.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Μια τίγρη πολύ κοσμοπολίτισσα – Jean Ferry


Απ' όλες τις ηλίθια επικίνδυνες για το κοινό ατραξιόν του μιούζικ χόλ, τόσο επικίνδυνες, για το κοινό όσο και για κείνους που τις παρουσιάζουν, καμιά δεν μου προκαλεί τέτοιον υπερφυσικό φόβο, όπως το παλιό εκείνο νούμερο της «κοσμοπολίτισσας τίγρης». Γι' αυτούς που δεν την έχουν δει, μια και η νέα γενιά αγνοεί τα μεγάλα μιούζικ χολ του πρόσφατου παρελθόντος, θα 'θελα να θυμίσω περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Εκείνο που δεν μπορώ να εξηγήσω, ούτε βέβαια και να μεταφέρω είναι ο τρόμος, ένα είδος πανικού, και η φοβερή αηδία που με πιάνει μπροστά σ' αυτό το θέαμα, σαν να 'μαι βυθισμένος σε παγωμένο και ύποπτης καθαριότητας νερό. Θα μου πείτε, βέβαια, πως δεν είμαι υποχρεωμένος να πηγαίνω στα κέντρα που έχουν τέτοια νούμερα στο πρόγραμμά τους, όσο κι αν κάτι τέτοια στις μέρες μας λιγοστεύουν όλο και περισσότερο. Εύκολο να τολες, στην πράξη όμως;
Για λόγους ανεξακρίβωτους μέχρι στιγμής, η «κοσμοπολίτισσα τίγρη» ποτέ δεν αναγγέλλεται στο πρόγραμμα, ούτε άλλωστε και περιμένω κάτι τέτοιο. Ή μάλλον ναι, μια σκοτεινή, αδιόρατη απειλή βαραίνει πάντα τη διασκέδασή μου μέσα στο μιούζικ χολ. Όσο μου αλαφρώνει την καρδιά ένας αναστεναγμός ανακούφισης μετά την τελευταία ατραξιόν του προγράμματος, τόσο, και περισσότερο ακόμα, αναγνωρίζω τη μουσική κι όλα εκείνα τα στοιχεία που αναγγέλλουν αυτό το νούμερο – που αποφασίζεται, το επαναλαμβάνω, πάντοτε την τελευταία στιγμή. Μόλις η ορχήστρα αρχίζει να παίζει το χαρακτηριστικό βαλς, ξέρω πολύ καλά τι πρόκειται να επακολουθήσει. Ένα βάρος ασήκωτο μου πιέζει ξαφνικά το στήθος κι ο τρόμος διαπερνάει τα δόντια μου σαν ρεύμα χαμηλής τάσης. Κανονικά θα 'πρεπε να σηκωθώ και να φύγω, μα δε βρίσκω πια το κουράγιο. Άλλωστε, κανένας δεν κινείται, κανένας δε συμμερίζεται την αγωνία μου και ξέρω πως το ζώο είναι καθ' οδόν, σε λίγο θα εμφανιστεί μπροστά μας. Τα μπράτσα της πολυθρόνας μου με προστατεύουν, αλλά, αλίμονο, τόσο λίγο...
Και πρώτα απ' όλα, σ' ολόκληρη την αίθουσα απλώνεται πηχτό σκοτάδι. Ένας προβολέας φωτίζει το προσκήνιο. Ο ψεύτικος φάρος πέφτει σ' ένα σημείο πολύ κοντά στη θέση μου. Σχεδόν δίπλα μου. Αμέσως μετά, αυτή η λωρίδα φωτός κατευθύνεται κάπου στο βάθος της αίθουσας πάνω σε μια πόρτα που ενώνει το χώρο με τους εσωτερικούς διαδρόμους, κι ενώ τα όργανα της ορχήστρας παίζουν την «Πρόσκληση σε βαλς», το περίεργο ζευγάρι κάνει, επιτέλους, την εμφάνισή του...
Η θηριοδαμάστρια είναι μια κοκκινόξανθη ομορφιά, κάπως κουρασμένη. Αντί για μαστίγιο κρατάει μια βεντάλια από μαύρη στρουθοκάμηλο και μ' αυτή κρύβει το κάτω μέρος του προσώπου της. Το μόνο που διακρίνεις, πάνω απ' το σκοτεινό θύσανο των κυματισμών της βεντάλιας, είναι τα μεγάλα πράσινα μάτια της. Έχει ανοιχτό ντεκολτέ, τα γυμνά της χέρια φωτίζονται σαν από ομίχλη χειμωνιάτικου δειλινού το καλοκαμωμένο σώμα της σχηματίζεται κάτω απ' το βραδυνό φόρεμά της, μαύρο βαθύ με αναρίθμητες αντανακλάσεις στο φως. Είναι γούνινο, πέφτει επάνω της κομψά και φινετσάτα. Την όλη εικόνα στεφανώνει ο πύρινος καταρράκτης των μαλλιών της, καρφιτσωμένος με χρυσά αστεράκια. Το σύνολο είναι εντυπωσιακό και συνάμα λιγάκι κωμικό. Κανείς, όμως, δε σκέφτεται να γελάσει. Η θηριοδαμάστρια, παίζοντας με τη βεντάλια κι αποκαλύπτοντας τα ωραία της χείλια σ' ένα άσπαστο χαμόγελο, προχωρεί ακολουθούμενη απ' τον προβολέα προς το κενό, φωτισμένο χώρο κρατώντας στο χέρι της, αν είναι δυνατό, την τίγρη!
Η τίγρη προχωρεί με ανθρώπινο σχεδόν βηματισμό στα δύο πισινά της πόδια. Το κοστούμι της μοιάζει με κοστούμι δανδή, κομψό και φίνο. Είναι ραμμένο τόσο τέλεια στα μέτρα της, που είναι δύσκολο να διακρίνεις το σώμα της κάτω απ' το γκρίζο μέχρι τα πόδια πανταλόνι, το λουλουδάτο λαιμό, τον εκτυφλωτικά άσπρο πρόβολο με τις κανονικότατες πτυχώσεις του και την αψιδωτή ρεντιγκότα ευυπόληπτου κυρίου. Το κεφάλι, όμως, φαίνεται καθαρά, με το τρομερό του εκείνο στόμα ανοιγμένο και με τα τρελά μάτια που κλωθογυρίζουν μέσα στις πορφυρές τους κόγχες, τα ορθωμένα, άγρια μουστάκια και τα μυτερά δόντια που λαμποκοπάνε κάτω απ' τ' ανασηκωμένα χείλια. Η τίγρη προχωρεί άκαμπτη, βαστώντας στ' αριστερά ένα γκρι ανοιχτό καπέλο. Η θηριοδαμάστρια την ακολουθεί με καλοζυγισμένα βήματα κι αν γέρνει καμιά φορά ή αν τρεμοπαίζει το γυμνό της χέρι, κάνοντας να φανεί κάτω απ' το καθάριο, ξανθό βελούδο του δέρματος ένας απρόσμενος μυς, είναι γιατί με μια δυνατή μυική προσπάθεια, που ωστόσο παλεύει να κρύψει, στηρίζει τον καβαλιέρο της που κινδυνεύει να πέσει πάλι στα τέσσερα.
Νάτες κι οι δυο ξεπροβάλλουν! Η τίγρη δίνει μια σπρωξιά στην πόρτα για να περάσει πρώτη η κυρία. Κι όταν εκείνη κάθεται κι ακουμπάει με νωχέλεια στο φθαρμένο ταπέτο, η τίγρη έρχεται με τη σειρά της και στρογγυλοκάθεται δίπλα της στην καρέκλα. Στο σημείο αυτό, το κοινό συνήθως χειροκροτεί, μα κάπως συγκρατημένα. Κι εγώ, κοιτάζοντας την τίγρη σκέπτομαι πόσο θα 'θελα να μη βρίσκομαι εδώ και μου 'ρχεται να βάλω τα κλάματα. Η θηριοδαμάστρια χαιρετάει ευγενικά με μια ελαφριά υπόκλιση αφήνοντας τα πυρρά μαλλιά της να πέσουν προς τα εμπρός. Η τίγρη, στο μεταξύ, αρχίζει τη δουλειά της τακτοποιώντας τα βοηθητικά αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στη σκηνή για το νούμερο. Κάνει πως παρατηρεί τους θαμώνες μ' ένα μονόκλ, σηκώνει το σκέπασμα ενός κουτιού με καραμέλες και κάνει πως προσφέρει στη συνοδό της. Βγάζει ένα μικρό κουτάκι από μετάξι, το ανοίγει και κάνει πως ρουφάει. Το κοινό ξεκαρδίζεται, όταν η τίγρη βγάζει και διαβάζει το πρόγραμμα. Μετά το ρίχνει στη φιλοφρόνηση, σκύβει στη θηριοδαμάστρια και της ψιθυρίζει ερωτόλογα στ' αυτί. Εκείνη υποκρίνεται τη θιγμένη και απομακρύνει με νάζι το ωχρό ολομέταξο μάγουλό της από τη δύσοσμη, γεμάτη μυτερές τρίχες μουσούδα του ζώου παρεμβάλλοντας τα εύθραυστα φτερά της βεντάλιας της. Η τίγρη, βαθιά απελπισμένη, σκουπίζει δήθεν τα μάτια της με το κάτω μέρος του τριχωτού ποδιού της. Και κατά τη διάρκεια όλης αυτής της πένθιμης παντομίμας η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, γιατί είμαι ο μόνος που βλέπω, ο μόνος που ξέρω πως όλη αυτή η κακόγουστη παράτα συνεχίζεται χάρη σ' ένα θαύμα της ανθρώπινης θέλησης, όπως λένε, είμαι ο μόνος που ξέρω πως όλοι εκεί μέσα ισορροπούμε πάνω στο τεντωμένο σκοινί και το παραμικρό θα μπορούσε να καταστρέψει τα πάντα. Τι θα γινόταν αλήθεια αν, στο διπλανό δωμάτιο, εκείνο το ταπεινό ανθρωπάκι που 'μοιαζε με ωχρό υπαλληλάκο με κουρασμένα μάτια, σταματούσε κάποια στιγμή να θέλει; Γιατι, βέβαια, αυτός είναι ο πραγματικός θηριοδαμαστής, η κοκκινομάλλα δεν είναι παρά ένας κομπάρσος, τα πάντα εξαρτώνται απ' τον ανθρωπάκο, αυτός είναι που κάνει την τίγρη μια απλή μαριονέτα, ένα νευρόσπαστο δεμένο με μεγαλύτερη ασφάλεια, απ' ό,τι αν ήταν δεμένο και με χαλύβδινες αλυσίδες ακόμα.
Αν όμως, εντελώς ξαφνικά, ο ανθρωπάκος αυτός άρχιζε να σκέφτεται κάτι άλλο; Ή αν πέθαινε; Κανένας δεν υποψιάζεται τον κίνδυνο που διατρέχουμε από λεπτό σε λεπτό. Αλλά εγώ που ξέρω, φαντάζομαι... Όμως όχι, όχι, καλύτερα να μη σκέφτομαι τι θα γινόταν η θηριοδαμάστρια κι η γούνα της αν... Καλύτερα να δω το νούμερο μέχρι το τέλος, αυτό το νούμερο που γοητεύει κάθε φορά το ανύποπτο κοινό.
Κάποια στιγμή η θηριοδαμάστρια ρωτάει αν κάποιος απ' την αίθουσα θα 'θελε να της εμπιστευθεί το παιδάκι του. Ποιος θα μπορούσε ν' αρνηθεί ο,τιδήποτε σε μια τόσο γλυκιά ύπαρξη; Πάντα λοιπόν, βρίσκεται κάποια απερίσκεπτη που ανεβάζει στη σκηνή το θαμπωμένο της παιδάκι κι η τίγρη το λικνίζει γλυκά ανάμεσα στα διπλωμένα της πόδια σκύβοντας πάνω στο μικροσκοπικό σωματάκι με τα υπνωτισμένα, σαν αλκοολικού, μάτια της. Τέλος, εν μέσω θύελλας χειροκροτημάτων, τα φώτα ανάβουν, το παιδάκι ξαναγυρίζει στη νόμιμη κάτοχό του και οι δύο παρτενέρ χαιρετούν κι εξαφανίζονται από κει που είχαν έρθει.
Μόλις διαβούν την πόρτα δε θα ξαναγυρίσουν για δεύτερο χαιρετισμό. Η ορχήστρα έχει ήδη αρχίσει να παίζει τους πιο θορυβώδεις σκοπούς της. Λίγο αργότερα, ο ανθρωπάκος ζαρώνει σκουπίζοντας το μέτωπο απ' τους ιδρώτες. Κι η ορχήστρα παίζει όλο και πιο δυνατά, για να σκεπάσει τους βρυχηθμούς της τίγρης που ξαναβρίσκει τον εαυτό της, μόλις περάσει τα κάγκελα του κλουβιού της. Ουρλιάζει σαν διάβολος και κυλιέται καταξεσκίζοντας τα ωραία της ρούχα, που ανανεώνονται σε κάθε παράσταση. Όλος αυτός ο θόρυβος είναι οι κραυγές, οι φοβερές κατάρες μιας απελπισμένης λύσσας, τα τρελά, μανιασμένα πηδήματα πάνω στα κάγκελα του κλουβιού. Απ' την άλλη μεριά του κλουβιού, η θηριοδαμάστρια βγάζει γρήγορα γρήγορα τα ρούχα της κι αλλάζει βιαστικά, για να μη χάσει το τελευταίο μετρό. Ο ανθρωπάκος την περιμένει στο μπαράκι «Ποτέ» κοντά στο σταθμό.
Η θύελλα των βρυχηθμών της μανιασμένης τίγρης, ενώ ξεσκίζει τα τελευταία υφασμάτινα κομμάτια, θα μπορούσε να θορυβήσει το κοινό, όσο κι αν είναι μακριά. Γι' αυτό κι η ορχήστρα παίζει μ' όλη της τη δύναμη την εισαγωγή του «Φιντέλιο», γι' αυτό κι ο διευθυντής πιέζει την ατραξιόν με τις μοτοσικλέτες να βγει γρήγορα στη σκηνή.
Σιχαίνομαι αυτό το νούμερο με την «κοσμοπολίτισσα τίγρη». Και ποτέ μου δεν θα καταλάβω τι βρίσκει το κοινό σ' αυτό το νούμερο.

Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης

ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΧΙΟΥΜΟΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Ο 'Αγιος Νικόλαος και το πλοκάμι - http://www.iranon.gr/




Ο ταξιδιώτης που περνά από τον 'Αγιο Νικόλαο Κρήτης βρίσκει τον εαυτό του σε μια μικρή πόλη με έντονο τοπικό χρώμα και τουριστική φυσιογνωμία. Κτισμένη στο εσωτερικό του κόλπου του Μεραμπέλλο, την πόλη αγκαλιάζει κατά το μεγαλύτερο μέρος η θάλασσα. Και η βαθυγάλανη θάλασσα κυριαρχεί της μικρής πόλης, αφού ακόμα και όταν το γαλάζιο δεν είναι άμεσα ορατό, η μυρωδιά της αρμύρας και το αέναο βουητό των κυμάτων δρουν ως διαρκής υπενθύμιση των υδάτινων όγκων.

Η πόλη του 'Αγίου Νικολάου.

Πρόκειται για το τυπικό δείγμα ελληνικής παραθαλάσσιας πόλης που κανείς θα περίμενε να συναντήσει σε τουριστικά καρτ-ποστάλ - έναν τόπο όπου η νωχελικότητα και οι αργοί ρυθμοί ευνοούν τη χαλάρωση και απομακρύνουν τους προβληματισμούς. Εξ ου και οι πολυάριθμοι τουρίστες των θερινών μηνών, ξένοι κατά κύριο λόγο, που περιφέρονται αναζητώντας παραλίες, αξιοθέατα, σουβενίρ και ταβερνάκια. Στην όλη γραφική και σύμφωνη με τα καθιερωμένα εικόνα της πόλης, ωστόσο, υπάρχει μια μικρή εστία παραφωνίας/προβληματισμού που ίσως κάποιοι επισκέπτες προσέξουν με την άκρη του ματιού ή του μυαλού τους. Αφορά ένα γλυπτό στην ακροθαλασσιά:


Σύμφωνα με τους δημιουργούς του, παριστάνει το κέρας της Αμάλθειας, της αίγας που κατά τη μυθολογία έτρεφε τον Δια όταν, ως βρέφος, η μητέρα του Ρέα τον είχε κρύψει σε ένα σπήλαιο της Κρήτης (το Ιδαίο 'Αντρο) προκειμένου να τον σώσει από τον πατέρα του τον Κρόνο, ο οποίος επεδίωκε να τον καταβροχθίσει. Ασχέτως όμως με τις προθέσεις των δημιουργών του, οι περισσότεροι επισκέπτες αναγνωρίζουν στο σχήμα του γλυπτού ένα πλοκάμι. Για την ακρίβεια, ένα αναδυόμενο πλοκάμι με φόντο τη θάλασσα.

Έχουμε, λοιπόν, μια γαλήνια παραθαλάσσια πόλη, στην ακτή της οποίας δεσπόζει ένα γλυπτό που θεωρητικά σχεδιάστηκε ώστε να θυμίζει ένα μυθικό κέρας, αλλά τελικά μοιάζει περισσότερο με αναδυόμενο πλοκάμι.

Τώρα, εκείνη η Αμάλθεια, η τροφός του Δία, δεν ήταν και τόσο απλή και αθώα ιστορία. Στη μυθολογία, ως Αμάλθεια άλλοτε κατονομάζεται η ίδια η αίγα που έδινε το γάλα της στο παιδί-Δία, και άλλοτε μια Νύμφη που φρόντιζε την αίγα (http://el.wikipedia.org/wiki/Αμάλθεια_(μυθολογία). Όχι οποιαδήποτε αίγα, πάντως· όπως αναφέρεται (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Ήταν ένα ον, που προξενούσε τρόμο και καταγόταν από τον Ήλιο· οι Τιτάνες τόσο πολύ φοβόνταν και την όψη του μονάχα που η Γη, με παράκληση τους, έκρυψε το ζώο μέσα σε μια σπηλιά στα βουνά της Κρήτης. Αργότερα, όταν ο Δίας πολέμησε εναντίον των Τιτάνων, έκαμε από το δέρμα αυτής της κατσίκας μια πανοπλία. Αυτή η πανοπλία ήταν η "αιγίδα".» Στην αρχαιοελληνική κοσμογονία, λοιπόν, ο Δίας, ο μετέπειτα αρχηγός των θεών, εμφανίζεται να είχε τραφεί -κατ' ουσία ανατραφεί- από μια εξωγήινη οντότητα, η θέα και μόνο της οποίας γεννούσε τον τρόμο. Και, μάλιστα, ήταν χάρη στην προστασία/πανοπλία αυτής της εξωγήινης οντότητας, την αιγίδα, που είχε τελικά καταφέρει να ανατρέψει την κυριαρχία των Τιτάνων. Μέσω αυτής, ο Δίας απαλλάχτηκε από την τυραννία του πατέρα του και αρχηγού των Τιτάνων, Κρόνου - όπου Κρόνος, βέβαια, ο Χρόνος, που γεννά και καταβροχθίζει τα δημιουργήματα/παιδιά του. Η βασική ιδέα πίσω από την πανάρχαια αυτή παράδοση με τις πολυάριθμες παραλλαγές είναι ενδιαφέρουσα όσο και γοητευτική: ήταν ο ερχομός ενός τρομακτικού όντος από έναν άλλο κόσμο εκείνο που επέδρασε στην ανατροπή των παλαιών θεών της Γης, των Τιτάνων, και, ως επακόλουθο της Τιτανομαχίας, στην ανατολή των νέων, Ολύμπιων θεών.

Αλλά, ας αφήσουμε τη μυθολογία κατά μέρος. 'Αλλωστε, όπως λέγαμε, το κατασκεύασμα στην ακτή του Αγίου Νικολάου θυμίζει περισσότερο πλοκάμι παρά κέρας. Και δεν είναι μόνο το σχήμα του που δημιουργεί αυτή την εντύπωση, αλλά και η θέση του δίπλα στη θάλασσα σε μια πόλη που, χαρακτηριστικά, φέρει το όνομα του προστάτη αγίου των θαλασσινών.


Περισσότερο από την εκτεταμένη ακτογραμμή ή την ονομασία της, ωστόσο, η στενή σχέση της πόλης με το υγρό στοιχείο καθορίζεται από τη λίμνη που σχηματίζεται στο κέντρο της.

Η λίμνη και το στενό κανάλι που τη συνδέει με τη θάλασσα.

