.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

NO PARKING - SHORT FILM 2011 - ΣΤΑΜΟΣ ΤΣΑΜΗΣ

Ο Ισχυρός -ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΡΑΠΤΗΣ



Όταν ο Αλμπέρ Καμύ αντιπαραβάλλει στο Μύθο του Σίσυφου το έγκλημα της λογικής απέναντι στο έγκλημα του πάθους διαπράττει ήδη μια παράλειψη. Το «έγκλημα της λογικής» που δεν είναι άλλο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του 20ου αιώνα ή το Γκουαντανάμο του 21ου εμφανίζεται τότε πιο αποτρόπαιο από το «έγκλημα του πάθους» ως έκφραση μιας ατομικής εξέγερσης όπως αυτή που μπορεί να βρει κανείς στη φιλοσοφία του ρομαντισμού. Κι όμως στην περίπτωση των στρατοπέδων δεν πρόκειται παρά για έναν συλλογικό ανορθολογισμό επιστημονικά οργανωμένο. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την παρουσία κάθε είδους μέσων των οποίων η λογική οργάνωση αγγίζει την τελειότητα ενόσω οι σκοποί παραμένουν το ίδιο παράλογοι.
Η νέα τεχνολογική επανάσταση που έχει ήδη προαναγγελθεί απειλεί να οπλίσει με πρωτόγνωρα μέσα τις πιο αβυσσαλέες ορέξεις που συνδέονται με το πιο σκοτεινό και δυσνόητο μέρος της ανθρώπινης φύσης, το τρίπτυχο βία – σεξουαλικότητα – θάνατος. Δεν είναι ούτε τυχαίο, ούτε συμπτωματικό ότι ο πόλεμος αποτελεί πλέον από τα μεγαλύτερα σόου στα δελτία ειδήσεων. Παρ' όλες τις υποτιθέμενες εκκλήσεις στον ανθρωπισμό μας, η θέα μιας μοναδικής λάμψης που την ίδια στιγμή αφανίζει δεκάδες ανθρώπους, συνοδευομένη αμέσως μετά από ένα διαφημιστικό διάλειμμα όπου ημίγυμνες κοπέλες διαφημίζουν κάποιο πακέτο διακοπών, αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας τουλάχιστο σε ό,τι αφορά τις αξίες του αστικού πολιτισμού.
Το λάθος της επιστήμης που πήρε τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά τον προηγούμενο αιώνα είναι ότι επιχείρησε να εξυγιάνει όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αγνόησε το γεγονός πως οι προθέσεις και τα κίνητρα εκείνων που χρησιμοποιούν την επιστήμη είναι σκοτεινότερα και ισχυρότερα από την ίδια. Κι αυτό διότι αναδύονται από ένα αρχέγονο υπόστρωμα της φύσης μπροστά στο οποίο η αντικειμενικότητα της επιστημονικής λογικής ωχριά. Για να το πούμε πιο απλά, η λογική χωρίς τη συνδρομή της επιθυμίας είναι ένα τρένο δίχως κάρβουνο.
Από πολλές απόψεις, ο πολιτισμός δεν είναι παρά μια λεπτή κρούστα, ένα επίχρισμα που επικάθεται πάνω στον αρχέγονο ωκεανό της επιθυμίας, μέσα στον οποίο βασιλεύει μια άσβεστη δίψα για ικανοποίηση. Με τον ίδιο τρόπο η περίφημ φαιά μας ουσία δεν είναι παρά ένα λεπτό στρώμα που προστέθηκε πάνω στα πιο πρωτόγωνα τμήματα του εγκεφάλου. Εδώ όμως ξαναβρίσκουμε το πρόβλημα της περιπλοκότητας. Η βιολογία ήταν το κατ' εξοχήν πεδίο εφαρμογής της περιπλοκότητας πολύ πριν η επιστημονική μέθοδος αρχίσει να θεωρητικολογεί γι' αυτό το ζήτημα. Η περιπλοκότητα του βιολογικού κόσμου είναι προγενέστερη της κοινωνικοποίησης. Όλες οι προσπάθειες του κοινωνικού ελέγχου να χαλιναγωγήσει την επιθυμία στις νόρμες της παραγωγής και της κατανάλωσης δεν είναι παρά οι δικαιολογίες για τη συνέχιση του ανταγωνισμού με άλλα μέσα. Η επιθυμία είναι ασυμπίεστη όπως το νερό. Θα εκδηλωθεί οπωσδήποτε από άλλο δρόμο. Τα κοινωνικά περιβάλλοντα στο βαθμό που δεν μπορούν να καταργήσουν τον ανταγωνισμό δρουν και ως βιολογικά περιβάλλοντα. Η εύνοια συγκεκριμένων ανθρωπολογικών τύπων, η επικράτηση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και ικανοτήτων είναι η εκδίκηση του Δαρβινισμού. Μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα αναδύεται ο Ισχυρός.
Ο Ισχυρός δεν είναι υποκείμενο αλλά αρχέτυπο. Σαν τέτοιο μπορεί να μοιράζεται ακόμη και ανάμεσα στους αδύναμους. Σε εποχές σαν τη δική μας μπορεί να ξαναβγεί στην επιφάνεια σαν ένας μικρός θεός του οποίου η πίστη υπόσχεται να αποκαταστήσει την ανικανοποίητη επιθυμία. Ο Ισχυρός είναι η πεμπτουσία του αρχέγονου κυνηγού που εκπαιδεύτηκε από την ομάδα για μια συγκεκριμένη υπηρεσία μέχρι που στράφηκε εναντίον της. Ο Ισχυρός είναι το πρώτο πλάσμα που συνειδητοποιεί ότι η φύση εμπεριέχει το αντικειμενικό κακό, την αδικία και τη σκληρότητα που ξαναβρίσκονται σε κάθε μορφή ανισότητας. Ο Ισχυρός σε αντίθεση με τους φιλοσόφους, είναι απόλυτα πρακτικός. Δεν αποστρέφει το πρόσωπο του από τον κόσμο όπως ο Βούδας, αλλά αποφασίζει να επιτεθεί και να κατακτήσει τον κόσμο. Αποπειράται να διαμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τα πρότυπά του.
Ο Ισχυρός επιβιωνει μέσα σε όλη την ανθρώπινη ιστορία επειδή η ιστορία τον ξαναγεννά διαρκώς. Είναι εκεί όπου η ιστορία γράφεται με την πένα βουτηγμένη στο αίμα των θυμάτων του. Είναι στα αρχέγονα πεδία των μαχών όπου ο κυρίαρχος σηκώνει με το αιματοβαμμένο του χέρι το φρεσκοκομμένο κεφάλι του αντιπάλου μαγνητίζοντας το βλέμμα του πλήθους που αναριγά, γοητευμένο από την ίδια του τη φρίκη και τον τρόμο, έτοιμο να αναζητήσει προστασία υπό τον καινούριο ηγεμόνα.
Η επιβίωση του Ισχυρού είναι δεμένη με μια γνώση που μεταδίδεται εμπειρικά καθώς αναπαράγεται από την κοινωνία μαζί με την αδικία και την ανισότητα. Ο Ισχυρός γνωρίζει ότι το μυστικό της δύναμης βρίσκεται στην αυθαιρεσία. Αυθαιρεσία της θεμελίωσης όλων των αξιών, αυθαιρεσία της κοινωνικής σχέσης, αυθαιρεσία της ίδιας της αλήθειας. Για τον Ισχυρό όλα είναι βασισμένα σε αμφίβολους και αυθαίρετους ορισμούς που πρέπει να ελέγχονται γιατί ο ίδιος γνωρίζει το παράλογο όλων των αξιακών σχημάτων που συμβαδίζει με το παράλογο του κόσμου.
Ο Ισχυρός έχει μια ενστικτώδη επίγνωση της αυθαιρεσίας που αντιπροσωπεύει η ίδια η φυσική διαδικασία που παρήγαγε τον άνθρωπο. Για τον Ισχυρό, η φύση είναι τυφλή και η ίδια η ζωή είναι μια παράλογη αυθαιρεσία, ένα καπρίτσιο της εξελικτικής διαδικασίας και γι' αυτό δεν αναζητά κάποιο απώτερο νόημα. Η ικανοποίηση της επιθυμίας είναι το μόνο που μπορεί να διεκδικηθεί σε συνθήκες όπου αυτό είναι ανέφικτο για τους πολλούς. Κοντολογίς, ο Ισχυρός είναι ο πρώτος τύπος ανθρώπου που απελευθερώνεται από τη μεταφυσική ακόμα και όταν τον συμφέρει να παριστάνει ότι την πιστεύει. Το να δείχνει κανείς στους άλλους αυτό που πρέπει και όχι αυτό που είναι αποτελεί σύμφυτο χαρακτηριστικό της κυριαρχίας. Για τον Ισχυρό η αλήθεια είναι ανάλογη με τον αποδέκτη της. Μπορεί κανείς να πει στους αδύναμους τόση αλήθεια όση μπορούν να ανεχτούν, ενώ είναι φρόνιμο να έχει δημιουργήσει και τα ψέματα εκείνα που εγγυώνται τη συνέχεια της κυριαρχίας.
Η επιστήμη προμήθευσε στον Ισχυρό νέα όπλα. Αφού διακήρυξε το θάνατο της μεταφυσικής, απελευθέρωσε και το αρχέγονο πρότυπο της κυριαρχίας από κάθε δέσμευση εκτός από την πίστη στη λογική η οποία όμως είναι αδύναμη μπροστά στην αρχέγονη πείνα που προμηθεύει τα κίνητρα. Αντίθετα, υποσχόμενη την ικανοποίηση για όλους η επιστήμη πέρασε σταδιακά την ιδεολογία της ισχύος στις μάζες οι οποίες βυθίζονται στον ανταγωνισμό. Όταν όλοι γίνονται αδίστακτοι, ο Ισχυρός ανεβαίνει θριαμβευτικά στο προσκήνιο. Όσο περισσότερο εκθειάζεται η ατομική ευφυία και η ατομική επιτυχία, τόσο πιο έκδηλη γίνεται η συλλογική ηλιθιότητα ενός πολιτισμού που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της δραστηριότητάς τους. Όσο πιο πολύ διαφημίζονται τα επιτεύγματα της τεχνικής, τόσο περισσότερο αποκρύπτεται ο παραλογισμός των σκοπιμοτήτων.
Υπάρχει ένα ακόμη βήμα που απομένει να γίνει για την παλινόρθωση της βασιλείας του Ισχυρού και αυτό είναι να καταγγελθεί ο ίδιος ο άνθρωπος για την ατέλειά του την οποία βέβαια μόνο η επιστήμη θα μπορούσε να διορθώσει. Η επέμβαση στον ίδιο τον ορισμό της ανθρώπινης φύσης είναι το τελευταίο στάδιο το οποίο πράγματι έχει αρχίσει. Κάθε φορά που ανακαλύπτουμε στα γονίδιά μας την αιτία κάποιας αρρώστιας ή ανωμαλίας, κάθε φορά που ανακαλύπτουμε ότι μια διόρθωση είναι εφικτή ή επιθυμητή, ανοίγουμε την πόρτα σε μια νέα αυθαιρεσία που θα επιτρέψει στον Ισχυρό να μετασχηματίσει την ίδια την ανθρώπινη φύση στην προσπάθειά του να γίνει απόλυτος κυρίαρχος της φύσης. Η επιθυμία να θεραπεύσουμε αρρώστιες ή να βελτιώσουμε τα χαρακτηριστικά μας, ενώ δεν είναι από μόνη της αθέμιτη, δεν παύει να γίνεται ύποπτη όταν πραγματοποιείται σε συνθήκες ανισότητας.
Τα σημάδια δείχνουν ότι ο νέος αιώνας οδηγεί στην έσχατη σύγκρουση για την κατοχή του τελευταίου εδάφους που δεν είναι παρά το ανθρώπινο σώμα και ακόμη πιο πέρα ο ίδιος ο εγκέφαλος. Αυτή η πορεία δεν είναι παρά η φυσική κατάληξη μιας διαδικασίας στην οποία η απόκτηση γνώσης ισοδυναμεί με την ανακατασκευή και την απομίμηση όλων των ανθρώπινων λειτουργιών. Αλλά η ανακατασκευή επιτρέπει αυτονόητα την παρέμβαση και τον μετασχηματισμό του αντικειμένου. Από το νέο αυτό πεδίο ανταγωνισμών αναμένεται να γεννηθούν οι νέοι κλάδοι της ανθρωπότητας που μπορεί μια μέρα να παραγκωνίσουν τους κατασκευαστές τους. Το ερώτημα είναι αν μια τέτοια ιστορική ασυνέχεια θα παραγκωνίσει το αρχέτυπο του Ισχυρού ή αν θα το ενισχύσει ακόμη περισσότερο υψώνοντάς το πάνω από την ανθρωπότητα.


ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΡΑΠΤΗΣ
ΤΕΧΝΟ-ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ
Η νέα μορφή παγκόσμιου ολοκληρωτισμού
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΟΠΤΡΟΝ 2007

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΗΜΑΔΙ ΞΕΝΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ – FERNANDO PESSOA



Όποιο και να είναι το μυστικό του μυστηρίου των πραγμάτων, είναι χωρίς αμφιβολία ιδιαίτερα πολύπλοκο. Ή, αν είναι απλό, έχει μια απλότητα που καμιά από τις ικανότητές μας δεν μπορεί να διακρίνει. Το πιο μεγάλο μου παράπονο απέναντι στα περισσότερα φιλοσοφικά δόγματα είναι πως είναι υπερβολικά απλά. Η έγνοια τους να εξηγήσουν αποτελεί επαρκή απόδειξη γι' αυτό, αφού εξήγηση σημαίνει απλούστευση.
Όσο αλλόκοτη και να είναι η θεωρία του κακού του Σόουμ Τζένυνς(1), τουλάχιστον δεν είναι παράλογη, όπως είναι παράλογο το δόγμα ενός Θεού παντοδύναμου και καλού, αλλά και δημιουργού του κακού, αφού είναι δημιουργός των πάντων. Η υπόθεση του Σόουμ Τζένυνς παρουσιάζει μάλιστα το – ίσως απατηλό, αλλά προφανέστατο – πλεονέκτημα της αναλογίας. Πράγματι, όπως ακριβώς παρεμβαίνουμε στη ζωή των όντων που είναι κατώτερα από μας – για να τους κάνουμε άλλοτε καλό κι άλλοτε κακό. Καμιά φορά τους κάνουμε καλό πιστεύοντας ότι τους κάνουμε κακό, και αντίστροφα -, έτσι μπορούμε ν' αντιληφθούμε ότι ενεργούν με τον ίδιο τρόπο απέναντί μας όντα που υποτίθεται πως είναι το ίδιο ανώτερα από εμάς όπως εμείς από τα κοπάδια στις εξοχές μας ή από τα πουλιά στον ουρανό μας. Μια μέρα σκέφτηκα – ήταν μάλλον ένα ονειροπόλημα παρά μια αληθινή πεποίθηση – ότι θα μπορούσε κάλλιστα, αφού η ζωή είναι ο νόμος των πάντων, ο θάνατος να είναι πάντα σημάδι ξένης παρέμβασης, και να μην πεθαίνουμε ποτέ παρά μόνο από βίαιο θάνατο. Κάποιοι θάνατοι είναι ξεκάθαρα βίαιοι, και πολύ συχνά του προκαλούμε εμείς οι ίδιοι. Άλλοι θάνατοι, που τους χαρακτηρίζουμε φυσικούς, θα μπορούσαν να είναι το ίδιο βίαιοι, αλλά να οφείλονται στην παρέμβαση κάποιων όντων ασύλληπτων από τις αισθήσεις μας. Όπως βλέπουμε κάποια έθνη να βρίσκονται σε κατάσταση πλήρους παρακμής, και παρ' όλα αυτά να μην εξαφανίζονται από προσώπου γης παρά μόνο εξαιτίας ξένων εισβολών και πράξεων βίας, παρομοίως και οι ζωές μας θα μπορούσαν να μην τελειώνουν παρά μόνο μ' αυτό τον τρόπο. Ακόμα και η αυτοκτονία – ακολουθώντας τον λογικό ειρμό της ονειροπόλησής μου – θα μπορούσε να υπακούει σε ξένη παρόρμηση. Καμιά ζωή δεν θα δινόταν αυθαίρετα στο θανατο, αλλά στην περίπτωση της αυτοκτονίας θ' αποφάσιζε το θάνατό της υπό εξωτερική επήρεια, χρησιμοποιώντας απλώς τον εαυτό της. Θα είχα ξεχάσει εντελώς αυτούς τους όχι ιδιαιτέρως ακριβείς συλλογισμούς, αν κάποτε δεν είχαν σώσει εμένα τον ίδιο από την αυτοκτονία, πριν από πολύ καιρό – λίγο μετά το τέλος των πανεπιστημιακών σπουδών μου. Η ζωή μου δοκιμαζόταν από έναν παροξυσμό αγωνίας, αλλά η αόριστη πιθανότητα να είναι η σκέψη μου σωστή (και μπορούσε να είναι σωστή όσο οποιαδήποτε άλλη), και, αν ήταν σωστή, η απροθυμία μου να δράσω ως απλός υπηρέτης, σαν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος – όλα αυτά, πράγματι, με απέτρεψαν (δεν ξέρω αν αυτό ήταν χρήσιμο ή όχι) από την εκτέλεση μια πράξης που, στο κάτω κάτω, απλώς αναβλήθηκε μέχρι σήμερα.


_______________
(1)Soame Jenyns (1704-1787): Άγγλος ποιητής, κριτικός και δοκιμιογράφος, συγγραφέας ενός δοκιμίου με τίτλο Ελεύθερη Έρευνα για τη Φύση και την Προέλευση του Κακού.



FERNANDO PESSOA
Η ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΤΩΙΚΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΕΣ 2006

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Η ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ – WILLIAM S. BURROUGHS



...Την κάθε εικόνα την ακολουθεί ένα κομμάτι φιλμ. Οι εικόνες ζωντανεύουν καθώς τις κοιτάζει ο Μπίλι. Ο Ρόμπερτς βάζει στο τραπέζι μπριζόλες με τηγανιτές πατάτες, κρέπες και μπύρα. Ο Μπίλι τρώει λαίμαργα, σαν λύκος.
«Μπορώ να φάω οτιδήποτε».
Σε ένα άλλο δωμάτιο κάποιο θύμα ατυχήματος διατηρείται ζωντανό με τη βοήθεια ενός αυτοσχέδιου αναπνευστικού μηχανήματος. Το μήνυμα στέλνεται από ταμ-ταμ, περνάει στο τηλέφωνο και φτάνει στο γιατρό του Μπίλι. Ένα μήνυμα επιστρέφει.
Ο Μπίλι με τον Ρόμπερτς πάνε από το πρατήριο του Παπαγάλου για να πάρουν τα υλικά που χρειάζονται για μια μεταμόσχευση. Μέσα από τις σχάρες των υπονόμων ξεπροβάλλουν τα απειλητικά μούτρα σκυλιών. Ένα περιπολικό κόβει βόλτες. Βουτάνε σε μια είσοδο μέσα και κάνουν πως ψάχνουν για κάποιο όνομα.
«Τι γυρεύουμε εδώ, καλόπαιδα;»
«Μας πήρε τ' αμάξι από πίσω».
Δύο μαύροι τους κλείνουν την έξοδο.
«Κουβαλάμε τίποτα;»
Ο Ρόμπερτς τους δίνει ένα σωληνάριο με δισκία ηρωίνης.
Τους αφήνουν να περάσουν.
Η μεταμόσχευση θα γίνει σε ένα δωμάτιο που χρησιμοποιείται σαν χειρουργείο, κάτω στον υπόγειο κοντά στις εγκαταστάσεις του ντέλκο. Ακούγεται ένας συνεχής θόρυβος κατά τη διάρκεια αυτής της σκηνής, τα απαίσια φτυσίματα της γεννήτριας τη στιγμή που τρεμοσβύνουν τα φώτα. Όλες οι συσκευές είναι πρόχειρα φτιαγμένες και απαιτούν συνεχείς ρυθμίσεις και ψιλοεπισκευές. Ο Μπίλι πάει να φωνάξει «Το χέρι» τον καλύτερο βοηθό χειρούργου της πιάτσας. Τον βρίσκει μέσα στο καμαράκι του σ' ένα τροποποιημένο φορτηγό, να ανάβει σπίρτα στην άλλη άκρη του δωματίου με ένα χειροποίητο πιστολάκι. Το Χέρι είναι κολλημένο στα Μπλου. Το Μπλου είναι μια βαριά μεταλλική παραλλαγή της ηρωίνης και πήρε το όνομά του από τη γαλαζωπή χροιά που αφήνει στο πρόσωπο. Το Μπλου είναι είκοσι φορές ισχυρότερο από την ηρωίνη. Το Χέρι σηκώνει την τσάντα του με τα εργαλεία και παίρνει παραμάσχαλα τον ευνοούμενό του, ένα μαύρο Σιαμέζο με γυαλιστερά μπλε μάτια.
Μέσα στο χειρουργείο ο γιατρός ετοιμάζεται για την εγχείρηση. Πίνει λίγο εκχύλισμα χασισιού, τραβάει και μια μορφίνη.
«Που είναι αυτός ο μαλάκας ο αναισθησιολόγος;»
Μπαίνει μέσα τρικλίζοντας ο αναισθησιολόγος, τελείως τύφλα.
«Τα 'χει φτύσει ο χαμένος. Θα πρέπει να αναλάβεις εσύ Μπίλι».
«Εγώ ρε είμαι μεθυσμένος;» Ο αναισθησιολόγος πάει σκουντουφλώντας προς το χειρουργικό τραπέζι. Ο γιατρός στέκεται ακριβώς από πίσω του γεμίζοντας μια σύριγγα πενταθόλη.
«Είσαι τύφλα στο μεθύσι. Απολύεσαι. Τράβα έξω».
«Ένα τσούρμο παλιογαμιόληδες είσαστε όλοι σας!» ουρλιάζει ο αναισθησιολόγος... «Και άμα θέλετε να μάθετε».
Ο Γιατρός γυρνάει απότομα και του αδειάζει τη σύριγγα στο στόμα έτσι καθώς το 'χε ανοιχτό.
«Άντε βούλωσε τη στοματάρα σου τώρα».
Ο αναισθησιολόγος πάει να καταπιεί, μισοπνίγεται, βήχει, κλυδωνίζεται και σωριάζεται κάτω.
«Πετάχτε τον όξω».
Αρχίζουν τη δουλειά. Το Χέρι είναι σταθερό σαν βράχος, γρήγορο και επιδέξιο. Φέρνουν μέσα άλλον έναν άρρωστο πάνω σε καροτσάκι. Ένας γιατρός κρατάει από το λουρί ένα σκύλο. Ο γάτος του Χεριού πηδάει πάνω στο τραπέζι του χειρουργείου φτύνοντας κι από 'κει πάνω στο κεφάλι του Γιατρού.
«Πάρτε απο 'δω αυτό το γαμημένο το κωλόσκυλο!» ουρλιάζει ο Γιατρός. Βγάζουν έξω το σκυλί που δεν σταματά να γαυγίζει. Τώρα μπαίνουν μέσα κι άλλοι γιατροί. Σκηνή που θυμίζει κωμωδία των αδελφών Μάρξ. Φορεία, κουκέτες, αιώρες, ένας άρρωστος δεμένος όρθιος σε ένα παλούκι σαν λουκάνικο. Άνθρωποι παραπατάνε πάνω από τα καλώδια, σουτάρουν, φτιάχνουν καφέδες, τρώνε σάντουιτς, χειρονομούν κρατώντας ματωμένα νηστέρια, ανταλάσσουν συμβουλές.
Ένας γιατρός γυρίζει αδιάφορα το κεφάλι του πίνοντας μπύρα από ένα ντενεκεδάκι... «Αν ήμουνα στη θέση σου θα έκανα μια νεφρική μεταστροφή».
«Δε γίνεται να δουλέψω κάτω από τέτοιες συνθήκες», λέει ο Γιατρός. Το Χέρι του δείχνει ένα κλειδί. Βγάζουν ήσυχα έξω το φορείο μπροστά από διάφορους άλλους ασθενείς που περιμένουν να μπουν μέσα, γιατροί να μισοκοιμούνται, άλλοι να χειρουργούν κάτω από το φως των φακών. Το κλειδί που έχουν είναι για τις πρώην τουαλέτες προσωπικού. Προσπαθούν να βάλουν μέσα αθόρυβα τον ασθενή τους χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, αλλά μια άλλη ομάδα χειρούργων πάει και αυτή να μπουκάρει μέσα. Τελεικά καταφέρνουν να κλείσουν την πόρτα και να την κλειδώσουν. Η ομάδα που αποκλείστηκε κοπανάει την πόρτα με μια σωλήνα τσιρίζοντας. «Ανοίχτε την πόρτα ρε καριόληδες!»
«Σκάστε λοιπόν, θα δημιουργήσετε κανά έγγραμμα στον ασθενή μου...» τους απαντάει ουρλιαχτά ο Γιατρός. Τελικά κάποτε σταματάνε να χτυπάνε. Συνδέουν τα μηχανήματα στις πρίζες και αρχίζουν να δουλεύουν. Σκηνή έντονης συγκέντρωσης... Η εγχείρηση τελείωσε. Πρόσωπα αχνοφώτιστα και εξαϋλωμένα από το αμυδρό φως της αυγής που περνά μέσα από το συρμάτινο πλέγμα του κρυστάλλινου φεγγίτη.



WILLIAM S. BURROUGHS
BLADE RUNNER
ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΤΟΣ
ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΔΥΟ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ 1984
ΑΘΗΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Η ΣΟΥΤΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ – [ΑΠΟΔΟΣΗ] ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ




Ι)Ο μποντισάτβα Αβαλοκιτεσβάρα, πραγματώνοντας βαθιά την Τελειότητα της Υπερβατικής Σοφίας, κοίταξε την ανθρώπινη ύπαρξη και την είδε όπως είναι: πέντε συσσωρεύσεις που είναι απ τη φύση τους κενές.

ΙΙ)Εδώ, λοιπόν, η μορφή είναι κενότητα και η κενότητα μορφή. Κενότητα και μορφή είναι ένα και το αυτό. Δε διαφέρουν σε τίποτα. Οτιδήποτε είναι μορφή είναι κενότητα. Οτιδήποτε είναι κενότητα είναι επίσης μορφή. Το ίδιο ισχύει για την αίσθηση, την αντίληψη, τα ορμέμφυτα και τη συνειδητότητα.

ΙΙΙ)Εδώ, λοιπόν, τα πάντα (ντάρμας) έχουν το χαρακτήρα της κενότητας. Τίποτα δε δημιουργείται και τίποτα δεν καταλύεται. Τίποτα δεν είναι μολυσμένο ή αμόλυντο. Τίποτα ελλιπές ή πλήρες.

IV)Επομένως, στην κενότητα:
Δεν υπάρχει μορφή, αίσθηση, αντίληψη, ορμέμφυτα, συνειδητότητα.
Δεν υπάρχει μάτι, αυτί, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχουν εικόνες, ήχοι, οσμές, γεύσεις, αντικείμενα αφής ή νοητικά αντικείμενα.
Δεν υπάρχει στοιχείο οπτικής, ακουστικής, οσφρητικής, γευστικής, απτικής ή νοητικής συνειδητότητας.

V)Στην κενότητα δεν υπάρχει άγνοια ούτε εξάλειψη της άγνοιας.
Δεν υπάρχουν μορφογενετικές δυνάμεις ούτε εξάλειψη των μορφογενετικών δυνάμεων.
Δεν υπάρχει συνείδηση ούτε εξάλειψη της συνείδησης.
Δεν υπάρχει σώμα-νους ούτε εξάλειψη του σώματος-νου.
Δεν υπάρχουν οι έξι αισθήσεις* ούτε εξάλειψη των έξι αισθήσεων.
Δεν υπάρχει επαφή ούτε εξάλειψη της επαφής.
Δεν υπάρχει αίσθημα ούτε εξάλειψη του αισθήματος.
Δεν υπάρχει επιθυμία ούτε εξάλειψη της επιθυμίας.
Δεν υπάρχει προσκόλληση ούτε εξάλειψη της προσκόλλησης.
Δεν υπάρχει γίγνεσθαι ούτε εξάλειψη του γίγνεσθαι.
Δεν υπάρχει γέννηση ούτε εξάλειψη της γέννησης.
Δεν υπάρχει φθορά και θάνατος ούτε εξάλειψη της φθοράς και του θανάτου.

VI)Στην κενότητα δεν υπάρχει πόνος ούτε αιτία του πόνου ούτε σταμάτημα του πόνου ούτε μονοπάτι για το σταμάτημα του πόνου. Δεν υπάρχει γνώση ούτε επίτευξη ούτε μη-επίτευξη.

VII)Επομένως ο μποντισάτβα, έχοντας απαλλαγεί από την ανάγκη για κάθε είδους επίτευξη και έχοντας ως μοναδικό του στήριγμα την Υπερβατική Σοφία, μπαίνει στην κατάσταση, όπου δεν υπάρχουν γι' αυτόν νοητικά εμπόδια. Έτσι, τίποτα δεν μπορεί να τον ταράξει ή να τον φοβίσει και τελικά φτάνει στη Νιρβάνα. Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος φτάνουν στην υπέρτατη φώτιση βασιζόμενοι αποκλειστικά στην Υπερβατική Σοφία.

VIII)Επομένως, πρέπει κανείς να γνωρίζει ότι η Πραζναπαραμίτα είναι ο μέγας ύμνος, ο ύμνος της τέλειας γνώσης, ο υπέρτατος, ο ανυπέρβλητος, ο ύμνος που λυτρώνει από κάθε οδύνη. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια χωρίς ψεγάδι.
Από την Πραζναπαραμίτα πηγάζει τούτος ο ύμνος:
«Ευλογημένη ας είναι η Τέλεια Σοφία που έχει υπερβεί τον κόσμο της οδύνης από Αυτήν πηγάζει το Φως, που οδηγεί όλα τα όντα στη Λύτρωση!»


