.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Σκιά – παραβολή – Edgar Allan Poe


Εσείς που διαβάζετε είστε ακόμα μέσα στους ζωντανούς, μα εγώ που γράφω από καιρό έχω πάει στη χώρα των σκιών. Γιατί, μα την αλήθεια, πράγματα παράξενα θα γίνουν, μυστικά θα βγούνε στο φανερό και πολλοί αιώνες θα περάσουν ώσπου οι άνθρωποι να δούνε αυτά τα σημειώματα. Κι όταν τα δούνε, μερικοί θα δυσπιστήσουν, και μερικοί θ' αμφιβάλλουν, και πολύ λίγοι από αυτούς θα ερευνήσουνε τα ψηφιά που εδώ είναι χαραγμένα με πένα σιδερένια.
Η χρονιά ήτανε χρονιά τρόμου και αισθημάτων πιο δυνατών από τον τρόμο, που γι' αυτά δεν υπάρχει όνομα πάνω στη γη. Γιατί πολλά τέρατα και σημεία γενήκανε παντού, πάνω από τη θάλασσα και τη γη. Οι μαύρες φτερούγες της Πανούκλας ξαπλώθηκαν παντού. Όμως στους αστρολόγους δεν ήταν άγνωστο πως οι ουρανοί είχανε μιαν άρρωστη θωριά. Και σ' εμένα, τον Έλληνα Οίνο, μαζί με άλλους, ήτανε φανερό πως πλησιάζουμε στην περίοδο εκείνου του εφτακοσιοστού ενενηκοστού τέταρτου χρόνου, όταν στην είσοδο του Κριού ο πλανήτης Δίας ενώνεται με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού Κρόνου. Η ξεχωριστή θωριά των ουρανών, αν δεν έχω λάθος, φανερωνότανε όχι μονάχα στη φυσική τροχιά της γης παρά και στις ψυχές, στις φαντασίες και στις σκέψεις του ανθρώπινου γένους.
Γύρω σε μερικά φλασκιά κόκκινο κρασί από τη Χίο, στο βάθος μιας αίθουσας μεγαλόπρεπης, μέσα σε μια πολιτεία σκοτεινή που τη λένε Πτολεμαΐδα, καθόμαστε μια νύχτα μια παρέα από εφτά. Και το δωμάτιό μας δεν είχε άλλη είσοδο εξόν μια πόρτα μπρούντζινη αψηλή. Η πόρτα ήτανε καμωμένη από τον τεχνίτη Κόριννο με μεγάλη μαστοριά και κλείδωνε από μέσα. Κι ακόμα, παραπετάσματα μαύρα στο μελαγχολικό δωμάτιό μας έκρυβαν το φεγγάρι, τα θλιβερά τ' άστρα και τους έρημους δρόμους, αλλά η προαίσθηση και η θύμηση του θανατικού δεν μπορούσανε έτσι εύκολα να κλειστούνε απέξω. Υπήρχανε γύρω μας, κοντά μας, πράγματα που γι' αυτά δεν μπορώ να δώσω μια ιδέα σωστή. Πράγματα υλικά και πνευματικά, βάρος στην ατμόσφαιρα. Ένιωθες κατιτί που σ' έπνιγε. Μια αγωνία, και περισσότερο απ' όλα, αυτή η τρομερή κατάσταση της ύπαρξης που παθαίνουν οι νευρικοί όταν οι αισθήσεις είναι ξύπνιες και βρίσκονται σε υπερένταση ζωής και οι δυνάμεις του νου βρίσκονται σε λήθαργο. Ένα κρύο νεκρικό μας πλάκωνε, χυνότανε πάνω στα μέλη μας, πάνω στα ποτήρια που πίναμε. Κι όλα φαινόντανε θλιμμένα και στεναχωρεμένα, όλα, εξόν τις φλόγες των εφτά σιδερένιων λαμπών που φωτίζανε την κραιπάλη μας. Υψωνόντανε σ' αψηλές και λεπτές γραμμές φωτός, με λάμψη χλωμή κι ασάλευτη. Και μες στο στρογγυλό τραπέζι που γύρω του καθόμαστε κι όπου το αντιφέγγισμα τους το έκανε καθρέφτη, ο καθένας μας έβλεπε τη χλωμάδα του προσώπου του και την ανήσυχη ακτινοβολία των πεθαμένων ματιών των συντρόφων του. Όμως, ήμαστε χαρούμενοι κατά το δικό μας τρόπο, που ήτανε υστερικός. Και τραγουδούσαμε τα τραγούδια του Ανακρέοντα, που είναι τρελά. Και πίναμε βαθιά, αν και το κόκκινο κρασί μας θύμιζε το αίμα. Γιατί στο δωμάτιό μας ήτανε ακόμα ένα όγδοο πρόσωπο, ο νέος Ζωίλος, πεθαμένος, ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς και σαβανωμένος – ο φύλαξ άγγελος και ο δαίμονας της σκηνής. Αλίμονο! Στη διασκέδασή μας έπαιρνε μέρος μόνο το πρόσωπό του το συσπασμένο από την πανούκλα. Και τα μάτια του, που μέσα τους ο Θάνατος είχε μισοσβήσει τη φωτιά του κακού, φαινότανε πως παίρνανε τέτοιο ενδιαφέρον στο φαγοπότι μας καθώς ο νεκρός στη χαρά των μελλοθανάτων. Μα εγώ, ο Οίνος, αν και ένιωσα πως τα μάτια του πεθαμένου ήτανε καρφωμένα επάνω μου, εβίαζα τον εαυτό μου ώστε να μην καταλαβαίνω την πικράδα της έκφρασής των και, καρφώνοντας τα μάτια μου μες στα βάθη του εβένινου καθρέφτη, τραγούδησα με φωνή ηχερή και μεγάλη τα τραγούδια του γιου της Τέω. Αλλά, λίγο λίγο, τα τραγούδια μου πάψανε, κι οι αντίλαλοί τους, κατρακυλώντας ανάμεσα στα μελαγχολικά παραπετάσματα του δωματίου, γενήκανε αδύνατοι κι αόριστοι, και πεθάνανε. Και να! Από το βάθος των μαύρων αυτών παραπετασμάτων, όπου πεθάνανε οι ήχοι του τραγουδιού, ανάβρυσε μια σκιά αόριστη και σκοτεινή, σα σκιά ανθρώπινου κορμιού που κάνει το φεγγάρι σα χαμηλώνει στον ουρανό. Μα δεν ήτανε η σκιά ούτε ανθρώπου, ούτε Θεού, ούτε κανενός γνωστού πράγματος. Και τρεμουλιάζοντας για μια στιγμή μες στα κλειστά παραπετάσματα του δωματίου, στο τέλος έμεινε ολοφάνερη επάνω στην επιφάνεια της μπρούντζινης πόρτας. Αλλά η σκιά ήταν αόριστη κι απροσδιόριστη κι άμορφη. Και δεν ήτανε η σκιά ούτε ανθρώπου, ούτε θεού – ούτε Θεού της Ελλάδας, ούτε θεού της Χαλδαίας, ούτε κανενός Αιγύπτιου Θεού. Και η σκιά έμεινε επάνω στη μεγάλη μπρούντζινη πόρτα και κάτω από την κάμαρη, ασάλευτη, βουβή. Και η πόρτα που η σκιά είχε μείνει ήτανε, αν καλοθυμούμαι, κατάντικρυ στα πόδια του νέου σαβανωμένου Ζωίλου. Μα εμείς οι εφτά σύντροφοι, επειδή είχαμε δει τη σκιά καθώς ανάβρυζε από τα παραπετάσματα, δεν τολμούσαμε να την αντικρύσουμε, παρά ρίξαμε κάτω τα μάτια και κοιτούσαμε αδιάκοπα μέσα στα βάθη του εβένινου καθρέφτη. Τέλος εγώ, ο Οίνος, μιλώντας σιγανά, ρώτησα τη σκιά που κατοικεί και ποιο είναι τ' όνομά της. Και η σκιά αποκρίθηκε: «Είμαι ΣΚΙΑ και κατοικώ κοντά στις κατακόμβες της Πτολεμαΐδας και πολύ κοντά στα σκοτεινά εκείνα Ηλύσια Πεδία που περιζώνουνε το ακάθαρτο κανάλι του Χάρωνα». Και τότε όλοι μας σηκωθήκαμε από τα καθίσματά μας τρομαγμένοι και σταθήκαμε με τρεμούλα, μ' ανατριχίλα και ταραχή! Γιατί οι ήχοι της φωνής της σκιάς δεν ήταν ήχοι ενός μόνο ατόμου παρά πολλών όντων. Και η φωνή αυτή, αλλάζοντας τους χρωματισμούς της από συλλαβή σε συλλαβή, έπεφτε θολά στ' αυτιά μας, σαν τους ήχους χιλιάδων γνωστών φίλων που είχανε πεθάνει.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜ. ΣΤΑΥΡΟΥ

Πόε
ΤΟΜΟΣ Α'
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΚΡΙΤΙΚΗ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤ. ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Ο ΒΑΛΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ – H.P. LOVECRAFT