Η "Βουλισμένη" ή απλά "Λίμνη", όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, είναι πραγματική λίμνη, κι όχι προεκβολή της θάλασσας στη στεριά. Μέχρι τη δεκαετία του 1860 το νερό της ήταν γλυκό, ενώ μετατράπηκε σε υφάλμυρο μετά τη διάνοιξη την περίοδο εκείνη ενός καναλιού που τη συνέδεσε με τη θάλασσα του λιμανιού. Μύθοι και θρύλοι την περιέβαλλαν από τα αρχαία ακόμα χρόνια, και ήταν στα νερά της που πιστευόταν ότι συνήθιζαν να λούζονται οι θεές Αθηνά και Άρτεμις. Όμως, η λίμνη είχε άσχημη γενικά φήμη μεταξύ των κατοίκων. Θεωρούσαν ότι αποτελούσε δίαυλο επικοινωνίας με κακά πνεύματα, ενώ την αποκαλούσαν και "βρωμολίμνη", εξαιτίας της κατά περιόδους άσχημης οσμής των στάσιμων νερών της, πριν αυτά ενωθούν μέσω του καναλιού με τη θάλασσα.

Κυρίαρχο στοιχείο στις διάφορες δοξασίες και παραδόσεις απετέλεσε το ασυνήθιστα μεγάλο βάθος της λίμνης. Τη χαρακτήριζαν άπατη, και ήταν μόλις το 1853 που αυτή βυθομετρήθηκε (από έναν 'Αγγλο Ναύαρχο) και βρέθηκε να έχει πυθμένα στα 64 μέτρα. Όσο για τον τρόπο δημιουργίας της, μια παλαιότερη άποψη ήθελε την, περίπου κυκλική και με κάθετα τοιχώματα, λίμνη να έχει σχηματιστεί ως αποτέλεσμα ηφαιστειακής δραστηριότητας, όμως η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι αποτελεί σημείο εκροής υπόγειου ποταμού. Πάντως, το 1956, μετά από έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, η λίμνη γέμισε με νεκρά ψάρια, ενώ τα νερά της υπερχείλισαν και πλημμύρησαν τα γύρω κτίσματα. Το περιστατικό εκείνο οδήγησε ορισμένους στη διατύπωση της άποψης ότι η λίμνη ενδέχεται να επικοινωνεί υπογείως με το νησί της Σαντορίνης, κάπου 130 χιλιόμετρα βορειοδυτικότερα (στοιχεία για τη λίμνη του Αγίου Νικολάου: http://el.wikipedia.org/wiki/Άγιος_Νικόλαος_Λασιθίου,http://www.explorecrete.com/crete-east/GR-agios-nikolaos-limni.html).

Μέσα σε όλα αυτά, το αρχαίο παρελθόν αποκαλύπτει μια ακόμα, λιγότερο προφανή άλλα πιο ιδιαίτερη σχέση του τόπου με τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο. Ο 'Αγιος Νικόλαος αντιστοιχούσε κάποτε στη λεγόμενη "Λατώ προς Καμάρα" και ήταν λιμάνι της γειτονικής αρχαίας Λατούς (ή "Λατούς Ετέρας"). Από τις δύο αυτές ενωμένες διοικητικά πόλεις είχε ξεκινήσει και διαδοθεί σε όλη την Ελλάδα η λατρεία της θεάς Ειλειθυίας (απαντάται και ως Ελεύθεια, Ελανθώ, Ελειθώ, ή και Λυκινία στη ρωμαϊκή της εκδοχή). Η Ειλείθυια, η οποία φαίνεται ότι αποτελούσε πανάρχαια μινωική θεότητα που ενσωματώθηκε στο κλασικό αρχαιοελληνικό πάνθεο, ήταν η θεά της γέννησης και των ωδινών που συνοδεύουν τον τοκετό. Γίνεται, λοιπόν, εμφανής ο συσχετισμός της λατρείας της Ειλειθυίας με τη θάλασσα, αφού ανέκαθεν οι άνθρωποι ένοιωθαν ότι από τη θάλασσα είχε ξεπηδήσει η ζωή στη γη. Και έτσι, διόλου αναπάντεχα τελικά, η λατρεία της θεάς της γέννησης είχε ξεκινήσει και διαδοθεί από ένα αρχαίο λιμάνι -τον 'Αγιο Νικόλαο- έναν τόπο κυριαρχίας της θάλασσας-μητέρας της ζωής.

Η ιστορία με τη θεά Ειλείθυια έχει βάθος. Σε κάποιες αρχαίες πηγές γίνεται αναφορά και σε "Ειλειθυίες" -σε πληθυντικό αριθμό θεοτήτων, δηλαδή- γενικά όμως η Ειλείθυια αναφέρεται ως μονήρης θεότητα, το όνομα της οποίας είχε προέλθει από τις ικετευτικές επικλήσεις "ελθέ!", "ελθέ!" των γυναικών που βίωναν τον τοκετό και ζητούσαν τη βοήθεια της. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές και αρκετή σύγχυση μεταξύ των διαφόρων μύθων, το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι, σύμφωνα με μια τεκμηριωμένη άποψη, η Ειλείθυια και η λατρεία της συνδέονταν με τα Ελευσίνια Μυστήρια, για τα οποία υποστηρίζεται ότι είχαν διαδοθεί στην Αττική από τη μινωική Κρήτη (σχετικά: http://el.wikipedia.org/wiki/Ειλείθυια). Τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν η μεγαλύτερη, ιερότερη και πιο μυστηριακή τελετουργική εορτή της αρχαίας Ελλάδας, και, αν και τα σωζόμενα στοιχεία είναι λιγοστά (κυρίως λόγω της αυστηρής μυστικότητας που τα περιέβαλλε), γνωρίζουμε ότι κεντρικό θέμα των δρώμενων ήταν ο κύκλος γέννησης-θανάτου. Είναι φανερή η συνάφεια των εννοιών αυτών με τις ιδιότητες που αποδίδονταν στην Ειλείθυια, η οποία εκτός από θεά της γέννησης θεωρούνταν υπεύθυνη και για τις περιπτώσεις θανάτου γυναικών κατά τον τοκετό. Φανερή, επίσης, είναι και η σημασία των συγκεκριμένων συμβολισμών σε κάθε είδους μυητική διαδικασία, αφού κάθε μυούμενος καλείται να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί στον νέο του εαυτό. Μελετητές σημειώνουν την ετυμολογική συνάφεια του ονόματος "Ειλείθυια" με το τοπωνύμιο "Ελευσίς". Και μάλλον δεν είναι τυχαίο το ότι η Ελευσίνα, ο τόπος που επιλέχτηκε για την τέλεση των μεγάλων Ελευσίνιων Μυστηρίων, βρέχεται από τη θάλασσα (υπήρχαν και τα λεγόμενα «μικρά Ελευσίνια» -προεόρτια, κατά κάποιον τρόπο- που τελούνταν στις όχθες του Ιλυσσού, δίπλα στο λόφο του Αρδηττού).

Σήμερα, όλα αυτά δεν αποτελούν παρά απόηχους από ένα λησμονημένο και εν πολλοίς ξένο παρελθόν. Ο περαστικός που κοντοστέκεται μπροστά στο γλυπτό του Αγίου Νικολάου σπανίως έχει την πολυτέλεια να αναρωτηθεί για πολύ σε σχέση με το νόημα του. Αλλά και το γλυπτό, που αν και σχεδιάστηκε ως κέρας θυμίζει πλοκάμι, «εκπέμπει» περισσότερο στο φάσμα της αλληγορίας παρά σε εκείνο της ορθόδοξης οπτικής. Ποιος ξέρει, μπορεί τελικά, μέσω κάποιου ανεξιχνίαστου μηχανισμού, οι μνήμες ενός τόπου να βρίσκουν τρόπο να μετουσιώνονται και να αποτυπώνονται σε μορφές και σχήματα ανεξάρτητα από τις συνειδητές δράσεις των ανθρώπων. Μνήμες, που στο αρχαίο λιμάνι του Αγίου Νικολάου η αύρα του δειλινού ουδέποτε έπαψε να αναδεύει.



Σημείωση: Η δορυφορική φωτογραφία της πόλης του Αγίου Νικολάου προέρχεται από το πρόγραμμα «Google Earth» (http://earth.google.com/), ενώ οι δύο άλλες φωτογραφίες που δε φέρουν το λογότυπο του site, από τις συλλογέςhttp://www.panoramio.com/photo/342008 και http://www.panoramio.com/photo/25806678.


Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Το γεφύρι – Franz Kafka


Ήμουνα ψυχρός και στέρεος, ένα γεφύρι ήμουνα, τεντωμένος πάνω από μια χαράδρα. Με τα μεγάλα δάχτυλα του ποδιού μου απ' τη μια, και με τ' άλλα σφιγμένα απ' την άλλη, ήμουνα σταθερά σφηνωμένος στον ετοιμόρροπο άργιλο. Τα ρούχα μου ανέμιζαν πλάι μου. Κάτω, μακριά, πάφλαζε ο παγωμένος χείμαρρος. Κανένας τουρίστας δεν τολμούσε να πλησιάσει σ' αυτά τα δυσθεώρητα ύψη. Ήμουν ένα γεφύρι που δεν αναφερόταν σε κανένα γεωγραφικό χάρτη. Έτσι, έμενα τεντωμένος και περίμενα. Άλλωστε, δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Όσο δεν πέφτει, κανένα γεφύρι που μένει στη θέση του δεν παύει να 'ναι γεφύρι.
Ένα απογευματάκι – το πρώτο; το χιλιοστό; όρκο δεν παίρνω – οι σκέψεις μου συγκεχυμένες γύριζαν αδιάκοπα γύρω απ' το ίδιο θέμα. Ήταν καλοκαίρι, γύρω στο βραδάκι. Το πάφλασμα του χειμάρρου ακουγόταν πιο ήρεμο, σαν άκουσα το θόρυβο ανθρώπινης περπατησιάς που πλησίαζε, όλο και πλησίαζε...
- Γεφύρι τεντώσου, τεντώσου καλά, βάλε τα δυνατά σου να σηκώσεις το διαβάτη που σ' εμπιστεύεται, είπα μέσα μου. Αν το βήμα του δεν είναι σίγουρο, κάν' του το εσύ σταθερό, δίχως να σε νιώσει, αλλά αν χάσει την ισορροπία του, δείξε του από τι είσαι φτιαγμένο και, σαν τον καλό Θεό του δάσους, πέταξέ τον στην απέναντι μεριά, στο στέρεο έδαφος.
Ήρθε. Δοκίμασε στην αρχή την αντοχή μου με τη σιδερένια μύτη του μπαστουνιού του. Ύστερα, με την ίδια μύτη, ανασήκωσε και τακτοποίησε τα ρούχα μου, πίσω μου. Μετά την έχωσε στ' ανακατωμένα μου μαλλιά και την άφησε εκεί για πολύ, ξεχνώντας ασφαλώς, ενώ έριχνε ολόγυρά του άγριες ματιές. Σε μια στιγμή, εντελώς ξαφνικά, τότε ακριβώς που άρχιζα να τον ακολουθώ με τη σκέψη μου πάνω από πεδιάδες και βουνά, αυτός πήδηξε στη μέση του κορμιού μου με τα πόδια του ενωμένα. Ένιωσα έναν πόνο άγριο, χωρίς να καταλάβω τι συνέβαινε. Μα τι ήταν λοιπόν; Παιδί, όνειρο ήταν, ένας ταξιδιώτης, πειρασμός μήπως αυτοκτονούσε κανείς, ή κάποιος που ήθελε να καταστρέψει, μόνο για να καταστρέψει; Γύρισα να δω. Αλλά, ένα γεφύρι μπορεί άραγε να γυρίσει το κεφάλι; Δεν πρόλαβα να τελειώσω την κίνησή μου κι αμέσως άρχισα να πέφτω, να πέφτω και ξάφνου σκίστηκα στα δύο. Τα μυτερά βράχια, που άλλοτε τόσο ήρεμα με κοίταζαν από κάτω, ενώ διάβαιναν τα κύματα, χώθηκαν στο κορμί μου και με διαπέρασαν πέρα ως πέρα.

