.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Ο ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – DION FORTUNE



Δεν θέλουμε να τηρούμε απέναντι στον θάνατο τη μοιρολατρική στάση του Μωαμεθανού, όσο κι αν θαυμάζουμε το θάρρος του, αλλά ούτε και τη στάση της πανικόβλητης προσκόλλησης στη ζωή πολλών αποκαλουμένων Χριστιανών. Όποιος ξέρει λίγα πράγματα από αστρολογία, γνωρίζει ότι μπορεί να προβλέψει με αρκετή ακρίβεια το χρόνο που είναι πιθανό να έρθει ο θάνατος. Όποιος, όμως, έχει εξασκήσει και πραχτικά αυτή την τέχνη, γνωρίζει επίσης ότι η πιθανότητα δεν είναι βεβαιότητα. Υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες στο ωροσκόπιο και πρέπει να ληφθούν πολλά υπόψη στην πρόγνωση. Στο κάτω-κάτω, το συμπέρασμα δεν βγαίνει από μια αριθμητική πρόσθεση που δεν μπορεί παρά να έχει ένα και μοναδικό άθροισμα. Η γνώμη του αστρολόγου σχετικά με το τελικό αποτέλεσμα πηγάζει από το συσχετισμό ενός απροσδιόριστου αριθμού αντίρροπων παραγόντων. Η αστρολογία είναι περισσότερο τέχνη παρά επιστήμη και ο προσωπικός παράγοντας (τόσο του αστρολόγου όσο και του ενδιαφερόμενου) παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.
Κανένας, πάντως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι σε κάθε ωροσκόπιο υπάρχουν «παλίρροιες θανάτου», παλίρροιες στις οποίες η ψυχή μπορεί εύκολα να ξεγλιστρήσει από το λιμάνι της φυσικής ζωής προς το Μεγάλο Υπερπέραν. Τότε χαλαρώνουν οι δεσμοί της με το φυσικό σώμα και αν σημειωθεί κάποια ξαφνική ένταση μπορεί να σπάσουν. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να παρεμβληθεί κάποια επανορθωτική και αντισταθμιστική δύναμη. Η πίστη ή η δύναμη της θέλησης του ίδιου του ατόμου, ή κάποιου στενού του φίλου ή συγγενή, μπορεί να είναι αρκετή για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα μέρχρι να περάσει η παλίρροια και να ισχυροποιηθεί πάλι αυτόματα ο δεσμός της ζωής. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορούμε να πούμε κυριολεκτικά ότι δίνεται παράταση ζωής και δεν υπάρχει πιθανότητα θανάτου μέχρις ότου οι πλανήτες βρεθούν πάλι σε κάποια μοιραία θέση. Μαθαίνουμε πολλά πράγματα με την πρόοδο* του ωροσκοπίου και βλέπουμε ποιες θέσεις είχαν οι πλανήτες σε περιόδους κρίσης. Έτσι ανακαλύπτουμε ότι στη ζωή του ατόμου υπήρξαν περισσότερες φορές από μία που ο Άγγελος του θανάτου πλησίασε πολύ κοντά, αλλά τελικά προσπέρασε. Αυτό που είχε συμβεί κάποτε μπορεί να συμβεί ξανά, και το να συμπεραίνουμε με βεβαιότητα την ημερομηνία του θανάτου είναι εξίσου ανόητο με το να μετράμε κοτόπουλα προτού αυτά καν εκκολαφθούν.
Ένα πράγμα είναι σίγουρο: αν η ζωή ταλαντεύεται στη ζυγαριά, το άτομο που έχει πληροφορηθεί από αστρολόγο την πρόβλεψη του θανάτου του, θα επηρεαστεί πολύ και η «προφητεία» θα φέρει τόσο ισχυρή απογοήτευση, ώστε η ζυγαριά μπορεί τελικά να γείρει σε βάρος της ζωής. Κατά τη γνώμη μου, όσο ξεξάθαρα κι αν διαφαίνεται ο θάνατος σε κάποιο ωροσκόπιο, κανένας αστρολόγος δεν πρέπει να αρκείται σε μια προειδοποίηση ότι η τάδε περίοδος πρόκειται να είναι κρίσιμη για την υγεία του ενδιαφερομένου. Έτσι το άτομο προσέχει, χωρίς να υπόκειται σε παραλυτική αυθυποβολή.
Μπορούμε να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες η ψυχή έχει την προδιάθεση να φύγει, αλλά η προδιάθεση δεν είναι αναπόφευκτο να εκδηλωθεί στην πράξη. Αυτές οι περίοδοι θα είναι οπωσδήποτε στιγμές αγωνίας, αλλά δεν χρειάζεται να υιοθετούμε κάποια μοιρολατρική στάση και να ξαπλώνουμε περιμένοντας να πεθάνουμε μόνο και μόνο επειδή οι πλανήτες βρίσκονται σε εχθρικη θέση. Ο Άρης ίσως να έχει κάτι να πει στον Κρόνο και να το πει αποτελεσματικά.
Όταν ο θάνατος έρχεται πριν από την ηλικία των εβδομήντα, είναι ατυχία, δεδομένου ότι σε κάθε ενσάρκωση πρέπει να περάσει μια μεγάλη περίοδος προετοιμασίας προτού έρθει η πλήρης ωρίμανση των λειτουργιών και αρχίσουμε να θερίζουμε αυτά που σπείραμε. Είναι οπωσδήποτε κοπιαστικό να πρέπει να περάσεις ξανά άλλη μια περίοδο νηπιακής, παιδικής και εφηβικής ηλικίας για να φτάσεις πάλι στο ίδιο χρονικό σημείο. Αυτή η ατυχία δεν είναι όμως τραγωδία, αν τη θεωρήσουμε γενικότερα, σε σύγκριση με το σύνολο της εξελισσόμενης ζωής. Γι' αυτό, θα πρέπει να αντιστεκόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στον πρόωρο θάνατο. Και πάλι, όμως, αν δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο έργο που έχουμε αφήσει μισοτελειωμένο, θα ήταν σοφή πράξη να ξοφλήσουμε το γραμμάτιό μας και να αφήσουμε, γαλήνιοι, την παλίρροια να μας παρασύρει, με τη βεβαιότητα ότι η ζωή συνεχίζεται με τον «Χριστό εν Θεώ». Είναι καλύτερα να συνεχίσουμε αργότερα με κάποιο άλλο σώμα, παρά να μείνουμε προσκολλημένοι σ' αυτό που έχει φθαρεί και που γρήγορα θα είναι ακατοίκητο. Σαν φτάνει η ώρα μας, είναι καλό να λέμε: «Κύριε επέτρεψε στο δούλο σου να αναχωρήσει ειρηνικά».
Αυτό δε σημαίνει βέβαια, ότι πρέπει να αρνούμαστε τις συνηθισμένες προφυλάξεις και τις ιατρικές φροντίδες, γιατί είναι καθήκον μας να εκπληρώνουμε τους νόμους της Φύσης, όσο βρισκόμαστε κάτω από την δικαιοδοσία τους. Σημαίνει απλά ότι χρειάζεται να κρατάμε μια ορισμένη νοητική στάση. Μπορούμε να πολεμήσουμε το θάνατο άγρια μέχρι τέλους, κρατώντας ενωμένη την ψυχή και το σώμα με τη δύναμη της εστιασμένης θέλησής μας. Ή μπορούμε να στρέψουμε τις σκέψεις μας προς την άλλη όχθη και να αρχίσουμε να την πλησιάζουμε. Αν ο θάνατος έρθει και μας βρει πριν από τα εβδομήντα χρόνια μας, έχουμε χρέος να τον πολεμήσουμε με κάθε μέσο, υλικό και πνευματικό. Μετά από αυτή την ηλικία, όμως εκτός κι αν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για το αντίθετο (όπως ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις ή ένα έργο ημιτελές) είναι καλύτερα να αφήνουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού, γιατί Αυτός δεν πρόκειται να ανακαλέσει κοντά Του τον υπηρέτη Του, παρά μόνο άμα η ψυχή του ανθρώπου έχει εκπληρώσει το έργο της και έχει έρθει η ώρα της.
Ο πνευματικός νόμος και το Κάρμα δεν είναι συνώνυμα. Το Κάρμα προκαλεί τον πρόωρο θάνατο του σώματος, αλλά ο πνευματικός νόμος αποσύρει την ψυχή από το σώμα σαν ωριμάσουν οι συνθήκες και σημάνει ο καιρός. Οι πνευματικές δυνάμεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αντιδράσουν σε ένα κακό κάρμα, όμως δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε, ή θα έπρεπε, να αντιταχθεί στον πνευματικό νόμο. Εξάλλου, το μεγαλύτερο όφελος που μπορούμε να έχουμε, είναι να εκπληρώνουμε το νόμο αυτό, ό,τι κι αν ορίζει.
Πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε το θάνατο σαν τη μεγαλύτερη τραγωδία. Υπάρχουν περιπτώσεις που αυτός αποτελεί πραγματικά μεγάλη ατυχία για την ψυχή που φεύγει και γι' αυτούς που μένουν πίσω. Από την άλλη, όμως, αποτελεί συνάμα ένα επόμενο στάδιο της ζωής! Μονάχα ο άνθρωπος που είναι βουτηγμένος στην ύλη αποκαλεί τον Άγγελο του Θανάτου «Μεγάλο Εχθρό». Το εσωτερικό του όνομα είναι «Εκείνος που Ανοίγει τις Πύλες της Ζωής».




__________
Σ.τ.εκ. Με την κατάστρωση του χάρτη προόδου διαπιστώνουμε τις νέες θέσεις των πλανητών σε διάφορες χρονικές στιγμές, σε σχέση με το γενέθλιο ωροσκόπιο.


DION FORTUNE
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΛΓΑ ΜΑΥΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

ANNABELLE LEE - Edgar Allan Poe


It was many and many a year ago, 
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived whom you may know
By the name of Annabel Lee;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me.
I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love -
I and my Annabel Lee;
With a love that the winged seraphs of heaven
Coveted her and me.
And this was the reason that, long ago,
In this kingdom by the sea,
A wind blew out of a cloud, chilling
My beautiful Annabel Lee;
So that her highborn kinsman came
And bore her away from me,
To shut her up in a sepulcher
In this kingdom by the sea.
The angels, not half so happy in heaven,
Went envying her and me
Yes! that was the reason
(as all men know, In this kingdom by the sea)
That the wind came out of the cloud by night,
Chilling and killing my Annabel Lee.
But our love was stronger by far than the love
Of those who were older than we
Of many far wiser than we
And neither the angels in heaven above,
Nor the demons down under the sea,
Can ever dissever my soul from the soul
Of the beautiful Annabel Lee.
For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful Annabel Lee;
And the stars never rise but I feel the bright eyes
Of the beautiful Annabel Lee;
And so, all the night-tide, I lie down by the side
Of my darling, my darling, my life and my bride,
In the sepulcher there by the sea,
In her tomb by the sounding sea.

'Αναμπελ Λη


Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
       'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
       να μ' αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστ' ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
       η 'Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
       μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.

Κι ήταν γι' αυτό -περάσανε πια χρόνια-
       που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ' τα νέφη στην ωραία μου
       'Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ' αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
       τη πήραν και μ' αφήσαν μοναχό,
σ' ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
       στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.

Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
       την ευτυχία, ζηλέψαν και γι' αυτό-
Ναι! Και γι' αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
       μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ' αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
       κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ' άρπαξε τον ώριο θησαυρό.

Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
       η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ' οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
       κι ουτ' οι δαιμόνοι κάτω απ' το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
       να τη χωρίσουν διόλου απ' τη ψυχή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.

Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
       χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
       Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ' αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
       της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
       συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
       που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.