Κάπου, δεν ξέρω σε ποια απόμακρη και φοβερή περιοχή, έχει χαθεί ο Ντένυς Μπάρρυ. Ήμουν μαζί του κατά την τελευταία νύχτα της ζωής του μεταξύ των ανθρώπων, και άκουσα τα ουρλιαχτά του όταν το πλάσμα ήρθε γι'αυτόν, αλλά όλοι οι χωρικοί και οι αστυνομικοί της Κομητείας του Μηθ ποτέ δεν μπόρεσαν να βρουν ούτε αυτόν ούτε τους άλλους, αν κι έψαξαν πολύ κι εκτεταμένα. Και τώρα ανατριχιάζω κάθε φορά που ακούω τα βατράχια να κοάζουν στους βάλτους ή όταν βλέπω το φεγγάρι να λάμπει σ' ερημικούς τόπους.
Τον είχα γνωρίσει στην Αμερική τον Ντένυς Μπάρρυ, όπου είχε γίνει πλούσιος, και του είχα δώσει συγχαρητήρια όταν αγόρασε ξανά το παλιό κάστρο δίπλα στο βάλτο στο νυσταλέο Κιλντέρρυ. Ήταν από το Κιλντέρρυ που καταγόταν ο πατέρας του, και ήταν εκεί που ήθελε κι ο ίδιος ν' απολαύσει τα πλούτη του, ανάμεσα στα προγονικά τοπία. Άνθρωποι από το ίδιο αίμα ήταν κάποτε οι αφεντάδες του Κιλντέρρυ και είχαν χτίσει και κατοικήσει το κάστρο, αλλά οι ημέρες εκείνες ήταν πολύ μακρινές, κι εδώ και γενιές τώρα το κάστρο ήταν άδειο κι ερειπωμένο. Από τότε που έφτασε στην Ιρλανδία, ο Μπαρρυ μου έγραφε συχνά και μου έλεγε πως κάτω από την φροντίδα του το γκρίζο κάστρο αναστηλωνόταν, πύργο με πύργο, ξαναβρίσκοντας την παλιά του δόξα. Μου έλεγε πως ο κισσός σκαρφάλωνε αργά στους αναστηλωμένους τοίχους, όπως σκαρφάλωνε και πριν από τόσους αιώνες, και πως τον ευλογούσαν οι χωρικοί, γιατί είχε ξαναφέρει τις παλιές καλές μέρες με το χρυσάφι που είχε κερδίσει πέρα από τη θάλασσα. Αλλά με τον καιρό άρχισαν να παρουσιάζονται προβλήματα και οι χωρικοί σταμάτησαν να τον ευλογούν. Αντί γι' αυτό έφυγαν μακριά απο εκεί, σαν να ήθελαν να ξεφύγουν από κάποια συμφορά. Και τότε μου έστειλε ένα γράμμα και μου ζητούσε να τον επισκεφθώ, γιατί ένιωθε μοναξιά εκεί στο κάστρο, μη έχοντας κανέναν να μιλήσει εκτός από τους καινούριους υπηρέτες και τους εργάτες που είχε φέρει από το Βορρά.
Ο βάλτος ήταν η αιτία όλων αυτών των προβλημάτων, όπως μου εξήγησε ο Μπάρρυ το βράδυ πυ έφτασα στο κάστρο. Είχα φτάσει στο Κιλντέρρυ ένα καλοκαιριάτικο ηλιοβασίλεμα, καθώς το χρυσάφι του ουρανού φώτιζε τις πρασινάδες των λόφων, των δεντρόκηπων και των γαλάζιων νερών του βάλτου, όπου πάνω σ' ένα μακρινό νησάκι ένα παράξενο χρυσαφένιο ερείπιο λαμπύριζε φασματικά. Το ηλιοβασίλεμα ήταν πολύ όμορφο, αλλά οι χωρικοί στο Μπάλλυλω με είχαν προειδοποιήσει ενάντια σ' αυτό, και είχαν πει ότι το Κιλντέρρυ είχε γίνει καταραμένο, έτσι που σχεδόν αναρίγησα όταν είδα τα ψηλά ακροπύργια του κάστρου να λάμπουν επιχρυσωμένα από την ηλιακή φωτιά. Το αυτοκίνητο του Μπάρρυ με περίμενε στο σταθμό του Μπάλλυλω, γιατί το Κιλντέρρυ βρίσκεται έξω από τη σιδηροδρομική γραμμή. Οι χωρικοί απέφευγαν το αυτοκίνητο και τον οδηγό από το Βορρά, αλλά μου είχαν μιλήσει ψιθυριστά και με χλομά πρόσωπα όταν είδαν ότι πήγαινα στο Κιλντέρρυ. Και τη νύχτα εκείνη, μετά το ξανασμίξιμό μας, ο Μπάρρυ μου εξήγησε το γιατί.
Οι χωρικοί είχαν φύγει από το Κιλντέρρυ επειδή ο Ντένυς Μπάρρυ σκόπευε να αποξηράνει το μεγάλο βάλτο. Παρά την αγάπη που έτρεφε για την Ιρλανδία, η Αμερική δεν τον είχε αφήσει ανεπηρέαστο και δεν τον συγκινούσε ο όμορφος χερσότοπος, κάνοντας τη σκέψη ότι θα μπορούσε να γίνει εκεί εξόρυξη τύρφης και να δοθεί το έδαφος για εκμετάλευση. Οι θρύλοι και οι δεισιδαιμονίες του Κιλντέρρυ δεν τον συγκινούσαν, και γέλασε όταν στην αρχή οι χωρικοί αρνήθηκαν να βοηθήσουν και μετά τον καταράστηκαν κι έφυγαν για το Μπάλλυλω με τα λίγα τους υπάρχοντα, αφού είδαν ότι ήταν αποφασισμένος. Στη θέση τους ζήτησε να σταλούν εργάτες από το Βορρά, και όταν αναχώρησαν οι παλιοί υπηρέτες, τους αντικατέστησε με τον ίδιο τρόπο. Αλλά ένιωθε μοναξιά ανάμεσα στους ξένους, κι έτσι ο Μπάρρυ μου είχε ζητήσει να τον επισκεφθώ.
Γέλασα όταν άκουσα τους φόβους που είχαν διώξει τους ανθρώπους από το Κιλντέρρυ, γιατί οι φόβοι αυτοί ήταν της πιο αόριστης, απίθανης και γελοίας μορφής. Είχαν σχέση με κάποιον παράλογο θρύλο του βάλτου και με κάποιον αποτρόπαιο φασματικό φύλακα του τόπου, που κατοικούσε στα παράξενα αρχαία ερείπια  τα οποία είχα δει κατά το ηλιοβασίλεμα στο μακρινό νησάκι. Διηγούνταν ιστορίες για φώτα που χόρευαν όταν δεν είχε φεγγάρι και για παγωμένους ανέμους όταν η νύχτα ήταν ζεστή. Για ασπροντυμένα φαντάσματα που αιωρούνταν πάνω από τα νερά και για μια φανταστική πέτρινη πόλη βαθιά κάτω από την επιφάνεια του βάλτου. Αλλά πρώτη ανάμεσα σ' αυτές τις αλλόκοτες φαντασίες, και η μόνη που ήταν ομόφωνα πιστευτή ήταν αυτή που έλεγε ότι κάποια κατάρα θα έβρισκε εκείνον που, θα τολμούσε ν' αγγίξει ή ν' αποξηράνει τον απέραντο κοκκινωπό βούρκο.
Υπήρχαν μυστικά, λέγανε οι χωρικοί, που δεν έπρεπε ν' αποκαλυφθούν. Μυστικά που είχαν παραμείνει κρυμμένα από τότε που η πανούκλα είχε χτυπήσει τα παιδιά του Παρθολόν στα μυθικά χρόνια πριν από την Ιστορία. Στο «Βιβλίο των Εισβολέων» αναφέρεται ότι οι γιοι αυτοί των Ελλήνων(1) θάφτηκαν όλοι στο Ταλλάτ, αλλά οι γέροι στο Κιλντέρρυ λένε πως μια πόλη πέρασε απαρατήρητη, έχοντας σωθεί από την προστάτιδα θεά της σελήνης. Έτσι θάφτηκε μόνο από τους δασωμένους λόφους όταν οι άντρες του Ενέντ εισέβαλαν από τη Σκυθία με τα τριάντα πλοία τους.
Τέτοιες ήταν οι απλοϊκές ιστορίες που είχαν κάνει τους χωρικούς να εγκαταλείψουν το Κιλντέρρυ, και όταν τις άκουσα δεν απόρησα που ο Ντένυς Μπάρρυ είχε αρνηθεί να τους δώσει σημασία. Ενδιαφερόταν πολύ ωστόσο για τις αρχαιότητες και σκόπευε να εξερευνήσει συστηματικά το βάλτο όταν θ' αποστραγγιζόταν. Είχε επισκεφθεί πολλές φορές τα άσπρα ερείπια στο νησάκι, αλλά, αν και η ηλικία τους ήταν ολοφάνερα πολύ μεγάλη και η τεχνοτροπία τους ελάχιστα έμοιαζε μ' εκείνη των περισσοτέρων ερειπίων της Ιρλανδίας, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση για να μιλήσουν για τις ημέρες της δόξας τους. Το έργο της αποστράγγισης ήταν τώρα έτοιμο να ξεκινήσει, και οι εργάτες του Βορρά θ' άρχιζαν σύντομα να ξεγυμνώνουν τον απαγορευμένο βάλτο από τα πράσινα βρύα και τα κόκκινα ρείκια του, ν' αποστραγγίζουν τα μικροσκοπικά ρυάκια, με τις κοίτες τους στρωμένες με καβούκια σαλιγκαριών, και τις ήρεμες λιμνούλες που πλαισιώνονταν από βούρλα.
Μετά την αφήγηση του Μπάρρυ γι' αυτά τα πράγματα ένιωθα μεγάλη νύστα, γιατί το ταξίδι εκείνης της ημέρας ήταν κουραστικό και ο οικοδεσπότης μου μιλούσε μεχρι αργά τη νύχτα. Ένας υπηρέτης με οδήγησε στο δωμάτιό μου, το οποίο βρισκόταν σ' έναν απόμακρο πυργίσκο που δέσποζε πάνω από το χωριό, τον κάμπο πέρα από την άκρη του βάλτου, καθώς και τον ίδιο το βάλτο. Από τα παράθυρά μου μπορούσα έτσι να δω στο φεγγαρόφωτο τις σιωπηλές στέγες των σπιτιών απ' όπου είχαν τραπεί σε φυγή οι χωρικοί, και τα οποία τώρα στέγαζαν τους εργάτες από το Βορρά, καθώς και το εκκλησάκι της ενορίας, με το αρχαίο μυτερό του καμπαναριό, και πιο μακριά, πέρα στον μελαγχολικό βάλτο, το μακρινό παλιό ερείπιο στο νησάκι, που λαμπύριζε άσπρο και φασματικό.
Από μακριά άκουσα να φτάνουν αμυδροί ήχοι – ήχοι ξέφρενοι και σχεδόν μουσικοί, οι οποίοι έκαναν μια παράξενη έξαψη να φουντώσει μέσα μου κι έδωσαν χρώμα στα όνειρά μου. Όταν όμως ξύπνησα το άλλο πρωί σκέφτηκα ότι όλα θα ήταν όνειρο, γιατί τα οράματα που είχα δει ήταν πιο θαυμαστά από οποιοδήποτε ήχο από τυχόν ξέφρενες φλογέρες μέσα στη νύχτα. Επηρεασμένο από τους θρύλους που μου είχε αφηγηθεί ο Μπάρρυ, το κοιμισμένο μυαλό μου είχε πετάξει πάνω από μια μεγαλοπρεπή πόλη σε μια πράσινη κοιλάδα, όπου οι μαρμαρόστρωτοι δρόμοι και τ' αγάλματα, οι επαύλοις και οι ναοί, τα γλυπτά και οι επιγραφές, όλα μιλούσαν καθαρά για το μεγαλείο που είχε κάποτε η Ελλάδα. Όταν διηγήθηκα αυτό το όνειρο στον Μπάρρυ γελάσαμε και οι δύο. Εγώ όμως γέλασα πιο δυνατά, γιατί εκείνος είχε προβλήματα με τους εργάτες από το Βορρά. Για έκτη φορά είχαν όλοι παρακοιμηθεί μέχρι αργά, ξυπνώντας με μεγάλη δυσκολία και ζαλισμένοι, νιώθοντας σαν να μην είχαν ξεκουραστεί, αν και ήταν γνωστό ότι είχαν πέσει νωρίς για ύπνο το προηγούμενο βράδυ.
Εκείνο το πρωινό και το απόγευμα περιπλανήθηκα μόνος μέσα στο χρυσαφένιο από τον ήλιο χωριό, πιάνοντας πότε-πότε κουβέντα με τους εργάτες, που δεν είχαν δουλειά να κάνουν γιατί ο Μπάρρυ ήταν απασχολημένος με τα τελικά σχέδια προκειμένου ν' αρχίσει το έργο της αποστράγγισης. Οι εργάτες δεν ήταν και τόσο κεφάτοι όσο θα έπρεπε, γιατί οι περισσότεροι έμοιαζαν να ανησυχούν από κάποια όνειρα που είχαν δει και που μάταια προσπαθούσαν να θυμηθούν. Τους μίλησα και για το δικό μου όνειρο αλλά δεν έδειξαν ενδιαφέρον, μέχρι τη στιγμή που έκανα λόγο για τους παράξενους ήχους που νόμιζα ότι είχα ακούσει. Τότε με κοίταξαν αλλόκοτα και είπαν ότι κι αυτοί είχαν την εντύπωση ότι θυμούνταν παράξενους ήχους.
Το βράδυ ο Μπάρρυ δείπνησε μαζί μου και ανακοίνωσε ότι θα άρχιζε την αποστράγγιση σε δύο ημέρες. Χάρηκα, γιατί, αν και δεν ήθελα να δω να χάνονται όλα εκείνα τα βρύα, τα ρείκια, τα μικρά ρυάκια κι οι λιμνούλες, όλο και μεγάλωνε η επιθυμία μου να μάθω τα αρχαία μυστικά που μπορεί να κρύβονταν στην παχιά τύρφη. Και τη νύχτα εκείνη τα όνειρά μου, με τους αυλούς που έπαιζαν και τα μαρμάρινα περιστύλια, είχαν ένα ξαφνικό και ανησυχητικό τέλος, γιατί είδα ένα λοιμό να χτυπά την πόλη της κοιλάδας και μετά μια φοβερή κατολίσθηση από δασωμένες πλαγιές, η οποία σκέπασε τα  νεκρά κορμιά στους δρόμους και άφησε άθαφτο μόνον το ναό της Αρτέμιδας στην ψηλή κορυφή, όπου η ηλικιωμένη ιέρεια της σελήνης η Κλεΐς, ήταν ξαπλωμένη, παγωμένη και σιωπηλή, μ' ένα στέμμα από ελεφαντόδοντο στο ασημένιο κεφάλι της.
Είπα ότι ξύπνησα ξαφνικά και μ' ένα συναίσθημα ανησυχίας. Για κάμποση ώρα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήμουν ξύπνιος ή κοιμόμουν, γιατί ο ήχος από αυλούς αντηχούσε ακόμη διαπεραστικός στ' αυτιά μου. Όταν όμως είδα στο πάτωμα τις φεγγαραχτίδες στο χρώμα του πάγου και το περίγραμμα από τα δαντελωτά γοτθικά παράθυρα κατάλαβα ότι θα πρέπει να είχα ξυπνήσει στο κάστρο του Κιλντέρρυ. Μετά άκουσα ένα ρολόι από κάποιο μακρινό πλατύσκαλο να χτυπά δύο, και ήταν σίγουρο πια πως ήμουν ξύπνιος. Ωστόσο από μακριά έφτανε εκείνος ο μονότονος ήχος από τους αυλούς. Ξέφρενες αλλόκοτες μελωδίες που μ' έκαναν να φαντάζομαι κάποιο χορό φαύνων(2) στο μακρινό Μαίναλο. Δεν με άφηναν να κοιμηθώ, και σηκώθηκα ανυπόμονα κι άρχισα να βηματίζω στο δάπεδο. Εντελώς τυχαία μόνο πήγα ως στο βορινό παράθυρο και κοίταξα έξω γιατί ήθελα να κοιμηθώ, αλλά οι αυλοί μου τριβέλιζαν τ' αυτιά και κάτι έπρεπε να κάνω ή να δω. Πως θα μπορούσα να υποπτευθώ εκείνο που θα έβλεπα;
Εκεί, στο φεγγαρόφωτο που πλημμύριζε τον απλόχωρο κάμπο, αντίκρισα ένα θέαμα που κανένας θνητός, αν το δει, δε θα μπορέσει ποτέ να το ξεχάσει. Στη συνοδεία μουσικής από καλαμένιους αυλούς που αντιλαλούσε απ' άκρη σ' άκρη στο βάλτο γλυστρούσε, σιωπηλά κι απόκοσμα, ένα ανάκατο πλήθος από μορφές οι οποίες λικνίζονταν και χόρευαν ξέφρενα σ' ένα ξεφάντωμα σαν εκείνο που μπορεί να χόρευαν οι Σιληνοί προς τιμήν της Δήμητρας τις παλιές ημέρες κάτω από το φεγγάρι του θερισμού δίπλα στην πυγή της Κυάνης(3).
Ο απέραντος κάμπος, το χρυσαφένιο φεγγαρόφωτο, οι σκιερές κινούμενες μορφές, και πάνω απ' όλα οι διαπεραστικοί μονότονοι ήχοι από αυλούς, είχαν μια επίδραση που σχεδόν με παρέλυσε. Πρόσεξα όμως μέσα στο φόβο μου ότι οι μισοί από αυτούς τους ακούραστους μηχανικούς χορευτές ήταν οι εργάτες οι οποίοι νόμιζα πως κοιμούνταν, ενώ οι άλλοι μισοί ήταν παράξενα ανάερα πλάσματα ντυμένα στα άσπρα, σχεδόν ακαθόριστης φύσης, αλλά που θύμιζαν χλομές μελαγχολικές ναϊάδες από τις στοιχειωμένες πηγές του βάλτου. Δεν ξέρω πόση ώρα κοίταζα αυτό το θέαμα από το μοναχικό παράθυρο του πυργίσκου πριν σωριαστώ ξαφνικά σε μια λιποθυμία χωρίς όνειρα, απο την οποία με ξύπνησε ο ήλιος του πρωινού που ήδη είχε σηκωθεί ψηλά.
Η πρώτη μου σκέψη, όταν ξύπνησα, ήταν να περιγράψω όλους τους φόβους και τις παρατηρήσεις μου στον Ντένυς Μπάρρυ, αλλά καθώς είδα το φως του ήλιου να λάμπει μέσα από το δαντελωτό ανατολικό παράθυρο πείστηκα ότι δεν υπήρχε καμία πραγματικότητα σε όσα νόμιζα ότι είχα δει. Μπορεί να είμαι αλαφροΐσκιωτος στις παράξενες οπτασίες, αλλά ποτέ δεν είμαι και τόσο αφελής για να τις πιστέψω. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, αρκέστηκα να ρωτήσω τους εργάτες, οι οποίοι είχαν κοιμηθεί μέχρι πολύ αργά πάλι, αλλά ελόγου τους δε θυμόντουσαν τίποτε σχετικά με την προηγούμενη νύχτα πέρα από κάποια ομιχλώδη όνειρα με διαπεραστικούς ήχους.
Το θέμα αυτό, με τη φασματική μουσική από αυλούς με βασάνιζε πολύ και αναρωτήθηκα μήπως τα φθινοπωρινά τριζόνια είχαν φτάσει πριν από την ώρα τους για να χαλάσουν τη γαλήνη της νύχτας και να σοιχειώσουν τα ονειρικά οράματα των ανθρώπων. Αργότερα εκείνη την ημέρα είδα τον Μπάρρυ στη βιβλιοθήκη να μελετά τα σχέδια του για το μεγάλο έργο που θα άρχιζε την επομένη, και για πρώτη φορά ένιωσα το άγγιγμα του ίδιου φόβου που είχε διώξει μακριά τους χωρικούς. Για κάποιον άγνωστο λόγο με τρόμαζε η σκέψη ότι  θα ταράζαμε τη γαλήνη εκείνου του αρχαίου βάλτου και τ' ανήλιαγα μυστικά του, και η φαντασία μου ζωγράφιζε τρομερές εικόνες κρυμμένες στα σκοτάδια κάτω από τ' αμέτρητα βάθη της πανάρχαιης τύρφης. Φαινόταν ασύνετο ότι αυτά τα μυστικά θα έβγαιναν στο φως, και άρχισα να ψάχνω για κάποια δικαιολογία προκειμένου ν' αναχωρήσω από το κάστρο και το χωριό. Έφτασα ακόμη και στο σημείο να θίξω τάχα αδιάφορα το θέμα στον Μπάρρυ, αλλά δεν τόλμησα να συνεχίσω όταν εκείνος ξέσπασε στο βροντερό γέλιο του. Κράτησα έτσι τη σιωπή μου όταν ο ήλιος έγειρε περίλαμπρος πίσω από τους μακρινούς λόφους και το Κιλντέρρυ έλαμψε λουσμένο όλο στα κόκκινα και τα χρυσαφιά, με μια φλόγα που μου φάνηκε σαν κακό προμήνυμα.
Ποτέ δεν θα μπορέσω να εξακριβώσω αν τα γεγονότα εκείνης της νύχτας ήταν πραγματικότητα ή παραίσθηση. Οπωσδήποτε ξεπερνούν καθετί που ονειρευόμαστε για τη φύση και το σύμπαν, κι ωστόσο με καμία φυσιολογική μέθοδο δεν μπορώ να εξηγήσω εκείνες τις εξαφανίσεις που έγιναν γνωστές στους πάντες όταν όλα πια είχαν τελειώσει. Αποσύρθηκα νωρίς στο δωμάτιό μου γεμάτος φόβο, και για πολλή ώρα δεν μπορούσα να κοιμηθώ στην αλλόκοτη σιωπή του πύργου. Επικρατούσε μεγάλη σκοτεινιά γιατί, αν κι ο ουρανός ήταν καθαρός, το φεγγάρι ήταν πολύ προς τη χάση του και δε θα ανέτειλε πριν από τις μικρές ώρες. Σκεφτόμουν τον Μπάρρυ, όπως ήμουν ξαπλωμένος εκεί, και το τι θα συνέβαινε στο βάλτο με τον ερχομό της ημέρας, και με κυρίεψε σχεδόν μια μανία να ορμήσω έξω στη νύχτα, να πάρω το αυτοκίνητο του Μπάρρυ και να αναχωρήσω σαν τρελός για το Μπάλλυλω, μακριά από τα απειλούμενα εδάφη. Αλλά πριν οι φόβοι μου αποκρυσταλλωθούν σε πράξη με είχε πάρει ο ύπνος, και ατένιζα στα όνειρά μου την πόλη στην κοιλάδα, ν' απλώνεται παγωμένη και νεκρή κάτω από το σάβανο μιας αποτρόπαιης σκιάς.
Πιθανώς να ήταν η διαπεραστική μουσική από αυλούς εκείνο που με ξύπνησε, αλλά η μουσική δεν ήταν αυτό που πρώτο μου τράβηξε την προσοχή όταν άνοιξα τα μάτια μου.
Ήμουν ξαπλωμένος με τη ράχη προς το ανατολικό παράθυρο κοιτάζοντας προς το  βάλτο, όπου θ' ανάτελλε το λιγοστό φεγγάρι, και συνεπώς περίμενα να δω το  φως του να πέφτει στον απέναντι τοίχο μπροστά μου. Αλλά δεν περίμενα ένα τέτοιο θέαμα σαν αυτό που αντίκριζα τώρα. Πραγματικά έλαμπε φως στον τοίχο μπροστά, αλλά δεν έμοιαζε καθόλου με το φως που ρίχνει το φεγγάρι. Τρομερές και διαπεραστικές ήταν οι αχτίδες εκείνης της βαθυκόκκινης λάμψης που ξεχύνονταν μέσα από το γοτθικό παράθυρο, και ολίκληρο το δωμάτιο ήταν λουσμένο σ' ένα φως που ήταν έντονο και απόκοσμο.
Οι άμεσες αντιδράσεις μου ήταν περίεργες για μια τέτοια περίπτωση, αλλά μόνο στα μυθιστορήματα κάνει κανείς την εντυπωσιακή κι αναμενόμενη κίνηση. Αντί να κοιτάξω έξω στο βάλτο και προς την πηγή του καινούριου φωτός, κράτησα τα μάτια μου μακριά από το παράθυρο με πανικόβλητο φόβο, και αδέξια φόρεσα τα ρούχα μου, με κάποια συγκεχυμένη ιδέα να παρω δρόμο από εκεί. Θυμάμαι ότι άρπαξα το περίστροφο και το καπέλο μου, αλλά πριν τελειώσουν όλα τα είχα χάσει και τα δύο, χωρίς καν να πυροβολήσω με το ένα ή έστω να φορέσω το άλλο. Μετά από λίγη ώρα η γοητεία της κόκκινης ανταύγειας υπερνίκησε τον τρόμο μου και γλίστρησα ως το ανατολικό παράθυρο για να κοιτάξω έξω, ενώ οι εκνευριστικοί αυλοί συνέχιζαν να κλαψουρίζουν ασταμάτητα και ν' αντιλαλούν σ' ολόκληρο το κάστρο και πάνω απ' όλο το χωριό.
Πάνω από το βάλτο έλαμπε ένας χείμαρρος από αστραποβόλο φως, άλικο και διαβολικό, το οποίο προερχόταν από το παράξενο αρχαίο ερείπιο στο μακρινό νησάκι. Την όψη εκείνου του ερειπίου δεν μπορώ να την περιγράψω – θα πρέπει να ήμουν τρελός, γιατί το έβλεπα τώρα να ορθώνεται μεγαλόπρεπο και άφθαρτο, περίλαμπρο και κιονοστεφανωμένο, ενώ ο μαρμαρένιος θριγκός που αντανακλούσε τις φλόγες έμοιαζε να διατρυπά τον ουρανό σαν το βέλος της στέγης κάποιου ναού σε μια βουνοκορφή. Αυλοί στριγκλιζαν και τύμπανα άρχισαν να χτυπούν, και καθώς παρακολουθούσα όλο δέος και τρόμο μου φάνηκε πως διέκρινα σκοτεινές μορφές οι οποίες χοροπηδούσαν, με τις σιλουέτες τους να διαγράφονται αλλόκοτα στο φόντο εκείνο της φαντασμαγορίας του μαρμάρου και της λάμψης. Η όλη εικόνα είχε κάτι το τιτάνιο – κάτι το εντελώς αδιανόητο – και θα μπορούσα να κοιτάζω χωρίς τελειωμό, αν δεν είχε φανεί να δυναμώνει ο ήχος των αυλών προς τ' αριστερά μου. Τρέμοντας, μ' ένα φόβο παράξενα ανακατωμένο μ' έκσταση, διέσχισα το κυκλικό δωμάτιο και πήγα ως το βορινό παράθυρο, απ' όπου μπορούσα να δω πέρα το χωριό και τον κάμπο στην άκρη του βάλτου. Εκεί τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα με ένα τρελό δέος, τόσο έντονο λες και δεν είχα μόλις αποτραβήξει το βλέμμα μου από μια σκηνή που ήδη ξεπερνούσε τα όρια της φύσης, γιατί στην αποτρόπαια κοκκινοφωτιστη πεδιάδα είδα να βαδίζει μια πομπή πλασμάτων με τέτοιον τρόπο που κανείς δεν έχει δει ποτέ, εκτός μόνο σε εφιάλτες.
Μισογλυστρώντας στο έδαφος, μισοπετώντας στον αέρα, οι λευκοντυμένες οπτασίες του βάλτου απομακρύνονταν αργά προς τα ασάλευτα νερά και το ερείπιο του νησιού, σε απίθανους σχηματισμούς που θύμιζαν κάποιον αρχαίο κι επιβλητικό τελετουργικό χορό. Τα κυματιστά ημιδιάφανα μπράτσα τους, ακολουθώντας το σκοπό της αποκρουστικής μουσικής από εκείνους τους αόρατους αυλούς, έγνεφαν με απόκοσμο ρυθμό προς το πλήθος από τους παραπαίοντες εργάτες, οι οποίοι ακολουθούσαν σαν σκυλιά, με τυφλά μηχανικά και διστακτικά βήματα, σαν να τους τραβούσε μια αδέξια αλλά ακατανίκητη δαιμονική θέληση. Καθώς οι ναϊάδες(4) πλησίαζαν προς το βάλτο χωρίς να ξεστρατίζουν από την πορεία τους, μια νέα ομάδα από αργοπορημένους ανθρώπους βγήκαν τρικλίζοντας σαν μεθυσμένοι από το κάστρο, από κάποια πόρτα πολύ χαμηλά κάτω από το παράθυρό μου, διέσχισαν τυφλά την αυλή και το ενδιάμεσο κομμάτι του χωριού και ενώθηκαν με τη φάλαγγα των εργατών οι οποίοι βάδιζαν τρικλίζοντας στον κάμπο.
Παρά την μεγάλη απόσταση τους πιο χαμηλά από μένα, κατάλαβα αμέσως ότι αυτοί ήταν οι υπηρέτες που είχαν έρθει από το Βορρά, γιατί αναγνώρισα την άσχημη και δυσκίνητη σιλουέτα της μαγείρισσας, η ίδια η γελοία όψη της οποίας φάνταζε τώρα ανείπωτα τραγική. Οι αυλοί στρίγκλιζαν φρικιαστικά, και άκουσα πάλι τον ήχο τυμπάνων από την κατεύθυνση του νησιωτικού ερειπίου. Μετά, σιωπηλά και με χάρη, οι ναϊάδες έφτασαν στο νερό και μια-μια έλιωσαν μέσα στον αρχαίο βάλτο.
Η φάλαγγα των ακολούθων τους, χωρίς να κοντοσταθεί ούτε στιγμή, μπήκε πλατσουρίζοντας άχαρα πίσω τους, και χάθηκαν κι αυτοί μέσα σε μια μικρή δίνη από βρόμικες φουσκάλες που μόλις και μπορούσα να διακρίνω σ' εκείνο το άλικο φως. Και όταν κι ο τελευταίος από τους αξιολύπητους καθυστερημένους, η παχιά μαγείρισσα, βούλιαξε βαριά και χάθηκε σ' εκείνη τη σκυθρωπή λιμνούλα, οι αυλοί και τα τύμπανα σίγησαν και οι εκτυφλωτικές ακτίνες από τα ερείπια έσβησαν στη στιγμή, αφήνοντας το μοιραίο χωριό να φαντάζει εγκαταλειμμένο κι έρημο κάτω από τις αδύναμες αχτίδες του φεγγαριού που μόλις είχε ξεπροβάλει.
Η ψυχική μου κατάσταση ήταν τώρα ένα απερίγραπτο χάος. Μην ξέροντας αν ήμουν τρελός ή λογικός, κοιμισμένος ή ξυπνητός, το μόνο που μ' έσωζε ήταν ένα σπλαχνικό μούδιασμα της ψυχής. Πιστεύω πως έκανα γελοία πράγματα, όπως το ν' απευθύνω προσευχές στην Αρτέμιδα, στη Λητώ, στη Δήμητρα, στην Περσεφόνη και στον Πλούτωνα. Όλα όσα θυμόμουν από τις κλασικές σπουδές της νιότης μου ήρθαν στα χείλη μου, καθώς η φρίκη της κατάστασης ξύπνησε μέσα μου τις πιο βαθιές μου δεισιδαιμονίες. Ένιωθα πως είχα γίνει μάρτυρας του θανάτου ενός ολόκληρου χωριού και ήξερα ότι ήμουν πια μόνος στο κάστρο μαζί με τον Ντένυς Μπάρρυ, η αυθάδεια του οποίου είχε επιφέρει αυτή τη συμφορά.
Καθώς τον σκεφτόμουν, νέοι φόβοι σπάραξαν μέσα μου κι έπεσα στο πάτωμα, όχι λιπόθυμος αλλά σωματικά ανήμπορος να κάνω το παραμικρό. Τότε αισθάνθηκα την παγωμένη ριπή του αέρα από το ανατολικό παράθυρο, όπου είχε προβάλει το φεγγάρι, και άρχισα ν' ακούω τα ουρλιαχτά στο κάστρο πολύ χαμηλά από κάτω. Γρήγορα τα ουρλιαχτά αυτά είχαν δυναμώσει σε μια ένταση και σε μια χροιά που δε θα μπορούσε ν' αποδώσει ο γραπτός λόγος και που μου φέρνουν τρεμούλα όταν τα σκέπτομαι. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι προέρχονταν από κάτι που κάποτε ήταν ο φίλος μου.
Σε κάποια στιγμή εκείνης της συγκλονιστικής περιόδου ο παγωμένος αέρας και τα ουρλιαχτά θα πρέπει να με συνέφεραν, γιατί η επόμενη εντύπωση που θυμάμαι είναι από ένα τρελό τρεχαλητό μου μέσα από κατασκότεινα δωμάτια και διαδρόμους, διασχίζοντας την αυλή και βγαίνοντας έξω στη φοβερή νύχτα. Με βρήκαν να περιπλανιέμαι σαν ηλίθιος κοντά στο Μπάλλυλω την αυγή, αλλά εκείνο που μου κλόνισε εντελώς τα λογικά δεν ήταν κάποια από τις φρικαλεότητες που είχα δει ή ακούσει πριν. Αυτά που μουρμούριζα καθώς έβγαινα αργά από τις σκιές ήταν δυο απίστευτα συμβάντα που είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια του φευγιού μου. Συμβάντα χωρίς σημασία, αλλά που με στοιχειώνουν ολοένα και περισσότερο κάθε φορά που βρίσκομαι μόνος σε ορισμένες βαλτώδεις περιοχές ή κάτω από το φεγγαρόφωτο.
Καθώς έτρεχα να ξεφύγω από εκείνο το καταραμένο κάστρο, δίπλα στις άκρες του βάλτου άκουσα ένα νέο ήχο συνηθισμένο, αλλά διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλον που είχα ακούσει προηγουμένως στο Κιλντέρρυ. Τα λιμνασμένα νερά, τα οποία μέχρι πρόσφατα ήταν άδεια από κάθε ζωή, τώρα έβριθαν από μια ορδή από τεράστιους, γλοιώδεις βατράχους οι οποίοι σφύριζαν διαπεραστικά κι αδιάκοπα, αλλά με τόνους που ήταν παράξενα αταίριαστοι με το μέγεθός τους. Γυάλιζαν φουσκωτοί και πράσινοι στο φεγγαρόφωτο κι έμοιαζαν σαν να κοιτούσαν ψηλά προς την πηγή του φωτός. Ακολούθησα το λέμμα ενός πολύ χοντρού κι άσχημου βατράχου, και τότε είδα το δεύτερο από τα πράγματα που μ' έκαναν να χάσω τα λογικά μου.
Πηγάζοντας από την καρδιά εκείνου του παράξενου αρχαίου ερειπίου στο μακρινό νησάκι και με κατεύθυνση προς το φεγγάρι που ήταν στη χάση του, τα μάτια μου φάνηκαν να διακρίνουν μια αχτίδα από αμυδρό, τρεμουλιαστό φως η οποία δεν αντανακλούσε στα νερά του βάλτου. Και σ' εκείνο το αχνό φωτεινό μονοπάτι η πυρετική φαντασία μου είδε ν' ανηφορίζει μια αμυδρή σκιά η οποία σφάδαζε αργά. Μια αόριστη παραμορφωμένη σκιά που αγωνιζόταν σαν να την τραβούσαν κάποιοι αόρατοι δαίμονες. Ξετρελαμένος όπως ήμουν, διέκρινα μια τερατώδη ομοιότητα σ' εκείνη τη φοβερή σκιά – σαν μια σιχαμερή απίστευτη καρικατούρα – ένα βλάσφημο ομοίωμα εκείνου που ήταν κάποτε ο Ντένυς Μπάρρυ.