Franz Kafka
Μεταθανάτια Διηγήματα
Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ



Αλλά αναλογίζομαι το είδος εκείνο της φρίκης...
που εξαιτίας της διαμορφώθηκε έτσι ολόκληρο
το οικοδόμημα του πολιτισμού μας, για να μας
προστατέψει από αυτή και να μας βοηθήσει να
την ξεχάσουμε. Τη φρίκη για την οποία καμία
ανθρώπινη γνώση δεν έχει τίποτα να μας πει.
Φριτς Λάιμπερ

Αλήθεια πόσο τρομερός πρέπει να είναι ένας φόβος ώστε να φτάσει ένα πλάσμα να βρίσκει προτιμότερο το θάνατο;
Ή ακόμη...
Πόσο τρομερός πρέπει να είναι ένας φόβος ώστε ένα πλάσμα να πεθάνει από αυτόν;
Ο φόβος είναι μια περίεργη κατάσταση που, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μπορεί να επενεργήσει τόσο αρνητικά, όσο και θετικά πάνω στον άνθρωπο, ακριβώς όπως και ο πόνος. Αλλά πέρα από ένα σημείο, ο ίδιος ο φόβος μπορεί σίγουρα και να σκοτώσει, έμμεσα ή άμεσα.
Ανεξάρτητα από το ποια πρέπει να είναι η σχετική του ένταση ώστε να φτάσει ο άνθρωπος να προτιμήσει τη φυγή προς το θάνατο παρά να αντιμετωπίσει τον ίδιο το φόβο – ή και για να γίνει από μόνος του ο φόβος αιτία θανάτου – η άγνοια της φύσης αυτού που τον προκαλεί παίζει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο. Κάτι το απροσδιόριστα αλλά και ανείπωτα τρομερό μπορεί να γίνει αισθητό ακόμη και στον αμέτοχο παρατηρητή, αυτόν που παρακολουθεί σαν θεατής, τα γεγονότα αναφορικά με τον φόβο κάποιων άλλων, έστω κι αν – απ' όσο ξέρει τουλάχιστον – δεν κινδυνεύει και ο ίδιος.
Καμιά φορά όμως μπορεί να συμβαίνουν τρομακτικά γεγονότα που αφορούν, ίσως, όχι μόνο τον άμεσο πρωταγωνιστή αλλά και τον φαινομενικά αμέτοχο παρατηρητή, χωρίς καν ο τελευταίος να το συνειδητοποιεί. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι αυτά τα ίδια τα γεγονότα που γεννούν το φόβο, γιατί και εδώ υπάρχει άγνοια, αλλά αυτό που υποδηλώνουν – εκτός πια και αν προσέξει κανείς σχεδόν τυχαία ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο αθώα ή τόσο ουδέτερα όσο φαίνονται.
Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα πλήθος από σχετικά παραδείγματα, αλλά θα περιοριστούμε μόνο σε κάτι που αφορά άμεσα αυτή την έρευνα. Ο θάνατος μερικών ψαριών, για παράδειγμα, δε φαίνεται να τρομάζει κανέναν, πέρα από μερικές εύλογες ανησυχίες που προκαλεί για τυχόν μολύνσεις του οικολογικού περιβάλλοντος. Γιατί να φοβηθεί κανείς; Μήπως ο ίδιος ο άνθρωπος δε σκοτώνει καθημέρινα αμέτρητα ψάρια για τροφή ή για «σπορ»;
Εκ πρώτης όψεως, τουλάχιστον, υπάρχει κάποια λογική σ' αυτή την αδιάφορη στάση. Αν μερικά ψάρια πεθαίνουν από κάποια άγνωστη αιτία, δεν είναι δα και κάτι το τόσο φοβερό. Ακόμη κι αν το γεγονός υποδηλώνει κάποιον περιβαλλοντικό κίνδυνο, εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν έτσι κι αλλιώς από γνωστά, αλλά κοινότοπα αίτια. Τι κι αν πεθαίνουν μερικά ψάρια; Το μόνο ίσως φοβερό στην εικόνα αυτή θα ήταν αν κινδύνευαν να πεθάνουν όλα έτσι, ανεξήγητα, με αποτέλεσμα να μας στερήσουν από μια βασική πηγή διατροφής. Όμως, δε φαίνεται να υπάρχει τέτοιος άμεσος κίνδυνος. Γιατί λοιπόν να φοβήθεί κανείς;
Σωστά...
...εκτός βέβαια και αν του περάσει από το μυαλό ότι αυτό που τρομάζει θανάσιμα τα ψάρια θα μπορούσε να τρομάξει θανάσιμα και τον ίδιο. Ότι αυτό που τυχόν σκοτώνει τα ψάρια θα μπορούσε να σκοτώνει και τον άνθρωπο. Αν και το πρώτο πράγμα που θα υποψιαζόταν κανείς στις μέρες μας θα ήταν κάποιο πρόβλημα ρύπανσης ή μόλυνσης των νερών και του περιβάλλοντος γενικότερα, δεν είναι αυτό το πρόβλημα στο οποίο αναφέρομαι. Αν και από μια πολύ γενική άποψη, οτιδήποτε επιδρά σε μεγάλη κλίμακα στις ζωντανές κοινωνίες ή τα οικοσυστήματα του πλανήτη είναι οικολογικό πρόβλημα, στην περίπτωσή μας θα πρέπει να περιοριστούμε σε μερικές πολύ πιο ειδικές περιπτώσεις και σε συμβάντα που δεν έχουν καμία σχέση με προβλήματα μόλυνσης.
Ένα τέτοιο συμβάν φαίνεται να σημειώθηκε το Δεκέμβριο του 1961 στην Αυστραλία, στα νότια του Σίντνεϋ. Θα πρέπει να έχουν συμβεί πολλά ανάλογα κατά καιρούς σε όλον τον κόσμο, αλλά με την έμφαση που δόθηκε στην οικολογία τα τελευταία χρόνια είναι δύσκολο πια να ξεχωρίσει κανείς τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που μας αφορούν εδώ. Το γεγονός που θα δούμε είναι παράξενο, αλλά φαινομενικά όχι φοβερό... εκτός και αν το συνδυάσουμε με τη σκέψη που κάναμε πιο πάνω:
Πως ό,τι αφορά στα ψάρια μπορεί ν' αφορά και στον άνθρωπο.
Τη μέρα εκείνη, σε μια ακτή μήκους περίπου τριακοσίων χιλιομέτρων η θάλασσα γέμισε ξαφνικά από αμέτρητα ψάρια όλων των ειδών και μεγεθών. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από την ακτή τα νερά είχαν πήξει από ψάρια, που κυριολεκτικά πηδούσαν έξω από το νερό, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βγουν στη στεριά. Ορμούσαν έξω στην άμμο κατά κύματα, σαν να προσπαθούσαν να ξεφύγουν από κάτι απίστευτα τρομακτικό που τα είχε πάρει στο κατόπι.
Οι κάτοικοι που παρακολουθούσαν το φαινόμενο προσπάθησαν να ρίξουν μερικά πίσω στη θάλασσα. Δεν τα κατάφεραν. Τα ψάρια πηδούσαν πάλι έξω στην ακτή. Ακόμη και όταν επιχείρησαν να τα ρίξουν σε κλειστές λιμνοθάλασσες αποκομμένες από τον κυρίως ωκεανό, εκείνα συνέχιζαν πανικόβλητα να πασχίζουν να βγουν πάλι στη στεριά, όπου και πέθαιναν λίγο αργότερα.
Κανένας δεν μπόρεσε να βρει μια απάντηση στον απίστευτο εκείνο πανικό. Τα νερά δεν παρουσίαζαν τίποτα το ιδιαίτερο, όπως, ας πούμε, κάποια χημική μόλυνση, ελάττωση του οξυγόνου, επικίνδυνους μικροοργανισμους και τα σχετικά. Ούτε και η μετέπειτα εξέταση των ψαριών έδειξε να πέθαναν από παθολογικά ή άλλα φυσικά αίτια. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν στην ίδια έκταση τα σημερινά σοβαρά προβλήματα μόλυνσης του περιβάλλοντος, και οι πρωτοπόροι της οικολογίας αντιμετωπίζονταν μάλλον σαν εκκεντρικοί προφήτες της καταστροφής. Και όμως το γεγονός της αυτοκτονίας παρέμεινε, και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις αιτία της ήταν ο τρόμος(1).
Στις 10 Μαρτίου 1980 οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευαν μια ακόμη παρόμοια περίπτωση. Σύμφωνα με τους κατοίκους του Λουτρόπυργου Αττικής το φαινόμενο άρχισε να εκδηλώνεται γύρω στα μεσάνυχτα του Σαββάτου, 8 Μαρτίου.
Δίχως καμιά φανερή αιτία εκατομμύρια ψάρια άρχισαν να βγαίνουν στη στεριά, ενώ ως την απόσταση των πενήντα ή εξήντα μέτρων από την ακτή η θάλασσα είχε πήξει από ψάρια, κάτι που εκτίμησαν ιδιαίτερα οι αμέτρητοι γλάροι που μαζεύτηκαν εκεί. Τα ψάρια δε φαίνονταν ζαλισμένα ή άρρωστα αλλά απλώς τρομοκρατημένα!
Οι αρχές έδωσαν τις συνηθισμένες «φυσιολογικές» εξηγήσεις για το φαινόμενο. Έτσι σύμφωνα με το Λιμεναρχείο Ελευσίνας, τα ψάρα «προέρχονταν από το ξεψάρισμα των γρι-γρι που ψάρευαν στην περιοχή». Κανένας από τους γύρω κατοίκους δε φαινόταν να συμφωνεί με το λιμεναρχείο, γιατί τα ψάρια πηδούσαν έξω ολοζώντανα και φανερά τρομαγμένα.
Το γεγονός ότι τα ψάρια πηδούσαν έξω ζωντανά έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί, με τη ρύπανση που έχει η θάλασσά μας, είναι κάθε άλλο παρά παράξενο το να βγάζει ψόφια ψάρια. Το πρόβλημα της ρύπανσης κάνει ιδιαίτερα δύσκολη την έρευνα του φαινομένου, γιατί δεν είναι από τα συμβάντα που τραβούν ιδιαίτερα την προσοχή.
Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες ακόμη όλοι θα μιλούσαν για τα ψάρια – ζωντανά ή νεκρά – που ξέβρασε η θάλασσα. Σήμερα έχουμε τόσο εξοικειωθεί με την ιδέα της θαλάσσιας ρύπανσης, της μόλυνσης και των ομαδικών θανάτων ψαριών ώστε ν' αποδίδουμε τέτοια φαινόμενα πάντα σε κάποια αόριστη «μόλυνση».