__________________
* οι πέντε γνωστές αισθήσεις και το νοητικό πεδίο.




«ΕΔΩ Η ΜΟΡΦΗ ΕΙΝΑΙ ΚΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΚΕΝΟΤΗΤΑ ΜΟΡΦΗ...»
Η ΣΟΥΤΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ


Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΙΣ – RENEE GUENON



Θα εγένετο ήδη αντιληπτόν ότι η λέξις «παράδοσις» (TRADITION) εν τελική αναλύσει κυριολεκτικά δεν σημαίνει άλλο από «μεταβίβασιν» (TRANSMISSION). Κατόπιν των όσων ήδη ελέχθησαν, θα έπρεπε η ταυτότητα αύτη να είναι σαφής, επειδή όμως ηγέρθησαν μερικαί αντιρρήσεις, επείσθημεν περί της ανάγκης να επανέλθωμεν λεπτομερέστερον, ίνα πάσα αμφιβολία ή παρανόησις επί του τόσον ουσιώδους τούτου σημείου εκλείψη.
Μια αντίρρησις είναι η εξής: δέκτης της μεταβιβάσεως δύναται να είναι εν αντικείμενον οιασδήποτε φύσεως ακόμη και πράγματα της πλέον βεβήλου προελεύσεως. Δια τον λόγον τούτον δεν είναι θεμιτόν να χρησιμοποιήσωμεν εις τοιαύτας περιπτώσεις τον όρον «παράδοσις», παρά μόνον εις ό,τι έχει σχέσιν με το πεδίον της «ιερότητος» (SACRAL).
Εδώ όμως πρέπει να κάμωμεν μιαν σπουδαίαν παρατήρησιν, η οποία θα περιορίση σημαντικά την σημασίαν της αντιρρήσεως: εάν αναδράμωμεν εις την πρωταρχικήν κατάστασιν των πραγμάτων, θα αντιληφθώμεν ότι, η εν λόγω αντίρρησις στερειται σημασίας διότι η διάκρισις μεταξύ «ιερού» και «βεβήλου» εν αρχή δεν υπήρχε. Εις την ουσίαν ουδεμία όντως βέβηλος περιοχή υπάρχει, εις ην θα ηδυνάμεθα να κατατάξωμεν ωρισμένα πράγματα βάσει της ουσιαστικής των φύσεως. Εις την πραγματικότητα υπάρχει μόνον μια «βέβηλος αντίληψις» που είναι το αποτέλεσμα και μόνον της καταπτώσεως δηαδή της επί μάλλον και μάλλον απομακρύνσεως της ανθρωπότητος υπό της πρωταρχικής της καταστάσεως. Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι προ της πτώσεως, ήτοι εις την φυσικήν κατάστασιν της μη εισέτι παρακμασάσης ανθρωπότητος, τα πάντα είχον ένα αληθή παραδοσιακόν χαρακτήρα, διότι το παν εθεωρείτο ως εξηρτημένον από της Αρχής και εν συνδέσει με Αυτήν. Από της σκοπιάς ταύτης θεωρουμένη μια «βέβηλος ενασχόλησις» δηλαδή μια δραστηριότης ενεργούσα αποχωρισμένη της Αρχής και μη τηρούσα τους νόμους της, είναι κάτι το εντελώς ακατανόητον, ακόμη και επί πεδίου ως εκείνο το οποίον σήμερον εσυνηθίσαμεν να αποκαλώμεν «καθημερινήν ζωήν». Το αυτό ισχύει εν ηυξημένη κλίμακι δι' όλα όσα έχουν σχέσιν με την τέχνην, την επιστήμην και την βιοτεχνίαν, τα οποία επί σημαντικώς μακρότερον χρόνον διετήρησαν τον παραδοσιακόν των χαρακτήρα, τον οποίον και σήμερον ανευρίσκομεν εις τύπους πολιτισμών οι οποίοι δύνανται να αποκληθούν «κανονικοί». Τούτο ισχύει επί τοσούτον, ώστε θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι εν τη καθαυτό βεβήλω αντιλήψει, αι ενασχολήσεις αύται μόνον εις τον νεώτερον πολιτισμόν μας απαντώνται, όστις από της πλευράς ταύτης παρουσιάζει το μέγιστον του εκφυλισμού, περί ού ωμιλίσαμεν. Μέχρι βαθμού τίνος δύναται εις την κατηγορίαν, ταύτην να καταλεχθή και η λεγομένη «κλασσική αρχαιότης». Εάν λοιπόν θεωρήσωμεν την αληθή κατάστασιν της Ανθρωπότητος προ της πτώσεως της, δυνάμεθα να διερωτηθώμεν, διατί η παραδοσιακή ιδέα αποκλείει εκείνο το οποίον μεταγενεστέρως απεκλήθη «βέβηλον» και εις τι σημείον δεν υπάρχει η «υπερβατική» όψις μέσα στα δημιουργήματα. Είναι βεβαίως δυνατόν η δια μέσου του χρόνου συνεχής χρησιμοποίησις των λέξεων, να επιφέρη απόκλισιν της πρωταρχικής των σημασίας. Εν τούτοις εις την προκειμένην περίπτωσιν ουδεμία τοιαύτη αλλοίωσις διαπιστούται εις την λέξιν «παράδοσις», εάν δε προστρέξωμεν εις τον ανάλογον Εβραϊκόν όρον «Καμπαλά» θα αντιληφθώμεν ότι και εδώ έχομεν εννοίας ταυτοσήμους προς την «παράδοσιν» και την «μεταβίβασιν». Καταλήγομεν όθεν εις το πόρισμα ότι η έκφρασις «παράδοσις» διετηρήθη ανέπαφος και σημαίνει ό,τι πρωταρχικώς εσήμαινε. Πρόκειται περί τινος το οποίον μετεδόθη, από της πρωταρχικής καταστάσεως της ανθρωπότητος εις την σημερινήν. Συγχρόνως δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν ότι ο «υπερβατικός» χαρακτήρ παντός πράγματος που είναι παραδοσιακόν διατηρεί επίσης την έννοιαν της μεταβιβάσεως εκ της ιδίας Αρχής, μεταδιδομένης εις την ανθρωπίνην κατάστασιν. Θα ηδυνάμεθα μάλιστα να ομιλήσωμεν περί μιας «καθέτου» μεταβιβάσεως εκ του υπερανθρωπίνου προς το ανθρώπινον, και περί μιας «οριζοντίου» μεταβιβάσεως δια μέσου των ποικίλων σταδίων και καταστάσεων της Ανθρωπότητος. Η «κάθετος» είναι ουσιωδώς «άχρονος», ενώ η «οριζόντια» περιλαμβάνει μιαν χρονολογικήν διαδοχήν.
Ας προστεθή ότι η «κάθετος» κινείται εκ των άνω προς τα κάτω, εάν θεωρηθή εκ της σκοπιάς που εχρησιμοποιήσαμεν.
Εάν όμως την θεωρήσωμεν ως κινουμένην εκ των κάτω προς τα άνω, τότε λαμβάνει την όψιν μιας «μεθέξεως» του ανθρώπου εις τας πρωταρχικάς πραγματιότητας που εξασφαλίζει εν τη πράξει υπό της ιδίας Παραδόσεως εις όλας της τας μορφάς. Δια ταύτης τότε ο Άνθρωπος έρχεται εις πραγματικήν και ενσυνείδητον ένωσιν μετά του Ανωτέρου. Η οριζόντιος μεταβίβασις πάλιν, εάν την παρακολουθήσωμεν δια μέσου του χρόνου, εμφανίζεται ως μια «επάνοδος εις την Πρώτην Αιτίαν». Τούτο σημαίνει την αποκατάστασιν της υπάρξεως εις την παραδεισιακήν κατάστασιν (Μικρά Μυστήρια) η επιστροφή δε αύτη είναι όρος αναγκαίος ίνα ο Άνθρωπος εκείθεν ορμώμενος εξυψωθή προς αληθώς ανωτέρας καταστάσεις (Μεγάλα Μυστήρια).
Παραλλήλως όμως προς τον υπερβατικόν χαρακτήρα της Αρχής όστις εις ποικίλους βαθμούς ανευρίσκεται εις τα πάντα, επιπροστίθεται και εις «μόνιμος» χαρακτήρ όστις εκφράζει το αμετάβλητον της βασικής Αρχής, που διασφαλίζει την κατά το δυνατόν πληρεστέραν εφαρμογήν, έστω και επί τελείως δευτερευόντων επιπέδων. Παρ' όλας τας δυνατάς τροποποιήσεις η μονιμότης παραμένει εξησφαλισμένη, εις τα κύρια αυτής σημεία.
Εκ των ανωτέρω δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η Παράδοσις περικλείει όχι μόνον παν ό,τι αξίζει να μεταδοθή περαιτέρω, αλλά και παν ό,τι δύναται να μεταδοθή, διότι όλα τα άλλα που στερούνται παραδοσιακού χαρακτήρος και υπάγονται εις την «βέβηλον αντίληψιν» - υπόκεινται εις τόσον συνεχείς εναλλαγάς ώστε κάθε μεταβίβασις καταντά αναχρονισμός ή δεισιδαιμονία (SUPERSTITION) με την ετυμολογικήν σημασίαν της λέξεως (SUPER ESTES = επιβιούν) ήτις ουδεμίαν πλέον πραγματικήν και ισχυράν σημασίαν έχει.
Αντιλαμβανόμεθα κατόπιν τούτων διατί είναι δυνατόν οι δύο όροι «παράδοσις» και «μεταβίβασις» να θεωρηθούν ως συνώνυμοι και ίσης αξίας ή διατί τουλάχιστον η Παράδοσις, θα ηδύνατο να αποκληθή «η κατ' εξοχήν μεταβίβασις». Την ηθελημένην σύγχισιν ως προς την σημασίαν των δύο τούτων όρων αι ψευδομυητικαί οργανώσεις έχουν κάθε λόγον να υποθάλπτουν, διότι ελλείπει εξ αυτών ακριβώς η «μεταβίβασις» διαχωρίζοντες δε αυτήν από της Παραδόσεως, θέλουν να στηριχθούν μόνον επ' αυτής, έστω και φανταστικώς ή «ιδεολογικώς».


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ
Π. ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
RENEE GUENON
ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΜΥΗΣΕΩΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Π. ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ – FERNAND SCHWARZ



Η λέξη «ΠΑΡΑΔΟΣΗ» (λατινικά traditio, πράξη μεταβίβασης), προέρχεται από το ρήμα «tradere», κάνω να περάσει σε άλλο, παραδίδω. Υπάρχει λοιπόν μια γενική έννοια «μεταβίβασης».
Αλλά η παράδοση δεν περιορίζεται στην συντήρηση ούτε στην απλή μεταβίβαση προηγουμένων γνώσεων. Ολοκληρώνει, στον ρου της ιστορίας, καινούρια πράγματα προσαρμόζοντας τα στα παλιά. Η παράδοση κάνει να γίνει εκ νέου αυτό που ήταν. Δεν περιορίζεται στο να κάνει γνωστό έναν πολιτισμό, επειδή ταυτίζεται με την ίδια την ζωή μιας κοινότητας.
Ο χαρακτήρας της δεν είναι λοιπόν μόνο παιδαγωγικός ούτε καθαρά ιδεολογικός. Η Παράδοση είναι επίσης διαλεκτική.
Ο Rene Alleau προτείνει τρεις σχέσεις που επιτρέπουν να αντιληφθούμε τα βασικά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής εμπειρίας: «μεσολάβηση και ολοκλήρωση των πολιτισμών μέσα στις αμετάβλητες συνθήκες της φύσης: εμφάνιση μιας κοινότητας καθ' εαυτής μέσω της αδιάκοπης “ανα-δημιουργίας” των αξιών της, που αποβλέπει στο απόλυτο στις σχέσεις της με την εμπειρία του ιερού».

1.ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ

«Η πράξη μεταβίβασης και η πράξη εφεύρεσης αποτελούν δύο λειτουργίες καθαρά ανθρώπινες επειδή κανένα ζωτικό είδος δεν είναι ικανό να προσαρμόζει την συνέχεια των παλιών εμπειρικών του γνώσεων στην διακοπή των ανακαλύψεων, των εφευρέσεων και των νέων του εμπειρών. Γι' αυτό η παράδοση δεν περιορίζεται διόλου στην διατήρηση των στοιχείων ενός πολιτισμού, δηλαδή στην διατήρηση τους στην ίδια κατάσταση. Μια εφεύρεση που δεν μεταβιβάζεται θα έπρεπε ακατάπαυστα να ξαναεφευρίσκεται. Αντίστροφα, στην απουσία κάθε εφεύρεσης, οι παραδόσεις της παλαιολιθικής εποχής θα ήταν ακόμα δικές μας και οι πολιτισμοί μας δεν θα είχαν μπορέσει ποτέ να εμφανιστούν ούτε να οικοδομηθούν.
Στην παθητική ικανότητα συντήρησης η κάθε παράδοση προσθέτει λοιπόν την ενεργητική της ικανότητα ολοκλήρωσης νέων πραγμάτων μέσω της προσαρμογής τους στα προηγούμενα.
Ο V.C. Childe έδειξε ότι η έννοια του “πνευματικού εξοπλισμού” παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας”. Οι κοινωνίες, λέει, πρέπει να αντιδρούν τόσο στο πνευματικό τους περιβάλλον όσο και στο υλικό και γι' αυτό τους δόθηκε ένας πνευματικός εξοπλισμός χωρίς να περιορίζεται από ένα υλικό όπλων και εργαλείων.
Η παράδοση που φέρει το βάρος αυτού του πνευματικού εξοπλισμού δεν μπορεί να θεωρείται μόνο σαν μια απλή μεσολάβηση αυτού, αλλά επίσης από τον τρόπο που επιδρά πάνω στην κληρονομιά που μεταβιβάζει μέσω της επιλογής που εφαρμόζει και μέσω των ενεργειών που πραγματοποιεί πάνω στις αξίες που κρίνει άξιες να μεταβιβαστούν».

2.Η «ΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ» ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ

«Μεταβιβάζω» σημαίνει «κάνω να είναι αυτό που ήδη υπήρξε» και «διατηρώ», «φυλάω αυτό που μεταδόθηκε». Αυτές οι δύο όψεις, ενεργητική και παθητική, δεν πρέπει να συγχέονται στην ανάλυση της παγκόσμιας λειτουργίας της παράδοσης, κυρίως όταν πρόκειται για τις σχέσεις της με την ζωή μιας κοινότητας.
«Η παράδοση δεν είναι μόνο διαμεσολάβηση και ολοκλήρωση απαραίτητες για κάθε πολιτισμό. Με το να διατηρεί και να μεταβιβάζει αυτά που γνωρίζει, μια κοινότητα “αναδημιουργείται” η ίδια και “κάνει να είναι εκ νέου” αυτό που ήταν όπως και αυτό που θέλει να είναι.
Στους πολιτισμούς παραδοσιακού τύπου, η κοινότητα δεν ιδρύεται σύμφωνα με την ευκολία της εκφρασμένης και λογικής συνείδησης της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Συγκροτείται αυθόρμητα από μια συνολική προβολή πάνω στον αισθητό κόσμο ή στον ψυχο-εμπειρικό κόσμο, των πνευματικών, μυθικών και συμβολικών σχέσεων.
Η αυθόρμητη έκφραση της παραδοσιακής κοινότητας είναι η γιορτή, προέλευση των τελετών μέσω των οποίων, καθώς είναι ο καθένας σε συμφωνία με όλους, η ίδια άχρονη ενότητα επενεργεί στον καθένα και συμφιλιώνει την φύση και τους θεούς με τον άνθρωπο.
Επίσης δεν πρέπει να περιορίσουμε στις επικοινωνέις με τον λόγο και τη γραφή τα μέσα της παράδοσης».

3.Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ

«Οι παραδοσιακές πράξεις δεν είναι μηχανικές επαναλήψεις στερεοτύπων πράξεων, αλλά εκφράζουν μια βαθιά αντιστοιχία ανάμεσα σ' αυτό που έχει δημιουργηθεί και σ' αυτό που έτσι ξαναδημιουργείται.
Πράγματι, μέσω της τελετουργικής πράξης και της λειτουργίας εκτελείται τελειότερα η ανάμνηση και η μεταβίβαση του “κάνω να είναι” που απαιτεί κάθε αληθινή παράδοση για την εμπειρία του ιερού.
Ο φιλόσοφος Rene Guenon δεν παύει να θυμίζει αυτή την θεμελιώδη αλήθεια: “Όλες οι παραμορφώσεις της έννοιας της παράδοσης έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό να κάνουν να κατεβαίνει η ιδέα της παράδοσης σ' ένα καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, ενώ, αντίθετα, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε αληθινά παραδοσιακό που να μην εμπεριέχει ένα στοιχείο υπερανθρώπινης τάξης. Εκεί είναι, πράγματι, το ουσιαστικό σημείο αυτού που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον ίδιο τον ορισμό της παράδοσης και όλων όσων συνδέονται μ' αυτήν”».

_________________
Το έντονο κείμενο από: Rene Alleau Encyclopaedia Universalis, “Tradition”, page 230



FERNAND SCHWARZ
Η ΝΕΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
μια συνάντηση με το Ιερό
ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: La tradition et les voies de la connaissance
Μετάφραση από τα γαλλικά: Ι. Μούστρη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ σειρά Ερμής 1991

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Εν αρχή ήμεν πέτρα – ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ







0. Βήματα προσανατολισμού
(δυό λόγια για να κατατοπιστούμε...)

Το ότι είμαστε νοήμονες πέτρες, κινητές, με περίβλημα από μαλακά οργανικά μέρη, νομίζω είναι κάτι που κάθε καλόπιστος συζητητής θα μπορούσε να το δεχθή, σαν ένα ικανοποιητικό ορισμό για το είδος μας.
Άλλωστε και η λέξη, που χρησιμοποιούμε για να προσδιοριστούμε, η λέξη λαός, σημαίνει αυτό ακριβώς: ένα πλήθος, ένα σύνολο από πέτρες, που κάποτε η Πύρρα και ο Δευκαλίων χρησιμοποίησαν για να ξαναφτιάξουν το αφανισμένο απ’ τον Κατακλυσμό ανθρώπινο γένος. Επιπλέον, τα Ιερά Κείμενα, που (τυπικά τουλάχιστον) αποδεχόμαστε, όχι μόνον ορίζουν (Π.Δ.) ότι ο άνθρωπος (ο Αδάμ) έγινε από «κόκκινη γη», αλλά και τονίζουν (Κ.Δ.) ότι ο Θεός μπορεί να ξαναφτιάξη, από πέτρες, «παιδιά για τους ανθρώπους».
Είμαστε, λοιπόν, πέτρες. Πέτρες φτιαγμένες από ασβέστιο, άνθρακα και οξυγόνο. Κατοικούμε μια τεράστια πέτρα, τη Γη, την ίδια που μας γέννησε, και μέσα μας, σε μια θαυμαστή αναλογία προς τη μάνα μας, κουβαλάμε λιγότερο ή περισσότερο πολύτιμα πετράδια σε μικροποσότητες: ασήμι, χρυσάφι, σίδηρο, χαλκό, ασβέστιο, απατίτη, μαγνήσιο, μαγγάνιο, κοβάλτιο κλπ.
Δεν είμαστε, λοιπόν, απλές πέτρες. Είμαστε ένας ολόκληρος θησαυρός, μια θαυμαστή σπηλιά γεμάτη από πολύτιμα μέταλλα, πετρώματα, κρυστάλλους. Η ίδια η ουράνια πόλη ( the city of Revelation, κατά τον Michel) είναι φτιαγμένη, κι αυτή και οι 12 πύλες της, από δώδεκα πολύτιμους λίθους, που σε αντίστοιχη αναλογία τα φοράει ο αρχιερέας στο στήθος του, πάνω στο άμφιο που ξέρουμε σαν εφώδην.
Κι ωστόσο είμαστε πέτρες. Μας πλακώνει και μας περιορίζει ένα τεράστιο Περιοδικό Σύστημα σε μια προορισμένη Συναγωγή ή Γραικία, σε μια αγέλη (grex) νόμων, που υπακούουν διεξοδικά στην Εξάδα του συστήματος των κουάρκς, σε μια ατέρμονη στροφή της οφιώδους κλίμακας του DNA γύρω από τη Μορία, το Δέντρο της Ζωής, που φυλάει ο Λάδων στη μακρινή Απία.
Και την 6ην ημέρα ο Θεός κατέπαυσεν από πάντων των έργων Αυτού. Και έθεσε την ρομφαίαν την πυρίνην την στρεφομένην φυλάττειςν την οδόν του Ξύλου της Ζωής.
Νομίζω πως είναι πια καιρός να κοιτάξουμε μέσα απ’ την τρυμαλιά της ραφίδος. Να πιούμε, στην Κω, απ’ το αθάνατο νερό των βράχων, που ανοίγει με το μώλυ του Ερμή. Απ’ αυτό, που όποιος πίνει «ου μη διψήσει πάλιν».
Ο Πέτρος, ο μεγάλος βοσκός, κρατάει τα κλειδιά και μας γνέφει. Και επί της πέτρας ταύτης ωκοδόμησε την εκκλησίαν Του. Και επ’ αυτής όνομα καινόν γεγραμμένον, το οποίον ουδείς γνωρίζει, ει μη ο λαμβάνων.
Εν αρχή ήμεν πέτρα.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ - MALCOLM LOWRY

Δεν είσαι ο πρώτος που έχει τον τρόμο των άκρων,
τους ιλίγγους, τους εφιάλτες, που προσποιείται το άλικο
παγοπέδιλο, ούτε ακόμα την ανεξιχνίαστη πόρνη
που επιμένει  με μάτια σαν ψαράδικα δίκτυα. Απάτη οι πόνοι
το σκληρό πρόσωπο με μάτια από αχάτη, και επαγρυπνεί
ο φύλακας άγγελος, βλέπει το παρελθόν
ένας παρθενώνας από δυνατότητες...
Δεν είσαι ο πρώτος που βρέθηκες πεσμένος στη γη
ούτε ο πρώτος που ειπώθηκε ότι πεθαίνεις.
                                                                  Από την ποιητική συλλογή
                                                                                     «The Cantinas»





Άγγλοι και Αμερικανοί ποιητές 1850 - 1995
Κείμενα βιογραφιών, επιλογή και 
μετάφραση ποιημάτων ΑΛΚΗ ΤΣΕΛΕΝΤΗ
Εκδόσεις «Δωδώνη»
Αθήνα - Γιάννινα
       1999

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

ΟΙ ΙΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ – ELIPHAS LEVI



Γράφεται μέσα στη Βίβλο, ότι δύο ιερείς, που άναψαν μια βέβηλη φωτιά στα θυμιατήρια τους, κατασπαράχθηκαν μπροστά στο θυσιαστήριο από μια έκρηξη ζήλειας της ιερής φωτιάς. Αυτή η ιστορία είναι μια απειλητική αλληγορία.
Πραγματικά, οι τελετές δεν είναι ούτε αδιάφορες ούτε αυθαίρετες. Οι αποτελεσματικές τελετές είναι αυτές που έχουν καθιερωθεί από τη νόμιμη εξουσία, ενώ οι βεβηλωμένες τελετές παράγουν πάντοτε το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει ο παράτολμος εκτελεστής τους.
Οι τελετές των αρχαίων θρησκειών που αφαιρέθηκαν και καταργήθηκαν από τον Χριστιανισμό, είναι τελετές βέβηλες και καταραμένες για όποιον δεν πιστεύει σοβαρά στην αλήθεια αυτών των θρησκειών που σήμερα είναι απαγορευμένες.
Ούτε ο Ιουδαϊσμός ούτε οι άλλες μεγάλες θρησκείες της Ανατολής έχουν πει ακόμη την τελευταία τους λέξη. Έχουν καταδικαστεί, δεν έχουν όμως ακόμη κριθεί, και μέχρι την τελική κρίση οι διαμαρτυρίες τους μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες.
Οι τελετές που αφέθηκαν πίσω από την θρησκευτική πρόοδο, είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο βέβηλες και κατά κάποιον τρόπο καταραμένες. Θα μπορούσαμε να καταλάβουμε αργότερα τα μεγαλεία του ιδουαϊκού δόγματος που ακόμη αγνοούνται, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να ξαναγυρίσει ο χριστιανικός κόσμος στην περιτομή.
Το σχίσμα της Σαμάρειας ήταν μια επιστροφή στο συμβολισμό της Αιγύπτου, γι' αυτό και δεν έμεινε τίποτε απ αυτό, και οι δέκα φυλές εξαφανίσθηκαν μέσα στα διάφορα έθνη που τις απορρόφησαν για πάντα.
Οι τελετές των εβραϊκών σολομωνικών, καταδικασμένες ήδη από τον Μωυσή, ανήκουν στη λατρεία των πατριαρχών που πρόσφεραν ανθρώπινα θύματα επάνω στα βουνά επικαλούμενοι διάφορα οράματα. Είναι έγκλημα να θέλει κανείς να επιστρέψει στη θυσία του Αβραάμ.
Μόνον οι καθολικοί και οι ορθόδοξοι Χριστιανοί εγκατέστησαν ένα δόγμα και καθιέρωσαν μια θρησκεία. Οι αιρετικοί δεν ήξεραν παρά να αρνούνται, να καταργούν και να καταστρέφουν. Μας ξαναγυρίζουν στον αόριστο ντεϊσμό (θεϊσμό) και στην άρνηση κάθε αποκαλυμμένης θρησκείας. Αυτό απωθεί το Θεό σ' ένα τόσο βαθύ σκοτάδι, ώστε οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται πια καθόλου να μάθουν αν υπάρχει πραγματικά.
Εκτός από τις αυθεντικές και θετικές βεβαιώσεις του Μωυσή και του Ιησού Χριστού σχετικά με τη θεότητα, όλα τα άλλα είναι μόνον αμφιβολίες, υποθέσεις και φαντασία.
Για τους αρχαίους λαούς, που αλληλοεμισούντο με τους Εβραίους, ο Θεός δεν ήταν άλλο από το πνεύμα της φύσεως, χαριτωμένος όπως η άνοιξη και τρομερός όπως η θύελλα. Οι χιλιάδες δε μεταμορφώσεις αυτού του Πρωτέα γέμισαν με ένα μεγάλο πλήθος θεοτήτων τα διάφορα πάνθεα του κόσμου.
Όμως, πίσω από όλα βασίλευε η μοίρα, το πεπρωμένο. Οι θεοί των αρχαίων ήσαν φυσικές δυνάμεις. Η ίδια η φύση αποτελούσε το μεγάλο πάνθεον. Οι μοιραίες συνέπειες ενός τέτοιου δόγματος ήταν ο υλισμός και η δουλεία.
Ο Θεός του Μωυσή και του Χριστού είναι ένας. Είναι πνεύμα. Είναι αιώνιος, ανεξάρτητος, αναλλοίωτος και άπειρος. Μπορεί να κάνει τα πάντα, και δημιούργησε όλα τα πράγματα, τα οποία και κυβερνά. Έπλασε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και ομοίωση Του. Είναι ο μοναδικός μας πατέρας και ο μοναδικός μας κύριος. Οι συνέπειες αυτού του δόγματος είναι η πνευματόδοξη φιλοσοφία και ελευθερία.
Από αυτόν τον ανταγωνισμό στις ιδέες κακώς συμπεράναμε έναν ανταγωνισμό και στα πράγματα. Κάναμε το πάνθεον εχθρό του Θεού, σαν να υπήρχε πραγματικά κάπου αλλού και όχι μέσα στο ίδιο το κράτος του Θεού. Κάναμε τη φύση μια επαναστατική δύναμη. Ονομάσαμε την αγάπη Σατανά και δώσαμε στην ύλη ένα πνεύμα που δεν θα μπορούσε να έχει. Εξ αιτίας δε του νόμου της ισορροπίας, ως αποτέλεσμα υπήρξε να αποδώσουμε υλική μορφή στα θρησκευτικά δόγματα. Απ' αυτή τη σύγκρουση γεννήθηκε μια παρεξήγηση ή, μάλλον, μια τεράστια παρανόηση: απαιτήσαμε την ελευθερία του ανθρώπου στο όνομα της μοίρας που τον αλυσοδένει και την υποδούλωσή του στο όνομα του Θεού, που μονον εκείνος μπορεί και θέλει να τον λυτρώσει. Από αυτή τη διεστραμμένη κριτική προκαλείται μια αφάνταστη δυσφορία και ένα είδος ηθικής παραλυσίας, γιατί παντού βλέπουμε κινδύνους.
Ομολογώ ότι μεταξύ του Proudhon και του Venillot δεν αισθάνομαι την παραμικρή επιθυμία να διαλέξω.
Οι νεκρές θρησκείες δεν ξαναζούν ποτέ. Όπως είπε και ο Χριστός, δεν βάζουμε καινούριο κρασί σε παλιά βαρέλια. Όταν οι τελετές γίνονται αποτελεσματικές, η ιερωσύνη εξαφανίζεται. Όμως, δια μέσου όλων των θρησκευτικών μεταμορφώσεων, διατηρήθηκαν οι μυστικές τελετές της παγκόσμιας θρησκείας. Στη λογική και την αξία αυτών των τελετών συνίσταται ακόμη το μεγάλο μυστικό του Τεκτονισμού.
Τα τεκτονικά σύμβολα, πράγματι, συνιστούν στο σύνολό τους μια θρησκευτική σύνθεση, που προς το παρόν λείπει από τη ρωμαιοκαθολική ιερωσύνη. Ο Κόμης Joseph de Maistre (Ιωσήφ ντε Μαιστρ) το ένοιωθε αυτό ενστικτωδώς, και όταν μέσα στον τρόμο του να δει τον κόσμο χωρίς θρησκεία ποθούσε μια μελλοντική συμμαχία ανάμεσα στην επιστήμη και την πίστη, έστρεφε αθέλητα τα μάτια προς τις μισάνοιχτες πύλες του αποκρυφισμού.
Τώρα ο τεκτονικός αποκρυφισμός δεν υπάρχει πια, και οι πύλες της μυήσεως ανοίγουν με δύο κρούσεις. Τα πάντα διαδόθηκαν και τα πάντα γράφτηκαν. Ο Tuileur (Κεραμιστής) και τα τεκτονικά τελετουργικά είναι προσιτά σε όποιον θελήσει να τα βρει. Η Μεγάλη Ανατολή δεν έχει πλέον μυστήρια ή, τουλάχιστον, δεν έχει περισσότερα για τους βέβηλους απ' ό,τι για τους μυημένους. Αλλά οι τεκτονικές τελετές ανησυχούν ακόμη την αυλή της εκκλησίας της Ρώμης, γιατί αισθάνεται ότι εκεί υπάρχει μια δύναμη που της διαφεύγει.
Αυτή η δύναμη είναι η ελευθερία της ανθρώπινης συνειδήσεως, είναι η ουσιώδης ανεξάρτητη ηθική έξω από κάθε θρησκεία. Είναι το δικαίωμα να μην είσαι ούτε καταραμένος ούτε ταγμένος στον αιώνιο θάνατο, επειδή δεν έχεις ανάγκη το λειτούργημα των ιερέων, λειτούργημα αναγκαιο μόνο γι' αυτούς που αισθάνονται την ανάγκη του, αξιοσέβαστο για όλους όταν προσφέρεται χωρίς να επιβάλλεται, τρομερό όταν γίνεται κατάχρηση.
Με τον αφορισμό η Εκκλησία δίνει δύναμη στους εχθρούς της. Το άδικο ανάθεμα είναι ένα είδος χειροτονίας. Ο Jacques de Molay (Ζακ ντε Μολάι) των Ναϊτών, επάνω στην πυρά, κατέστη ο δικαστής του πάπα και του βασιλιά. Ο Σαβοναρόλα, που κάηκε από τον Αλέξανδρο VI, ήταν τότε ο σεβάσμιος επίτροπος και ο αντιπρόσωπος του Ιησού Χριστού. Όταν δε αρνιόντουσαν τα μυστήρια στους Γιανσενιστές, ο διάκος Paris των Γιανσενιστών, έκανε θαύματα.
Στη μαγεία, λοιπόν, δύο ειδών τελετές μπορούν να είναι αποτελεσματικές: οι ιερές τελετές και οι καταραμένες τελετές, γιατί το ανάθεμα είναι μια αρνητική καθαγίαση. Ο εξορκισμός δημιουργεί την κατοχή, και η αλάνθαστη Εκκλησία δημιουργεί κατά κάποιον τρόπο τον διάβολο επιχειρώντας να τον εκδιώξει.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναπαράγει με ακριβή τρόπο την εικόνα του Θεού, όπως την περίεγραψαν τόσο ευφυώς οι συγγραφείς του Siphra Dzeniutta, ερμηνευμένου από τον ραββίνο Συμεών και τους μαθητές του. Έχει δύο όψεις, του φωτός και της σκιάς, και η αρμονία της προέρχεται από την αναλογία των αντιθέτων. Η όψη του φωτός είναι η γλυκειά και χαμογελαστή μορφή της Παναγίας. Η όψη της σκιάς είναι ο μορφασμός του δαίμονα. Τολμώ να πω τίμια στο δαίμονα αυτό που σκέπτομαι για το μορφασμό του και δεν νομίζω ότι μ' αυτό προσβάλλω την Εκκλησία, την μητέρα μου. Όμως, αν εκείνη καταδίκαζε την τόλμη μου, αν μια απόφαση μιας μελλοντικής συνόδου βεβαίωνε ότι ο διάβολος υπάρχει προσωπικά, θα υποτασσόμουν δυνάμει των ίδιων μου των αρχών. Είπα ότι ο λόγος δημιουργεί αυτό που καταφάσκει. Η Εκκλησία είναι θεματοφύλακας της εξουσίας του λόγου. Όταν θα έχει βεβαιώσει όχι μόνον την πραγματική αλλά και την προσωπική ύπαρξη του διαβόλου, τότε ο διάβολος θα υπάρχει προσωπικά. Η Εκκλησία θα τον έχει δημιουργήσει*.
Οι μαντόνες που κάνουν θαύματα, έχουν μια κατάμαυρη φιγούρα, γιατί στους περισσότερους αρέσει να βλέπουν τη θρησκεία από τη σκοτεινή της πλευρά. Στα δόγματα συμβαίνει ότι και στους πίνακες που έχουν ισχυρό φωτισμό: αν ελαττώσετε τις σκιές, εξασθενείτε τα φώτα.
Η ιεραρχία των φώτων: αυτό είναι που πρέπει να εγκαθιδρυθεί στην Εκκλησία στη θέση της ιεραρχίας των πρόσκαιρων επιρροών. Ας αποδοθεί η επιστήμη στον κλήρο. Η εμβάθυνση της επιστήμης της φύσεως ας επανορθώσει και ας κατευθύνει την ερμηνεία. Ας είναι οι ιερείς άνθρωποι ώριμοι και δοκιμασμένοι από τους αγώνες της ζωής. Ας είναι οι επίσκοποι ανώτεροι ως προς την σοφία και την αρετή από τους ιερείς. Ας είναι οι ιερείς εκλεγμένοι από το λαό, οι επίσκοποι από τους ιερείς και ο πάπας από τους επισκόπους. Ας υπάρξει μια προοδευτική μύηση για την ιερωσύνη. Ας μελετώνται οι απόκρυφες επιστήμες από εκείνους που ποθούν το άγιο λειτούργημα και, κυρίως, αυτή η μεγάλη ιουδαϊκή Καμπαλά που είναι το κλειδί όλων των συμβόλων. Τότε μόνον θα αποκαλυφθεί η αληθινή παγκόσμια θρησκεία, ενώ η καθολικότητα όλων των εποχών και όλων των λαών θα αντικαταστήσει αυτό τον μνησίκακο και παράλογο καθολικισμό, εχθρό της προόδου και της ελευθερίας, που αγνωίζεται ακόμη μέσα στον κόσμο εναντίον της αλήθειας και της δικαιοσύνης, αλλά που η βασιλεία του έχει περάσει για πάντα.
Στη σύγχρονη Εκκλησία, όπως στον Ιουδαϊσμό της εποχής του Χριστού, τα ζιζάνια είναι ανακατωμένα με τον καλό σπόρο και από φόβο μήπως ξεριζώσει κανείς το εκλεκτό σιτάρι δεν τολμά να αγγίξει τα ζιζάνια. Η Εκκλησία ξεπληρώνει τα ίδια της τα αναθέματα. Είναι καταραμένη γιατί καταράστηκε. Η ρομφαία που τράβηξε στράφηκε εναντίον της, όπως προείπε και ο Διδάσκαλος.
Οι κατάρες ανήκουν στην κόλαση, και τα αναθέματα είναι οι πράξεις της παποσύνης του Σατανά. Πρέπει να τα ξαναστείλουμε στη σολομωνική του Ωνόριου. Η αληθινή Εκκλησία του Θεού προσεύχεται για τους αμαρτωλούς και δεν επιθυμεί καθόλου να τους καταραστεί.
Κατηγορούμε τους πατέρες που καταριούνται τα παιδιά τους, ποτέ όμως δεν μπορέσαμε να δεχθούμε ότι μια μητέρα καταράστηκε τα παιδιά της. Οι συνήθεις τελετές αναθέματος στους βαρβαρικούς χρόνους ήσαν οι τελετές της μαγικής γοητείας, της μαύρης μαγείας, και η αποδειξη είναι ότι κάλυπταν τα ιερά πράγματα και έσβηναν όλα τα φώτα, σαν να ήθελαν να τιμήσουν τα σκότη. Τότε υποκινούσαν το λαό να επαναστατήσει εναντίον των βασιλέων, κήρυτταν την καταστροφή και το μίσος, συντάραζαν τα βασίλεια και ανέπτυσσαν με όλους τους δυνατούς τρόπους το μαγνητικό ρεύμα του κακού. Αυτό το ρεύμα έγινε ένας στρόβιλος που κλονίζει την έδρα του Πέτρου, η Εκκλησία όμως θα θριαμβεύσει με την επιείκεια και τη συγχώρεση. Θα έλθει μια μέρα, που τα τελευταία αναθέματα μιας οικουμενικής συνόδου θα είναι τα εξής: «Να είναι καταραμένη η κατάρα, να είναι αναθεματισμένα τα αναθέματα και όλοι οι άνθρωποι να είναι ευλογημένοι!» Τότε δεν θα βλέπουμε την ανθρωπότητα από τη μια πλευρά και την Εκκλησία από την άλλη. Γιατί η Εκκλησία θα αγκαλιάσει την ανθρωπότητα, και όποιος ανήκει στην ανθρωπότητα δεν θα μπορεί να μην ανήκει στην Εκκλησία.
Τα σχισματικά δόγματα δεν θα θεωρούνται παρά μόνον ως άγνοια. Το έλεος θα εξασκεί μια γλυκειά βία στο μίσος. Θα είμαστε ενωμένοι με όλα τα συναισθήματά μιας ειλικρινούς αδελφότητας με εκείνους που θα ήθελαν να χωριστούν από εμάς.
Τότε η Θρησκεία θα έχει καταστήσει τον κόσμο και οι Εβραίοι οι αδελφοί μας και πατέρες μας θα χαιρετήσουν μαζί μας την πνευματική βασιλεία του Μεσσία. Τέτοια θα είναι επί της τόσο περίλυπης και δυστυχισμένης τώρα γης η δεύτερη έλευση του Σωτήρα, η εκδήλωση της μεγάλης καθολικότητας και ο θρίαμβος του μεσσιανισμου, ο οποίος είναι η ελπίδα και η πίστη μας!

