν Μπλουά έγραψε: “Δεν υπάρχει στον κόσμο αυτόν ανθρώπινο πλάσμα ικανό να πει το ποιος είναι. Κανείς δεν ξέρει τι ήρθε να κάνει σ' αυτόν τον κόσμο, σε ανταποκρίνονται οι πράξεις του, τα αισθήματά του, οι σκέψεις του, ούτε ποιο είναι το αληθινό του όνομα, το άφθαρτό του Όνομα στα μητρώα του Φωτός. [...] Η Ιστορία είναι σαν ένα τεράστιο εκκλησιαστικό κείμενο, όπου τα ιώτα και οι τελείες αξίζουν όσο και τα στιχηρά ή και ολόκληρα κεφάλαια, αλλά που η σημασία και των μεν και των δε είναι απροσδιόριστη και απόλυτα κρυφή” [L' ame de Napoleon (1912)]. Ο κόσμος κατά τον Μαλαρμέ, υπάρχει μόνο και μόνο για ένα βιβλίο. Κατά τον Μπλουά, είμαστε εδάφια, λόγια ή γράμματα ενός βιβλίου μαγικού, και το αέναο αυτό βιβλίο είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο: για την ακρίβεια, είναι ο κόσμος.

Μπουένος Άιρες 1951
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ

_____________
*Οι σχολιαστές παρατηρούν ότι, εκείνα τα χρόνια, υπήρχε η συνήθεια να διαβάζουν μεγαλόφωνα, ώστε να διεισδύουν καλύτερα στην ουσία του κειμένου, επειδή ούτε σημεία στίξης υπήρχαν, ούτε χώριζαν μεταξύ τους τις λέξεις, όπως επίσης ότι συνήθιζαν να κάνουν ομαδικές αναγνώσεις, σε αντιστάθμισμα με τη σπανιότητα των χειρογράφων. Ένα χωρίο απο το διάλογο του Λουκιανού Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία ωνούμενον αποτελεί μαρτυρία για την ύπαρξη της συνήθειας αυτής τον Β' αιώνα.

** Στο έργο του Γαλιλαίου, αυτή η ιδέα του σύμπαντος ως βιβλίου εμφανίζεται συχνά. Το δεύτερο μέρος της Ανθολογίας του Φαβάρο [Galileo Galilei: Pensieri, molti e sentenzi (Φλωρεντία, 1949)] έχει τον τίτλο Il libro della Natura. Αντιγράφω την ακόλουθη παράγραφο: “Η φιλοσοφία έχει γραφτεί σ' αυτό το τεράστιο βιβλίο που βρίσκεται διαρκώς ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας (θέλω να πω, το σύμπαν), μόλο που δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε πριν μελετήσουμε τη γλώσσα και πριν μάθουμε το αλφάβητο με το οποίο έχει γραφτεί. Η γλώσσα του βιβλίου αυτού είναι μαθηματική, και το αλφάβητό του, τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα”.

Χορχε Λουίς Μπόρχες
ΔΟΚΙΜΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, ΣΧΟΛΙΑ: ΑΧΙΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Η Παράδοση – PAUL NAUDON