Συχνά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ούτε καν αναφέρουν αν είναι ζωντανά ή όχι τα ψάρια που βγαίνουν στην ακτή, και πολύ περισσότερο, στην περίπτωση που είναι ζωντανά, αν έχουν φανερά σημάδια δηλητηρίασης, συμπεριφέρονται «σαν ζαλισμένα» κτλ. Έτσι κι αλλιώς, ούτε οι επίσημες αρχές ανακοινώνουν ποτέ τίποτα έστω και ελάχιστα πειστικό. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι πολύ πιο συχνές απ' όσο φαντάζεται κανείς, αλλ' απλώς χάνονται στην πληθώρα από τις γενικές, ατεκμηρίωτες και κραυγαλέες περιγραφές των μέσων μαζικής ενημέρωσης για ψάρια που σκότωσε η μόλυνση, η ρύπανση, η «ραδιενέργεια» και τα σχετικά.
Μια-δυο μέρες... και μετά το θέμα ξεχνιέται.
Το φαινόμενο αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι φανταζόμαστε. Όπως ανέφερα και παραπάνω, αυτό που σκοτώνει τα ψάρια μπορεί να σκοτώνει και ανθρώπους, και νομίζω ότι η μόλυνση δεν είναι ο μόνος ένοχος. Στο κεφάλαιο Οι Πολιτισμοί των Βυθών θα δούμε κάτι που σκοτώνει ακόμη και φώκιες στις ακτές της Κορνουάλλης της Βρετανίας. Δεν ξέρουμε ποια ακριβώς σχέση υπάρχει ανάμεσα σ' όλα αυτά αλλά, όποια κι αν είναι η σχέση αυτή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μας αφορά. Ακόμη κι αν ο ίδιος ο άνθρωπος ευθύνεται με την αδιαφορία του για πολλά από τα συμβάντα του είδους, το ενδιαφέρον δε μειώνεται. Σκεφτείτε το σαν μια ακόμη πιθανή παρενέργεια κάποιων πειραμάτων σαν εκείνα που θα δούμε στο κεφάλαιο Επικίνδυνα Παιχνίδια και θα δείτε ότι και πάλι αποτελούν μέρος του γενικότερου αινίγματος.
Αλλά ας δούμε και μερικές περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα δεν ήταν μονάχα ψάρια ή φώκιες.
Είναι γνωστό ότι στα παλιά χρόνια οι ναυτικοί ταξίδευαν πάντοτε συντροφιά με το θάνατο. Με μικρά, αδύναμα καράβια-καρυδότσουφλα, που χρειάζονταν μήνες για να φτάσουν στα μακρινά λιμάνια, με κακή, ελαττωματικά συντηρημένη τροφή, με άγνοια των κανόνων υγιεινής, με πλήρη έλλειψη φαρμάκων, χωρίς σύγχρονα τεχνικά μέσα, χωρίς τη δυνατότητα να ζητήσουν βοήθεια και η βοήθεια αυτή να φτάσει έγκαιρα – ήταν φυσικό το κάθε ταξίδι να είναι έτσι και ένα φλερτ με το θάνατο.
Δεν είναι περίεργο που κάποτε οι θάνατοι αποτελούσαν ρουτίνα σε κάθε μεγάλο ταξίδι. Μια επιδημία, μια τροφική δηλητηρίαση, μια αβιταμίνωση, μπορούσαν να έχουν καταστροφικές συνέπειες που σήμερα θα μας φαίνονταν αδιανόητες. Έτσι, ήταν σχεδόν αναμενόμενο κάποια πλοία να συναντούσαν σποραδικά στο δρόμο τους ακυβέρνητα σκάφη, με ολόκληρο το πλήρωμα νεκρό, χτυπημένα από τη μια ή την άλλη συμφορά. Η εικόνα αυτών των πλωτών νεκροταφείων μπορεί να προκαλούσε δέος και τρόμο στους απλοϊκούς ναυτικούς, αλλά το θέαμα δε θα πρέπει να τους ήταν και κάτι ολότελα άγνωστο. Και οι πρώτες υποψίες των περισσότερων ναυτικών που συναντούσαν τέτοια κακότυχα καράβια δε στρέφονταν τόσο σε τέρατα και σε υπερφυσικές δυνάμεις, αλλά σε πολύ πιο πεζές ερμηνείες, όπως στη δυσεντερία και το σκορβούτο, έστω κι αν δεν ήξεραν ακόμη τα αίτιά τους.
Στην εποχή μας τα πράγματα άλλαξαν, αλλά ο κίνδυνος για τους ναυτικούς εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο που θ' αντιμετώπιζαν οι στεριανοί υπό ανάλογες συνθήκες, απλά και μόνο γιατί στην περίπτωσή τους μπορεί να μη φτάσει έγκαιρα η απαιτούμενη βοήθεια. Οπωσδήποτε όμως σήμερα, με τους ασυρμάτους, τις δορυφορικές επικοινωνίες, τα ελικόπτερα και τα τόσα άλλα σύγχρονα μέσα, ο ναυτικός μπορεί να καλέσει πιο εύκολα σε βοήθεια, και η βοήθεια αυτή να φτάσει σχετικά σύντομα απ' όσο παλιά, τότε που δεν είχε ταχύτερο μέσο για να στείλει ένα μήνυμα από ένα σημείωμα μέσα σ' ένα μπουκάλι.
Έτσι, σε καμία περίπτωση δε νοείται να βρεθεί στην εποχή μας ένα σύγχρονο πλοίο με ολόκληρο το πλήρωμά του νεκρό και το γεγονός ν' αποδοθεί στις συνηθισμένες αιτίες του παρελθόντος. Η αιτία σήμερα, αν βρεθεί, θα πρέπει να οφείλεται σε γεγονότα πολύ πιο ασυνήθιστα από μια επιδημία δυσεντερίας ή ένα ξέσπασμα σκορβούτου. Συχνά, όμως, καμία αιτία δεν μπορεί να βρεθεί και κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει το μυστήριο. Και τότε το μόνο που μένει είναι να προσπαθήσουν όλοι να ξεχάσουν την ιστορία.
Δύσκολα θυμάται κανείς τα πράγματα που τον υποχρεώνουν να παραδεχτεί την αδυναμία του.
Στα τέλη του περασμένου αιώνα – οι πιο παλιές περιπτώσεις δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω – μπορούμε να βρούμε αρκετές περιπτώσεις πλοίων που βρέθηκαν με νεκρό όλο το πλήρωμα. Σε μερικές περιπτώσεις η αιτία ήταν αρκετά προφανής ή αναφερόταν στο ημερολόγιο του καραβιού. Σε άλλες περιπτώσεις οι θάνατοι παρέμειναν εντελώς ανεξήγητοι, όπως στην περίπτωση του πορτογαλικού Σάντα Μαρία, που βρέθηκε το 1880. Το πλοίο ήταν σε καλή κατάσταση, τα τρόφιμα και το νερό ήταν εντάξει, τα πτώματα δεν έφεραν σημάδια βίας και τίποτε δεν έδειχνε γιατί είχαν πεθάνει(2).
Το πιο πιθανό θα ήταν να είχε ξεσπάσει κάποια θανατηφόρα επιδημία ή μια ομαδική δηλητηρίαση. Η εξήγηση αυτή μπορεί να είναι και η σωστή, αλλά βλέπουμε κιόλας ν' αρχίζουν να προκύπτουν εδώ μερικά ερωτήματα. Ένα από αυτά είναι το θέμα του ημερολογίου που κρατά ο κυβερνήτης του κάθε σκάφους. Δεν υπάρχει καμία αρρώστια ή δηλητηρίαση(3) που να σκοτώνει κεραυνοβόλα. Ακόμη και η κεραυνοβόλα πνευμονική πανώλης απαιτεί μερικές ώρες, και σίγουρα καμία επιδημία δεν μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα σε όλα τα μέλη του πληρώματος. Πάντα όλο κάποιος θα είχε όλο το χρόνο να ενημερώσει το ημερολόγιο ή ν' αφήσει κάποιο μήνυμα για την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων...
Το χαρακτηριστικό αυτό – ένα ημερολόγιο που δεν αναφέρει τίποτα το περίεργο ή κάποια σχετική πληροφορία που θα βοηθούσε στη διελεύκανση της υπόθεσης – είναι πολύ συχνό φαινόμενο σε περιπτώσεις ομαδικών θανάτων. Αλλά το αίνιγμα αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να στηρίξει την υπόθεση ότι κάτι το πραγματικά μυστηριώδες συνέβη στο πλοίο. Υπάρχουν ακόμη αρκετά περιθώρια για φυσιολογικές εξηγήσεις – όχι πολλά, αλλά υπάρχουν.
Η περίπτωση του Μάρλμπορο είναι αρκετά πιο μυστηριώδης και πολύ εντυπωσιακή, ώστε να θεωρείται πια από τις κλασικές του είδους. Το πλοίο αυτό είχε εξαφανιστεί στις αρχές του 1890. Τον Οκτώβριο του 1913 το Μάρλμπορο βρέθηκε από το βρετανικό Τζόνσον να πλέει στον ωκεανό με πλήρωμα αποτελούμενο αποκλειστικά από σκελετούς. Το πλοίο ήταν καταπράσινο από τη μούχλα, και τα σανίδια έσπαζαν κάτω από τα πόδια των ναυτών του Τζόνσον που ανέβηκαν να εξετάσουν το έρμαιο. Ήτνα σάπια μετά από είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια στη θάλασσα.
Οι σκελετοί του πληρώματος βρέθηκαν σε διάφορα σημεία του πλοίου, γεγονός που δείχνει κάποια μάλλον ξαφνική αιτία θανάτου. Αν επρόκειτο για κάποια αρρώστια ή δηλητηρίαση, μονάχα οι απολύτως απαραίτητοι θα βρίσκονταν στο πόστο τους. Και κανονικά, όσο θα ένιωθαν να χειροτερεύουν, θα πήγαιναν να ξαπλώσουν στις κουκέτες τους ένας-ένας. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε, ούτε και άφησαν καμιά γραπτή μαρτυρία για το τι είχε συμβεί. Τελικά αποτελεί μυστήριο ακόμη και το πως το πλοίο παρέμεινε εντελώς ανέπαφο πλέοντας ακυβέρνητο επί είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια σε μια από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του πλανήτη – κοντά στο ακρωτήριο Χορν.
Ο Φράνκ Έντουαρτς αναφέρει, επιπρόσθετα, ότι μερικοί από τους σκελετούς βρέθηκαν σε τέτοιες στάσεις που έδειχναν σαν να προσπαθούσαν να κρυφτούν από κάτι όταν τους βρήκε ο θάνατος(4).