__________________
* Εδώ ο συγγραφέας κυριολεκτεί. Μια τέτοια απόφαση που ελήφθη την εποχή του Μεσαίωνα οδήγησε την σκέψη εκατομμυριών οπαδών του Χριστιανισμού να πιστέψει, πως ο διάβολος υπάρχει όχι ως γενικευμένη ιδέα, αλλά ως πρόσωπο, ως δημιούργημα που εναντιώνεται στον Θεό. Κατά τους σοβαρότερους εσωτεριστές, η Μανιχαϊστική αυτή αντίληψη που έβαζε σε ίσο επίπεδο την ιδέα του Κακού (του Διαβόλου) και του Καλού (του Θεού, ήταν υπεύθυνη για την τεράστια φοβία που δημιούργησε η ίδια η Εκκλησία στους πιστούς της, όσον αφορά την έννοια του διαβόλου: Ο αντίκτυπος αυτού του τρομερού φόβου και αυτής της ιδεολογίας γενικότερα, δημιούργησε μια μορφή (εικόνα) στον Αστρικό κόσμο που με μεγάλη ταχύτητα εξελίχθηκε σε μια κολοσσιαία οντότητα, την οποία οι εσωτεριστές ονομάζουν Εγρηγορός. Το κάθε Εγρηγορός ζωοποιείται όταν οι άνθρωποι πιστεύουν στην ιδεολογία που πρεσβεύει, ενώ αποδυναμώνεται και εξαφανίζεται όταν οι άνθρωποι αποσύρουν την σκέψη και τα συναισθήματα του από την ιδεολογία που πρεσβεύει, δηλαδή αδιαφορούν. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ελιφάς Λευί σε όλα του τα έργα δεν θεωρεί τον διάβολο ως μια προσωπική οντότητα, εμμέσως δε, αρνείται την ύπαρξή του ως τέτοιας. Αντίθετα, δέχεται την βούληση και την σκέψη που τροφοδοτεί με την ενέργειά της τον Αστρικό κόσμο δημιουργώντας τα ανάλογα αγαθοποιά ή κακοποιά Εγρηγορότα. Όταν δε εννοεί σκέψη και βούληση δεν περιορίζεται μόνο στο ανθρώπινο βασίλειο, αλλά αναφέρεται και στα βασίλεια των αοράτων κόσμων, όπου κατοικούν όντα του αναλόγου ή ανωτέρου επιπέδου του ανθρώπου. (Σ.τ.Επ.)


ELIPHAS LEVI
ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΠΟΡΡΗΤΟ Ή
Ο ΑΠΟΚΑΛΥΜΜΕΝΟΣ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ
Β' ΜΕΡΟΣ
ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΟΦΑΝΤΩΝ Ή
Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙΣΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΣΙΜΑΤΗ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Β'ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Το “τετράγωνο της αγάπης” του αγίου Ειρηναίου – ROBERT AMBELAIN



«Η μεγαλύτερη δυστυχία που μπορεί να χτυπήσει έναν ερωτευμένο, είναι η προσκόλλησή του σ' ένα κατώτερο πλάσμα. Η κατάπτωση που προέρχεται μετά τη συνειδητοποίηση της κατωτερότητας αυτής, έχει καταλυτικά αποτελέσματα στο άτομο και βαστάει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα...»
Μορίς Μαγκρ Η αγάπη και το μίσος

Γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στι μαγικές φόρμουλες της δυτικής παράδοσης υπάρχουν και σχήματα που ονομάζονται λεκτικά παλίνδρομα. Είναι λέξεις, ονόματα, φράσεις, που, διαβάσμένα από δεξιά προς τα αριστερά ή από τα αριστερά προς τα δεξιά ή από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω, αποδίδουν πάντοτε το ίδιο νόημα. Με άλλα λόγια, αποτελούν στο λογοτεχνικό χώρο το ίδιο πράγμα με τα μαγικά τετράγωνα στο αριθμητικό, και με τη διαφορά ότι τα αριθμητικά παλίνδρομα τοποθετούνται σε μιαν ανώτερη βαθμίδα γνώσης και ανοίγουν το δρόμο για την κατανόηση βαθύτερων μυστικών του αποκρυφισμού. Τα μαγικά τετράγωνα αποτελούν στην πραγματικότητα «πίνακες αναγωγής», όπου παρουσιάζονται τα δυναμικά ονόματα της πρακτικής μαγείας, ονόματα τα οποία συμβολίζουν πολωμένες τις δυναμικές οντότητες και τα οποία οδηγούν στη δημιουργία των περίφημων «πλανητικών σφραγίδων».
Ανάμεσα στα διάφορα λεκτικά παλίνδρομα το γνωστότερο είναι το εξής:
ROMA TIBI SUBITO MOTIBUS IBIT AMOR
Παρατηρούμε ότι διαβάζεται και προς τις δύο διευθύνσεις. Ωστόσο υπάρχει και κάτι τελειότερο από αυτό. Πρόκειται για το περίφημο μαγικό τετράγωνο, που παρουσιάζεται σε δύο μορφές:
SATOR        ROTAS
AREPO         OPERA
TENET         TENET
OPERA        AREPO
ROTAS        SATOR

Συνήθως αποκαλείται «τετράγωνο του SATOR» ή απλώς «SATOR» και η φράση αυτή, η οποία φαινομενικά δίνει την εντύπωση πως είναι λατινική, διαβάζεται από τα αριστερά προς τα δεξιά, από τα δεξιά προς τα αριστερά, από επάνω προς τα κάτω κι από κάτω προς τα επάνω, αποδίδοντας πάντοτε τον ίδιο αριθμό λέξεων και την ίδια σημασία.
Η χρήση των λεκτικών παλινδρόμων, ως δυναμικών λέξεων της πρακτικής μαγείας, εξηγείται σε ένα χειρόγραφο του 18ου αιώνα, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη Αρσενάλ του Παρισιού, και αποτελεί αντίγραφο κάποιου παλαιότερου κειμένου, το οποίο ανακάλυψε και αντέγραψε στη Βενετία ο Γάλλος πρεσβευτής Μαρκήσιος ντε Πολμί ντ' Αντερσόν. Ο μακροσκελής τίτλος του αρχικού κειμένου ήταν:
«Η Ιερή Μαγεία, την οποία ο Θεός έδωσε στον Μωυσή, τον Ααρών, τον Δαυίδ, τον Σολομώντα και στους άλλους προφήτες, και η οποία διδάσκει την Αληθινή Θεϊκή Σοφία, κληροδοτημένη από τον Αβραάμ, το γιο του Σίμωνα, στο γιο του Λάμεχ, μεταφρασμένη από τα εβραϊκά στη Βενετία το 1458».
Το 1959 αντιγράψαμε, δημοσιεύσαμε, προλογίσαμε και σχολιάσαμε το έργο αυτό, γνωστό πλέον ως «Ιερή Μαγεία του Αμπραμελέν του Μάγου»*. Όποιος αναγνώστης είναι λάτρης του μυστηρίου, δεν έχει παρά να το μελετήσει.
Στο 19ο κεφάλαιο και στη σελίδα 230, της δικής μας έκδοσης, υπάρχει ένα «τετράγωνο» όμοιο με το SATOR:
SALOM
AREPO
LEMEL
OPERA
MOLAS

Το τετράγωνο αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκαλεί γενικά τον «έρωτα μιας παρθένας» και το χειρόγραφο προσθέτει τα δαιμονικά ονόματα τα οποία χρειάζονται ώστε να μπει σε εφαρμογή το τέχνασμα αυτό, όπως κι όλες τις τυπικές προεργασίες.
Το εν λόγω παλίνδρομο είναι ένα μίγμα εβραϊκών λέξεων με τις λέξεις του SATOR, που είδαμε προηγουμένως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το SALOM είναι μια σύντμηση του ονόματος SALOMON, και LEMEL μια σύντμηση της λέξης LEMUEL (ή LAMUEL), που αναφέρεται στις Παροιμίες 31.1 – 4, ως όνομα κάποιου βασιλιά, που νεώτερες μελέτες έχουν αποδείξει πως πρόκειται και πάλι για τον ίδιο τον Σολομώντα (βλ. Ραββινικό Λεξικό των Σαντέλ και Τρενέλ, Παρίσι 1859) και σημαίνει «ο διαλεγμένος από τον Θεό».
Η παραδοσιακή ερμηνεία του SATOR, είναι η εξής:
  • SATOR: Σπορέας, δημιουργός, πατέρας, θεός, θεοί (Βιργίλιος).
  • AREPO: Άροτρο, υνί, αγροτικό μαχαίρι (στα γαλατικά).
  • OPERA: Εργασία, έργο.
  • ROTAS: Ρόδες, κύκλοι.
Ο Σ. Βεσέρ, ο οποίος πρώτος μελέτησε το θέμα από επιστημονική άποψη, μετέφρασε το παλίνδρομο ως εξής:
«Ο σπορέας είναι επάνω στο άροτρο,
η εργασία χρησιμοποιεί τις ρόδες...»
Στο δεύτερο τύπο του SATOR, τον οποίο μας παρέχει ο Αμπραμελέν, η λέξη MOLAS, σημαίνει «μύλος» στα λατινικά, ή πρόκειται για μια διαστρέβλωση του ονόματος MOLECHET, η οποία ήταν μια θηλυκή ακκαδική θεότητα του ουρανού. Οι ρόδες και οι μύλοι συγχέονται σημασιολογικά, και κάθε ουράνια θεότητα θηλυκού τύπου, είτε πρόκειται για τη Σελήνη είτε πρόκειται για την Αφροδίτη, συμβολίζεται με περιοδικούς κύκλους. Η βασική ιδέα είναι η ίδια.
Όσο για την ταύτιση του Σπορέα με το υνί του αρότρου, υπάρχει ένας ολοφάνερος συμβολισμός της σεξουαλικής εισχώρησης του άντρα μέσα στη γυναίκα. «Η γυναίκα σου είναι το χωράφι σου, όργωσέ την κι απ' τις δύο μεριές...», λέει ένα παλιό σημιτικό αξίωμα (Κοράνι ΙΙ 223).
Βέβαια η φράση – κλειδί του SATOR, δεν περιέχει αρχικά καμιά μυστικιστική σημασία, αλλά η γενική της ερμηνεία αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη αξία, εάν υπολογίσουμε την εφαρμογή της στο πεδίο του ερωτισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Έρως ήταν ο θεός της σαρκικής ένωσης και της ηδονής, ενώ η Αγάπη ήταν η θεότητα της πλατωνικής ένωσης, του συναισθήματος και του πνεύματος.
Το SATOR λοιπόν στην αρχική του διατύπωση, εμπεριέχει την ερωτική σημασία. Ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές της Πομπηίας, με τη μορφή του ROTAS, χαραγμένο επάνω σε μιαν από τις στήλες του ναού του Έρωτα. Πράγμα, που μιλάει από μόνο του. (Βλ. Ρ. Π. Γκιγιόμ ντε Ζερφανιόν, Έρευνες της Θρησκευτικής Επιστήμης, XXV, 1935).
ο Λυωνέζος αρχαιολόγος Μ. Αμάμπλ Ωντέν, στο τεύχος 119, του Οκτωβρίου 1965, του Bulletin du Cercle Ernest Renan, σημειώνει σχετικά με το ίδιο θέμα ότι: «η θέση όπου βρέθηκε το παλίνδρομο, σκεπασμένη από τελείως ανέγγιχτες στάχτες, επιβεβαιώνει το γεγονός, ότι χαράχτηκε στις στήλες του ναού πριν από την έκρηξη του Βεζούβιου και την κάλυψη της πόλης με λάβα και στάχτες».
Η έκρηξη του Βεζούβιου, με τα τρομακτικά της αποτελέσματα, συνέβη το 79 μ.Χ. Κι έτσι το χάραγμα του SATOR, επάνω στις στήλες, θεωρείται επίσημα ως προγενέστερο αυτής της χρονολογίας. Από τον Τερυλλιανό μαθαίνουμε ότι κατά την εποχή της καταστροφής ούτε στην Πομπηία ούτε στις γύρω περιοχές υπήρχε κάποια χριστιανική κοινότητα (πράγμα που υπονομεύει την αληθοφάνεια του γνωστού μυθιστορήματος Οι τελευταίες μέρες της Πομπηίας).
Αργότερα, συναντάμε την ίδια μαγική επιγραφή, στο Ντούρα Ευρόπος του Ευφράτη, στη Μεσοποταμία, μέσα σ' ένα δωμάτιο που χρησίμευε ως αρχείο αναφορών των ρωμαϊκών λεγεώνων. Εδώ στο παλίνδρομο είναι ζωγραφισμένο με κόκκινο μελάνι επάνω στον τοίχο, με τη μορφή του ROTAS.
Κατόπιν το ξαναβρίσκουμε στην Αίγυπτο, μαζί μ' ένα μαγικό – φυλακτήριο σχήμα, γραμμένο στους κοπτικούς παπύρους 193 και 194 της συλλογής του αρχιδούκα Ρενιέ, με την εξής μορφή:
SATOR        ALPHA
AREPO        LEON
TENET        PHONE
OPERA       APER
ROTAS

Επάνω σ' ένα όστρακο του μουσείου του Καΐρου, το ξανασυναντάμε περιτριγυρισμένο από άλλες μαγικές λέξεις, ενώ ένα μπρούτζινο φυλακτό, αιγυπτιακής καταγωγής, που βρέθηκε στη Μικρά Ασία και μέχρι το 1945 βρισκόταν στο μουσείο του Βερολίνου, είχε κι αυτό τη φόρμουλα του SATOR.
Έπειτα χριστιανοποιείται. Οι Κόπτες δίνουν στα πέντε καρφιά της σταύρωσης του Ιησού, τα πέντε ονόματα του SATOR. Στο Βυζάντιο, μεταμορφώνονται σε ονόματα των πέντε βοσκών, που παραβρέθηκαν στη Γέννηση! Ο μυστικισμός του Μεσαίωνα το ενσωματώνει, και, μαζί με αγγελικά και δαιμονικά ονόματα, το καταγράφει στα διάφορα μαγικά χειρόγραφα.
Έτσι το ξαναβρίσκουμε στα χέρια των χριστιανών. Το 1954, στις ανασκαφές της αρχαίας Βούδδας, στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας, βρέθηκε ένα πήλινο πιάτο που στο εσωτερικό του ήταν χαραγμένο ένα εξάγραμμο, και στη μέση του, το γνωστό μας μαγικό τετράγωνο. Δίπλα όμως από αυτό υπήρχε χαραγμένο και το πρώτο παλίνδρομο, που αναφέραμε, αλλά ένα μέρος του ήταν σβησμένο, γεγονός που προκάλεσε ετερόκλητες ερμηνείες. Η επιγραφή περιείχε μόνο τρεις ευδιάκριτες λέξεις: «ROMA TIBI... ITA...». Ανάμεσα στο TIBI και στο ITA, υπάρχουν ίχνη γραμμάτων, που είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστούν. Ο Ούγγρος αρχαιολόγος Μ. Σιλάγκι, που ανακάλυψε το πιάτο και δημοσίευσε το εύρημα, θεώρησε ότι όφειλε να το συμπληρώσει με τον γνωστό τρόπο, δηλαδή:
ROMA TIBI SUBITO MOTIBUS IBIT AMOR
Αντίθετα ο φανατικός ρωμαιοκαθολικός συγγραφέας Ζερόμ Καρκοπίνο ισχυρίσθηκε ότι το επίγραμμα περιείχε μια χριστιανική φράση:
ROMA TIBI SALUS ITA
δηλαδή: «Ρώμη ιδού η σωτηρία σου!».
Ο Ζερόμ Καρκοπίνο δηλαδή, στην προσπάθειά του να αναγνωρίζει παντού ίχνη χριστιανισμού, λησμόνησε ότι το διάστημα, ανάμεσα στις λέξεις TIBI και ITA, ήταν πολύ μεγαλύτερο για να περιέχει μόνον τη λέξη SALUS, κι επιπλέον, διαβάζοντας και ανάποδα τη φράση, όπως γίνεται με όλα τα παλίνδρομα, δεν προέκυπτε η ίδια αλλά μια νέα φράση, που βέβαια δεν είχε καμιά σχέση με χριστιανισμό:
ATI SULAS IBIT AMOR
Από την άλλη μεριά, το εξάγραμμο, που λέγεται και «άστρο του Δαυίδ» ή «σφραγίδα του Σολομώντα», είναι ένα παγκόσμιο μαγικό και φιλοσοφικό σύμβολο. Σε ολόκληρο τον κόσμο, το συναντάμε παντού όπου υπάρχει μια στοιχειώδης φιλοσοφία ή άσκηση μαγείας. Το βρίσκουμε, για παράδειγμα, στην ταντρική μαγεία του Θιβέτ και της Ινδίας. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς το Γιάντρα Τσινταμάνι για να το συναντήσει σε πέντε περιπτώσεις:
-8η Γιάντρα: «Δημιουργός αισθήσεων» (τα οράματα είναι αδύνατα και δεν εκφράζουν αυτό που πρέπει να γίνει. Πείθουν το άτομο να προσφέρει χρήματα).
-23η Γιάντρα: «Το βέλος του Έρωτα» (πλούσιες και αριστοκρατικές γυναίκες, με μεγάλη κοσμική δύναμη, τρελαίνονται από σαρκικούς πόθους και υποτάσσονται στην εντέλεια).
-28η Γιάντρα: «Το χάρισμα του Τριπούρα» (υποταγή του ανθρώπου που τον ποθούν, ανεξάρτητα εάν είναι άντρας ή γυναίκα).
-68η Γιάντρα: «Ο Τρόμος του Πυρετού» (υποτάσσει και εξαφανίζει τον πυρετό).
-75η Γιάντρα: «Απελευθέρωση» (απελευθέρωση του ατόμου από τα δεσμά της ντροπής).
Το αξιοπερίεργο είναι ότι από τις πέντε αυτές Γιάντρας που χρησιμοποιούν το εξάγραμμο, οι τρεις χρησιμοποιούνται για την υποταγή και οι δύο για τους σαρκικούς πόθους. Τι δουλειά λοιπόν έχει εδώ μέσα ο χριστιανικός τύπος;
Εντούτοις οι χριστιανοί συγγραφείς εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι το SATOR, είναι μια χριστιανική επινόηση, και θεωρούν μάλιστα ως... εφευρέτη, τον Άγιο Ειρηναίο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ευσέβιου της Καισάρειας, ο Ειρηναίος διορίστηκε επίσκοπος της εκκλησίας της Λυών (βλ. Ευσέβιος της Καισάρειας Εκκλησιαστική Ιστορία V, 5) παρόλο που ο μαθητής του ο Ιππόλυτος τον αναφέρει απλώς ως έναν πρεσβύτερο (βλ. Ιππόλυτος Φιλοσοφούμενα, VI, 43).
Σύμφωνα με το φαντασιόπληκτο κείμενο του Ζερόμ Καρκοπίνο, το μαγικό τετράγωνο επινοήθηκε στη Λυών από τον Άγιο Ειρηναίο μετά το διωγμό του 177. Και ως απόδειξη του ισχυρισμού του προβάλλει την θεωρία ότι το
SATOR AREPO TENET OPERA ROTAS
αποτελεί έναν αναδιπλασιασμό του «PATER NOSTER» σε σχήμα σταυρού. Κι όσο για τα δύο γράμματα που περισσεύουν, το Α και το Ο, κατά τη γνώμη πάντα του ρωμαιοκαθολικού συγγραφέα, είναι το Άλφα και το Ωμέγα, τα σύμβολα του Χριστού:


A
P
A
T
E
R
A P A T E R N O S T E R O
O
S
T
E
R
O
Η ερμηνεία αυτή, αν και υποστηρίχθηκε φανατικά από τον Ζερόμ Καρκοπίνο, δεν είναι δική του ανακάλυψη. Την εισήγαγε πρώτος ο Φελίξ Γκρόσερ, στο άρθρο του με τίτλο Ein neuer Vorschlag zur Deutung des Sator-Formel (Θρησκευτικά αρχεία, 1926, XXIV, σελ. 165 και 169).
Ας μην ξεχνάμε ότι ο Γκρόσερ ήταν διαμαρτυρόμενος πάστορας. Κατά τη γνώμη μου, η κεντρική λέξη ΤΕΝΕΤ ήταν από τη φύση της η βάση του σταυρού, και το όλο σχήμα αποτελούσε ένα σύμβολο αναγνώρισης μεταξύ χριστιανών.
Πολλοί άλλοι ερευνητές απάντησαν στην ερμηνεία αυτή λέγοντας ότι με τον συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης, το παλίνδρομο θα μπορούσε να προσφέρει μιαν απειρία άλλων φράσεων, που τελικά, δεν έχουν καμιά σχέση με το χριστιανισμό, αντίθετα μάλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επικλήσεις σατανικών δυνάμεων, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να επιτύχει έναν προκαθορισμένο σκοπό.
Χαρακτηριστικοί είναι οι συνδυασμοί, τους οποίους πρότεινε ο Τζιόρτζιο Μπατίνι στο περιοδικό Νατσιόνε (21 Μαΐου του 1968):
  1. SATAN ORO TE PRO ARTE A TE SPERO
    (Σ' επικαλούμαι Σατανά, για το σκοπό που ελπίζω!).
  2. SATAN TER OROTE OPERA PRAESTO
    (Σ' επικαλούμαι Σατανά, τρεις φορές,
    να πραγματοποιήσεις το σκοπό της επίκλησής μου!).
  3. SATAN TER OROTE REPARATO OPES
    (Σ' επικαλούμαι Σατανά τρεις φορές,
    να μου ξαναπροσφέρεις τη βοήθειά σου!).
Ακόμα, αναγράμματα με τη μορφή του PATER NOSTER, δεν μπορούν να διαβαστούν προς τις δύο κατευθύνσεις. Επιπλέον οι λέξεις PATER NOSTER δεν είναι αναγκαστικά χριστιανικές. Στην Παλαιά Διαθήκη τις συναντάμε τουλάχιστον δώδεκα φορές (Ησαΐας 63. 16 και 64. 7) ενώ, τέλος, υπάρχουν άφθονα παραδείγματα στην προχριστιανική ελληνική λογοτεχνία, όπου η φράση αυτή, χρησιμοποιείται για τον Δία αλλά και για άλλους θεούς (Πυθαγόρας, Άρατος).
Φτάνουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι είναι άτοπος ο ισχυρισμός των χριστιανών ερευνητών πως το SATOR αποτελεί μια χριστιανική εφεύρεση, διότι όπως αποδείξαμε, υπήρχε ήδη σ' εποχές πολύ πριν από την εμφάνιση του χριστιανισμού. Έτσι, καταλήγουμε στον πρώτο μας συλλογισμό, δηλαδή, πως το «μαγικό τετράγωνο» ήταν ένα είδος «αντικειμένου γοητείας» ένα «μαγικό επίγραμμα» γραπτό και προφορικό, που είχε τη δύναμη να υποτάσσει τις γυναίκες. Και εάν, πράγματι, ο Ειρηναίος και οι συνεργάτες του, το γνώριζαν και το μεταφέραν στη Λυών από τη Σμύρνη, τούτο δεν σημαίνει πως το χρησιμοποίησαν ως σύμβολο αναγνώρισης, αλλά για να πετύχουν τον προσηλυτισμό, την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση, για προπαγανδιστικούς σκοπούς, των γυναικών!
Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να εγγυηθούμε στους αναγνώστες μας ότι χρησιμοποιώντας σήμερα το «μαγικό τετράγωνο» θα κατάφερναν ίσως να επιτύχουν την κατάκτηση της πρωταγωνίστριας του κινηματογράφου που προτιμούν. Θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα «μαγικά αντικείμενα της γοητείας» είναι σαν την πυρίτιδα. Δηλαδή μουχλιάζουν και αχρηστεύονται με το πέρασμα του χρόνου!
Θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ακόμα μια παρατήρηση, όσον αφορά στη χριστιανική χρησιμοποίηση του επιγράμματος από τον Άγιο Ειρηναίο και τους συνεργάτες του. Δηλαδή εάν χρησιμοποιούσαν το επίγραμμα για την καθυπόταξη των γυναικών, η ενέργεια αυτή γινόταν συμβολικά εις το όνομα του Ιησού, και το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το γεγονός πως ο Ιησούς χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του το σύμβολο του Σπορέα (SATOR).
Ο αναγνώστης δεν έχει παρά να ανοίξει την Καινή Διαθήκη στα παρακάτω εδάφια, ώστε να διαπιστώσει και μόνος του πως σε αρκετές παραβολές ο Ιησούς και ο λόγος του συμβολίζονται με τον Σπορέα: (Ματθαίος 13. 4, Μάρκος 4. 3, Λουκάς 8.5, Μάρκος 4. 14, Β' Προς Κορινθίους 9.10, Ιωάννης 4. 38).
Το περίεργο σ' αυτή την περίπτωση είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη απορρίπτονται και καταδικάζονται οι συμβολικές έννοιες του Σπορέα και του Θεριστή: «Εκκόψατε από Βαβυλώνος τον σπείροντα και τον κρατούντα δρέπανον εν καιρώ θερισμού» (Ιερεμίας 50.16). Κι ακόμα πιο περίεργο είναι ότι η συγκεκριμένη φράση του Ιερεμία θυμίζει τα αυστηρά λόγια του Δευτερονόμιου: «διότι είναι κατηραμένος υπό του Θεού ο επί ξύλου κρεμμάμενος...» (21.23).
Θα έλεγε δηλαδή κανείς, ότι οι προφητικές μορφές του αρχαίου Ισραήλ, είχαν προβλέψει τις καταστροφές που θα προκαλούσε στο λαό τους η εξέλιξη του μεσσιανικού κινήματος.