Η ανώτερη επιδίωξη του Ελευθεροτεκτονισμού, καθώς και όλων των μυήσεων, να προσεγγίσει το Απόλυτο, νομιμοποιείται με την προσφυγή στην Παράδοση, που τα σύμβολά της αποτελούβν το κλειδί και τον τρόπο μετάδοσης.
Σημειώνουμε ότι ο όρος παράδοση έχει δύο διαφορετικές σημασίες. Από τη μια, υποδηλώνει την πηγή της Γνώσης και, από την άλλη, τον τρόπο μετάδοσής της. Η πρώτη είναι αναλλοίωτη και απόλυτη. Η δεύτερη είναι το συγκριτικό αποτέλεσμα της πολυχιλιόχρονης αναζήτησης της Γνώσης από τα διάφορα τμήματα της ανθρωπότητας και τους διαδοχικούς πολιτισμούς της. Μπορεί αδιάκοπα να προσαρμόζεται, για να γίνει κατανοητή, ανάλογα με τις εποχές καιτα περιβάλλοντα, και να αυξάνεται με καινούρια υλικά.
Οι περισσότερες θρησκείες καταφεύγουν σε μια παρόμοια έννοια για να συνδεθούν με το θείο, αλλά της αποδίδουν την αξία μιας αποκάλυψης, που μ' αυτή κυρίως εκφράζεται το περιεχόμενο των ιερών βιβλίων, όπως η Βίβλος και το Κοράνι. Συμβαίνει το ίδιο και με την Παράδοση, έτσι όπως την επικαλείται ο Ελευθεροτεκτονισμός. Ο τόμος του Ιερού Νόμου, που εκφράζει αυτή την παράδοση στη χώρα όπου λειτουργεί η στοά – στις χριστιανικές χώρες, η Βίβλος και, ακριβέστερα, το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη – προσλαμβάνει άραγε αναγκαστικά, για τον ελευθεροτέκτονα, αυτό το χαρακτήρα της θείας αποκάλυψης;
Δε συμβαίνει τίποτε από όλα αυτά, αν και δεν αποκλείεται μια τέτοια δυνατότητα. Αν η απάντηση στο μεγάλο ερώτημα που τίθεται για τη Γνώση μεταδίδεται από την Παράδοση, δεν παύει, ωστόσο, να βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο και μέσα σε κάθε άνθρωπο, αφού την αισθανόμαστε περισσότερο παρά την αποδεικνύουμε. Δεν είναι, λοιπόν, πιθανό, στο μυητικό επίπεδο, να προσδιορίσουμε αυτή την Παράδοση. Είναι πάντως εύκολο να κατανοήσουμε τη φύση της. Αντιστοιχεί στη μεταφυσική βάση των θρησκειών, στην απάντηση που δίνουν για να ικανοποιήσουν το θρησκευτικό συναίσθημα(1).
Όταν μελετούμε το εσωτεριστικό περιεχόμενο των θρησκειών, αντιλαμβανόμαστε ότι οι θρησκείες, έτσι όπως τις διυλίζουμε στην ίδια τους την αρχή, ανάγονται στην Προσπάθεια, στην αναζήτηση της Τελειότητας, στην επικοινωνία του Ανθρώπου με το Ον, μέσα και δια μέσαου της Γνώσης και της Αγάπης. Ο ιστορικός και ο φιλόσοφος διαπιστώνουν, επίσης, πως οι θρησκείες όχι μόνο δεν αντιτίθενται η μια στην άλλη, αλλά και έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Ο εσωτερισμός τους επιτρέπει να βρούμε τον κοινό αυτό δεσμό, που ανυψώνει την κάθε μια χωριστά, ανυψώνοντάς τις όλες. Η ταυτότητα αυτή, φαινόμενο που η αρχή του χάνεται στα βάθη των αιώνων, φέρνει στο νου μια παράδοση, μια αποκάλυψη – είτε υπερφυσική είτε που γίνεται διαισθητικά αισθητή με το υπερφυσικό όραμα μερικών σοφών – παράδοση που τώρα πια έχει χαθεί κάτω από τα πέπλα των διαφόρων θρησκειών και που χρειάζεται να την ανακαλύψουμε και πάλι με την εσωτερική κατανόηση των όμοιων συμβόλων που την εκφράζουν, μέσα σε κάθε μια από τις λατρείες και τις λειτουργείες.

«Ο τεκτονισμός που δεν ανήκει σε καμιά εποχή, γράφει ο A. Pike, ανήκει σε όλες τις εποχές, γιατί, με το να μην ανήκει σε καμιά θρησκεία, βρίσκει σε όλες τις θρησκείες τις μεγάλες του αλήθειες. Δεν αφαιρεί την πιστη από κανένα Πιστεύω, εκτός από την περίπτωση που το πιστεύω αυτό θα έριχνε τη μεγάλη εκτίμηση της Θεότητας και θα την υποβίβαζε στο επίπεδο των παθών της ανθρωπότητας, θα αρνείτο την υψηλή αποστολή του ανθρώπου, θα προσέβαλλε την καλοσύνη και την αγαθότητα του υπέρτατου Θεού, θα υπέσκαπτε τους μεγάλους αυτούς στύλους του τεκτονισμού την Πίστη, την Ελπίδα και την Ελεημοσύνη»(2). Έτσι αντιλαμβάνεται κανείς όλη την αξία του συμβόλου του Μεγάλου Αρχιτέκτονος του Σύμπαντος, υπέρτατου σκοπού προς τον οποίο αποβλέπει ο μυημένος. Αυτός μπορεί να διακηρύξει μαζί με τον Αδ:. Γκαίτε:

Με τούτο γέμισε όσο παίρνει την καρδιά σου
κι όταν είσ' όλη ευτυχισμένη στο αίσθημά σου
πες το όπως θέλεις τότε,
πες το Ευτυχία, Καρδιά, Έρωτα, Θεό!
Όνομα εγώ γι' αυτά δεν έχω.
Αίσθημα είν' όλα.
Το όνομα ήχος είναι και καπνός
που θολώνει του ουρανού το φως.
(Μετάφραση Κ. Χατζόπουλου)


_____________
1.Η Παράδοση δεν πρέπει, κατά συνέπεια, να συγχέεται με τη σύγχρονη παραδοσιακή τάση, που περιορίζεται να ακολουθεί κατά βήμα τα χνάρια των νεκρών.
2.Morals and Dogma, σσ. 524-525


PAUL NAUDON
Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γ. ΖΩΓΡΑΦΑΚΗΣ
ΕΚΟΣΕΙΣ Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Ἀπροσδιόριστη χρονολογία - Μανόλης Αναγνωστάκης

Αὐτὴ ἡ μέρα πέρασε χωρὶς καμιὰν ἀπόχρωση
Τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες μέρες
(Ἴσως ἡ ἀπαρχὴ ὁμοίων ἡμερῶν)
ἔσβησεν ἔτσι ἀνάλαφρα ὅπως ᾖρθε
χωρὶς νὰ παιχνιδίσει ὁ ἥλιος στὰ κλαδιὰ
Τράβηξε τὶς κουρτίνες της μὲ διάκρισην ἡ νύχτα.
Μιὰ μέρα τόσο διάφορη ἀπ᾿ τὶς ἄλλες
Χωρὶς τὰ σύμβολα τοῦ «πλήν» καὶ τοῦ «σὺν»
π᾿ αὐλακώνουν τὴ σκέψη
Χωρὶς νὰ βαραίνει κἂν τὴ ζυγαριὰ τῆς μνήμης
Πὲς σὰ μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ τρυπήσαμε μὲ τὴν καρφίτσα
Σὰν τὸν καπνὸ τσιγάρου χωρὶς ἄρωμα.
Ἔτσι ἔπεσε ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ καλαντάρι
Δίχως τὸν παραμικρότερο ἦχο
(Χάθηκε καὶ δὲν ψάξαμε νὰ τὸ βροῦμε)
Ἔμεινε τὸ συρτάρι μας ὅπως τὸ ἀφήσαμε.
Ἴσως -λές- πὼς δὲν ἤτανε κἂν μία μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν ἀρνητικὰ οἱ ἀριθμοὶ
Τὸ ρολόι γυρισμένο ἕνα ἀκόμη εἰκοσιτετράωρο
-Λές- πῶς περάσαμε ἀσυνείδητα τὰ μεσάνυχτα
Ἕναν ὁλόισιο ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) - FERNANDO PESSOA