Όλες αυτές οι παλιές περιπτώσεις ποτέ μάλλον δεν πρόκειτε να βρουν κάποια απάντηση. Είναι πολύ αργά πλέον για κάτι τέτοιο, και τα μόνα στοιχεία που μπορεί να έχουν διασωθεί είναι οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα – συνήθως απλώς περιγραφές και τίποτε άλλο.
Στην εποχή μας τα πράγματα θα έπρεπε να είναι διαφορετικά. Δεν είναι μόνο ο σύγχρονος εξοπλισμός των ιδίων των πλοίων, αλλά και οι σύγχρονες τεχνικές ως προς την αναζήτηση και τον εντοπισμό των αιτίων. Και όμως, υπήρξαν περιπτώσεις που όλα αυτά τα μέσα δεν προσέφεραν τίποτε στη διελεύκανση του μυστηρίου. Αντίθετα, το έκαναν μάλλον πιο βαθύ και πιο τεκμηριωμένο, γιατί τώρα δεν υπήρχαν καν οι δικαιολογίες που ίσχυαν κατά το παρελθόν. Απεναντίας, υπήρχε η δυνατότητα άμεσης επαφής με το ασύρματο, η δυνατότητα ταχύτατης άφιξης στον τόπο του συμβάντος, καθώς και η δυνατότητα επιστημονικής αυτοψίας και διερεύνησης. Και πάλι όμως αυτά δε φάνηκαν αρκετά.
Η περίπτωση του ολλανδικού Ουράνγκ Μεντάν υπήρξε η πιο μυστηριώδης ίσως περίπτωση της εποχής μας αναφορικά με το αίνιγμα των ομαδικών θανάτων.
Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1948 το σκάφος βρισκόταν στα στενά της Μαλαισίας, μεταξύ Σουμάτρας και Μαλαϊκής χερσονήσου όταν έστειλε μήνυμα SOS. Όποιος κι αν ήταν ο κίνδυνος δε φαίνεται να προερχόταν από τον καιρό, γιατί η θάλασσα ήταν γαλήνια και στην περιοχή επικρατούσε μπουνάτσα. Πάντως αμέσως ξεκίνησαν για να βοηθήσουν ναυαγοσωστικά από την ακτή, καθώς και άλλα πλοία που έτυχε να πλέουν στην περιοχή. Μέσα σε λίγες ώρες είχαν φτάσει στον τόπο όπου βρισκόταν το ατμόπλοιο.
Το σήμα κινδύνου ήταν ιδιαίτερα μυστηριώδες σε περιεχόμενο. Δεν εξηγούσε ποιος ήταν ο κίνδυνος που απειλούσε το σκάφος. Μετά από μερικά απλά SOS ο ασυρματιστής του Ουράνγκ Μενταν έστειλε το εξής μήνυμα:
«Όλοι οι αξιωματικοί, συμπεριλαμβανομένου και του καπετάνιου, νεκροί, πεσμένοι στην αίθουσα χαρτών και τη γέφυρα... πιθανόν όλοι του πληρώματος νεκροί».
Μετά ακολούθησε μια σειρά από ασυνάρτητα σήματα Μορς και τέλος ακούστηκε λακωνικά:
«Πεθαίνω».
Όταν έφτασαν τα πρώτα ναυαγοσωστικά το Ουράνγκ Μεντάν δε φαινόταν να έχει πάθει τίποτα. Όταν οι άντρες τους ανέβηκαν στο κατάστρωμα είδαν με φρίκη ότι ο ασυρματιστής – νεκρός μπροστά στον ασύρματο – είχε δίκιο. Κανένας ζωντανός δεν υπήρχε στο πλοίο. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος βρίσκονταν πεσμένα σε διάφορα σημεία του καραβιού, όλοι νεκροί. Ακόμη και ο σκύλος-μασκότ είχε την ίδια τύχη. Στα πρόσωπα όλων υπήρχε ζωγραφισμένη μια έκφραση τρόμου. Σύμφωνα με τα «Πρακτικά του Συμβουλίου Εμπορικού Ναυτικού»:
«Τα πρόσωπά τους ήταν στραμμένα προς τον ήλιο, τα στόματά τους έχασκαν και τα μάτια τους ήταν ορθάνοιχτα...»
Η πρώτη πρόχειρη εξέταση δεν έδειξε καμιά φανερή αιτία για τους ομαδικούς θανάτους. Δεν υπήρχαν τραύματα ή άλλα σημάδια βίας που να δείχνουν επίθεση πειρατών ή κάτι ανάλογο. Το μόνο που έμενε πλέον ήταν να ρυμουλκήσουν το πλοίο στο λιμάνι. Δεν πρόλαβαν. Μια ξαφνική φωτιά ξέσπασε στο αμπάρι Νο 4 από κάποια άγνωστη αιτία. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο η φωτιά είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και κάθε προσπάθεια ελέγχου της στάθηκε μάταιη. Οι άντρες που είχαν επιβιβαστεί στο σκάφος αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βιαστικά το φορτηγό. Λίγα λεπτά αργότερα, μετά από μια τρομερή έκρηξη, το είδαν να τινάζεται ψηλά στον αέρα και αμέσως μετά να βουτά και να χάνεται κάτω από τα κύματα.
Κανένας δεν έλυσε ποτέ το αίνιγμα των θανάτων του Ουράνγκ Μεντάν και του απρόσμενου τέλους του καραβιού(5).
Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς θα επαναληφθεί η ίδια σχεδόν τραγωδία, αυτή τη φορά με το ελληνικό φορτηγό Νιάσσα. Το καράβι βρισκόταν στα νότια των νησιών Κουκ, στον Ειρηνικό, όταν εξέπεμψε το πρώτο σήμα κινδύνου, καθώς και το στίγμα του δίχως άλλες πληροφορίες. Το μήνυμα έπιασαν δυο σκάφη που έτυχε να βρίσκονται αρκετά κοντά: το καναδικό φορτηγό Κρέηβεν Κωρτ, με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Ρόμπερτ Μάννινγκ, και το νεοζηλανδικό δεξαμενόπλοιο Σαντμπολτ, με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Άνστυ. Το Κρέηβεν Κωρτ, που βρισκόταν σε τριάντα μίλια απόσταση, έφτασε πρώτο. Λίγο αργότερα κατέφθανε και το Σαντμπολτ, που είχε λάβει το σήμα κινδύνου ενώ έπλεε σαράντα μίλια μακριά.
Πρώτος ανέβηκε στο Νιάσσα ο Νόρμαν Ρόουλαντς, ο ύπαρχος του Κρέηβεν Κώρτ, μαζί με δέκα άντρες... Όπως και στην περίπτωση του Ουράνγκ Μεντάν, όλοι πάνω στο καράβι ήταν νεκροί, δίχως φανερή αιτία θανάτου. Ο ασυρματιστής, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, ήταν πεθαμένος μπροστά στον πομπό του. Ο γιατρός του ενός από τα πλοία που τους εξέτασε διέγνωσε ότι είχαν πεθάνει από... φυσικά αίτια!
(Ο όρος ουσιαστικά σημαίνει άγνοια των αιτίων θανάτου. Ότι δεν βρέθηκε κανένα γνωστό αίτιο που θα μπορούσε να έχει σκοτώσει εκείνους τους ανθρώπους πριν την ώρα τους).
Συνολικά υπήρχαν τριάντα ένας νεκροί στο Νιάσσα. Σε αντίθεση με το Ουράνγκ Μεντάν, τούτη τη φορά το πλοίο ρυμουλκήθηκε σε λιμάνι, αλλά και οι πιο λεπτομερείς έρευνες και αυτοψίες που επακολούθησαν στη στεριά δεν μπόρεσαν να ρίξουν φως στο μυστήριο. Το πλοίο απέπλευσε αργότερα με άλλο πλήρωμα και επέστρεψε στην Ελλάδα όπου και φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα στο λιμάνι του Σκαραμαγκά. Μετά μπήκε πάλι σε υπηρεσία, για να διαλυθεί τελικά ύστερα από δέκα χρόνια στη Βαλτιμόρη το 1959(6).
Πριν κάμποσα χρόνια είχα εντοπίσει ένα ναυτικό που θυμόταν το πλοίο και την περίπτωσή του από την εποχή που βρισκόταν στο Σκαραμαγκά, αλλά δεν κατάφερα να τον συναντήσω προσωπικά, πριν σαλπάρει πάλι και χαθούν τα ίχνη του.
Σχετικά με τα γεγονότα αυτά είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε τίποτε περισσότερο από μερικές εικασίες. Όπως φαίνεται, οι ναυτικοί εκείνοι έπεσαν θύματα σε κάτι – σε κάτι που μπορεί να υποδήλωνε σκόπιμη ενέργεια ή τυχαίο συμβάν. Κάτι μπορεί να πέρασε πάνω από το πλοίο ή ν' αναδύθηκε από τη θάλασσα – κάτι που δεν ανήκε σ' αυτόν τον κόσμο.
Κάτι; Ναι, κάτι. Τί άλλο θα μπορούσαμε να πούμε;
Ψάρια που πανικοβάλλονται και αυτοκτονούν... άνθρωποι που βρίσκονται νεκροί πάνω στο καράβι τους με έκδηλα τα σημάδια του πανικού. Και γενικό φόντο σε όλα αυτά, μια σκοτεινή θάλασσα που κανένας δεν ξέρει τι κρύβει στα βάθη της.
Μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα για όλα αυτά. Αυτή ήταν μονάχα μια από τις πολλές όψεις του όλου θέματος. Θα το κουβεντιάσουμε και αργότερα, όταν θα έχουμε μια πληρέστερη εικόνα. Στα γεγονότα που είδαμε ως τώρα είχαμε τουλάχιστον να κάνουμε με κάτι συγκεκριμένο: το θάνατο. Σ' εκείνα που θα δούμε τώρα δεν έχουμε ούτε καν αυτή τη συγκεκριμένη, αν και αμφίβολης χρησιμότητας, σιγουριά. Γιατί εδώ τα θύματα απλώς εξαφανίστηκαν!
Ο άνθρωπος γνωρίζει το μυστηριακό κόσμο της θάλασσας προστατευμένος – συχνά όχι και τόσο αποτελεσματικά, όπως είδαμε – μέσα σε μικρούς, τεχνητούς, δικούς του κόσμους. Μέσα σε μικρούς τεχνητούς κόσμους, πλωτούς ή μη, που τον προστατεύουν κάπως όταν βρίσκεται πάνω, μέσα ή κοντά στη θάλασσα. Άλλά κάποτε η προστασία τους δεν είναι αρκετή. Και τότε οι μικροί αυτοί κόσμοι του ανθρώπου μένουν άδειοι.
Σαν μια παλιά πανοπλία ιππότη από την οποία έχει χαθεί, - άγνωστο πως, άγνωστο που – το ζωντανό της περιεχόμενο.