_____________
*βλ. R. Ambelain La Magie sacree d' Abramelin le Mage, Editions Nklaus


ROBERT AMBELAIN
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
& Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ
(Νέα Έκδοση αναθεωρημένη και συμπληρωμένη
χ ω ρ ί ς π ε ρ ι κ ο π έ ς)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ





Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

ΠΑΡΑΔΟΣΗ – SEBASTIANO CARACCIOLO



Πολλοί συγχέουν την Παράδοση με τα ήθη και τα έθιμα που αποτελούν επαναλήψεις συμπεριφορών που συνδέονται με ιστορικά περιστατικά και εθνικές καταστάσεις όπου το υπερβατικό στοιχείο δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο, αφού, άλλωστε, μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο.
Παράδοση είναι αυτό το σύμπλεγμα αιωνίων αρχών – αξιών υπεράνω του χρόνου και του χώρου που είναι πάντοτε και παντού σύγχρονες και αμετάβλητες. Αυτή είναι μοναδική και συμπαντική, έστω και εάν στους διάφορους λαούς εκδηλώθηκε με παραλαγές και με επικατασκευές που προήλθαν από την ιδιαιτερότητα των φυλών, των λαών, των ατόμων.
Ας διακρίνουμε, ωστόσο, τις Παραδόσεις των διαφόρων λαών από την Μοναδική Παράδοση. Τούτη αναβλύζει δρέποντας από τις διάφορες Παραδόσεις τα συνεχή και συμπαντικά, αμετάβλητα στοιχεία της ουσίας τους, που αποτελούνται από θέματα και σημασίες που είναι συνεχώς παρόντα και επανασυνδέονται με μια και μοναδική Γνώση, προγενέστερη και ανώτερη από τον προϊστορικό άνθρωπο, με χαρακτήρα υπερβατικό και με ουσία μέσα στην οποία είναι εγγενής η ιερότητα των θείων πηγών και των απόλυτων αξιών.
Η Παράδοση είναι καρπός του Πνεύματος του Ανθρώπου. Δεν είναι παράγωγο της ανθρώπινης σκέψεως, είναι, αντιθέτως, μια εκ των άνω Γνώση, μια ρυθμική δόνηση σε αρμονία με τις ρυθμικές δονήσεις του Κόσμου. Υπάρχει, όντως, μεταξύ του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου μια αδιαχώριστη σχέση ομοιότητας και συμβιώσεως.
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ουσία της Παραδόσεως, είναι ανάγκη να αναλύσουμε μύθους, διηγήσεις και σύμβολα συλλέγοντας τις βαθύτερες σημασίες τους αφού προηγουμένως ξεκαθαρίσουμε το πνεύμα τους από τις εθνικές, λαϊκές, λογοτεχνικές, ιστορικές και ατομικές προκαταλήψεις, για να τις εσωτερικεύσουμε κατόπιν, έκφραση δε των θεμάτων τους είναι αυτή τούτη η Παράδοση.
Η Αρχή, η Πτώση, οι Τέσσερις Εποχές, η έκδηλη Ιερότητα του Τύπου, η Θειότητα του Ανθρώπου, η Μύηση, η Παραδοσιακή Νοοτροπία, αυτά είναι τα θέματα που μου φαίνονται ως τα πιο σημαντικά.
Για την Παράδοση, δεν είναι δυνατόν να καταστρώσουμε μια χρονολόγηση με διαδοχή ημερομηνιών με τις οποίες συνδέονται συγκεκριμένα γεγονότα, διότι, όπως είπαμε, αυτή προέκυψε κατά τις απαρχές του ανθρώπου και, όντας καρπός του πνεύματος του και όχι της σκέψης του, συνδέεται με την εσωτερική θειότητά του.
Όταν μιλάμε για την Παράδοση, δεν είναι δυνατόν να μιλήσουμε αφηρημένα ή για τα γενικά χαρακτηριστικά των διαφόρων πολιτισμών που εμφανίστηκαν πάνω στον πλανήτη, άλλες φορές διαδοχικά, άλλες φορές ταυτόχρονα, που χαρακτηρίζονται από μια μεταφυσική επαφή με τον θείο κόσμο και που εκδηλώνονται στην εμπειρία του χρόνου περισσότερο ως ρυθμός παρά ως χρονολογία.


SEBASTIANO CARACCIOLO
Η ΕΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΣΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ALDEBARAN
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Οι Χαλασοχώρηδες - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ: Οι σελίδες του Νίκου Σαραντάκου http://www.sarantakos.com/

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_xalaso.html

ΜΙΚΡΑ ΜΕΛΕΤΗ

Α’

Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους κατήντησαν και εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράσει. Αλλ’ ο κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο επιμόνως να κεράσει, λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν να το κάμει φόρα προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανεί φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανόλης ο Πολύχρονος, αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες αυτόν να εξοδεύσει κι απ’ τη σακκούλα του όσα θέλει άφοβα, διότι θα πληρωθεί μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, όν ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχθηκε» κι εξώδεψε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός ηρέσκετο να ονομάζει σήμερον «ο Λάμπρος ο Φαταούλας») έκαμε πως δεν τον εγνώριζε και του εγύριζε τις πλάτες. Πού επερίσσευε τραμπούκος απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κι ο Μανόλης ο Πολύχρονος κι άλλοι μερικοί πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι… κι ηξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάτσικο. Έχουν βλέπεις αυτοί οι διάβολοι τον τρόπον να τα κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι από κοντραπούντους κι από μπουλούκια… κανείς δεν μπορεί να βγάλει πλώρη μαζί τους. Είναι εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ’ όταν μίαν φοράν καεί η γούνα ενός ταβερνιάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου λέγω, είναι άλλοι που καίονται στα πολιτικά κι έχουν κρεμασμένο δια τας εκλογάς το ζουνάρι τους… κι είναι πάλιν άλλοι που ξέρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντας λεπτά κι από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν, πότε το άλλο κι εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ θα είναι, αν τους επιτρέψει να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν φοράν.

Τοιαύτας θεωρίας εξέφερεν ο Δημήτρης ο Τσιτσάνης, αρνούμενος να κεράσει τους δύο φίλους, οίτινες ευθυμότατοι είχον εισέλθει εις το καπηλείον του. Αλλά δεν ήσαν και διψασμένοι. Ήτο εσπέρα ήδη και από της δείλης είχον περιέλθει το ήμισυ της πολίχνης, παντού κερνώμενοι και πίνοντες. Ο Κωνσταντής ο Καλόβολος ήρχισε να παραδίδει μάθημα εκλογικής ορθοφροσύνης εις τον κάπηλον, λέγων ότι αυτός οπού τού θέλει το καλόν του λυπείται να τον βλέπει να πηγαίνει πάντοτε ωσάν τον κάβουρα, και τούτο ένεκα αδικαιολογήτου παραξενιάς. Το να μη θέλει «να το κάμει φόρα» νομίζει ότι είναι δι’ αυτόν το συμφερώτερον;

Κάθε άλλο, εξ εναντίας, με τούτο εμπνέει δυσπιστίαν και εις τα δύο κόμματα, και ένεκα τούτου δεν αποφασίζουν να δώσουν χρήματα εις ένα άνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», όστις θέλει να κάμει τον ανεξάρτητον, χωρίς να ξεύρει καλά καλά τι πράγμα είναι ανεξαρτησία. Ενώ, αν αποφασίσει να κυρηχθεί θερμός ή και χλιαρός υπέρ του ενός κόμματος, τότε, ενώ του κόμματος τούτου θα εφελκύσει ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είναι παράξενον να προκαλέσει κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίσει, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον να τον μετριάσωσιν. Εάν θέλει μάλιστα να πάρει λεπτά και από τα δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να κυρηχθεί φανερά υπέρ του ενός. Δεν παίρνει παράδειγμα απ’ αυτόν κι από τον φίλον του, τον Γιάννην της Κ’σάφους; Ενώ άλλοι φανατίζονται και «χαλνούν την ζαχαρένια τους» και χολοσκάνουν, αυτοί οι δύο «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με γέλια και με χαρές, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον «το έχουν δίπορτο». Με όποιον κόμμα νικήσει θα είναι φίλοι και οι δύο, αφού θα είναι ο είς. «Όποιος γάιδαρος, κι αυτοί σαμάρι».

Τοιαύτα πρακτικής ηθικής διδάγματα έδιδεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος εις τον Δημήτρην τον Τσιτσάνην. Είναι αληθές ότι τα πλείστα είχεν ακούσει την προτεραίαν παρά δικολάβου τινός, όστις τα ανέπτυσσε προς τους φίλους του. Ο κάπηλος τον ήκουε σείων την κεφαλήν, λέγων ότι αυτά τα ήξευρε πρωτύτερα απ’ εκείνον. Αλλ’ είναι μεγάλη διαφορά να είναι τις αγωγιάτης απλώς ή ξωμερίτης, όπως αυτοί οι δύο, από του να έχει μαγαζί. Διότι πρέπει να τηρεί τις και κάποιαν αξιοπρέπειαν, «να φυλάγει την θέσιν του», αν θέλει να μην ξεπέσει «στην παρακατινή σκάλα». Οι δύο φίλοι τον ήκουον μειδιώντες, ουδόλως προσβαλλόμενοι, διότι τους υπεβίβαζε. Μόνον ο Γιάννης της Κ’σάφους τελευταίον είπεν ότι «δεν του γεμίζει το μάτι κι αυτός και το μαγαζί του». Ο κάπηλος επειράχθη τότε και ήρχισε να τους ονειδίζει σκληρώς, αλλ’ ο Κωνσταντής ο Καλόβολος με ατάραχον μειδίαμα του είπεν ότι «αν θέλει να έχει μαγαζί, πρέπει να έχει και κοιλιά σαν το μαγαζί του, μεγαλύτερη μάλιστα απ’ το μαγαζί του».

Ενταύθα ήτο η λογομαχία, και ο κάπηλος είχεν ανάψει την λάμπαν, διότι είχε νυκτώσει ήδη, όταν εισήλθε κομματική ομάς οδηγουμένη από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, εκείνον ον ο Τσιτσάνης ωνόμαζε Φαταούλαν. Ήτο ανήρ μεγαλόσωμος, ωραίος, μετ’ επιτηδεύσεως ενδεδυμένος, φιλοφρονέστατος και μελιχρός τους τρόπους.

Άμα εισελθών, διέταξεν έξ μαστίχες δια τους μεθ’ εαυτού, είτα, ελθών όπισθεν του λογιστηρίου, έκυψεν εις το ούς του καπήλου και ήρχισε να του κρυφομιλεί και να τον κατηχεί. Μετ’ ολίγα λεπτά της ώρας, αφού του είπε πολλά και ο οινοπώλης του απήντα μόνον διά κατανεύσεων της κεφαλής, επέστρεψε πάλιν προς την τράπεζαν, περί ήν είχε στρωθεί η παρέα του, και διέταξεν εκ νέου μαστίχες.

Επλήρωσεν εν κρότω δεκαρών τα ποτά, είτα απευθύνας τον λόγον προς τον Κωνσταντήν τον Καλόβολον, όστις ίστατο παράμερα με τον φίλον του, τον Γιάννην της Κ’σάφους·

- Έ! Τι έχουμε, Κώστα;…Πώς πάει το κόμμα σας; είπε.

- Ποιο κόμμα μας, κυρ-Λάμπρο; απήντησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος· το κόμμα μας είναι το κόμμα σας.

- Τι; είμαστε από ένα κόμμα;

- Δεν το ξέρετε;

- Τότε, πώς δεν ξεχωρίζετε από τον Γιάννη τον φίλον σου;

- Η φιλία φιλία και το κόμμα κόμμα.

- Ας είναι, τέλος πάντων, ο Θεός κι η ψυχή σας. Πίνετε από μια μαστίχα;

- Από ’να κρασί… αν μας κεράσετε.

Και ο Λάμπρος ο Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Εν τω μεταξύ εισήλθεν εις το καπηλείον και άλλη ομάς εκ του αντιθέτου κόμματος.

- Εβίβα! Καλή επιτυχία.

Οι δύο φίλοι συνέκρουσαν τα ποτήρια και έπιον.

Η νεωστί εισελθούσα ομάς διέταξε και αυτή ποτά. Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο Μανόλης ο Πολύχρονος, μεσήλιξ, μελαγχροινός, εύθυμος, αστείος.

- Α! εδώ είσθε σεις, που βυζαίνετε δύο μαννάδες;

- Το καλό αρνί, κυρ-Μανόλη, απήντησεν ο Γιάννης της Κ’σάφους, τρώει από δυο προβατίνες.

Ο Μανόλης διέταξε τον κάπηλον να τους κεράσει και τότε έπιον εις υγείαν του κόμματος, το οποίον εξεπροσώπει ο Μανόλης.

Με τοιαύτην τακτικήν εκαλοπερνούσαν εις τας εκλογάς οι δύο αγαπημένοι φίλοι. Είχον δε πίει την ημέραν εκείνην όχι ολίγα εις βάρος αμφοτέρων των κομμάτων. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος εγερθείς, μετέβη όπισθεν του λογιστηρίου, όπως είχε κάμει προ μικρού ο Λάμπρος ο Βατούλας, και ήρχισε να ομιλεί εις το ούς του καπήλου.

Το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ’ εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου, μία μία εισερχόμεναι ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι. Αφού δε του είπεν ό,τι είχε να του είπει ταπεινη τη φωνή, ενώ ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν έπαυσε να τους κοιτάζει με τον κανθόν του οφθαλμού, επιστρέψας εις την θέσιν του ο Μανόλης ηθέλησε να κουρδίσει ολίγον τους δύο φίλους.

- Όλα καλά, τους είπε, μα εσείς οι δύο το καταλαβαίνετε που μας κοροϊδεύετε όλους, ή όχι;

- Αλήθεια! επεβεβαίωσεν από της πέραν τραπέζης και ο ηγέτης της άλλης ομάδος, ο Λάμπρος ο Βατούλας, όστις ηγάπα πάντοτε να είναι φιλόφρων προς τους αντιπάλους· αλήθεια, μας κοροϊδεύετε.

Οι δύο φίλοι, μόλις κρατούμενοι εις τους πόδας των, ήρχισαν να διαμαρτύρονται θορυβωδώς·

- Όχι! μα το φως μου, κυρ-Μανόλη…

- Μα την αγάπη μας, κυρ-Λάμπρο…

- Έτσι να έχω καλά γεράματα.

- Να χαρώ το στέφανό μου, κουμπάρε.

Και λέγοντες εστράφησαν ο είς προς την τράπεζαν, περί ήν ήτο συγκεντρωμένη η ομάς του Λάμπρου, ο έτερος προς την άλλην τράπεζαν, περί ήν εκάθηντο οι σύντροφοι του Μανόλη, στρέφοντες προς αλλήλους τα νώτα, χειρονομούντες υπερμέτρως ως αδέξιοι υποκριταί, ανοίγοντες τας αγκάλας προς περίπτυξιν των δύο αρχηγών των κομματικών ομάδων.

- Αν θέλετε να σας πιστέψουμε ότι δεν μας κοροϊδεύετε, είπεν ο Μανόλης ο Πολύχρονος, πρέπει ή ν’ αποκόψετε ο ένας από τον άλλον αυτές τις ημέρες που θα είναι οι εκλογές ή…

- Αυτό θα είναι σκληρά καταδίκη δι’ αυτούς, είπε γελών ο Λάμπρος ο Βατούλας.

- Ή τουλάχιστον, εξηκολούθησεν ο Μανόλης ο Πολύχρονος, να μας δώσετε τώρα αμέσως απόδειξιν ότι ενδιαφέρεσθε ειλικρινώς και ολοψύχως ο ένας σας υπέρ του ενός κόμματος, ο άλλος υπέρ του άλλου.

- Παίρνω όρκο, είπε υψών την χείρα ο Γιάννης της Κ’σάφους.

- Κι εγώ παίρνω όρκο, είπε και ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.

- Οι όρκοι είναι σήμερα το φθηνότερο πράμα, είπε σαρκαστικώς ο Μανόλης ο Πολύχρονος.

- Σου δίνω το λόγο μου, κουμπάρε, είπε ο Γιάννης της Κ’σάφους.

- Τι να τον κάμω το λόγο σου, κουμπάρε; είπεν ο Μανόλης· καλύτερα είχα να μου έδινες τα παλιά τα τσαρούχια σου.

Ο Γιάννης της Κ’σάφους κύψας έλυσεν από των ποδών τα πέδιλα και ορθωθείς σοβαρώς τα προσέφερεν εις τον Μανόλην.

- Πάρ’ τα, κουμπάρε!

Τα απέθηκεν επί της τραπέζης και είτα, γυμνόπους, εστράφη προς την θύραν να εξέλθει.

Όλοι εγέλασαν προς το σκηνικόν τούτο του κραιπαλώντος αλλ’ ο Μανόλης τον ανεκάλεσεν:

- Έλα δω, κουμπάρε!

Ο Γιάννης της Κ’σάφους επιστρέψας εστάθη ενώπιον του Μανόλη.

- Εις τους ορισμούς σου, κουμπάρε.

- Θέλω, είπε, να μας δώσετε απόδειξιν αναμφισβήτητον της πίστεώς σας εις τα δύο κόμματα.

- Τι απόδειξιν;

- Ιδού, είπεν ο Μανόλης, απευθυνόμενος μάλλον προς τον Λάμπρον τον Βατούλαν· δεν είναι αληθές πως ό,τι επιθυμεί κανείς εκείνο και πιστεύει;

- Δηλαδή; είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας.

- Δηλαδή, δεν βλέπομεν πολλάκις δύο ανθρώπους να στοιχηματίζουν μεγάλα ή μικρά ποσά, δι’ εν πράγμα, του οποίου άδηλος είναι η έκβασις, πιστεύοντες και ο εις και ο άλλος ότι θα γίνει εκείνο το οποίον επιθυμούν;

- Καθώς λόγου χάριν εις τας εκλογάς, σαν καλή ώρα, είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, όπου βάζουν στοίχημα ότι θα βγει εκείνος τον οποίον θέλει ο καθένας.

- Ίσα- ίσα! είπεν ο Μανόλης. Λοιπόν, δεν είναι καλό να βάλουν οι δυο τους τώρα μπροστά μας ένα στοίχημα;

- Σαν τι στοίχημα;

- Να στοιχηματίσετε, συ, κουμπάρε Γιάννη, ότι θα κερδίσει το δικό μας το κόμμα και συ, Κωνσταντή, ότι θα κερδίσει το άλλο κόμμα.

- Εγώ βάζω το γάιδαρό μου! ανέκραξεν ο Γιάννης της Κ’σάφους.

- Κι εγώ το βόδι μου! εφώνησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.

- Ο γάιδαρός σου ας έχει ζωή, κουμπάρε Γιάννη, και το βόδι σου σού χρειάζεται δια να ζήσεις, Κωνσταντή Καλόβολε. Μόνον αρκεί να βάλετε κάτι τι που να τρώγεται, που να μασιέται εύκολα, για να ξεφαντώσει όλο το ασκέρι, που καλώς ανταμωθήκαμε εδώ, καλή μας ώρα, όταν θα γίνουμε φίλοι μετά τας εκλογάς. Εσύ, κουμπάρε Γιάννη, δεν έχεις, θαρρώ, δύο προβατίνες κι ένα κριάρι;

- Τα θυσιάζω! ανέκραξεν ο Γιάννης της Κ’σάφους. Για το χατήρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι γίνομαι.

- Κ’ εγώ, για την αγάπην σου, κυρ-Λάμπρο! εφώνησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.

- Δεν είναι ανάγκη να θυσιάσεις τις προβατίνες, κουμπάρε Γιάννη, το κριάρι μας αρκεί.

- Βάζω το κριάρι, είπεν ο Γιάννης.

- Κι εγώ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κότες που έχω, είπεν ο Κωνσταντής.

- Λοιπόν, σύμφωνοι· αν κερδίσωμεν και τους δύο βουλευτάς ημείς, εσύ, Καλόβολε, θα βάλεις τα τέσσαρα ζευγάρια κότες, κι αν κερδίσουν οι άλλοι, εσύ, κουμπάρε Γιάννη, θα θυσιάσεις την προβατίνα. Εάν όμως βγάλουμε από έναν βουλευτήν τα δύο κόμματα, τότε έχεις κέρδος εσύ, κουμπάρε, την προβατίνα σου, γλυτώνεις και εσύ, Κωνσταντή, τις κότες σου.

- Σύμφωνοι!

Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν.

Β’

Την εσπέραν εκείνην, Τρίτην της εβδομάδος, πέντε ημέρας προ της εκλογής, περί την ογδόην ώραν, ο Λάμπρος ο Βατούλας ήναψε μετά το δείπνον το φαναράκι του και συνοδευόμενος από τρεις ή τέσσαρας φίλους εξήλθεν εις επισκέψεις κατ’ οίκους προς ψηφοθηρίαν. Διήλθον διά της αγοράς και είτα δι’ ανωφερούς δρομίσκου εβάδισαν ανερχόμενοι εις την λαϊκήν συνοικίαν. Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και δευτέρα συνοδεία, μετά φανού και αυτή, προέβαλε κατόπιν των ανερχομένη. Ήτο ο Μανόλης ο Πολύχρονος με την παρέα του από το άλλο κόμμα. Ο Λάμπρος ο Βατούλας είχε «τα μάτια τέσσερα» αλλ’ εκείνην την στιγμήν ησχολείτο αυτός και απησχόλει και τους φίλους του, ενώ εβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν προς αυτούς ιστορίαν. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ’ άλλους ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του, την πρωτεύουσαν της επαρχίας και το είχεν απόφασιν να πολιτευθεί. Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός παιδιόθεν και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις επί των πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα». Δεν ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο βουλευτής δια το καλόν της πατρίδος. Ήτον αφελής τους τρόπους και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθεί «για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά.

Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ημπορούσε να του βγάλεις λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το «παρασούβλι». Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είναι βέβαιος ότι θα λάβει δέκα. Εβραίος σωστός. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος ήτον αγαθός, «ψυχαράκι, ο καημένος». Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακριά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά, σκυλιά τίποτα. «Εφυσούσε». ( Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι’ ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου, την λέξιν: «φυσάει-φυσάει»). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν; Τον παλαιόν καιρόν οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιές. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζομένων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κι έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλιπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν. Τώρα, ο καημένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακριά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθεί με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, κι έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. «Τόσο το καλύτερο για μας, παιδιά». Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος και θα του έτρωγε τα λεφτά χωρίς να του δώσει ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ’ ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ’ ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ημπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστή ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είναι και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχη τους! Αφού είπε τοιαύτα τινά ο Λάμπρος, ευθύς προσέθηκε:

- Τάχα, ο λόγος το λέει, εμείς δεν είμαστε από κεινούς… Α! ο Μανόλης, ναι, εκείνος είναι γι’ αυτές τις δουλειές.

Συγχρόνως ανήρχετο κατόπιν των η άλλη συνοδεία, και ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εν τω μέσω ιστάμενος, έλεγε ταπεινη τη φωνή με αλληγορικάς, ως συνήθιζε, φράσεις:

- Αύριο, παιδιά, πέφτει το μεγάλο ψάρι…Να ’χετε το νου σας…μη μας φάει το θεριό (κι εδείκνυεν εκατόν βήματα απωτέρω, διά μέσου του σκότους, περί την κινουμένην αμυδράν λάμψιν του προπορευομένου φανού τον Λάμπρον τον Βατούλαν με την συνοδείαν του). Να πιάσουμε τα πόστα… Μη μας φάει το ψάρι ο γιαλός… Ως το μεσημέρι ο ροφός αριβάρει (να πάρουμε στα χωρατά μια βάρκα να πεταχτούμε ως τα νησιά, να κάμουμε καρτέρι)… ροφός εφταοκαδιάρικος, φρέσκος!… θα πέσουν και κάτι συναγριδάκια, δε σας λέω… Μα βάρδα απ’ το σκυλόψαρο ( κι εδείκνυε τον Λάμπρον τον Βατούλαν). Διπλές απετουνιές, τριπλά παραγάδια… με χονδρούς φελλούς και με μολυβήθρες πενηντάρικες… Και τα μάτια σας τέσσερα… Να στέκεσθε αρόδο, να ’χετε απρόντο και τις πράγκες και τα καμάκια… και το σηπιογιάλι έτοιμο… γιατί αλλοιώς δε βγαίνει λαδιά.

Είτα ο Μανόλης προσέθηκεν:

- Ας είναι, εμείς τέτοιοι δεν είμαστε… Μα έπρεπε κάτι τι να γίνει, στο πείσμα εκείνου του θεριού, εκείνου του σκυλόψαρου.

Οι περί τον Μανόλην εγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ακούοντες και άμα προυχώρουν, ώστε παρ’ ολίγον έφθασαν την πρώτην συνοδείαν, ης τα μέλη ηκροώντο τας λεπτομερείς και σπουδαίας ανακοινώσεις του Λάμπρου, κι εκοντοστέκοντο, και πάλιν εβάδιζον. Τότε είς των πέντε ακούσας βήματα εστράφη και είδε την δευτέραν συνοδείαν και την υπέδειξεν εις τους μετ’ αυτού, ούτοι δε ετάχυνον το βήμα.

Εισήλθον πρώτον ο Λάμπρος και δύο των συν αυτώ εις τον οικίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικού, έχοντος τρεις υιούς εκλογείς, οι δε λοιποί δύο της συνοδείας έμειναν εις το προαύλιον ως καραούλι. Εκ της άλλης συντροφίας, ο Μανόλης και δύο άλλοι ανέβησαν εις την οικίαν του Ζυγαράκια, έχοντος τέσσαρας υιούς και ημίσειαν δωδεκάδα ανεψιών, όλους ψηφοφόρους, δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω της θύρας, βιγλίζοντες. Δεύτερον ανέβησαν οι περί τον Λάμπρον εις την οικίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οι δε περί τον Μανόλην εισήλθον εις την καλύβην του Μαλλιοδήμου του αιγοβοσκού. Ακολούθως επεσκέφθησαν και άλλας οικίας, κατά την αυτήν πάντοτε τακτικήν, δύο εξ εκατέρας συνοδείας μενόντων πάντοτε ως ουραγών έξω της θύρας ή κάτω της λιθίνης κλίμακος. Ήτο δε ογδόη ή δεκάτη εσπέρα αύτη, καθ’ ην ο Μανόλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ώστε εις των μετά του Μανόλη, συνοδεύσας αυτόν πολλάς εσπέρας εις τοιαύτας εκδρομάς, αλλά πρώτην φοράν εφέτος βλέπων εκλογάς, καθόσον ήτο ναυτικός και συνήθως απεδήμει, έλεγεν εύπιστος, οικτείρων της αντιθέτου μερίδος τους τόσους δρόμους·

- Τι χαλνούν τα παπούτσια τους! Τώρα πια οι ψήφοι μάς περισσεύουν!

Αλλ’ ο Μανόλης ο Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περί τα τοιαύτα, έσεισεν οικτιρμόνως την κεφαλήν και του είπε·

- Αχ! δεν ξέρεις, παιδί μ’, απ’ αυτά. Το ψάρι, ενώ θαρρείς ότι το κρατείς, έξαφνα γλιστράει και φεύγει. «Χάνος είμαι, χάνομαι… μπέρκα ’μαι, δεν πιάνουμαι… γιούλος είμαι, σε γελώ… και τα δίχτυα σου χαλώ».

Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν εις του γέροντος πορθμέως μπαρμπα-Διοματάρη, εις καλύβην ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα ελεεινόν καπνόν με την πίπαν του και θερμαίνοντα τας δύο κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν και ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράσει δύο ή τρία σκορπιδάκια, τα οποία της είχε φέρει ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθισεν επί τινος παλαιού κιβωτίου με γλυφάς και με καρφία διετεθειμένα προς κόσμον εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του εκάθισαν επί τινος κουλουριασμένου τριχίνου σχοινίου, χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί κονταρίων ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλόν όροφον έως το δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον και τα κιλίμια και η ψάθα και οι μύστακες του μπαρμπα-Διοματάρη και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλες.

Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγεί τον σκοπόν της επισκέψεώς του, λέγων ότι την φοράν ταύτην επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να φροντίσει δια την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης ήτο φιλότιμος και είχε να ζήσει, και δεν είχεν ανάγκην να διορίσει εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με κάμποσους άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχε αμφιβολίαν ότι αυτήν την φοράν ο μπαρμπα-Διοματάρης θα έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην.

Αυτά τα είπεν εντέχνως ο Λάμπρος ελπίζων να εύρει τον σφυγμόν του γέροντος ναυτικού. Αλλ’ ο μπαρμπα- Διοματάρης, ως να εζήτει αφορμήν να ξεσπάσει, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε συμβεί κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ’ ην είχε δώσει ψήφον εις τους αντιθέτους.

…Είχεν υπάγει εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόραζε. «Πού σ’ είδα, πού σε ξέρω;». Δεν τον άφηναν ήσυχον επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχει δι’ όλες τις παλιοκαϊάσσες, όσοι εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ’ ευθείας με ένα έκαστον των εκλογέων. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, εκείνος έμβαζε κι έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει.

Ο Μανόλης ο Πολύχρονος, ως τετραπέρατος που ήτο, τα εμβάλωνε λέγων ότι πρέπει να ξεπεσθούν από τον λογαριασμόν τόσα δεκάρικα, όσα επήγαν εις γενικά έξοδα, ή και εις κεράσματα ακόμη μη αρκέσαντος του κονδυλίου του ειδικού. Τέλος πάντων, ό,τι έγινεν έγινεν, αλλά μετά την επιτυχίαν δεν εννοούσε να πληρώσει λεπτόν παραπάνω. Και ου μόνον τούτο, αλλ’ ήθελε να μη χάσει και την ησυχίαν του. Είχεν εξοφλήσει, ως ενόμιζεν. Επήρε χίλιους εκατόν ψήφους και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες σωστές. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ’ ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα έν λεπτά, παρά έν κλάσμα, η ψήφος. Δεν εξελέχθη αυτός βουλευτής, δια να τρέχει δια τις δουλειές των εκλογέων καθώς άλλοι, εξελέχθη δια τα γενικά συμφέροντα της επαρχίας, και όχι μόνον της επαρχίας αλλά και του έθνους όλου. Τι λέγει το Σύνταγμα; «Έκαστος βουλευτής αντιπροσωπεύει όλον το έθνος και όχι μόνον την επαρχίαν εξ ής εκλέγεται». Και ευτυχώς, η προλαβούσα βουλή δεν ήτο ως αι προκάτοχοί της, αίτινες διελύοντο μετά εν έτος ή και μετά οκτώ μήνας από του σχηματισμού των. Έφαγε τρεις σωστές συνόδους τακτικάς και δύο εκτάκτους. Εφαίνετο ότι δεν έμελλε ποτέ να διαλυθεί, αλλ’ επί τέλους, περί τα τέλη της Γ΄ συνόδου διελύθη.

Κατά την πρώτην σύνοδον ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίσει εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους, ως και δύο κουμπάρους και τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρετρίας του και άλλους. Κατά την δευτέραν σύνοδον ο Γεροντιάδης κατώρθωσε ν’ ακυρώσει δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων και να ενοικιάσει μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχώς δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον επρόφθασε κι έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ’ ο ανομοίου κλίσεως και προορισμού. Όσον δια την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το «Σχολείο της Αμαλίας», ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγει. Και άλλα ακόμη θα κατώρθωνε, διότι η Βουλή εκείνη παραδόξως εφαίνετο έχουσα «μέρες απ’ το Θεό» διά να ζήσει. Δυστυχώς και παρ΄ ελπίδα διελύθη τον τέταρτον μήνα της Γ΄ συνόδου άγουσα.

Γ΄

Τοιαύτα ήρχισε να διηγείται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε καλύτερα απ’ αυτόν, ο μπαρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα προσέθηκε, διακόπτων τον γέροντα αλιέα, ο Λάμπρος αυτός, όστις δεν έπαυεν εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού αφηγητού να κατανεύει διά της κεφαλής, επιδοκιμάζων και προσδοκών αίσιον δι’ αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ’ ων τα ήρτυεν ο μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο αφηγητής προσέθηκε·

- Τέτοιοι είναι όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ’ αγόρασαν.

- Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτήν τη φορά δεν είναι ο Γεροντιάδης… είναι ο Αλικιάδης, και δεν έχεις να κάμεις με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, έχεις να κάμεις μ’ εμένα…

- Όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα-Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον τον Βατούλαν.

- Πώς όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη, να κάνουμε τις δουλειές που κάνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος.

- Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.

- Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα-Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ’ το Μανόλη;

- Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξή μου.

- Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρεις παράδες.

- Γιατί;

- Γιατί ο Μανόλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το ξέρεις σίγουρα.

- Τώρα το κατάλαβα κι εγώ, και γι’ αυτό ούτε ξαναπάω πλια να ρίξω ψήφο.

- Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο Βατούλας.

- Το ξέρω κι εγώ…Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν εμένα.

- Δεν υπάρχει κανείς…Είσαι μοναχός σου…Δεν έχεις ταίρι.

Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχον πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα αλλά υποσχόμενοι, ουχί όπως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ’ ευχήν θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν απηλπίσθη να μεταπείσει τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ηξεύρων ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ’ αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου ναυτικού, τον εκαληνύκτισε δι’ απόψε, επιφυλαχθείς να επανέλθει μετά δύο εσπέρας.

Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογιάννη.

- Καλώς τα κάνετε! Καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου! έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του.

- Καλώς τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του.

- Ε; είμαστε για ναμαστε;

- Μα βέβαια… Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε σεις ούτε οι άλλοι…Είπα κι εγώ, μαθέ, γιατί δε μου μιλεί κανένας;…

- Να που ήρθαμε…

Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο έτοιμος να δώσει τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών, όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρει. Ηγάπα, ως φαίνεται, τας θωπείας και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να έλθει τις παρακαλών να του δώσει την ψήφον του.

«Άλλο σόι άνθρωπος αυτός», είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας. «Καλά που πρόφτασα κι ήρθα…πώς δεν το πήρε μυρουδιά εκείνο το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, να έρθει να μου τον πάρει!». Ο Θανάσης ο Τσιρογιάννης προσέφερεν οίνον και στραγάλια εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωκε παχείας υποσχέσεις δι’ οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω», και τον παρεκάλεσε να περάσει από το γραφείον του, όπου είναι το εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλύτερα.

Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων του, και ο Μανόλης με τους ιδικούς του ανήλθεν εις την οικίαν.

- Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε;

Ο Μανόλης είχε συνηθίσει ν’ αποκαλεί κουμπάρους σχεδόν όλους, και τους συντέκνους των συμπεθέρων του.

- Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ’.

- Σε ποιόνε;

- Στο Λάμπρο τον Βατούλα… Τώρα δα, τώρα δα, ότι κατέβηκε… Δεν ηξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά;


Δ΄

Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγειος, με δύο δωμάτια και μέγαν πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου και λιθίνης κλίμακος, έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα εξελθών της οικίας του Τσιρογιάννη.

Μετ’ ολίγα λεπτά, ότε ο Μανόλης κατήλθεν άπρακτος εκ της τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπτραϋντική, ηκούοντο, συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ’ αμφοτέρων εδέσποζεν οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, διαμαρτυρομένης με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας ακούων τις ευλόγως υπέθετεν ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο Μανόλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να σεβαστεί τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και έσπευσε να παραβιάσει την σύμβασιν. Χωρίς να διστάσει, ένευσεν εις του δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη εις την οικίαν.

Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, διεμαρτυρήθησαν δι’ υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν’ αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες επ’ αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανόλη, απώτερον ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του αρχηγού των.

Μόλις είχεν αναβεί ο Μανόλης εις του Σπληνογιάννη, και παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογιάνναινα και έτεινεν άπληστον το ούς. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων κτλ., είδε την διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την ανεγνώρισε και εψιθύρισε προς αυτήν·

- Τ’ ακούς, γειτόνισσα;

- Τι ν’ ακούσω, γειτόνισσα;

- Να, που μαλλώνουν, τ’ ανδρόγυνο.

- Γιατί τάχα;

- Να, από άλλο κόμμα είναι, λέει, ο άνδρας και από άλλο η γυναίκα.

- Μη χειρότερα.

- Είναι και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα;

Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρον κι έγινεν άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε, πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία.

Μικρόν πριν εισέλθει ο Μανόλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο εν τη οικία·

- Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτήν, έλεγε, δεικνύων διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ’ εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον.

- Κείνο που θέλω εγώ θα γίνει! ανέκραζεν απειλούσα διά της χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτις, υψηλή, ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής, συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως θ’ άφηνε να του εκφύγει η επιφώνησις: Κρίμα στη γυναίκα!

- Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ο σύζυγος.

- Το δικό μου θα περάσει, το δικό μου! επέμενε πάλιν η συμβία.

- Και τι; θα με κουμαντάρεις εσύ; έκραξεν απειλητικώς ο Σπληνογιάννης.

- Σας παρακαλώ…ησυχάσετε τώρα, παρενέβαλλε διά της μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να το ’ξερα έτσι δα…καλύτερα να μην ερχόμουνα… Δεν ήλθα εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…

Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανόλης ο Πολύχρονος.

Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος, εφ’ ου εκάθητο, και προέβη εις την υποδοχήν του. Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ’ εσάλευσεν από την θέσιν του.

- Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα.

- Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης.

Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλές κουμπαριές και εντεύθεν ηδύνατο να εικάσει τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι , ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθεί να δώσει την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανόλη Πολύχρονου και συντροφίας.

Είναι αληθές ότι κατ’ ιδίαν ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Αλλ’ η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην και απήτει να κηρύξει φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι δεν θα τού έδιδε ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμει ο Σπληνογιάννης και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε μερωμένο ψωμί».

- Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανόλης.

- Τι να ιδώ;

- Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…

- Μάλιστα, σ’ αυτό συμφωνώ κι εγώ, είπε μεθ’ ετοιμότητος ο Λάμπρος, δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε.

- Εγώ έβαλα; είπεν οργίλως ο Μανόλης. Εγώ ήρθα να τους ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ερεθίσατε…

Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανόλην.

- Ας είναι, θα τα καταφέρουμε, είπεν ο Μανόλης.

- Ας είναι, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κι οι δυο μαζί και δεν μπορεί κανείς να…

Ακουσίως αμφότεροι οι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι ήθελε να είπει ο Σπληνογιάννης.

- Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή.

Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας, ήν παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανόλη και εγίνετο θρασυτέρα.

Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ’ ένα έκαστον αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός διά της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους χωρικούς, όπως ανταγωνίζονται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή κοινωνικών και βιοτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον, το οποίον ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και ειρηνοδικεία, όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να τα βγάλει πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων και ορκιζόμενος καθ’ εαυτόν να μαυρίσει περιφρονητικώς όλας κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου.

Αλλ’ ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και έφοδος του Μανόλη του Πολύχρονου, όστις θα έλεγέ τις ότι ήλθεν επίτηδες διά να παραστεί δωρεάν εις περίεργον οικογενειακήν κωμωδίαν.

Ουδέν άλλο καταφύγιον είχε ή να ζητήσει μικράν ανακωχήν·

- Ας είναι, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που θα είναι οι εκλογές, θα μας φωτίσει ο Θεός τι να κάνουμε…

- Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα φαίνεται και αυτή να εννοεί το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι!

Και εκτύπα θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της αριστεράς.

- Όχι! Να δώσεις τώρα το λόγο σου! Ν’ αποφασίσεις τι θα κάμεις. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να έρχονται και να ξαναέρχονται χίλιες φορές.

Ο Λάμπρος και ο Μανόλης μετά μειδιάματος ευχαρίστησαν την σύζυγον τού Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα.

- Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είναι τρόπος αυτός να επιμένεις τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας! Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν οι γυναίκες μας!

- Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι όλα…με φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους τους δύο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της.

- Δεν ξέρω στην παραπάνω σκάλα, είπε με πικρόν τόνον τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν οι γυναίκες τους· μα ημείς οι βοσκοί δεν το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο παπάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέει την ώρα που διάβαζε τον Απόστολο, πριν ειπεί το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να φοβείται τον άνδρα».

Ο Λάμπρος ο Βατούλας μειδιών, ίσως διά να δώσει αφορμήν ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί το αστειότερον, είπε·

- Μα ξέρεις, κουμπάρε, τι την δασκαλεύει τη νύφη η μάννα της;

- Τι;

- Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παπάς, την ορμηνεύει να πει μέσα της τρεις φορές: «Αστοχιά στο λόγο σου, παπά μ’ , δάκω τη γλώσσα σου».

Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα.

Ο Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην επλησίασεν εις την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν έπρεπε ν’ απέλθει. Αλλ’ ουχ ήττον επανήλθε πάλιν εις την θέσιν του και εκάθισεν.

Ο Μανόλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον, εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου κι εστάθη αναποφάσιστος.

Ουδείς εκ των δύο απεφάσιζε να δώσει πρώτος το παράδειγμα της αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανόλης, τελευταίος ελθών, ήτο ο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους αφήσει ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανόλης εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να απέλθει.

Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβει πέρας και όπως ευπροσώπως εξέλθει εκ της δυσχερούς θέσεως·

- Ας είναι, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε από κεινούς οπού πάνε και βάζουν σκάνδαλα στ’ ανδρόγυνα· κάμε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, καθώς είπες. Κι ένα ψήφο να μας δώσεις στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσεις κι από κει (δείξας τον Μανόλην) και μικτόν να δώσεις και στα δύο κόμματα, ημείς θα σου το γνωρίζουμε χάρη.

- Όχι! Όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον του από μπροστύτερα.

Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθει, ο δε Μανόλης μείνας επί δύο ή τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά να ακουσθεί από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε·

- Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες.

- Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, κουμπάρε, είστε πάρ’ τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.

- Το λοιπόν κι ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες σαν αυτούς;

- Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες!

Ε΄

Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν «οι ανδρογυνοχωρίστρες».

Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανόλης και δύο των φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον φράττον προς Εύρον τον λιμένα κι επαραμόνευαν πότε θα ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων ανατολικώτερον κειμένων νησίδων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανόλη του Πολύχρονου. Αλλ’ από βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το δόλωμα των αντιπάλων έσπευσε να εξυπνίσει τον καπετάν-Νικολάκην, το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κότερον, έλυσαν τα πανιά, εσήκωσαν την άγκυραν και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του γερο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον τέσσαρας ώρας πριν φέξει, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανεί το κελεπούρι, κατά το ύφος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθεί όπισθεν του Ασπρονήσου, και οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε τους υπώπτευον καν ότι τους είχαν προλάβει.

Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ, αίτινες έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το κότερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων. Ανεγνώρισαν δε μετ’ ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον αύται. Της μιας τούτων επέβαινον ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, της δευτέρας επέβαινον ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθεί εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερευόντι δήμω φίλων των. Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της άλλης υπηρετούντο, χωρίς να είναι συνδυασμένοι, από τους Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο, χωρίς να αποτελώσι συνδυασμόν, από τις Ανδρογυνοχωρίστρες. (Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ τις, μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον της έριδος και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να τον πρωτοϋπηρετήσει.

Ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν ευχαριστήθη πολύ ιδών τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον επιβαίνοντα της αυτής λέμβου μετά δύο άλλων υποψηφίων. Επεθύμει και ήλπιζε να τον έβλεπεν επί χωριστής λέμβου πλέοντα. Διότι διά τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην δεν τον έμελλε και πολύ, καθόσον ούτοι ως φανερώς υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος και μη έχοντες άλλους φίλους, δεν είχον ανάγκη πολλών περιποιήσεων, αλλά διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, τον οποίον αυτός διενοείτο να υπηρετήσει αριστερά τη χειρί και διά λογαριασμόν του, είχε πλεύσει μέχρι Ασπρονήσου, σχεδιάζων να τον παρακαλέσει να μεταβεί τιμητικώς εις το κότερον και να υψώσει και σημαίαν εις τον ιστόν, άμα θα εισέπλεον εις τον λιμένα. Δυστυχώς τώρα η υπόθεσις περιεπλέκετο. Ούτε τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον μόνον ηδύνατο ευπροσώπως να αποσπάσει εις το κομψόν και λευκόν χρωματισμένον κότερον, ούτε τους άλλους, τους δύο φανερούς υποψηφίους του, ηδύνατο ευλόγως να καρπολογήσει από τας δύο χωριστάς λέμβους. Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, μόνος ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του κοτέρου, αναλογισθείς το φιλοδώρημα, το οποίον ήτο δυνατόν να δώσουν οι υποψήφιοι, αν τους έπειθε να επιβιβασθώσιν εις το κότερον, όπως εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα μετά πομπής, αποβλέψας εις την εγγύτερον ισταμένην λέμβον, ης επέβαινον οι δύο των υποψηφίων, μετέβη εις την πρώραν και ήρχισε να φωνάζει·

- Ορίστε, κύριοι, στο κότερο! Κύριε Αλικιάδη! κύριε Αβαρίδη! θα ισάρουμε και μπαντέρα μες στο λιμάνι…

Την ιδίαν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας ήρχισε να νεύει απελπιστικώς και να χειρονομεί από της πρύμνης προς τον νεαρόν ναυτικόν αποτρέπων αυτόν. Διότι την στιγμήν εκείνην, αφού πολύ εσκέφθη, του είχεν έλθει η ιδέα ότι, αφού τα πράγματα του παρουσιάζοντο ούτω πολύπλοκα, ο άριστος τρόπος προν λύσιν της δυσχερείας ήτο να καλέσωσιν επί του κοτέρου τους τρεις υποψηφίους, τους επί της άλλης λέμβου. Ούτω θα είχον το πλεονέκτημα ότι θα είχον δύο αντί ενός ή μάλλον τρεις αντί δύο να περιποιηθώσι. Διότι ναι μεν ο εις των τριών ο Γεροντιάδης, ήτο από το άλλο κόμμα, αλλ’ ο τρίτος, ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, κατά τους υπολογισμούς του Βατούλα, ήξιζε τουλάχιστον διά δύο. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον κέρδος, ως ήτο και ο σκοπός της θαλασσίας εκδρομής του, το να έχει τον Χαρτουλάριον υπό τας όψεις και υπό την χείρα του. Αλλ’ ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, επειδή «δεν ήτο μέσα του» δια να ηξεύρει τους πόθους και τους υπολογισμούς του, επεδίωκε δε ως αμαθής ναύτης το προχειρότερον και το ευκολώτερον κέρδος, δεν έδωκε προσοχήν εις τα νεύματα και εις τας χειρονομίας του και εξηκολούθησε να φωνάζει προς τους κ.κ. Αλικιάδην και Αβαρίδην:

- Θα κοτσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!

Συγχρόνως ο Λάμπρος ο Βατούλας απελπισθείς ότι θα τον εννόει ποτέ «αυτός ο χονδροκέφαλος» ο Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, έστρεψε τα νεύματα και τας χειρονομίας του προς τους εν τη άλλη λέμβω και ήρχισε να τους χαιρετίζει με το καπέλο, με το μανδήλι και με την φωνήν·

- Καλώς ωρίστε, κύριοι! ορίστε στο κότερο! κύριε Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! ορίστε!

Σύγκρουσις τότε επήλθε δικαιωμάτων, απαιτήσεων και πόθων και σύγχυσις βλεμμάτων, φωνών και φρενών. Ο μεν κυβερνήτης από της πρώρας προσεκάλει εις το πλοίον τους εκ της μιας λέμβου δύο, ο δε επιβάτης από της πρύμνης, πλοιάρχου εξουσίαν αντιποιούμενος, προσεκάλει τους εκ της άλλης λέμβου τρεις. Οι μεν δύο, και αν ήθελον, ημποδίζοντο να έλθωσιν εκ της προσκλήσεως των άλλων τριών, οι δε τρεις εκωλύοντο εκ της προσκλήσεως των άλλων δύο. Και ούτοι και εκείνοι έμενον κοιτάζοντες αλλήλους αναποφάσιστοι, οι πορθμείς των δύο λέμβων εφ’ ων είχον πλεύσει, ζηλότυποι και οργίλοι, ήρχισαν φανερά να γογγύζωσι·

- Δεν έχουν ανάγκην να ’ρθούν στο κότερο!

- Ξέρουμε κι εμείς από πού μπαίνουν στο λιμάνι!

- Ξέρουμε το δρόμο να πάμε στη σκάλα ν’ αράξουμε…

- Έχουμε κι εμείς μπαντέρα να ισάρουμε…

- Και καινούργια μάλιστα…προχτές ακόμα την έρραψα…

- Ψες ακόμα μπογιάτισα το κοντάρι…ακόμα μυρίζει λαδομπογιά…

Την ιδίαν στιγμήν οι Ανδρογυνοχωρίστρες με την βάρκαν των, σχεδόν χωρίς να τους εννοήσει, παρατηρήσαντες προ πολλού την εμφάνισιν των δύο λέμβων, είτα την συνάντησιν αυτών μετά του κοτέρου, είχαν πλησιάσει σιγά και γοργά και είχαν φθάσει ήδη εις το μέρος όπου είχαν σταματήσει πλησίον αλλήλων αι τρεις λέμβοι, ενώ αντήχει ακόμη η πρόσκλησις του Λάμπρου του Βατούλα·

- Ορίστε, κύριοι, στο κότερο!

Και η κραυγή του καπετάν-Νικολάκη·

- Θα κοτσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!

Ο Μανόλης ο Πολύχρονος χωρίς δισταγμόν ιδών με το πρώτον βλέμμα εις ποίαν λέμβον ευρίσκετο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, ήτις λέμβος ήτο άλλως και η πλησιεστέρα προς το μέρος εξ ου αυτός ήρχετο, προσήγγισε με την βάρκαν του, εισεπήδησεν εις την ξένην λέμβον, απέπεμψε την ιδικήν του ειπών εις τους συντρόφους του να γυρίσωσι μόνοι εις τον λιμένα, ηυχήθη το «καλώς ωρίσατε» εις τους τρεις υποψηφίους και εν μεγίστη ελευθερία, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του εκοίταζον έκπληκτοι, εκάθισε παρά το πλευρόν του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου και ήρχισεν αμέσως εμπιστευτικάς ανακοινώσεις εις το ους αυτού.

Τούτον ως είδεν ο Λάμπρος ο Βατούλας εν τοιαύτη θαυμαστή προπετεία και θρασύτητι ζηλευτή κατορθώσαντα ούτω απλώς να τον υπερφαλαγγίσει, έλαβε μόνος την κώπην, ενώ ο κυβερνήτης ο Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, ορθός επί της πρώρας ιστάμενος εξηκολούθει ακόμη να φωνάζει προς τους επί της πρώτης λέμβου δύο υποψηφίους·

- Θα σας ισάρουμε την μπαντέρα, κύριοι!…, και επλησίασε προς την δευτέραν λέμβον, ότε, χωρίς να είπει λέξιν εις τον καπετάν-Νικολάκην, εισώρμησε και αυτός εις την λέμβον, όπου ήτο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, εχαιρέτησε τους τρεις υποψηφίους και εκάθισεν επί της ετέρας πλευράς του περιμαχήτου υποψηφίου βουλευτού, όπως αρχίσει και αυτός τας ιδικάς του ανακοινώσεις, ενώ ο πορθμεύς και ναύτης του τον εκοίταζον έκθαμβοι με ανοικτόν το στόμα.

Όστις έβλεπε μακρόθεν ούτω πως αντίπρωρα ισταμένας τας τεσσάρας ταύτας λέμβους, υπηνέμους, δίπλα εις το Ασπρόνησον, θα υπέθετεν ότι πράγματι την πρωίαν εκείνην είχε πέσει, κατά το εικονικόν ύφος του Μανόλη του Πολύχρονου, έκτακτος ροφός εις το μέρος εκείνο, ότι τα παραγάδια των τεσσάρων λέμβων εμπερδεύθησαν εις τοιούτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ώστε δεν ηδύνατο να διακρίνει τις εις ποίον παραγάδι ανήκε το άγκιστρον εις ο είχε συλληφθεί ο ροφός, και ότι οι αλιείς εμάχοντο προς αλλήλους με κίνδυνον να ξεπιασθεί και να τους φύγει το άγρευμα, περί κυριότητος και κατοχής του τε παραγαδίου, του ροφού και του αγκίστρου.

* * *

Τέλος αι δύο λέμβοι αι φέρουσαι τους υποψηφίους εξεκίνησαν διά να εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα. Η βάρκα του Μανόλη με τους δύο συντρόφους του είχε γίνει άφαντος ήδη. Το δε κότερον, αφ’ ου είχε μείνει μόνος ο κυβερνήτης του, ήρχετο τελευταίον.

Ο καπετάν-Νικολάκης «ήτο φούρκα» ιδών ότι έχασε το ελπιζόμενον φιλοδώρημα και ότι εγκατελείφθη υπό του Βατούλα. Εν τούτοις ήνοιξε το κάτασπρον ως τα πτερά του γλάρου πανίον του, άναψε τον ναργιλέν του, εξηπλώθη παρά το πηδάλιον κρατών την σκόταν κι εξεκίνησεν. Αν ήθελε, καίτοι μόνος, καίτοι αι δύο λέμβοι αρμένιζαν με πανιά και με κουπιά, ήτο ικανός με το κομψότατον, νεοπαγές και κοπτερόν σκάφος του να προσπεράσει τας δύο λέμβους, να τας αφήσει «στα μπούνια» ρίπτων «κολοκυθάνες» οπίσω του. Αλλά προς καιρόν ωρτσάριζε κι έκοπτε τον δρόμον του πλοίου. Όταν τα τρία πλοία κάμψαντα τον κάβον εισέπλευσαν εις τον λιμένα, τότε, την ώραν καθ’ ην επλησίαζαν εις την αποβάθραν και ο κόσμος από της αγοράς τους εκοίταζε, τότε, δι’ επιτηδείου χειρισμού, επειδή τα μελτέμια του θέρους έπιαναν εν μέρει εις τον ανατολικόν λιμένα της πολίχνης, έτρεξε κατέμπροσθεν των λέμβων, ύψωσε την σημαίαν του σκεπτόμενος ότι αυτός το κάτω-κάτω ως ναυτικός ήτο τόσον άξιος της τιμής ταύτης διά της σημαίας του ιδίου πλοίου του όσον και πας άλλος, επροσπέρασε τας δύο λέμβους, τας άφησε δέκα οργυιάς οπίσω και ελθών ηγκυροβόλησε πρώτος μετά κρότου, κράξας θριαμβευτικώς προς τους επί των δύο λέμβων υποψηφίους και λοιπούς·

- Τ’ν καραβοκυρά σας!

ΣΤ΄

Την πρωίαν εκείνην ο μπαρμπ’-Αναγνώστης ο Συβίας, αφού εσυλλειτούργησε τον παπα-Σωτήρην, τον εφημέριον των Τριών Ιεραρχών, εισώρμησεν, όπως πάντοτε συνήθιζεν, άμα τη απολύσει της λειτουργίας εις το ιερόν βήμα, διά να λάβει τον μισθόν του δι’ όλα τα νε-να-να-νέ και τα τε-ρε-ρέμ, τα οποία είχε συνεισφέρει προς συντέλεσιν της ιεράς μυσταγωγίας. Συνίστατο δε ο μισθός ούτος εις έν «ξάκρισμα» προσφόρου «διά τον καφέ» και εις ημίσειαν προσφοράν περιπλέον, την οποίαν αυθαιρέτως ελάμβανε παρά τας διαμαρτυρίας του συγγενούς του ιερέως, θέτων αυτήν εις τον κόλπον του «για τη συβία». Ο παπα-Σωτήρης δεν εθύμωνε τόσον διά την ημίσειαν προσφοράν και διά το ξάκρισμα, όσον διά την τόλμην του να εισβάλει εις το ιερόν βήμα «εξήντα χρόνων άνθρωπος, εν αμαρτίαις γηράσας». Αλλ’ ο μπαρμπ’-Αναγνώστης από πεντηκονταετίας δεν είχε παύσει ούτε τον παπα-Σωτήρην να συλλειτουργεί, ούτε εις το ιερόν βήμα να εισέρχεται.

Είτα, αφού έβαλεν εις τον κόλπον του την ημίσειαν προσφοράν «για τη συβία», φράσις εξ ης έλαβεν αρχήν και το παρωνύμιόν του, εξήλθεν υποσκάζων εκ του ιερού βήματος, κρατών εις την αριστεράν το «διά τον καφέν» ξάκρισμα, το οποίον ήρχισε και να μασσά, εμάζωξε και την φαιάν και πρώην ξανθήν κόμην του υπό την σκούφιαν, έλαβεν εκ του στασιδίου την ράβδον του κι εξήλθεν εις την πλατείαν.

Η εκκλησία μόλις απείχεν εκατοντάδα βημάτων από της παραθαλασσίου αγοράς και αποβάθρας. Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης κατέβη κούτσα-κούτσα, και εις τον δρόμον πρώτον συνήντησε δύο παιδία του δρόμου παίζοντα εις τον περίβολον της εκκλησίας, τα οποία ηπείλησε με την ράβδον του και εδίωξε μακράν του ναού. Είτα επερίπαιξεν ένα γύφτον, τον οποίον συνήντησε μεθυσμένον, άγοντα έωθεν τα προεόρτια των εκλογών και κατόπιν επείραξε μίαν χήραν «απασσάλωτην», την οποίαν είδε καταβαίνουσαν διά πλαγίου δρόμου εις τον βράχον τον πέραν της αγοράς, ξεκάλτσωτην και με κοντό φουστάνι. Είτα, πριν φθάσει εις το καφενείον, είδεν έν κότερον και δύο μεγάλας λέμβους, αίτινες είχαν φθάσει και την στιγμήν εκείνην ηγκυροβόλουν προ της αποβάθρας.