Μετάφραση: Κ. Παπαδάκης 

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ 'ΛΑΜΔΑ' - Dino Buzzati



Φτάνοντας στο χωριό Σίστο και σταματώντας στο γνωστό πανδοχείο, όπου συνήθιζε να μένει δυο-τρεις φορές τοχρόνο ο ξυλέμπορος Κριστόφορο Σκρόντερ, τράβηξε κατευθείαν για το κρεβάτι του, επειδή δεν ένιωθε και τόσο καλά. Κατόπιν έστειλε να φωνάξουν το γιατρό Λουγκόζι, που ήταν γνωστός του εδώ και χρόνια. Αφού τον εξέτασε, ο γιατρός έδειξε κάπως σαστισμένος. Βγάζοντας το συμπέρασμα πως πρέπει να υπάρχει κάτι σοβαρό, του πήρε λίγα ούρα σ' ένα μπουκαλάκι για να κάνει την ανάλυση και υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει την ίδια μέρα.
Το άλλο πρωί ο Σκρόντερ αιστάνθηκε πολύ καλύτερα τόσο που θέλησε να σηκωθεί χωρίς να περιμένει το γιατρό. Με ανεβασμένα τα μανίκια του πουκαμίσου του ξυριζότανε όταν χτύπησε η πόρτα. Ήταν o γιατρός. Ο Σκρόντερ τον κάλεσε να περάσει.
« Νιώθω περίφημα σήμερα» είπε ο έμπορας δίχως καν να γυρίσει, συνεχίζοντας το ξύρισμα μπροστά στον καθρέφτη. «Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη, αλλά τώρα μπορείτε να πηγαίνετε».
«Τι βιασύνη, τι βιασύνη!» έκανε ο γιατρός, και αμέσως μετά ξερόβηξε εκφράζοντας έτσι κάποια αμηχανία του. «Βρίσκομαι εδώ σήμερα σα φίλος».
Ο Σκρόντερ γύρισε απότομα και είδε στο κεφαλόσκαλο, δίπλα στο γιατρό, κάποιον άντρα γύρω στα σαράντα, γεροδεμένο, με πρόσωπο κάπως κοκκινωπό και αρκετά αυθάδικο να χαμογελάει με σημασία. Ο έμπορας, άνθρωπος γεμάτος αυτοπεποίθηση και μαθημένος να κάνει κουμάντο κοίταξε ερωτηματικά το γιατρό, φανερά ενοχλημένος. «Ένας φίλος μου» εξήγησε ο Λουγκόζι. «Ο Ντον Βαλέριο Μελίτο. Αργότερα πρέπει να επισκεφτούμε μαζί κάποιον ασθενή, κι έτσι του ζήτησα να με συνοδεύσει».
«Δούλος σας» έκανε ψυχρά ο Σκρόντερ. «Καθίστε, καθίστε».
«Έτσι λοιπόν» πρόσθεσε αμέσως ο γιατρός, σαν να 'θελε να δικαιολογηθεί «σήμερα, καθώς φαίνεται, δεν υπάρχει λόγος για επίσκεψη. Όλα καλά, με τα ούρα. Moνάχα που πρέπει να σας κάνω μια μικρή αφαίμαξη.»
«Μια αφαίμαξη; Και για ποιο λόγο;»
«Θα σας κάνει καλό» εξήγησε ο γιατρός. «Θα νιώσετε άλλος άνθρωπος, μετά. Πάντα κάνει καλό σε ιδιοσυγκρασίες όπως η δικιά σας. Και ύστερα είναι υπόθεση μονάχα δυο λεπτών.»
Λέγοντας αυτά τράβηξε απ' το πανωφόρι του ένα γυάλινο βάζο με τρεις βδέλες. Το έβαλε στο τραπέζι και πρόσθεσε: «Θα τοποθετήσετε μια σε κάθε καρπό. Φτάνει να τις κρατήσετε ακίνητες και θα προσκολληθούν αμέσως. Σας παρακαλώ να το κάνετε μόνος σας. Τι πρέπει να σας πω; Πως είκοσι χρόνια τώρα που είμαι γιατρός, δεν κατόρθωσα ποτέ μου να κρατήσω μια βδέλα;»
«Δώστε μου εδώ» έκανε ο Σκρόντερ με κείνο το ερεθιστικό αφυψηλού ύφος του. Πήρε το βάζο, κάθισε στο κρεβάτι και τοποθέτησε τους καρπούς τις δυο βδέλες, με τέτοια άνεση, λες και δεν έκανε άλλη δουλειά στη ζωή του.
Στο μεταξύ ο παράξενος επισκέπτης, δίχως να βγάλει το φαρδύ πανωφόρι, έβαλε το καπέλο του πάνω στο τραπέζι μαζί με ένα πακέτο στενόμακρο που έκανε κάποιο μεταλλικό θόρυβο. Ο Σκρόντερ πρόσεξε, με κάποια αδιόρατη ταραχή, πως ο άνθρωπος αυτός στεκόταν στο κεφαλόσκαλο σαν να ήθελε να κρατηθεί μακριά απ' αυτόν.
«Ο Ντον Βαλέριο χωρίς εσείς να το φαντάζεστε, σας γνωρίζει κιόλας» είπε στο Σκρόντερ ο γιατρός, τραβηγμένος και αυτός, ποιος ξέρει γιατί, κοντά στην πόρτα.
«Δεν θυμάμαι να είχα την τιμή» απάντησε ο Σκρόντερ, καθισμένος στο κρεβάτι έχοντας εγκαταλείψει τα χέρια του πάνω στο στρώμα, με τις παλάμες γυρισμένες ανάποδα, ενώ οι βδέλες του απομυζούσαν τους καρπούς. Και πρόσθεσε: «Μα, για πείτε μου Λουγκόζι, βρέχει σήμερα; Δεν πρόλαβα ακόμα να κοιτάξω έξω. Την έχω βαμμένη έτσι και βρέχει, έχω να κάνω ένα σωρό δουλειές μέχρι το βράδυ».
«Όχι, δεν βρέχει» είπε ο γιατρός χωρίς να δώσει σημασία στο πράγμα. «Μα ο Ντον Βαλέριο στ' αλήθεια σας γνωρίζει, μάλιστα αγωνιούσε να σας ξαναδεί.»
«Σας διευκρινίζω έκανε ο Μελίτο με μια δυσάρεστα βραχνή φωνή.» Σας διευκρινίζω: δεν είχα ποτέ την τιμή να σας συναντήσω προσωπικά, αλλά υπάρχει κάτι που ξέρω για σας και που ασφαλώς δεν φαντάζεστε.»
«Πραγματικά, δεν ξέρω»» απάντησε ο έμπορας αδιάφορα.
«Τρεις μήνες πριν;» έκανε ο Μελίτο. «Προσπαθείστε να θυμηθείτε: τρεις μήνες πριν δεν περάσατε με το αμαξάκι σας απ' το δρόμο των παλιών Συνόρων;»
«Μα δεν αποκλείεται » απάντησε ο Σκρόντερ. «Το πιο πιθανό να ήταν έτσι αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς.»
«Ωραία. Και δεν θυμάστε λοιπόν ότι πέσατε σε μια λακούβα και βρεθήκατε έξω από το δρόμο;»
«Ναι είναι αλήθεια» βεβαίωσε ο έμπορας, στυλώνοντας ψυχρά το βλέμμα του στην καινούρια και ανεπιθύμητη αυτή γνωριμία.
«Και ότι η μια ρόδα έγειρε προς τα έξω και το άλογο δεν μπορούσε να την επαναφέρει;»
«Ακριβώς έτσι. Εσείς όμως, πού βρισκόσασταν;» «Α, θα σας το πω αργότερα» απάντησε ο Μελίτο χαμογελώντας με νόημα στο γιατρό». Και τότε προσπαθήσατε ο ίδιος αλλά ούτε κι εσείς καταφέρατε να σηκώσετε το αμάξι. Δεν έγινε έτσι, για πέστε μου;»
«Ακριβώς έτσι. Και έριχνε και μια βροχή με το τουλούμι!»
«Αν έβρεχε λέει!» συνέχισε ο Ντον Βαλέριο, ικανοποιημένος. «Και ενώ εσείς παιδευόσασταν δεν φάνηκε ξαφνικά ένας περίεργος τύπος, ένας άντρας μακρύς, με κατάμαυρο πρόσωπο;»
«Μα τώρα, δεν πολυθυμάμαι» τον διέκοψε ο Σκρόντερ. «Συγνώμη, γιατρέ, αλλά τι θα γίνει μ' αυτές τις βδέλες θέλει πολύ ακόμα; Σας έχω πει κιόλας πως έχω ένα σωρό δουλειές».
«Κανένα λεπτό ακόμα!» τον ενθάρρυνε ο γιατρός. «Λίγη υπομονή, αγαπητέ Σκρόντερ! Μετά θα νιώσετε άλλος άνθρωπος θα δείτε. Ακόμα δεν έχει πάει δέκα η ώρα διάβολε έχετε όλο τον καιρό μπροστά σας».
«Δεν ήταν ένας άντρας ψηλός, με μαύρο πρόσωπο, και με ένα περίεργο κυλινδρικό καπέλο;» επέμενε ο Ντον Βαλέριο. «Και δεν είχε κάτι σαν καμπανάκι; Δεν θυμάστε που συνεχώς κουδούνιζε;»
«Ωραία: ναι λοιπόν, το θυμάμαι» απάντησε με αγένεια ο Σκρόντερ.
«Μα για πέστε μου, πού θέλετε να καταλήξετε;»
«Μα πουθενά!» έκανε ο Μελίτο. «Μονάχα για να σας πω ότι σας γνωρίζω κιόλας. Και ότι έχω καλό μνημονικό. Δυστυχώς εκείνη τη μέρα ήμουνα μακριά στην άλλη μεριά του χαντακιού, ήμουνα το λιγότερο σε πεντακόσια μέτρα απόσταση. Είχα χωθεί κάτω από ένα δέντρο για να προστατευτώ απ' τη βροχή και έτσι μπόρεσα να δω».
«Και ποιος ήτανε λοιπόν εκείνος ο άνθρωπος; » ρώτησε με φωνή τραχιά ο Σκρόντερ, σαν να 'θελε να δείξει πως αν ο Μελίτο είχε κάτι να πει, καλύτερα να το' λεγε αμέσως τώρα.
«Α, δεν ξέρω ακριβώς, ποιος ήταν τον είδα από μακριά. Εσείς όμως ποιος νομίζετε πως ήταν;»
«Κανένας κακομοίρης, θα πρέπει να 'ταν» είπε ο έμπορας.
«Σαν κωφάλαλος έμοιαζε. Όταν τον παρακάλεσα να έρθει να με βοηθήσει έβγαλε κάτι σαν μουγκρητό, λέξη δεν κατάλαβα.»
« Και τότε εσείς πήγατε προς το μέρος του και αυτός τραβήχτηκε πίσω, και εσείς πιάνοντάς τον από το μπράτσο τον υποχρεώσατε να σπρώξει την καρότσα μαζί σας. Έτσι δεν είναι; Πέστε την αλήθεια».
«Και τι δουλειά έχει αυτό;» επιτέθηκε ο Σκρόντερ ανυποψίαστος. «Δεν του έκανα κανένα κακό. Αντίθετα, ύστερα του έδωσα και δυο λίρες».
«Ακούσατε;» μουρμούρισε χαμηλόφωνα ο Μελίτο στο γιατρόΩ και ύστερα δυνατά, γυρνώντας στον έμπορα: «Τίποτε το κακό, ποιος μπορεί να το αρνηθεί; Πρέπει να αναγνωρίσετε όμως πως είδα τα πάντα.»
«Δεν υπάρχει λόγος να δυσανασχετείτε αγαπητέ Σκόντερ» έκανε ο γιατρός σ' αυτό το σημείο, βλέποντας ότι ο έμπορας είχε αγριέψει.» «Ο εκλεκτός Ντον Βαλέριο, που βρίσκεται μαζί μας, είναι ένας άνθρωπος που του αρέσει ν' αστειεύεται.
Ήθελε απλώς να σας εντυπωσιάσει.»
Ο Μελίτο στράφηκε προς το γιατρό συγκατανεύοντας μ' ένα κούνημα του κεφαλιού. Με την κίνηση, οι άκρες του πανωφοριού άνοιξαν λίγο και ο Σκρόντερ που τον παρακολουθούσε, έγινε κατάχλωμος.
«Συγνώμη Ντον Βαλέριο» είπε με φωνή λιγότερο σίγουρη απ' το συνηθισμένο. «Εσείς κρατάτε πιστόλι, θα μπορούσατε να το αφήσετε κάτω, νομίζω. Και σ' αυτά τα μέρη έτσι συνηθίζεται, απ' ότι ξέρω.»
«Για το Θεό! Παρακαλώ συγχωρείστε με! » αναφώνησε ο Μελίτο χτυπώντας με το χέρι του το κούτελο θέλοντας έτσι να εκφράσει τη στενοχώρια του.
«Δεν ξέρω, είμαι πραγματικά αδικαιολόγητος! Ξεχάστηκα τελείως. Ποτέ δεν το παίρνω μαζί μου, και γι' αυτό φαίνεται ξέχασα να το αφήσω κάτω. Είναι που σήμερα πρέπει να πάω με το άλογο έξω από την πόλη.»
Έμοιαζε ειλικρινής, στην πραγματικότητα όμως εξακολουθούσε να έχει περασμένο το πιστόλι στη ζώνη του, συνεχίζοντας να κουνά το κεφάλι του. «Και για πέστε μου» πρόσθεσε στραμμένος πάντοτε προς τον Σκρόντερ. «Τι εντύπωση σας είχε κάνει αυτός ο φτωχοδιάβολος;»
«Τι εντύπωση έπρεπε να μου κάνει; Το είπατε κιόλας, ένας φτωχοδιάβολος, ένας κακομοίρης.»
«Και εκείνο το καμπανάκι εκείνο εκεί το πράμα που συνεχώς κουδούνιζε, δεν αναρωτηθήκατε τι θα μπορούσε να είναι;»
«Μα» απάντησε o Σκρόντερ, προσέχοντας τα λόγια του, με την εκδοχή κάποιας παγίδας. «Κάποιος τσιγγάνος, θα μπορούσε να είναιΩ για να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου τους έχω δει πολλές φορές να κτυπάνε καμπανάκια».