__________________
1. “Strange World” by Frank Edwards
2. “Strange as it Seems” by John Hix, “Invisible Horizons” by Vincent Gaddis
3. Εννοείται δηλητηρίαση από κοινά αίτια, τροφική ή από ουσίες του περιβάλλοντος, όχι από αέριο υδροκυάνιο ή πολεμικές χημικές ουσίες.
4. New Zealand's “Evening Post” (Nov. 13, 1913), “Agence Havas” (Nov. 26, 1913), “Believe or Not Omnibus” by robert Ripley, “Invisible Horizons” by Vincent Gaddis, “strangest of All” by Frank Edwards.
5. “Fate” (June, 1954), “The Case for the U.F.O.” by Morris K. Jessup, “Strangest of All” by Frank Edwards, “Invisible Horizons” by Vincent Gaddis, “Terror Zones” by Adi-Kent Thomas Jeffrey.
6. “The Strange and the Uncanny” by John Macklin.


Γιώργος Μπαλάνος (1995)
Άλλοι Ωκεανοί... Άλλοι Κόσμοι...
(Εκδόσεις Locus 7)


Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΝΤΟΤΕ - GUILLAUME APOLLINAIRE

Στην κυρία Φωρ-Φαβιέ


Πάντοτε
Θα πηγαίνουμε πιο μακριά χωρίς ποτέ να προχωρούμε


Κι από πλανήτη σε πλανήτη
Απο νεφέλωμα σε νεφέλωμα
Ο Δον Ζουάν των χιλίων και τριών κομητών
Χωρίς να το κουνάει από τη γη
Ψάχνει τις καινούργιες δυνάμεις
Και παίρνει τα φαντάσματα στα σοβαρά


Και τόσοι κόσμοι λησμονιούνται
Ποιοί να είναι οι μεγάλοι επιλήσμονες
Ποιός λοιπόν να ξέρει να μας κάνει να ξεχνούμε τούτο ή εκείνο το κομμάτι του κόσμου
Που είναι ο Χριστόφορος Κολόμβος που θα του οφείλεται η λήθη μιας ηπείρου


Να χάνεις
Όμως να χάνεις στ' αλήθεια
Για ν' αφήνεις μέρος για το εύρημα
Να χάσεις
Τη ζωή για να βρεις τη Νίκη


GUILLAUME APOLLINAIRE


ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ 
ΞΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 1979

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ – CHIEF SEATHL


Ενός Ινδιάνου Αρχηγού
(Το 1855 ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Φραγκλίνος Πηρς έκανε μια «έκκληση» στον Αρχηγό Σηάθλ(1) της Ινδιάνικης φυλής Σουάμι – η οποία ζούσε στην περιοχή που καταλαμβάνει σήμερα η Πολιτεία της Ουάσινγκτον – να «πουλήσει» τη γη του στην κυβέρνηση. Ο Αρχηγός Σηάθλ απάντησε στον Πρόεδρο με την παρακάτω επιστολή, την οποία έφερε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ως μέρος του εορτασμού της Δισεκατονταετηρίδας).

Ο μεγάλος αρχηγός της Ουάσινγκτον μηνάει ότι θέλει να αγοράσει τη γη μας. Ο μεγάλος αρχηγός μας στέλνει ακόμα λόγια φιλίας και καλής θέλησης. Ευγενικό είναι τούτο απ' τη μεριά του, αφού ξέρουμε πως μικρή ανάγκη έχει να του ανταποδώσουμε κι εμείς τη φιλία μας. Όμως θα εξετάσουμε την προσφορά σας, γιατί ξέρουμε πως αν το αρνηθούμε, ο λευκός άνθρωπος ίσως θα 'ρθει με όπλα και θ' αρπάξει τη γη μας.
Πως μπορείτε ν' αγοράζετε ή να πουλάτε τον ουρανό, τη θέρμη της γης; Τούτη η ιδέα παράξενη είναι για μας. Μα η φρεσκάδα του αέρα και το σπινθηροβόλημα του νερού δεν είναι ιδιοκτησία μας. Πως μπορείτε σεις να τ' αγοράσετε από μας; Κάθε κομμάτι τούτης της γης είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε πευκοβελόνα που τη χτυπάνε οι ακτίνες του ήλιου, κάθε αμμουδερή όχθη, το πούσι στα σκοτεινά δάση, κάθε ξέφωτο, κάθε έντομο που βουίζει, είναι άγιο στη μνήμη και την εμπειρία του λαού μου.
Ξέρουμε ότι ο λευκός άνθρωπος δεν καταλαβαίνει τα φερσίματα μας. Τη μια μεριά της γης τη βλέπει ίδια με την άλλη, γιατί είναι ένας ξένος που 'ρχεται τη νύχτα και αρπάζει από τη γη ό,τι έχει ανάγκη. Η γη δεν είναι αδέρφι του, είναι εχθρός του, κι αφού την κατακτήσει, την αφήνει πίσω και προχωράει. Η αχορταγιά του θα καταβροχθήσει τη γη και θ' αφήσει πίσω μονάχα μια έρημο. Η θέα των πόλεών σας πονάει τα μάτια του κόκκινου ανθρώπου. Όμως μπορεί να φταίει που ο κόκκινος άνθρωπος είναι ένας άγριος και δεν καταλαβαίνει.
Αν αποφασίσω να δεχτώ, θα βάλω έναν όρο. Ο λευκός άνθρωπος πρέπει να δει τα θηρία τούτης της γης σαν αδέρφια του. Τι 'ναι ο άνθρωπος δίχως θηρία; Αν όλα τα θηρία χανόντουσαν, οι άνθρωποι θα πέθαιναν από μεγάλη μοναξιά του πνεύματος, γιατί ό,τι συμβαίνει στα θηρία, συμβαίνει και στον άνθρωπο.
Εμείς ξέρουμε ένα πράγμα που ίσως μια μέρα το ανακαλύψει κι ο λευκός άνθρωπος: Ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός. Ίσως να πιστεύεται ότι σας ανήκει, όπως θέλετε να σας ανήκει και η γη μας. Μα δεν μπορείτε. Αυτός είναι ο Θεός των ανθρώπων. Σπλαχνίζεται το ίδιο και τον κόκκινο και τον λευκό άνθρωπο. Τούτη η γη Του είναι ακριβή. Κι όποιος τη βλάπτει περιφρονεί τον Δημιουργό της. Κι οι λευκοί θα περάσουν από δω, κι ίσως πιο σύντομα από άλλες φυλές. Συνεχίστε να λερώνετε το στρώμα σας και μια νύχτα θα πνιγείτε από την ίδια σας τη μπόχα. Όταν όλα τα βουβάλια θα 'χουνε σφαχτεί, όλα τα άγρια άλογα θα 'χουνε δαμαστεί, όταν η ιερή γωνιά του δάσους θα ζέχνει από τη μυρουδιά του ανθρώπου και τη θέα των καρπισμένων λόφων θα την κηλιδώνουν φλύαρες γυναίκες, τότε που θα 'ναι το σύδεντρο; Που θα 'ναι ο αετός; Και τι σημαίνει ν' αποχαιρετάς τις βάρδιες και το κυνήγι; Το τέλος της ζωής και η αρχή του θανάτου.
Δεν υπάρχει ήσυχο μέρος στις πόλεις του λευκού ανθρώπου. Δεν υπάρχει μέρος ν' ακούσεις τα φύλλα της άνοιξης ή το τερέτισμα των εντόμων. Όμως μπορεί να φταίει που είμαι ένας άγριος και δεν καταλαβαίνω – μα ο θόρυβος φαίνεται μονάχα να μαστιγώνει τ' αυτιά. Και τι του μένει στη ζωή του ανθρώπου αν δεν μπορεί ν' ακούσει πως κλαίει γλυκά το νυχτοπούλι, και πως μιλάνε τη νύχτα τα βατράχια γύρω απ' το νερόλακκο; Ο κόκκινος Ινδιάνος προτιμάει τον απαλό ήχο του ανέμου που τον καθαρίζει η μεσημεριάτικη μπόρα και τον αρωματίζει το πεύκο. Ο αέρας είναι πολύτιμος για τον κόκκινο άνθρωπο, γιατί όλα τα πράγματα ανασαίνουν την ίδια πνοή – τα θηρία, τα δέντρα, ο άνθρωπος. Ο λευκός άνθρωπος φαίνεται πως δεν παρατηρεί τον αέρα που ανασαίνει. Σαν τον άνθρωπο που πέθανε για πολλές μέρες, είναι ανίκανος να οσμιστεί.
Ίσως να καταλάβουμε τι ονειρεύεται ο λευκός άνθρωπος, τι ελπίδες περιγράφει στα παιδιά του τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα, τι οράματα ανάβει στο νου τους, για να τα πράξουν αυτά αύριο. Όμως εμείς είμαστε άγριοι. Τα όνειρα του λευκού ανθρώπου είναι κρυμμένα από μας. Και επειδή είναι κρυμμένα, θ' ακολουθήσουμε το δικό μας μονοπάτι. Αν συμφωνήσουμε, τούτο θα σημαίνει πως θα σιγουρέψουμε την περιοχή που μας έχετε υποσχεθεί. Εκεί ίσως να μπορέσουμε να ζήσουμε για λίγο καιρό όπως θέλουμε. Όταν ο τελευταίος Ινδιάνος αφανιστεί από προσώπου γης, κι η μνήμη θα 'ναι μόνο μια σκιά ενός σύννεφου που κινείται πάνω από το απέραντο λιβάδι, τούτες οι όχθες και τα δάση θα κρατούν ακόμα τα πνεύματα του λαού μου, γιατί αγαπάει αυτή τη γη όπως το νεογέννητο αγαπάει το καρδιοχτύπι της μάνας του. Αν σας πουλήσουμε τη γη μας, αγαπήστε την όπως την αγαπάμε εμείς, φροντίστε την όπως τη φροντίσαμε εμείς, κρατήστε στο νου σας τη μνήμη της γης όπως θα είναι τη στιγμή που θα την πάρετε, και με όλη σας τη δύναμη, όλη σας την επιμονή, όλη σας την καρδιά, φυλάξτε την για τα παιδιά σας, και αγαπήστε την όπως ο Θεός μας αγαπάει όλους. Ένα πράγμα να ξέρουμε: ο Θεός σας είναι ο ίδιος Θεός. Η γη Του είναι ακριβή. Ακόμα κι ο λευκός άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει απ' το κοινό πεπρωμένο.