«Α! θα είναι οι υποψήφιοι», είπε· και αφού εκαλημέρισε δύο ή τρεις λεμβούχους ή αλιείς, οίτινες εκάθηντο έξωθεν του καφενείου καπνίζοντες ναργιλέν, τους ηστεΐσθη λέγων: «Για σας έφεξε πάλι· εσείς είσθε οι σπορίτες του χωριού», αισθανόμενος μεγάλην επιθυμίαν να εναλλάξει τα δύο αρκτικά σύμφωνα της λέξεως, αλλά μη τολμών· δια να ξεθυμάνει όμως, όταν είδε τρεις ή τέσσαρας γέροντας καθημένους σοβαρώς εντός του καφενείου επί υψηλού και πλατέος σανιδίνου καναπέ, χωρίς να φθάνει η πλάτη των ν’ ακουμβήσει εις τον τοίχον και με τους πόδας μετεώρους εις το κενόν, υπεράνω της μακράς τάβλας της φραττούσης την υπό τον καναπέν καρβουνοθήκην, τους έδειξε προς τους λεμβούχους λέγων:«Κοιτάξτε, κείνοι είναι οι κοπροδήμηδες, οι προεστοί του τόπου. Δεν σας φαίνονται σαν τα μικρά παιδιά που κάνουν κουρμαντέλα;».

Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης ο Συβίας, υγιής τους πόδας, είχε κουτσαθεί προ ολίγων ετών υπό τινος οργίλου και φιλεκδίκου χωρικού, τον οποίον είχε παραφορτώσει με τα σκώμματά του. Με όλον όμως το πάθημα, δεν ηδυνήθη να επιβάλει χαλινόν εις την γλώσσαν του και εις τους ελέγχοντας αυτόν οικείους έλεγεν·

- Η ψυχή θα βγει πρώτα κι ύστερα το χου.

Είτα παρήγγειλε τον καφέν του, και ηξεύρων ότι έπρεπε να περιμένει επί είκοσι λεπτά της ώρας εωσού κατορθώσει να του τον ψήσει ο γερο-Ακούκατος, ο καφετζής, μετέβη χωλαίνων εις την αποβάθραν, όπου είχον συναχθεί άνδρες τινές και παιδία ξυπόλυτα πολλά, όπως ίδωσι και θαυμάσωσι τους υποψηφίους.

Την στιγμήν εκείνην απεβιβάζοντο εκ των λέμβων οι υποψήφιοι.

Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης έκραξε προς αυτούς·

- Καλώς ωρίσατε!

Και ευθύς προσέθηκε·

- Πόσα καντάρια ρουβάδα[1] έχετε;

Γενικός καγχασμός υπεδέχθη την ερώτησιν.

Είτα επανέλαβεν·

- Δεν ακούτε; Μας φέρατε πολλή ρουβάδα; Πόσην έχει ο καθένας σας;

Ο γέλως επανελήφθη αλλ’ ουδεμία απάντησις εδόθη.

Και τρίτον ηρώτησε·

- Έχετε δηλωτικό για τη ρουβάδα;

Οι υποψήφιοι γελώντες ηνείχοντο το άκακον σκώμμα του μπαρμπ’-Αναγνώστη, προσηνείς άλλως νησιώται και αγαπώντες τα αστεία.

Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης εψιθύρισε, μετά προσποιητής οργής·

- Κάμετε καλά με τον κουμμερκιάρη, εγώ δεν ανακατώνουμαι.

Και στρέψας την ράχιν, απήλθε χωλαίνων να πίει τέλος τον καφέν του, αφού είχε καταφάγει ήδη εξ ανυπομονησίας το ξάκρισμα και θα ηναγκάζετο ίσως να βάλει χείρα εις το ήμισυ της προσφοράς, το προωρισμένον διά την συμβίαν.

Οι υποψήφιοι, ο Γεροντιάδης, ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, δεχόμενοι τους χαιρετισμούς και τας χειραψίας των εντοπίων, συνοδευόμενοι από τον Μανόλην τον Πολύχρονον και από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, οίτινες είχον ταχθεί ως χωροφύλακες εκ δεξιών και αριστερών του Χαρτουλαρίου και δεν τον άφηναν να κάμει βήμα, ήλθαν και έπιαν καφέν εις το αυτό καφενείον του γέρο-Ακούκατου και ακολούθως χωρισθέντες μετέβησαν ανά δύο προς τους εις προϋπάντησιν ελθόντας φίλους των. Όσον διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος, βλέπων την προς αυτόν σπουδήν και προσπάθειαν και των δύο κομμάτων, αντιπροσωπευομένων επισήμως από τον Λάμπρον τον Βατούλαν και από τον Μανόλην τον Πολύχρονον, εθεώρησε τώρα παρά ποτε βεβαιοτέραν την επιτυχίαν και ασφαλεστέραν την θέσιν του. Επίστευε δε, ότι αμφότερα τα κόμματα, Ανδρογυνοχωρίστρες και Χαλασοχώρηδες, θα τον εψήφιζαν μονοκούκι, ώστε και αν εμειονοψήφει εις τους άλλους δήμους, εδώ όμως θα έβγαινε παμψηφεί.

Όχι τόσον ροδίνας τας προβλέψεις, παρά τας παχείας υποσχέσεις, τας οποίας ελάμβανον, είχαν ο Καψιμαΐδης και ο Αβαρίδης. Ούτοι οι δύο εθεωρούντο παρά πάντων ως υποψήφιοι παραπληρωματικοί· οι δυνατώτεροι δ’ εκ των τεσσάρων ήσαν ο Γεροντιάδης και ο Αλικιάδης. Άλλως δε, ήξιζαν, κατά κοινήν ομολογίαν ν’ αντιπροσωπεύσωσιν οι δύο ούτοι την επαρχίαν. Ο Γεροντιάδης είχε διαπρέψει ήδη ως βουλευτής, αρνηθείς παν ρουσφέτιον εις τους μη στενούς φίλους, διά να υπηρετήσει τα γενικά του έθνους συμφέροντα. Ο δε Αλικιάδης είχε διατελέσει και αυτός βουλευτής άλλοτε και είχε διακριθεί. Δεν ήτο άνθρωπος να πηγαίνει στα χαμένα. Ήθελε «σίγουρες δουλειές». Ήτον ικανός να εξοδεύσει και δέκα πέντε χιλιάδας και είκοσι χιλιάδας διά να επιτύχει. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής, θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας το ολιγώτερον. Α! ήτο πολύ «κουλοπετσωμένος». Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίσει υπάλληλον, θα του έλεγε «μ’ δίνεις τα μισά;», πριν αποφασίσει να δώσει μπιλιέτο. Νέτα σκέτα, «σίγουρες δουλειές». Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστεί από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμές, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψει εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις υπερεξοφλήσεως. Αλλ’ αυτά ήσαν δευτερεύοντα και ανάξια λόγου. Ό,τι απετέλει την δύναμιν του Αλικιάδου ήτο ο πόθος, υφ’ ου εφλέγετο, να φανεί χρήσιμος εις την εκτέλεσιν δημοσίων έργων της επαρχίας. Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευασθεί παρά την πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Από τώρα είχεν αρχίσει να συνεταιρίζεται κρυφά με τους εργολάβους. Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως. Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθεί σαφέστατα:«θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσεις από την ξύλευσιν του δάσους». Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς χαρακτήρας, ούς ηδύνατό τις να επιθυμήσει διά μεγάλην επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το παλάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωριάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθεί το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν απόφασιν «αμέτ Μουαμέτ», να βάλει τη δουλειά εμπρός. Α! δεν τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανεί χρήσιμος εις την επαρχίαν του.

* * *
Αφού έπιον διπλούς καφέδες κι εδέχθησαν προσρήσεις, οι πέντε υποψήφιοι μετέβησαν, ως είπομεν, έκαστος προς επίσκεψιν των φίλων. Ήσαν και οι πέντε υψηλοί, φραγκοφορεμένοι, ηλιοκαείς, με υψηλά καπέλα, τα οποία εφόρουν όλοι τόσον στραβά, ώστε το αριστερόν ωτίον εκαλύπτετο όλον και μόνον το δεξιόν ήτο ορατόν, ελευθέρως αναπτυσσόμενον. Τούτο ιδών είς των εντοπίων, θέλων να ευφυολογήσει ακαίρως λίαν, είπεν ότι και οι πέντε ήσαν «μ’ έν’ αυτί».

Ζ΄

Την πρωίαν της Παρασκευής, αφού έμειναν επί τεσσαράκοντα ώρας ψηφοθηρούντες και συνεννοούμενοι μετά των φίλων, ανεχώρησαν επιστρέφοντες εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας οι πέντε υποψήφιοι. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος είχεν εκφράσει την επιθυμίαν να μείνει κατά την ημέραν της εκλογής εν τω δήμω, ελπίζων να λάβει πλείονας ψήφους διά της παρουσίας του βασίζων την επιτυχίαν του επί της εν τω δήμω τούτω υπεροχής. Αλλ’ ο Λάμπρος ο Βατούλας, προς όν μεγάλην έτρεφεν υπόληψιν ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, μεθ’ όλας τας ραδιουργίας και διαβολάς, άς έβαλεν εις πράξιν προσπαθών να τον υποσκελίσει ο Μανόλης ο Πολύχρονος, ο Λάμπρος, λέγω, ο Βατούλας αντέστη λίαν επιμόνως και τον απέτρεψε, λέγων ότι, εκεί, εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, όπου είναι και οι περισσότεροι ψήφοι, ήτον αναγκαιοτέρα η παρουσία του, διά να μη τον ρίξουν κάτω ο Αβαρίδης και ο Καψιμαΐδης. Όσον απέβλεπε τα εδώ, αυτός, επιθέτων εις το στέρνον την χείρα, τον έπαιρνεν επάνω του. Από εδώ ήτο σίγουρος βουλευτής, του το έδιδεν εγγράφως· εκεί να κοιτάξει, πέρα εκεί, να μη τους φάνε, τα μάτια του τέσσερα. Ο Χαρτουλάριος επείσθη, δους τα πιστά εις τον Λάμπρον, και ανεχώρησε μετά των άλλων.

Την Παρασκευήν εσπέρας και το Σάββατον πρωί έφθασαν τρεις ή τέσσαρες βρατσέραι, μεταφέρουσαι εξ Ωρεών, Στυλίδος, Θρονίου και Βόλου δύο ή τρεις δωδεκάδες εκλογέων, τους οποίους απόστολοι των δύο κομμάτων εκπεμφθέντες προ ημερών είχον στρατολογήσει, πληρώσαντες αυτοίς εις βάρος των υποψηφίων τους ναύλους και τα χασομέρια των. Περί δε την δείλην του Σαββάτου επεχείρησαν και τα δύο κόμματα να κάμουν «επίδειξιν», ως να ήθελαν να γελάσωσιν αλλήλους, ότι είναι περισσότεροι ούτοι ή εκείνοι. Πρώτοι οι Χαλασοχώρηδες συνεκεντρώθησαν, όπως είχαν συμφωνήσει, εις το καφενείον του γερο-Ακούκατου. Λέγομεν συνεκεντρώθησαν μεταχειριζόμενοι απλώς συνήθη εις τον πολιτικόν λόγον λέξιν. Το αληθές είναι ότι η απόπειρα της συγκεντρώσεως διήρκει επί δύο ώρας, και ακόμη δεν είχαν συγκεντρωθεί. Μόλις ο Λάμπρος ο Βατούλας και δύο ή τρεις άλλοι συμβοηθοί του κατώρθουν να σύρωσι δέκα ή δώδεκα εκλογείς προς το καφενείον και μετ’ ολίγα λεπτά οι προσήλυτοι, αντί να αυξήσωσιν, ωλιγόστευαν, διότι ο εις επροφασίζετο ότι «θέλει να πάει ως το σπίτι για δουλειά, ως ότου να πεις κρεμμύδι έφθασε», ο άλλος εξεκλέπτετο χωρίς να είπει τίποτε κι έφευγεν από την άλλην πόρταν, διότι το καφενείον είχε δύο θύρας, την μίαν προς την αγοράν, την άλλην προς την συνοικίαν. Ολίγοι μόνον ήσαν οι φανεροί και φανατικοί, οι άλλοι υπέσχοντο, αλλά δεν ήθελαν να τα χαλάσουν με το άλλο κόμμα. Έπειτα και δεν είχεν ανατείλει ακόμη η ημέρα της εκλογής, ουδ’ είχαν αρχίσει ακόμη τα δύο «πρακτορεία» να εισάγουν και να εξάγουν τους ψηφοφόρους να τους ειπούν το «κρυφό», το οποίον ήτο απαραίτητον προ της ψηφοφορίας.

Και όταν εύκολον οπωσούν ήτο ν’ ακούσουν αύριον «το κρυφό» και από τα δύο κόμματα, διατί να κηρυχθούν σήμερον υπέρ του ενός; Διότι δεν ήτο συνήθεια να το λέγουν «το κρυφό» προ της ενάρξεως της ψηφοφορίας. Τα φυσέκια εμοιράζοντο εις τον στρατόν κατ’ αυτήν την ημέραν της μάχης, όχι από της παραμονής.

Τέλος μετά πολλής δυσκολίας, αφού εσυνάχθησαν μερικοί, απεφασίσθη να εκκινήσωσιν ηγουμένων κοκκίνων και λευκών σημάτων και των μουσικών οργάνων, βιολίου και λαγούτου και κλαρινέτου. Υπήρχεν ελπίς ότι καθώς η κυλιομένη σφαίρα της χιόνος, καθ’ όσον διήλαυνε διά των οδών, η διαδήλωσις θα επληθύνετο. Αλλ’ ολίγοι τινές έβαινον προς το μέρος της αγοράς, εκεί όπου έχει δώσει ο Λάμπρος ο Βατούλας οδηγίας εις τους μουσικούς και εις τους κρατούντας τα κοντάρια με τας χρωματιστάς οθόνας να κατευθυνθώσιν· οι άλλοι, οι περισσότεροι, διηυθύνοντο προς το αντίθετο μέρος, επιμένοντες ότι έπρεπε να στραφεί πρώτον ανά τας οδούς και τας συνοικίας της πολίχνης η διαδήλωσις, αν ήθελε να κάμει εντύπωσιν. Ίσως δεν ήθελον να διελάσωσι διά της αγοράς, όπως επεθύμει ο Λάμπρος, διά να μη εκτεθώσιν απέναντι των αντιθέτων. Μεγάλη δ’ έγινε σύγχυσις και ταραχή. Άλλοι ετραβούσαν απ’ εδώ, άλλοι απ’ εκεί.

Οι μουσικοί και οι σημαιοφόροι τα έχασαν, μη ηξεύροντες εις ποίους να υπακούσωσι. Περί τα εκατόν παιδία του δρόμου ανυπόδητα, τα οποία είχε στρατολογήσει προς μίαν πεντάραν το έν ο Λάμπρος ο Βατούλας, δεν έπαυσαν να φωνάζουν σπαρακτικώς: «Ζήτω οι καλοί πατριώτες! Ζήτω ο Αλικιάδης! Ζήτω η νοικοκυροσύνη!»

Τέλος ο Λάμπρος ο Βατούλας ηναγκάσθη να υποχωρήσει εις τους πολλούς, επιφυλαχθείς να μεθύσει τόσον κατά την ανά τας συνοικίας περιοδείαν τούς απροθύμους διαδηλωτάς, ώστε να τους φέρει οπίσω εις την αγοράν φανερούς και παραπαίοντας οπαδούς του χαλασοχωριτικού κόμματος. Ετήρησε δε τον ενδιάθετον όρκον του, όσον ηδυνήθη. Ανά τας συνοικίας υπήρχον πάμπολλα μικρά καπηλίδια και κατώγεια οινοπωλικά, τα οποία είχαν φυτρώσει έξαφνα ως μανιτάρια, άδηλον διατί. Εποχή της εσοδείας του νέου οίνου δεν ήτο, διά ν’ ανοίξωσι διά τρεις μήνας και είτα να κλείσωσι, τουναντίον η ενιαύσιος εσοδεία είχεν εξαντληθεί ήδη και ο τόπος εισήγεν έξωθεν τον οίνον. Αλλά φαίνεται ότι είχαν ανοίξει επίτηδες χάριν των εκλογών. Βοσκοί, πωλήσαντες τελευταίον τας προβατίνας των εις τον επιτήδειον περί τον εξαρρενισμόν των θηλέων χασάπην, αγωγιάται, έχοντες δεμένον τον όνον των απ’ αυτής της κρικέλλας του παραστάτου της θύρας του αυτοσχεδίου καπηλείου των, είχαν παραιτήσει το επάγγελμά των και ήνοιξαν μαγαζία χάριν των εκλογών. Δι’ όλων εκείνων των μερών εφρόντισε να διευθύνει την διαδήλωσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας και αι ολίγαι δαμετζάνες, όσας είχε πλήρεις παραπλεύρως των κενών και προς επίδειξιν μόνο τεταγμένων βαρελίων πας κάπηλος, εκενώθησαν προς τιμήν των υποψηφίων.

Εν τω χρόνω τούτω, ο Μανόλης και οι φίλοι του κατεγίνοντο να χορδίσωσι και αυτοί την διαδήλωσίν των. Είχον συναχθεί εις το μπακάλικο-εμπορικόν του Θόδωρου του Μοστροπούλου, Αρκάδος, αποπλανηθέντος εις τα μέρη εκείνα περί τους δεκαπέντε χρόνους, διά τους οποίους είχε παρασκευάσει γιουβέτσι ο Μανόλης, διά να πιάσει «μαγιά», και αφού τους εμέθυσεν, ήρχισαν αυθορμήτως τον χορόν και το τραγούδι. Επιάσθησαν επί της μικράς πλατείας έμπροσθεν του μαγαζίου και έστησαν τον χορόν, όστις εντός μιας ώρας ηύξησε κι εμεγαλύνθη κατά πολλάς δωδεκάδας, καθόσον πάμπολλοι, αυθόρμητοι ή καλούμενοι υπό του Μανόλη, προσήρχοντο διά να τους κεράσει, και αφού εδευτέρωναν και ετρίτευαν, επροσηλυτίζοντο και δεν εξεκολλούσαν πλέον. Ο Θόδωρος ο Μοστρόπουλος προ διετίας μόλις αποκατασταθείς εις το χωρίον είχε χωθεί όλος εις τα πολιτικά κι επιτηδεύετο μέγαν ζήλον και φανατισμόν υπέρ του κόμματος. Επέτα την σκούφιαν του κατά γης, την εδάγκανε, την εποδοπατούσε, επήδα και εχόρευε από την κομματικήν ζέσιν. Έρριπτε τας δεκάρας ασφαλώς εις το συρτάριον και όλα τα είδη του μαγαζίου τα είχεν ελεύθερα, εθυσιάζετο διά τους φίλους:«Ό,τι θέλετε, ό,τι θέλετε!».

Ούτω, αφού ηυξήθη μεγάλως η συνάθροισις, εξεκίνησαν προηγουμένης εκατοντάδος παιδίων, εκλαρυγγιζομένων να φωνάζωσι, μετά των οργάνων και των κυματιζουσών χρωματιστών οθονών. Η διαδήλωσις εξεκίνησεν εν είδει ορχήσεως κατ’ ευθείαν γραμμήν βαινούσης. Όπως ήσαν πιασμένοι εις τον χορόν, ούτως εκίνησαν εκ του υψηλοτέρου μέρους της αγοράς, διά ν’ ανέλθωσιν εις την ενορίαν. Άμα έκαμψαν την πρώτην ανωφερή γωνίαν, επί της παραλλήλου οδού εφάνη η αντίθετος διαδήλωσις κατερχομένη της άνω συνοικίας, προς την αγοράν βαίνουσα με τας κραυγάς των γυμνοπόδων παίδων·

- Ζήτω οι καλοί πατριώτες! Ζήτω η νοικοκυροσύνη!

Οι παίδες της δευτέρας διαδηλώσεως έκραζον αφ’ ετέρου·

- Ζήτω ο Γεροντιάδης! Ζήτω το τσαρούχι! Ζήτω οι ξυπόλυτοι!

- Τ’ ακούς, βρε Μιχάλη; είπεν είς των αγυιοπαίδων της πρώτης διαδηλώσεως προς τον παραπλεύρως αυτού βαδίζοντα ομήλικόν του, εμάς το φωνάζουν το ζήτω.

- Πώς το ξέρεις;

- Δεν ακούς που φωνάζουν ζήτω οι ξυπόλητοι!

- Τότες τι να τους φωνάζουμε κι εμείς;

- Φωνάζουμε κι εμείς ζήτω οι ξυπόλητοι;

- Όχι, να φωνάζουμε καλύτερα: Ζήτω οι ξ’σκιζάνηδες!

Και διά μιας εφώναξαν όλοι με καθαράν και διάτορον φωνήν·

- Ζήτω οι ξ’σκιζάνηδες!

- Σουτ, βρε! έκραξε προς τους παίδας ο Λάμπρος ο Βατούλας· και συγχρόνως, αποταθείς προς τους άνδρας, εξηγών ως ειρωνείαν τάχα την κραυγήν, είπε·

- Καλά τους εκορόιδεψαν οι διαόλοι.

Καθ’ όσον δε επλησίαζον εις την αγοράν οι τελευταίοι βαδίζοντες, οίτινες, φαίνεται, είχαν μείνει τελευταίοι επίτηδες, εβράδυνον έτι μάλλον το βήμα. Ο Λάμπρος, όστις υπώπτευε τους σκοπούς των, έστειλε δύο των στενωτέρων αυτώ να μεταβώσιν ουραγοί, όπως τους επιτηρώσιν. Αλλά μεθ’ όλην την επαγρύπνησιν ταύτην, εις την πρώτην καμπήν της οδού, πριν αρχίσωσι να κατέρχωνται το αντικρύζον την αγοράν μέγα λιθόστρωτον ανά δύο ανά τρεις οι τελευταίοι βαίνοντες, έμενον διά τινα αφορμήν οπίσω, έσκυφταν εις την πεζούλαν να δέσωσι τα λωρία των ή να ξεσκονίσωσι την περισκελίδα των, και είτα εξεκλέπτοντο, απεκόπτοντο από την διαδήλωσιν κι έφευγον δι’ άλλης οδού, μη θέλοντες να προβάλωσι κεκυρωμένοι οπαδοί του ενός κόμματος εις την αγοράν με όλην την μοναξίαν, ήτις επεκράτει εν ταύτη, μετά την αναχώρησιν των δυο διαδηλώσεων.

Απεσπάσθησαν ούτω πολλοί, σχεδόν οι ημίσεις των ανδρών. Όθεν, όταν η διαδήλωσις του Λάμπρου του Βατούλα έφθασεν εις την προκυμαίαν, έκαμεν εις όλους πενιχράν εντύπωσιν.

Εν τούτοις ο Λάμπρος εζήτησε να την αναζωπυρήσει διά του χορού και της μουσικής και οδηγών αυτός τον κάβο ήρχισε τον χορόν επί της πλατείας αποβάθρας και της προκυμαίας.

Μετά μίαν ώραν επέστρεψε και η δευτέρα διαδήλωσις και έστησε τον χορόν έξωθεν του μαγαζίου του Θόδωρου του Μοστροπούλου, υπέρ ποτε προθύμου και ενθουσιώσους οπαδού του κόμματος.

Προ της δύσεως δε του ηλίου, ο χορός εγενικεύθη καθ’ όλην την αγοράν, ώστε δεν υπήρχεν ανήρ ή παις, γερόντιον ή νεανίας, όστις να μη χορεύσει εκουσίως, ακουσίως, αυθορμήτως ή εντέχνως.

Τινές μάλιστα των γερόντων επέστρεψαν οίκαδε, βαδίζοντες «μπουντουβάρ μπενίμ, μπουντουβάρ σενίν», χάρις εις τας αφθόνους σπονδάς τας γενομένας προς τιμήν των κ.κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου, Χαρτουλαρίου και λοιπών. Και περί το μεσονύκτιον ακόμη, μετά τον πρώτον ύπνον, οι τοίχοι και τα πατώματα πάσης οικίας υφίσταντο τον αντίκτυπον του μανιώδους χορού της εσπέρας, χορεύοντες κατ’ αντανάκλασιν, ως να είχον συμπίει μετά των ιδιοκτητών των εκ του εκλογικού οίνου, του σπεισθέντος αναλώμασι των κ.κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου και συντροφίας.

Η΄

Ανέτειλε τέλος η ημέρα της εκλογής και το δημοτικόν σχολείον προς μεγίστην αγαλλίασιν των παιδίων, τα οποία εσχόλασαν ένεκα τούτου από της εσπέρας της Παρασκευής, είχε κοσμηθεί με δύο μικρά κιβώτια φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίας, βαναυσουργείς, μετ’ ακόμψων πιττακίων, φερόντων των υποψηφίων τα ονόματα. Ο κυρ-Αγγελής ο Μαλλίνης επερίμενεν ανυπομόνως την ημέραν ταύτην πότε να ανατείλει. Προ δέκα ετών ακόμη μετήρχετο ευδοκίμως τον δικολάβον, είχε δε υπηρετήσει και ως δημόσιος υπάλληλος. Αλλ’ έκτοτε η ανάδειξις νεωτέρων ανθρώπων, επιτρίπτων και παμπονήρων και η υπέρμετρος χρήσις του οίνου τον είχον καταστήσει απόμαχον. Από δεκαετίας δεν έκαμνε πλέον άλλο έργον, ειμή επερίμενε πότε να διαταχθώσιν εκλογαί δημοτικαί ή βουλευτικαί ή και των επαρχιακών συμβούλων, ή πότε να ενεργηθεί τοπική τις συμπληρωματική ή επαναληπτική εκλογή ένεκα θανάτου, παραιτήσεως ή ακυρώσεως, βέβαιος ων ότι η εφορευτική επιτροπή, εξ οιωνδήποτε και αν απετελείτο, αυτόν θα προσελάμβανεν ως γραμματέα. Είχεν αποκτήσει εις τούτο αδιαφιλονίκητον ειδικότητα και ήτο η μόνη ενασχόλησίς του. Ευτυχώς δεν είχε τέκνα, αυτός δε και η γραία του απέζων από τα τελευταία λείψανα των δανείων, τα οποία είχε λάβει επ’ υποθήκη τού αρτίως εκπλειστηριασθέντος ελαιώνος του ή από το αντίτιμον των δύο τελευταίων χωραφίων, τα οποία είχεν ο ίδιος πωλήσει. Τον παλαιόν καιρόν, ότε η εκλογή ήτο τετραήμερος, ήτο λίαν ευάρεστος δι’ αυτόν, διότι και καλύτερον μισθόν ελάμβανε και πλείονα δείπνα ειστιάτο υπό της φιλοτιμίας των υποψηφίων, αντιπροσώπων και λοιπών προσφερόμενα.

Αυτός και ο πρόεδρος της επιτροπής, ο γέρων αγωνιστής Νιαουστεύς, διηγούντο προς αλλήλους τας παλαιάς αναμνήσεις των εκλογών επί Όθωνος εξυμνούντες την επί της πρώτης βασιλείας ακμήν και ζωτικότητα, ταλανίζοντες την σημερινήν νάρκην και αηδίαν. Τον παλαιόν καιρόν αι εκλογαί εγίνοντο με όρεξιν, με πείσμα και με μυθιστορικάς πολλάκις περιπετείας.

Εις τας ημέρας του γέροντος προέδρου, ότε εις τας δημοτικάς εκλογάς εψηφοφόρουν οι μάλλον φορολογούμενοι, ήρκει να λάβει τις είκοσι πέντε ψήφους νοικοκυραίων διά να γίνει δήμαρχος· δεν εχρειάζετο, καθώς σήμερον, να ψηφίζωσιν όλοι οι παρακατινοί, όλοι οι εξωμερίτες, όλες οι τσοπανοφλοέρες. Και αν τυχόν ηπειλείτο ισοψηφία και χωρικός τις έχων ψήφον εδείκνυτο σκληροτράχηλος και δεν ήθελε να τα γυρίσει, τον έκλεπταν, τον ήρπαζον, τον απήγον, τον έκρυπτον εις ασφαλές μέρος, όπου έτρωγε και έπινεν εκτάκτως, παχυνόμενος επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας, εωσότου παρέλθουν αι εκλογαί. Είτα τον άφηναν ελεύθερον. Ούτω πως εξησφαλίζετο η επιτυχία του δημάρχου, όν ήθελεν η τάξις των φρονίμων να εκλέξει. Εις τας βουλευτικας εκλογάς πάλιν, αν και εψηφοφόρουν πολλοί, το καλόν ήτο ότι δεν εχρειάζοντο σφαιρίδια, ίσχυον τα ψηφοδέλτια. Τοιαύτα μικρά δελτάρια χάρτου είς καλός γραμματεύς ηδύνατο να συντάξει πεντακόσια εις δύο ώρας. Επ’ αυτών έγραφε τα ονόματα των υποψηφίων, ούς ήθελε, χωρίς καν να ερωτήσει τον ψηφοφόρον τίνας επιθυμεί να εκλέξει. Και εις τον κατάλογον των ψηφοφορησάντων δεν ήτο ανάγκη να εγγράφονται πάντοτε ονόματα ζώντων. Διά της προσθήκης διακοσίων ή τριακοσίων ψηφοδελτίων επ’ ονόματι ισαρίθμων συχωρεμένων, ο δήμαρχος και η επιτροπή ηδύναντο να κεραυνοβολήσωσι τους αντιπάλους, πλάσσοντες αυτοί αντιπροσώπους ούς ήθελον. Εάν όμως οι αντίθετοι τους διέβαλλον επί κιβδηλεία και πλαστογραφία εύκολον ήτο να εξαφανίσωσι παν ίχνος, εισορμώντες διά του παραθύρου εις τον τόπον της εκλογής, κλέπτοντες διά της νυκτός την μοναδικήν και ευμετακόμιστον, με το χάρτινον φορτίον της, κάλπην και καταστρέφοντες αυτήν και το περιεχόμενον, συγχρόνως δε υπογράφοντες αναφοράν προς τον κύριον νομάρχην και παρακαλούντες αυτόν ευσεβάστως να διατάξει νέας εκλογάς, «επειδή οι αντίθετοι βλέποντες την αποτυχίαν των, εξηφάνισαν την κάλπην».