«Ένας τσιγγάνος! «φώναξε ο Μελίτο, ξεσπώντας σε γέλια, σαν να άκουσε το πιο αστείο πράγμα του κόσμου. «Α, ώστε, τον πήρατε για τσιγγάνο;»
Ο Σκρόντερ γύρισε θυμωμένος προς το γιατρό.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε σκληρά. «Τι σημαίνει όλο αυτό το ερωτηματολόγιο; Αγαπητέ μου Λουγκόζι, αυτή η ιστορία δεν μου αρέσει καθόλου! Μα καθόλου! Αν θέλετε εξηγήστε και σε μένα επιτέλους!».
«Παρακαλώ μην δυσανασχετείτε…» απάντησε ο γιατρός σε απαγορευτικό τόνο.
«Αν εννοείτε ότι αυτός ο παγαπόντης έπαθε κάποιο ατύχημα και το φταίξιμο είναι δικό μου, μιλήστε καθαρά» συνέχισε ο έμπορας υψώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή του «μιλήστε καθαρά, αγαπητοί κύριοι. Μήπως θέλετε να πείτε πως τον σκότωσαν;»
«Μα τι να τον σκοτώσουν!» έκανε, ο Μελίτο χαμογελώντας, απόλυτα κύριος της κατάστασης «μα, τι είν' αυτά που βάζετε στο μυαλό σας; Αν σας ενόχλησα λυπάμαι ειλικρινά. Ο γιατρός μου είπε: Ντον Βαλέριο, ανεβείτε κι εσείς μαζί μου, πηγαίνω στον κύριο Σκρόντερ. Α, τον γνωρίζω, του απάντησα. Ωραία λοιπόν έκανε εκείνος ανεβείτε μαζί μου, θα χαρεί να σας δει. Λυπάμαι πολύ που τελικά κατάφερα να γίνω ενοχλητικός…»
Ο έμπορος ένιωσε τότε πως είχε παραφερθεί. «Συγχωρήστε με- καλύτερα, αν έχασα την υπομονή μου. Μου φάνηκε όμως σχεδόν σαν ανάκριση με όλους τους κανόνες. Αν συμβαίνει τίποτε, πέστε το ελεύθερα.»«Ε, λοιπόν» μπήκε στη μέση ο γιατρός με μεγάλη επιφύλαξη. «Ε, λοιπόν υπάρχει πραγματικά κάτι».
«Μια καταγγελία;» ρώτησε ο Σκρόντερ με μεγαλύτερη σιγουριά ενώ προσπαθούσε να ξαναβάλει στους καρπούς του τις βδέλες, που στο μεταξύ είχανε ξεφύγει με το προηγούμενο ξέσπασμα. «Υπάρχει κάτι εναντίον μου;»
«Ντον Βαλέριο» πρότρεψε ο γιατρός. «Ίσως είναι καλύτερα να πάρετε εσείς το λόγο.»
«Καλά» άρχισε ο Μελίτο. «Μήπως ξέρετε ποιο ήταν εκείνο το άτομο που σας βοήθησε να ανασύρετε το αμάξι;»
«Μα, όχι σας τ' ορκίζομαι, πόσες φορές θα πρέπει να το επαναλάβω;»
«Σας πιστεύω» είπε ο Μελίτο. «Ρωτάω μονάχα αν σας περνάει κάποια ιδέα.»
«Πού να ξέρω, κανένας τσιγγάνος, ίσως κάποιος αγύρτης…»
«Όχι. Τσιγγάνος δεν ήταν. Ή κι αν ακόμα ήτανε κάποια φορά τώρα έχει πάψει. Εκείνος ο άνθρωπος για να γίνω πιο σαφής είναι κάτι που αρχίζει από λάμδα.» «Κάτι που αρχίζει από λάμδα;» επανέλαβε τελείως μηχανικά ο Σκρόντερ, προσπαθώντας να σκεφτεί, ενώ κάποια ανησυχία άρχισε να τον κυριεύει.
«Ακριβώς. Αρχίζει από λάμδα» βεβαίωσε ο Μελίτο μ' ένα μοχθηρό χαμόγελο.
Ένας ληστής; Αυτό εννοείτε;» Έκανε ο .έμπορας ενώ το πρόσωπό του φωτίστηκε από τη βεβαιότητα πως είχε μαντέψει σωστά.
Ο Ντον Βαλέριο ξέσπασε σε γέλια: «Α!, ένας ληστής! Καλό κι αυτό ! Είχατε δίκιο, γιατρέ: άνθρωπος με ιδιαίτερο χιούμορ, ο κύριος Σκρόντερ!» Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε έξω απ' το παράθυρο ο θόρυβος της βροχής που άρχισε να πέφτει. «Σας χαιρετώ» είπε ο έμπορας αποφασιστικά, βγάζοντας τις δυο βδέλες και ρίχνοντάς τες στο βάζο. «Έπιασε βροχή. Πρέπει να πηγαίνω, αν δεν θέλω ν' αργήσω περισσότερο.»
«Κάτι που αρχίζει από λάμδα» επέμενε ο Μελίτο ενώ σηκωνόταν κι εκείνος όρθιος περνώντας το χέρι του μέσα στο φαρδύ πανωφόρι.
«Δεν ξέρω, σας το είπα. Τα αινιγματάκια δεν μου άρεσαν ποτέ. Αποφασίστε, αν έχετε να πείτε κάτι… Κάτι που αρχίζει από λάμδα;… Ένας λιποτάχτης ίσως…» πρόσθεσε κοροϊδευτικά.
Ο Μελίτο και ο γιατρός, όρθιοι, είχαν πλησιάσει κοντά ο ένας στον άλλο, ακουμπώντας τις πλάτες στην πόρτα. Κανένας απ' τους δυο δεν γελούσε πια. «Ούτε ληστής ούτε λιποτάχτης» έκανε αργά ο Μελίτο. «Ένας λεπρός, ήταν».Ο έμπορας κοίταξε τους δυο άντρες·το πρόσωπό του είχε γίνει κάτασπρο σαν του πεθαμένου.
«Ε, και λοιπόν; Και αν ακόμα υποθέσουμε πως ήτανε λεπρός;»
«Ήτανε πραγματικά δυστυχώς» είπε ο γιατρός, γυρεύοντας κάπως φοβισμένα, να κρυφτεί πίσω από τις πλάτες του Ντον Βαλέριο. «Και τώρα είσαστε κι εσείς.»
«Φτάνει!» ούρλιαξε ο έμπορας τρέμοντας από θυμό. «Έξω από δω! Τέτοιου είδους αστεία δεν περνάνε σε μένα. Έξω απ' εδώ κι οι δυο σας!»
Τότε ο Μελίτο τράβηξε το πιστόλι κάτω απ' το πανωφόρι του.
«Είμαι ο δικαστής αγαπητέ κύριε. Ηρεμήστε, για το δικό σας καλό.»
«Θα σας δείξω αμέσως εγώ ποιος είμαι!» ούρλιαξε ο Σκρόντερ.
«Τι θέλετε να μου κάνετε, τώρα;»
Ο Μελίτο δεν έχανε στιγμή απ' τα μάτια του το Σκρόντερ έτοιμος για κάποια ενδεχόμενη επίθεση. «Μέσα σ' αυτό το πακέτο υπάρχει το καμπανάκι σας » απάντησε. «Φύγετε αμέσως από ΄δώ συνεχίζοντας να το χτυπάτε μέχρι που να βγείτε τελείως έξω απ' το χωριό, και δεν πρόκειται να σταματήσετε, παρά μονάχα αφού βρεθείτε έξω απ' αυτά τα σύνορα.»
«Τώρα θα σας δείξω εγώ με το καμπανάκι!» «επιτέθηκε ο Σκρόντερ και λογάριαζε ακόμα να ξεφωνίσει αλλά η φωνή του δεν έβγαινε πια, η φρίκη αυτής της αποκάλυψης ένιωσε να του φράζει το λαιμό. Τελικά κατάλαβε: ο γιατρός, με τη χθεσινή επίσκεψη, άρχισε να υποπτεύεται κάτι και πήγε να ειδοποιήσει το δικαστή. Ο δικαστής, κατά τύχη τον είχε δει να τραβάει από το μπράτσο, τρεις μήνες πριν, ένα περαστικό λεπρό, και τώρα αυτός ο Σκρόντερ, ήταν καταδικασμένος. Η ιστορία με την αφαίμαξη έγινε επίτηδες, για να κερδίσουν χρόνο. Είπε ακόμα: «Φεύγω μόνος μου δεν έχω ανάγκη απ' τις διαταγές σας, βρωμόσκυλα, θα σας δείξω εγώ, θα σας δείξω….»
«Βάλτε το σακάκι σας» διέταξε ο Μελίτο, ενώ το πρόσωπό του φωτίστηκε από μια διαβολική ικανοποίηση. «Το σακάκι, και δρόμο γρήγορα.»
«Θα περιμένετε να πάρω τα πράγματά μου» είπε ο Σκρόντερ, πόσο λιγότερο άγρια από κάθε άλλη φορά! «Μόλις μαζέψω τα πράγματά μου θα φύγω να είστε βέβαιοι γι αυτό.»
«Τα πράγματά σας θα πρέπει να καούν» σάρκασε ο δικαστής. «Το καμπανάκι θα πάρετε, και μόνο».
«Τα πράγματά μου, τουλάχιστον!» αναφώνησε ο Σκρόντερ μέχρι τότε σίγουρος και άφοβος·παρακαλούσε το δικαστή σαν παιδάκι. «Τα ρούχα μου, τα λεφτά μου, αυτά τουλάχιστον να μου αφήσετε!»
«Το σακάκι, τη μπέρτα, και τίποτε άλλο. Όλα τ' άλλα πρέπει να καούν. Για το αμάξι και το άλογο φροντίσαμε ήδη.»
«Πώς; Τι θέλετε να πείτε;» τραύλισε ο έμπορας. «Αμάξι και άλογο έχουν κιόλας καεί, όπως ορίζει ο νόμος» απάντησε ο δικαστής απολαμβάνοντας την απελπισία του.
«Μη μου πείτε πως φανταστήκατε ένας λεπρός να πηγαίνει βόλτα με αμάξι ε;»
Και ξέσπασε σ' ένα πρόστυχο γέλιο. Κατόπιν ακόμα πιο απάνθρωπα: «Δρόμο! έξω από ΄δώ!» ούρλιαξε στο Σκρόντερ. «Μήπως νόμισες πως θα καθίσουμε εδώ με τις ώρες να κουβεντιάζουμε; Δρόμο γρήγορα, παλιόσκυλο!»
Ο Σκρόντερ έτρεμε ολόκληρος μεγαλόσωμος και χοντρός όπως ήταν, την ώρα που έβγαινε απ' το δωμάτιο, κάτω απ' την απειλή του πιστολιού, κτυπούσαν τα σαγόνια του και το βλέμμα του έμοιαζε τελείως αποβλακωμένο.
«Το καμπανάκι!» τού ξεφώνισε ο Μελίτο κάνοντάς τον ν' αναπηδήσει ολόκληρος·και του πέταξε με δύναμη μπροστά του, στο έδαφος, το μυστηριώδες πακέτο, που έβγαλε ένα μεταλλικό ήχο. «Βγάλ' το έξω και δέσ' το στο λαιμό σου.»
Έσκυψε ο Σκρόντερ, έσκυψε με όλη εκείνη την κούραση ενός γέρου, μάζεψε από χάμω το πακέτο, έλυσε αργά τους σπάγγους, τράβηξε μέσα από το περιτύλιγμα ένα κουδούνι από χαλκό, με μια ξύλινη σκαλιστή λαβή, καινούρια, κατακαίνουργη. «Στο λαιμό!» τού ούρλιαξε ο Μελίτο. «Κουνήσου γρήγορα, ειδεμή μα το Θεό πυροβολώ!»
Τα χέρια του Σκρόντερ τρέμανε συνέχεια και δεν ήταν εύκολο να υποταχτούν στη διαταγή του δικαστή. Παρόλα αυτά ο έμπορας, κατόρθωσε να περάσει στο λαιμό του το λουρί που κρεμόταν στο καμπανάκι, και τώρα του έφτανε μέχρι την κοιλιά, ενώ, σε κάθε του κίνηση κουδούνιζε δυνατά.
«Κράτα το στο χέρι, κούνα το, διάβολε! Είσαι μια χαρά, έτσι; Ένας τόσο εκλεκτός κύριος σαν και σένα. Κοίτα τι ωραίος λεπρός!» αποκτηνώθηκε ο Ντον Βαλέριο, ενώ ο γιατρός τραβήχτηκε σε μια γωνιά, απολιθωμένος από την αποκρουστική σκηνή.
Ο Σκρόντερ με βήματα βαριά αρρώστου άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Παράδερνε το κεφάλι από τη μια πάντα στην άλλη όπως μερικοί καθυστερημένοι που συναντά κανείς στο δρόμο. Μετά από δυο σκαλοπάτια, γύρισε το κεφάλι και γυρεύοντας το γιατρό τον κοίταξε κατάματα για αρκετή ώρα.
«Δεν φταίω εγώ!» τραύλισε ο γιατρός Λουγκόζι. «Ήτανε μια ατυχία, μια μεγάλη ατυχία!»
«Εμπρός, εμπρός!» παρότρυνε στο μεταξύ ο δικαστής σαν να μιλούσε σε κανένα ζώο. «Χτύπα το καμπανάκι, σου λέω, ο κόσμος πρέπει να ξέρει τον ερχομό σου!» Ο Σκρόντερ ξανάρχισε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Σιγά σιγά βγήκε από την πόρτα του πανδοχείου και κίνησε αργά κατάτην πλατεία. Δεκάδες πολλές δεκάδες άτομα συγκεντρώθηκαν στο άκουσμα για να τραβηχτούνε σιγά σιγά προς τα πίσω μόλις αυτός πλησίαζε. Η πλατεία ήτανε μεγάλη, πάρα πολύ μακριά για να τη διασχίσει κανείς. Με κίνηση ψυχρή, αποφασιστική τώρα πια αυτός χτυπούσε το καμπανάκι, που έβγαζε ήχο πεντακάθαρο και γιορταστικό νταν, νταν, νταν, έκανε.