____________

1. Το όνομα του Αρχηγού διαιωνίζεται στο όνομα της πόλης του Σηάτλ, στην Πολιτεία της Ουάσινγκτον.





ΑΙΩΝΙΕΣ ΑΞΙΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
(ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΟΚΡΑΤΙΑ – TITUS BURCHARDT



Αν οι αρχαίες κοσμογονίες μοιάζουν αφελείς όταν κανείς εκλάβει κυριολεκτικά τον συμβολισμό τους, πράγμα που ισοδυναμεί με την παρανόησή τους, οι σύγχρονες θεωρίες για την προέλευση του κόσμου είναι πραγματικά παράλογες. Αυτό δεν οφείλεται στις μαθηματικές τους διατυπώσεις, αλλά στην προφανή ανακολουθία των δημιουργών τους, οι οποίοι τοποθετούν τον εαυτό τους στη θέση του υπέρτατου μάρτυρα του κοσμικού γίγνεσθαι ενώ συγχρόνως θεωρούν πως το ανθρώπινο πνεύμα δεν είναι παρά προϊόν αυτού του γίγνεσθαι. Ποιά σχέση υπάρχει μεταξύ του πρωταρχικού νεφελώματος, αυτής της δίνης από ύλη από την οποία θέλουν να πιστεύουν ότι προήλθε τόσο η γη, όσο και η ζωή και ο άνθρωπος, και αυτού του νοητικού καθρέπτη – αφού για τους επιστήμονες η διάνοια δεν είναι παρά ένας καθρέπτης – που χάνεται σε εικασίες με τη βεβαιότητα ότι ανακαλύπτει μέσα του τη λογική των πραγμάτων; Πως μπορεί το αποτέλεσμα να κρίνει την αιτία του; Και αν υπάρχουν σταθεροί νόμοι της φύσης, όπως η αιτιότητα, ο αριθμός, ο χώρος και ο χρόνος, κι αν υπάρχει ακόμα μέσα μας κάτι που έχει το δικαίωμα να λέει «αυτό είναι αληθινό κι αυτό ψεύτικο», τότε που βρίσκεται ο εγγυητής της αλήθειας, στο αντικείμενο ή στο υποκείμενο; Μήπως η φύση του πνεύματός μας είναι μόνο ένας λεπτός αφρός στα κύματα του κοσμικού ωκεανού, ή μπορεί να βρεθεί βαθιά μέσα του ένας άχρονος μάρτυρας της πραγματικότητας;
Κάποιοι πρωταγωνιστές των υπό συζήτηση θεωριών θα πουν ίσως ότι ασχολούνται μόνο με το φυσικό και αντικειμενικό επίπεδο χωρίς να ενδιαφέρονται να κρίνουν το επίπεδο του υποκειμενικού. Μπορούν, ίσως, να ανατρέξουν στον Ντεκάρτ, ο οποίος όρισε το πνεύμα και την ύλη ως δύο πραγματικότητες που συντονίζονται από την Πρόνοια και διαχωρίζονται στην πράξη. Αυτή η διαίρεση της πραγματικότητας σε στεγανά μέρη οδήγησε τους ανθρώπους στο να παραμερίσουν ο,τιδήποτε δεν εμπίπτει στη φυσική τάξη, παραβλέποντας ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι μια απόδειξη του σύνθετου χαρακτήρα της πραγματικότητας.

Ο άνθρωπος της αρχαιότητας, ο οποίος απεικόνισε τη γη ως νησί που περιβάλλεται από τον πρωταρχικό ωκεανό και καλύπτεται από τον ουράνιο θόλο, ή ο μεσαιωνικός άνθρωπος, ο οποίος είδε τους ουρανούς ως ομόκεντρες σφαίρες που εκκινούν απ'οτο γήινο κέντρο και φτάνουν μέχρι την άπειρη σφαίρα του θείου πνεύματος, αναμφίβολα έκαναν λάθος στον τρόπο θεώρησης της αληθινής διάταξης και των αναλογιών του αισθητού σύμπαντος. Από την άλλη είχαν πλήρη συνείδηση ενός απείρως σημαντικότερου γεγονότος, δηλαδή, ότι τούτος ο υλικός κόσμος δεν είναι όλη η πραγματικότητα και ότι κατά κάποιο τρόπο τον περιβάλλει και τον διαποτίζει μια πραγματικότητα μεγαλύτερη και πιο περίπλοκη, η οποία με τη σειρά της περιέχεται στο πνεύμα. Και ήξεραν, άμεσα ή έμμεσα, ότι ο κόσμος σε όλη του την έκταση εξαφανίζεται μπροστά στο άπειρο.
Ο σύγχρονος άνθρωπος γνωρίζει ότι η γη είναι μόνο μια μπάλα που αιωρείται σε μια απύθμενη άβυσσο και ακολουθεί μια ιλιγγιώδη και σύνθετη κίνηση, και ότι αυτή η κίνηση είναι συνάρητση άλλων ουρανίων σωμάτων ασυγκρίτως μεγαλυτέρων από αυτή τη γη από την οποία τα χωρίζει τεράστια απόσταση. Ξέρει ότι η γη στην οποία ζει δεν είαν παρά ένας κόκκος ανάμεσα σε μυριάδες άλλα πυρακτωμένα άστρα, και ότι τα πάντα βρίσκονται σε κίνηση. Μια ανωμαλία σ' αυτό το πλέγμα των αστρικών κινήσεων, η παρεμβολή ενός ουρανίου σώματος, ξένου στο πλανητικό μας σύστημα, μια απόκλιση της τροχιάς του ήλιου, ή κάποιο παρόμοιο κοσμικό συμβάν θα αρκούσε για να αποσταθεροποιήσει την τροχιά της γης, να προκαλέσει ανωμαλία στη διαδοχή των εποχών και να καταστρέψει το ανθρώπινο είδος. Ο σύγχρονος άνθρωπος γνωρίζει επίσης ότι το μικρότερο άτομο περιέχει δυνάμεις που αν απελευθερωθούν μπορούν στιγμιαία να προκαλέσουν στη γη μια τεράστια πυρκαγιά. Όλα αυτά, το «απείρως μικρό», όπως και το «απείρως μεγάλο», παρουσιάζονται από τη σκοπιά της σύγχρονης επιστήμης ως ένας μηχανισμός αφάνταστα περίπλοκος, η λειτουργία του οποίου διέπεται αποκλειστικά από τυφλές δυνάμεις.
Παρ' όλ' αυτά, ο άνθρωπος των καιρών μας ζει και ενεργεί σαν να έχει εξασφαλίσει την ομαλή και συνήθη ακολουθία των ρυθμών της φύσης. Στην πράξη, δεν σκέφτεται ούτε για την άβυσσο του αστρικού κόσμου ούτε για τις τρομερές δυνάμεις που κρύβονται σε κάθε κομματάκι ύλης. Βλέπει τον ουρανό πάνω του όπως τον βλέπει ένα παιδί, με τον ήλιο και τ' αστέρια του, όμως η ενθύμηση των αστρονομικών θεωριών τον εμποδίζει να αναγνωρίσει εκεί θεία σημεία. Ο ουρανός δεν είναι πια γι' αυτόν η φυσική έκφραση του πνεύματος που περιβάλλει και φωτίζει τον κόσμο. Η επιστημονική γνώση έχει υποκαταστήσει αυτή την «αφελή» και συνάμα ουσιαστική θέαση, όχι ως μια νέα συνείδηση μιας ευρύτερης κοσμικής τάξης, της οποίας μέρος αποτελεί ο άνθρωπος, αλλά μιας τάξης από την οποία έχει εξοριστεί, μιας ανεπανόρθωτης αταξίας στο κατώφλι του χάους, με την οποία ο άνθρωπος δεν έχει πια κανένα κοινό μέτρο. Γιατί τίποτα πια δεν του θυμίζει ότι όλο αυτό το σύμπαν περιέχεται εντός του, όχι στην ατομική του ύπαρξη, αλλά στο πνεύμα που ενυπάρχει σ' αυτόν και συγχρόνως υπερβαίνει τόσο τον εαυτό του όσο και όλο το φαινομενικό σύμπαν.



TITUS BURCKHARDT
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ &
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