Ο γέρων πρόεδρος υψηλός, ευθυτενής, ογδοηκοντούτης, πάσχων την όρασιν, αναμασών διά χιλιοστήν φοράν τας αναμνήσεις ταύτας, επλησίασε προς το κιβώτιον των καλπών κι έκυψε να ίδει αν αι κάλπαι ήσαν καλώς συνδεδεμέναι, αν η σιδηρά ράβδος είχε προσαρμοσθεί και σφραγισθεί καλώς. Δεν ήτο βέβαιος αν θα έβλεπε καλώς αυτός, ήθελε μόνον να τον ίδωσιν οι άλλοι ότι καλώς επιβλέπει. Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμέναι όπως ήσαν διά του χονδρού σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκαί και μαύραι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δέσμιους με την αυτήν άλυσιν, κύπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν αγγαρείαν εις τον ναύσταθμον. Ο γέρων πρόεδρος έκυψεν επί της μιας πλευράς του πλάτους του κιβωτίου και επί της άλλης κι εκοίταξε διά μακρών τας αρτίως επιτεθείσας σφραγίδας κι επί του στήθους του εκρότησαν ελαφρώς τα παράσημα. Έφερε το αριστείον του αγώνος αργυρούν και δύο αργυρούς σταυρούς του Σωτήρος. Είχε παρακαλέσει προ πολλού ένα συνηλικιώτην του αρχαίον ναυτικόν, όστις είχε ρίψει ολίγα τουφέκια υπό τον Καρατάσον και πολλές κανονιές υπό τον Κριεζήν και ήτο κάπως γνησιώτερος αγωνιστής από αυτόν, να τον απαλλάξει ενός σταυρού του Σωτήρος λέγων ότι, αφού κατά λάθος η κυβέρνησις τον ενεθυμήθη δις «ημπορούσε να τον φορεί αυτός και το ίδιον ήτο». Αλλ’ ο παράξενος γέρων του απήντησεν ότι δεν εξαναμωράθη ακόμη και «δεν του αρέσουν τα λιλιά». Το βέβαιον είναι ότι κατά τινα χύσιν παρασήμων, γενομένην ου προ πολλού, επ’ ευκαιρία δεν ενθυμούμαι ποίας εορτής, η Κυβέρνησις έστειλεν εις τον κύριον Νιαουστέα τον αργυρούν σταυρόν του Σωτήρος, τον οποίον ο γέρων είχεν από του 1883. Αλλ’ η πρώτη απονομή είχε λησμονηθεί μη τηρουμένων καταλόγων, ως φαίνεται. Έκπληκτος ο κ. Νιαουστεύς έλαβε το δώρον και δι’ αναφοράς παρεκάλεσε το υπουργείον να τον προβιβάσει, αν ευαρεστήται, εις τον χρυσούν σταυρόν. Αλλ’ ουκ ην φωνή, ουκ ην ακρόασις. Τότε ο Νιαουστεύς ηναγκάσθη ν’ αρκεσθεί εις τους δύο αργυρούς και εις πάσαν εορτήν, βασιλικήν ή θρησκευτικήν, τους εκρέμα επί του στήθους και τους δύο, σήμερον δε, ημέραν εκλογής, αφού μάλιστα ήτο και πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής, θέσις ήτις δεν του εφαίνετο μικροτέρα από την του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθήκον του ενόμισε να εμφανισθέι εις τον τόπον της εκλογής φορών τα παράσημά του.

Κατά την τοποθέτησιν των καλπών περί της αλφαβητικής τάξεως προκειμένου, ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης, μέλος της εφορευτικής επιτροπής, όχι διότι εμερολήπτει υπέρ του ενός κόμματος είτε υπέρ του άλλου, αλλ’ εξ ευσυνειδησίας διδασκαλικής, απήτει να τεθεί πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου και δευτέρα η του Αβαρίδου λόγω ότι η ορθή γραφή του ονόματος είναι Αυαρίδης, διά διφθόγγου, το δε αλ προηγείται του αυ. Ισχυρίζετο δε ότι η παραγωγή της λέξεως δεν είναι εκ του αβαρία, καθόσον τότε θα ήτο Αβαριάδης, ούτε εκ του αβαρής δύναται να είναι, διότι δεν δύναται να φαντασθεί τις υποψήφιον βουλευτήν, όστις να μην έχει την απαιτουμένην βαρύτητα. Ο κ. Αβαρίδης μάλιστα δεν παρουσιάζετο πρώτην φοράν τώρα ως υποψήφιος ότε δεν εφαίνετο να έχει και πολλάς πιθανότητας επιτυχίας, αλλ’ είχεν εκλεγεί άλλοτε και διατελέσει δις βουλευτής. Την τελευταίαν φοράν μάλιστα, κάποιος εν Αθήναις, ιδών αυτόν μια των ημερών αναγινώσκοντα εν καφενείω τα πρακτικά της συνεδριάσεως της προτεραίας εν τη Νέα Εφημερίδι, τον ηρώτησεν αν δεν ήτο παρών εις την συνεδρίασιν. «Όχι, ήμουν» απήντησεν ο κ. Αβαρίδης «αλλά καλύτερα τα γράφει εδώ». Είναι αληθές ότι κατά την σύνοδον εκείνην, ως και καθ’ όλην την περίοδον, δεν είχε καλοχορτάσει τον ύπνον επί των εδωλίων της αιθούσης των συνεδριάσεων. Μόλις έκλειε τους οφθαλμούς, και γείτων συνάδελφος, λίαν υποχρεωτικός, πολιτικός φίλος, τον εξύπνα αποτόμως σείων αυτού τον βραχίονα και του εσύριζεν εις το ούς μίαν λέξιν πάντοτε: ναι ή όχι. Σχεδόν κάθε δέκα λεπτά εγίνετο ψηφοφορία. Κοπιωδεστάτη υπήρξεν η σύνοδος εκείνη. Τα νομοσχέδια επέπιπτον σωρηδόν ως βροχή, ως χάλαζα κι ετάραττον τον ύπνον του αγαθού επαρχιώτου. Μόλις απεκοιμάτο κι ετάραττον τον ύπνον του εμφανιζόμενα ως «αναβάται και τριστάται», ως άμαξαι τέθριπποι, ως στρατεύματα παρελαύνοντα εν ήχω σαλπίγγων, εν βοή και αλαλαγμώ. Φοβεράς αναμνήσεις του είχεν αφήσει όλη η σύνοδος εκείνη. Και τώρα, αν επαρουσιάζετο πάλιν κι εζήτει τας ψήφους των συμπολιτών του, αυτός δεν καλοήθελε, άλλοι τον είχαν παρακινήσει. Τοιαύτα τινά διηγείτο προχθές, όταν επεσκέφθη τον δήμον μετά των συνυποψηφίων του. Διά τούτο και ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης δεν ενόμιζεν ότι τον έβλαπτεν, αν μετέθετε δευτέραν την κάλπην του. Το όνομα είναι σύνθετον, είπεν, εκ του αύος-ξηρός και αρίς-το σκέλος. Αλλά και εκ του αμπάρι, Αμπαρίδης, αν είναι, και ο κάτοχος του ονόματος ηθέλησε να το εξελληνίσει κατά το έθος (καθ’ ον τρόπον ο ίδιος ο ελληνοδιδάσκαλος, έλεγεν, είχεν ένα μαθητήν, Μπογιατζήν καλούμενον, τον οποίον εξηυγένισεν εις Βοϊαζίδην), πάλιν το αλ προηγείται του αμ. Τοιαύτα τινά ισχυρίζετο ο διδάσκαλος. Ο πρόεδρος δε, ο γέρο-Νιαουστεύς, όστις εφρόνει τα των Χαλασοχώρηδων και ήτο ευνοϊκός προς τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην, χωρίς να εννοεί καλά-καλά τα διδασκαλικά επιχειρήματα, έσπευσε να τον δικαιώσει και ήτο έτοιμος να διατάξει όπως τεθεί πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου, μεταβαλλομένης της ορθογραφίας του ονόματος του Αβαρίδου επί της πινακίδος της οικείας κάλπης. Ουδ’ εσυλλογίσθη μάλιστα ότι η αριθμητική τάξις των καλπών και η ορθογραφία των ονομάτων ήτο έργο διοικητικής αρχής και ότι, αν έπραττεν αυθαίρετόν τι η επιτροπή, λόγους μόνον ακυρότητος θα εδημιούργει και λαβήν προς ενστάσεις θα παρείχεν. Ο γέρο-Νιαουστεύς δεν εχώνευε τον Αβαρίδην, συνεπάθει δ’ εξόχως προς τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην. Τον δεύτερον μάλιστα εξετίμα πολύ και αν ήτο εις το χέρι του, θα ετοποθέτει πρώτην όχι την κάλπην του Αλικιάδου αλλά την του Καψιμαΐδου, τον οποίον είχεν επονομάσει τις «το άρτυμα της παρέας των υποψηφίων». Εβεβαίουν, όσοι τον είχαν πλησιάσει, ότι τα ενδύματά του ή ο ιδρώς του απέπνεον παχύ άρωμα αφρογάλακτος και βουτύρου.

Ήτο λίαν ευδόκιμος διοικητικός υπάλληλος και διωρίζετο κατ’ εκλογήν ιδίως εις τας βουτυροφόρους επαρχίας. Ίσως απέκτησε την οσμήν ταύτην εκ της πολυχρονίου αναστροφής μετά κτηνοτρόφων και τυροκόμων, των οποίων τα συμφέροντα μετά ζήλου επροστάτευε. Προ δύο ετών ακόμη, ότε ήτο διωρισμένος, είχε λάβει ποτέ ενός μηνός άδειαν όπως μεταβεί εις την πατρίδα του. Ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, όστις τον παρέλαβεν εις το κότερον από τινος παραλίας της Φθιώτιδος, τον είδε να μπαρκάρει φέροντα ολόκληρον δωδεκάδα δερματοτυρίων και δύο κολοσσιαίους πίθους βουτύρου. Ήρχετο εκ τινος πολυθρέμμονος επαρχίας και δεν είχε νομίσει αξιοπρεπές να υπάγει «με άδεια χέρια» εις την πατρίδα του. Ήτο λίαν καλοφορεμένος και σεβαστός κύριος και ο κυβερνήτης του κοτέρου τον έβλεπε διά πρώτην φοράν.

- Κάνεις το εμπόριο των τυριών του λόγου σου; τον ηρώτησεν ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι.

- Όχι, είμαι έπαρχος, απήντησε μετά σοβαράς υπεροψίας ο κ. Καψιμαΐδης…

- Α! κατάλαβα…

Και δεν αντήλλαξαν πλέον λέξιν καθ’ όλον τον πλουν. Τούτον λοιπόν τον Καψιμαΐδην θα επεθύμει να βάλει πρώτον τη τάξει ο γέρο-Νιαουστεύς, ο και πρόεδρος, αντί του Αβαρίδου, αντί του Αλικιάδου αυτού. Αλλ’ η πλειονοψηφία της επιτροπής, ήτις ανήκε εις τους Ανδρογυνοχωρίστρες και υπεστήριζε τον Γεροντιάδην και Αβαρίδην, αντέστη, και ούτως έμεινε πρώτη η κάλπη του Αβαρίδου.

Θ΄

Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου και η μία θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον, οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή κάγκελλα, αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί, οι εκλογείς ήκουον «τον κρυφό το λόγο», εφωδιάζοντο με δύο ή τρία «φυσέκια» και εξήρχοντο διά της άλλης θύρας, όπου ο Λάμπρος ο Βατούλας τους προέπεμπεν επιτηρών αυτούς, διά να βλέπει, αν θα μετέβαινον κατ’ ευθείαν εις τον τόπον της εκλογής. Οι πλείστοι, είτε διότι είχαν επισκεφθεί ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη «κουκουλόσπορο», επήγαιναν κατ’ ευθείαν· μερικοί όμως, ενώ εκαμώνοντο ότι επερίμεναν να εύρουν σειράν διά να εισέλθουν, με τρόπον «το έστριβαν». Τότε ο Λάμπρος ο Βατούλας προσεποιείτο γενναιοτέραν αγανάκτησιν παρ’ όσην πράγματι ησθάνετο. Διότι δεν ήτο και πολύ ευχαριστημένος κατά την ημέραν εκείνην της εκλογής.

Τούτο δε, διότι οι ίδιοι άνθρωποι του κόμματός του τον είχον διαβάλει παρά τω Αλικιάδη και Καψιμαΐδη, ευρόντες λαβήν την φανεράν προσπάθειαν και τον ζήλον, όν εδείκνυεν ο Λάμπρος προς τον Χαρτουλάριον, προτιμών τούτον μάλλον ως βουλευτήν ή ενδυναμώνων, διά της προς αυτόν παρεχομένης ανωφελούς άλλως συνδρομής, τους Γεροντιάδην και Αβαρίδην. Όθεν οι δύο υποψήφιοι οι υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος των Χαλασοχώρηδων, τείναντες το ούς εις τας διαβολάς ταύτας, απέσυραν από του Λάμπρου μέρος της προς αυτόν παρεχομένης εμπιστοσύνης και έδωκαν τα πιστά εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον, εις χείρας τού οποίου ενεπιστεύθησαν και τα εκλογικά έξοδα.

Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος «καλός νοικοκύρης», εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου ισόβιος, τόσον, ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η καλή του τύχη «εψωμόφαγε» μετ’ ολίγας εβδομάδας δύο των προ αυτού πλειοψηφησάντων και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν συμβούλιον ως ενεργόν μέλος.

Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι ήξευρε να κάμνει «ευκολίας» εις τους χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του αλωνίου. Είχεν όλας τας αρετάς του μύρμηγκος και υπερείχεν αυτού κατά μίαν, ότι ήτο δανειστής. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε την μεγάλην τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν έλαιον ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην, όπου είχεν αραδιασμένας περί τας δύο δωδεκάδας μεγάλους πίθους κτιστούς, ασβεστωμένους και χωμένους εις την γην. Περίεργον δε ότι, ενώ τα σταθμά του μαγαζίου του ήσαν όχι λιποβαρέστερα ή των άλλων παντοπωλών, τα μέτρα της αποθήκης του εφημίζοντο ως σωστά και μάλιστα ως πρόσβαρα.

Δι’ όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς «το διάφορο κεφάλι», είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ’ έλειψαν έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο τρέφοντες προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των είναι και οι προστάται των. Ο ίδιος, όστις επώλησε χθες τον βουν ή τον αγρόν του δείνος γεωργού, ο ίδιος θα δανείσει αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώσει, επιφυλαττόμενος μετ’ ου πολύ να του πωλήσει την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά τινα χρόνον, ότε δεν θα έχει πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο προστάτης θα τον μισθώσει, όπως καλλιεργεί αντί ευτελούς αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή άμπελον. Και ούτω αληθεύει κοινή τις παροιμία λεγομένη περί της λάσπης, εις την οποίαν, όσον προσπαθεί ν’ απαλλαγεί τις, τόσον βαθύτερα χώνεται, ή περί της ψώρας, ήτις όσον μοχθεί να την εξαλείψει τις, τόσον πληθύνεται. Το αυτό και χειρότερον συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να απαλλαχθεί του πρώτου καλοθελητού, ορφανευμένος από τον βουν και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και άμπελον. Θα αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και τύραννον αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό σύστημα με την επί το χείρον διαφοράν προς ζημίαν του χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος τρόπος θα ήτο να καταφύγει ο χωρικός εγκαίρως προς τον δικολάβον. Αλλ’ ο δικολάβος είναι το χείριστον κακόν. Θα εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον έπειθε να ψευδορκήσει, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της δικομανίας και της φυγοπονίας και θα του έτρωγεν επίσης τον βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον.

Εις τούτον λοιπόν τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον είχαν δώσει πάσαν εμπιστοσύνην ο Αλικιάδης και ο Καψιμαΐδης, παραγκωνίσαντες τον Λάμπρον Βατούλαν, όστις, πλην του πλεονεκτήματος των πλησίον του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου εκδηλώσεών του, εζήτησε να παρηγορηθεί κατ’ άλλον τρόπον και εκ του μέρους τούτου. Την ημέραν της εκλογής, παρουσιαζόμενος κάθε τέταρτον, κάθε είκοσι λεπτά εις το πρακτορείον, εισερχόμενος, εξερχόμενος, δρομαίος, πολύφροντις, σπογγίζων επί του μετώπου τον ιδρώτα με λευκόν λινομέταξον μανδήλιον, εισέβαλλεν οπίσω από τα κάγκελλα, διέκοπτεν αποτόμως πάσαν συνεννόησιν ή διαπραγμάτευσιν του Στεριωμένου μετά ψηφοφόρων ή ψηφοθηρών, έκυπτεν εις το ους του, του ωμίλει και εις απάντησιν ο κυρ-Μανουήλος πότε μορφάζων, πότε στενάζων, πάντοτε σκυθρωπός, τού έθετεν εις την παλάμην άλλοτε έν, άλλοτε δύο δεκάρικα, δύο ή τρία φυσέκια χαλκίνων κερμάτων και ο Λάμπρος επί ατμού αμέσως έφευγεν, ετρέπετο δεξιά ή αριστερά προς τον δρόμον της συνοικίας, διά να επανέλθει και πάλιν μετά είκοσι λεπτά ή ημισείαν ώραν. Ιδού τι συνέβαινεν. Ο Λάμπρος την ημέραν εκείνην είχε βάλει εις πράξιν την μέθοδον «των κρυφών εκλογέων». Διηγείτο εκάστοτε εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον ότι είχε δύο εκλογείς, δύο σίγουρους ψήφους, κρυφούς, οι οποίοι ως νοικοκυραίοι άνθρωποι, βλέπεις, πτωχοί και υπερήφανοι εσυστέλλοντο να παρουσιασθώσι φανερά εις το «πρακτορείον» διά να πάρουν λεπτά. Ο κυρ-Μανουήλος προσεποιείτο ότι τον επίστευε· δεν ηδύνατο ν’ αρνηθεί απολύτως την πληρωμήν, καθόσον δεν είχεν οδηγίας να φθάσει έως εκεί από τον Αλικιάδην και τον Καψιμαΐδην.

Εφρόντιζε μόνον ως καλός διαχειριστής και ως καλύτερος έμπορος «να κόφτει» κάτι τι από τας απαιτήσεις του Λάμπρου. Εάν εκείνος εζήτει εικοσιπεντάρικον, ο κυρ-Μανουήλος έδιδεν έν δεκάρικον και δύο φυσέκια των τεσσάρων δραχμών· εάν του εζήτει δύο δεκάρικα, έδιδε δύο πεντάρικα και έν φυσέκιον μ’ εξήντα πεντάρες. Ο Λάμπρος εγόγγυζεν εκάστοτε λέγων ότι «δεν θα ταιριασθούν οι άνθρωποι με τόσα», ο δε Μανουήλος εμορμύριζεν εν σπουδή:«Κοίταξε να τους καταφέρεις, δεν έχουμε πολλά λεπτά». Και ο Βατούλας ελάμβανε τα χρήματα κι εκινείτο να εξέλθει.

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος τον εκράτει τότε και απήτει να του είπει τουλάχιστον τα ονόματα των «κρυφών εκλογέων», διά να τα σημειώσει εις το κατάστιχον, αλλ’ ο Λάμπρος διεμαρτύρετο με τόνους αισθηματικούς, πρόθυμος να κοκκινίσει αυτός, διά να παράσχει δείγμα του πώς θα εκοκκίνιζαν οι πελάται του κι έλεγε: «δεν κάνει να εκθέσουμε τους ανθρώπους· τότε καλύτερα να λείπει»! Κι ενώ αι χείρες αι κρατούσαι τα χαρτονομίσματα και τας δεσμίδας των κερμάτων ετείνοντο μακραί προς στιγμήν, ως διά να επιστρέψωσι τα χρήματα εις το γραφείον του Μανουήλου, με βλέμμα εναγωνίου προσδοκίας παρακολουθούντος την κίνησιν, αίφνης αι χείρες αύται εχώνοντο βραχείαι εις τα θυλάκια της ιδίας περισκελίδος του, αποθέτουσαι τα χρήματα εκεί.

Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν του σχολείου, αλλ’ όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν, επειδή ήτο δύσκολον απ’ αυτού του πρακτορείου να επιτηρώσι τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανόλης ο Πολύχρονος ένευε συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύει ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους εμβιβάζει με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνει ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους προέπεμψεν όπως ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι, με όλην την μέθην ήν είχον τινές αυτών, εστενοχωρούντο και διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας πάν’ έτσι;». Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων μη απαξιούντες να λάβωσι «βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, αν και δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ’ εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστρες. Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρον μέρος το λευκόν ή ερυθρόν σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον.

Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις και τέσσαρας. Είχαν φέρει επί κραβάτου και τον γερο-Κώσταν τον Γιουλάρην, δυστυχή παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήσει υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου, βασταζομένου επί φορείου υπό τριών ρωμαλέων ανδρών, εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην, αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβεί εικοσάκις εις την πόλιν και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχον τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν και ούτως επείσθη να έλθει. Κατήλθε περί την μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν του, μη εμπιστευόμενος να το αφήσει προς ώραν εις την φροντίδα άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως εις τα πρόθυρα του σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής κρατών και την πήραν του ανηρτημένην υπο την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν’ αφήσει την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε την επιτροπήν και τους παρεστώτας, ειπών «γεια σας». Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως και συρίξας συνήγαγε το αιπόλιόν του και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ.

Οι Ανδρογυνοχωρίστρες έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, ον από εβδομάδος δεν έπαυσαν εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθει να διακρίνει το λευκόν και το μέλαν της κάλπης, αποστηθίσει δε και των υποψηφίων τα ονόματα. Έδωκαν προσέτι τρία παλαιά σβάντζικα αυστριακά εις τον μαστρο-Δημητρόν τον Λογαριασμόν, όστις δεν είχε μάθει ν’ αναγνωρίζει άλλο νόμισμα, όπως ψηφοφορήσει υπέρ των ιδικών των. Είχε προσαχθεί το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του «αποκαής» ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην και δεν εχρειάσθη περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύσει εντελώς. Τον είχε προσαγάγει, μέγαν επιδεικνύων ζήλον, ως νεοφώτιστος υπέρ του κόμματος, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και οδηγών αυτόν τον επαρουσίασεν εις τον Μανόλην. Δεν ετύχομεν ευκαιρίας να είπωμεν ότι οι δύο εμπιστευμένοι φίλοι, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Κ’σάφους, τα είχαν γυρίσει εν τω μεταξύ αμφότεροι. Τώρα ο Γιάννης ήτο υπέρ των Χαλασοχώρηδων, διότι είχεν εύρει εκεί, φαίνεται, το συμφέρον του, ο δε Κωνσταντής είχε μεταστεί προς τους Ανδρογυνοχωρίστρες απλώς διότι τα είχε γυρίσει ο Γιάννης. Ούτω καθίστατο προβληματικόν του λοιπού και το σπουδαίον στοίχημα, το οποίον τους ηνάγκασε να στοιχηματίσωσιν ο Μανόλης ο Πολύχρονος, καθ’ α ιστορήσαμεν εν τη εισαγωγή της παρούσης πραγματείας.

Περί την μεσημβρίαν δε ήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μόσκοβος, παλαιός ναυτικός, μικρόσωμος, ταχέως και δυσκρινώς ομιλών, ψημένος από την θαλασσίαν άλμην, μελαψοκοκκινισμένος από τας τρικυμίας του πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρόφαια μαλλία περί τους κροτάφους και δύο στοίβας χονδρών και ακανθωδών τριχών περί τας γνάθους. Εξελθόντα του πρακτορείου, ο Μανόλης ο Πολύχρονος έκαμεν απόπειραν να τον συνοδεύσει μέχρι του τόπου της εκλογής, προσπαθών ν’ αρχίσει μετ’ αυτού ομιλίαν επί τετριμμένου θέματος·

- Ε! πώς τα βλέπεις τα πράματα, μπαρμπα-Στεφανή;

- Πώς θέλεις να τα βλέπω, εμορμύρισε δυσφορών ο παλαιός θαλασσινός.

- Απ’ το άλλο κόμμα σκύλιασαν… Δεν είδες τι πηλάλα την έχουν;

- Ας πα να σκυλιάσουν όλοι, έγρυξεν ο μπαρμπα-Στεφανής.

- Εγώ λέω θα τους ρίξουμε κάτω, επανέλαβε, κατά βήμα παρακολουθών αυτόν βαδίζοντα, ο Μανόλης.

Αίφνης στραφείς προς αυτόν ο μπαρμπα-Στεφανής·

- Για να σου πω, κυρ-Μανόλη, του είπε με την ραγδαίαν και όχι πολύ καθαρεύουσαν προφοράν του· μη θαρρείς πως είμαι βολικό πράμα, για να με μπαρκάρεις εσύ στο σκολειό μέσα;… Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις…οι άνθρωποι δεν είναι μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάτει από δω, μπάτει από κει…μη σας χρειάζεται ακόμα κανένας κάβος, καμμιά γούμενα, για να μας δέσετε, μη μπας και σας σκαπουλάρουμε;…τίποτες αμπάσες μούδες μη θέλετε, για να μας αρμενίζετε πρύμα; Καλούμα από δω, όρτσα από κει, φούντα εκεί! Εμένα, για να σου πω, εύκολα-εύκολα δεν μπορείς να με σκαντζάρεις με το μυαλό το δικό σου. Ίσα τρίγκο, ίσα παρουκέτο, μάινα μπαμπαφίγκο! Για καμμιά τσομπανοφλοέρα μ’ επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα; Αβάρα! Σία! Ανοιχτά!

Ο Μανόλης δεν ηδυνήθη να μη γελάσει κι έσπευσε να απαλλάξει τον μπαρμπα-Στεφανήν της φορτικής συνοδείας του.

Ι΄

Ήτο δειλινόν ήδη και το πολύ των επιδημούντων εκλογέων είχε ψηφίσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερικοκκιάν και συκήν και απιδέαν, είχον στρωθεί από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος. Καίτοι διαφόρων ηλικιών κι επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες και το είχαν στρώσει εκεί, ουδ’ είχαν σκοπόν να υπάγουν να ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, περιφερομένη από αυλακιάς εις αυλακιάν, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλώρης, από τεσσαρακονταετίας δεν είχε παύσει να καλλιεργεί τον κήπον, αλλ’ ενώ όλον τον χρόνον τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ-Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κι εγίνοντο από δυο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος εχώνετο έως τις μασχάλες, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον λαιμόν. Αλλ’ από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είναι οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε ένα παλαιόν δημώδες δίστιχον, το εξής·

Σκόρδα, πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι
ο Νιανιός θα θυσιάσει για να βγάλει βουλευτή.

Εις τας παραμονάς δε εκάστης εκλογής, εάν ο ιδιοκτήτης ηρώτα απλώς τον μπαρμπα-Νικόλαν αν την φοράν ταύτην θα είναι με το αυτό κόμμα, ο γέρων κηπουρός εφουρκίζετο τόσον, ώστε άφηνε τον κήπον έρημον και έφευγεν, εωσού μετά τας εκλογάς επήρχετο η συνδιαλλαγή και η επάνοδος εις τον κήπον. Δις ή τρις ο κυρ-Χαράλαμπος είχεν αποπειραθεί ν’ αντικαταστήσει τον κηπουρόν, αλλά μόνον διά ν’ αποδειχθεί ότι ούτε αυτός και ο κήπος του ημπορούσαν να κάμουν χωρίς τον μπαρμπα-Νικολόν, ούτε ούτος χωρίς τον κυρ-Χαράλαμπον και τον κήπον του.

Την εξαιρετικήν ταύτην κατάστασιν επωφελούμενοι οι πέντε εγκάρδιοι φίλοι έκοπτον μόνοι των, χωρίς να κρατώσι λογαριασμόν, όσα αγγούρια ήθελαν, είχαν δε αδειάσει ήδη ολόκληρον δαμιτζάναν του αντικρινού καπηλείου ως μόνον πρόγευμα έχοντες χλωρές πιπεριές και τομάτες με άλας. Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι, με χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσες και καρδιές μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Εκ της αφορμής ταύτης απεδείχθη ότι καλώς είχε προβλέψει ο κάπηλος φροντίσας να γεμίσει εκ νέου την κενωθείσαν δαμιτζάναν. Ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής ήτο εν ευθυμία και μετά μικρόν ήρχισε να τραγουδεί τα οικεία αυτώ παλαιά μερακλίδικα τραγούδια·

Απ’ τα πολλά μου βάσανα κι απ’ τα πολλά μου πάθη
σ’ ένα δενδρί ακούμπησα κι εκείνο εμαράθη.

Και πάλιν:

Όλοι κακό μου θέλουνε, οι πέτρες και τα ξύλα,
σαν ακουμπήσω σε δενδρί, μαραίνονται τα φύλλα.

Οι άλλοι συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικαί λέξεις υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι και πάντοτε αυταί·

- Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;

- Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε…

- Χωρίς πεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.

- Ας φέξει!

- Χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι.

- Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.

- Τι λες και συ, Άγγουρε;…που να ρημάξει το κεφάλι σου!

- Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.

- Θέλουμε και προικιά.

- Το τράχωμα, που λένε.

- Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ… Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν τις μαύρες…

- Μη μπας και θα με διορίσει εμένα σε θέση ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι ο Αλικιάδης τους;

- Ή ο Αβαρίδης κι ο Γεροντιάδης;

Έως εδώ ήτο η συνομιλία των πέντε εγκαρδιακών φίλων, όταν εισήλθε διά τρίτην φοράν ήδη ο Μανόλης ο Πολύχρονος. Εχαιρέτησε την παρέαν, εστάθη ολίγον παράμερα υπό την σκιάν δένδρου και καλέσας διά νευμάτων τον μπαρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Γιαννιόν τον Κάβουραν, ήρχισε να ομιλεί διά μακρών ζωηρώς και με πολλάς χειρονομίας προς αυτούς. Εκείνοι επανειλημμένως ανένευαν. Ο Μανόλης έσεισε την κεφαλήν και απεμακρύνθη βραδέως υποσχόμενος ότι θα επανέλθει.

Μόλις είχεν εξέλθει ούτος κι επαρουσιάσθη ο Λάμπρος ο Βατούλας. Εκάλεσε και ούτος τον μπαρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Δημήτρην τον Ζάβαλον και ήρχισε να τους ομιλεί. Αλλά μετά πολλάς προσπαθείας απήλθεν άπρακτος.

Ο μπαρμπα-Γιώργος επανελθών προς τους ιδικούς του, ανεκοίνωσεν αυτοίς τας προτάσεις αμφοτέρων των ψηφοκαπήλων. Εκείνοι επεδοκίμασαν την απάντησιν, ην είχε δώσει ο γερο-Απίκραντος.

- Ό,τ’ κάμ’ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλά καμωμένα, είπε και ο Κώστας ο Άγγουρος.

Όσον διά τον γερο-Λευθέρην τον Κουσερήν, ούτος δεν έπαυσε να τραγουδεί τα παλαιά μερακλίδικα τραγούδια του.

Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήσει μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχει πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος.

Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής: θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες και θα έδιδαν τας λοιπάς 10, ως και τα τσαρούχια, εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. «Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα-Γιώργης.

Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβεί εις δραχμάς 170 μετρητάς, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου και ζεύγος τσαρουχίων διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής.

Βραδύτερον, περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχίων, παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες και 10 δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν’ αναφέρωσι το ποσόν.