...-Κάποτε μου είπε ο άντρας μου πως ο Χριστός ήταν το σύμβολο του ήλιου...
-Μάλιστα κυρία μου. Και γιατί να μην ισχύει το αντίθετο; Ότι ο ήλιος είναι το σύμβολο του Χριστού;
-Μα εσείς τα λέτε όλα ανάποδα...
-Είναι καθήκον μου, κυρία μου. Δεν είμαι, όπως είπε ο Γκαίτε, το πνεύμα που αρνείται, αλλά το πνεύμα που αντιτίθεται.
-Είναι άσχημο να αντιτίθεσαι...
-Να αντιτίθεσαι σε πράξεις ναι... Να αντιτίθεσαι σε ιδέες όχι.
-Και γιατί;
-Γιατί αν αντιτίθεσαι σε πράξεις, όσο κακές και να είναι διαταράσσεις την περιστροφή του κόσμου, που είναι και αυτή πράξη. Όμως αν αντιτίθεσαι σε ιδέες ωθείς τους άλλους να σ' εγκαταλείψουν, και πέφτεις στην απελπισία, κι από 'κει στο όνειρο, και συνεπώς έτσι κάνεις τον εαυτό σου μέρος του κόσμου.
Υπάρχουν κυρία μου, σε ό,τι αφορά αυτό τον κόσμο, τρεις διαφορετικές θεωρίες – πως όλα είναι έργο της Τύχης, πως όλα είναι έργο του Θεού και πως όλα είναι έργο πολλών πραγμάτων που συνδιάζονται ή συγκρούονται. Σκεφτόμαστε, γενικά, σύμφωνα με την ευαισθησία μας, κι έτσι όλα γίνονται για μας ένα ζήτημα καλού και κακού. Εδώ και πολύ καιρό υφίσταμαι κι εγώ ο ίδιος τρομερές συκοφαντίες εξαιτίας αυτής της ερμηνίας. Φαίνεται ότι ποτέ δεν πέρασε από κανενός το μυαλό πως οι σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα – αν υποθέσουμε πώς υπάρχουν πράγματα και σχέσεις – παραείναι πολύπλοκες για να τις εξηγήσει ένας Θεός ή ένας Διάβολος, ή για να τις εξηγήσουν και οι δύο.
Είμαι ο σεληνικακός αφέντης του κάθε ονείρου, ο επίσημος μουσικός της κάθε σιωπής. Θυμάστε τι σκέφτεστε όταν είστε μόνη μπροστά σ' ένα απέραντο τοπίο από δέντρα και φεγγαρόφωτο; Δε θυμάστε, γιατί έχετε σκεφτεί εμένα, αλλά οφείλω να σας το πω, δεν υπάρχω στ' αλήθεια. Δεν έχω ιδέα αν υπάρχει οτιδήποτε.
Οι αόριστοι πόθοι, οι μάταιες επιθυμίες, η αηδία που προκαλούν τα τετριμμένα, ακόμα κι αν τα αγαπάμε, η ενόχληση από κάτι που δεν ενοχλεί – όλα αυτά είναι έργα δικά μου, που γεννιούνται όταν, ξαπλωμένος στις όχθες των μεγάλων ποταμών της αβύσσου, σκέφτομαι ότι κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω τίποτα. Και τότε η σκέψη μου κατεβαίνει, σαν γάργαρο κύμα, στις ψυχές των ανθρώπων, κι εκείνοι νιώθουν διαφορετικοί από τον εαυτό τους.
Είμαι το αιώνιο Διαφορετικό, το αιώνιο Αναβληθέν, το Περιττό της Αβύσσου. Έμεινα έξω από τη Δημιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξαν πριν τον Κόσμο – οι βασιλείς του Εδώμ που βασίλεψαν άσχημα πριν από τον Ισραήλ. Η παρουσία μου σ' αυτό το σύμπαν είναι παρουσία απρόσκλητου. Κουβαλάω μέσα μου τις αναμνήσεις πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρξουν, κι όμως είναι έτοιμα να υπάρξουν. (Τότε δεν υπήρχε καμιά αντιπαράθεση, ούτε καμιά ισορροπία).