Dino Buzzati
Ο σκύλος που είδε το Θεό,
Μετάφραση Πωλίνα Πεφάνη
Εκδόσεις Στοχαστής

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Η σύνθεσις του Ανθρώπου κατά την Αιγυπτιακήν Μυστηριολογίαν – Π. Γραβιγγερ



Ο άνθρωπος κατά την αιγυπτιακήν μυστηριολογίαν, όπως άλλως τε και εις όλας τας μυσταγωγικάς Σχολάς, δεν είναι απλώς το ορατόν σώμα, όπως συνηθίζομεν να λέγωμεν. Είναι τουναντίον πολυσύνθετος, αναγόμενος εις τέσσαρας κυρίας οντότητας:
1) Το κυρίως σώμα
2) Το είδωλον ή Κα.
3) Η καθ' αυτό ψυχή ή Βα. και
4) Η ζωτική και θεία πνοή ή Κου.
Μελετήσωμεν εν έκαστον των συστατικών τούτων ιδιαιτέρως.
Και όσον αφορά το πρώτον, το υλικόν σώμα, δεν υπάρχει λόγος να διατρίψωμεν επί πολύ. Είναι εκείνο το οποίον αντιλαμβανομεθα όλοι δια των κοινών ημών αισθητηρίων και όπερ εξετάζει η Επιστήμη.
Ως δεύτερον συστατικόν έρχεται το είδωλον ή, εις αιγυπτίαν γλώσσαν το Κα. Αποτελεί τούτο πιστήν εικόνα του ορατού σώματος, αλλ' είναι λεπτοτέρας συστάσεως, πράγμα το οποίον αναγκάζει αυτό να παραπένη δια τους πολλούς και δια τας συνήθεις περιστάσεις αόρατον. «Είναι κατά τον Maspero, η έγχρους πιστή αναπαράστασις του υλικού σώματος, αναπαράγουσα τούτο κατά γράμμα». Δια να συγχρονίσωμεν τους όρους και δώσωμεν εις τους ασχολουμένους με τον Αποκρυφισμόν βάσιν συγκρίσεως αυτών, θα είπωμεν ότι το σώμα τούτο είναι το είδωλον ή φάσμα των μαγνητιστών, το περίπνευμα των πνευματιστών, το αστρικόν σώμα του Μαρτινισμού και της Θεοσοφίας, το Νεφές της Καββάλας, το Εβέστρουμ του Παρακέλσου, το Αυγοειδές σώμα των Αλεξανδρινών φιλοσόφων. Είναι η αιτία πάντων των ψυχικών φαινομένων και δη της εις απόστασιν εκδηλώσεως του ατόμου, άνευ της μεσολαβήσεως του σώματός του των φαινομένων δηλ. τα οποία ονομάζομεν σήμερον τηλεπάθειαν, τηλεκινησίαν, ψυχοβογίαν και εκτοπλασμίαν. Είναι επίσης ο διαμορφωτικός παράγων του υλικού ημών σώματος, και το απαράγραπτον βιβλίον των πράξεών μας.
Τας τοιαύτας ιδιότητας του Κα φαίνεται ότιε εγνώριζον κατά βάθος οι Αιγύπτιοι ιερείς, δια τούτο δε βλέπομεν εις τας διαφόρους αναγλύφους παραστάσεις των ιερών τους, εικονιζόμενα πολλάκις δύο σώματα όμοια, εις την αυτήν στάσιν, με την διαφοράν ότι επί της κεφαλής του ακολουθούντος το πρώτον ανυψούται το χαρακτηριστικόν έμβλημα του Κα, ο ιερέας. Το Κα είναι ζων οργανισμός, τρεφόμενος, συμπαθών, αντιπαθών και εν γένει συμπεριφερόμενος ως ιδιαιτέρα τις ψυχική οντότης ανεξάρτητος του υλικού σώματος αν και ομοιάζη προς αυτό εξαιρετικά, δι' ον λόγον ανεφέραμεν. Κατά την διάρκειαν της ζωής του ανθρώπου, το Κα ευρίσκεται μακράν του σώματος «εις τον πολικόν αστέρα, τον διοικούμενον υπό της καλλιπαρείου θεάς Αθωρ» κατά την μυστικήν έκφρασιν των ιερογλύφων, μόνον δε η μαγική δύναμις ηδύνατο να φθάση μέχρις αυτού και το επικαλεσθή. Από της μακρυνής δε ταύτης και δυσπροσπελάστου γωνίας του Ουρανού επιστατεί επί της κανονικής λειτουργίας του επί γης σώματός του. Η παράδοσις αύτη, ως φαίνεται, είνα εικονική, αναφερομένη μάλλον προς την καταγωγήν της ουσίας του αστρικού σώματος, αποδίδουσα αυτώ σεληνιακήν και θηλείαν προέλευσιν, δεδομένου ότι η θεά Αθώρ, είναι σεληνιακή θεότης, ανάλογος προς την Ίσιδα εκπροσωπούσα τον Έρωτα και το κάλλος ήτοι την γονιμότητα. Δια τούτο δε και παρίσταται ενίοτε υπό το ιδεόγραφον δύο χειρών τεινομένων προς τα άνω υπό την μορφήν δράκοντος εν τέλει δε υπό την χαρακτηριστικήν μορφήν του ιερογλύφου της εικόνος 9β υπενθυμίζοντος την έννοιαν ότι η ζωογόνος αύτη δύναμις διέρχεται το σώμα, εισαγομένη δια του αυχενικού κέντρου. Εν κείμενον λέγει ότι ο Δημιουργός «έδωκε γένεσιν δια του λόγου του εις τα Κάου (πληθυντικός του Κα), ειρήνευσε τας εχθρικάς δυνάμεις και παρήγαγε τας ποικιλίας των τροφών (των Κάου) και των προσφορών, δημιουργών ούτω το αγαθόν και το κακόν». Βλέπομεν εκ της περικοπής ταύτης ότι εις την λέξιν Κα δίδεται συναφής έννοια προς την ζωτικήν, θρεπτικήν και συντηρητικήν αντίληψιν.
Το Κα μιας θεάς παρίσταται δια των δύο ανθρωπίνων χειρών και ενός όφεως. Το Κα ενός βασιλέως γράφεται ήδη από της αρχαιας δυναστείας, ως εν εικ. 9 γ εικονίζεται, συχνά δε ακόμη υπό την μορφήν δ, ήτις σημαίνει «το ζων Κα του βασιλέως». Τέλος εν Εντφού η ιδία αρχή του ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως «το φωτεινόν Κα» (ζ).
Εις τα κείμενα των Πυραμίδων «πηγαίνω προς το Κα μου» ισοδυναμεί προς το αποθνήσκω.
Εν συνόψει λοιπόν το Κα είναι ο φορεύς του αισθήματος, της επιθυμίας της θελήσεως. «Το Κα σου ευφραίνεται», «είναι ηυχαριστημένον», «πράττε ό,τι το Κα σου επιθυμεί» είναι συνηθέσταται φράσεις των επιγραφών των Πυραμίδων. Το Κα περαιτέρω αισθάνεται αποστροφήν, αηδίαν, φόβον, ευτυχίαν, αντιδρά προς την μουσικήν και το άσμα.
Αλλ' οι Αιγύπτιοι σοφοί δεν περιωρίσθησαν εις την αναγνώρισιν ενός ατομικού Κα εις τον άνθρωπον, αλλ' απέδωσαν προσέτι χαρακτηριστικόν Κα δια τας ομάδας ανθρώπων, δια τα ζώα, δια τας πόλεις, κράτη κ.κ., διετύπωσαν δηλ. εκείνο το οποίον οι νεώτεροι ερμητισταί απεκάλεσαν εγρηγορότα (egregores) και οι σημερινοί θεόσοφοι ομαδικάς ψυχάς (ames-groupe). Πολλά ακόμη θα ηδυνάμεθα να είπωμεν περί του περιφήμου αυτού συστατικού του ανθρώπου, του Κα, πλην ο περιωρισμένος χώρος μας αναγκάζει να παραπέμψωμεν τον αναγνώστην εις την σχετικήν βιβλιογραφίαν (1).
Εισερχόμεθα ήδη εις την έρευναν του τρίτου παράγοντος, της κυρίως ψυχής ή άλλως του Βα. Αποτελεί τούτο την κυρίως οντότητα του ανθρώπου, την κατευθύνουσαν τας κατωτέρας αρχάς προς υψηλάς ορμάς. Εν αυτώ εδρεύει το αίσθημα της αγάπης, ο ενθουσιασμός, η φαντασία κ.ο.κ. Είναι το υπεύθυνον των πράξεων του ανθρώπου, διότι μέλλει μετά θάνατον να δώση λόγον των πράξεών του ενώπιον του υπάτου συμβουλίου των θεών. Ενώ το Κα αποτελεί την ασυνείδητον αρχήν του ατόμου, το Βα έχει αναλάβει την συνειδητήν κατεύθυνσιν ολοκλήρου της οντότητος. Ενθυμούμεθα ότι το χαρακτηριστικόν ζώον του Κα είναι ο Ιέραξ. Το Βα κατ' αναλογίαν παρίσταται συμβολικώς δια του σοφού ίβεως, του ιερού πτηνού του Θευθ – Ερμού, ενίοτε παρισταμένου με κεφαλήν ανθρωπίνην.
Τέλος το Κου, η θεία πνοή, η απόρροια του θείου πνεύματος, είναι η υψίστη αρχή εξ ης ο άνθρωπος αποτελείται. Είναι η άμεσος απόρροια του υπάτου θεού Άμμωνος – Ρα, ήτις παρακολουθεί τας κατωτέρας αρχάς εν τη εξελίξει των, προσπαθούσα να αγάγη αυτάς εις αγαθόν λιμένα. Ευτυχής ο μύστης όστις ήθελεν ακολουθήση τας υποδείξεις και προτροπάς του: έμελλεν αμέσως μετά τον θάνατόν του να αχθή από τον μεταβλητόν κόσμον, εις αυτήν ταύτην την καρδίαν του Οσίριδος, εις τον υπό του πραγματικού Ηλίου φωτιζόμενον κόσμον.

_____________
(1) Al. Moret: Mysteres Egyptiens σελ. 199 κ.εφ. Paris
Maspero: Hist. d. Ancients peuples d' Orient I. 258 κ.εφ.
H. Durville: La Science Secrete σελ. 149 κ.εφ.
Der Ka: Εν τω περιοδικώ “Saturn Gnosis” Ιούλιος 1928, Berlin


ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ Νο 003
Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΟΞΟΝ - Ambrose Bierce