_______________________
(1)Σύμφωνα με την ιρλανδική παράδοση, οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν εκεί μετά τον Κατακλυσμό ήταν Έλληνες, οι οποίοι και πολέμησαν νικηφόρα ενάντια στους Φομόριους, μια ράτσα υπερφυσικών δαιμόνων. Αλλά τελικά, αν και νικητές οι Έλληνες κατακτητές πέθαναν όλοι σε μια μεγάλη επιδημία. -Γ.Μ.
(2)Μικρές τραγόποδες θεότητες της υπαίθρου, σαν μικρογραφίες του Πάνα. -Γ.Μ.
(3)Ιερή πηγή κοντά στις Συρακούσες. -Γ.Μ.
(4)Πνεύματα ή στοιχειακά των νερών, “νεράιδες”. -Γ.Μ.


Ο Γιώργος Μπαλάνος προτείνει και μεταφράζει:
Οι Εκπληκτικοί Κόσμοι του H. P. Lovecraft -4
Το Κάλεσμα του Κθούλου και Άλλες Ιστορίες
Εκδόσεις Locus 7

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Τα πράγματα - Χόρχε Λούις Μπόρχες

Το μπαστούνι, μια αρμαθιά  κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του 
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιας βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς, αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας 
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν πέρ' από τη λήθη μας.
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.


ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ / ΒΙΒΛΙΑ 1999

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Η ΙΕΡΗ ΓΩΝΙΑ – W. MARSHAM ADAMS



(Σημείωση Δ')
Ανάμεσα στα κοσμήματα που στόλιζαν για τελευταία φορά την ιερή μουύμια, βρισκόταν κάποτε και η Χρυσή Γωνία ένα από τα πιο δυσνόητα, αλλά και πιο ενδιαφέροντα σύμβολα που χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι. Η Γωνία δε βρίσκεται στο χέρι, αλλά ψηλά, στον ώμο της μεγάλης Θεότητας «Άμεν του Αιωνίου Πατρός» και είναι ένα από τα σκήπτρα που φέρει ο Πτα, το Δημιουργό Πνεύμα. Το πιο ασυνήθιστο είναι πως η πασίγνωστη εικόνα με το όνομα Παταϊκός, που έφεραν τα πλοία της Φοινίκης, ταυτίστηκε από τον Σαμπολιόν με τον ίδιο Θεό Πτα. Η ερμηνεία Πατ Άικ στα Αιγυπτιακά, είναι Αφιέρωση της Γωνίας. Η ίδια μορφή βρίσκεται και στα πέτρινα γλυπτά των ακτών της Μικρασίας. Καθώς το ιερό σύμβολο της Γωνίας εξαπλωνόταν, το όνομα φαίνεται πως υιοθετήθηκε από αρκετές φυλές της Εγγύς Ανατολής. Περίπου στο κεντρικό ή στενότερο τμήμα της Μεσογείου, εκεί ακριβώς που η ιταλική χερσόνησος προεξέχει προς το ακρωτήρι της Αφρικής, βρίσκουμε το όνομα της Γωνίας στο σημαντικό νησί Σικελία, που εξαιτίας της θέσης της συγκέντρωσε πολλούς μετανάστες και υπήρξε θέατρο πολλών συγκρούσεων. Το νησί ονομάστηκε έτσι όχι από τους Ρωμαίους – οι οποίοι σύμφωνα με τον Οβίδιο το ονόμαζαν Τρινάκις λόγω του τριγωνικού του σχήματος – αλλά από τους Σικελούς, μια φυλή που σύμφωνα με τον Θουκιδίδη αποίκησε το νησί από το νότιο τμήμα της Ιταλίας, περιοχή με την οποία η Σικελία έχει ταυτιστεί από αιώνες. Το όνομα Σικελοί στα ελληνικά ή Λατινικά δε σημαίνει τίποτε, αλλά στα αιγυπτιακά, χωρίς να παραλλάξουμε ή μετατρέψουμε το παραμικρό, σημαίνει «Γιοί της Γωνίας». Ένας παρόμοιος αλλά πιο υποβλητικός τίτλος των «Πειρατών της Γωνίας» βρίσκεται στο ελληνικό όνομα Λαιστρυγόνες, μια άλλη φυλή που κατοικούσε εκεί και ήταν τόσο αρχαία που ο Θουκιδίδης ομολογεί την άγνοιά του για την καταγωγή της. Καθόλου απίθανο να έχει εκεί την καταγωγή της και η λέξη «sickle» ή «sikel» (δρεπάνι) όπως συνήθως προφέρεται. Το δρεπανοειδές σπαθί που στο ιερατικό αλφάβητο της Αιγύπτου συμβολιζόταν με μια γωνία) ήταν, όπως δείχνουν ακόμη τα μνημεία, το ιερό όπλο με το οποίο ο αιγύπτιος μονάρχης σκότωνε τους αιχμαλώτους. Όπως λέει στην πασίγνωστη πραγματεία του για το σπαθί ο Κάπταιν Μπάρτον (Captain Burton), είναι το όργανο που δίνει την όψη τόσο του ανατολικού γιαταγανιού όσο και του γιαταγανιού των ναυτικών μας.
Στο ανατολικό άκρο της Εγγύς Ανατολής, το όνομα της Γωνίας παρουσιάζεται για άλλη μια φορά με διπλή όψη και μια εντονότερη και υποβλητικότερη σχέση. Δεξιά, αντίθετα από το στόμιο του Νείλου ακριβώς στην τοποθεσία που άραξαν οι Αιγύπτιοι θαλασσοπόροι αφού πέρασαν τις ακτές της Παλαιστίνης, βρίσκονται οι χώρες της Κιλικίας και Φοινίκης, που καθεμιά τους εκφράζει την ιδέα της Γωνίας (στα αιγυπτιακά Κίλικ, στα εβραϊκά Φοιν) ενώ και οι δύο μαζί σχηματίζουν τη Γωνία του κολπίσκου, από όπου περνάει η μεγάλη διαχωριστική γραμμή Ανατολής και Δύσης.
Επίσης στην ίδια την Αίγυπτο σύμφωνα με την αφήγηση της Γένεσης – και υπενθυμίζουμε πως ο Μωυσής ήταν αυθεντία στην αιγυπτιακή παράδοση – ανάμεσα στολυς απογόνους του Χαμ, βρίσκουμε τη φυλή των Πατρουσίμ, που αυτή σημαίνει Κάτοικοι των Συνόρων της Γωνίας (Πατ-Ρόις) και τους συνδέει με αυτούς τους πρίγκιπες της Γωνίας που αποτέλεσαν όπως είδαμε ένα ενιαίο τμήμα της αυλής του Φαραώ.
Τι είναι λοιπόν αυτή η γωνία που η σπουδαιότητά της την έκανε σύμβολο της Θεότητας και το όνομά της αποδόθηκε στις πριγκιπικές φυλές της γης; Ήδη μιλήσαμε για το σημαντικό ρόλο της σχέσης της Γωνίας και του Κύκλου στην κατασκευή της Πυραμίδας. Υπολείπεται ακόμη η εξέταση μιας άλλης Γωνίας και συγκεκριμμένα αυτής που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο διακλαδώσεις του Δέλτα στη Μέμφιδα, κάτω από το Μεγάλο Οίκο. Αυτή η Γωνία δίνει ένα απλό κλειδί σε ένα πολύ περίεργο κοσμογραφικό πρόβλημα. Εξετάζοντας την πασίγνωστη τριπλή διαίρεση του αρχαίου κόσμου, δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε σε ποια αρχή θεμελιώθηκε. Ακόμη και τώρα η Ρωσία δεν μπορεί να θεωρηθεί τμήμα της κύριας Ευρώπης είτε σαν φυλή ή σαν μορφολογία όπως η Σκυθία. Μοιάζει εντελώς ξεχωριστή. Η Μικρασία από την άλλη, κατέχει μια συνεχή σχεδόν παραλιακή γραμμή με αυτήν της Ελλάδας και ο πληθυσμός της – τουλάχιστον ο παραλιακός – μοιάζει να προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από συγγενικές πηγές. Ούτε είναι εύκολο να βρούμε το κεντρικό σημείο, την αφετηρία των τριών διαχωριστικών γραμμών. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να τοποθετηθεί στη Βαβυλωνία, γιατί η Συρία βρίσκεται δυτικά. Ούτε στην Αρμενία μπορεί κανείς να το αναζητήσει, αφού αυτή η χώρα είναι αρκετά απομακρυσμένη από την Αφρική. Αν όμως σταθούμε μπροστά στον Μεγάλο Οίκο στη Μέμφιδα, το οικοδομικό αρχείο της πρωταρχικής επιστήμης, που η είσοδός του υπονοεί την κύρια διαίρεση της συμπαντικής σφαίρας και κοιτάξουμε πέρα, πάνω από το μεγάλο ποτάμι που είδαμε να παρουσιάζεται μέσα, θα δούμε πως η μορφή που παίρνει το ποτάμι, υποβάλλει τρεις διαιρέσεις του όλου ημισφαιρίου. Πίσω μας, νότια, απλώνεται η μεγάλη έκταση μέχρι τις κρυμμένες πηγές της μακρινής πρώτης χώρας, υπονοώντας την τεράστια αφρικανική χερσόνησο που περιβάλλεται από θάλασσες και σχηματίζει τα νότια όρια της αχανούς λεκάνης της Μεσογείου. Κατά μήκος αυτής της έκτασης, πάνω από το Μέγα Οίκο και μέσα από όλο το βασίλειο της Άνω Αιγύπτου απλώνεται ο Μεγάλος Μεσημβρινός, που σχηματίζει στη γη τη Μεγάλη Αψίδα του Σύμπαντος και συναντά την αρχαία πατρίδα κάτω από τον ανώτερο τρούλο του ύψιστου ουρανού. Μετά, αν επιμηκύνουμε τις γραμμές της βόρειας αιχμής, ανατολικά από το ανατολικότερο δόντι βρίσκεται η ασιατική ήπειρος και δυτικά του δυτικότερου είναι η κύρια Ευρώπη. Τέλος, ανάμεσα στα άκρα, βρίσκεται το φημισμένο βασίλειο της Κάτω Αιγύπτου με τον Πρίγκιπα της Γωνίας και ακόμη πιο πέρα. Μέσα στα άκρα της ίδιας γωνίας εκτείνεται η απέραντη πεδιάδα της Σκυθίας, που διαχωρίζει αλλά ενώνει ταυτόχρονα Ανατολή και Δύση. Στο νότιο σύνορο αυτής της πεδιάδας, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις των σκανδιναβικών μας μύθων, είχαν την πειρατική τους κατοικία οι πρόγονοι του Οντίν ή της Θαλασσοπόρας φυλής, που εξακολουθεί να φέρει το περίφημο όνομα της Γωνίας. Και είναι αρκετά αξιόλογο πως ο ίδιος ο μύθος αναφέρει αρκετές φορές πως η οριακή γραμμή ανατολής και δύσης βρίσκεται κοντά στην αρχαία πόλη τους στη Μαύρη Θάλασσα και μνημονεύει τους γείτονές τους τη φυλή των Βανς, που το όνομά τους εμφανίζεται συχνά στα αρχαία μνημεία και συντηρείται ακόμη στη λίμνη της Αρμενίας και βρίσκεται κοντά σε αυτή τη γραμμή.
Μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε πως τα αρχεία των προγόνων μας συνδέουν το όνομα του έθνους μας με το πλατιά διαδεδομένο σύμβολο της αιγυπτιακής Γωνίας, ενώ η αναφορά στις αιγυπτιακές πηγές ρίχνει άπλετο φως σε λέξεις και έθιμά μας. Συνεπώς, το γνωστό όνομα Βίκινγκ για το οποίο δεν υπάρχει απόδοση, υποδηλώνει στα Αιγυπτιακά τον κάτοικο της Γωνίας, δηλαδή τον Άγγλο. Και οι δύο λέξεις που συνθέτουν τη λέξη Βίκινγκ εξακολουθούν να υπάρχουν στη Αγγλική σαν «wick», ένας τόπος και «kink» η καμπή.
Ένας άλλος γνωστός, αλλά χωρίς νόημα όρος (bersek) στην αρχαία αυτή γλώσσα σημαίνει «άροτρο του αφρού» και είναι μια χτυπητή φυσικότατη εικόνα για αυτούς τους καλλιεργητές των θαλασσών που εναρμονίζεται ακριβώς με τους πολυάριθμους ποιητικούς τίτλους που αναφέρονταν στο πραγματικό κατοικητήριο των Βίκινγκ, το πλοίο. Ο ίδιος ο Οντίν, έφερε το αιγυπτιακό, σημαδιακό όνομα του Καταστροφέα. Το έμβλημά του, το κοράκι, ήταν το αιγυπτιακό σύμβολο της καταστροφής. Από την ίδια πηγή φαίνεται ο χαρακτήρας του , όχι μόνο σαν πειρατής (που κι αυτή είναι αιγυπτιακή λέξη) αλλά και σαν δάσκαλος. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν εξοικειωμένος σε κάποιο βαθμό με τη διαδικασία της ταρίχευσης και υποστήριζε πως γνώριζε το μυστικο της ιερής γραφής, ενώ οι οπαδοί του διακρίνονταν από το φτερωτό κάλυμμα της κεφαλής που στα ιερά αιγυπτιακά κείμενα αναφερόταν σαν έμβλημα της κυριαρχίας σε ανατολή και δύση που αποδόθηκε απο το Ρα στο Θοθ, τον Κύριο της Σοφίας. Το ίδιο και οι επικήδειες τελετές, οι περίτεχνες τελετουργίες και η επικοινωνία με το νεκρό που είχαν ριζώσει τόσο βαθιά στις καρδιές των σκανδιναβών προγόνων μας. Οι Άσαρς, ή Θεοί προπάτορές τους οποίους λάτρευαν, ήταν το ακριβές αντίστοιχο τόσο στο όνομα όσο και στις ιδιότητες με τις άγιες ψυχές της Αιγύπτου που είχαν ενωθεί με τον Όσιρι (Άασαρ ή Άουσαρ). Ο τίτλος Χερσίμ ή Αρχηγός της Στρατιάς, όπως φανερώνει ο Ντι Σαγιού (Du Chaillu) στο πολύτιμο έργο του είναι αρχαιότερος από αυτόν του βασιλιά. Στα ιερογλυφικά ονομάζεται (her-ser) και έχει την παρόμοια σημασία «Γενικός Διοργανωτής». Η επαρχία Κεντ ήταν περιοχή των θείων νεκρών και το ιερογλυφικό της ήταν το ιστίο. Στην περίεργη σκανδιναβική μυθολογία, επίσης, δεν υπάρχει σχεδόν ούτε μια μορφή που να μην αντανακλά κάποια εικόνα ενός λίγο πολύ διεστρεβλωμένου τμήματος του Αιγυπτιακού Τυπικού. Ή για να δώσουμε άλλη μια απόχρωση ενός διαφορετικού αλλά το ίδιο παράξενου χαρακτήρα, η εθνική επευφημία «Χιπ Χιπ Ούρα!» που έρχεται αυτόματα και χωρίς κάποιο νόημα στα χείλη μας, που θεωρείται επευφημία και των Κοζάκων κατοίκων από την αρχαία μας πατρίδα στη Μαύρη Θάλασσα, στα ιερογλυφικά (Hep Hep Hura), σημαίνει «Εμπρός, εμπρός, λεηλατήστε», η σημαδιακή κραυγή των πειρατών προγόνων μας τη στιγμή της ολοκλήρωσης της επιχείρησης. Το πιο περίεργο από όλα είναι η σκέψη πως αν ανακαλυπτόταν ο τελευταίος Κρυμμένος Τόπος της γης στον πολιτισμένο άνθρωπο θα έπρεπε να είναι η παραδοσιακή σκηνή των πρώτων πατρίδων του. Πως η πηγή του ιστορικού ποταμού που με την ισχυρή Γωνία του καθορίζει τις γραμμές της πρώτης διευθέτησης της σφαίρας, θα πρέπει σήμερα να αποτελεί το κέντρο του πιο πρόσφατου χωρισμού της από το κράτος των Γωνιών που διαιρεί τον κόσμο και πως ενώ η τεράστια λίμνη που σημειώνει την αρχαία «κορυφή της γης» έχει το όνομα του μονάρχη αυτής της φυλής, το ίδιο το αιγυπτιακό βασίλειο θα έπρεπε να κυβερνάται σύμφωνα με τις οδηγίες των υπουργών της.
Αληθεύει πως αυτές οι παραδόσεις, όπως και άλλων κρατών, διαφέρουν ριζικά από τις περιπέτειες της περίφημης «Άρειας Φυλής», του θαυμαστού δημιουργήματος της σύγχρονης μυθοπλασίας που πλανιέται πάνω από τα πλέον δύσβατα έλη της Φανταστικής Ιστορίας. Ευτυχώς ο επιφανής δημιουργός της, καθηγητής Μαξ Μίλερ (Max Muller) παραδέχτηκε πως η Άρεια φυλή δεν είναι παρά εύρημα για φιλολογική ευκολία. Γιατί μέχρι να εξαφανιστεί και η τελευταία αναλαμπή αυτού του δελεαστικού αλλά τελείως παραπλανητικού μετεωρίτη, τα αρχαία αρχεία κάθε έθνους δεν μπορούν να ρίξουν το φως τους στο παρελθόν. Μέχρι τότε δεν πρόκειται να κατανοήσουμε τους νόμους και τη γλώσσα μας, τα έθιμα και τη δομή μας ή τη συνέχεια της ιστορίας του έθνους των θαλασσών που συνεχίζει το όνομα της ιερής Γωνίας.


W. MARSHAM ADAMS
ΑΙΓΥΠΤΟΣ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1996

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Η ΑΠΙΑΣΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΠΙΕΡ ΡΕΒΕΡΝΤΥ (1889-1960)



Περπατούσε στο μέσο του ουρανού με τα μάτια χαμηλωμένα κι οι άλλοι διαβατικοί τον κοίταξαν. Λίγο πιο κάτω στα παράθυρα, τα κεφάλια κρέμονταν. Και τα λευκά σχήματα που η σελήνη είχε αφήσει την περασμένη νύχτα ζωήρεψαν. Το πλήθος φώναζε – τουλάχιστον όλοι εκείνοι που είχαν μεταξύ τους αναγνωριστεί – κουβαλούσαν τη μέρα κομμάτια κομμάτια, σ' όλους τους δρόμους της πόλης. Και τα μαλλιά του ανέμου ανακατωμένα με το κύμα των ανθρώπων και των αμαξιών, εισχωρούσαν ανάμεσα απ' τους τοίχους και κομποδένονταν. Όλοι τους τρέχαν δίχως να ξέρουν προς τα που. Τα λιθόστρωτα συγκρατούσαν τα βλέμματα. Τη γη. Η μέρα έμπαινε κάποτε χωρίς να ξαναβγαίνει. Η κίνηση απλωνόταν ως τους λάκκους που τριγύριζαν τα τελευταία σπίτια. Και πέρα απ' αυτά ξανάβρισκε κανείς το επίπεδο έδαφος. Τη γαλήνη. Σκιές ακίνητες. Και ο ήλιος ξανάπαιρνε παντού τη θέση του χωρίς να μπορεί κανείς να τον αγγίξει, ούτε να τον πάρει, αν του 'κανε γούστο.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ


ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ
ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ
ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

ΑΛΗΘΩΣ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ – ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ


«Επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσι, ημείς δε κηρύσσομεν Ιησούν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν».

Κατεστραμμένοι καιροί, κατεστραμμένες συνείδησες. Κανένας έμπειρου ανακτοβούλιου πολιτικός δε θα συμβούλευε την κάθοδο του Ιησού σε τούτους τους καιρούς, καταστραμμένους, σάπιους ως το κόκκαλο, παγιδεμένους. Κανείς δε θάνοιωθε την έννοια της θυσίας. Ούτε και συ, φτωχέ μου προκουράτορα, που, ιδρωμένος μπρος στο λυσσασμένο Σανχεδρίν, προσπαθείς να σβήσης τον πυρετό της τύψης σου μες στη λεκάνη το νερό:

Υμείς όψεσθε

Κι ο βρυχηθμός των πληγωμένων συμφερόντων τους να σ' απαντάη, μέσ' από τόσους εφήμερους ωμοσμένους στο χρυσάφι του Ναού, τέταρτη αντιμέτωπους με σε φορά, θωρακισμένους πίσω από τα φυλακτικά τους τα πλατιά και των χηρών την εκμετάλλευση, αιώνιο ιερατείο:

Το αίμα τούτου εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών

Καμμιά κραυγή δε φθάνει πέρα από το αίμα σου. Στο τέλμα των αιώνων, που διαγράφουν την προϊστορία της ψυχής σου, μόνο τα ίχνη απ το φως του Μαρτυρίου ποδηγετούν το μέλλον σου. Να ξαναγράψης τ' όνομά σου είν' ανώφελο: σ' ακούν χιλιάδες στόματα απ' τις σπηλιές της ενοχής σου. Θα καταθέσουνε κι αρκέσου:

Ο γέγραφα, γέγραφα

Τούτη τη νύχτα της αγρύπνιας φεγγοβολούν χιλιάδες κόχες σκελετών πάνω στα ρίγη της καρδιάς σου κι η δεισιδαιμονία σου μόνο το μακρυνό σου κύριο φοβάται. Θα θυσιάσεις τη μοναδική σου δυνατότητα να εκβιάσης το στενό πορτάκι του αρχοντικού Του: ο όχλος στο προαύλιο συγκρούεται μαζί σου τέταρτη φορά κι απόψε δεν υπάρχουν περιθώρια για πείσματα: το Σανχεδρίν ζητά τα κέρδη του κι οι διασκορπισμένοι αργυραμοιβοί βαστούν του Καίσαρα την πένα. Παρακοιμώμενοι βρυκόλακες στα άδυτα της μνήμης σου προσείουν το κατώφλι του πληβείου στο μέτωπο του αύριο. Βιάσου και δεν οφελούν οι σπάθες:

Τον βασιλέα υμών σταυρώσω;

Κι απόψε σ' άκουσα στον ύπνο σου να βασανίζεσαι και να ζητάς μι' απάντηση στο τι είναι αλήθεια. Εσύ, ρωμαίος δικαστής, ξέρεις πως τη διοίκηση οι νόμοι εξυπηρετούν κι όχι έννοιες αόριστες, σαν τη δικαιοσύνη, την αλήθεια. Όμως τα μάτια κείνα, π' όλα τ' ακρογιάλια καθρεφτίζουν μέσα τους τόλμησες ν' αντικρύσης μια στιγμή κι αυτό αρκούσε: γνωρίζεις πως ανάπαυση δεν είναι πια για σε και τόσοι αιώνες θα σε βρουν να βασανίζεσαι, όσοι ακριβώς από τα τρυπημένα χέρια Του πλαστήκαν;

Τι εστίν αλήθεια;

Αυτά τα πέλαγα δεν είναι πια εαρινά. Θυμάσαι πως κυττούσες του αφρού την κίνηση, ακουμπησμένος σε μιαν άκρη της γαλέρας, στις υπηρεσιακές μετακινήσεις σου; Τώρα στα εφιαλτικά σου όνειρα βουνά υγρά ορμάνε να σε πνίξουν και σου θυμίζουν τούτο τον όχλο των υπηρετών, που σε μισεί και που μισείς, καθώς ωρύονται, λακέδες κι ερπετά όλων των εποχών:

Άρον, άρον, στάυρωσον αυτόν

Καημένε μου καλοφαγά, δεν είναι μια απλή υπόθεση. Όσο κι αν είσαι ναρκωμένος απ' το κρασί και τη ρωμαϊκή κουλτούρα σου, τ' αντιλαμβάνεσαι: Κάτι βρωμάει: Ο Άννας είναι πίσω του και ο Τετράρχης ασχολίαστα το δώρο σου σου επιστρέφει. Φως φανερό πως δεν τολμάει κι η νύχτα του συμπόσιου είναι νωπή στο ματωμένο ορίζοντα του Βαπτιστή. Άλλον να καρτεράμε;

Πόθεν ει συ;

Κάτι πλανάται τούτο το εωθινό πάνω στα μνήματα και πάνω στο κρασί των λεγεωνάριων, που προσπαθούν να δραπετεύσουν απ' το φάσμα του στης κούπας τους τον άδειο πάτο. Κάτι πλανάται στην ατμόσφαιρα και μες στα όνειρα της δέσποινας, που παγωμένη σου μηνά: Φυλάξου, σπάσαν τις αλυσίδες τους οι λεγεώνες των δαιμόνων και τρύγησαν τον ύπνο μου απόψε. Κάτω τα χέρια απ' αυτόν:

Μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω.

Όμως  δυστυχισμένε φίλε μου, τη φρίκης της γυναίκας σου στις πεταγμένες κόρες απ' τις κόχες της σαν αναμαλλιασμένη ξύπνησε, δεν ένοιωσες. Νωρίς νωρίς ν' ανοίγουνε οι τάφοι των κεκοιμημένων και να σηκώνωνται οι δίκαιοι δεν είδες και δεν πάγωσες, σαν χτύπαγαν τις πόρτες κι εμφανίζονταν στα δώματα, ούτε που αναθυμήθηκες πως σε μια νύχτα σφάγηκαν των αιγυπτίων όλοι οι πρωτότοκοι, κι αρκεστηκες, απελπισμένα ανεπαρκής:

Ο γέγραφα, γέγραφα.

Κι ο εκατόνταρχος, κυνηγημένος από τα φαντάσματα των σταυρωμένων, που διάκρινε εφιαλτικά μέσα στο τρίωρο σκοτάδι, σαν άλλο μάνα απ' την κόλαση σταλμένο, να βρυχιέται, καθώς καταδίωκαν.

Αληθώς Θεού Υιός.

Λίγο αργότερα τ' αναστημένο μήνυμα χτυπάει ματωμένο τα αυτιά σου: «Ημείς δε κηρύσσομεν Ιησούν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν». Την ώρα που το καταπέτασμα του Ναού σκιζότανε στη μέση, ο υπέροχος ελληνικός συλλογισμός αποφαινόταν παναιώνια: «Η γη απόλλυται ή Θεός πάσχει». Όμως του «ελληνισμού μας μολυσμένε εγκυκλοπαιδιστή», μέχρις εδώ δεν μπόρεσες να φτάσης:

Αληθός Θεού Υιός.


ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Η ΤΡΙΑΔΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ: ΑΡΤΕΜΙΣ, ΣΕΛΗΝΗ, ΕΚΑΤΗ – CHARLENE SPRETNAK



1. Η ΤΡΙΑΔΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Η Άρτεμις είναι η Θεά της αδάμαστης φύσης. Στην Αρχαία Ελλάδα ήταν η δημοφιλέστερη Θεά ανάμεσα στους αγροτικούς πληθυσμούς. «Που δεν έχει χορέψει η Άρτεμις;» λέει μια ελληνική ρήση. Κεντρικό ρόλο στη λατρεία της κατέχουν οι εκστατικοί χοροί και ο ιερός κλώνος που κατάγεται πιθανότατα από την λατρεία του αρχαίου δέντρου της σελήνης, πηγής αθανασίας, μυστικής γνώσης και έμπνευσης. Η Άρτεμις βοηθάει τα θηλυκά όλων των ζωικών ειδών στη γέννηση, και έδωσε το όνομα αρτεμισία στο φαρμακευτικό βότανο που χρησιμοποιείται για να διευκολύνεται η εξώθηση.
Παρ' όλο που η Άρτεμις λατρευόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα, έχαιρε ιδιαίτερου σεβασμού στην Αρκαδία. Εκεί ζούσε μόνη της μέσα σε άγρια, απάτητα δάση, και ήταν αγνότερη απ' όλες τις Θεές. Ο άλλος σημαντικός τόπος της λατρείας της ήταν η Έφεσος της Ανατολίας, όπου τονίζονταν περισσότερο οι ιδιότητες της Μητέρας Θεάς. Οι Εφέσιοι πίστευαν ότι μια εικόνα της Αρτέμιδος με πολλούς μαστούς είχε πέσει από τον ουρανό. (Τελικά το φαινόμενο αυτό πήρε τη μορφή ενός ειδικού προστηθίου στα αγάλματα).
Δύο πρώιμες μορφές αυτής της Θεάς ήταν η Βριτομάρτις στην ανατολική Κρήτη και η Δίκτυννα στη Δυτική Κρήτη.
Στην Ολύμπια μυθολογία η Άρτεμις παρουσιάζεται ως αδελφή του Απόλλωνος και θυγατέρα του Διός. Μητέρα της παρουσιάζεται άλλοτε η Δημήτηρ, άλλοτε η Περσεφόνη και άλλοτε -συνηθέστερα- η Λητώ. Η αρκαδική της φύση ως Δέσποινας των αγρίων ζώων (Πότνια θηρών) διασώζεται στον καινούριο της ρόλο ως προστάτιδας των κυνηγών. Πρώιμες εγχάρακτες αναπαραστάσεις της τη δείχνουν με δύο λιοντάρια στα πλευρά της ή να χορεύει εκστατικά με ένα αρσενικό ελάφι. Αργότερα εμφανίζεται πάνω σ' ένα λιοντάρι. Τελικά, να στέκεται με το τόξο της κρατώντας ένα σκοτωμένο ελάφι σε κάθε της χέρι. Στην Ιλιάδα, ο Όμηρος δίνει στην Άρτεμι «έναν ασήμαντο, έως και γελοίο ρόλο».
Η Σελήνη (που ονομαζόταν και Μήνη) είναι η Θεά της σελήνης, που διασχίζει τον ουρανό σέρνοντας την πανσέληνο με το άρμα της. Το άρμα το σέρνουν συχνά ταύροι ή ελάφια, μερικές φορές και άλογα. Στις πιο πρώιμες μορφές της, παρουσιάζεται ως αγελάδα με τα αρχαία «ιερά κέρατα», που έχουν το σχήμα της ημισελήνου. Η Σελήνη λέγεται πως είχε «μεγάλη σημασία για τη μαγεία», αλλά ελάχιστα ίχνη της λατρείας της έχουν διασωθεί.
Η Εκάτη είναι η Θεά της φθίνουσας και σκοτεινής σελήνης. Έχει χθόνιους συνειρμούς και κυβερνά τα φαντάσματα και τους δαίμονες. Της πρόσφεραν φαγητό προς εξιλασμό, τελετουργικά προετοιμασμένο, που ήταν γνωστό ως ο «της Εκάτης δείπνος», και την εικόνα της την τοποθετούσαν μπροστά στα σπίτια για να αποτρέπει το κακό. Ρέπει προς την μαγεία και είναι «η προμήτωρ πασών των μαγισσών». Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, περιέφεραν γύρω από τους φρεσκοσπαρμένους αγρούς τους δαυλούς της Εκάτης για να τονώσουν τη γονιμότητά τους.
Η Ολύμπια μυθολογία παρουσιάζει την Εκάτη ως θυγατέρα της Ήρας και του Διός. Σε μια από τις πατριαρχικές ιστορίες που της αποδίδονται, η Εκάτη εξοργίζει τη μητέρα της κλέβοντας της το κοκκινάδι για να το δώσει στην Ευρώπη. Η Εκάτη καταφεύγει στη γη και κρύβεται στο σπίτι μιας γυναίκας η οποία εργάζεται. Η επαφή της με τη γυναίκα αυτή λέγεται ότι έκανε τη Θεά «ακάθαρτη».

2. Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΑΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Όταν η Σελήνη εμφανίστηκε σαν ωχρή ημισέληνος, κομψή και λεπτή αλλά ακλόνητη στην υπόσχεσή της ότι θα ξαναμεγαλώσει, η Άρτεμις διέσχισε τα απάτητα δάση της Αρκαδίας. Η Θεά ζούσε με τις νύμφες Της μέσα στην πυκνή, άγρια βλάστηση όπου τα ζώα έρχονταν ελεύθερα να σμίξουν στα παιχνίδια και στους χορούς Της. Αγαπούσε τη νέα ζωή. Ακόμη κι όταν έπαιζε ή όταν ξεκουραζόταν, ήταν με το αυτή τεντωμένο η Άρτεμις στους βόγκους κάποιας μητέρας που έδινε ζωή. Ο άνεμός Της έφερνε μακρόσυρτους, σιγανούς αναστεναγμούς και κοφτά τραγουδίσματα πόνου. Αν ήταν η μητέρα κάποιο ζώο, ξαπλωμένο μοναχό του σε μια απόμερη σπηλιά ή σ' ένα προστατευτικό στρώμα από φύλλα, η Άρτεμις διέσχιζε γρήγορα τα δάση για να έρθει στο πλευρό της. Έφερνε φύλλα από την άγρια αρτεμισία της για να φάει το ζώο και απαντούσε γλυκά στους στεναγμούς της μητέρας. Η Θεά χτυπούσε απαλά τη φουσκωμένη μήτρα μέχρι που τα υγρά σώματα έβγαιναν σιγά σιγά στο φως. Τα χάιδευε στοργικά και τα έπαιρνε υπό την προστασία Της: Τίποτε σε τούτα τα δάση δεν μπορεί να βλάψει τα παιδιά της Αρτέμιδος.
Εάν η μητέρα της ήταν άνθρωπος, η Θεά εμφανιζόταν αμέσως στο πλευρά της φέρνοντας της να πιει τονωτικό αφέψημα από αρτεμισία. Χάιδευε το μέτωπο της γυναίκας και μάλαζε τη μήτρα της με τρυφερότητα και υπομονή, ακόμη κι αν ήξερε πως θα ήταν ένας μικρός τοκετός, ενός ή δύο νεογνών. Η Άρτεμις εμφανιζόταν πάντα σε μια μητέρα που την καλούσε και πάντα χαιρόταν μαζί της τη στιγμή της γέννησης. Οι άλλοι θνητοί που ήταν εκεί πλησίαζαν να δουν και ρωτούσαν: «Πως είναι το μωρό; Τι μωρό είναι;» Η Άρτεμις χαμογελούσε τότε στο νεογέννητο και ψιθύριζε στη μητέρα: Θα μπείτε και οι δύο δίχως φόβο στα δάση Μου και θα Με συναντήσετε μια νύχτα στη χάση του φεγγαριού.
Οι γιορτές άρχιζαν με το καινούριο φεγγάρι και συνεχίζονταν κάθε νύχτα καθώς όλο και περισσότερα ζώα Της και άνθρωποι έρχονταν να χορέψουν με την Άρτεμη. Τη νύχτα πριν από την πανσέληνο το ιερό άλσος Της είχε γεμίσει από πλήθος που γιόρταζε. Έκαναν κύκλο γύρω από ένα μεγάλο δέντρο που στεκόταν ξέχωρα από τα άλλα, με το στιλπνό του φλοιό και τα φύλλα να ασημίζουν στο φεγγαρόφωτο. Η Άρτεμις πήγε προς το δέντρο και ακολούθησε σιωπή, εκτός από τα περιστέρια Της που γουργούριζαν απαλά στα φυλλώματα. Η Θεά κάθισε κατάχαμα σαν τη Μεγάλη Άρκτο Της και άγγιξε τη γη. Χάιδεψε με τα χέρια Της τις ρίζες, τον κορμό, τα κλαδιά. Ξανά. Και ξανά. Και κάθε φορά ερχόταν καινούρια ζωή από τα χέρια Της: ωχρά άνθη ξετυλίγονταν κι έπεφταν κάτω, μικρά τσαμπιά φρούτων άστραφταν ανάμεσα στα φυλλώματα, και τέλος ώριμοι, λαμπεροί καρποί κρέμονταν από τα ιερά κλαδιά. Η Άρτεμις μάζευε τα φρούτα, και έτρωγαν τα ζώα Της, οι θνητοί Της, οι νύμφες Της και η ίδια. Άρχιζε ύστερα ο χορός.
Έρχονταν τα ζώα στο δέντρο. Δρασκέλιζαν τις ρίζες του και περικύκλωναν τον κορμό. Σε ένα μεγαλύτερο κύκλο, οι χορευτές ύψωναν τα χέρια τους και άρχιζαν να περιστρέφονται στην αρχή αργά αργά, μετά όλο και πιο γρήγορα, νιώθοντας ρεύματα ενέργειας ν' ανεβαίνουν από τα κορμιά τους, να περιστρέφονται όλο και πιο γρήγορα και η ενέργεια ανέβαινε στα χέρια τους, και να περιστρέφονται, και να περιστρέφονται, και να τρέχουνε, και να πετούν. Σπίθες ενέργειας ξεπετιόνταν από τα ακροδάχτυλά τους και πλημμύριζαν τον αέρα με εκλάμψεις καθάριου γαλάζιου φωτός. Ένωναν τα χέρια τους, ένωναν τα μπράτσα, έσμιγαν τα σώματα σε έναν κύκλο αδιάκοπου ρεύματος, που τους έπαιρνε από μόνο του. Μπροστά τους εμφανίστηκε η Άρτεμις, μεγάλη, και στάθηκε ολόρθη στο δέντρο: η ραχοκοκαλιά Της ήταν ο κορμός του, τα χέρια Της τα κλαδιά του. Το σώμα Της έσφυζε από ζωή, οι παλμοί του αντηχούσαν στο ασημένιο δέντρο, στα ζώα κάτω στα πόδια Της, στους χορευτές, στο χορτάρι, στα φυτά, στο άλσος. Κάθε κομμάτι του δάσους παλλόταν με την ενέργειά Της. Άρτεμις, η τροφός, η προστάτιδα, η Θεά του φεγγαριού που γέμιζε. Άρτεμις! Γινόταν ένα με το ιερό δέντρο, καθώς ο κύκλος των χορευτών στροβιλιζόταν γύρω Της. Σήκωναν τα κεφάλια τους κι έβλεπαν να κατεβαίνουν τα λαμπερά κλαδιά. Όταν είχε πια γίνει ένα η Άρτεμις με το ιερό δέντρο, ο κύκλος έσπασε. Οι χορευτές έφυγαν στροβιλιζόμενοι, κι έπεσαν εξαντλημένοι στο μουσκλιασμένο πράσινο δάπεδο.
Ξαπλωμένοι εκεί πάνω στη γη, αναπνέοντας ακόμη στον ίδιο ρυθμό με τη γη, σήκωσαν τα μάτια τους στους ακούραστους χορευτές τ' ουρανού. Η Σελήνη άνοιγε δρόμο ανάμεσα στ' αστέρια με το άρμα Της. Η φτερωτή Θεά οδηγούσε ένα ζευγάρι βοδιών που τα κέρατά τους ήταν όμοια με την ημισέληνο πάνω στο στέμμα Της. Πίσω Της έσερνε την πανσέληνο. Σηκώθηκε από τον ωκεανό και ανέβηκε σταθερά με τον πελώριο δίσκο ως το ζενίθ Της, και ύστερα άρχισε πάλι να μικραίνει, έγειρε προς τα κάτω για να χαθεί και πάλι στον ωκεανό. Όταν διέσχιζε η Σελήνη τον ουρανό, το φως της πλημμύριζε τη γη, περνώντας μέσα από τις κρυμμένες ρωγμές και σχισμές στη φύση των θνητών πλασμάτων. Παρατηρούσαν το πέρασμά Της, ενώνονταν σε μικρές ομάδες για να γιορτάσουν, και ένιωθαν δέος και φόβο απέναντι σ' εκείνους που τους είχαν αγγίξει τα μάγια Της.
Αλλά όταν σιγά σιγά χανόταν τελείως το φεγγάρι, δεν υπήρχαν πλέον γιορτές. Οι νύχτες γίνονταν όλο και πιο σκοτεινές, και οι θνητοί έπαιρναν προφυλάξεις μήπως τους επισκεφθούν πνεύματα από τον κάτω κόσμο. Ορδές φαντασμάτων που τις οδηγούσε η Εκάτη, με τα σκυλιά Της να ουρλιάζουν, διέσχιζαν τη γη τις αφέγγαρες νύχτες. Όμως προστάτευε τους θνητούς εκείνους που εξαγνίζονταν στο όνομά Της. Αποστρέφοντας τα πρόσωπά τους Της πρόσφεραν τελετουργικά δείπνα σε μοναχικά τρίστρατα, που ήταν οι τόποι συνάθροισης των πνευμάτων. Όταν τηρούσαν τις τελετουργίες της Εκάτης, περνούσαν ήσυχα η μια μετά την άλλη οι σκοτεινές νύχτες. Αλλά όταν αψηφούσαν τη Θεά, άφηνε ελεύθερες Εκείνη τις δυνάμεις της οργής Της και σάρωναν τη γη, φέρνοντας θύελλες και καταστροφή. Τα ζώα ούρλιαζαν τρομαγμένα, καθώς τριγύριζαν ελεύθερα τα φαντάσματά Της.
Οι εκδικήσεις της Εκάτης ήταν τρομερές, όμως δεν Τη φοβούνταν όλοι οι θνητοί. Μερικοί ζητούσαν να σμίξουν μαζί Της. Στο σκοτάδι του φεγγαριού μικρές συνάξεις Την περίμεναν κοντά σε ιτιές. Εμφανίζονταν έξαφνα μπροστά τους με το δαυλό και με τα σκυλιά Της. Φίδια στριφογύριζαν μέσα στα μαλλιά Της, που άλλοτε έπεφταν κι άλλοτε ξαναφύτρωναν. Μέχρι να ξαναβγεί το καινούριο φεγγάρι στον ουρανό, η Εκάτη μοίραζε κλειδιά για τα μυστικά Της. Εκείνη που πίστευαν καταλάβαιναν. Μάθαιναν πως οι μορφές δεν ήταν παγιωμένες, έβλεπαν τον άνθρωπο να γίνεται ζώο, δέντρο και ύστερα πάλι άνθρωπος. Έβλεπαν τη δύναμη των αγαπημένων Της βοτάνων: της μαύρης παπαρούνας, της σμίλακος, του μανδραγόρα, του ακόνιτου. Τρομερές και επίφοβες ήταν οι δυνάμεις Της, αλλά πάντα η Εκάτη δίδασκε το ίδιο μάθημα: Χωρίς το θάνατο δεν υπάρχει ζωή.



CHARLENE SPRETNAK
ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΘΕΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
συλλογή προελληνικών μύθων
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Το σαλπάρισμα – Jose Emilio Pacheco



Δέσποτα, ο Θεός ξέρει τι πράγματα θα έχετε ακούσει στο εξομολογητήριο κι εδώ, στο ιερό... Είσαστε νέος βέβαια, είσαστε άντρας και θα σας είναι δύσκολο να καταλάβετε. Αληθινά, θέλω να με πιστέψετε, δεν ξέρετε πόσο λυπάμαι που σας τρώω την ώρα με τα προβλήματά μου, αλλά σε ποιον μπορώ να τα εμπιστευθώ έξω από εσάς, δεν είν' έτσι;
Δεν ξέρω πως ν' αρχίσω. Δηλαδή πως ονομάζεται η αμαρτία να χαίρεται κανείς για τη συμφορά του άλλου; Όλοι μας πέφτουμε σε αυτή την αμαρτία, δεν είν' έτσι; Για σκεφτείτε: όταν γίνεται ένα ατύχημα, ένα έγκλημα, μια πυρκαγιά, για σκεφτείται πόση χαρά νιώθουν οι άλλοι, βλέποντας πως είναι άσχετοι με αυτές τις αναποδιές που βρίσκουν τον κόσμο κατακέφαλα...
Λοιπόν, Δέσποτα, θα δείτε, εσείς δεν είσαστε από ετούτα τα μέρη, εσείς δε γνωρίσατε την Πόλη του Μεξικού τον καιρό που ήταν μια μικρή πολιτεία, ομορφούλα, πολύ άνετη, όχι το φοβερό τερατούργημα που είναι σήμερα. Τότε μια γυναίκα γεννιόταν και πέθαινε στην ίδια μεριά και ποτέ δεν άλλαζε γειτονιά. Μια γυναίκα ήταν από το Σαν Ραφαέλ, από τη Σάντα Μαρία, από τη Ρόμα. Ήταν πράγματα που ποτέ πια δεν θα ξαναγίνουν...
Με συγχωρείτε, σας τρώω την ώρα. Δεν ξέρω με ποιον να μιλήσω. Κι όταν μιλάω... Αχ, Δέσποτα, αν ξέρατε τι βάρος στην καρδιά, ποτέ δεν είχα τολμήσει να πω λέξη σε κανέναν, ούτε να σας κάμω κουβέντα. Να όμως που βρέθηκα εδώ. Θα τα πω κι ύστερα θα νιώσω πιο ήρεμη.
Ακούστε με! Η Ροσάλμπα κι εγώ γεννηθήκαμε σε δύο σπίτια στον ίδιο δρόμο, με μερικούς μήνες διαφορά. Οι μανάδες μας ήταν πολύ φίλες. Μας πήγαιναν και τις δύο στις Λεύκες, μαζί μας έμαθαν να μιλάμε και να περπατάμε. Η πρώτη μου ανάμνηση από τη Ροσάλμπα είναι όταν μας έβαλαν στο νηπιαγωγείο. Από τότε αυτή ήταν η ομορφότερη, η πιο χαριτωμένη, η εξυπνότερη. Όλη την έβρισκαν καλή κι ήταν καλή με όλους. Το ίδιο στο δημοτικό και στο γυμνάσιο: η καλύτερη μαθήτρια, εκείνη που καρατούσε τη σημαία, εκείνη που έβγαινε να χορέψει, να κρατήσει ένα ρόλο ή να πει ποιήματα στις γιορτές του σχολείου. Και τίποτα δεν της στοίχιζε να μελετάει, της έφτανε ν' ακούσει μια φορά κάτι για να το αποστηθίσει.
Αχ, Δέσποτα, γιατί τα πράγματα είναι τόσο άσχημα μοιρασμένα, γιατί έπεσαν όλα τα καλά κι όμορφα στη Ροσάλμπα κι όλα τα κακά σ' εμένα; Άσχημη, απλάνιστη, χοντρή, βαριά, αντιπαθητική, απότομη στους τρόπους, στραβόμυαλη, κοντολογίς...
Καταλαβαίνετε βέβαια τι νιώσαμε εμείς οι δύο, όταν μπήκαμε στο Προπαρασκευαστικό, τον καιρό που καμιά γυναίκα σχεδόν δεν έφτανε να κάμει τέτοιες σπουδές. Όλοι ήθελαν να συνοδεύουν τη Ροσάλμπα. Εμένα, δεν υπήρχε κανείς να μου κάμει κόρτε. Κανείς δε γύριζε να προσέξει την άσχημη φίλη της όμορφης κοπέλας.
Σ' ένα φοιτητικό περιοδικάκι, κάποιος δημοσίευσε – ανυπόγραφα, αλλά ξέρω ποιος ήταν και δεν πρόκειται να του το συγχωρήσω ποτέ, αν και τώρα πια είναι πολύ γνωστός και πολύ σπουδαίος -: «Οι κακές γλώσσες στο Προπαρασκευαστικό λένε πως η Ροσάλμπα πάει διαρκώς με τη Ζηνοβία, ώστε με την αντίθεση να λάμψει ακόμα περισσότερο η εκπληκτική, μοναδική, ασύγκριτη ομορφιά της».
Τι αδικία, δε νομίζετε; Ο καθένας δεν κοιτάζει τα μούτρα του. Κι αν μια γυναίκα γεννηθεί άσχημη εξωτερικά, ο κόσμος τα καταφέρνει να γίνει άσχημη κι από μέσα.
Στα δεκαπέντε μου, Δέσποτα, η ψυχή μου ήταν μαύρη, μισούσα την καλύτερη φίλη μου και δεν μπορούσα να το δείξω, γιατί εκείνη ήταν πάντα φιλική, καλή, χαδιάρα κι όταν παραπονιόμουν για την ασχήμια μου, μου έλεγε: «Μα τι ανόητη που είσαι! Πως μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου άσχημο με αυτά τα μάτια κι αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο που έχεις!»
Τίποτα δεν είχα Δέσποτα, τα νιάτα μου ήταν! Σε αυτή την ηλικία, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει κάποια χάρη. Η μητέρα μου το είχε αντιληφτεί εδώ και καιρό και προσπαθούσε να με παρηγορήσει, λέγοντας πόσο υποφέρουν οι όμορφες γυναίκες και πόσο εύκολα πάνε χαμένες...
Στο μεταξύ δεν τελειώσαμε το Προπαρασκευαστικό – κι εγώ που ήθελα να σπουδάσω νομικά, να γίνω δικηγορίνα, αν και τότε ο κόσμος γελούσε, που μια γυναίκα καταπιανόταν με αντρικές δουλειές – κι η Ροσάλμπα παντρεύτηκε ένα παιδί καθώς πρέπει από τη συνοικία Χουάρες. Το είχε γνωρίσει σε κάποια γιορτή.
Ενώ εκείνη πήγε να ζήσει στη λεωφόρο Τσαπουλτεπέκ σ' ένα ωραιότατο σπίτι, που εδώ και χρόνια το γκρέμισαν, εγώ απόμεινα στο ράφι, στο ίδιο διαμέρισμα όπου είχα γεννηθεί, κατά τις μεριές του Πίνο. Τότε η μητέρα μου είχε πεθάνει προ πολλού, ο πατέρας μου ήταν τυφλός από τις νευρικές του αμαρτίες, κι ο αδερφός μου ήταν ένας μεθύστακας, που έπαιζε κιθάρα, έφτιαχνε τραγούδια κι ήθελε να γίνει πλούσιος και να κερδίσει φήμη και δόξα, σαν τον Αγκουστίν Λάρα...
είχα τόσες ψευδαισθήσεις. Και σήμερα το βλέπω! Αναγκάστηκα λοιπόν να πάω να δουλέψω από πολύ νέα στο «Σιδερένιο Παλάτι» αρχικά κι ύστερα πήγα γραμματέας στο Υπουργείο Οικισμού και Δημόσιας Πίστης, οπότε πέθανε ο πατέρας μου και λίγο αργότερα σκότωσαν τον αδερφό μου σ' έναν καυγά σε κάποιο καπηλειό...
Η Ροσάλμπα, για να λέμε την αλήθεια, με κάλεσε στο σπίτι της, αλλά δεν πήγα ποτέ. Πέρασε πολύς καιρός και μια μέρα έκαμε την εμφάνισή της στο μαγαζί όπου δούλευα, στο τμήμα γυναικείων εσωρρούχων και με χαιρέτησε σαν να μη συνέβαινε τίποτα, σαν να μην είχαμε ποτέ πάψει να βλεπόμαστε και μου σύστησε τον καινούριο της σύζυγο, έναν ξένο που ίσα-ίσα καταλάβαινε τα ισπανικά.
Ήταν – κι ας μην το πίστευε – ομορφότερη και κομψη, στο άνθος της, όπως λέμε. Ένιωσα τόσο άσχημα, Δέσποτα, που μου ερχόταν να την δω να πέφτει νεκρή στα πόδια μου. Και το χειρότερο, εκείνο που πονούσε περισσότερο, ήταν πως η Ροσάλμπα συνέχιζε να φέρεται τόσο φιλικά, τόσο ειλικρινά, όπως πάντα.
Της είπα ότι θα της έκανα επίσκεψη στο καινούριο της σπίτι, τότε έμενε στα Λοφάκια. Δεν πήγα βέβαια ποτέ μου. Τίς νύχτες παρακαλούσα τον Ύψιστο να μην την ξαναφέρει στο δρόμο μου. Όλες οι φίλες μου είχαν παντρευτεί κι είχαν αρχίσει να φεύγουν από τη Σάντα Μαρία. Όσες είχαν μείνει πίσω, ήταν χοντρές, είχαν ένα σωρό πιτσιρίκια, είχαν άντρες που τις έβαζαν τις φωνές και τις έδερναν και πήγαιναν να βγάλουν τα μάτια τους με γυναίκες από εκείνες τις έτσι...
Αν είναι να ζήσει κανείς έτσι, Δέσποτα, καλύτερα να μην παντρευτεί. Κι εγώ δεν παντρεύτηκα, αν και δεν μου έλειψαν οι ευκαιρίες, όμως υπάρχουν λογής και λογής γούστα. Και πάντα, όσο κι αν κάνουμε τους έξυπνους, ό άλλος περιμένει πίσω από την πλάτη μας να δει που το πάμε, για να βγάλει απόφαση, δεν είναι έτσι;
Πέρασαν τα χρόνια, ήταν τότε η εποχή του Αλεμάν και του Ρουίς Κορτίνες, όταν μια νύχτα που περίμενα το λεωφορείο μου στο κέντρο κι έβρεχε καλαπόδια, την είδα στο μεγάλο της αυτοκίνητο, με οδηγό με στολή και λοιπά και λοιπά. Έτυχε και το αυτοκίνητο σταμάτησε, η Ροσάλμπα με ανακάλυψε ανάμεσα στο πλήθος και μου άνοιξε την πόρτα να μπω.
Η Ροσάλμπα είχε παντρευτεί για τέταρτη φορά κι όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, ενώ είχε περάσει τόσος καιρός, χάρη στις φροντίδες της, εξακολουθούσε να είναι η ίδια: δροσερό κοριτσίστικο πρόσωπο, μάτια πράσινα, λακάκια στα μάγουλα, δόντια άψογα...
Μου παραπονέθηκε που δεν πήγαινα ποτέ να την βρω, ενώ εκείνη μου έστελνε κάθε χρόνο χριστουγεννιάτικες κάρτες και μου είπε πως την άλλη Κυριακή δε θα της την έσκαγα, θα έστελνε το σωφέρ να με πάρει να φάμε στο σπίτι της.
Όταν φτάσαμε στο σπίτι μου, από ευγένεια την κάλεσα να περάσει. Και δέχτηκε, Δέσποτα, το φανταζόσαστε, δέχτηκε. Καταλαβαίνετε τι κόπο μου έκαμε να της δείξω το διαμέρισμά μου, να δείξω αυτό το πράγμα σε αυτή που ζούσε μέσα σε τέτοιες πολυτέλειες και ανέσεις. Όσο καθαρό και τακτοποιημένο κι αν ήταν, δεν έπαυε να είναι το κοτέτσι που η Ροσάλμπα είχε υπ' όψη της, τότε που κι εκείνη ήταν φτωχοκακομοίρα. Όλα εκεί μέσα ήταν τόσο παλιά και μίζερα, που μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα από ταπείνωση, ζήλεια και λύσσα.
Η Ροσάλμπα πήρε ύφος θλιμμένο. Αναθυμηθήκαμε τα παλιά τα χρόνια, τότε που είμαστε πιτσιρίκες. Γι' αυτό, Δέσποτα, - κι έχετε το νου σας τι σας λέω – δε θα έπρεπε να ζηλεύουμε κανέναν, γιατί κανείς δεν ξεφεύγει από τίποτα, από κανένα κακό. Η Ροσάλμπα δεν μπορούσε να κάμει παιδιά κι οι άντρες της γυαλίζαν μια στάλα κι ύστερα την απογοήτευαν και την έκαναν να ψάχνει να βρει άλλον καινούριο. Για σκεφτείτε, πόσοι και πόσοι την έφερναν βόλτα, την πολιορκούσαν διαρκώς, όχι μόνο στη Σάντα Μαρία, αλλά και σ' εκείνα τα πλούσια και κομψά μέρη που γνώρισε αργότερα...
Έμεινε λίγη ώρα, ήταν καλεσμένη σε κάποια γιορτή κι έπρεπε να πάει να ντυθεί. Την Κυριακή παρουσιάστηκε ο σωφέρ. Τον παρακολουθούσα από το παράθυρο και δεν του άνοιξα. Τι δουλειά είχα εγώ η άσχημη, η παρατημένη, η γεροντοκόρη, το υπαλληλάκι της πεντάρας με αυτό το πλούσιο περιβάλλον. Γιατί να εκτεθώ και να με συγκρίνουν ξανά με τη Ροσάλμπα. Δε θα γίνω ποτέ τίποτα, όμως έχω κι εγώ την περηφάνεια μου, Δέσποτα.
Αχ, εκείνη η συνάντηση μου είχε σταθεί εδώ, να, στην καρδιά. Δεν μπορούσα να πάω στον κινηματογράφο, να δω τηλεόραση, να ξεφυλλίσω περιοδικά, γιατί πάντα έβλεπα όμορφες γυναίκες, με τα ίδια χαρακτηριστικά της Ροσάλμπα. Έτσι, όταν στη δουλειά μου τύχαινε να πέσω σε καμιά κοπέλα που της έμοιαζε σε κάτι, της φερόμουν άσχημα, έβρισκα δυσκολίες, αναζητούσα τρόπους να την ταπεινώσω μπροστά στους άλλους υπαλλήλους, για να νιώσω ότι εκδικιόμουν τη Ροσάλμπα.
Θα με ρωτήσετε, Δέσποτα, τι μου έκαμε η Ροσάλμπα. Τίποτα, αυτό που λέμε «τίποτα». Αυτό ήταν το χειρότερο και που μ' έβγαζε από τα ρούχα μου. Πάει να πει πως πάντα ήταν καλή και γεμάτη από όμορφα συναισθήματα για μένα. Όμως με βούλιαξε, μου κατέστρεψε τη ζωή, από το γεγονός και μόνο ότι βρισκόταν, ότι υπήρχε, ότι ήταν τόσο καλή, τόσο πλούσια, τόσο σπουδαία στο κάθε τι...
Ξέρω τι πάει να πει να είσαι στην Κόλαση, Δέσποτα. Κι οπωσδήποτε, δεν υπάρχει προφητεία που να μην εκπληρώνεται και χρέος που να μην πληρώνεται. Αυτό το τελευταίο που σας διηγήθηκα, αυτή η συνάντηση, έγινε εδώ και είκοσι χρόνια, ίσως και περισσότερα, δεν μπορω να θυμηθώ...
Όμως σήμερα, Δέσποτα, σήμερα το πρωί, την είδα στη γωνία των δρόμων Μαδέρο και Πάλμα, από μακριά πρώτα, από πολύ κοντά ύστερα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε, Δέσποτα: εκείνο το θαυμάσιο κορμί, εκείνο το πρόσωπο, εκείνες οι γάμπες, εκείνα τα μάτια, εκείνο το σταρένιο χρώμα του μαλλιού της, όλα χάθηκαν για πάντα σ' ένα πιθάρι λίπος, σακκούλες, ρυτίδες, διπλοσάγονα, λεκέδες, κιρσούς, άσπρα μαλλιά, λογιών μακιγιάζ, βαφές, ρίμελ, ψεύτικες βλεφαρίδες...
Βιάστηκα να την φιλήσω, να την σφίξω στην αγκαλιά μου, Δέσποτα. Είχε πεθάνει πια ό,τι μας χώριζε. Καμιά σημασία δεν είχε το παρελθόν και ποτέ πια δε θα είμαστε η μια άσχημη κι η άλλη όμορφη. Τώρα επιτέλους η Ροσάλμπα κι εγώ είμαστε ίδιες. Τώρα, τα γερατειά μας είχαν κάμει ίδιες.



ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ- ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ 1983

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΕΡΜΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ – OSWALD WIRTH (1)



Επειδή ουδέν εξ ουδενός δύναται να προέλθη, σημείον εκκινήσεως του φιλοσοφικού έργου, είναι η ανακάλυψις και εκλογή του αντικειμένου. Η προς εξέλιξιν ύλη, λέγουν οι αλχημισταί, είναι συνηθεστάτη και ανευρίσκεται πανταχού. Πρόκειται λοιπόν να την διακρίνωμεν απλώς, εις αυτά δε φαίνεται ότι εδράζει όλη η δυσκολία. Το πείραμα της εκλογής επαναλαμβάνεται συχνότατα εν τω Τεκτονισμώ όμου μυούμεν βεβήλους τους οποίους θα έπρεπε να απερρίπτωμεν εάν είμεθα πεπροικισμόι δια μείζονος οξυδερκείας. Κάθε ξύλον δεν είναι κατάλληλον δια να κατασκευάσωμεν δι' αυτού εν άγαλμα Ερμού. Το έργον τότε μόνον δύναται να επιτύχη όταν εκλεγή το κατάλληλον αντικείμενον. Δια τον λόγον τούτον εν τω Τεκτονισμώ επιζητούσι πλείστας πληροφορίας περί του δοκίμου, όπως επιτευχθή η μύησίς του, και διέλθη δια των επί τούτω δοκιμασιών.
Αι τελευταίαι αύται αρχίζουν με την αφαίρεσιν των μεταλλικών αντικειμένων. Όθεν η αλχημεία συνιστά την εκκαθάρισιν της εξωτερικής όψεως της άπαξ διακριθείσης και επιλεγείσης ύλης, προς απομάκρυνσιν παντός τυχαίου ρύπου όστις τυχόν είχεν επικαθίσει επί της επιφανείας αυτής. Εν συνόψει λοιπόν η ύλη δέον να αναχθή εις εαυτήν και μόνον, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον προς μύησιν δόκιμον δια της απελευθερώσεώς του από παντός μετάλλου.
Εν τοιαύτη καταστάση πρωτογενούς αγνότητος το υποκείμενον εγκλείεται εν στενώ τινι χώρω, όπου ουδέν εξωτερικόν φως εισέρχεται. Εν τω Σκ:. Θ:., όστις αντιστοιχεί προς την φιάλην του αλχημιστού, προς το φιλοσοφικόν ωόν, ο αμύητος, ευρίσκει εκουσίως τον σκοτεινόν τάφον, ένθα οφείλει να αποθάνη δια την παρελθούσαν του ύπαρξιν. Αποσυνθέτων τοιουτοτρόπως τα μόρια άτινα αντιπαρατάσσονται εναντίον της ελευθέρας εκδηλώσεως του σπέρματος της ατομικότητος, υφίσταται τον συμβολικόν θάνατον, πρόλογον της γενέσεως νέας υπάρξεως ήτις θα αποτελέση τον Μύστην. Ο τελευταίος λοιπόν ούτος γεννάται εκ της σήψεως, ήτις συμβολίζεται παρά τοις Αλχημισταίς δια του μέλανος χρώματος.
Το Τυπικόν θέτει ως όρον την συνύπαρξιν εν τω Σκ:. Θ:. μετά των άλλων αντικειμένων και δύο δοχείων περιεχόντων του ενός Άλατος και του ετέρου Θείου. Το διατί δύναται να δοθή εάν ανατρέξωμεν εις την αλχημικήν θεωρίαν περί των τριών τούτων αρχών: Θείον, Υδράργυρος, Άλας.
Το θείον αντιστοιχεί πράγματι προς την εξωτερικευομένην ενέργειαν, ήτις πηγάζει εκ παντός όντος (στήλη Ι:. ερυθρά, ατομική πρωτοβουλία). Η ενέργεια του αντιστθαμίζει την του υδραργύρου, όστις διεισδύει εν τοις πάσι, εξ επιδράσεως εκ των έξωθεν πηγαζούσης (στ:. Β:. λευκή, δεκτικότης, αισθητικότης. Παράγωγον της τοιαύτης αντισταθμίσεως είναι το Άλας, όπερ αποτελεί την αρχήν της κρυσταλλοποιήσεως, παριστώσης την μόνιμον άποψιν του όντος.
Όσον συνοπτικαί και αν είναι αι υποδείξεις αύται, αρκούν όπως δικαιολογήσωσι την υπόδειξιν του τυπικού περί της υπάρξεως εν το Διασκ:. Άλατος και Θείου. Η παράλειψις του υδραργύρου, δικαιολογείται εκ του ότι ο δοκ:. Πρέπει να απομονωθή του εξωτερικού κόσμου τελείως. Δια να γνωρίση πράγματι εαυτόν, κατά την Σωκρατικήν παράδοσιν, δέον να απαλλαγή από κάθε τι το οποίον τω είναι ξένον, ίνα κατωρθώση να συγκεντρωθή απολύτως και ανεύρη τον πυρήνα της ατομικότητός του.
Η τοιαύτη διεργασία αντιστοιχεί προς την δια της Γης δοκιμασίαν, εικονιζομένην ποιοτικώς δια της καθόδου εις τον Τάρταρον, περί ης κάμνει μνείαν η λέξις vitriol.
Ο εν τη λέξει ταύτη μνημονευόμενος Λίθος είναι καθαρώς τεκτ:. έμβλημα. Τοιουτοτρόπως ούτοι διατίνονται ότι ο Αλάξευτος λίθος, είναι αυτός ούτος ο Νεομύητος. Λειαίνεται ολίγον κατ' ολίγον εφ' όσον είναι Μαθητής, ίνα δυνηθή μίαν ημέραν να γίνη Εταίρος δια της μεταβολής του εις Κυβικόν Λίθον. Επιμελώς λειανθείς ο λίθος ούτος κατέχει πάσας τας ιδιότητας του Φιλοσοφικού Λίθου. Απαιτείται όμως να κατέχη τις ολοκληρωτικώς την Τέχνην της μετατροπής, να είναι τέλειος Εργάτης ή Διδάσκαλος, δια να επιτύχη την μεταστοιχείωσιν.
Ενοείται ότι ούτοι δεν ασχολούνται με την παραγωγήν θησαυρών καθαρώς συμβατικής αξίας. Πρόκειται περί όλως πολυτιμωτέρων πραγματοποιήσεων, από τους των φιλαργύρων.

* * *

Εγκαταλελειμένον εις εαυτό, εστερημένον πάσης ζωογονήσεως, το εν τω φιλοσοφικώ ωώ εγκεκλεισμένον υποκείμενον, δεν αργεί να καταληφθή υπό λύπης. Αισθάνεται τις δυνάμεις του να τω διαφεύγουν, και η αποσύνθεσις αρχίζει. Υπό την επίδρασιν ταύτης, το ελαφρόν απομακρύνεται του βαρέως. Είναι αύτη η πρώτη φάσις της δια του αέρος δοκιμασίας. Αφού τοιουτοτρόπως κατέλθη μέχρι του κέντρου του κόσμου ένθα εύρηνται αι ρίζαι κάθε ατομικότητος, το πνεύμα αρχίζει να ανέρχεται εκ νέου. Ανυψούται, ελαφρόμενον του capout mortuum, όπερ καθίσταται μέλαν εις του βάθος του ερμητικού δοχείου. Το υπόλοιπον τούτο παρίσταται δια των ενδυμάτων άτινα ο Δοκ:. οφείλει να αφαιρέση δια να εξέλθη τη in pace αυτού. Μέλλει ήδη να διαχαράξη μετά κόπων οδόν εν τω μέσω του σκότους, χωρίς να αφήση εαυτόν να οπισθοχωρήση ενώπιον των κωλυμάτων των αδιακόπως αναφυομένων. Τα ύψη τον προσελκύουν: διαφεύγων την Άβυσσον, επιθυμεί να ανέλθη εις τους ουρανούς και καταβάλλει προσπαθείας να αναριχηθή επι της σκολιάς ατραπού δια να φθάση εις την κορυφήν του ιδεώδους όρους, ήτις καταυγάζεται υπό του φωτός.
Η ανάβασίς του διακόπτεται υπό τρομεράς θυέλης, ήτις αίφνης εκρήγνυται. Ο κεραυνός πίπτει και οι στρόβιλοι παραλαμβάνουσι τον τολμηρόν και καταρρίπτουσιν αυτόν δια του αέρος εις το σημείον οπόθεν είχεν εκκινήσει.
Είναι τούτο εικών της κυκλοφορίας ήτις αποκαθίσταται εν τω ερμητικώ κλειστώ δοχείω του Αλχημιστού, όπερ εις το εξής αντιστοιχεί προς την κανονικώς κεκαλυμένην Στ:. Το υποκείμενον εξωτερικευμένον ένεκα της εκλύσεως του πτητικού του μέρους, ανυψούται, μέχρις ότου συμπυκνωθή, οπότε πίπτει υπό μορφήν βροχής, ην συμβολίζουσι τα επί των παραπετασμάτων του Διασκ:. Παριστάμενα δάκρυα. Είναι αληθές ότι, εν τω τάφω τούτω, όπου ουδέν κινείται ο Δόκ:. Δεν υφίσταται την δοκιμασίαν ταύτην του ύδατος. Η φαινομενική αύτη σύγχυσις λαμβάνει χώραν εκ του ότι αι διεργασίαι του Μ:. Ε:. εκτελούνται άπασται εν τω ιδίω δοχείω, ενώ αι φάσεις της τεκτ:. μυήσεως εξελίσσονται εις σειράς καταλλήλων διαμερισμάτων. Η διαφορά αύτη από εσωτερικής απόψεως δεν δύναται να θεωρηθή σημαντική.
Διαδοχικώς εξατμισθέν υπό την επίδρασιν του πυρός, είτε συμπυκνωθέν υπό του ψύχους, το ύδωρ διατρέχει αδιακόπως το γήινον μέρος του υποκειμένου, όπερ ολίγον κατ' ολίγον καθαίρεται αναγκαζόμενον ν' αλλάξει χρώμα, μεταβαλλόμενον από μέλανος εις τεφρόν και λευκόν, αφού διέλθη όλα τα χαρακτηριστικά χρώματα της ουράς του ταώ.
Αχθείσα τοιουτοτρόπως εις το λευκόν, η καθαρθείσα ύλη αναδεικνύεται ήδη μεγάλης αξίας. Συμβολίζει τον σοφόν όστις γνωρίζει να αναδεικνύεται νικητής. Αλλ' ενδιαφέρει αυτόν να μη παραμένη εις τας αρνητικάς αρετάς: υπολείπεται λοιπόν να διέλθη δια της δοκιμασίας του πυρός.
Πρόκειται δια τον Αλχημιστήν, περί της πυρώσεως του υποκειμένου. Εκτίθεται όθεν τούτο εις τόσον ισχυράν θερμοκρασίαν, ώστε να καή παν το υποκείμενον εισέτι εις φθοράν, και να παραμείνη το αδιάφθορον. Από ηθικής απόψεως, είναι η εξαφάνισις των ταπεινών παθών, και μικροφιλοδοξιών. Το άλας Θ είναι πλέον τελείως κεκαθαρμένον: η διαφάνειά του είναι πλήρης, διότι ουδεμία ξένη ουσία είναι αναμεμιγμένη εντός των κρυστάλλων του. Εφ' όσον ο Δοκ:. δεν έχει φθάσει εις το σημείον τούτο το τεκ:. Φως δεν δύναται να τω δοθή. Πρέπει πράγματι ο κύκλος των δοκιμασιών του να περατωθή, ίνα το συμβολικόν κάλυμμα εκπέση των οφθαλμών του, διότι το φως δεν ήθελε φθάση μέχρις αυτού, εάν προηγουμένως δεν είχε καταστήση εαυτόν αρκετά διαφανή εις τας ακτινοβολίας του. Άπασαι αι δοκιμασίαι του πρώτου βαθμού την διαπερατότητα ταύτην έχουσιν ως σκοπόν, αποβλέπουσαι δηλαδή την λεπτοποίησιν των γεωδών τούτων ή αλατούχων καλυμμάτων, άτινα μολύνουν τρόπον τινα την εστίαν του εσωτέρου φωτός, πηγήν θειώδους ή ατομικής δραστικότητος. Απελευθερώνειν το φως τούτο, ενδυναμώνειν αυτό, και απομακρύνειν κάθε διάφραγμα τείνον να το συγκαλύψη, ιδού ολόκληρον το πρόγραμμα του Απλού Έργου ή της θεραπευτικής του πρώτου Βαθμού, ας είπωμεν του βαθμού του Μαθητού.
Ο βαθμός ούτος αρκείται να παρουσιάση το Φως, το εξωτερικόν ή παγκόσμιον φως. Μας θέτει απλώς εις συνάφειαν με την πηγήν εκείνην επιλλάμψεως, από την οποίαν ως εταίροι θα αντλήσωμεν την Γνώσιν. Προσελκύοντες προς ημάς, δια να κορεσθώμεν εξ αυτού, το περιβάλλον τούτο Φως, το υπό του Παρακέλσου αστρικόν φως αποκαλούμενον, άγομεν προς το ερυθρόν χρώμα το Έργον, σημείον αποπερατώσεως του τελείου Λίθου, ον αποκαλούμεν κυβικόν

* * *

Ο φιλοσοφικός λίθος είναι Άλας τελείως κεκαθαρμένον, όπερ συμπυκνώνει τον υδράργυρον δια να τον στερεώση εις εξόχως ενεργόν Θείον.
Ο συνθετικός ούτος κανών ανάγει ολόκληρον το Μ:. Ε:., εις τρεις διεργασίας, συνισταμένας εις την κάθαρσιν του Άλατος συμπύκνωσιν του Υδραργύρου και στερέωσιν του Θείου.
Υπεδείξαμεν ήδη τας φάσεις της πρώτης ταύτης διεργασίας αναγομένης τεκτονικώς εις τον α' συμβολικόν βαθμόν. Μας υπολείπεται να δείξωμεν, πως εξακολουθεί το έργον εις του δύο υπολοίπους βαθμούς.
Θα περιορισθώμεν εις τους 3 συμβολικούς βαθμούς της κλασικής Ιωανητικής Στ:., διότι είμεθα πεπεισμένοι ότι οι υψηλοί βαθμοί έχουν ως μόνον σκοπόν, να κάμουν να κατανοήση ο μύστης ολίγον κατ' ολίγον τον κεκρυμμένον εσωτερισμόν των τριών θεμελιωδών βαθμών. Ουδέν νεώτερον φέρουσιν εις φως, αλλ' αναπτύσσουν εκτενέστερον τα των τριών πρώτων βαθμών σύμβολα.

* * *

Είδομεν ότι η Τελεία κάθαρσις του Άλατος επιτελείται υπό του τέκτονος εν τω μαθητικώ του σταδίω. Περατωθείσης της εργασίας ταύτης, ο βαθ.: του Ετ.: άρχεται. Τότε εκδηλούται το ερυθρόν χρώμα, όπερ ισοδυναμεί προς τον χρωματισμόν της Στ.: κατά τον δεύτερον βαθμόν. Πράγματι ο μύστης του βαθμού τούτου καλείται να εξωτερικεύση την θειώδη αυτού δραστικότητα, το εσωτερικόν του Πυρ, δημιουργικόν και αποτελεσματικόν προς ο αναφέρεται η στήλη Ι.: ενεργός, ερυθρά, άρρην. Ο Μαθ.: λαμβάνει λογικώτατα την μισθοδοσίαν του παρά τη στήλη ταύτη.
Δια να θριαμβεύση κατά των δοκιμασιών του, τω εχρειάσθη άλλως τε να αναπτύξη συνεχή δραστηριότητα, με μόνον σκοπόν να απωθήση τας εξωτερικάς επιδράσεις αίτινες προεσεπάθησαν να τον υπερνικήσουν.
Το θείον εχρειάσθη να εξαχνωθή ούτως ώστε να καταλάβη ολόκληρον την μάζαν του υποκειμένου και να την υπερβή μάλιστα, δια να αποτελέση τελικώς πυρώδη (ignee) μάζαν. Υπό τους όρους τούτους το ερυθρόν χρώμα αρμόζει δια τον προς προβιβασμόν Μαθ.:, ακόμη δε περισσότερον προς την στήλην Ι.:, προς ην πλησιάζει δια να γίνη Ετ.:. Δια τούτο η Στ.: εν α' βαθμώ δέον να είναι κυνή προς παράστασιν του Σύμπαντος εν τη απείρω του εκτάσει.
Όσον δια το ερυθρόν χρώμα του β' βαθμού, συμβολίζει τούτο πολύ στενωτέραν ένοιαν, την σφαίραν ενεργείας της ατομικότητος ημών, μετρουμένης δια της εκτάσεως της θειώδους ημών ακτινοβολίας.
Η ακτινοβολία αύτη παράγει ψυχρόν τι περιβάλλον, όπερ ανακλά το πέριξ διακεχυμένον φως, δια να το συγκεντρώση επί του πνευματικού κέντρου του υποκειμένου. Τοιούτος είναι ο μηχανισμός της ελλάμψεως ην αποκτώσιν οι ιδόντες λάμποντα τον Φωτοβόλον αστέρα.
Ο καθείς εξ ημών φέρει το μυστηριώδες τούτο άστρον, αλλά συνήθως υπό μορφήν απροσδιορίστου και ασχηματίστου σπινθήρος, μόλις διαφαινομένου. Είναι το φιλοσοφικόν Παιδίον, ο Λόγος ή ο ενσαρκωθείς Χριστός, το οποίον η παράδοσις αναφέρει ως γεννηθέν εντός σπηλαίου χρησιμεύοντος ως Φάτνης.
Η μύησις καθίσταται η Ιέρεια του εσωτερικού τούτου πυρός – θείου, της Αρχής ταύτης πάσης ατομικότητος. Γνωρίζει να το συντηρή εφ' όσον επωάζει κάτωθεν της τέφρας. Είτα αρχίζει να το διατρέφη συνετώς, δια να το ζωογονήση ικανώς, διότι οφείλει μετ' ολίγον να υπερνικήση τα εμπόδια άτινα το κρατούν αιχμάλωτον και διατείνονται ότι δύνανται να το καταδικάσουν εις απομόνωσιν. Πρόκειται, πράγματι, ο Υιός να τεθή εις συνάφειαν προς τον Πατέρα, το εσωτερικόν θείον να επικοινωνήση ελευθέρως με τον εξωτερικόν υδράργυρον, με άλλας λέξεις το Άτομον να έλθη εις επαφήν με το Σύνολον εξ ου προέρχεται.
Βασιζόμενοι επί μόνων των ατομικών μας ικανοτήτων, μόνον εφ' ημών δυνάμεθα να επιδράσωμεν. Ένεκα τούτου το μόνο που μας εζητήθη ως Μαθηταί ήτο τούτο. Αλλ' άπαξ ο αλάξευτος ελειάνθη κατά τους ειδικούς νόμους, δεν έχομεν πλέον ανάγκην να ασχολούμεθα με την προσωπικότητά μας, ήτις, από απόψεως καθάρσεως του άλατος, είναι πλέον παν ό,τι πρέπει.
Αλλ' άπαξ η εργασία αύτη περατωθείσα, οφείλομεν να αναλάβωμεν το κυρίως έργον, εις ο επιδιδόμεθα ως Εργάται ή Εταίροι. Αλλά το αποτέλεσμα της τοιαύτης μας δράσεως έμελλεν είσθαι ασήμαντον εάν δεν ηδυνάμεθα να χειρισθώμεν το μυστικόν της επικλήσεως δυνάμεων έξω ημών κειμένων. Πόθεν αλλαχού δυνάμεθα να αντλήσωμεν τας δυνάμεις ταύτας εάν μη παρά τη στήλη Β.:, ης το όνομα σημαίνει: Εν αυτή η Δύναμις; Ηγερμένη προς Βορράν, έναντι της Σελήνης, της οποίας ανακλά της λεπτήν και γυναικείαν λεπτότητα, η στήλη αύτη αντιστοιχεί προς τον υδράργυρον των Αλχημιστών αρχής ζωτικότητος διερχομένης δι' όλων των όντων, δια να ενισχύση απαύστως την κεντρικήν του δραστηριότητα (θείον).
Όταν η τελευταία αύτη εξωτερικεύεται μετά ζωηρότητος, όπως απαιτεί τούτο η ερύθρωσις της ύλης (δοκιμασία δια του πυρός), προκύπτει εν τω κέντρω σχετικόν τι κενόν, όπερ ενεργούν ως Μαγνήτης, εξασκεί έλξιν τινα επί του Χάλυβος των Σοφών. Η ουσία αύτη, της οποίας το ιδεόγραμμα συνπεριέχει το θείον υπερκείμενον της Στυπτηρίας (Κύκλος) ή το τρίγωνον υπερκείμενον του Αντιμονίου, αντιστοιχεί προς τας φλόγας αίτινες περιβάλλουν τον Μύστην όταν καθαρθή δια του Πυρός. Είναι η αιθερία ατμοσφαίρα, ήτις χρησιμεύει ως δοχείον εις τας ανωτέρας και κατωτέρας αρετάς. Οι μύσται ανεγνώρισαν εν αυτώ “την κλείδα ολοκλήρου του φιλοσοφικού Έργου, του παγκοσμίου θαύματος, όπερ ο Θεός εσφράγισε δια της σφραγίδος του”. Προσθέτουν ότι είναι το μετάλλευμα του φιλοσοφικού χρυσού, εν πνεύμα καθαρώτερον παντός άλλου, εν πυρ της κολάσεως και απόκρυφον, λίαν πτητικόν, εξομοιούμενον προς την πεμπτουσίαν των πραγμάτων του Σύμπαντος.
Το Πυρ τούτο εξωτερικευμένον ως ουράνιον Πυρ είναι εις των δύο “παρόντων” παραγόντων του Μεγάλου Έργου, ενώ το έτερον είναι το κεντρικόν πυρ, το διηγερμένον εις τρόπον ώστε να καταστή ελκυστικόν δια το πρώτον, κατά την συμπεριφοράν μαγνήτου. Αποκαθίσταται τότε κυκλοφορία της, τη επενεργεία της οποίας οι δύο παράγοντες ανάγονται εις ένα και μόνον, όστις είναι το Φιλοσοφικόν Πυρ, περί του οποίου γίνεται μνεία εν τω Σμαραγδίνω Πίνακι εν ω αναγιγνώσκομεν: «Ανέρχεται – ο κατ' εξοχήν ερμητικός παράγων – τότε από της Γης εις τον ουρανόν και πάλιν κατέρχεται εκ του ουρανού επί της Γης, και συλλέγει την ισχύν πάντων των άνω και κάτω. Θέλεις ούτω αποκτήση την δόξαν ολοκλήρου του σύμπαντος και πάσα σκοτία θέλει σταθή μακράν σου.
Εν αυτώ έγκειται η κραταιά δύναμις πάσης ισχύος, ήτις θα κατανικήση παν το λεπτόν και θα διαπεράση παν στερεόν. Ούτω εδημιουργήθη ο Κόσμος».

* * *

Το φιλοσοφικόν πυρ συντηρείται δια του Ερυθρού Θείου των Σοφών, ούτινος εικών είναι ο Φοίνιξ, συνεχώς αναγενόμενος εκ των εφθαρμένων του υπολειμμάτων. Εάν το μυθικόν τούτο πτηνόν, με το πορφυρούν πτέρωμα, είναι αφιερωμένον εις τον Ήλιον, τούτο συμβαίνει διότι παριστά την αρχήν της ατομικής στερεώσεως.
Από μυητικής απόψεως, συμβολίζει επιπροσθέτως κατά ιδιαίτερον τρόπον, την υπό του μύστου αποκτηθείσαν μονιμότητα, ούτινος η πρωτοβουλία εξασκείται με τελείαν αρμονίαν προς την ώθησιν ην κάθε δημιούργημα δέχεται εκ μέρους της κατευθυντηρίας δυνάμεως του παγκοσμίου δημιουργού, άλλως ειπείν εκ μέρους του Μ.: Α.: Τ.: Σ.:.
Ο Ετ.: όστις έχει την φιλοδοξίαν να γιγνώσκη να εργάζεται, οφείλει λοιπόν να μετασχηματίση εαυτόν εις Φοίνικα. Εάν δεν φθάση εις το σημείον τούτο θα παραμείνη απλούς και κακός εργάτης και δικαίως θα είπωμεν περί αυτού ότι «δεν είνε Φοίνιξ».
Εργάζεσθαι άλλως τε δεν σημαίνει υπερβολικώς, κινείσθαι καταναλίσκων αφειδώς και ασκόπως δυνάμεις, όπως οι Κύκλωπες, ων η έλλειψις διακρίσεως των πραγμάτων συμβολίζεται δια του ενιαίου οφθαλμού, ον τοις αποδίδει η Μυθολογία. Ο Μεμυημένος εργάζεται μετά συνέσεως φωτιζόμενος εκ της κατανοήσεως της λέξεως Γνώσις.
Δεν θα ήρκει προς τούτο, να παραμείνη απλώς ενεργός (όπως ο Κύκλωψ), διότι δια να κατανοήση, απαιτείται εξάπαντος να καταστή παθητικός και δεκτικός από διανοητικής απόψεως. Συνδυασμός λοιπόν συνετός της ενεργητικότητος και της παθητικότητος, τοιούτος είναι ο όρος ο απαραίτητος δια κάθε γόνιμον πράξιν. Δια τούτο ο Ετ.: οφείλει να γιγνώσκει κατά βάθος την θεωρίαν των δύο Στ.:, ενώ ο Μαθ.: μόνον την μίαν εξ αυτών γνωρίζει, και μόνον μετά κόπου συλλαβίζει το όνομά της.
Ο Μύστης όστις καθίσταται τρόπον τινά ανδρόγυνος, διότι περιλαμβάνει εν εαυτώ την ανδρικήν ενεργητικότητα μετά της γυναικείας ευαισθησίας, παρίσταται εν τη αλχημεία δια του Rebis (εκ του res bina, διπλούν πράγμα). Η ουσία αύτη συγχρόνως άρρην και θηλεία, είναι ως ο υδράργυρος, εμψυχωμένος δια του θείου του, και μεταμορφωμένος ως εκ τούτου εις Αζώθ, ήτοι εις την πεμπτουσίαν εκείνην των στοιχείων, ης ο Φωτοβόλος Αστήρ είναι το σύμβολον. Αξιοσημείωτον είναι ότι ο αστήρ ούτος είναι πάντοτε τοποθετημένος κατά τοιούτον τρόπον ώστε να συγκεντρώνη προς εαυτόν την διπλήν ακτινοβολίαν του άρρενος Ηλίου και της θηλείας Σελήνης. Το φως του είναι τοιουτοτρόπως διγενές, ανδρόγυνον και ερμαφρόδιτον. Εξ άλλου το Rebis αντιστοιχεί προς την ύλην την παρασκευασθείσαν δια το τελικόν Έργον, με άλλας λέξεις προς τον Εταίρον όστις κατέστη ικανός να ανυψωθή εις το αξίωμα του Διδασκάλου.
Ένα περίεργον pantacle εδημοσιεύθη εν προκειμένω από του 1618 εις το Basilica Philosophica υπό Joseph Daniel Mylius, και ανεπαρήχθη εν τω Περί Αζώθ έργω, αποτελούντι συνέχειαν των Δώδεκα κλειδών του Βασιλείου Βαλεντίνου, μοναχού του Τάγματος του Αγίου – Benoit, κατά το 1659 – 1660. Όπως δύναταίτις να κρίνη εκ του αντιγράφου το οποίον δίδωμεν, το αλχημικόν Ανδρόγυνον, εμφανίζεται ως θριαμβευτής του δράκοντος της στοιχειώδους ζωής, επομένως ως Μύστης του δευτέρου βαθμού, νικητής της τετρακτύος των στοιχείων. Εκ των δύο κεφαλών, η μία οδηγείται υπό του Ηλίου (Λογική) και η ετέρα υπό της Σελήνης (Φαντασία) μεταξύ όμως των δύο διαγράφεται ο αστήρ του Ερμού (Νόησις, Γνώσις). Ο Άρης και η Αφροδίτη (σκληρά μέταλλα) εξασκούσιν είτα την επίδρασίν των επί της δεξιάς πλευράς, (δραστηριότης), της αριστεράς πλευράς (παθητικότης) επιδρωμένης υπό του Διός και του Κρόνου (μαλακών μετάλλων). Ο Άρης (Ενέργεια, Κίνησις, Δράσις), είναι άλλως τε εις άμεσον συνάφειαν με τον δεξιόν βραχίονα, κρατούντα σφύραν δι' ης οδηγεί και ενεργεί, ενώ ο αριστερός βραχίων, ούτινος αποστολή είναι να κρατή σταθερώς και αόκνως την ψαλλίδα ηθικώς δε να τηρή, εύρηται συνδεδεμένος προς τον Δία (Συνείδησις, Σεβασμός προς τον εαυτόν).
Θα είχωμεν καθαρόν Ερμητισμόν, εάν η προσωποποίησις του Rebis εκράτει δια της δεξιάς διαβήτην (Αλήθεια, Λογική, Νοητικότης) δια δε της αριστεράς Γνώμονα (Ισότης, Αίσθημα, Ηθική).
Εκπλήσσεταί τις συναντών τα κεφαλαιώδη ταύτα εμβλήματα της Βασ.: Τεχ.: εν ενχειριδίω διατεινομένω ότι διδάσκει «τον τρόπον της κατασκευής του αποκρύφου χρυσού των φιλοσόφων» και του οποίου ο συγγραφεύς έζη εις πολύ προγενεστέραν εποχήν της αναγεννήσεως του νεωτέρου Ελευθεροτεκτονισμού.
Ο Μύστης τότε μόνον δύναται να πραγματοποιήση το Rebis, όταν κυριαρχήση τας έλξεις των στοιχείων. Παν ό,τι χαμηλόν, ενστικτώδες και σκληρόν υπάρχη εν αυτώ, δέον να δαμασθή πριν τω επιτραπή να ελκύση το Πυρ εκ του ουρανού δια να το ενσωματωθή. Προκειται δηλαδή να υπερπηδήση το ζωώδες δια να τοποθετήση τον Άνθρωπον εις την δέουσαν θέσιν του. Όθεν το Πεντάγραμμον ή ο Φωτοβόλος Αστήρ είναι κυρίως το έμβλημα του Ανθρώπου, του ελευθερωθέντος παντός πράγματος όπερ τυχόν θα τον ημπόδιζε να είναι μόνον και μόνον άνθρωπος.
Αι πέντε γωνίαι του σχήματος τούτου, του λεγομένου αστέρος του Μικροκόσμου, αντιστοιχούσιν προς τα τέσσαρα άκρα και την κεφαλήν του ανθρώπου. Επειδή δε τα άκρα εκτελούν παν ό,τι η κεφαλή διατάσσει, ο Πεντάκτινος είναι ούτω το έμβλημα της υπάτης θελήσεως, εις ην ουδέν δύναται να εναντιωθή εάν πράγματι είναι κραταιά, λογική και άνευ συμφέροντος.
Ίνα ο πεντάκτινος διατηρήση την σημασίαν ταύτην, δέον να είναι χαραγμένος κατά τοιούτον τρόπον ώστε να δύναταί τις να σχεδιάση επ' αυτού ανθρωπίνην εικόνα με την κεφαλήν προς τα άνω. Κεκλιμένον το διάγραμμα τούτο λαμβάνει όλως αντίθετον σημασίαν. Δεν είναι πλέον το Φυσικόν Πεντάλφα ή ο αστήρ των Μάγων, το έμβλημα της ανθρωπίνης διανοίας και ελευθερίας, αλλά το άστρον το σκοτεινόν των χαμηλών ενστίκτων, των βαρβάρων τάσεων και ορμών αίτινες χαρακτηρίζουσι τα ζώα. Δια τούτο δύναται να χαραχθή η εικών κεφαλής τράγου.
Από μυητικής απόψεως, κατέχειν τον βαθμόν του ετ.:, σημαίνει είσθε ήδη εις θέσιν του επιτελείν εκείνα τα οποία ο κόσμος θεωρεί, και αποκαλεί θαύματα. Ωπλισμένος δια του Κανόνος και του Μοχλού ο Μύστης δύναται να ανυψώση ολόκληρον τον Κόσμον, - ηθικώς εννοείται, διότι μόνο το τοιούτον τον ενδιαφέρει.
Αλλά τι θα κάμει ο Διδ.:;
Θα εξομοιωθή προς τον Μ.: Α.: Τ.: Σ.: δια να δράση εν Αυτώ ή δι' Αυτού.
Αλλά τούτο είναι καθαρός μυστικισμός (mystique). Δεν αντιλέγω ουδαμώς. Αλλά τείνει να αποδειχθή ακριβώς ότι ο θρησκευτικός μυστικισμός δεν είναι ειμή υψηλή μύησις αποπλανημένη. Ενεργών δια των τριών διαδοχικών οδών, της καθαρτικής, της επιλλαμπτικής και της ενοποιητικής (unitive), ο μυστικισμός δεν είναι ήττον λογικός επιβάλλων τας Σκληραγωγίας του (mortifications) αι οποίαι, εάν καλώς κατενοούντο, θα επετέλουν τον ίδιον σκοπόν των μυστικών δοκιμασιών. Η λέξις ακόμη σκληραγωγία εμπεριέχει την σημασίαν του «αψύχου», του «ακινήτου», του «αδρανούς». Αλλά γνωστόν επίσης είναι ότι εν τω τεκτονισμώ δις η γενικωτέρα αύτη θανάτωσις επιτελείται: πρώτον άμα τη εισαγωγή του δοκίμου εν το Σκοτ.: Θαλ.: είτα άμα τη τελική και τελεία μυήσει εν τω Μ.: Δ.:.
Ο δεύτερος ούτος θάνατος αντιστοιχεί προς την αποπεράτωσιν του Μ.: Ε.: ισοδυναμεί προς την τελικήν θυσίαν του εγώ μας βασιζομένη εις την απάρνησιν πάσης προσωπικής επιθυμίας. Είναι η εξάλειψις του Ριζικού τούτου εγωισμού όστις προκαλεί την αδαμικήν πτώσιν, εξασκούντος επί της πνευματικότητος την πρωταρχικήν έλξιν, τείνουσαν να την βυθίση εντός της ύλης. Το περιωρισμένον Εγώ εξαλείφεται ενώπιον του ανωτέρου Εγώ, του απροσώπου, όπερ συμβολίζει ο Χειράμ. Το μυθικόν αμάρτημα του παγκοσμίου Αδάμ εξαγοράζεται τοιουτοτρόπως. Διότι ας μη το λησμονώμεν, ο Αρχριτέκτων του Ναού αναλογεί ακριβέστατα προς τον Μ.: Α.: Τ.: Σ.:, εις ίσην ακριβώς μοίραν προς την υφισταμένην αναλογίαν μεταξύ του ενσαρκωθέντος Λόγου ή του Χριστού και του Αιωνίου Πατρός της Χριστιανωσύνης(2)
Η στερέωσις του φιλοσοφικού Θείου ήτοι ο βαθ.: του Διδ.: συμβολίζεται επίσης άριστα τόσον υπό του Δεσμώτου Προμηθέως, όσον και υπό του Απολυτρωτού Χριστού εξηρτημένου δια τριών ήλων επί της τετράδος των βραχιόνων του Σταυρού.
Το Ταρώ δεν είναι ολιγώτερον εμφαντικόν και επί του προκειμένου. Πράγματι η δωδεκάτη αυτού κλεις μας παρέχει την εικόνα ενός «Δοκιμαζομένου» και αιωρουμένου μεταξύ ουρανού και γης. Είναι εξηρτημένος δια του αριστερού του ποδός, εκ στελέχους το οποίον συγκρατούν δύο δένδρα, αντιστοιχούντα προς τας δύο στήλας Ι.: και Β.:. Η κεφαλή μετά των βραχιόνωντου σχηματίζουν ανεστραμμένον τρίγωνον, ούτινος υπέρκειται σταυρός σχηματιζόμενος υπό του δεξιού ποδός κεκαμμένου όπισθεν του αριστερού. Το σύνολον διαγράφει το κλασικόν σύμβολον της αποπερατώσεως του Μ.: Ε.: ήτοι το σύμβολον του θείου αντεστραμμένον. Ο παραδόξως μειδιών εκ του παθήματός του μάρτυς ούτος, κρατεί δύο σάκκους εξ ων εκπίπτουν νομίσματα χρυσά και αργυρά. Είναι οι θησαυροί της διανοίας του, διότι ο ονειροπόλος ούτος όστις φαίνεται αχθείς εις ανικανότητα πάσης δράσεως επειδή αι χείρες του είναι δεδεμέναι, εξακολουθεί να σπείρη τας γονίμους ιδέας του εξ θα προέλθει το μέλλον.
Τοιούτος επίσης είναι ο ρόλος του διδ.:, όστις, ίνα διευθύνη χρησίμως το έργον της παγκοσμίου κατασκευής, οφείλει να εισέλθη εις στενήν επικοινωνίαν ως προς τας σκέψεις και θελήσεις του Μ.: Α.: Τ.: Σ.:. Πρόκειται, ως εκ τούτου, να επιτελέση το μέγα ιδεώδες του μυστικισμού, δια του Θεανθρώπου, όστις τόσον περισσότερον περιβάλλεται δια της υπάτης πνευματικής ισχύος, όσον περισσότερον είναι ελευθερωμένος των κατωτέρων πραγμάτων. Μη ων πλέον αιχμάλωτος και δούλος ουδενός, καθίσταται επί μάλλον και μάλλον κυρίαρχος του παντός, εφ' όσον η θέλησίς του εξασκείται κατά το δυνατόν με μεγαλυτέραν συμφωνίαν προς την διευθύνουσαν το Σύμπαν Κραταιάν Θέλησιν.
Κείμενος μεταξύ του Αφηρημένου και του Συγκεκριμμένου, μεταξύ του δημιουργού Νου και της αντικειμενικής δημιουργίας ο Άνθρωπος παρουσιάζεται ως ο κατ' εξοχήν Διάμεσος ή ο πραγματικός Δημιουργός των γνωστικών σχολών.
Αλλ' η τοιαύτη ικανότης της αντλήσεως του Φωτός εκ της αρχετύπου αυτής πηγής, δεν θα είναι δυνατόν να τω αρκέση. Θα αισθανθή την ανάγκην όπως ευρίσκεται εις στενήν συνάφειαν με τους εργάτας, τους οποίους και καθοδηγή. Αλλ' ο απαραίτητος προς τούτο δεσμός δεν είναι εν προκειμένω άλλος από την αμιγή συμπάθειαν. Ο Διδ.: οφείλει να αγαπάται, τούτο όμως θα το κατορθώση αγαπών πρώτος αυτός, με όλην την δύναμιν της ψυχής του, με απόλυτον εθελοθυσίαν και αυταπάρνησιν.
Ο Πελεκάνος είναι από της απόψεως ταύτης το έμβλημα της τοιαύτης αγάπης (charite), άνευ της οποίας εν μυητικώ περιβάλλοντι τα πάντα θα παρέμενον ανεπανορθώτως μάταια.
Τα λαμπερότερα διανοητικά χαρίσματα ή αι δυνάμεις αι εκ της βουλήσεως πηγάζουσαι, μόνον ψευδή τινα μάγον ήθελον αποτελέσει, εάν ο μαθητής δεν είχε καλλιεργήσει τας αρετάς της καρδίας. Όσον δε δια την ανταμοιβήν εκείνου, όστις, δια του αισθήματος, ανυψώθη τόσον όσον και δια της επιστήμης, η ανταμοιβή αύτη εύρηται χαραγμένη επί της Σφραγίδος του Σολομώντος. Τα δύο αλληλένδετα τρίγωνα αποτελούσι τον αστέρα του μακρόκοσμου ή του Μεγάλου Κόσμου. Συμβολίζουν την συνένωσιν του Πατρός μετά της Μητρός, του Θεού μετά της Φύσεως, του Ενιαίου πνεύματος και της παγκοσμίου ψυχής, του γονίμου Πυρός μετά του γεννητικού Ύδατος. Είναι το κατ' εξοχήν έμβλημα εις του οποίου την δύναμιν ουδέν δύναται ν' αντισταθή, και την οποίαν δύναμιν θα κατείχομεν εάν είμεθα εις θέσιν να αποκτήσωμεν πραγματικώς τον βαθμόν του Διδ.:.


_____________
1. O. Wirth: Le Symbolisme hermetique. Άρθρον δημοσιευθέν κατά πρώτον εν τω περιοδικώ “Acacia” No Mai 1908 et Juin 1908 και είτα υπό του Dr Lauer εν τω Freimaurer της Leipzing και εν τω Zentralblatt fuer Okkultismus της Βιέννης. (Nr Febr. - Marz – April 1909)

2. Ο Dr Lauer παράγει εν προκειμένω τας εξής αναλογίας: Χειράμ = Ερμής = Λόγος = Χριστός = JHSVH – Μ.: Α.: Τ.: Σ.: = Ζευς-Πατήρ = Δημιουργός = Πατήρ = JHVH
OSWALD WIRTH
ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ Νο 003
Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