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν υπάρχω, ούτε εγώ, ούτε τίποτ' άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν, και τα άλλα σύμπαντα, με τους διάφορους Πλάστες και τους διάφορους Σατανάδες τους – περισσότερο ή λιγότερο τέλειους και εκπαιδευμένους – είναι κενά μέσα στο κενό, μηδενικά που περιστρέφονται, δορυφόροι στην άχρηστη τροχιά του τίποτα.
Αυτή τη στιγμή δε μιλάω με σένα αλλά με το γιο σου...
-Δεν έχω γιο... Δηλαδή, θα τον αποκτήσω σε έξι μήνες, Θεού θέλοντος...
-Μ' αυτόν μιλάω... Σε έξι μήνες; Τι έξι μήνες;
-Τι έξι μήνες; Έξι μήνες....
-Έξι ηλιακούς μήνες; Α ναι. Όμως η εγκυμοσύνη μετριέται σε σεληνιακούς μήνες, κι ακόμα κι εγώ μπορώ να μετράω μόνο με μήνες της Σελήνης, που είναι κόρη μου, δηλαδή το πρόσωπό μου που καθρεφτίζεται στα νερά του χάους. Δεν έχω καμιά σχέση με την εγκυμοσύνη κι όλες αυτές τις γήινες βρομιές, και ξέρω με ποιο δικαίωμα ο κόσμος βάλθηκε να μετράει αυτά τα πράγματα με τους νόμους της σελήνης, την οποία εγώ του προσέφερα. Γιατί δε βρήκαν κάποιο άλλο μέτρο; Γιατί ο Παντοδύναμος είχε ανάγκη τη δική μου δουλειά;
Από τις απαρχές του κόσμου με προσβάλλουν και με συκοφαντούν. Ακόμα και οι ποιητές – εκ φύσεως φίλοι μου -, που με υπερασπίζονται, δε με υπερασπίστηκαν καλά. Ένας απ' αυτούς, ένας Άγγλος ονόματι Μίλτον, προκάλεσε την ήττα τη δική μου και των οπαδών μου σε μια αόριστη μάχη που δε δόθηκε ποτέ. Ένας άλλος – ένας Γερμανός ονόματι Γκαίτε – μου έδωσε το ρόλο της προξενήτρας σε μια χωριάτικη τραγωδία. Όμως δεν είμαι αυτός που πιστεύουν. Οι Εκκλησίες με απεχθάνονται. Οι πιστοί τρέμουν στο άκουσμα του ονόματός μου. Όμως, είτε το θέλουν είτε όχι, έχω ένα ρόλο στον κόσμο. Δεν είμαι ούτε ο επαναστάτης ενάντια στον Θεό, ούτε το πνεύμα της άρνησης. Είμαι ο Θεός της Φαντασίας, και είμαι χαμένος αφού δεν δημιουργώ. Εξαιτίας μου, γυναίκα πια, αγκάλιαζες τη νύχτα τους πρίγκιπες και τους αφεντάδες που κοιμούνται στο βάθος αυτών των ονείρων. Είμαι το Πνεύμα που δημιουργεί χωρίς να δημιουργεί, που η φωνή του είναι καπνός και η ψυχή του ένα λάθος. Ο Θεός μ' έπλασε για να τον μιμούμαι τη νύχτα. Εκείνος είναι ο Ήλιος, εγώ η Σελήνη. Το φως μου πλέει πάνω από καθετί που είναι μάταιο ή τετελεσμένο, ασύλληπτο σαν φλόγα, όχθες ποταμών, έλη και σκιές.
Ποιος άντρας ακούμπησε στα στήθη σουτο χέρι που ήταν το χέρι μου; Ποιό φιλί πήρες και ήταν όμοιο με το δικό μου; Τα ατέλειωτα ζεστά απογεύματα, όταν ονειρευόσουν τόσο πολύ που ονειρευόσουν ότι ονειρεύεσαι, δεν είδες να περνάει στο βάθος των ονείρων σου μια καλυμμένη με πέπλο και φευγαλέα μορφή, αυτή που θα σου έδινε όλη την ευτυχία, που θα σ' αγκάλιαζε αιώνια; Ήμουν εγώ.