Ούτος καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο εικοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον.

Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκατό είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν εννόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.

Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος εχαμήλωνεν.

Από μιας ώρας δεν είχε παρουσιασθεί εις την θύραν του περιβόλου κανείς απεσταλμένος ούτε του ενός ούτε του άλλου κόμματος. Οιονεί διά σιωπηλής συμφωνίας τους άφησαν να παραδοθώσι διά της ολιγωρίας και δι’ αναγκαστικής απραξίας.

Τέλος, περί την έκτην ώραν, όταν ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, εφάνη εισελθών και βαίνων δρομαίως προς την στέρναν εγγύς της οποίας το είχαν στρωμένον οι πέντε φίλοι, εξ ων ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Άγγουρος είχαν αποκοιμηθεί επί της παχείας φυλλάδος, ήτις τους είχε χρησιμεύσει ως τάπης και ως τράπεζα, ενώ οι λοιποί τρεις ησχολούντο περιτρώγοντες τα τελευταία λείψανα του συμποσίου και παρηγορούμενοι διά της φλάσκας, της επτάκις γεμισθείσης ήδη από της δαμιτζάνας του γείτονος καπήλου, εφάνη, λέγω, βαίνων προς την στέρναν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος, αυτοπροσώπως.

Φαίνεται ότι μετά τας πολλάς ανωφελείς αποπείρας τας γενομένας διά του Λάμπρου του Βατούλα ηθέλησε ο ίδιος να πραγματευθεί προς τους πέντε συνωμότας. Επλησίασεν. Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος και ο Δημήτρης ο Ζάβαλος εσηκώθησαν και μετέβησαν όπισθεν του μαγγανοπηγάδου, όπου τους ένευσε να τον ακολουθήσωσι.

Κατόπιν τούτων, απρόσκλητος ηκολούθησε και ο Γιαννιός ο Κάβουρας. Όσον διά τον γερο-Κουσερήν και τον Άγγουρον, ούτοι εξηκολούθησαν να κοιμώνται πλησίον αλλήλων, εναμίλλως ρέγχοντες.

Την ιδίαν στιγμήν, εις εκατόν πεντήκοντα βημάτων απόστασιν, όπισθεν της λιθίνης αιμασιάς και του επιστέφοντος αυτήν από τρικοκκιές φράκτου, εφάνη προκύψασα η κεφαλή του Μανόλη του Πολύχρονου.

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ωμίλει ταπεινή τη φωνή και μετά χειρονομιών προς τους τρεις φίλους. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος μετά συντόνου προσοχής κατασκοπεύων όπισθεν του φράκτου, αδύνατον ήτο ν’ ακούσει λέξιν αλλ’ εννόει πολύ καλά τι ελέγετο εκεί, παρά το μαγγανοπήγαδον.

Ο γερο-Απίκραντος απήντα εκάστοτε εις τας προτάσεις του κυρ-Μανουήλου τείνων λίαν εκφραστικώς τας χείρας. Οι άλλοι έσειον τους ώμους.

Ο κυρ-Μανουήλος εφαίνετο ανυπόμονος και ομιλών άμα, έκαμνε βραχείς περιπάτους περί το μαγγανοπήγαδον. Δύο ή τρεις φοράς έβγαλεν από την τσέπην του γελέκου το ωρολόγιόν του, το εκοίταξε κι εφαίνετο λέγων προς τους τρεις εταίρους ότι η ώρα περνά και ότι πρέπει να σπεύσωσι.

Τέλος, αφού περιέφερε βλέμμα εις τους τέσσαρας φράκτας και εις τας τέσσαρας γωνίας του κήπου, εστράφη προς το μαγγανοπήγαδον, έβγαλεν από την εσωτερικήν τσέπην του επενδύτου μικρόν φάκελλον και τον ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον.

Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος έλαβε τον μικρόν φάκελλον και στραφείς προς τους συντρόφους του, ήρχισε να διερευνά το περιεχόμενον.

Ο κυρ-Μανουήλος, αφού είπεν ολίγας τεελυταίας λέξεις, εστάθη ολίγον τι παράμερα και εφαίνετο περιμένων. Ο Ζάβαλος και ο Κάβουρας αφού εξήλεγξαν το περιεχόμενον του φακέλλου, έτρεξαν προς την στέρναν υπό τα μεγάλα δένδρα, όπου εκοιμώντο οι δύο σύντροφοί των.

Έκυψαν, έσεισαν τους ώμους των και τους εξύπνησαν.

Ο Κώστας ο Άγγουρος, μόλις εξυπνήσας, έτριψε τους οφθαλμούς και δεν ανεσηκώθη αλλ’ εσήκωσε τον πόδα, διά να ιδεί αν εφόρει τα τσαρούχια τα οποία ωνειρεύετο.

Ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής εξύπνησε μετά ψιθυρισμού ατελώς διασκεδασθείσης μέθης και ήρχισε να τραγουδεί το προσφιλές αυτώ άσμα·

Σ’ ένα δενδρί ακούμπησα κι εκείνο εμαράθη…

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος εξηκολούθει να περιμένει ολίγα βήματα απωτέρω.

Οι δύο υπνηλοί εσηκώθησαν, ετινάχθησαν και οι σύντροφοί των τους έβρεξαν τα πρόσωπα με νερόν από την στέρναν.

Οι πέντε άνδρες ητοιμάσθησαν, ετίναξαν τα ενδύματά των, εφόρεσαν έκαστος το έν μανίκι της τσάκας του ή της σουρτούκας του.

Ο κυρ-Μανουήλος είπε: Πάμε! κι εστράφη προς την θύραν. Οι πέντε φίλοι τον ηκολούθησαν.

Συγχρόνως ο Μανόλης ο Πολύχρονος, όστις δεν έπαυσε να κατασκοπεύει μετά συντόνου προσοχής τα συμβαίνοντα όπισθεν του φράκτου, εστράφη τρέχων προς την πρώτην καμπήν της οδού κι έγινε άφαντος.

ΙΑ΄

… Τώρα, δεν τους βλέπεις και τα δύο κόμματα διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν των λογιστηρίων; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάρες;

Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν του γέροντα χωρικόν, όστις, εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων, είχε σταθεί ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον έσχισε κι εμέτρα, διά να ίδει αν ήσαν σωστές οι δεκάρες. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: «Τέσσαρες δραχμές βάσταξ’ η ψυχή του;… τέσσαρες, όχι παραπάνω… έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, εξ, εφτά, οχτώ, εννιά… μία δραχμή… Έχουμε και λέμε…» Κι επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.

- Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.

- Τους βλέπω, απήντησεν ο ομολητής του.

- Λοιπόν, αύριον, να έχεις όρεξιν ν’ ακούεις τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είναι εν αποτυχία θα χαλάσουν τον κόσμον με τις φωνές, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής, λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτει η συνείδησις επί τω ότι και αυτοί μετήλθον το αυτό μέσον. «Ουδέ φοβούνται τον Θεόν, ότι εν αυτώ κρίματί εισι».

- Δι’ αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσεις; ηρώτησεν ο άλλος.

Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος, παρεπιδημών προς καιρόν εν τη νήσω. Ο δε εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν, ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος. Ήτο υψηλός, υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον, μελαψός, με αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του, περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει και μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν.

- Όχι δι’ αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το πρακτικόν και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου και δεν θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα τοιούτο τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθείς αλλ’ ουδέ να μ’ εννοήσεις και μου αποδώσεις εν μέρει δίκαιον τουλάχιστον. Απλώς σου λέγω ότι παραιτούμαι δικαιώματος το οποίον δεν με ωφελεί, ουτ’ εμέ ούτε τους άλλους. Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βλελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ’ εμέ, φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν.

- Το μικρότερον κακόν; επανέλαβεν ο ξένος.

- Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν. Μην ακούεις μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι’ όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής ως διεξαχθείσης τη βοηθεία της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είναι παντός ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτει εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.

Διατί δε και τινές των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι’ ούς φαίνεται ότι πληρούται δευτέραν φοράν εις βάρος μας η κατάρα, την οποίαν ο Θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου τον Ισραήλ λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών –διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι τόσον κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθει, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί. «Κυάμων απέχεσθε!»

Ο Χριστός είπεν: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά»

Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε «Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ;» Διότι ο Μαμμωνάς είναι ισχυρός, ο κραταιότατος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.

- Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος.

- Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα, εφ’ ω κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ’ ιδού επανέρχομαι εις το προκείμενον. Ο λόγος, δι’ όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είναι ότι ως είδος εκλογικής διαφθοράς την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είναι η εν πρυτανείω σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είναι και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είναι και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είναι και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ του θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; Ποίος είναι πλέον γαλαντόμος;

- Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.

- Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η δωροδοκία είναι καλόν τι, λέγω ότι είναι το ολιγώτερον κακόν. Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράσει ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθεί. Πριν κατέλθει εις τον αγώνα, θα υποδυθεί την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέσει την δημοτικότητα ως κόθορνον. Θα φροντίσει ν’ αποδώσει μέρος των όσων ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ των δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος, όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κι επιδεξιώτερον τον κόθορνον.

Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είναι δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγεννήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.

Υπόθεσε, φίλε, ότι σ’ εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γίνεις βουλευτής διά να υπηρετήσεις το έθνος. Διά να επιθυμήσεις τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ’ είσαι άραγε εις θέσιν να ηξεύρεις πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είναι χορτάτοι και πόσοι δεν είναι; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είναι πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας διά να γίνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινές, εις, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγει άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύει την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχει την δύναμιν να ίσταται και να βαδίζει, πώς απαιτείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγει να ψηφοφορήσει εις την κάλπην σου και να σου δώσει μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είναι, αφού θα λάβει τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσεις τουλάχιστον να φάγει δι’ εκείνην την ημέραν.

Εάν δεν του δώσεις χρήματα, θα του προσφέρεις γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είναι; Ή θα του στείλεις κατ’ οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσεις εγκαίρως συ, θα σε προλάβει ο αντίπαλός σου, όστις θα φορεί τον κόθορνον της φιλανθρωπίας αμφιδεξιώτερον.

Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρωνται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην αν θα γίνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είναι χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα, φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ’ αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλαντίου των.

Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα; Πράγμα το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν. Και ούτως επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. «Ουδέν κακόν άμικτον καλού». Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα.

- Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.

- Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γίνει τις υπουργός, βουλευτής γείτονος επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, οι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθεί εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μάς ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθεί επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρρπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσεις ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού, παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον, διά να γεννηθεί το θρέμμα το καλούμενον επιφανής και ούτως απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητος μέχρι της ώρας. Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ’ εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη ας μη μετέχει του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος. «Κυάμων απέχεσθε…»

ΙΒ΄

Οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο Γιαννιός ο Κάβουρας και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, είχον εκκινήσει, ως είπομεν, εκ του κήπου, όπου είχον συμποσιάσει και ευθυμήσει επί πολλάς ώρας, και κατήρχοντο εν πομπή εις τον τόπον της εκλογής διά να ψηφοφορήσωσιν, ηγουμένου του κυρ-Μανουήλου του Στεργιωμένου, όστις καίτοι μη βλέπων αυτούς όπισθεν ακολουθούντας, έβλεπεν όμως τους ήσκιους των μηκυνομένους υπό τας τελευταίας ακτίνας του δύοντος ηλίου, προς ανατολάς όπου εβάδιζον και τους εμέτρει επιμελώς και τους εύρισκε πέντε. Ενίοτε όμως, βαίνοντος του ενός των εταίρων όπισθεν του άλλου, οι ήσκιοι των συνεχωνεύοντο εις δύο ή τρεις και τότε ανησύχει κι εστρέφετο αποτόμως να ίδει. Αλλ’ ο Μανόλης ο Πολύχρονος, τον οποίον κανείς εξ όλων δεν είχεν ιδεί κατασκοπεύοντα όπισθεν του φράκτου, είχε προπορευθεί αυτών κατά πολύ κι είχε φθάσει έξωθεν του δημοτικού σχολείου. Εκεί εκάλεσεν εις την θύραν τον κυρ-Ανδρέαν τον Απίκον, έν των μελών της επιτροπής και του εσύριξεν ολίγας λέξεις εις το ούς.

Ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος και δύο άλλα μέλη απετέλουν την πλειοψηφίαν της επιτροπής και ήσαν αφωσιωμένοι εις τους Ανδρογυνοχωρίστρες. Ευθύς ως ήκουσε την ανακοίνωσιν του Μανόλη ο κυρ-Ανδρέας, έσυρε το ωρολόγιον εκ της μικράς τσέπης του περιστηθίου του και κρατών αυτό εις την παλάμην, επανήλθεν εις τους συναδέλφους του καθημένους περί την τράπεζαν, με τον Αγγελήν τον Μαλλίνην εν τω μέσω, όστις με την πέναν εις την χείρα εσημείωνεν έν όνομα εκλογέως κάθε τέταρτον της ώρας και εν τω μεταξύ εφλυάρει κι εκάπνιζεν ογκωδέστατα τσιγάρα, τα οποία ελάμβανεν αυτοδικαίως από τους αντιπροσώπους και αναπληρωτάς των υποψηφίων.

- Κύριοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, η ώρα είναι επτά και πέντε· καιρός να κηρύξωμεν την λήξιν της ψηφοφορίας, να κλείσωμεν το κιβώτιον των καλπών, να συντάξωμεν το πρακτικόν και να ετοιμασθώμεν διά την διαλογήν.

Έσυραν όλοι τα ωρολόγιά των. Τα ωρολόγια των άλλων μελών της πλειοψηφίας εδείκνυον του ενός επτά παρά τρία, του ετέρου επτά παρά εννέα. Το ωρολόγιον του προέδρου κυρίου Νιαουστέως εδείκνυε επτά παρά είκοσι. Τέλος το ωρολόγιον του ελληνοδιδασκάλου, κ. Μυροκλείδου, εδείκνυε έξ και δέκα οκτώ λεπτά.

Προ τριών ετών το δημοτικόν συμβούλιον είχε φιλοτίμως ψηφίσει, ο κ. Νομάρχης είχεν ευαρεστηθεί να εγκρίνει και ο κ. Δήμαρχος είχεν επιμεληθεί δραστηρίως να κατασκευασθεί μαρμαρίνη μεριδιάνα υψηλά επί του τοίχου του Ελληνικού σχολείου του βλέποντος προς μεσημβρίαν ακριβώς. Τη βοηθεία της μεριδιάνας εκείνης εκανόνιζεν έκτοτε ο ελληνοδιδάσκαλος το ωρολόγιόν του. Αλλ’ οι μάγκαι του σχολείου πριν αρχίσει το μάθημα ή ευθύς ως ήθελον σχολάσει, είχον εύρει τερπνήν ενασχόλησιν το να ρίπτωσι λίθους εκεί υψηλά εις το λευκόν και χαρακωμένον με πολλάς μαύρας γραμμάς μάρμαρον και είχον καταστήσει σκοπόν των πετροβολημάτων των το λεπτόν σιδηρούν πέταλον, το χρησιμεύον ως δείκτης της μεριδιάνας. Όθεν δεν είχον παρέλθει ολίγαι εβδομάδες και το λεπτόν σιδηρούν πέταλον εστράβωσεν ελεεινά και αντί να δεικνύει μεσημβρίαν, εδείκνυε μίαν και ημίσειαν ώραν, κανείς δε δεν είχε φροντίσει εν τω μεταξύ να το διορθώσει ή το αντικαταστήσει. Ο ελληνοδιδάσκαλος εν τούτοις προσεπάθει του λοιπού να κανονίζει το ωρολόγιόν του μάλλον κατά συμπερασμόν και δεν εβασίζετο πολύ εις την μεριδιάναν, ήτις ίστατο εκεί υψηλά, αρχίσασα να μαυρίζει εν μέρει από την βροχήν και την υγρασίαν, πολλώ δε μάλλον από τας κηλίδας των βωλοκοπημάτων των μαθητών, ομοία με εκλογικόν πρόγραμμα, το οποίον εκόλλησαν υψηλά, διά να το σώσουν από τα λασποβολήματα των διαβατών.

Διά να μη μας μεμφθώσι δε ότι κάμνομεν κατάχρησιν της ελευθερίας των παρομοιώσεων, θα προσθέσωμεν ότι ολιγώτερον τολμηρόν θα ήτο να παραβάλει τις το άτυχον εκείνο ηλιακόν ωρολόγιον με πρόσωπον υποψηφίου βουλευτού, ωχρόν κι ελεεινόν εκ της αϋπνίας ή εκ του φόβου της αποτυχίας, υποψηφίου κολλημένου σύρριζα εις τον τοίχον, στριμωγμένου όπισθεν του ανοικτού καλύμματος του κιβωτίου των καλπών, επαιτούντος εν συντριβή καρδίας τας ψήφους των εκλογέων με ορθήν ή λοξήν την ρίνα με χάσκον το στόμα δεικνύοντος, κατά το τραϊάνειον επίγραμμα, τας ώρας εις τους προ των καλπών διαβαίνοντας ψηφοφόρους[2].

Αλλ’ ιδού ήγγιζε ήδη το πέρας της αγωνίας των υποψηφίων, της ανησυχίας των κομματαρχών και ψηφοθηρών και της ενοχλήσεως τόσου κόσμου, και ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, φιλάνθρωπος λίαν, απήτει να προβώσιν εις την διαλογήν μίαν ώραν αρχήτερα.

Το πράγμα δεν ήρεσεν εις τον πρόεδρον, τον γερο-Νιαουστέα, όστις ολίγην ευχαρίστησιν είχεν αισθανθεί εκ της προεδρίας του καθ’ όλην την ημέραν. Διότι δεν ήτο αληθώς πρόεδρος ειμή της μειονοψηφίας της επιτροπής, ήτοι του ελληνοδιδασκάλου κ. Μυροκλείδου. Η πλειονοψηφία, απειθής, αχαλίνωτος, τον αντέπραττεν, έκαμνεν «του κεφαλιού της», ως να μην ήτο αυτός πρόεδρος.

- Δεν είναι ακόμα ώρα, κυρ-Ανδρέα, είπεν ο κ.Νιαουστεύς. Από τώρα να κλείσουμε;

- Είναι επτά και πέντε, αντέλεξεν ο Απίκος.

- Είναι επτά παρά είκοσι, επέμενεν ο πρόεδρος.

- Κι εγώ έχω επτά παρά τρία, είπε το άλλο μέλος της επιτροπής.

- Κι εγώ επτά παρά δέκα.

- Κι εγώ έχω έξ και δεκαοκτώ, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.

- Είναι επτά η ώρα, επέμεινεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος. Δεν βλέπετε που ο ήλιος εβασίλεψε! Εις τας επτά γράφει και το πρόγραμμα.

- Γράφει εις τας επτά και είκοσι δύο λεπτά, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.

- Ως που να κλείσουμε τις κάλπες και να υπογράψουμε το πρακτικό θα πάει εφτάμιση.

- Εγώ είμαι ο πρόεδρος, είπεν αγερώχως ο κ. Νιαουστεύς.

- Ημείς είμαστε η πλειονοψηφία.

Ο κυρ-Ανδρέας έσπευδε και δεν ήθελε πολλά λόγια. Έστρεφε από καιρού εις καιρόν βλέμμα προς την θύραν, ως να επερίμενε δυσάρεστόν τι εκείθεν. Φαίνεται ότι η ανακοίνωσις του Μανόλη του Πολύχρονου απέβλεπε τους πέντε εμπιστευμένους φίλους, τους οποίους ωδήγει όπως ψηφίσωσιν υπέρ του αντιθέτου κόμματος ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.

- Δεν με μέλει τόσο για την διαλογή αν θ’ αργήσει, είπε με τόνον ειλικρινείας ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος· αρκεί να κλείσουν οι κάλπες για να ησυχάσουμε.

- Είναι και άλλοι να ψηφοφορήσουν, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος, όστις, ενώ το πρωί επεδείκνυεν αμεροληψίαν, έως την εσπέραν είχε καταντήσει βαθμηδόν να φανατισθεί υπέρ των Χαλασοχώρηδων.

- Δεν είναι άλλοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας. Αλλά και αν είναι, ο κύριος πρόεδρος ας κάμει το χρέος του και ας διατάξει τον τελάλη να φωνάξει τρεις φορές, πριν κλείσομε τις κασέλες. Ορίστε, κύριε πρόεδρε. Αλλοιώς, θα διατάξει η πλειονοψηφία.

- Θα διατάξετε τον πρόεδρον;

- Θα διατάξομε τον τελάλη.

- Και πού ηκούσθη αυτό, να προστάττει η πλειονοψηφία τον πρόεδρον; ήρχισε ν’ απαγγέλλει εν είδει λογυδρίου ο ελληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε αλλότρια δικαιώματα. Φατριάζετε. Δεν σέβεσθε τους γεροντοτέρους σας. Ο κύριος πρόεδρος… ο κύριος πρόεδρος, κύριοι, είναι…

- Κήρυξ, εφώναξε προς την θύραν στραφείς ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος βλέπων ότι η ώρα παρήρχετο.

Ο κήρυξ, όστις ανήκε φαίνεται εις τους Ανδρογυνοχωρίστρες, μυρισθείς ότι κάτι τον ήθελαν, είχε πλησιάσει προς την θύραν.

- Κήρυξ, επανέλαβεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε δυνατά τρεις φορές, όποιος είναι για να ψηφοφορήσει να ‘ρθεί, γιατί θα κλείσουμε τις κάλπες.

Ο κήρυξ επανέλαβε διά τον τύπον τρις, χύμα και με νυστασμένην φωνήν:«Όποιος δεν εψηφοφόρησε να τρέξει αμέσως, γιατί θα κλείσουν οι κάλπες».

Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν σπουδή παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του ελληνοδιδασκάλου εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων.

- Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή.

Ο κήρυξ ήνοιξε το στόμα όπως εκτελέσει την διαταγήν ταύτην, όταν εις την θύραν του σχολείου εφάνη ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ακολουθούμενος υπό των πέντε αχωρίστων φίλων, των περί τον Κουσερήν και τον Απίκραντον.

- Πώς! αρχίζει η διαλογή; εψέλλισε με ηλλοιωμένον το πρόσωπον ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.

- Φώναξε! υπέγρυξε προς τον κήρυκα ο κυρ-Ανδρέας, ευθύς ως είδε τα νέα εμφανισθέντα πρόσωπα.

Ο κήρυξ εφώνησεν: «Η ψηφοφορία ετελείωσε, κύριοι! άρχεται η διαλογή…».

Εν τω μεταξύ εστάλη έγγραφον προς τον Ειρηνοδίκην, αντιπρόσωπον του Επάρχου, όπως ευαρεστηθεί να προσέλθει, διά να πρωτοστατήσει εις την διαλογήν.

Ο πρόεδρος και ο ελληνοδιδάσκαλος εκόντες άκοντες υπέγραψαν το έγγραφον τούτο ως και το πρακτικόν της λήξεως της ψηφοφορίας.

* * *

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος διεμαρτύρετο από της θύρας κι έστελλεν απειλητικά βλέμματα προς τον Απίκον. Ο κυρ-Ανδρέας του απήντα διά περιφρονητικού μειδιάματος.

- Τώρα; είπεν ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος.

- Τώρα… δεν θα ψηφοφορήσετε πλέον…αργήσατε πολύ να το αποφασίσετε…ποιος σας φταίει;…και σας παρακαλώ πολύ να μου δώσετε πίσω εκείνα που σας έδωσα…ετραύλισεν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.

- Και τι φταίμε εμείς;…τα δοσμένα είναι καλώς δοσμένα…υπέλαβεν ο Γιαννιός ο Κάβουρας.

- Και ό,τι πάρουμε δεν τα ξαναδίνουμε πίσω, προσέθηκεν ο Δημήτρης ο Ζάβαλος.

- Και δε μου δώσατε κι εκείνα-δα τα τσαρούχια που μου ‘πατε, παρετήρησεν ο Κώστας ο Άγγουρος.

- Κοίταξε, μπαρμπα-Γιώργη, πράγγα το χέρι σου, μη σε καταφέρει και του τα δώσεις πίσω, είπεν ο Κάβουρας περισφίγγων εκείθεν τον Απίκραντον, φόβω μη ούτος εξ ευσυνειδησίας επιστρέψει τον γνωστόν φάκελλον οπίσω.

Ο γερο-Κουσερής είχε πέσει εις σκέψεις και ηρέμα ανένευε διά της κεφαλής. Εφαίνετο της γνώμης ότι έπρεπε να επιστραφεί ο φάκελλος.

* * *

Όταν ήλθεν ο αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής και ήρχισεν η διαλογή, ηκούετο ακόμη η λογομαχία των έξ ανθρώπων έξωθεν του σχολείου. Ύστερον εγνώσθη ότι εξευρέθη μέσος όρος κι επήλθε συμβιβασμός, τον οποίον διά το ασκανδάλιστον ηναγκάσθη να παραδεχθεί ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.

Εξήχθη το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης, ψηφοφορησάντων 498 (ο κατάλογος είχε διπλασίους, αλλ’ οι ημίσεις των εκλογέων ήσαν εν διαρκεί αποδημία)· ο Αβαρίδης Δημήτριος έλαβεν εις το ναι ψήφους 289 και εις το όχι 209.

Δεύτερον εξήχθη το αποτέλεσμα της κάλπης του Αλικιάδου Παναγιώτου (συγγραφεύς, όστις εστοχάσθη να γράψει ηθογραφικήν μελέτην επί εκλογικού θέματος, οφείλει να είναι ο αυτός και υποψήφιος κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας), όστις έλαβεν εις το ναι ψήφους 263 και εις το όχι ψήφους 237, ευρεθέντων και δύο πλεοναζόντων σφαιριδίων, τα οποία αφηρέθησαν εκ του ναι, εν ω κατελογίσθησαν ψήφοι 261.

Τρίτη ηνοίχθη η κάλπη του Γεροντιάδου Κωνσταντίνου, λαβόντος εις το ναι ψήφους 317 και εις το όχι ψήφους 182, ευρέθη δε και έν πλεονάζον σφαιρίδιον, αφαιρεθέν εκ του ναι (=316).

Τέταρτον αποτέλεσμα εγνώσθη το της κάλπης του Καψιμαΐδου Θεοδώρου, λαβόντος ψήφους 243 εις το ναι και 245 εις το όχι.

Πέμπτη τέλος ηνοίχθη η κάλπη του Χαρτουλαρίου Ιωάννου, τιμηθέντος διά ψήφων 154 εις το ναι και 344 εις το όχι.

* * *

Την αγγελίαν ενός εκάστου των αποτελεσμάτων υπεδέχετο έξω ο λαός δι’ επευφημιών, δι’ αλαλαγμών και καγχασμών ευθυμοτάτων.

Την αυτήν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας έσπευσε να τηλεγραφήσει εις τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον πολλά συγχαρητήρια και πολλά εγκώμια διά τον εαυτόν του, λόγω ότι καίτοι μόνος υπηρετών αυτόν, πρώτην φοράν εκτεθέντα ως υποψήφιον, καίτοι πολεμούμενος λυσσωδώς από δύο ισχυρότατα κόμματα, κατώρθωσεν ουχ ήττον να του δώσει τόσας ψήφους.

Μετ’ ολίγας ώρας ήλθε τηλεγραφικώς το γενικόν της επαρχίας αποτέλεσμα και πολλοί τενεκέδες εβρόντησαν ως συνήθως εις βάρος των αποτυχόντων Καψιμαΐδου, Αβαρίδου και Χαρτουλαρίου.

Εξελέχθησαν δε ευτυχώς βουλευταί της επαρχίας ο κ. Γεροντιάδης διά ψήφων 1239 και ο κ. Αλικιάδης διά ψήφων 1158 απέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εις τους τέσσαρας δήμους.

Και ούτω διπλούν επήλθε κέρδος. Πρώτον ησύχασε προς καιρόν ο κόσμος και δεύτερον δεν εκλείσθη το στάδιον των δύο προμνημονευθέντων πολιτευτών, οίτινες έμελλον να συνεχίσωσιν επί μίαν εισέτι περίοδον τας διακεκριμένας υπηρεσίας των, ο είς διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα, ο έτερος διά τα δημόσια έργα της επαρχίας.

(1892)


Το πήρα από την έκδοση του Γ. Βαλέτα. Έκανα αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, αλλά απέρριψα κάμποσες διορθώσεις της, προτιμώντας τις γραφές του Βαλέτα. Η έκδοση του Ν.Δ.Τ. εκσυγχρονίζει αρκετά την ορθογραφία, εγώ προχώρησα περισσότερο (μονοτονικό, υποτακτική κτλ.).

Αντί για «κοντραπούντους» της πρώτης δημοσίευσης και των προηγούμενων εκδόσεων, ο ΝΔΤ διορθώνει σε «κοντραμπάντους» που το ερμηνεύει στο Γλωσσάρι «λαθρέμποροι, πειρατές». Νομίζω ότι αυτοί λέγονται «κοντραμπαντιέρηδες». Τι μπορεί να σημαίνει το «κοντραπούντους» δεν το ξέρω, ίσως κάτι σχετικό με το «πούντους» (πόντους που λέμε σήμερα).

Ξ΄σκιζάνηδες είναι οι κουρελήδες.

Μπουντουβάρ μπενίμ, μπουντουβάρ σενίν είναι τούρκικα (γι’ αυτό προτιμώ τη γραφή του Βαλέτα παρά τη διόρθωση του ΝΔΤ) και σημαίνει «Αυτός ο τοίχος δικός μου, εκείνος ο τοίχος δικός σου», σαν περιγραφή του βαδίσματος των μεθυσμένων.

[1] ρουβάδα (το επίθετον ρουβός, ρουβονιά, ρουβοκαμωμένος, ρουβοστασ’νός, ρουβόνιακας· το ρήμα ρουβοφέρνω) καλείται παρ’ ημίν η παρά τοις Ψαριανοίς και άλλοις λεγομένη ακακιά, η ελαφράτητα δηλαδή και αβλαβεστέρα μορφή της βλακείας, οιονεί αγροικία τις μετά χάριτος και σκαιότης μετ’ αφελείας. Εμυθολογούντο δε οι κάτοικοι της μιας των νήσων ως έχοντες πλείονα των άλλων νωσιωτών ρουβάδαν. (υποσημ. του συγγραφέα)

[2] Το επίγραμμα τούτο αποδίδεται εις τον αυτοκράτορα Τραϊανόν:
Αντίον ηελίου στήσας ρίνα και στόμα χάσκων,
δείξεις τας ώρας πάσι παρερχομένοις.



ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ: Οι σελίδες του Νίκου Σαραντάκου http://www.sarantakos.com/

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_xalaso.html






.