«Σοβαρολογείς; Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως είναι δυνατόν να σκέφτεται μια
μηχανή;»
∆εν πήρα απάντηση αμέσως ̇ ο Μόξον φαινόταν αφοσιωμένος στα κάρβουνα
πάνω στην σχάρα του τζακιού, σκαλίζοντάς τα επιδέξια, μέχρι που έδειξαν να
ανταποκρίνονται στην προσοχή του, ανάβοντας ζωηρά. Απ’ εδώ και μερικές
εβδομάδες, παρατήρησα πως είχε αποκτήσει την συνήθεια ν’ αργεί ν’ απαντήσει
ακόμη και στις πιο κοινότοπες ερωτήσεις. Το ύφος του όμως έδειχνε πως μάλλον
ήταν απορροφημένος από κάτι άλλο, παρά συνειδητά επιφυλακτικός. Θα μπορούσε
να πει κανείς πως «κάτι τον απασχολούσε».
«Τι είναι ‘μηχανή’;» είπε σε λίγο. «Η λέξη αυτή έχει οριστεί με πολύ
διαφορετικούς τρόπους. Ιδού ένας μόνο ορισμός από κάποιο όχι ιδιαίτερα δημοφιλές
λεξικό: ‘Οποιοδήποτε όργανο ή συνδυασμός οργάνων, μέσω των οποίων η
εφαρμοζόμενη δύναμη μετατρέπεται σε ενέργεια ή παράγει το επιθυμητό
αποτέλεσμα’. Μήπως λοιπόν, με βάση αυτόν τον ορισμό, ο άνθρωπος δεν είναι
μηχανή; Και ο άνθρωπος σκέπτεται, ή τουλάχιστον νομίζει πως σκέπτεται. Αυτό δεν
μπορείς να το αμφισβητήσεις».
«Αν δεν θέλεις ν’ απαντήσεις στην ερώτησή μου, μπορείς να το πεις καθαρά»
είπα, μάλλον εκνευρισμένος. «Τα παραπάνω δεν είναι παρά υπεκφυγές. Ξέρεις πολύ
καλά πως όταν λέω ‘μηχανή’ δεν εννοώ άνθρωπος, αλλά κάτι που ο άνθρωπος έχει
κατασκευάσει και ελέγχει».
«Όταν δεν τον ελέγχει» μουρμούρισε, καθώς σηκωνόταν και κάρφωνε το
βλέμμα του στο παράθυρο, πίσω από το οποίο απλωνόταν μόνο το αδιαπέραστο
σκοτάδι της νυχτερινής καταιγίδας. Μια στιγμή αργότερα, γύρισε και μου είπε
χαμογελώντας: «Με συγχωρείς ̇ δεν πέρασε από το μυαλό μου να ξεφύγω την
ερώτηση. Απλά θεώρησα πως αυτό που ασυναίσθητα δήλωνε ο λεξικογράφος
παρέπεμπε σε κάτι χρήσιμο, κι έτσι το ανέφερα. Μπορώ να δώσω μια καθαρή
απάντηση στην ερώτησή σου. Λοιπόν, πιστεύω πως μια μηχανή σκέπτεται
οπωσδήποτε σε σχέση με την εργασία την οποία εκτελεί».
Αυτή ήταν μια αρκετά καθαρή απάντηση. Όχι όμως και ευχάριστη, δεδομένου ότι
κατά κάποιον τρόπο επιβεβαίωνε την θλιβερή υποψία πως η αφοσίωση του Μόξον
στις θεωρητικές και εργαστηριακές μελέτες του, του είχε κάνει κακό. Ήξερα,
σίγουρα, πως υπέφερε από αϋπνίες, κι αυτό ήταν ήδη σοβαρό πρόβλημα. Να τον είχε
επηρεάσει άραγε τόσο πολύ; Η απάντηση του φίλου μου, μου φάνηκε σαν άμεση
απόδειξη. Τώρα, θα έκανα οπωσδήποτε και άλλες σκέψεις, αλλά τότε ήμουν
νεότερος, κι ένα από τα προνόμια της νεότητας είναι η άγνοια. Λοιπόν, είχα σοβαρό
κίνητρο για να τον αμφισβητήσω.
«Και με τι σκέπτεται, παρακαλώ, αφού δεν έχει νου;» του αντέτεινα.
Η απάντηση, που ήρθε με λιγότερη από την συνηθισμένη πια αργοπορία, είχε
την μορφή ερώτησης ̇ πράγμα ιδιαίτερα προσφιλές, στον φίλο μου:
«Με τι σκέπτεται ένα φυτό, αφού δεν διαθέτει νου;»
«Σωστά. Με τι αναπτύσσουν φιλοσοφική σκέψη τα φυτά; ∆ιότι βέβαια είναι
φιλόσοφοι! Και μια που το ’φερε ο λόγος, πολύ θα ήθελα να γνωρίζω μερικά από τα
συμπεράσματα στα οποία έχουν καταλήξει. Τις συλλογιστικές προκείμενες μπορείς
να τις παραλήψεις».
∆εν φάνηκε να κάμπτεται από την ανόητη ειρωνεία μου.
«Μπορείς κάλλιστα να συμπεράνεις την απόλυτη βεβαιότητά τους, από τον τρόπο με
τον οποίο ενεργούν» αποκρίθηκε. «Θα σε απαλλάξω από τα γνωστά παραδείγματα
της τόσο ευαίσθητης μιμόζας, των εντομοφάγων φυτών, καθώς κι εκείνων που
γέρνουν τους στήμονές τους, ρίχνοντας γύρη επάνω στις μέλισσες, ώστε να
μπορέσουν να γονιμοποιήσουν τους πλέον μακρινούς συντρόφους τους. Πρόσεξε
όμως το παρακάτω. Σ’ ένα εντελώς γυμνό από οποιοδήποτε αντικείμενο τμήμα του
κήπου μου, φύτεψα ένα αναρριχητικό κλήμα. Μόλις πρόβαλε από την γη, κάρφωσα
έναν πάσαλο, σε απόσταση ενός μέτρου από την ρίζα. Το κλήμα άρχισε να
αναπτύσσεται προς την κατεύθυνση του πασάλου. Λίγο πριν τον φτάσει, τον
μετακίνησα κατά μερικά μέτρα. Το κλήμα άλλαξε αμέσως πορεία. Έκανε μιαν οξεία
γωνία και κατευθύνθηκε πάλι προς τον πάσαλο. Ο ελιγμός επαναλήφθηκε αρκετές
φορές, όμως στο τέλος, σαν να αποθαρρύνθηκε, εγκατέλειψε το κυνηγητό του
πασάλου, και στράφηκε προς την κατεύθυνση κάποιου μικρού δένδρου, που
βρισκόταν λίγο μακρύτερα, καταφέρνοντας τελικά να αναρριχηθεί σ’ αυτό.
»Οι ρίζες του ευκαλύπτου διανύουν τεράστιες αποστάσεις, αναζητώντας υγρασία.
Κάποιος γνωστός φυτολόγος αναφέρει περίπτωση ευκαλύπτου, του οποίου οι ρίζες
ακολούθησαν έναν παλιό αγωγό αποχέτευσης. Όταν συνάντησαν τον τοίχο που είχε
χτιστεί εκ των υστέρων, χωρίζοντάς τον κάθετα, άλλαξαν πορεία. Ακολούθησαν
πέτρα-πέτρα τον τοίχο, ανακάλυψαν κάποιο σημείο στο οποίο η πέτρες είχαν
μετακινηθεί, τρύπωσαν, βγήκαν από την άλλη πλευρά και ξανασυνάντησαν τον
άχρηστο αγωγό, συνεχίζοντας το ταξίδι τους».
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνεις την σημασία του; Αποδεικνύει την
ύπαρξη συνείδησης στα φυτά. Αποδεικνύει πως σκέπτονται».
«Ακόμη κι αν είναι έτσι, τι σχέση έχει με την κουβέντα μας; ∆εν μιλούσαμε
για τα φυτά, αλλά για τις μηχανές. Οι μηχανές μπορεί να είναι φτιαγμένες εν μέρη
από ξύλο - που όμως είναι πια νεκρό – ή εξ ολοκλήρου από μέταλλο. Η μήπως η
σκέψη είναι και γνώρισμα του βασιλείου των ορυκτών;»
«Και πώς εξηγείς τα φαινόμενα της κρυστάλλωσης;»
«∆εν τα εξηγώ».
«Επειδή δεν μπορείς να το κάνεις, χωρίς να επιβεβαιώσεις αυτό που αρνείσαι,
την νοήμονα συνεργασία των συστατικών στοιχείων των κρυστάλλων, δηλαδή. Όταν
οι στρατιώτες παρατάσσονται με συγκεκριμένο τρόπο ή αφήνουν κενά μεταξύ των
παρατάξεων, λες πως ενεργούν λογικά. Όταν ένα κοπάδι άγριες χήνες πετούν σε
σχήμα «Βε» [V], λες πως το κάνουν από ένστικτο. Όταν όμως τα ομοιογενή άτομα
ενός ορυκτού, που κινούνται ελευθέρα μέσα σε κάποιο υγρό, δημιουργούν
μαθηματικά τέλειους σχηματισμούς, η τεμάχια παγωμένου υγρού, ανάλογα με τις
τόσο συμμετρικές και όμορφες χιονονιφάδες, δεν έχεις να πεις τίποτε. ∆εν διαθέτεις
καν ένα όνομα για να συγκαλύψεις τον επικό παραλογισμό σου».
Ο Μόξον μιλούσε με ασυνήθιστη ζωντάνια και σοβαρότητα. Όταν έπαψε,
άκουσα να έρχεται από το διπλανό δωμάτιο - στο οποίο γνώριζα πως βρισκόταν το
εργαστήριό του, και δεν επιτρεπόταν να μπει κανείς εκτός από τον ίδιο – έναν
παράξενο, βαρύ ήχο, σαν κάποιος να χτυπούσε με δύναμη την γροθιά του σε τραπέζι.
Ταυτόχρονα, τον άκουσε και ο Μόξον. Σηκώθηκε φανερά εκνευρισμένος και μπήκε
βιαστικά στο εργαστήριο. Μου φάνηκε περίεργο να βρίσκεται κάποιος άλλος εκεί
μέσα. Τόσο το ενδιαφέρον για τον φίλο μου, όσο και μια - ομολογουμένως
αδικαιολόγητη - περιέργεια με ανάγκασαν να εντείνω την ακοή μου, αν και ευτυχώς
δεν έφτασα μέχρι την κλειδαρότρυπα. Ήχοι συγκεχυμένοι - σαν να γινόταν πάλη -
έσεισαν το πάτωμα. Άκουσα καθαρά βαριές ανάσες και κάποιον να μουρμουρίζει
βραχνά «Ανάθεμά σε!». Ύστερα έγινε σιωπή, και ξαναφάνηκε ο Μόξον, λέγοντάς
μου με ένα μάλλον θλιμμένο χαμόγελο:
«Με συγχωρείς που σε άφησα μόνο τόσο απότομα. Έχω μια μηχανή εκεί
μέσα, που έχασε την αυτοκυριαρχία της και αγρίεψε».
Το βλέμμα μου καρφώθηκε στο αριστερό του μάγουλο. Είχε τέσσερις
παράλληλες ματωμένες χαρακιές.
«∆εν θα ήταν καλύτερα να έκοβε τα νύχια της;» του είπα.
Θα μπορούσα να είχα παραλείψει το αστείο ̇ δεν το άκουσε καν. Κάθισε στην
ίδια καρέκλα, και συνέχισε τον μονόλογό του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε στο
μεταξύ:
«Αναμφίβολα, δεν επιδοκιμάζεις τις απόψεις εκείνων (δεν χρειάζεται να τους
κατονομάσω σ’ έναν άνθρωπο με τα δικά σου διαβάσματα) που δίδαξαν πως η ύλη
διαθέτει αισθητικότητα, και πως κάθε άτομό της είναι μια ζωντανή ύπαρξη με
αισθήσεις και συνείδηση. Εγώ, αντίθετα, τους επιδοκιμάζω. ∆εν υπάρχει νεκρή,
αδρανής ύλη. Τα πάντα είναι ζωντανά. Το κάθε τι διαθέτει την δική του ζωτικότητα ̇
έκδηλη ή λανθάνουσα. Όλα έχουν αντίληψη των δυνάμεων που ασκούνται στο
περιβάλλον τους, και είναι ευάλωτα στην επαφή τους με άλλες, ισχυρότερες και
ικανότερες δυνάμεις, που ενυπάρχουν σε ανώτερους οργανικούς σχηματισμούς, όπως
οι άνθρωποι, ο οποίοι τα μεταβάλλουν σε όργανα της βούλησής τους. Η ύλη
απορροφά μέρος της ανθρώπινης ευφυΐας και των ανθρωπίνων προθέσεων, ανάλογα
με την λιγότερο ή περισσότερο σύνθετη μηχανή που προκύπτει από την ανθρώπινη
δραστηριότητα.
«Μήπως θυμάσαι τον ορισμό του Χέρμπερτ Σπένσερ1 για την «Ζωή»; Τον
διάβασα πριν από τριάντα χρόνια. Μπορεί να τον διαφοροποίησε στο μεταξύ – απ’
όσο τουλάχιστον γνωρίζω – αλλά όλον αυτόν τον καιρό δεν μπόρεσα να βρω μια
λέξη που θα μπορούσε να προστεθεί ή να αφαιρεθεί. Μου φαίνεται όχι μόνο ο
καλύτερος, αλλά και ο μόνος δυνατός.
»‘Η Ζωή’ λέει, ‘είναι ένας αυστηρά καθορισμένος συνδυασμός ετερόκλητων
μεταβολών, ταυτόχρονων και διαδοχικών ταυτοχρόνως, σε πλήρη αντιστοιχία με
εξωτερικές συνυπάρξεις και αλληλουχίες’».
«Αυτό ορίζει το φαινόμενο, μα δεν κάνει λόγο για την αιτία του» είπα.
«Αυτό» αντέτεινε, «είναι όλο κι όλο που μπορεί να κάνει ένας ορισμός. is all Όπως
επισημαίνει ο Μιλ2 δεν γνωρίζουμε για την αιτία παρά μόνο πως προηγείται, και δεν
γνωρίζουμε για το αποτέλεσμα παρά μόνο πως έπεται. Σε ορισμένα φαινόμενα, το
ένα δεν συμβαίνει χωρίς κάτι άλλο, διαφορετικό. Αυτό που προηγείται χρονικά το
ονομάζουμε αιτία, και αυτό που έπεται, αποτέλεσμα. Αν κάποιος έχει δει πολλές
φορές σκύλους να καταδιώκουν λαγούς, αλλά δεν είδε ποτέ χωριστά ούτε σκύλους
ούτε λαγούς, θα έχει σχηματίσει οπωσδήποτε την εντύπωση πως οι λαγοί είναι οι
αιτίες των σκύλων».
«Όμως, πολύ φοβάμαι» πρόσθεσε γελώντας αρκετά φυσικά, «πως ο λαγός
μου με οδηγεί πολύ μακριά από τα ίχνη του νόμιμου θηράματός μου. Εντρυφώ στην
απόλαυση του κυνηγίου, αυτή καθαυτή. Αυτό που θέλω να προσέξεις, είναι πως στον
ορισμό που δίνει ο Σπένσερ για την «Ζωή» περιλαμβάνεται η δραστηριότητα μιας
μηχανής. ∆εν υπάρχει τίποτε μέσα του που να μην εφαρμόζεται στην περίπτωση
οποιασδήποτε μηχανής. Σύμφωνα με τους ευφυέστερους και πλέον βαθυστόχαστους
διανοητές, όταν ένας ζωντανός άνθρωπος βρίσκεται σε πλήρη δράση, δεν διαφέρει σε
τίποτε από μια μηχανή που λειτουργεί. Ως σχεδιαστής και κατασκευαστής μηχανών,
γνωρίζω πως αυτό είναι απόλυτα αληθές».
Ο Μόξον έμεινε σιωπηλός – ώρα πολλή - κοιτάζοντας την φωτιά. Η ήταν
αργά, και σκέφτηκα πως θα έπρεπε να πηγαίνω σιγά-σιγά, μα δεν μου άρεσε η ιδέα
να τον αφήσω σ’ αυτό το έρημο κι απομακρυσμένο σπίτι, με μόνη συντροφιά ένα
πρόσωπο, για το οποίο είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ήταν εχθρικό, ίσως και
κακόβουλο. Γέρνοντας προς το μέρος του, τον κοίταξα ίσια στα μάτια, ενώ
ταυτόχρονα έδειξα με το χέρι μου προς την πλευρά του εργαστηρίου.
«Μόξον, ποιον έχεις εκεί μέσα;» του είπα.
Εκπλήσσοντάς με, κατά κάποιον τρόπο, γέλασε ευχάριστα και απάντησε
δίχως τον παραμικρό δισταγμό:
«Κανέναν. Το περιστατικό που έχεις στο μυαλό σου, προκλήθηκε από την
απερισκεψία μου ν’ αφήσω αναμμένη μια μηχανή, χωρίς να έχει κάτι να κάνει, ενώ
καταπιανόμουν με το ατελεύτητο εγχείρημα να σε διαφωτίσω. Έτυχε μήπως ν’
ακούσεις ποτέ πως η Συνείδηση είναι δημιούργημα του Ρυθμού;»
«∆εν πάνε να κουρεύονται και τα δυο!» απάντησα, καθώς σηκωνόμουν κι
άρπαζα το παλτό μου. «Θα σε καληνυχτίσω, και επιπλέον θα σου ευχηθώ την
επόμενη φορά που θ’ αφήσεις την μηχανή σου αδικαιολόγητα αναμμένη, να φορά
τουλάχιστον τα γάντια της».
Χωρίς να περιμένω να δω το αποτέλεσμα της «βολής» μου, εγκατέλειψα το
σπίτι..
Έβρεχε, και το σκοτάδι ήταν αδιαπέραστο. Πέρα, μακριά, πάνω απ’ τους λόφους
προς τους οποίους κατευθυνόμουν σαν τυφλός, τρεκλίζοντας στα σαθρά σανίδια των
πεζοδρομίων και τους καταλασπωμένους δρόμους, ο ουρανός χάραζε από την αμυδρή
ανταύγεια των φαναριών της πόλης. Ήταν εκεί, μπορούσα να την δω. Πίσω μου όμως
δεν έβλεπα παρά ένα και μόνο παράθυρο από το σπίτι του Μόξον. Μου φάνηκε πως
έφεγγε μ’ ένα μυστηριώδες, δυσοίωνο νόημα. Ήξερα πως επρόκειτο για έναν φεγγίτη,
χωρίς κουρτίνα, στο «εργαστήριο» του φίλου μου, και πως τώρα θα είχε επιστρέψει –
το δίχως άλλο – στις μελέτες, που εγκατέλειψε, προκειμένου ν’ αναλάβει καθήκοντα
διδασκάλου της μηχανικής συνείδησης και της πατρότητας του Ρυθμού.
Όσο
παράξενες – και αστείες εν μέρει – κι αν μου φαίνονταν οι πεποιθήσεις του, δεν
μπορούσα ν’ απαλλαγώ εντελώς από την αίσθηση πως είχαν κάποια τραγική σχέση
με την ζωή, τον χαρακτήρα, και ίσως-ίσως με το ίδιο το πεπρωμένο του, παρόλο που
δεν πίστευα πια πως αποτελούσαν προϊόντα ενός διαταραγμένου νου. Όποιες και να
ήταν οι σκέψεις που δημιουργούσαν οι απόψεις του, ο τρόπος με τον οποίο τις
εξέθετε ήταν εξαιρετικά λογικός. Τα τελευταία του λόγια, δεν έλεγαν να φύγουν από
το μυαλό μου: «Η Συνείδηση είναι δημιούργημα του Ρυθμού». Μια απλή, λακωνική
δήλωση, που τώρα την έβρισκα εξαιρετικά ελκυστική. Κάθε φορά που επανερχόταν
στην μνήμη μου, πλάταινε σε νόημα και βάθαινε σε υποβλητικότητα. Ε, λοιπόν, εδώ
(σκέφτηκα) βρίσκεται το θεμέλιο μιας φιλοσοφίας. Αν η Συνείδηση είναι
δημιούργημα του Ρυθμού, όλα ∆ΙΑΘΕΤΟΥΝ συνείδηση, δεδομένου ότι τα πάντα
κινούνται, και κάθε κίνηση έχει Ρυθμό. Αναρωτήθηκα κατά πόσον ο Μοξον γνώριζε
την σπουδαιότητα και το βάθος της σκέψης του, την έκταση αυτής της βαρυσήμαντης
γενίκευσης, ή αν είχε φτάσει στην φιλοσοφική του πεποίθηση μέσω του οδυνηρού και
αβέβαιου δρόμου της παρατήρησης.
Η πίστη αυτή ήταν καινούργια για μένα, και οι εξηγήσεις του Μόξον δεν
είχαν καταφέρει να με πείσουν. Τώρα όμως, μου φάνηκε σαν ν’ άστραψε γύρω μου
ένα φως, σαν και κείνο που έπεσε πάνω στον Σαούλ από την Ταρσό3, κι εκεί, μέσα
στην καταιγίδα, το σκοτάδι και την ερημιά, βίωσα ό,τι ο Λιούις4 ονομάζει «Απέραντη
έκταση και ένταση του φιλοσοφικού στοχασμού». Αγαλλίασα, πλημμυρισμένος από
μια νέα αίσθηση της δύναμης της γνώσης, μια νέα βεβαιότητα για την αξία της
λογικής. Τα πόδια μου δεν πατούσαν πια στην γη. Ήταν σαν μα με σήκωναν αόρατα
φτερά.
Ενδίδοντας στην παρόρμηση να αναζητήσω περισσότερο φως από εκείνον,
τον οποίο τώρα πια θεωρούσα δάσκαλο και οδηγό μου, είχα ήδη κάνει ακούσια
μεταβολή, και πριν καλά-καλά το καταλάβω, βρισκόμουν πάλι μπροστά στην πόρτα
του σπιτιού του. Η βροχή με είχε μουσκέψει, μα δεν με πείραζε. Αδυνατώντας, μέσα
στην ταραχή μου, να βρω το κουδούνι, δοκίμασα ενστικτωδώς το πόμολο. Γύρισε,
μπήκα μέσα και ανέβηκα τις σκάλες, κατευθυνόμενος προς το δωμάτιο που μόλις
πριν λίγο είχα αφήσει. Παντού σκοτάδι και ησυχία ̇ ο Μόξον – όπως ακριβώς είχα
υποθέσει – βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο, στο «εργαστήριο». Ακολουθώντας
ψηλαφητά τον τοίχο, βρήκα την μεσόπορτα και χτύπησα δυνατά μερικές φορές, μα
δεν πήρα απάντηση, γεγονός που απέδωσα στην βροντερή μανία της μπόρας. Ο
άνεμος ούρλιαζε και η βροχή χτυπούσε με ορμή στους τοίχους του σπιτιού. Η
κεραμοσκεπή αντηχούσε ολόκληρη, και καθώς η οροφή του δωματίου δεν είχε
επένδυση, ο θόρυβος ήταν απίστευτος.
∆εν με είχε καλέσει ποτέ στο εργαστήριο. Στην πραγματικότητα, μου είχε
απαγορεύσει την είσοδο, όπως σε οποιονδήποτε άλλον, με μοναδική εξαίρεση
κάποιον ειδικευμένο μεταλλοτεχνίτη, για τον οποίο δεν γνώριζα παρά μόνο πως τον
έλεγαν Χάλεϊ, και είχε το συνήθειο να σιωπά. Όμως μέσα στην τόση πνευματική
αγαλλίαση που ένιωθα, η διακριτικότητα και η ευγένεια που με διέκρινα, πήγαν
περίπατο. Άνοιξα την πόρτα. Αυτό που είδα ξερίζωσε από μέσα μου κάθε φιλοσοφική
διάθεση, την ίδια στιγμή.
Ο Μόξον καθόταν, με το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος μου, στην
απέναντι πλευρά ενός μικρού τραπεζιού, πάνω στο οποίο βρισκόταν το ένα και
μοναδικό κερί, που φώτιζε υποτονικά το δωμάτιο. Απέναντί του, με την πλάτη
γυρισμένη σε μένα, καθόταν ένα άλλο άτομο. Ανάμεσά τους υπήρχε ένα σκάκι. Οι
δύο άνδρες έπαιζαν. Γνώριζα ελάχιστα από σκάκι, αλλά τα ελάχιστα πιόνια που είχαν
απομείνει έδειχναν πως το παιχνίδι πλησίαζε στο τέλος του. Ο Μόξον έδειχνε ζωηρό
ενδιαφέρον, όχι τόσο για το παιχνίδι, όσο για τον αντίπαλό του. Έτσι μου φάνηκε
εκείνη την στιγμή. Είχε το βλέμμα καρφωμένο πάνω του τόσο έντονα, ώστε παρόλο
που στεκόμουν όρθιος στο κέντρο του οπτικού του πεδίου, δεν με πρόσεξε καν. Το
πρόσωπό του ήταν τρομακτικά ωχρό και τα μάτια του έλαμπαν σαν διαμάντια. Από
τον αντίπαλό του δεν έβλεπα παρά την πλάτη. Αρκούσε αυτό. ∆εν θα έπρεπε καν να
ενδιαφερθώ για το πρόσωπό του.
Εκ πρώτης όψεως, ήταν όχι πάνω από δυόμισι μέτρα ψηλός, με αναλογίες
γορίλα: τρομακτικά φαρδείς ώμους, χοντρό λαιμό, πλατύ, κοντόχοντρο κεφάλι μ’
έναν μπερδεμένο όγκο μαλλιών στην κορυφή του κι ένα βυσσινί φέσι. Ένας χιτώνας
ίδιου χρώματος, δεμένος σφιχτά στην μέση, ακουμπούσε στο κάθισμα, που κατά τα
φαινόμενα ήταν κασόνι. Τα πόδια του δεν φαίνονταν. Το αριστερό του χέρι
αναπαυόταν στην ποδιά του. Μετακινούσε τα πιόνια με το δεξί, που φαινόταν
δυσανάλογα μακρύ.
Υποχώρησα και στάθηκα στην σκιά της εισόδου. Τώρα, αν ο Μόξον κοίταζε
πέρα από το πρόσωπο του αντιπάλου του, δεν θα έβλεπε παρά το άνοιγμα της πόρτας.
Κάτι με εμπόδιζε να δηλώσω την παρουσία μου, μα και να φύγω. Το άγνωστης
προέλευσης συναίσθημα πως ήμουν παρών σε μιαν επικείμενα τραγωδία, και πως
ίσως βοηθούσα τον φίλο μου, με καθήλωνε εκεί. ∆εν μπορούσα να κάνω βήμα, αν και
χρειάστηκε να καταστείλω την εσωτερική μου εξέγερση ενάντια στην αγένεια της
πράξης μου.
Το παιχνίδι ήταν γρήγορο. Ο Μόξον καν δεν κοιτούσε την σκακιέρα, πριν
κάνει την επόμενη κίνηση. Στα άπειρα μάτια μου φαινόταν να μετακινεί κάθε φορά
το πιόνι που βρισκόταν πιο κοντά στο χέρι του, με κινήσεις γρήγορες, νευρικές και
ανακριβείς. Η ανταπόκριση του αντιπάλου του, αν και εξίσου άμεση στην αρχή,
γινόταν με μιαν αργή, τυποποιημένη και κάπως θεατρική κίνηση του χεριού του, που
δοκίμαζε οδυνηρά την υπομονή μου. Υπήρχε κάτι αλλόκοτο σ’ αυτό, και συνέλαβα
τον εαυτό μου να ανατριχιάζει. Όμως ήμουν βρεγμένος και παγωμένος.
∆ύο ή τρεις φορές μετά από την μετακίνηση κάποιου πιονιού, ο άγνωστος
έγερνε ελαφρά το κεφάλι, και παρατήρησα πως ο Μόξον άλλαζε συνεχώς θέση στον
Βασιλιά του. Ξαφνικά, έκανα την σκέψη πως ο αντίπαλος μπορεί να ήταν πνευματικά
καθυστερημένος. Ύστερα, πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα πως μπορεί να επρόκειτο
για μηχανή: ένα αυτόματο-σκακιστής! Θυμήθηκα πως κάποτε ο Μόξον μου είχε πει
ότι επινόησε μια τέτοια μηχανή, αλλά δεν ήξερα ότι την είχε κατασκευάσει κιόλας.
Λοιπόν, η κουβέντα για την συνείδηση και τις διανοητικές ικανότητες των μηχανών,
δεν ήταν παρά μια εισαγωγή στην ενδεχόμενη παρουσίαση αυτής της εφεύρεσης, ένα
τέχνασμα για να ενισχύσει την επίδραση που θα ασκούσε στην άγνοιά μου το μυστικό
του μηχανισμού της;
Ωραίο τέλος είχε η διανοητική παραφορά μου, όλη εκείνη η «Απέραντη
έκταση και ένταση του φιλοσοφικού στοχασμού»! Ετοιμάστηκα να αποχωρήσω
αγανακτισμένος, όταν συνέβη κάτι που τράβηξε την προσοχή μου. Παρατήρησα πως
το «Πράγμα» σήκωσε τους τεράστιους ώμους του, σαν να είχε εκνευριστεί. Ήταν
τόσο φυσική, τόσο απόλυτα ανθρώπινη εκείνη η κίνηση, ώστε με βάση όλα όσα
σκεφτόμουν προηγουμένως, ξαφνιάστηκα. Άλλωστε, μια στιγμή αργότερα το
«Πράγμα» χτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι. Στην χειρονομία αυτή, ο Μόξον
φάνηκε να ξαφνιάζεται περισσότερο από μένα. Έσπρωξε την καρέκλα του ελαφρά
προς τα πίσω, σαν να ένιωσε κίνδυνο.
Σε λίγο, ήταν σειρά του να παίξει. Σήκωσε το χέρι ψηλά πάνω από την
σκακιέρα, όρμησε σ’ ένα πιόνι σαν αρπακτικό, και αναφωνώντας «Ματ!», βρέθηκε
όρθιος πίσω από την καρέκλα. Το αυτόματο ακινητούσε.
Τώρα ο άνεμος είχε κοπάσει, αλλά κατά διαστήματα που ολοένα μίκραιναν
άκουγα τα μπουμπουνητά και τις εκκενώσεις των κεραυνών. Στο μεταξύ,
συνειδητοποίησα πως άκουγα και κάτι άλλο: ένα υπόκωφο βουητό, έναν βόμβο που
δυνάμωνε κατά διαστήματα, όπως και οι βροντές της μπόρας. Έδειχνε να έρχεται από
το σώμα του αυτόματου, και ήταν περιστροφή τροχών, το δίχως άλλο. Μου έδωσε
την εντύπωση ενός μηχανισμού που δυσλειτουργούσε, έχοντας ξεφύγει από το
πλαίσιο της συστηματοποιημένης ενέργειάς του. Πριν προλάβω να κάνω δεύτερες
σκέψεις, η προσοχή μου συγκεντρώθηκε στις παράξενες κινήσεις του αυτόματου.
Φαινόταν να έχει καταληφθεί από ανεπαίσθητους αλλά συνεχείς σπασμούς. Το σώμα
και το κεφάλι του έτρεμαν, σαν τα μάλη κάποιου που πάσχει από πάρεση ή θέρμες.
Οι κινήσεις του γίνονταν όλο και πιο σπασμωδικές, όλο και πιο έντονες, ώσπου στο
τέλος συγκλονιζόταν ολόκληρο. Ξαφνικά, πετάχτηκε όρθιο, και με μια κίνηση
απίστευτα γρήγορη ακόμη και για το πιο ασκημένο βλέμμα, χίμηξε πάνω από το
τραπέζι και την καρέκλα, με τα χέρια μπροστά, σαν δύτης που ρίχνεται στο νερό. Ο
Μόξον προσπάθησε να φυλαχτεί αλλά ήταν πολύ αργά. Είδα τα χέρια του φοβερού
πλάσματος να κλείνουν γύρω στον λαιμό του δημιουργού του και τα χέρια του Μόξον
ν’ αρπάζουν τους καρπούς του. Το τραπέζι αναποδογύρισε, παρασύροντας μαζί του
το κερί. Τα πάντα βυθίστηκαν σε απόλυτο σκοτάδι. Ωστόσο, οι θόρυβοι της πάλης
ήταν φοβερά καθαροί, κι ακόμη πιο φοβεροί ήταν οι βραχνοί, στριγκοί ήχοι του
άντρα που πνιγόταν, που πάσχιζε να πάρει ανάσα. Καθοδηγημένος από την
κολασμένη φασαρία, όρμησα να σώσω τον φίλο μου. Αλλά με την πρώτη δρασκελιά,
το δωμάτιο έλαμψε ολόκληρο από ένα εκτυφλωτικό κατάλευκο φως, που χάραξε στο
μυαλό, την καρδιά και την μνήμη μου την εικόνα των δυο πλασμάτων, που πάλευαν
στο πάτωμα. Ο Μόξον από κάτω, με τον λαιμό ακόμη στην μέγγενη των μεταλλικών
χεριών, το κεφάλι ριγμένο πίσω, τα μάτια γουρλωμένα, και την γλώσσα πεταγμένη
έξω από τ’ ορθάνοιχτο στόμα του. Μετά - Τι τρομερή αντίθεση! – το πρόσωπο του
δολοφόνου του, με μιαν έκφραση γαλήνιου και βαθύ στοχασμού, σαν να έλυνε ένα
σκακιστικό πρόβλημα! Αυτό πρόλαβα να δω. Ακολούθησαν σκοτάδι ̇ σκοτάδι και
ύστερα σιωπή. και η σιωπή. να εκτελούσε κατάδυση έσχιζαν την ατμόσφαιρα.
Βρήκα τις αισθήσεις μου τρεις μέρες αργότερα σ’ ένα νοσοκομείο. Καθώς η
ανάμνηση εκείνης της τραγικής νύχτας ξεδιπλωνόταν σιγά-σιγά στο πονεμένο μυαλό
μου, αναγνώρισα στον άνθρωπο που με φρόντιζε τον έμπιστο συνεργάτη του Μόξον,
τον Χάλεϊ. Αντιδρώντας στο βλέμμα μου, πλησίασε χαμογελαστός.
«Πες μου τι έγινε» κατάφερα να του πω με φωνή μισοσβησμένη. «Πες τα μου
όλα».
«Βεβαίως» είπε εκείνος. «Μεταφέρθηκες εδώ αναίσθητος, από κάποιο σπίτι
που είχε πιάσει φωτιά... Από το σπίτι του Μόξον. Κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκες
εκεί. Ίσως χρειαστεί να δώσεις ορισμένες εξηγήσεις. Ούτε για την αιτία της
πυρκαγιές γνωρίζει κανείς τίποτε. Κατά την γνώμη μου, το σπίτι χτυπήθηκε από
κεραυνό».
«Κι ο Μόξον;»
«Τον κηδέψαμε χθες ̇ τα απομεινάρια του, δηλαδή».
Κατά τα φαινόμενα, το λιγομίλητο αυτό άτομο, μπορούσε περιστασιακά να
ξανοίγεται. Ιδίως όταν έδινε συνταρακτικές πληροφορίες σε αρρώστους γινόταν
εξαιρετικά καταδεκτικός.
Μετά από μερικές στιγμές οξύτατου πνευματικού
μαρτυρίου, αποπειράθηκα μιαν ακόμη ερώτηση:
«Ποιος με έσωσε;»
«Λοιπόν, αφού σε ενδιαφέρει, εγώ σε έσωσα».
«Σ’ ευχαριστώ Κύριε Χάλεϊ. Είθε ο Θεός να σ’ ευλογεί γι’ αυτή σου την
πράξη. Έσωσες κι εκείνο το γοητευτικό προϊόν της τέχνης σου, το αυτόματο-
σκακιστή που δολοφόνησε τον εφευρέτη του;»
Ο άντρας έμεινε βουβός αρκετή ώρα, αποφεύγοντας να με κοιτάξει. Ύστερα
γύρισε και είπε σοβαρά:
«Ώστε το ξέρεις!»
«Το ξέρω» απάντησα. «Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια μου».
Όλα αυτά έγιναν πριν από πολλά-πολλά χρόνια. Αν με ρωτούσαν σήμερα, δεν
θα απαντούσα με τόση σιγουριά.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Χέρμπερτ Σπένσερ [Herbert Spencer, 1820-1903]. Άγγλος βιολόγος, φιλόσοφος και
κοινωνιολόγος. Σημαντικός εκπρόσωπος της οργανικής θεωρίας για την κοινωνία και την
ιστορία.
2. Τζον Στούαρτ Μιλ [John Stuart Mill, 1806-1873]. Άγγλος φιλόσοφος, οικονομολόγος και
φιλελεύθερος στοχαστής. Πατέρας του φιλοσοφικού Ωφελιμισμού.
3. Σαούλ από την Ταρσό. Ο Απόστολος Παύλος, φυσικά, ο οποίος δέχθηκε το μήνυμα του
Χριστού με όραμα, που συνοδευόταν από φωταψία.
4. Τζορτζ Χένρυ Λιούις [George Henry Lewes, 1817-1878]. Πολυπράγμων Άγγλος ηθοποιός,
βιογράφος, δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, κριτικός, φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας.
επιστήμονας και διευθυντής θεάτρου.


ΑΜΠΡΟΟΥΖ ΜΠΗΡΣ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΑ

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΑΣΑΣΙΝΩΝ – JAMES WASSERMAN



Το τέλος του κράτους των νιζαρί αποδεικνύει από πολλές πλευρές με θλιβερό τρόπο την πανταχού παρούσα πραγματικότητα της αχρήστευσης της δημιουργικότητας και της συνεχούς εκτόπισης του επαναστατικού ζήλου και του πατριωτικού ιδεαλισμού από τη μυλόπετρα του Μολώχ της κοσμικής αδιαφορίας*. Μια εύγλωττη σύγχρονη παιδική ιστορία, Ιστορία Χωρίς Τέλος του Μίχαελ Έντε, περιγράφει έναν φανταστικό κόσμο που απειλείται από μια θανάσιμη δύναμη η οποία ονομάζεται “Τίποτε” και η οποία θα καταστρέψει αναπόφευκτα τον κόσμο, εκτός αν οι άνθρωποι φανούν αρκετά θαρραλέοι ώστε να κατανοήσουν τα όνειρά τους. Από τον Χασάν-ι-Σαμπάχ που άρπαξε το σπαθί της σιιτικής καθαρότητας ενάντια στον θρασύ σφετερισμό των στρατιωτικών που κατέλυσαν το φατιμιδικό ιμαμάτο, μέχρι τη διακήρυξη του Τόμας Τζέφερσον για τη θεόσταλτη ανωτερότητα του ατόμου απέναντι στις αξιώσεις του Βρετανού μονάρχη – μακάρι να εμφανίζονται παντοτινά οραματιστές για να κρατούν ζωντανή τη φλόγα του ανθρώπινου πνεύματος.
Μολονότι οι Ασασίνοι χαρακτηρίστηκαν ως η πρώτη συμμορία τρομοκρατών του κόσμου, οι μέθοδοί τους ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες των σημερινών καμικάζι με την αδιάκριτη χρήση βομβών. Η μαχητική παράδοση του ισλάμ συχνά δικαιολογεί τον φόνο, όπως και οι ιερές γραφές πολλών παγκόσμιων θρησκειών – από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη μέχρι την ινδουιστική Μπαγκαβάντ Γκιτά. Η ισλαμική έννοια του τζιχάντ ή ιερού πολέμου ισχύει εξίσου εναντίον των μουσουλμάνων σφετεριστών του Θείου Νόμου όπως και εναντίον των μη μουσουλμάνων απίστων. Οι Ασασίνοι μέσω της πρακτικής τους υπηρέτησαν την ευρύτερη δόξα του Θεού.
Οι Ευρωπαίοι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τα ζητήματα της Ανατολής του δέκατου ένατου αιώνα, όπως ο Γιόζεφ φον Χάμερ-Πουργκσταλ (ο πρώτος γνωστός Ευρωπαίος χρονικογράφος των Ασασίνων), πολλοί ιστορικοί ύστερα από αυτόν, ακόμη ως δολοφόνος και περιγράφεται ως απεχθής εγκληματίας, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι ήταν υπεύθυνος για κάπου πενήντα επιλεγμένες πολιτικές δολοφονίες σε μια περίοδο ηγεσίας άνω των τριάντα πέντε χρόνων. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, την ίδια ιστορική εποχή οι Μογγόλοι σφαγίασαν ογδόντα χιλιάδες ισμαηλίτες άνδρες, γυναίκες και παιδιά σ' ένα και μόνο απόγευμα στο Κουχιστάν.
Οι Ισμαηλίτες ήταν φορείς νέων ιδεών, που επέκτειναν το μοντέλο της ιεραρχικής αποκρυφιστικής μυστικής εταιρείας τους (το οποίο συνίστατο σε θρησκευτική ιδεολογία, κρυμμένη σοφία, ειδικούς δεσμούς αφοσίωσης και περίπλοκες τελετουργικές διαδικασίες) και το κατηύθυναν εναντίον της κατεστημένης θρησκευτικής και πολιτικής παγκόσμιας τάξης του σουνιτικού ισλάμ. Ήταν θρησκευτικοί επαναστάτες, πραγματικά ανατρεπτικοί και συνωμότες, πάνω στους μυστικούς ψιθύρους των οποίων πράγματι υψώθηκαν και γκρεμίστηκαν βασίλεια. Για περισσότερο από ενάμισι αιώνα οι Ασασίνοι κατάφεραν να αλλάξουν τα δεδομένα του κατατρεγμού και της αδυναμίας που χαρακτηρίζει τη σιιτική εμπειρία στο ισλάμ.
Στην ευρωπαϊκή κουλτούρα το Τάγμα των Ασασίνων είχε την αντιστοιχία του στους Ναΐτες Ιππότες. Οι Ναΐτες ήταν δομημένοι με παρόμοιο ιεραρχικό τρόπο. Ο λόγος της ύπαρξής τους συνεπαγόταν επίσης ένοπλη πάλη στο όνομα των υψηλότερων θρησκευτικών φιλοδοξιών. Μια πλούσια παράδοση ιστορικών εικασιών υποστηρίζει ότι η επαφή με τα περίπλοκα θρησκευτικά διδάγματα του Τάγματος των Ασασίνων ήταν μια από τις πρώτες επιρροές στην εξέλιξη της μυστικής αίρεσης των Ναϊτών, η οποία λέγεται ότι οδήγησε τους Ναΐτες Ιππότες, πολύ μακριά από τις χριστιανικές ρίζες τους. Όπως πρέπει να έγινε σαφές από αυτή τη ματιά που ρίξαμε στους Ασασίνους, στους Αγίους Τόπους υπήρχε μεγάλη τεκμηριωμένη ιστορική επαφή ανάμεσα στους Ναΐτες και στους Ασασίνους. Πολλοί πιστεύουν ότι τα θρησκευτικά ιδανικά που επέστρεψαν στην Ευρώπη με τους σταυροφόρους αποτέλεσαν τη βάση για την ευρωπαϊκή αναγέννηση του αποκρυφισμού, που συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας. Έτσι, το χέρι του Χασάν-ι-Σαμπάχ φαίνεται να απλώνεται πολύ πιο μακριά από τα όρια των περσικών και συριακών βουνών και πολύ πιο πέρα από τα πρώτα χρόνια της πρώτης χιλιετίας.



_____________
*Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Χασάν-ι-Σαμπάχ συχνά χαρακτηριζόταν ως ένας ανελέητος θρησκευτικός ηγέτης, που αν είχε καταφέρει να επιβάλει τις ιδέες του, θα οδηγούσε τη θρησκευτική πίστη στα σκοτεινά μονοπάτια μιας μυστικής οργάνωσης.



JAMES WASSERMAN
ΝΑΪΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΑΣΙΝΟΙ
Οι στρατιές του Θεού
Μετάφραση Τιτίνα Σπερελάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΛΙΟΣ

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΥ - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ



Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά· και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.
Στ' άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.
Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ' ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανά δε θα το πώ.

Τα παθητικά κρυφομιλήματα, 1925
'Απαντα, τομ. Ζ ́, σελ. 479

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ – CHERRY GILCHRIST



Η αλχημική διαδικασία παρείχε εξαίρετο υλικό προς λογοτεχνική προσαρμογή. Έχει λεχθεί ότι ουσία του δράματος είναι η σύγκρουση και στην αλχημεία η σύγκρουση οδηγεί στη μεταμόρφωση μέσω της διαδοχικής εξέλιξης διαφόρων καταστάσεων. Τα θέματα της στοιχειώδους σύγκρουσης: ο θάνατος του σώματος, η θριαμβευτική ένωση του βασιλιά και της βασίλισσας και η ανάπτυξη ενός πολύτιμου ελιξιρίου, μπορούσε να χρησιμεύσει ως δομή για να εκφρασθούν η αγάπη, η τραγωδιά και η χριστιανική αποκάλυψη. Σε πιο ελαφριά εκδοχή, οι αυταπάτες του αφελούς αλχημιστή και οι απάτες του δόλιου μεταμορφωτή προσέφεραν υλικό στη σατυρική κωμωδία, με χαρακτηριστικότερο και γνωστότερο παράδειγμα το έργο Ο Αλχημιστής του Ben Jonson (1572-1637). Ωστόσο, όσο και αν ο Γιόνσον γελοιοποίησε την αλχημεία, γνώριζε το θέμα του καλά και μπορούσε να χρησιμοποιεί τα σύμβολα και τις αντιλήψεις της με σύνθετο και επιδέξιο τρόπο – όπως κατέδειξε ο Τσαρλς Νίκολ στο έργο του Το Αλχημικό Θέατρο. Επιπλέον στο έργο Η Ανατολική Προσπάθεια, ο Γιόνσον και οι συνεργάτες του μεταχειρίστηκαν αλχημικές αρχές για να στηρίξουν τη δομή του έργου από ψυχολογική άποψη – οι χαρακτήρες του Frank Quicksilver, του Master Golding και του William Touchstone* καθορίζονται στο έργο από τις αλχημικές συναρτήσεις των ονομάτων τους. Λέει ο Νίκολ σχετικά:

Τα ονόματα των Quicksilver και Golding δεν είναι μόνο το μέσον καθορισμού της ταυτότητάς τους... αλλά υπονοούν και τι θα τους συμβεί. Παρέχουν επίσης έναν τύπο του τρόπου της αλληλεπίδρασης, διότι όπως έχουν ιδιαίτερες χημικές ιδιότητες, ο υδράργυρος και ο χρυσός έτσι έχουν και μια συγκεκριμένη σχέση. Εισάγοντας ένα συμβολικό πλαίσιο χημικής διαδικασίας και αντίδρασης, οι συγγραφείς της «Ανατολικής Προσπάθειας» [οι Γιόνσον, Μάρστον και Τσάπμαν] μετατρέπουν την κατά βάση στατική χιουμοριστική περιγραφή σε ενεργό μέτοχο της εξέλιξης του έργου.

Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι και ο Σαίξπηρ χρησιμοποίησε επίσης την αλχημεία για να προσδώσει μορφή και συνοχή σε δραματικά θέματα ορισμένων έργων του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν εξοικειωμένος με τις απόκρυφες παραδόσεις. Ήταν γνώστης της χριστιανικής Καμπάλα, της αστρολογίας, της μαγείας και καθώς φαίνεται και της αλχημείας. Δεν θα μάθουμε ίσως ποτέ την έκταση, στην οποία είχε ίσως ασχοληθεί ο Σαίξπηρ με τα θέματα αυτά, είναι όμως σαφές ότι είχε αρκετές γνώσεις ώστε να μπορεί να τα υφαίνει με δεξιοτεχνία στα κείμενά του.
Το Όνειρο Θερινής Νυκτός για παράδειγμα μπορεί κάλλιστα να ερμηνευθεί σαν αλχημικό δράμα – όπως απέδειξε η ομάδα Theatre Set-Up στην έρευνα που έκανε πάνω στο θέμα και το ανέβασμα του έργου το 1983. Το συμπέρασμά τους ήταν ότι ο Σαίξπηρ χρησιμοποίησε ένα μεθυστικό κράμα κελτικής απόκρυφης γνώσης και αλχημείας για να δώσει στο «όνειρο» το μαγευτικό του χρώμα. Οι σημειώσεις στο πρόγραμμα της παράστασης τονίζουν το θέμα των τεσσάρων εραστών, οι οποίοι για να φθάσουν στην απόλυτη αρμονία και τη σωστή σχέση πρέπει πρώτα να αλληλοσυγκρουσθούν, ακριβώς όπως το πρωταρχικό υλικό πρέπει να διαλυθεί για να μπορέσει να μεταμορφωθεί:

Το «πρωταρχικό υλικό» ή η «ακατέργαστη πρώτη ύλη» (που συχνά συμβολίζεται με φίδι, δράκοντα ή βάτραχο και καλείται «γη» ή «μόλυβδος») θεωρείτο ότι απαρτίζονταν από τα στοιχεία της φωτιάς, του αέρα, του νερού και της γης. Αυτό φαίνεται στα ονόματα των τεσσάρων εραστών: η φωτιά στην «Ελένη» (δαυλός από καλαμιά), ο αέρας στην Ερμία (θηλυκό του Ερμή – ελληνικής θεότητας που το στοιχείο του ήταν ο αέρας), το νερό στο «Λύσανδρο» (το χημικό χαλάρωμα του καταλύτη – άρα το υγρό βιτριόλι και το νερό), και η γη στο «Δημήτριο» (γιο της Δήμητρας, θεάς της Γης), ο οποίος γίνεται έτσι το πρωταρχικό υλικό της αλχημικής διαδικασίας. Η Ελένη ως φωτιά (συνήθως συμβολιζόμενη από έναν σκύλο - «είμαι το σκυλάκι σου») είναι επίσης η ψυχή του (συμβολιζόμενη από το περιστέρι, όπως και αποκαλούν την Ελένη) ή η ψυχή (anima) από την οποία πρέπει να αποχωριστεί, ενώ αποκαθαίρεται η “χυδαιότητα” του και η αλλαγή του δοκιμάζεται ώσπου να ξαναγεννηθεί σαν καλύτερο άτομο και να αφυπνιστεί μια «χρυσή αυγή ολοκληρωτικής αρμονίας».

Τρεις γάμοι γίνονται στο έργο: ο γάμος του Θησέα με την Ιππολύτη, του βασιλικού ζεύγους, ο γάμος των δύο ζευγαριών για τα οποία μιλήσαμε και ύστερα η ένωση της Τιτάνια με τον Όμπερον, οι οποίοι είαν αποξενωθεί. Η κατάσταση αυτή επίσης απηχεί την αλχημική αλληγορία, και τα τρία επίπεδα μπορούν να ιδωθούν ως το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα – και τα τρία πρέπει να ολοκληρώσουν την τέλεια αλλαγή ώστε να θεωρηθεί επιτυχημένη η αλχημική διαδικασία. Η ένωση της Τιτάνια με τον Όμπερον μπορεί να ερμηνευθεί ως αντιπροσωπεύουσα το σώμα, αφού οι ίδιοι είναι πνεύματα της Φύσης, η ένωση των τεσσάρων εραστών απ' την άλλη, μπορεί να ερμηνευθεί ως να υποδηλώνει την ψυχή (η οποία στην αλχημεία είναι το στοχείο που χρειάζεται τη μεγαλύτερη προσοχή στο χειρισμό) και εκείνη του βασιλικού ζεύγους ως το πνεύμα. Το πνεύμα, ή «θειάφι», απαιτεί λιγότερη μεταμόρφωση από τα άλλα δύο, χρειάζεται μάλλον να βγει από το σκοτάδι και να επιβεβαιωθεί ακριβώς όπως η Ιππολύτη, η Βασίλισσα των Αμαζόνων, παρασύρθηκεα από τον Θησέα μακριά από την άγρια και μακρινή πατρίδα της. Ο Πουκ είναι το «μέσον» με το οποίο ανακινείται όλη η φασαρία, η αιτία της αναστάτωσης και της παρεξήγησης: «συντελεστής της αλχημείας ήταν ο Ερμής (υδράργυρος), ο οποίος «καθοδηγούσε» τα υποκείμενα (του πειράματος) και εξασκείτο πάνω τους, αρχίζοντας και τελειώνοντας την εργασία. Αυτή είναι η λειτουργία του Πουκ και από ψυχολογική άποψη είναι ο «ψυχοπομπός» που οδηγεί τις ψυχές, όπως ο Βιργίλιος στην Κόλαση του Δάντη. Ο Ερμής (υδράργυρος) απεικονίζεται ως απολύτως ασταθής, μεταβλητός και άπιαστος και εμφανίζεται με τη μορφή διαφόρων συμβολικών ζώων, πουλιών και ανθρώπων της αλχημικής εικονογραφίας. Η κατάσταση ταιριάζει επακριβώς με το εύθυμο λογύδριο του Πουκ, όταν αναστατώνει τους αδέξιους ηθοποιους την ώρα της πρόβας και τους κάνει να τραπούν σε φυγή και να σκορπιστούν μέσα στο δάσος:

Θα σε ακολουθήσω, θα σε οδηγήσω περίπου ένα γύρο,
Ανάμεσα από βάλτους, ανάμεσα από θάμνους, χαμόκλαδα και ρείκια:
Άλλοτε θα είμαι άλογο, άλλοτε σκύλος,
Χοίρος, ακέφαλη αρκούδα, καμιά φορά φωτιά.
Και θα χλιμιντρίζω, θα γαυγίζω, θα γρυλίζω, θα μουγκρίζω, θα καίω.
Όπως το άλογο, ο σκύλος, το γουρούνι, η αρκούδα με τη σειρά.

Έτσι, με τις δυνάμεις του Ερμή (υδράργυρου) αποδεσμεύμένες από τον αλχημιστή (στην περίπτωση αυτή, ο αλχημιστής ίσως να αντιστοιχεί στον Όμπερον, που είναι το αφεντικό του Πουκ), τα τέσσερα στοιχεία μπαίνουν σε πόλεμο μεταξύ τους και στη συνέχεια επανενώνονται σε απόλυτη ισορροπία. Η Τιτάνια ταπεινώνεται και υπερνικά την υπερηφάνεια της για να γίνει ξανά ταίρι του Όμπερον. Τα τρία επίπεδα του γάμου πραγματοποιούνται και η εργασία τελειοποιείται.
Στο Βασιλιά Ληρ, ο Τσαρλς Νικολ ανιχνεύει παρομοίως άλλο ένα αλχημικό θέμα, με το Ληρ να είναι το υποκείμενο μεταμόρφωσης μέσω της αποποίησης της εξουσίας, της απάρνης της πατρικής αγάπης και ακόμη και της αδιαφορίας για την αποστέρηση της όρασής του. Η αυτοτιμωρία του είναι πλήρης, ο θάνατός του είναι η έσχατη τραγωδία, όμως δια μέσου των δοκιμασιών που υφίσταται και του θανάτου του, το κακό εξαλείφεται από το βασίλειο. Η τελική «χρυσή» αρμονία δεν είναι στο Βασιλιά Ληρ τόσο φανερή όσο στο Όνειρο Θερινής Νυκτός, αλλά η αλχημική κάθαρση του χυδαίου και η ανύψωση του εκλεπτυσμένου έχουν πράγματι συντελεσθεί. Ο Νίκολ επισημαίνει ότι η Κορντήλια, η κόρη του Ληρ, είναι σαν το αλχημικό υλικό που είναι απεχθές και εσφαλμένα θεωρείται δηλητήριο, ενώ είναι το πολυτιμώτερο από όλα τα βάλσαμα. Η γρήγορη αποχώρησή της από το προσκήνιο, την κάνει να μοιάζει με το μέρος εκείνο του υδραργυρούχου νερού που, κατά την αλχημική εργασία, πρέπει να κρατηθεί κατά μέρος ώσπου να χρειαστεί για την αποκατάσταση και την περιποίηση του πληγωμένου, νεκρωμένου υλικού. Τα δάκρυά της, που κυλούν για τον πατέρα της, είναι σαν την αλχημική δροσοσταλίδα που είναι διαποτισμένη με ισχυρή φυσική δύναμη:

Όλα τα ευλογημένα μυστικά.
Όλες εσείς άγνωστες αρετές της γης,
Ξεφυτρώστε με τα δάκρυά μου!

Αργότερα τα φιλιά της θα θεωρηθούν βάλσαμο επουλωτικό:

Ω αγαπημένε μου πατέρα! Θεραπεία ακούμπησε
Το φάρμακό σου στα χείλη μου, και κάνε αυτό το φιλί
Να διορθώσει τις βάναυσες ζημίες που οι δύο αδελφές μου
Έκαναν από σεβασμό!

Στην ποίηση του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα, μπορεί κανείς να βρει μια περισσότερο εμφανή χρήση αλχημικών παραστάσεων: ο John Donne (1573-1631) χρησιμοποίησε συχνά αλχημικά θέματα στο έργο του. Στη Νυκτωδία για την Ημέρα της Αγίας Λουκίας, συγκρίνει την κατάστασή του με αυτήν του υλικού, που έχει απορροφήσει φως και υγρασία και τώρα κείται μαυρίζοντας στο δοχείο, πεθαίνοντας για να ξαναγεννηθεί σαν το ελιξίριο:

Μελετήστε με τότε, εσείς που θα είστε εραστές
Στον άλλο κόσμο, δηλαδή την ερχόμενη άνοιξη:
Γιατί είμαι το κάθε νεκρό πράγμα,
Στο οποίο η αγάπη σφυρηλάτησε τη νέα Αλχημεία.
Γιατί η τέχνη της εκφράζει
Μια πεμπτουσία, ακόμη κι από το τίποτα,
Από ανόητη ένδεια και καθαρή κενότητα
Με κατέστρεψε, και ξαναδημιουργήθηκα
Από την απουσία, το σκοτάδι, το θάνατο: πράγματα που δεν υπάρχουν.

Ο George Herbert (1593-1633) και ο Andrew Marvell (1621-78) χρησιμοποίησαν επίσης ερμητικούς υπαινιγμούς στην ποίησή τους – ο Χέρμπερτ συνήθως σε απλή και ευλαβική μορφή, ο Μάρβελ με μια πιο στοχαστική και φιλοσοφική διάθεση. Ο Χέρμπερτ για παράδειγμα ξεκινά το ποίημά του «Το Πάσχα» με αυτούς τους στίχους:

Ανάστα καρδιά, ο Κύριος ανέστη. Τραγούδα την προσευχή
Χωρίς αργοπορία,
Εκείνος που σε παίρνει απ' το χέρι, για να
Αναστηθείς κι εσύ όπως εκείνος,
Διότι όπως ο θάνατός του σε έκανε χώμα,
Η ζωή του μπορεί να σε κάνει χρυσάφι, κι ακόμη περισσότερο.

Ένα από τα καλύτερα δείγματα θρησκευτικού ποιήματος, όπου χρησιμοποιείται αλχημικός συμβολισμός είναι το ποίημα του Robert Southwell (1561-95) «το Φλεγόμενο Βρέφος», όπου ο αλχημικός φούρνος γεννάει το Χριστό:

Καθώς στη λευκή χειμωνιάτικη νύχτα στεκόμουν στο χιόνι,
Έκπληκτος έμεινα από την ζέστη, που έκανε την καρδιά μου να φεγγοβολήσει,
Και σηκώνοντας το φοβισμένο μου βλέμμα, να δω ποια φωτιά ήταν κοντά,
Ένα όμορφο βρέφος ολόλαμπρο εμφανίστηκε στον αέρα,
Που έκαιγε σαν φωτιά, τέτοια πλημμύρα δακρύων,
Λες κι η πλημμύρα θα κατεύναζε τις φλόγες, που με τα δάκρυά του τράφηκαν:
Αλοίμονο! (είπε) νεογέννητο σ' ορμητική φωτιά ψήνω
Όμως κανείς δεν πλησιάζει να ζεστάνει την καρδιά του ή να νιώσει τη φωτιά μου, παρά μόνον εγώ,
Το στήθος μου είναι ο φούρνος, γεμάτο αγκάθια που πληγώνουν,
Η αγάπη είναι η φωτιά, κι ο θρήνος ο καπνός, οι στάχτες, οι ντροπές, η καταφρόνια,
Η λιγοστή Δικαιοσύνη κρύφτηκε, κι ο Οίκτος φυσάει τα κάρβουνα,
Το μέταλλο που σ' αυτό το φούρνο, σφυρηλατήθηκε, είναι μιαρές καρδιές των ανθρώπων,
Γι' αυτό βρίσκομαι τώρα στη φωτιά, για το καλό τους,
Έτσι θα λειώσω, για να τους πλύνω με το αίμα μου.
Αυτά είπε και χάθηκε, γρήγορα απ' τα μάτια μου εξαφανίστηκε,
Και αμέσως μου ήρθε στο μυαλό: ήταν Χριστούγεννα.


______________
*Quicksilver = Υδράργυρος, Gold(>Golding) = Χρυσός, Touchstone = Λυδία Λίθος (Σ.τ.Μ.)




CHERRY GILCHRIST
ΑΛΧΗΜΕΙΑ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΦΡΑΓΚΩ ΚΑΡΑΟΓΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “Ι. ΦΛΩΡΟΣ”