Είμαι εγώ. Είμαι αυτός που πάντα έψαχνες και ποτέ δεν θα καταφέρεις να βρεις. Ίσως στα απέραντα βάθη της αβύσσου, να με ψάχνει και ο ίδιος ο Θεός για να τον συμπληρώσω, αλλά η κατάρα του Πανάρχαιου Θεού – του Κρόνου του Ιεχωβά – πλανιέται πάνω του και πάνω μου, μας χωρίζει, ενώ θα έπρεπε να μας ενώνει, έτσι ώστε η ζωή κι όλα όσα ευχόμαστε γι' αυτή να ήταν ένα και μόνο πράγμα.
Η βέρα που φοράς και την αγαπάς, η χαρά μιας αόριστης σκέψης, το γεγονός ότι νιώθεις καλά όταν βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρφτη – μην τρέφεις ψευδαισθήσεις: δεν είσαι εσύ, είμαι εγώ. Εγώ είμαι που δένω σφιχτά όλες τις κορδέλες με τις οποίες στολίζουν τα πράγματα, που διαλέγω τα χρώματα που κοσμούν τα πράγματα. Απ' όλα όσα δεν αξίζει τον κόπο να υπάρχουν φτιάχνω την ιδιοκτησία και την αυτοκρατορία μου, απόλυτος κύριος του διάκενου και του μεσοδιαστήματος, αυτού που μέσα στη ζωή δεν είναι ζωή. Όπως η νύχτα είναι το βασίλειό μου, το όνειρο είναι το κτήμα μου. Ό,τι δεν έχει ούτε βάρος ούτε μέτρο είναι δικό μου.
Τα προβλήματα που ταλανίζουν τους ανθρώπους είναι οι ίδιες έγνοιες που βασανίζουν τους θεούς. Ό,τι είναι χαμηλά είναι σαν αυτό που είναι ψηλά, λέει ο Τρισμέγιστος Ερμής που, όπως όλοι οι ιδρυτές των θρησκειών, θυμήθηκε τα πάντα εκτός από το να υπάρξει. Πόσες φορές δε μου είπε ο Θεός, χρησιμοποιώντας μια φράση του Αντέρο ντε Κεντάλ(1): «Αλίμονό μου! Αλίμονό μου! Ποιος είμαι λοιπόν;».
Όλα είναι σύμβολα και παλινδρομήσεις, κι εμείς, που είμαστε θεοί, δεν έχουμε τίποτ' άλλο παρά έναν υψηλό βαθμό σ' ένα τάγμα του οποίου αγνοούμε τους Ανώτερους Αγνώστους. Ο Θεός είναι δεύτερος στην ιεραρχία του φανερού Τάγματος, και δε μου λέει ποιος είναι ο Αρχηγός του Τάγματος, ο μόνος που γνωρίζει – αν γνωρίζει – τους Μυστικούς Αρχηγούς. Πόσες φορές δε μου είπε ο Θεός: “Αδελφέ μου, δεν ξέρω ποιος είμαι”.
Εσείς έχετε το προνόμιο να είστε άνθρωποι, και, καμιά φορά, μέσα στην κούρασή μου απ' όλες αυτές τις αβύσσους, μου φαίνεται πως καλύτερη είναι η ηρεμία και η γαλήν μιας οικογενειακής νύχτας γύρω από τη φωτιά απ' όλη τούτη τη μεταφυσική των μυστηρίων στην οποία εμείς, οι θεοί και οι άγγελοι, είμαστε κατ' ουσίαν καταδικασμένοι. Όταν, καμιά φορά, σκύβω πάνω από τον κόσμο, βλέπω μακριά να έρχονται από το λιμάνι ή να επιστρέφουν σ' αυτό τα πανιά των ψαροκάικων, και η καρδιά μου νιώθει μια φανταστική νοσταλγία για έναν τόπο που δε γνωρίζει. Μακάριοι όσοι κοιμούνται μέσα στη ζωώδη ζωή τους – ένα ιδιαίτερο ψυχικό σύστημα κάτω από ένα πέπλο ποίησης και εκπεφρασμένο με λέξεις.
-Αυτή η συζήτηση ήταν από τις πλέον ενδιαφέρουσες...
-Αυτή η συζήτηση κυρία; Μα αυτή η συζήτηση, αν και ίσως είναι το πιο σημαντικό γεγονός της ζωής σας, δε συνέβη ποτέ στην πραγματικότητα. Πρώτον, είναι γνωστό τοις πάσι ότι δεν υπάρχω. Δεύτερον, όπως συμφωνούν οι θεολόγοι που με αποκαλούν Διάβολο και οι ελεύθεροι στοχαστές που με αποκαλούν Αντίδραση, καμιά από τις συζητήσεις μου δεν μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα. Είμαι ένας φτωχός μύθος, κυρία μου, και, το χειρότερο, ένας μύθος ακίνδυνος. Μόνη παρηγοριά μου είναι ότι το σύμπαν -ναι, αυτό το πράγμα που είναι γεμάτο από διάφορες μορφές φωτός και ζωής – είναι κι αυτό ένας μύθος.
Μου λένε πως όλα αυτά μπορούν να εξηγηθούν στο φως της Καβάλα και της Θεοσοφίας, όμως αυτά είναι ζητήματα για τα οποία δε γνωρίζω τίποτα. Κι ο Θεός, με τον οποίο είχα την ευκαιρία να μιλήσω, μου είπε πως ούτε κι εκείνος τα πολυκαταλαβαίνει, γιατί αυτά τα ζητήματα, με τα αινίγματά τους, είναι αποκλειστικά κτήμα των μεγάλων μυστών της Γης – που, απ' ό,τι έχω διαβάσει στα βιβλία και τις εφημεριδες, ήταν πάντα ουκ ολίγοι.
Εδώ, σε τούτες τις ανώτερες σφαίρες, όπου ο κόσμος δημιουργήθηκε και μεταμορφώθηκε, εμείς, για να πούμε την αλήθεια, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Καμιά φορά σκύβω πάνω από την απέραντη Γη, ξαπλωμένος στην άκρη του οροπεδίου μου που στέκει πάνω από τα πάντα – το οροπέδιο του Όρους Ερεδώμ(2),όπως έχω ακούσει να το λένε – και κάθε φορά που σκύβω βλέπω νέες θρησκείες, νέες μεγάλες μυήσεις, νέες μορφές, όλες αντιφατικές, της αιώνιας αλήθειας, που ούτε καν ο Θεός δεν τη γνωρίζει.
Σας ομολογώ ότι είμαι κουρασμένος από το σύμπαν. Τόσο ο Θεός όσο κι εγώ θα κοιμόμασταν ευχαρίστως έναν ύπνο που θα μας ελευθέρωνε από τις υπερβατικές ευθύνες που ούτε ξέρουμε πως μας ανατέθηκαν. Όλα είναι πιο μυστηριώδη απ' ό,τι πιστεύουμε, κι όλα εδώ – ο Θεός, το σύμπαν κι εγώ – δεν είναι παρά μια απατηλή γωνιά της απρόσιτης αλήθειας.
-Δεν φαντάζεστε πόσο εκτίμησα τη συζήτηση μαζί σας. Ποτέ δεν άκουσα να μιλάνε έτσι.
Είχαν βγει στο δρόμο, τον φωτισμένο από το φεγγαρόφωτο, που εκείνη δεν είχε προσέξει.
Σώπασε για μια στιγμή.
-Μα, ξέρετε, είναι περίεργο, ξέρετε στ' αλήθεια τι αισθάνομαι, μετά απ' όλα αυτά;
-Τι αισθάνεστε, λοιπόν; ρώτησε ο Διάβολος.
Επέστρεψε προς το μέρος του τα μάτια της, πλημμυρισμένα με δάκρυα.
-Απέραντο οίκτο για σας!
Μια έκφραση αγωνίας που κανείς δεν θα περίμενε, εμφανίστηκε στο πρόσωπο και τα μάτια του κοκκινοντυμένου άντρα. Ξαφνικά άφησε το μπράτσο του, που αγκάλιαζε το δικό της να πέσει. Εκείνη έκανε μερικά βήματα, νιώθοντας άβολα. Έπειτα γύρισε για να πει κάτι – δεν ήξερε τι, αφού δεν είχε καταλάβει τίποτα – για να δικαιολογηθεί για τον πόνο που έβλεπε πως του είχε προκαλέσει.
Έμεινε άναυδη. Ήταν ολομόναχη.



____________
1.Αντέρο ντε Κεντάλ (1842-1891): Πορτογάλος ποιητής της δεύτερης γενιάς των Ρομαντικών.
2.Όρος που αναφέρεται ως ιερό στην Παλαιά Διαθήκη (όπως τα όρη Σινά και Μοριά), αλλά παραμένει μυστήριο που βρισκόταν, καθώς δεν αναφέρεται σε κανένα χάρτη.


FERNANTO PESSOA
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ
Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΕΣ