.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑ ΚΥΚΛΙΚΑ ΕΡΕΙΠΙΑ – ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ



And if he left off dreaming about you...
Through the Looking-Glass, IV
Κανένας δεν τον είδε όταν ξεμπάρκαρε μέσα στην κατασκότεινη νύχτα, κανένας δεν είδε το κανό από μπαμπού που χωνόταν στην ιερή λάσπη, μα, λίγες μέρες αργότερα, όλοι ήξεραν ότι ο σιωπηλός άνθρωπος ερχόταν από τα νότια κι ότι η πατρίδα του ήταν ένα από τ' αμέτρητα χωριά που βρίσκονται προς τις πηγές του ποταμού, στην απότομη πλαγιά του βουνού, εκεί όπου η γλώσσα ζενδ δεν έχει διαβρωθεί από τα ελληνικά και σπανίζει η λέπρα. Το βέβαιο είναι ότι ο μουντός εκείνος άνθρωπος φίλησε τη λάσπη, σκαρφάλωσε στην όχθη χωρίς να παραμερίσει (ίσως χωρίς να αισθανθεί) τα κοφτερά χαμόδεντρα που του πλήγωναν τη σάρκα και γλίστρησε, ζαλισμένος και ματωμένος, ως τον κυκλικό περίβολο που πάνω του δεσπόζει ένα πέτρινο άλογο ή τίγρη και που, κάποτε, είχε το χρώμα της φωτιάς και τώρα το χρώμα της στάχτης. Αυτός ο κύκλος είναι κάποιος ναός που κατασπαράχτηκε, παλιά, από τις πυρκαγιές και τον βεβήλωσε το βαλτωμένο δάσος, και που το θεό του δεν τον τιμούνε πια οι άνθρωποι. Ο ξένος ξάπλωσε κάτω απ' το βάθρο. Τον ξύπνησε ο ήλιος ψηλά. Σιγουρεύτηκε, χωρίς να παραξενευτεί, πως οι πληγές του είχαν γιατρευτεί. Έκλεισε τα ξεθωριασμένα του μάτια και κοιμήθηκε, όχι γιατί δεν άντεχε το σώμα του, αλλά γιατί έτσι είχε αποφασίσει. Ήξερε ότι εκείνος ο ναός ήταν ο τόπος που ζητούσε ο ακατανίκητος σκοπός του. Ήξερε ότι τα πυκνά δέντρα δεν μπορούσαν να στραγγαλίσουν τα ερείπια ενός άλλου ναού, στην κάτω μεριά του ποταμού, ενός ναού κάποιων θεών που κάηκαν και πέθαναν κι εκείνοι. Ήξερε ότι αυτό που έβιαζε ήταν ο ύπνος. Γύρω στα μεσάνυχτα τον ξύπνησε η απαρηγόρητη στριγγιά ενός πουλιού. Χνάρια από ξυπόλυτα ποδάρια, λίγα σύκα, ένα σταμνί τον έκαμαν να καταλάβει πως οι άνθρωποι της περιοχής είχαν παραφυλάξει με σεβασμό τον ύπνο του και ζητούσαν την προστασία του ή με σεβασμό τον ύπνο του και ζητούσαν την προστασία του ή φοβόντουσαν τα μάγια του. Ένιωσε το σύγκρυο του φόβου, έψαξε στα γκρεμισμένα τείχη την κόγχη ενός κενοτάφιου και σκεπάστηκε με κάτι παράξενα φύλλα.
Ο σκοπός του, αν και υπερφυσικός, δεν ήταν κάτι το ανέφικτο. Ήθελε να ονειρευτεί έναν άνθρωπο: ήθελε να τον ονειρευτεί ολόκληρο, με κάθε λεπτομέρεια και να τον μεταφέρει στην πραγματικότητα. Αυτός ο μαγικός σκοπός είχε γεμίσει ολόκληρο το χώρο της ψυχής του. Αν κανείς τον ρωτούσε τ' όνομά του ή κάτι χαρακτηριστικό από την περασμένη του ζωή, δε θα κατάφερνε ν' απαντήσει. Ο εγκαταλειμμένος και γκρεμισμένος ναός του ταίριαζε, γιατί ήταν κάτι το ελάχιστο του ορατού κόσμου, κι ακόμη τον βόλευε το ότι ήταν κοντά οι ξυλοκόποι, γιατί είχαν αναλάβει να καλύπτουν τις μηδαμινές ανάγκες του. Το ρύζι και τα φρούτα των προσφορών τους ήταν αρκετή τροφή για το κορμί του, που το 'χε τάξει σ' ένα μοναχά σκοπό. Τον ύπνο και το όνειρο.
Στην αρχή τα όνειρά του ήταν ασυνάρτητα. Λίγο μετά έγιναν διαλεκτικής φύσης. Ο ξένος ονειρευόταν τον εαυτό του στο κέντρο ενός κυκλικού αμφιθεάτρου που, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ο καμένος ναός. Σύννεφα σιωπηλοί μαθητές βάραιναν τις κερκίδες. Τα πρόσωπα των πιο μακρινών απ' αυτούς κρέμονταν πολλούς αιώνες μακριά, σε αστρικά ύψη. Τα χαρακτηριστικά τους όμως ξεχώριζαν ολοκάθαρα. Ο άνθρωπος τους δίδασκε ανατομία, κοσμογραφία, μαγεία: εκείνοι άκουγαν αχόρταγα και προσπαθούσαν να απαντήσουν έξυπνα, σαν να μάντευαν τη σημασία αυτής της εξέτασης, που θα ελευθέρωνε κάποιον απ' αυτούς από τη φύση του φάσματος, παρεμβάλοντάς τον στον πραγματικό κόσμο. Ο άνθρωπος, όσο ήταν ξυπνητός αλλά και όταν ήταν κοιμισμένος, μελετούσε τις απαντήσεις των φαντασμάτων του, χωρίς ν' αφήνει να τον ξεγελάσουν με πονηριές και μάντευε μες στην αμηχανία τους μια διαρκώς αυξανόμενη νοημοσύνη. Έψαχνε μια ψυχή που θ' άξιζε να μπει μέσα στον κόσμο.
Εννιά δέκα νύχτες αργότερα, κατάλαβε με κάποια πίκρα πως τίποτα δεν μπορούσε να περιμένει από τους μαθητές του που δέχονταν παθητικά το μάθημά του, ούτε ακόμα κι από κείνους που, καμιά φορά, αποτολμούσαν κάποια λογική αντιλογία. Οι πρώτοι, αν και αξιαγάπητοι και καλοπροαίρετοι, δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν τέλεια άτομα. Όσο για τους άλλους, μόλις που προϋπήρχαν κάπως περισσότερο. Ένα απόγευμα (τώρα και τ' απογεύματα ήταν στην κυριαρχία του ύπνου, τώρα δεν έμενε ξύπνιος παρά για δυο τρεις ώρες τα χαράματα) σχόλασε για πάντα το μεγάλο φανταστικό σχολείο του κι έμεινε μ' έναν μόνο μαθητή. Ήταν ένα σιωπηλό κιτρινιάρικο παιδί, δύστροπο μερικές φορές, με όψη κοφτερή όπως εκείνου που τ' ονειρευόταν. Γι' αρκετό καιρό, δεν το ανησυχούσε η απότομη εξαφάνιση των συμμαθητών του. Μετά από λίγα ιδιαίτερα μαθήματα, η πρόοδός του έκανε το δάσκαλο να εκπλαγεί. Όμως η καταστροφή δεν άργησε. Ο άνθρωπος, ξυπνώντας μια μέρα από τον ύπνο του, σαν μέσα από μια παχύρευστη έρημο, μέσα στο άδειο φως του απογεύματος που μπερδεύτηκε ξαφνικά με την αυγή, κατάλαβε ότι δεν είχε ονειρευτεί. Όλη κείνη τη νύχτα κι όλη τη μέρα τον περιτύλιγε η ανυπόφορη λάμψη της αγρύπνιας. Ήθελε να εξερευνήσει το δάσος, να εξαντληθεί. Μα ίσα ίσα που πρόλαβε μέσα σε θάμνους κώνειου κάτι ριπίσματα αδύναμου ύπνου, διανθισμένα με φευγαλέα, άχρηστα, συνηθισμένα όνειρα. Του 'ρθε να ξανασυγκεντρώσει την τάξη του, μα μόλις που πρόλαβε να συλλαβίσει δυό τρεις υποθήκες και οι μορφές παραμορφώθηκαν κι έσβησαν. Στην απέραντη σχεδόν αγρύπνια του, δάκρυα οργής του πυρπολούσαν τα γερασμένα του μάτια.
Κατάλαβε πως το ν' αποφασίσει κανείς να μορφοποιήσει τη συγκεχυμένη και ιλιγγιώδη ύλη του ονείρου είναι το πιο δύσκολο πράγμα με το οποίο μπορεί να καταπιαστεί, έστω κι αν μπορέσει να διεισδύσει σ' όλα τα αινίγματα της ανώτατης και της κατώτατης τάξης πραγμάτων: πιο δύσκολο απ' το να πλέξεις από άμμο ένα σκοινί, ή να αποτυπώσεις σε νόμισμα τη μορφή του άμορφου ανέμου. Κατάλαβε πως, στην αρχή, μια αποτυχία ήταν αναπόφευκτη. Υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξεχάσει την τεράστια παραίσθηση που τον έκαμε να χάσει στην αρχή το δρόμο του κι έψαξε άλλη μέθοδο εργασίας. Πριν να τη δοκιμάσει, αφιερώθηκε ένα μήνα στην ανανέωση των δυνάμεων που του 'χε αντλήσει το παραλήρημα. Άφησε κατά μέρος κάθε λογής προετοιμασία να ονειρευτεί και, αμέσως σχεδόν, κατάφερε να κοιμάται ένα λογικό διάστημα κάθε μέρα. Τις σπάνιες φορές που ονειρεύτηκε στην περίοδο αυτή, δεν έδωσε προσοχή στα όνειρά του. Για να ξαναπιάσει δουλειά, περίμενε να γιομίσει ολότελα ο δίσκος του φεγγαριού. Το απόγευμα έκανε λουτρό καθαρμού στα νερά του ποταμού, δεήθηκε στους αστρικούς θεούς, πρόφερε τις μυστικές συλλαβές ενός κραταιού ονόματος και κοιμήθηκε. Σχεδόν αμέσως, ονειρεύτηκε μια παλλόμενη καρδιά.
Την ονειρεύτηκε ζωντανή, θερμή, μυστική, στο μέγεθος γροθιάς, με χρώμα πορφυρό μες στο μισόφωτο ενός ανθρώπινου σώματος που ακόμα δεν είχε ούτε φύλο, ούτε πρόσωπο. Την ονειρεύτηκε δεκτέσσερις λαμπερές νύχτες, προσέχοντας στοργικά την κάθε λεπτομέρεια. Και, κάθε νύχτα, την έβλεπε καθαρότερα. Δεν την άγγιζε, μονάχα βεβαιωνόταν για την παρουσία της, τη μελετούσε και τη διόρθωνε με το βλέμμα. Την ένιωθε, τη ζούσε από διαφορετικές αποστάσεις, απο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τη δέκατη τέταρτη νύχτα ακούμπησε απαλά με το δείχτη του χεριού την πνευμονική αρτηρία κι ύστερα ολόκληρη την καρδιά, από έξω και από μέσα. Η εξέταση τον ικανοποίησε. Μια νύχτα, επιτηδες δεν ονειρεύτηκε. Μετά, ξαναπήρε την καρδιά, επικαλέστηκε το όνομα ενός πλανήτη κι άρχισε να ονειρεύεται άλλα βασικά μέλη του σώματος. Σε λιγότεο από ένα χρόνο έφτασε στο σκελετό, στα βλέφαρα. Τα αναρίθμητα μαλλιά ήταν ίσως η πιο δύσκολη δουλειά. Ονειρεύτηκε έναν ολόκληρο άνθρωπο, ένα παλικάρι, που όμως δε σηκωνόταν, δε μιλούσε, ούτε μπορούσε ν' ανοίξει τα μάτια του. Νύχτα τη νύχτα τον ονειρευόταν κοιμισμένο.
Στις γνωστικές κοσμογονίες, οι δημιουργοί πλάθουν έναν κοκκινωπό Αδάμ που δεν μπορεί να σηκωθεί. Τόσο χοντροφτιαγμένος και πρωτόγονος όπως κι εκείνος ο χωμάτινος Αδάμ, ήταν και ο Αδάμ του ονείρου που έφτιαξαν οι νύχτες του μάγου. Ένα απόγευμα, κατέστρεψε σχεδόν ολόκληρο το έργο του αλλα μετάνιωσε. (Θα 'ταν καλύτερα γι' αυτόν να το 'χε καταστρέψει). Έχοντας εξαντλήσει τις επικλήσεις του στις θεότητες της γης και του ποταμού, έπεσε στα πόδια του ειδώλου, που ήταν πουλάρι ίσως ή τίγρη, και ζήτησε βοήθεια από την άγνωστη δύναμή του. Τα χαράματα ονειρεύτηκε το άγαλμα. Το ονειρεύτηκε ολοζώντανο, να σπαρταρά: δεν ήταν μια φοβερή διασταύρωση τίγρης και αλόγου αλλά, ταυτόχρονα, και τα δύο άγρια όντα μαζί, και μαζί ταύρος, τριαντάφυλλο και καταιγίδα. Αυτή η πολλαπλή θεότητα του αποκάλυψε ότι το γήινο όνομά της ήταν Πυρ κι ότι στον κυκλικό αυτό ναό (και σ' άλλους ανάλογους) της έκαμαν θυσίες και τη λάτρεψαν και ότι, με τρόπο μαγικό, θα έδινε ζωή στο πλάσμα του ονείρου του έτσι που όλοι (εκτός από αυτόν τον ίδιο που το ονειρεύτηκε κι εκτός από την ίδια τη φωτιά) να τον περνούν για άνθρωπο από σάρκα και οστά. Πρόσταξε να τον στείλει να μαθητέψει στις τελετές που γίνονταν στα χαλάσματα του άλλου ναού, εκείνου που οι πυραμίδες του ορθώνονταν στην κάτω μεριά του ποταμού, για να υπάρχει σ' εκείνο το ερειπωμένο κτίριο μια φωνή να την δοξάζει. Μέσα στο όνειρό του, το πλάσμα που ονειρευόταν ξύπνησε.
Ο μάγος εκτέλεσε τις εντολές. Όρισε μια προθεσμία (που τελικά διάρκεσε δυό χρόνια) για να αποκαλύψει στο παιδί τα μυστικά του κόσμου και τη λατρεία της φωτιάς. Μέσα του τον πονούσε να το αποχωριστεί. Και με το πρόσχημα της παιδαγωγικής αναγκαιότητας, παράτεινε μέρα τη μέρα τις ώρες που αφιέρωνε στον ύπνο. Ακόμα, ξανάφτιαξε λιγάκι το δεξί ώμο που του φαινόταν κάπως ατελής. Μερικές φορές τον ανησυχούσε κάποια εντύπωση πως όλα αυτά είχαν ξαναγίνει... Γενικά όμως, οι μέρες του ήταν ευτυχισμένες. Όταν έκλεινε τα μάτια του, σκεφτόταν: Τώρα θα βρεθώ με τον γιο μου. Ή, πιο σπάνια: Ο γιος που γέννησα με περιμένει και δεν υπάρχει αν δεν βρίσκομαι μαζί του.
Σιγά σιγά, άρχιζε να τον συνηθίζει στην πραγματικότητα. Κάποτε τον διάταξε να στήσει μια σημαία σε μια μακρινή κορφή. Την άλλη μέρα, η σημαία ανέμιζε απάνω στην κορφή. Δοκίμασε κι άλλα ανάλογα πειράματα, κάθε φορά και πιο παράτολμα. Με πίκρα πια κατάλαβε ότι ο γιος του ήταν έτοιμος κι ότι ίσως μάλιστα ν' αδημονούσε να γεννηθεί. Κείνη τη νύχτα τον φίλησε για πρώτη φορά και τον έστειλε στον άλλο ναό, στα ερείπια που ασπρίζαν στην κάτω μεριά του ποταμού, μετά από λεύγες βάλτους και δάσος πυκνό. Προηγουμένως όμως (για να μην καταλάβει ποτέ πως ήταν πλάσμα ονείρου και να θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο σαν τους άλλους) του εμφυσά την απόλυτη λήθη του χρόνου και της μαθητείας του.
Τη νίκη και την ηρεμία του κηλίδωνε η ανία. Τα δειλινά και τα χαράματα, προσκυνούσε την πέτρινη μορφή και φανταζόταν ότι ο ονειρικός του γιος τελούσε παρόμοιες τελετές, σε άλλα κυκλικά ερείπια, στην κάτω μεριά του ποταμού. Τη νύχτα δεν ονειρευόταν ή ονειρευόταν όπως όλος ο κόσμος. Αντιλαμβανόταν τους ήχους και τις μορφές του σύμπαντος κάπως άτονα: γιατί ο γιος του, μακριά, τρεφόταν απ' αυτές τις ελαττώσεις της ψυχής του. Ο σκοπός της ζωής του είχε ολοκληρωθεί. Παράμενε σ' ένα είδος έκστασης. Ύστερα από καιρό, που άλλοι αφηγητές της ιστορίας του προτιμούν να τον υπολογίζουν σε χρόνια και άλλοι σε πενταετίες, τον ξύπνησαν μες στα μεσάνυχτα δυό κωπηλάτες. Δεν μπόρεσε να δει τα πρόσωπά τους, αλλά του μίλησαν για κάποιο μάγο, σ' ένα ναό στα βόρεια, που μπορούσε να περπατάει στη φωτιά, χωρίς να καίγεται. Ο μάγος θυμήθηκε ξαφνικά τα λόγια του Θεού. Θυμήθηκε πως, από όλα τα όντα του σύμπαντος, μονάχα η φωτιά ήξερε πως ο γιος του ήταν φάντασμα. Αυτή η ανάμνηση, που τον ηρεμούσε στην αρχή, τώρα τον τυραννούσε. Φοβόταν μήπως συλλογιστεί ο γιος του αυτό του το αφύσιμο προνόμιο κι ανακαλύψει την πραγματική του φύση: ένα είδωλο. Να μην είσαι άνθρωπος αλλά προβολή του ονείρου άλλου ανθρώπου – ταπείνωση φοβερή, ίλιγγος! Κάθε πατέρας νοιάζεται για τα παιδιά που γέννησε (που επέτρεψε να υπάρξουν) μ' ένα απλό σύμπλεγμα ή σε μια στιγμή ευτυχίας. Είναι φυσικό λοιπόν να φοβάται ο μάγος για το μέλλον του γιου του, που τον μελέτησε έντερο με έντερο, κάθε χαρακτηριστικό ξεχωριστά, σε χίλιες και μια μυστικές νύχτες.
Οι λογισμοί του σταμάτησαν απότομα, αν και το τέλος τους το είχαν ήδη προμηνύσει κάποια σημάδια. Και πρώτα (μετά από μεγάλη ξηρασία), φάνηκε πάνω σ' ένα λόφο ένα μακρινό σύννεφο, ανάλαφρο σαν πουλί. Ύστερα, προς τα νότια, ο ουρανός πήρε ένα χρώμα μενεξελί, όπως τα ούλα της λεοπάρδαλης. Μετά οι καπνοί, που σκούριασαν το μέταλλο της νύχτας. Κατόπιν ο πανικός των θηρίων που φεύγαν. Γιατί έγινε πάλι εκείνο που 'χει γίνει πολλούς αιώνες πριν. Τα ερείπια του ιερού της φωτιάς πυρπολήθηκαν. Και μιαν αυγή χωρίς πουλιά, ο μάγος είδε να κυλάει, κυκλώνοντας τους τοίχους, η φωτιά. Για μια στιγμή σκέφτηκε να καταφύγει στα νερά, ύστερα όμως κατάλαβε ότι ο θάνατος ερχόταν να στεφανώσει τα γηρατειά του και να τον απαλλάξει από τους κόπους του. Περπάτησε προς τα λεπίδια της φωτιάς. Μα εκείνα δεν του δάγκωσαν τη σάρκα του. Τον χάιδεψαν και τον πλημμύρισαν χωρίς να τον κεντήσουν. Αλαφρωμένος, έντρομος, ταπεινός, κατάλαβε ότι κι ο ίδιος ήταν όνειρο που κάποιος άλλος το ονειρευόταν.
(Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης)


ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ / ΒΙΒΛΙΑ 1990

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΞΕΝΟΣ – JOHN COLLIER



Οι λόφοι που κύκλωναν ολόγυρα την κοιλάδα έμοιαζαν να ξεδιπλώνονται ο ένας μετά τον άλλο. Πυρπολημένοι απ' την κάψα είχαν πάρει το χρώμα του ψημένου κάστανου ανακατωμένο με πορφύρα. Κάτω απλώνονταν απέραντα λιβάδια με χορτάρι, που το ύψος του έφτανε μέχρι το γόνατο, γεμάτα λουλούδια που αργοκουνούσαν καταφατικά τα κεφάλια τους. Ανάμεσά τους κυλούσε ο ποταμός Όξους. Το απόγευμα ήταν χρυσαφένιο, όπως μόνο ένα απόγευμα μπορεί να είναι. Είχε αυτή την άχρονη, ακίνητη κλασική ποιότητα, που βεβαίωνε ότι ο κόσμος έτσι ήταν και έτσι θα 'ναι για πάντα.
Οι τσοπάνηδες, που κατέβαζαν τα κοπάδια τους στις χαμηλότερες πλαγιές να βοσκήσουν, τώρα βρίσκονταν μαζεμένοι κάτω απ' τη μεγάλη και πυκνή σκιά ενός κέδρου. Απ' τον κοκκινωπό κορμό του ανάβλυζε αργά αργά και σαν να χυνόταν μες στην μαυροπράσινη σκιά ένα μικρό ρυάκι παχύρρευστο μπρούτζινο υγρό. Κανένας ήχος δεν τάραζε τη βαθιά σιωπή της σκιάς του κέδρου εκτός απ' το γλυκό, εύθραυστο τραγούδι του τζίτζικα, που έμοιαζε να βυθίζεται μέσα σ' αυτή την αιώνια θαρρείς σιωπή, χωρίς όμως να την καταστρέφει.
Οι βοσκοί δεν μιλούσαν. Κοίταζαν κάτω στην κοιλάδα το ατέλειωτο μονοπάτι που πήγαινε μεσ' απ' τους λόφους προς τη δύση. Κάπου μακριά, στο βάθος του μονοπατιού, φάνηκε η σιλουέτα ενός άντρα. Σε λίγο είχε κιόλας μεγαλώσει απ' το μέγεθος μύγας στο μέγεθος ερωδιού. Τώρα ζύγωνε το ρηχό πέρασμα του ποταμού. Ο άνθρωπος ερχόταν μόνος, ποδαρόδρομο, και δεν φαινόταν να έχει τίποτε πάνω του που να προκαλεί φόβο. Εκείνοι, όμως, εξακολουθούσαν να τον κοιτάζουν βουβοί.
Γρήγορα πέρασε το ποτάμι απ' τα ρηχά κι άρχισε ν' ανηφορίζει το μονοπάτι του λόφου που περνούσε κοντά απ' το δέντρο κάτω απ' το οποίο ήταν καθισμένοι. Καθώς πλησίαζε, διαπίστωσαν ότι δεν ήταν ντυμένος όπως αυτοί. Φορούσε ένα κεφαλόδεμα από άσπρο ύφασμα που σκέπαζε το μέτωπό του σχεδόν μέχρι τα φρύδια και πίσω στην πλάτη του έφτανε σχεδόν ως κάτω στις φτέρνες του. Η ηλικία του ήταν ακαθόριστη. Αδύνατο να τη μαντέψεις.
Είδε τους βοσκούς κι ήρθε κατευθείαν προς το δέντρο τους.
«Αδέρφια», είπε, «έχω κάνει πολύ δρόμο. Αφήστε με να ξεκουραστώ μαζί σας».
Αυτό, την εποχή εκείνη, υπονοούσε ότι ζητούσες κάτι να δροσιστείς. Του έδωσαν, λοιπόν, αμέσως μια κούπα γάλα κι ένα κομμάτι ψωμί απ' το καρβέλι τους που ήταν το κύριο φαγητό των βοσκών.
«Έρχεσαι από πολύ μακριά;» τον ρώτησε ο μεγαλύτερος απ' αυτούς.
«Οι μερες που έχω ταξιδέψει», απάντησε, «είναι περισσότερες απ' όσα ζωντανά έχετε στα κοπάδια σας. Κι έχετε πολλά ζωντανά».
«Η μιλιά σου ακούγεται παράξενη στ' αυτιά μας», είπε ο άλλος. «Έρχεσαι πέρα απ' τον τόπο που βουλιάζει ο ήλιος, από κει που δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο σκοτάδι;»
«Αυτή», είπε ένα από τ' αγόρια φοβισμένο», «είναι η χώρα των πεθαμένων».
«Όχι αδερφέ», είπε ο ξένος. «Η χώρα που λες είναι πολύ πιο μακριά απ' όσο νομίζεις. Πριν απ' αυτήν, εκεί πέρα υπάρχουν κι άλλες χώρες ακόμη που ο ήλιος τους λάμπει. Κι εκεί ο άνθρωπος θαρρεί ότι μπορεί να ταξιδεύει για πάντα».
«Η δική σου χώρα είναι αυτή που οι θεοί της έχουν κεφάλια σαν των γερακιών και των σκυλιών και περπατούν ανάμεσα στους ανθρώπους;» ρώτησε το άλλο αγόρι.
«Όχι, αλλά έχω ακούσει γι' αυτήν τη χώρα», είπε ο ξένος. «Όμως δεν την έχω δει ποτέ».
«Έχεις ακούσει για τον κλειστό κήπο», ρώτησε ένας άλλος «όπου το φίδι φυλάει το χρυσό καρπό;»
«Αυτό το άκουσα, αδερφέ», είπε ο ταξιδιώτης.
Βαθιά σιωπή έπεσε ξαφνικά ανάμεσά τους.
Για λίγο ακουγόταν μόνο το τζιτζίκι και μετά μίλησε ο γεροντότερος ποιμένας:
«Το πνεύμα σου είναι κουρασμένο ξένε! Τι ψάχνεις να βρεις ταξιδεύοντας τόσο μακριά χωρίς να ξεκουράζεσαι καθόλου;»
«Πάω για τα μέρη της Ανατολής, αδελφέ», απάντησε ο άντρας. «Άκουσα για μια μακρινή χώρα, όπου οι δυνατοί άντρες εκεί δεν χρειάζεται να δουλεύουν, μα κρατούν όπλα για χάρη του βασιλιά».
«Έχει πολλούς λύκους κι άλλα άγρια κτήνη αυτή η χώρα, που ν' αφανίζουν τα ζωντανά στα κοπάδια;» ρώτησε ένα από τα αγόρια.
«Όχι», είπε ο ξένος, «έχει λιβάδια. Πολλά. Και πρέπει ν' αγωνιστείς για να τα πάρεις απ' αυτούς που τα έχουν. Υπάρχουν χώρες με τέτοια πλούτη, που ούτε στο όνειρό στου δεν τα έχεις δει. Και όλ' αυτά μπορούν να τ' αποκτήσουν εκείνοι που κρατούν όπλα για το βασιλιά».
«Εδώ σ' εμάς κανένας δεν κρατά όπλα για το βασιλιά», είπε ένας απ' τους βοσκούς. «Αυτός κάνει τη θυσία για όλους μας. Και ξέρει τα σημάδια που του λένε πότε να κατεβούν τα κοπάδια απ' τις πλαγιές των λόφων στα λιβάδια. Για όλα τ' άλλα είναι σαν κι εμάς. Οπότε, γιατί να κρατούμε όπλα γι' αυτόν;»
«Για να ζείτε καλά», απάντησε ο ξένος. «Δεν είναι, όμως, καλύτερο όταν μια ομάδα δυνατοί άντρες, σαν αδέρφια ενωμένοι, ξεκινούν να γίνουν μεγάλοι πάνω στη γη; Τότε αποκτούν απέραντες εκτάσεις. Και τότε σ' αυτές φτιάχνουν χωράφια και βολεύουν τα μεγάλα ζωντανά τους, τα κοπάδια τους και τα πουλερικά τους».
«Για να το κάνουν αυτό», είπε ο γεροντότερος, «θα πρέπει να σταματήσουν να φροντίζουν τα κοπάδια που έχουν».
«Και τι μ' αυτό, αδερφέ», είπε ο ξένος, «και τι μ' αυτό, όσο έχουν όπλα στα χέρια τους; Πάντα θα υπάρχουν κι άλλα κομμάτια γης, για ν' αποκτήσει κανείς περισσότερα».
«Αλήθεια λέει», γύρισε και είπε το ένα αγόρι στο άλλο.
«Μα... αν ένας λαός είναι μικρός;» είπε ένας απ' τους άντρες.
«Μπορεί εδώ, στα μέρη μας, ένας λαός να 'ναι μικρός, και πιο πέρα ένας άλλος λαός μεγαλύτερος. Τότε τι γίνεται; Τα πράγματα δεν θα είναι καλά για το μικρό λαό. Έτσι φαίνεται».
«Θα 'ναι, αν ο μικρός υποταχθεί στον μεγαλύτερο», είπε ο ξένος. «Κι αυτό πρέπει να κάμει. Ν' ακουμπήσει πάνω του, να ενωθεί μαζί του και να εκτελέσει τις επιθυμίες του».
«Την επιθυμία ενός ξένου;» είπε ο γεροντότερος.
«Γιατί όχι αδερφέ;» είπε ο ξένος. «Δεν είναι άτιμη πράξη για ένα μικρό λαό ν' ακουμπήσει πάνω σ' ένα δυνατότερο αδερφό».
«Τη λέξη “αδερφός” τη χρησιμοποιείς πολύ συχνά», είπε ο γέρος. «Μας ονομάζεις έτσι, παρόλο που δεν είσαι απ' το λαό μας».
«Γιατί όχι;» είπε ο ξένος. «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια».
«Και τότε», είπε ο γέρος «γιατί δεν είμαστε συνηθισμένοι να μιλάμε μ' αυτό τον τρόπο; Πες μας το όνομα που έχεις στη χώρα που γεννήθηκες».
«Κάιν», είπε ο ξένος.


Μετάφραση: Γιώργος Ντούμας

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ
ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΚΗΣ ΠΑΝΩΡΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΟΛΟΣ 2001

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Εγώ και ο κόσμος – FRITHJOF SCHUON

Εγώ και ο κόσμος: το ένα χρειάζεται το άλλο. Δεν είναι μόνο το εγώ που χρειάζεται τον κόσμο ως ευχαρίστηση και μέσο διατροφής, αλλά και ο κόσμος αδυνατεί να δράσει χωρίς το συμπλήρωμά του, καθόσον επιθυμεί να βιωθεί με μια λαχτάρα ανικανοποίητη. Είναι ίδιον της φύσης του να κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει άσβηστη τη φωτιά του εγώ, ή, αν το θεωρήσουμε διαφορετικά, για να διατηρήσει τον πάγο του εγώ στην ψυχρότητα και τη σκληρότητά του. Εν συντομία, προκειμένου να εμποδίσει τη διαφυγή μας από το παιχνίδι του. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει τίποτα απ' όλα εκείνα με τα οποία ο κόσμος μας τυφλώνει.
Ταυτόχρονα, το ονειρώδες υλικό «κόσμος» είναι κατά μία έννοια ατελείωτο εκ των έσω, διότι όλες οι εικόνες που μας προσκολλούν σ' αυτό μαρτυρούν την παρουσία Εκείνου που αυτό δεν είναι, και το οποίο είναι απείρως περισσότερα απ' αυτό. Εκείνου που θα του άρεσε να κρύβεται μα που πρέπει να αποκαλύπτεται, υφιστάμενο έτσι τον πόνο της μη-ύπαρξης.
Υπάρχει μόνο ένα Ον. Υπάρχει μόνο ένας Μάρτυρας, ένας Παρατηρητής. Και υπάρχει μόνο μια Χαρά, που στηρίζεται ταυτόχρονα στον Εαυτό και σ' ένα υπερβολικό δόσιμο του Εαυτού, πέφτοντας σαν μπόρα σε χιλιάδες μορφές και κινήσεις.



FRITHJOF SCHUON
ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΞΙΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ 1993

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Κριτική ανάλυση του Πάτερ Ημών – ΜΠΟΡΙΣ ΜΟΥΡΑΒΙΕΦ



Είναι τώρα καιρός να υποβάλουμε σε κριτική ανάλυση μέσα στο πνεύμα της μελέτης που αποτελεί το αντικείμενο του Τρίτου Μέρους του Τόμου τούτου, το κείμενο της προσευχής του Ιησού – το Πάτερ Ημών – έτσι όπως έχει φθάσει μέχρις εμάς και έπειτα να αναγνωρίσουμε αφού το αποκαταστήσουμε στην πρωταρχική του μορφή, το κεντρικό σημείο της διδασκαλίας του Κυρίου που κληροδοτήθηκε στους πιστούς και στους απογόνους του.

*
**

Στις σύγχρονες γλώσσες, η προσευχή του Ιησού παρουσιάζεται με την παρακάτω μορφή:

9. Πάτερ ημών
ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου
10. ελθέτω η βασιλεία Σου, γενηθήτω το θέλημά Σου,
ως εν ουρανώ και επί της γης.
11. τον άρτον ημών το καθημερινόν δος ημίν σήμερον,
12. και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών
ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών.
13. και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν,
αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού,
ότι Σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα
εις τους αιώνας. Αμήν(1).

Θα υποβάλουμε αυτό το κείμενο σε κριτική ανάλυση και γι' αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σε κάθε ερμηνεία κειμένου, δηλαδή την ερμηνεία από το σύνολο του κειμένου.
Ο ιερός Αυγουστίνος απαιτούσε τα χωρία του Ευαγγελίου να σχολιάζονται με αυτό τον τρόπο και διαμαρτυρόταν έντονα για την κακοπιστία ορισμένων σχολιαστών που καθώς έλεγε «διαλέγουν ορισμένα χωρία, αποσπασμένα από τις Γραφές και με αυτά μπορούν να πλανήσουν τους αδαείς καθώς δεν συνδέουν τις μεν με τις δε, τις προηγούμενες με τις επόμενες προτάσεις με τις οποίες η θέληση και η σκέψη του συγγραφέα μπορούν να γίνουν κατανοητές»(2).
Θα εξετάσουμε λοιπόν την προσευχή του Ιησού μέσα στο πλαίσιό της, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο των ιδεών που εκφράζονται στους 5 προηγούμενους στίχους:

5.Και όταν προσεύχη, ουκ έση ώσπερ οι υποκριταί, ότι φιλούσιν εν ταις συναγωγαίς και εν ταις γωνίαις των πλατειών εστώτες προσεύχεσθαι, όπως αν φανώσι τοις ανθρώποις. Αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών.
6.συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ.
7.Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε ώσπερ οι εθνικοί. Δοκούσι γαρ ότι εν τη πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται.
8.μη ουν ομοιωθήτε αυτοίς. Οίδε γάρ ο πατήρ υμών ων χρείαν έχετε προ του υμάς αιτήσαι αυτόν.
9.ούτως ουν προσεύχεσθαι υμείς(3).

και έπειτα, στους εικοσιένα στίχους των σχολίων που ακολουθούν και επαναλαμβάνουν τις προτροπές των στίχων 5-9, τονίζοντας ορισμένες από αυτές. Έτσι, ο όγδοος στίχος επαναλαμβάνεται και σχολιάζεται ευρύτατα στους στίχους 31 κ.έ., με τα ακόλουθα λόγια:

31.μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα;
32.πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί. Οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων.
33.ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσετε υμίν.
34.μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον. Η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής(4).

Είναι φανερό ότι ο Χριστός, με αυτά τα λόγια προσπαθούσε να ελκύσει την προσοχή των ανθρώπων μακρυά από τις «ανάγκες» που τους απορροφούσαν και να την κατευθύνει προς την επιθυμία του ανώτερου άρτου, του ενός ου εστι χρεία(5).

*
**

Ας επανέλθουμε στο ίδιο κείμενο της προσευχής όπως γράφτηκε παραπάνω. Βλέπουμε ότι από τους πέντε στίχους που τη συνθέτουν, οι τέσσερις, μαζί με το στίχο που παρακαλεί για την απαλλαγή από τον πονηρό(6), αναφέρονται σε πράγματα θεία. Έτσι η ίδια η προσευχή, όπως και το σύνολο του Κεφαλαίου στ' του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, είναι αφιερωμένα στην αρχή ότι η ζωή στο νοητικό πεδίο είναι ανώτερη της ζωής στο φαινομενικό πεδίο. Ταυτόχρονα, παρακινούν τον άνθρωπο να συγκεντρώνει τις προσπάθειές του στην εφαρμογή της αρχής αυτής και του υπόσχονται ότι τα υπόλοιπα, δηλαδή οι ανάγκες της ζωής θα του δωθούν επί πλέον αν σεβαστεί αυτή την προτεραιότητα.
Ένας μόνο στίχος μέσα στους πέντε αποτελεί παραφωνία στην αρμονία των τεσσάρων άλλων και των εικοσιεννέα που συμπληρώνουν το Κεφάλαιο στ': είναι ο στίχος 11, που ζητάει:

11.Τον άρτον ημών τον καθημερινόν δος ημίν σήμερον(7), ενώ δύο φορές (στ' 7 και 32) ο Ιησούς δηλώνει ότι μια τέτοια προσευχή είναι προσευχή εθνικών.
Τα προηγούμενα μας οδηγούν να συμπεράνουμε ότι ο στίχος 11 με αυτή τη μορφή βρίσκεται σε έντονη αντίφαση με ολόκληρη την προσευχή όπως και με το σύνολο του Κεφαλαίου στ'.
Το σλαβονικό, όπως και το ελληνικό κείμενο, δεν παρουσιάζουν αυτή την αντίφαση, γιατί δεν τίθεται θέμα καθημερινού άρτου, αλλά επιούσιου άρτου(8), με άλλα λόγια ουρανίου άρτου, άρτου εξ ουρανού(9) για τον οποίο ο Ιησούς είχε μιλήσει πολλές φορές.

*
**

Απομένει τώρα να δούμε πως η έννοια του καθημερινού άρτου στη δύση όπου είναι σταθερά ριζωμένη στο πνεύμα της μάζας των πιστών, αντικατέστησε την έννοια του επιουσίου άρτου. Το θέμα είναι ακόμη πιο αινιγματικό καθώς αν ανατρέξει κανείς στη Βουλγκάτα, συναντά την έκφραση panem nostrum supersudstantialem da nobis hodie(10) που είναι ακριβής. Η αρχική έκφραση εμφανίζεται επίσης και στις πρώτες μεταφράσεις του Ευαγγελίου στις σύγχρονες γλώσσες. Έτσι σε μία έκδοση της Λυών του Nicolas Petit, του 1540, ο ενδέκατος στίχος είναι μεταφρασμένος σωστά, με αυτούς τους όρους: Donne-nous auiourdhuy nostre pain supersubstantiel(11). Συνεχίζωντας τις έρευνες βρήκαμε ένα άλλο Ευαγγέλιο, που κυκλοφόρησε τον επόμενο αιώνα, το 1616 στην La Rochelle, όπου αυτός ο τύπος είχε ήδη διαμορφωθή έτσι: Donne-nous aujourd' hui nostra pain quotibien(12).
Ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως οδηγούν στη σκέψη ότι ο νεωτερισμός αυτός οφειλόταν στο ορθολογιστικό πνεύμα των Ουγενότων, που η La Rochelle ήταν την εποχή εκείνη το φρούριό τους. Αλλά όμως, αν για το Καλβινιστικό πνεύμα η εκλογίκευση του μυστικού αυτού τύπου, ακόμη και λανθασμένου, ήταν καθ' εαυτή λογική, δεν εξηγείται πως, αυτή η μετάφραση του διαμαρτυρόμενου δόγματος – όπως και ορισμένες παραλλαγές της – μπόρεσαν να βρουν θέση στα καθολικά Ευαγγέλια και να λάβουν, νομότυπα, το επισκοπικό τυποθήτω. Ένα Ευαγγέλιο π.χ., που τυπώθηκε στο Παρίσι στο τυπογραφείο των Αυγουστίνων, φέρει το τυποθήτω με αυτά τα λόγια:
«Έχοντας υπ' όψιν την έκθεση του Κανονικού κ. Ferry Προέδρου της Επισκοπικης Επιτροπής Ελέγχου των βιβλίων, και διδάκτορος των γραμμάτων, ο επίσκοπος της Nimses εγκρίνει ευχαρίστως τη μετάφραση του Αγίου κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τους Αιδεσιμωτάτους Πατέρες Αυγουστίνους της Μεταστάσεως.
Le Vigan (Card), σε ποιμενική περιοδία, 30 Αυγούστου 1891.
Ιωάννης -Αλφρέδος, επίσκοπος Nimes».
Στο Ευαγγέλιο αυτό, ο στίχος 11 του στ' Κεφαλαίου παρουσιάζεται:
11.Donnez-nous aujourd' hui le pain necessaire a notre subsistance.
11.Δος ημίν σήμερον τον αναγκαίον δια την συντήρησίν μας άρτον.
Μπορεί να υπολογιστή η απόσταση αυτού του τύπου από τα αυθεντικά λόγια του Ιησού που μίλησε για άρτο επιούσιο και ο αναγνώστης μας θα διακρίνει ασφαλώς το αποτέλεσμα της δράσεως του Γενικού Νόμου ο οποίος ενδιαφέρεται να εξουδετερώσει τις πολύ δραστικές επιδράσεις «Β» που αποτελούν απειλή για τον κόσμο όπου βασιλεύουν οι επιδράσεις «Α».
Έγινε η προσπάθεια να αποδείξουμε πράγματα σχεδόν προφανή από μόνα τους γιατί η προσευχή του Ιησού, το Πάτερ ημών, βρίσκεται στο κέντρο της Διδασκαλίας. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι δεν υπήρξε ποτέ στη Γη, ούτε και θα υπάρξει ποτέ κάποια επίκληση που να ξεπερνάει ή απλώς να είναι ισότιμη με αυτήν.
Η προσευχή αυτή είναι ένα πέταγμα προς το Φως και ταυτόχρονα προς την Αγάπη γιατί ο Θεός είναι ταυτόχρονα Φως και Αγάπη(13). Διατυπώνοντάς την ο Ιησούς θέλησε να διδάξει στον αδαμικό άνθρωπο, το βυθισμένο στο εκτυφλωτικό σκοτάδι που απορρέει από την ταύτισή του με την Προσωπικότητά του, πως να επικαλείται τη βοήθεια του θερμού Φωτός της Αγάπης, το οποίο είχε στερηθή από τη στιγμή της Πτώσεως. Απο αυτή τη διδακτική άποψη οι 5 στίχοι από τους οποίους αποτελείται η προσευχή, συνοψίζουν ολόκληρο το Ευαγγέλιο και τις επιστολές που το σχολιάζουν. Υπάρχει όμως ακόμη κάτι. Η προσευχή αυτή προσφέρει επιπλέον στον αδαμικό άνθρωπο ένα μυστικό μέσον να ανέβει και πάλι το ρεύμα της Αγάπης του Απολύτου Ι που, καθώς κατέρχεται προς τον πλανήτη μας, υφίσταται σημαντική απώλεια ενέργειας. Επομένως, σε όλες τις βαθμίδες της Ακτίνας της Δημιουργίας η ζωή είναι μια συνισταμένη που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη συζυγία της παλλόμενης Αγάπης του Απολύτου Ι. Καθώς η δράση του εξασθενεί προοδευτικά όσο διασχίζει τα επίπεδα του κόσμου και ποσοτικά αντιστρόφως ανάλογα προς τη θηλυκή αγάπη «το θέλημα της σαρκός», αγάπη παθητική, αδρανή, που απορρέει απ'οτη Βασίλισσα των Ουρανών. Η αντίστοιχη αναλογία των δύο αυτών στοιχείων είναι 25% και 75% στην περίπτωση του προαδαμικού ανθρώπου, ενώ στην περίπτωση του αδαμικού ανθρώπου 50% και από τα δύο μέρη.
Με την πτώση ο αδαμικός άνθρωπος διέκοψε τη Θεία αυτή ισορροπία και εγκαταλείποντας θεληματικά το ελφρύ του σώμα, το καμωμένο από «χουν από της γης» για ένα χονδροειδές περικάλυμμα που έμοιαζε με των προαδαμικών, βυθίστηκε κατά μια βαθμίδα μέσα στα σκότη. Η προσευχή που του δίδαξε ο Ιησούς τον εφοδιάζει με ένα θαυμάσιο όργανο, χάρις στο οποίο μπορεί, όπως είπαμε, να προσπαθήσει «να ανέβει αντίθετα στο ρεύμα» και να αποκαταστήσει και πάλι μέσα του τη διασπασμένη ισορροπία των δυνάμεων.
Η αρχιτεκτονική της Θείας αυτής προσευχής είναι, θα λέγαμε, εγκάρσια. Μια προσεκτική εξέταση επιτρέπει στο μαθητή να διακρίνει στους 5 στίχους του Πάτερ Ημών 9 αυτόνομα στοιχεία που αντιστοιχούν στους φθόγγους της Μεγάλης Κοσμικής Οκτάβας: (όρα το σχήμα).
Θα προσπαθήσουμε τώρα να αναλύσουμε την προσευχή κάτω από αυτό το πρίσμα, προκειμένου να συλλάβουμε καλά το νόημα καθενός από τα στοιχεία της:
Διακρίνουμε εύκολα ότι αυτά τοποθετούνται με κατεύθυνση εκ των άνω προς τα κάτω, σε τέσσερις ομάδες που περιλαμβάνουν αντίστοιχα τέσσερα, δύο, ένα και δύο στίχους.
Η πρώτη ομάδα έχει γενικό χαρακτήρα και προπαρασκευαστικό ρόλο. Να καθαρίσει τη φραγμένη καρδιά του πιστού για να μπορέσει να διεισδύσει ελεύθερα σ' αυτό το λεπτό ρεύμα της Αγάπης που απορρέει από το Απόλυτο Ι: τον Πατέρα. Η διαδικασία αυτή αποτελεί μια πρώτη συνθήκη sine qua non για την αποτελεσματικότητα της προσευχής. Είναι δύσκολο να πραγματοποιηθή μέσα στο σάλο του κόσμου «Α» και ακριβώς για να τη διευκολύνει ο Ιησούς έκαμε αυτή τη σύσταση: Συ δε όταν προσευχή, είσελθε εις το ταμιείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ(16).
Η παραπάνω προπαρασκευαστική εργασία είναι απαραίτητη ώστε η καρδια να απομονωθή από το σάλο της ζωής και να τοποθετηθή σε μια ηθελημένη κατάσταση συγκεντρώσεως. Αν αυτή η απομόνωση επιτύχει, ο πιστός θα είναι σε θέση να πλησιάσει τα στοιχεία της δεύτερης ομάδας – το πέμπτο και το έκτο – με πνεύμα δραστήριο, ικανό να τολμά(17). Θα ζητήσει τότε την επέμβαση του Απολύτου ΙΙ: τον Χριστό, επιούσιο άρτο, να αποκτήσει με τη βοήθεια της Χάριτος την εξάλειψη του καρμικού του βάρους, συνεπώς την αγνοποίησή του.
Η συμπεριφορά του Χριστού προς τον ικέτη που επιδεικνύει τόλμη είνα πάντοτε θετική. Ή καλύτερα, ο ίδιος ασκεί στην ανθρώπινη καρδιά μια σταθερή πίεση όπως το υποδεικνύουν τα λόγια του: Ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω(18).



________________
1.Μτ., στ', 8-13, Καινή Διαθήκη, μετ. στα γαλλικά Louis Segond Νέα έκδ. αναθεωρημένη εκτ. Μεγ. Βρεττανία, Πανεπιστημιακό Τυπογραφείο της Οξφόρδης, Παρίσι, 1932. σελ. 12.
2.«Bene Augustinus contra Adimantum: Particulas guasdam de scripturis eligunt, quibus decipiant non connectentes quae supra et infra scripta sunt, ex quibus voluntas et intentio scriptonis possi intelligi...» C4 (c.14).
3.Μτ., ένθ. Ανωτ., 5-9
4.Ένθ.ανωτ., 31-34. Υπογραμμίζει ο συγγραφέας.
5.Λκ., ι', 42
6.Δηλαδή το Απόλυτο ΙΙΙ
7.Υπογραμμίζει ο συγγραφέας. Σημειώνεται ότι στα σχόλια του εσωτερισμού η λέξη σήμερον αναφέρεται γενικά σε ολόκληρη τη ζωή του ατόμου.
8.Στα ρωσσικά.
9.Ιω., στ' 32, 33, 34, 35, 41, 51, κλπ. Κι ακόμη: εργάζεσθε με την βρώσιν την απολλυομένη, αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον, ένθ. Ανώτ. Στ', 27.
10.Novum Testamentum, Bulgatae Editionis. Ex Vaticanis Editionibus Earumque correctorio. P. Michael Hetzemauer O.C. Prov. Tirol. sept. Approbatus lector S. Theologiae et Guardianus Cum Approbatione Ecclesiastica Omnipote. Libraria Academica Wagneriana, MDCCCIC, Secundum Matthaem, Caput VI, 11.
Η Βουλγκάτα μεταφράστηκε από τα εβραϊκά από τον Άγιο Ιερώνυμο (331 – περί το 420) κατά τα τέλη του 4ου αιώνα, με εντολή του Πάπα Δαμάσιου. Είναι η μόνη λατινική μετάφραση που αναγνωρίστηκε ως κανονική από τη Σύνοδο του Τρέντο.
11.Το πρώτο τμήμα της Καινής Διαθήκης, στα αρχαία Γαλλικά, αναθεωρημένο και διορθωμένο από τον Nicolas Petit, Λυών, 1540, σελ. 7 (μεταφ. Le Fevre).
12.Η Βίβλος, δηλαδή Όλη η Αγία Γραφή της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, La Rochelle, εκδ. M. H. Hauttin, από τον Corneil Hertzmann, 1616.
13.Ιω., α', 6-9.
14.Σημειώσατε ότι ο Πατήρ είναι το Άγιο Πνεύμα. Παρακαλεί λοιπόν εδώ ο προσευχόμενος να έρθει η Εποχή του Αγίου Πνεύματος.
15.Το Απόλυτο ΙΙΙ.
16.Μτ., στ', 6. Παρατηρείται ότι το κείμενο βρίσκεται στο Κεφάλαιο ΕΞΗ και στον στίχο έξη, αριθμό διπλά εκλεκτό που σημαίνει όπως γνωρίζουμε την Ανάσταση.
17.Ο Ιησούς είπε: «θάρσει θύγατερ. Η πίστις σου σέσωκέ σε!» (Μτ., θ', 22)
18.Αποκ., γ', 20.



ΜΠΟΡΙΣ ΜΟΥΡΑΒΙΕΦ
ΓΝΩΣΗ
ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
(ΚΥΚΛΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Το γουρούνι [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – William Hope Hodgson



...Για ίσως ένα ολόκληρο λεπτό παρέμεινα κοιτάζοντας βαθιά στα σκοτάδια, σ' εκείνο το πράγμα που αιωρείτο στο ασύλληπτο κενό, σαν να 'ταν κάποιος αλαργινός πλανήτης με πεθαμένο ασπριδερό χρώμα. Και μετά απλώς συνήλθα μ' ένα απότομο σκίρτημα, έτσι θα μπορούσε να το πει κανείς, έχοντας τον πλήρη έλεγχο του εαυτού μου. Αυτό γιατί, όπως λίγη υπερένταση παραπάνω μου είχε προκαλέσει το παθητικά χρήσιμο μούδιασμα της παραζάλης, έτσι και τούτο το ξαφνικά κατακλυσμικά υπέρτατο γεγονός της φρίκης είχε επιφέρει, με τη σειρά του, τη μεταπήδηση από την αδράνεια στη δράση. Μέσα σε μια στιγμή πέρασα από την κατάσταση της πλήρους απάθειας σ' εκείνη της έντονης ενεργητικότητας.
Ήξερα ότι, χάρη σε κάποιο τυχαίο συμβάν, είχα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο όριο, ότι στεκόμουν τώρα εκεί όπου καμία ανθρώπινη ψυχή δε θα έπρεπε να βρίσκεται, και ότι σε ελάχιστα από τα ασήμαντα λεπτά του χρόνου της γης μπορεί να ήμουν νεκρός.
Κατά πόσο ο Μπαίηνς είχε περάσει το «σημείο που δεν έχει γυρισμό» ήταν κάτι που δεν το ήξερα. Τον ακούμπησα προσεκτικά αλλά σβέλτα στο πάτωμα γυρισμένο στο πλευρό του, μεταξύ των εσωτερικών κύκλων – δηλαδή ανάμεσα στο βιολετή και το λουλακή κύκλο – όπου και παρέμεινε γρυλίζοντας σιγανά. Νιώθοντας ότι η φοβερή στιγμή είχε φτάσει τράβηξα το αυτόματο πιστόλι μου. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα να φροντίσω εγώ για το τέλος μας πριν μας πλησιάσει πιο κοντά εκείνο το πράγμα από τα βάθη. Γιατί, στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Μπαίηνς, από τη στιγμή που θα έμπαινε στο πεδίο επιρροής των – ας τις πούμε κι έτσι - «επαγωγικών δυνάμεων» του τέρατος, θα έπαυε να είναι άνθρωπος. Όπως και στην περίπτωση του Άστερ ο οποίος έμεινε έξω από τα πεντάλφα στην Υπόθεση του Μαύρου Πέπλου, θα συνέβαινε τότε κάτι που μόνον ως παθολογική, ψυχολογική αλλαγή θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς – με άλλα λόγια, θα σήμαινε έναν κυριολεκτικό αφανισμό της ψυχής.
Αλλά τότε κάτι φάνηκε να μου λέει να μην πυροβολήσω. Ίσως αυτό ν' ακούγεται λίγο σαν δεισιδαιμονία, αλλά είναι γεγονός ότι σκόπευα να σκοτώσω τον Μπαίηνς εκείνη τη στιγμή, και αυτό που με σταμάτησε ήταν ένα σαφές μήνυμα από έξω.
Σας διαβεβαιώνω, ήταν κάτι που έκανε μια μεγάλη ελπίδα ν' αναπτερωθεί μέσα μου, γιατί κατάλαβα ότι ήταν μια παρέμβαση των δυνάμεων οι οποίες εξουσιάζουν το στροβίλισμα του εξώτερου κύκλου. Αλλά αυτό το ίδιο το γεγονός της παρέμβασης αποτελούσε μια επιπλέον απόδειξη του τρομερού ψυχικού κινδύνου που αντιμετωπίζαμε, γιατί αυτή η ανεξιχνίαστη Προστατευτική Δύναμη δεν παρεμβαίνει παρά μονάχα για να μπει ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και τις Εξώτερες Τερατώδεις Οντότητες.
Την ίδια στιγμή που έλαβα το μήνυμα, ανασηκώθηκα σαν αστραπή και κατευθύνθηκα προς το πηγάδι, δρασκελίζοντας το βιολετή κύκλο και πηγαίνοντας κατευθείαν προς το στόμα του σκότους. Έπρεπε ν' αποτολμήσω αυτό το ρίσκο προκειμένου να φτάσω έτσι στον πίνακα ελέγχου, ο οποίος βρισκόταν στο γυάλινο ράφι κάτω από την τάβλα του τραπεζιού στο κέντρο.
Δεν μπορούσα ν' απαλλαγώ εντελώς από τη φρίκη της ιδέας ότι μπορεί να έπεφτα μέσα σ' εκείνο το φοβερό μαύρο χάος. Το πάτωμα είχε αρκετά στέρεη αίσθηση, αλλά ένιωθα σαν να βάδιζα πάνω απ'οένα μαύρο κενό, πάνω από μια αντεστραμμένη άναστρη νύχτα, με το πρόσωπο του Γουρουνιού να αναδύεται και να πλησιάζει από τα εκεα τα απύθμενα βάθη κάτω από τα πόδια μου – ένα σιωπηλό κι απίστευτο πράγμα που έβγαινε από την άβυσσο – ένα ασπρουλιάρο γουρουνίσιο πρόσωπο το οποίο φάνταζε σαν να αιωρείτο εκεί, πλαισιωμένο από τα απέρταντα σκοτάδια.
Με δύο γοργά νευρικά βήματα έφτασα στο τραπέζι το οποίο βρισκόταν εκεί στο κέντρο, με τα γυάλινα πόδια του να φαίνονται σαν να στηρίζονταν στο κενό. Άρπαξα τον πίνακα ελέγχου, τραβώντας έξω την πλακέτα από βουλκανίτη* με τους διακόπτες του μπλε κύκλου. Η μπαταρία που τροφοδοτούσε αυτόν τον κύκλο ήταν η δεξιά της σειράς των επτά, με την καθεμιά τους μαρκαρισμένη με το γράμμα του κύκλου της, έτσι ώστε σε ώρα ανάγκης να μπορώ να διαλέξω στα γρήγορα οποιαδήποτε από αυτές.
Καθώς ανέβαζα τον διακόπτη του μπλε είχα μια αρκετά δυσάρεστη προειδοποίηση για τους άγνωστους κινδύνους που ρισκάριζα μ' αυτή τη μικρή διαδρομή των δύο βημάτων. Γιατί εκείνη η φοβερή αίσθηση του ιλίγγου επέστρεψε ξαφνικά, και για μια φρικτή στιγμή ήταν σαν να έβλεπα τον κόσμο μέσα από μια θολούρα, σαν να επιχειρούσα να κοιτάξω μέσα από νερό.
Κάτω από μένα, πέρα χαμηλά ανάμεσα από τα πόδια μου, μπορούσα να διακρίνω το Γουρούνι το οποίο, κατά κάποιο περίεργο τρόπο, φαινόταν τώρα διαφορετικό – πιο σαφές, πιο κοντινό και πιο τεράστιο. Διαισθάνθηκα ότι με είχε πλησιάσει απότομα μέσα σε μια στιγμή. Και ξαφνικά είχα την εντύπωση ότι κατέβαινα ολόσωμος.
Είχα την αίσθηση μιας τρομερής δύναμης που προσπαθούσε να με σπρώξει πέρα από το χείλος εκείνου του πηγαδιού, αλλά χρησιμοποιώντας και την τελευταία σταγόνα θέλησης που είχε απομείνει μέσα μου βούτηξα μέσα από τη θολούρα που έκρυβε το καθετί από τα μάτια μου και κατάφερα να φτάσω ως το βιολετή κύκλο όπου βρισκόταν ξαπλωμένος ο Μπαίηνς.
Εκεί γονάτισα στηριγμένος στις φτέρνες μου, και με τα χέρια μου τεντωμένα ανασήκωσα προσεκτικά με το νύχι τη βάση από βουλκανίτη του μπλε κύκλου μέχρι που να χωρούν να περάσουν από κάτω οι άκρες των δαχτύλων μου. Αυτό το έκανα φροντίζοντας να μην απλώσω τα δάχτυλά μου πιο μέσα από την εσωτερική άκρη του φωτεινού σωλήνα, ο οποίος ήταν στηριγμένος σε μια βάση από βουλκανίτη πέντε πόντους πλατιά.
Με πολύ αργές κινήσεις στάθηκα πάλι όρθιος, ανασηκώνοντας μαζί μου και την πλευρά του μπλε κύκλου. Τα πόδια μου βρίσκονταν ανάμεσα στο λουλακή και το βιολετή κύκλο, έχοντας πλέον μόνον τον μπλε κύκλο ανάμεσα σ' εμένα και τον ακαριαίο θάνατο. Γιατί έτσι και είχε σπάσει ο γυάλινος σωλήνας του από την ασυνήθιστη καταπόνηση στην οποία τον είχα υποβάλει όταν τον σήκωνα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχα αναχωρήσει, και πολύ γρήγορα, για τον άλλο κόσμο.
Έτσι παιδιά μπορείτε να φανταστείτε πως ένιωθα. Είχα την αίσθηση ενός δυσάρεστου αχνού μυρμηγκιάσματος το οποίο ήταν πιο έντονο στις άκρες των δαχτύλων και στους καρπούς μου, ενώ ο μπλε κύκλος φαινόταν να δονείται παράξενα σαν κάποια άγνωστα μικροσκοπικά σωματίδια να τον βομβάρδιζαν κατ' αμέτρητα εκατομμύρια. Κατά μήκος των φωτεινών γυάλινων σωλήνων και για περίπου μισό μέτρο δεξιά κι αριστερά των χεριών μου υπήρχε μια αλλόκοτη ομίχλη από μικροσκοπικές σπίθερς οι οποίες αναδεύονταν και στροβιλίζονταν, φτιάχνοντας έτσι ένα ασυνήθιστο φωτοστέφανο.
Δρασκελίζοντας το λουλακή κύκλο, άρχισα να σπρώχνω τον μπλε κύκλο προς τα έξω, ενάντια στον αργοκινούμενο τοίχο του μαύρου καπνού δημιουργώντας έτσι ένα κυματάκι από μικροσκοπικές ωχρές λάμψεις οι οποίες έγλειφαν τον κύκλο. Αυτές οι λάμψεις κινούνταν κατά μήκος του φωτεινού σωλήνα μέχρι που έφταναν στο σημείο όπου ο μπλε κύκλος διασταυρωνόταν με τον λουλακή, κι εκεί έσβηναν στον αέρα με ηχηρά τριζοβολητά.

Καθώς προχωρούσα αργά και προσεκτικά κρατώντας τον μπλε κύκλο, συνέβη κάτι το πολύ ασυνήθιστο, γιατί ο κινούμενος τοίχος του νέφους άρχισε να υποχωρεί από αυτόν, κάνοντας μια μεγάλη κοιλιά σκιάς, ενώ φαινόταν ν' αραιώνει μπροστά του. Ακουμπώντας την άκρη του κύκλου στο πάτωμα δρασκέλισα τον Μπαίηνς και πέρασα ίσια μέσα από το στόμιο του πηγαδιού, προκειμένου ν' ανασηκώσω την άλλη άκρη του κύκλου περνώντας τη πάνω από το τραπέζι. Ο κύκλος έτριξε σαν να ήταν έτοιμος να σπάσει στη μέση καθώς τον σήκωνα, αλλά τελικά πέρασε από πάνω σώος και ασφαλής.
Όταν κοίταξα πάλι προς τα βάθη εκείνης της σκιάς είδα πέρα χαμηλά το φοβερό ασπρουλιάρικο πρόσωπο του Γουρουνιού να αιωρείται εκεί, πλαισιωμένο από ένα κύκλο νύχτας. Παρατήρησα ότι λαμπύριζε πολύ αμυδρά – απλώς με μια αχνή φωτεινότητα. Και βρισκόταν πολύ κοντά – σχετικά. Κανένας δε θα μπορούσε να υπολογίσει αποστάσεις σ' εκείνο το μαύρο κενό.
Ανασηκώνοντας πάλι την άκρη του μπλε κύκλου όπως και πριν, τον προχωρησα ακόμη πιο έξω, μέχρι που ο μισός έφτασε να είναι πέρα από τον λουλακή. Στη συνέχεια σήκωσα τον Μπαίηνς και τον μετέφερα στο σημείο εκείνο του δαπέδου το οποίο ήταν εκτός της «άμυνας». Κατόπιν σήκωσα ξανά τον κύκλο και άρχισα να κάνω μπροστά όσο πιο γρήγορα τολμούσα, ανατριχιάζοντας κάθε φορά που έτριζαν οι αρμοί, καθώς το όλο κατασκεύασμα διαμαρτυρόταν για την καταπόνηση που του επέβαλα. Και σ' όλο αυτό το διάστημα ο περιστρεφόμενος τοίχος από τα θυσανωτά σύννεφα υποχωρούσε μακριά από το χείλος του μπλε κύκλου, κάνοντας ένα κοίλωμα με θαυμαστό τρόπο στην προσέγγισή του, σαν να τον φυσούσε προς τα πίσω κάποιος αθόρυβος άνεμος.
Από καιρού σε καιρό μικρές αναλαμπές φωτός είχαν αρχίσει να παίζουν πάνω από τον μπλε κύκλο, και άρχισα ν' αναρωτιέμαι κατά πόσο θα μπορούσε ν' αντέξει στην «τάση» μέχρι να τον σύρω πέρα από την άμυνα.
Από τη στιγμή που θ' απομακρυνόταν εντελώς, έλπιζα ότι οι αφύσικες εντάσεις θα κόπαζαν γύρω μας και ότι θα συγκεντρώνονταν πάλι κυρίως γύρω από την άμυνα και τις ελκτικές δυνάμεις της αρνητικής «τάσης».
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα ξερό κρότο πίσω μου, και ο μπλε κύκλος τραντάχτηκε λίγο. Μόλις είχε περάσει εντελώς πάνω από το βιολετή και λουλακή κύκλο και είχε χτυπήσει στο πάτωμα. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένας σιγανός μακρόσυρτος θόρυβος σαν από μπουμπουνητό, καθώς κι ένα περίεργο μουγκρητό. Ο μαύρος περιστρεφόμενος τοίχος είχε αραιώσει από ολόγυρά μας και για μια ακόμη φορά το δωμάτιο φαινόταν πάλι καθαρά. Ωστόσο δεν είδα τίποτα εκεί εκτός από ένα σποραδικό περίεργο μπλε λαμπίρισμα από φως το οποίο διέτρεχε κυματιστά το πάτωμα.
Γυρίζοντας να κοιτάξω πίσω στην «άμυνα» πρόσεξα ότι ήταν κυκλωμένη από τον περιστρεφόμενο τοίχο του μαύρου νέφους, και φάνταζε πολύ παράξενη βλέποντας την από την έξω μεριά. Έμοιαζε σαν ένα πλακουτσό χωνί από στροβιλιζόμενη μαύρη ομίχλη το οποίο έφτανε από το πάτωμα ως το ταβάνι και λικνιζόταν αργά. Μέσα απ' αυτό μπορούσα να διακρίνω τη λάμψη, άλλοτε θολερά και άλλοτε καθαρά, από το λουλακή και το βιολετή κύκλο. Και τότε, ενώ τα παρατηρούσα όλα αυτά, ολόκληρο το δωμάτιο φάνηκε να πλημμυρίζει ξαφνικά από μια φοβερή παρουσία η οποία με συνέθλιβε με ένα βάρος φρίκης που ήταν η ίδια πεμπτουσία του ψυχικού ολέθρου.
Γονατίζοντας εκεί στον μπλε κύκλο πλάι στον Μπαίηνς, με τις ικανότητες μου για πρωτοβουλία ναρκωμένες και προσωρινά παραλυμένες, δεν μπορούσα να σκεφτώ κανένα άλλο σχέδιο σωτηρίας, και πραγματικά δε φαινόταν να με νοιάζει τίποτα εκείνη τη στιγμή. Ένιωθα ότι είχα ήδη ξεφύγει από τον άμεσο αφανισμό και η όλη υπερένταση με είχε φέρει σε μια κατάσταση εκπληκτικής αδιαφορίας προς οποιοδήποτε μικρότερο είδος φρίκης.
Σε όλο αυτό το διάστημα ο Μπαίηνς παρέμενε ξαπλωμένος και βουβός στο πλευρό του. Τον γύρισα ανάσκελα και τον κοίταξα προσεκτικά στα μάτια, φροντίζοντας, λόγω της κατάστασής του, να μην κοιτάξω μέσα σ' αυτά. Γιατί αν είχε περάσει πέρα από το «όριο που δεν έχει γυρισμό», κάτι τέτοιο θα ήταν επικίνδυνο. Θέλω να πω ότι, αν το «περιπλανώμενο» κομμάτι της υπόστασής του είχε αφομοιωθεί από το Γουρούνι, τότε ο Μπαίηνς θα ήταν ψυχικά ευάλωτος σ' αυτό, κι επιπλέον μπορεί να μην ήταν πια τίποτα περισσότερο από το εξωτερικό κέλυφος ενός ανθρώπου ποτισμένου με την ακτινοβολία της τερατώδους υπόστασης του Γουρουνιού. Στην τελευταία περίπτωση θα μπορούσε πλέον να λειτουργεί σαν κάτι το οποίο, μη διαθέτοντας καλύτερο όρο, θα το αποκαλούσα «ψυχικά μολυσματική δύναμη». Και μια τέτοια δύναμη, επειδή μεταδίδεται πιο εύκολα μέσω των ματιών, μπορεί να προκαλέσει ένα είδος εξαιρετικά επικίνδυνης εγκεφαλικής καταιγίδας.
Διαπίστωσα, ωστόσο, τα μάτια του Μπαίηνς είχαν μια ασυνήθιστα αγωνιώδη εσωτερική έκφραση. Όχι οι ίδιοι οι βολβοί, φυσικά, αλλά ένα είδος ανακλαστικού που μεταφέρεται από τα «μάτια του νου» σ' εκείνα του σώματος, προσδίδοντάς τους έτσι μια έκφραση της σκέψης αντί για της όρασης. Αναρωτιέμαι κατά πόσο έγινε κατανοητό αυτό που σας περιγράφω. Το πιάνετε;
Απότομα, από κάθε σημείο του δωματίου, ξέσπασε πάλι ο σαματάς από εκείνες τις οπλές, κάνοντας όλο το χώρο ν' αντιλαλεί από τον ήχο, λες και χίλια γουρούνια είχαν αλλάξει ξαφνικά από κατάσταση απόλυτης αδράνειας σ' εκείνη μιας ξέφρενης εφόρμησης. Ο όλος ορυμαγδός της ζωώδους οχλαγωγίας φάνηκε να θεριεύει σε ένα κύμα προς την κατεύθυνση του περιστρεφόμενου χωνιού από μαύρο καπνό το οποίο λικνιζόταν παράξενα καθώς ανέβαινε από το πάτωμα προς το ταβάνι γύρω από το βιολετή και το λουλακή κύκλο.
Μόλις ο ήχος κόπασε είδα ότι κάτι αναδυόταν από το κέντρο της «άμυνας». Υψωνόταν με μια αργή σταθερή κίνηση. Το έβλεπα ωχρόλευκο και πελώριο μέσα από την κυματιστή νεφελώδη δίνη – ένα τερατώδες ασπρουλιάρικο ρύγχος το οποίο αναδυόταν από εκείνη την ασύλληπτη άβυσσο... ξεπρόβαλλε ολοένα και πιο πολύ, σαν ένας πελώριος ασπριδερός όγκος. Μέσα από κάποιο αραίωμα του πέπλου των νεφών πρόλαβα και διέκρινα ένα μικρό μάτι... Ποτέ δεν πρόκειται να ξανακοιτάξω σε μάτια γουρουνιού χωρίς να νιώσω κάτι από αυτό που ένιωσα τότε. Ένα γουρουνίσιο μάτι μ' ένα δαιμονικό φως αποκρουστικής νοημοσύνης να λάμπει στα βάθη του...


_________________
*Παλαιό μονωτικό υλικό από βουλκανιζαρισμένο λάστιχο.



Ο Γιώργος Μπαλάνος μεταφράζει:
Όταν Ξυπνούν οι Εφιάλτες
Εκδόσεις Locus 7 2000

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Το νερό – James Joyce



Τι θαύμαζε στο νερό ο Μπλούμ, νερολάτρης, νεροβγάλτης, νεροκουβαλητής, ξαναγυρίζοντας στη φουφού;
Την παγκοσμιότητά του. Τη δημοκρατική ισότητα και τη σταθερότητα στη φυσική του ιδιότητα ν' αναζητά την αποκλειστικά δική του στάθμη. Την απεραντοσύνη των ωκεανών στον χάρτη του Μερκάτορ. Την αστάθμητη βαθύτητά του στην τάφρο Σάνταμ του Ειρηνικού που υπερβαίνει τις 8.000 οργιές. Το αεικίνητο των κυμάτων του και των μορίων της επιφανείας του, τα οποία επισκέπτονται διαδοχικώς όλα τα σημεία της θαλασσινής περιμέτρου. Την ανεξαρτησία των μονάδων του. Την συνεχή εναλλαγή των καταστάσεων της θάλασσας. Την υδροστατική αταραξία του κατά τη γαλήνη. Την υδροκινητική υπερχείλησή του σε αμπώτεις και πλημμυρίδες. Το καταλάγιασμά του μετά από την ερήμωση. Τη στειρότητά του στους περί τον πόλον παγετώνες, αρκτικό και ανταρκτικό. Την κλιματική και εμπορική του σπουδαιότητα. Την υπεροχή του 3 προς 1 επή της ξηράς της υδρογείου. Την ακαταμάχητη υπεροχή του σε τετραγωνικές λεύγες στην περιοχή που εκτείνεται κάτω από τον υποϊσημερινό τροπικό του Αιγόκερω. Την πολυγενική αντοχή της πρωταρχικής του λεκάνης. Τον κιτρινοκόκκινο πυθμένα του. Την ικανότητα του να διαλύει και να διατηρεί εν διαλύσει όλες τις ευδιάλυτες ουσίες, συμπεριλαμβανομένων εκατομμυρίων τόννων εκ των πολυτιμοτέρων μετάλλων. Την αργή διάβρωση των χερσονήσων και των επικλινών ακρωτηρίων. Τις προσχωματικές του καταθέσεις. Το βάρος του, τη μάζα του και την πυκνότητά του. Την δυσκινητικότητά του σε λιμνοθάλασσες και λίμνες των βουνών. Τη διαβάθμιση των χρωμάτων του στις ζώνες, διακεκαυμένη, εύκρατη και κατεψυγμένη. Τη διαμετακομιστική του διακλάδωση σε ρυάκια με λίμνες και συγκλίνοντες προς τη θάλασσα ποταμούς, με τους παραποτάμους τους και τα ωκεάνια ρεύματα. Το γκολφστρήμ, με τις ισημέριες πορείες, βόρεια και νότια. Τη βιαιότητά του σε υποθαλάσσιους σεισμούς, υδροστήλες, αρτεσιανές πηγές, φουσκονεριές, χειμάρρους, στροφάλους, πλημμύρες, υπερχειλίσεις, αποτραβήγματα του νερού, ξεχειλίσματα του νερού, χωρίσματα του νερού, θερμοπίδακες, καταρράχτες, δίνες, αναταραχές, υπερχειλίσεις, κατακλυσμούς, μπόρες. Την απέραντη μη οριζόντιο περί την γην καμπύλη του. Τη μυστικότητά του σε πηγές και σε λανθάνουσα υγρασία, όπως αυτή αποκαλύπτεται με ραβδομαντικά ή υδρομετρικά όργανα και εξακριβώνεται παραδειγματικώς με την τρύπα στον τοίχο της πύλης Άστάουν, τη διαβροχή του αέρα, την απόσταξη της δροσιάς. Την απλότητα της σύνθεσής του, δυό συστατικά μέρη υδρογόνου κι ένα συστατικό μέρος οξυγόνου. Τις θεραπευτικές του αρετές. Την δύναμη ανώσεως στα νερά της Νεκρής Θάλασσας. Την υπομονετική του διεισδυτικότητα σε ρυάκια, τάφρους, ανεπαρκή φράγματα, χαραμάδες καραβιών. Τις ικανότητές του για καθαρισμό, για σβήσιμο της δίψας και της φωτιάς, για θρέψιμο της βλάστησης. Το αλάθητό του ως παράδειγμα και υπόδειγμα. Τις μεταμορφώσεις του σε ατμούς, ομίχλη, σύννεφο, βροχή, χιονόνερο, χιόνι, χαλάζι. Την δύναμή του μέσα σε στέρεους σωλήνες. Την πληθώρα των μορφών του σε λίμνες, αιγιαλούς και κόλπους και όρμους και κανάλια και λιμνοθάλασσες και κοραλιοειδείς ξέρες και αρχιπέλαγα και ισθμούς και φιόρδ και παλιρροϊακκά ποταμίσια στόματα και θαλασσινά μπράτσα. Τη στερεότητά του σε παγετώνες, παγόβουνα και παγονήσους. Την επιδεκτικότητά του να θέτει σε κίνηση υδραυλικές μυλόπετρες, τουρμπίνες, γεννήτριες, σταθμούς ηλεκτρικής παραγωγής, πλυντήρια, βυρσοδεψεία, νεροτριβές. Τη χρησιμότητά του σε διώρυγες, ποτάμια, αν είναι πλωτά, σε επιπλέουσες και σταθερές δεξαμενές. Τη δύναμή του, όπως βγαίνει από δαμασμένες παλίρροιες ή από ρεύματα νερών κατερχομένων από στάθμη σε στάθμη. Τους υποβρύχιους κόσμους του, ζωικό και φυτικό (ανακουστικό, φωτόφοβο), οι οποίοι συνθέτουν αριθμητικώς, αν όχι και κατά κυριολεξίαν, τους κατοίκους του πλανήτη. Την απανταχού παρουσία του καθώς αυτό συνθέτει κατά 90% το ανθρώπινο σώμα. Τη βλαβερότητα της σαπίλας του σε παραλήμνιους βάλτους, λοιμικά έλη, μπαγιάτικο νερό στα ανθογυάλια, στάσιμους λάκκους στο λιγοστεμένο φεγγάρι.



JAMES JOYCE
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΨΑΣΚΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΗΛΙΑΣ Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 1990

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΟ ΞΙΦΟΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ (ΣΑΪΟΥΦ ΟΥΛ ΙΣΛΑΜ) – RENE GUENON



Οι άνθρωποι της Δύσεως θεωρούν συνήθως τον Ισλαμισμόν ως παράδοσιν καθαρώς πολεμικήν και λόγω της αιτίας ταύτης όταν προκύπτη ζήτημα σχετιζόμενον ειδικώς με την ρομφαίαν ή με το ξίφος (ες-σαϊούφ) εκλαμβάνουν την λέξιν ταύτην υπό την στενωτάτην και την κατά γράμμα έννοιαν αυτής και μάλιστα χωρίς να σκέπτωνται ποτέ μη τυχόν εις την πραγματικότητα εντός της εννοίας ταύτης περιέχεται και έτερον τι. Ασυζητητεί πάντως ο Ισλαμισμός έχει και την μαχητικήν του πλευράν, η οποία όμως πολύ απέχει από το να είναι το ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν αυτού διότι κάλλιστα συναντάται και εις τας περισσοτέρας των λοιπών παραδόσεων, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Χωρίς μάλιστα να υπενθυμίσωμεν ότι αυτός ούτος ο Χριστός είπε: «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν». (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Σεφ. ΙΙ εδ. 35) λόγον όστις εν τέλει είναι δυνατόν να εκληφθή και υπό την πλέον στρεβλήν έννοιαν αυτού, είναι άξιον παρατηρήσεως ότι, καθώς βλέπωμεν εκ της ιστορίας, ο Χριστιανισμός κατά τον μεσαίωνα δηλαδή εις την εποχήν κατά την οποίαν εφηρμόζετο ενεργώς επί των κοινωνικών καθεστώτων έδωσε τρανοτάτας αποδείξεις περί αυτού του πράγματος. Και αυτή επίσης η Ινδουιστική παράδοσις, η οποία ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να θεωρηθή ως μαχητική, υπαρχούσης μάλιστα γενικής τάσεως όπως αποδίδεται εις αυτήν μομφή ως αποδιδούσης ελαχίστην σημασίαν εις την πράξιν. Έχει παρ' όλον τούτο και την μαχητικήν κατόπιν αυτής, ως είναι δυνατόν να διαπιστωθή το τοιούτον εκ του κειμένου της Βαχαβάτ-Γκιτά. Εάν δεν έχη τις αποτυφλωθή από μερικάς προλήψεις, είναι εύκολον να εννοήση ότι τούτο συμβαίνει διότι εις την περιοχήν των σχετιζομένων με την κοινωνίαν, ο πόλεμος εφ' όσον στρέφεται κατά των διαταρασσόντων την τάξιν επί τω σκοπώ να επαναφέρη αυτούς εις αυτήν, αποτελεί νόμιμον ενέργειαν, η οποία κατά βάθος είναι μια μορφή της λειτουργίας της «δικαιοσύνης», νοουμένης υπό την ευρυτάτην αυτής έννοιαν. Παρ' όλα ταύτα όμως, το πράγμα τούτο αποτελεί την πλέον εξωτερικήν άποψιν των πραγμάτων και επομένως την ολιγώτερον ουσιαστικήν από της απόψεως της Παραδόσεως, και προσδίδοντος εις τον πόλεμον, νοούμενον κατά τον ανωτέρω τρόπον, την νομιμότητα αυτού, όντος το ότι συμβολίζει, την πάλην την οποίαν πρέπει να διεξαγάγη ο άνθρωπος, κατά των εχθρών τους οποίους φέρει εντός εαυτού, δηλαδή εναντίων όλων των στοιχείων τα οποία εντός του ιδίου του εαυτού του αντιτίθενται, εις την τάξιν και εις την ενότητα. Εν τέλει και κατά τας δύο περιπτώσεις, δηλαδή είτε όταν πρόκειται περί της κοινωνικής και εξωτερικής τάξεως, είτε περί της εσωτερικής και πνευματικής, ο πόλεμος και εις τας δύο περιπτώσεις πρέπει ν' αποβλέπη εις την αποκατάστασιν της ισορροπίας και της αρμονίας (δια τον λόγον τούτον σχετίζεται, πάντοτε με την «δικαιοσύνην»). Τούτο εν εσχάτη αναλύσει σημαίνει ότι η κανονική κατάληξις αυτού, ήτις αποτελεί και τον μοναδικόν λόγον της υπάρξεως αυτού, είναι η ειρήνη (εσ-σαλάμ), η οποία εις την πραγματικότητα δεν είναι δυνατόν να επιτευχθή ειμή μόνον διατης εις την θείαν βούλησιν (ελ-ισλάμ) υποταγής, ήτις τοποθετεί έκαστον στοιχείον εις την αρμόζουσαν εις αυτό θέσιν δια να συγκλίνουν τα πάντα συνειδητώς εις την πραγματοποίησιν του ενός και μοναδικού σχεδίου, μη υπαρχούσης ανάγκης ν' αναφέρωμεν κατά πόσον εις την Αραβικήν γλώσσαν οι δύο όροι «ελ-ισλάμ» και «εσ-σαλάμ» συγγενεύουν μεταξύ αυτών.
Εις την ισλαμικήν παράδοσιν οι δύο ούτοι σκοποί του πολέμου και η πραγματική μεταξύ αυτών σχέσις εκφράζονται κατά τον πλέον δυνατώς σαφή τρόπον εις το εξής «χαδίτ» (λόγιον) του Προφήτου, το οποίον εξέφερε κατά την επιστροφήν εκ μιας νικηφόρου εκστρατείας κατά των εξωτερικών εχθρών, έχοντος ούτω: «Επιστρέφομεν από τον μικρόν ιερόν πόλεμον εις τον μέγαν ιερόν πόλεμον» (Ραγιανά μιν ελ τζιχατίλ – άσγκαρ, ιλά λ' τζιχατίλ ακμπάρ). Εάν ο εξωτερικός πόλεμος, νοούμενος κατ' αυτόν τον τρόπον, είναι ο «μικρός ιερός πόλεμος» (τζιχατίλ άσγκαρ)(1) του εσωτερικού πολέμου όντος του «μεγάλου ιερού πολέμου» (Τζιχατίλ άκμπαρ), τούτο σημαίνει ότι ο πρώτος εν σχέσει προς τον τελευταίον, έχει δευτερεύουσαν σημασίαν ων απλώς και μόνον μια υποπίπτουσα εις τας αισθήσεις εικών αυτού. Επομένως είναι αυτονόητον ότι υπ' αυτάς τας συνθήκας παν το χρησιμεύον εις τον εξωτερικόν πόλεμον δύναται να θεωρηθή ως σύμβολον μιας λειτουργίας σχετιζομένης με τον εσωτερικόν πόλεμον(2) και ειδικώς μάλιστα ότι τοιούτον τι συμβαίνει προκειμένου του ξίφους.
Οι μη γνωρίζοντες την σημασίαν ταύτην, και μάλιστα οι αγνοούντες το «χάδιτ» (λόγιον) το οποίον ανεφέραμεν ανωτέρω, θα ηδύναντο να παρατηρήσουν τουλάχιστον, σχετικώς με την άποψιν ταύτην ότι κατά την διάρκειαν του κηρύγματος, ο «κιατίμπ», του οποίου το λειτούργημα δεν έχει τι το πολεμικόν, υπό την κοινήν σημασίαν της λέξεως τάυτης, κρατεί εις την χείρα του ξίφος και ότι τούτο εις την περίστασιν ταύτην δεν είναι δυνατόν να είναι άλλο τι ειμή μόνον σύμβολον, χωρίς μάλιστα να ληφθούν υπ' όψιν ότι συνήθως το ξίφος τούτο είναι ξύλινον, πράγμα το οποίον καταφανώς καθιστά τούτο εντελώς ακατάλληλον προς πολεμικήν χρήσιν, γενομένου ούτω πλέον εκδηλου του συμβολικού αυτού χαρακτήρος.
Το ξίφος σχετίζεται με τον παραδοσιακόν συμβολισμόν από πολύ παλαιάς εποχάς και εις τας Ινδίας είναι εκ των αντικειμένων άτινα έχουν θέσιν κατά την βεδικήν θυσίαν, του ξίφους (σπλάχγια), του πασσάλου της θυσίας, του άρματος (ή μάλλον του άξονος των τροχών όστις αποτελεί και το κύριον αυτού μέρος) και του βέλους φημολογουμένου ως γεννηθέντων από το «βάζρα» ή τον κεραυνόν του «Ίνδρα». Όταν ο Ίνδρα εξηκόντισε τον κεραυνόν κατά του Βρίτρα, ο κεραυνός ούτος έλαβε τέσσαρας μορφάς... οι Βραχμάνοι χρησιμοποιούν τας δύο εκ των μορφών τούτων και οι Ξατρίγιας τας άλλας δύο κατά την μάχην(3)... όταν ο θύτης καταφέρει το ξύλινον ξίφος θεωρείται ως εκσφενδονίζων τον κεραυνόν κατά του εχθρού(4), της σχέσεως του ξίφους κατά του «βάζρα» ληπτέας όλως ιδιαιτέρως υπ' όψιν εν συσχετισμώ με τα περαιτέρω εκτεθησόμενα. Επί τη ευκαιρία προσθέτομεν ότι το ξίφος πολλάκις εξομοιούται με την αστραπήν ή θεωρείται ως προελθόν εξ αυτής(5), πράγμα παριστώμενον αισθητώς υπό την πολύ γνωστήν μορφήν της πυρίνης ρομφαίας, ανεξαρτήτως από τας άλλας σημασίας τας οποίας δύναται συγχρόνως να έχη αύτη, διότι πρέπει να γίνη κατανοητόν ότι παν αληθές σύμβολον, ως επί το πλείστον, περιέχει πολλάς εννοίας, αι οποίαι ουδόλως αποκλείουσαι η μία την άλλην και μη αντιφάσκουσαι μεταξύ αυτών, εναρμονίζονται μεταξύ των και αλληλοσυμπληρούνται.
Επανερχόμενοι εις το ξίφος του «Κιατίμπ», λέγομεν ότι αντί παντός άλλου συμβολίζει την δύναμιν του λόγου, πράγμα το οποίον δέον ευθύς αμέσως αν γίνη κατανοητόν, προ πάντων δε διότι αύτη παρουσιάζεται ως μια από τας σημασίας αι οποίαι γενικώς αποδίδονται εις το ξίφος, μη ούσα εντελώς ξένη εις την χριστιανικήν παράδοσιν, καθώς δεικνύουν σαφώς τούτο τα εξής χωρία της Αποκαλύψεως: «έχων χειρί αυτού αστέρας επτά και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη και η όψις αυτού ως ο ήλιος, φαίνει εν τη δυνάμει αυτού(6)» (Αποκάλυψις Κεφ. Α', εδ. 16)... «και εκ του στόματος αυτού(7) εκπορεύεται ρομφαία οξεία ίνα εν αυτή πατάσση τα έθνη...» (Αποκάλυψις Κεφ. ΙΘ' εδ. 15). Το εκ του στόματος εξερχόμενον ξίφος, προφανώς δεν είναι δυνατόν να έχη άλλην πλην της ανωτέρω σημασίαν τοσούτον δε μάλλον, καθ' όσον τον τρόπον εις τα χωρία ταύτα της Αποκαλύψεως είναι αυτός ούτος ο Λόγος η μία εκ των εκδηλώσεων Αυτού, της διστόμου ρομφαίας συμβολιζούσης την δημιουργικήν αλλά και καταστροφική δύναμιν του Λόγου, του συμβολισμού τούτου επαναφέροντος ημάς ακριβώς εις το «Βάζρα(8)», το οποίον πράγματι συμβολίζει μίαν δύναμιν, η οποία αν και κατά την ουσίαν αυτής είναι ενιαία, εκδηλώνεται υπό δύο, κατά το φαινόμενον, αντιθέτους όψεις, αι οποίαι όμως εις την πραγματικότητα αλληλοσυμπληρούνται, των δύο όψεων αίτινες συμβολίζονται από τα δύο στόματα του ξίφους συμβολιζομένων ενταύθα υπό των δύο αιχμών του «Βάζρα». Ο συμβολισμός ούτος ισχύει εξ άλλου και δια το σύνολον των κοσμικών δυνάμεων, της εφαρμογής αυτού ήτις έγινε προκειμένου του λόγου, αποτελούσης μόνον μίαν ειδικήν περίπτωσιν, η οποία όμως, εξ αιτίας της εννοίας την οποίαν έχει εις την παράδοσιν ο Λόγος και τα εκ της εννοίας ταύτης προερχόμενα, δύναται και η ιδία να θεωρηθή ως συμβολίζουσα εν τω συνόλω αυτών και όλας τας άλλας δυνατάς εφαρμογάς αυτών.
Το ξίφος δεν εξομοιούται συμβολικώς μόνον με τον κεραυνόν αλλά καθ' ον τρόπον και το βέλος, εξομοιούται και με την ηλιακήν ακτίνα, εις τούτο καταφανώς αναγομένου του ότι εις το πρώτον εκ των δύο χωρίων της Αποκαλύψεως, τα οποία παρεθέσαμεν ανωτέρω, το πρόσωπον εκείνου εκ του στόματος του οποίου εξέρχεται η ρομφαία «φαίνει ως ο ήλιος εν τη δυνάμει αυτού». Είναι εξ άλλου εύκολον, συμφώνως προς την άποψιν ταύτην, να κάμωμεν σύγκρισιν μεταξύ του Απόλλωνος, όστις φονεύει τον όφιν Πύθωνα με τα βέλη του, και του Ίνδρα, ο οποίος φονεύει, τον δράκοντα Βρίτα με το «Βάζρα», της συγκρίσεως ταύτης μη επιτρεπούσης ουδεμίαν αμφιβολίαν περί του ισοδυνάμου των δύο τούτων όψεων του συμβολισμού των όπλων, αι οποίαι γενικώς είναι δύο διαφορετικαί μορφαί εκφράσεως ενός και του αυτού πράγματος(9). Δέον εξ άλλου να ληφθή υπ' όψιν ότι τα περισσότερα εκ των συμβολικών όπλων, συγκεκριμέωνς δε το ξίφος και η λόγχη, συμβολίζουν συχνάκις τον «Άξονα του Κόσμου». Εις την περίπτωσιν όμως ταύτην πρόκειται περί «πολικού» συμβολισμού και όχι περί «ηλιακού» αλλά παρ' όλον ότι αι δύο αύται απόψεις ουδέποτε πρέπει να συγχέωνται, πρέπει να ληφθή υπ' όψιν ότι έχουν μεταξύ αυτών μερικάς αναλογίας, αι οποίαι επιτρέπουν να γίνεται εκείνο το οποίον θα ηδυνάμεθα να αποκαλέσωμεν «μεταφοράν» από την μίαν εις την άλλην, δεδομένου ότι ενίοτε και ο ίδιος ο άξων ταυτίζεται με «ηλιακήν ακτίνα(10)». Εις την αξωνικήν αυτήν έννοιαν οι δύο ενάντιοι αιχμαί του «βάζρα» σχετίζονται με την διττότητα των πόλων, οι οποίοι θεωρούνται ότι είναι τα δύο άκρα του κοντού, ενώ προκειμένων των αμφιστόμων όπλων, η διττότης η οποία συμβολίζεται με αυτήν ταύτην την διεύθυνσιν του άξονος, αναφέρεται κατά τον πλέον άμεσον τρόπον εις τα δύο αντίστροφα ρεύματα της κοσμικής δυνάμεως, τα οποία παριστάνονται και δι' άλλων συμβόλων ως, παραδείγματος χάριν, δια των δύο όφρων του κηρυκείου. Επειδή όμως και τα δύο αυτά ρεύματα σχετίζονται και τα ίδια με τους δύο πόλους και με τα δύο ημισφαίρια, δυνάμεθα εξ αυτού να αντιληφθώμεν, παρά την φαινομενικήν διαφορά των, ότι αι δύο αύται παραστάσεις εις την πραγματικότητα εντός της ουσιαστικής αυτών σημασίας(11).
Ο «αξωνικός» συμβολισμός υπενθυμίζει την ιδέαν της εναρμονίσεως θεωρουμένης ως σκοπού του «ιεροπολέμου» με τας δύο αυτού όψεις, την εσωτερικήν και την εξωτερικήν διότι ο άξων είναι το μέρος εις το οποίον όλαι αι αντιθέσεις συμφιλιώνονται και εξαλείφονται, ή με άλλας λέξεις ότι ο άξων είναι το μέρος της πλήρους ισορροπίας, το οποίον η παράδοσις της Άπω Ανατολής θεωρεί ως το «μη μεταβαλλόμενον μέσον(12)». Ούτω το ξίφος θεωρούμενον υπό την αναλογίαν ταύτην, ήτις πράγματι ανταποκρίνεται εις την πλέον βαθείαν άποψιν, δεν συμβολίζει μόνον το μέσον, ως θα ηδύνατο τις να νομίση εάν θα καθηλούτο επί της πλέον εμφανούς σημασίας αυτού, αλλά και τον δι' αυτού επιδιωκόμενον σκοπόν και ούτως ειπείν, συνθέτει αμφότερα εντός της ολοκληρωμένης έννοιας αυτού.
Εις την παρούσαν διατριβήν συνεκεντρώσαμεν μερικάς παρατηρήσεις σχετιζομένας με το θέμα αυτής, αι οποίαι είναι δυνατόν να γίνουν αφορμή και πολλών άλλων αναπτύξεων. Νομίζομεν όμως ότι με τον τρόπον καθ' ον εξετέθησαν, δεικνύουν αρκετά είτε όταν πρόκειται περί του Ισλάμ Ισλαμισμού, είτε όταν πρόκειται και περί πάσης άλλης μορφής προερχομένης εκ της παραδόσεως ότι απέχουν πολύ από την αλήθειαν εκείνοι οι οποίοι έχουν την αξίωσιν να αποδίδουν εις το ξίφος έννοιαν σχετιζομένην μόνον με «υλικά» πράγματα.



___________________
1.Είναι ευνόητον ότι ο πόλεμος είναι ιερός μόνον εφ' όσον προέρχεται από αίτια σχετιζόμενα με την παράδοσιν, καθ' όσον εις πάσαν άλλην περίπτωσιν, ο πόλεμος λέγεται «χαρμπ» και όχι «τζιχάντ».
2.Είναι επόμενον ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθή εις τα όπλα με τα οποία διεξάγονται οι νεώτεροι πόλεμοι εξ αιτίας του χαρακτηριστικού της «μηχανής» το οποίο έχουν και το οποίον είναι ασυμβίβαστον με πάντα αληθή συμβολισμόν. Δια παραπλήσιαν αιτίαν τα εις εξυπηρέτησιν μηχανών υπαγόμενα επαγγέλματα δεν είναι δυνατόν να χρησιμεύσουν ως βάσις δια την ανάπτυξιν πνευματικών πραγμάτων.
3.Τα λειτουργήματα των Βραχμάνων και των Ξατρίγιας είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως αντιστοιχούντα εις τον εσωτερικόν και εξωτερικόν πόλεμον ή, κατά την ισλαμικήν ορολογίαν, εις τον «Μέγα ιερόν πόλεμον» και εις τον «Μικρόν ιερόν πόλεμον».
4.Σαταπάθα Βραχμάνα – Κεφ. 1, 2 και 4.
5.Συγκεκριμένως εις την Ιαπωνίαν κατά την Σιντοϊστικήν παράδοσιν το ξίφος κατάγεται από μίαν αστραπήν – αρχέτυπον, της οποίας είναι «απόγονον ή υποκατάστατον».
6.Παρατηρούμεν ότι ενταύθα υπάρχει και ο πολικός συμβολισμός (οι επτά αστέρες της Μεγάλης Άρκτου ή του «Σάπτα-Ρίκσα» της Ινδουιστικής παραδόσεως) καθώς και ο ηλιακός συμβολισμός, τον οποίον θα εύρωμεν να σχετίζεται με την εντός της παραδόσεως σημασίαν του ξίφους.
7.Πρόκειται περί του ιππεύοντος τον λευκόν ίππον, τον «Κάλκι – Αβατάρα» της Ινδουιστικής παραδόσεως.
8.Υπενθυμίζομεν συγκεκριμένως το Αιγαιατικόν και Κρητικόν σύμβολον του αμφίστομου πελέκεως, ειδικώς δε το ότι ο πέλεκυς είναι σύμβολον του κεραυνού και επομένως απολύτως ισοδύναμον με το «βάζρα».
9.Καθώς ο κεραυνός, ούτω και η ακτίς του ηλίου θεωρείται και ως ζωοποιός και ως καταστροφική, αναλόγως προς τας περιστάσεις. Ομοίως η λόγχη του Αχιλλέως καθώς και η υπάρχουσα εις τον θρύλον του Αγίου Γκράαλ έχουσαι διπλήν δύναμιν εχρησιμοποιούντο εις δύο διαφόρους περιπτώσεις ήτοι και δια να προξενούν πληγάς και δια να θεραπεύουν τοιαύτας.
10.Μη όντος δυνατού να είπωμεν περισσότερα επ' αυτού του θέματος παραθέτομεν ως υπόδειγμα τουλάχιστον της συγκρίσεως των δύο τούτων απόψεων τον ελληνικόν συμβολισμόν του Υπερβορείου Απόλλωνος.
11.Κατά τινας ιστορικούς, οι Σκύθαι παρίστανον την θεότητα δια ξίφους εμπεπηγμένον εις την γην επί κορυφής γηλόφου, ο οποίος εθεωρείτο ως μικρογραφία όρους. Ενταύθα ευρίσκομεν ηνωμένα δύο παραδοσιακά σύμβολα του «Άξονος του Κόσμου».
12.Το αυτό πράγμα παριστάνει επίσης το ξίφος όταν είναι τοποθετημένον καθέτως ως δείκτης ζυγού, ο οποίος εν τω συνόλω του αποτελεί τα συμβολικά κατηγορήματα της Δικαιοσύνης.


ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ 031 – 032
RENE GUENON
Ο ΙΣΛΑΜΙΚΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ
ΤΟ ΞΙΦΟΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ
Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη – Carlos Castaneda



...Ο δον Χουάν έμεινε πολύ ώρα σιωπηλός.
«Θα κάνω κάτι καλύτερο απ' το να σου δώσω ένα παράδειγμα αξιομνημόνευτου περιστατικού του δικού μου λευκώματος», είπε τελικά. «Θα σου δώσω ένα αξιομνημόνευτο περιστατικό από τη δική σου ζωή, ένα περιστατικό που θα άξιζε σίγουρα να μπει στη συλλογή σου. Ή, αν προτιμάς, εγώ θα το έβαζα οπωσδήποτε στη δική μου συλλογή αν ήμουν στη θέση σου».
Νόμισα πως αστειευόταν κι έβαλα ανόητα τα γέλια.
«Δεν είναι καμιά αστεία ιστορία», παρατήρησε κοφτά. «Σοβαρολογώ. Κάποτε μου διηγήθηκες μια ιστορία που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις».
«Για ποια ιστορία μιλάς;»
«Εκείνη για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη», απάντησε. «Ξαναπές μου αυτή την ιστορία. Πες τη μου όμως με όσο πιο πολλές λεπτομέρειες μπορείς να θυμηθείς».
Άρχισα να διηγούμαι βιαστικά την ιστορία. Ο δον Χουάν με διέκοψε και μου ζήτησε να τη διηγηθώ όσο πιο προσεκτικά και λεπτομερώς μπορούσα, ξεκινώντας από την αρχή. Υπάκουσα, αλλά η αφήγησή μου δεν τον ικανοποίησε.
«Ας κάνουμε έναν περίπατο», πρότεινε. «Είσαι πολύ πιο σαφής όταν βαδίζεις παρά όταν κάθεσαι. Δεν θα ήταν παράλογη ιδέα το να βαδίζεις πάνω κάτω όταν προσπαθείς να διηγηθείς κάτι».
Καθόμασταν στην βεράντα, όπως συνηθίζαμε να κάνουμε στη διάρκεια της μέρας. Είχα υιοθετήσει μια ρουτίνα που δεν αποχωριζόμουν: καθόμουν πάντα στο ίδιο σημείο, με την πλάτη να ακουμπά στην πρόσοψη του σπιτιού. Ο δον Χουάν πάλι, καθόταν σε διάφορα σημεία, ποτέ στο ίδιο.
Διαλέξαμε τη χειρότερη ώρα για την πεζοπορία μας. Ήταν καταμεσήμερο. Ο δον Χουάν μου είχε δώσει ένα παλιό ψαθάκι, όπως έκανε πάντα όταν βγαίναμε να περπατήσουμε για ώρα κάτω από τον ήλιο. Περπατήσαμε πολύ ώρα χωρίς να πούμε λέξη. Έβαλα τα δυνατά μου να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Το απόγευμα είχε προχωρήσει αρκετά όταν καθίσαμε στη σκιά μιας συστάδας ψηλών θάμνων και επανέλαβα την ιστορία στον δον Χουάν.
Χρόνια πριν, όταν σπούδαζα γλυπτική σε μια σχολή Καλών Τεχνών στην Ιταλία, είχα γίνει στενός φίλος μ' ένα Σκοτσέζο συμφοιτητή μου που ήθελε να γίνει τεχνοκριτικός. Εκείνο που θυμόμουν πιο ζωηρά γι' αυτό τον άνθρωπο, το στοιχείο που σχετιζόταν με την ιστορία που διηγούμουν στο δον Χουάν, ήταν η μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του. Πίστευε πως ήταν ο πιο ακόλαστος, λάγνος και κοσμογυρισμένος λόγιος και καλλιτέχνης: ένας άνθρωπος της Αναγέννησης. Ακόλαστος ήταν σίγουρα, αλλά η λαγνεία ήταν κάτι που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την αποστεωμένη, στεγνή και σοβαρή προσωπικότητά του. Ήταν ένθερμος οπαδός του Μπέρτραντ Ράσελ και ονειρευόταν να εφαρμόσει τις αρχές του λογικού θετικισμού στην τεχνοκριτική. Όσο για την ιδιότητα του κοσμογυρισμένου λογίου και καλλιτέχνη, δεν υπήρχε μεγαλύτερη φαντασίωση, αφού ήταν ο πιο αναβλητικός άνθρωπος του κόσμου. Η δουλειά ήταν η θεία δίκη του.
Η διφορούμενη ειδικότητά του δεν ήταν η τεχνοκριτική, αλλά η προσωπική γνωριμία του με όλες τις πόρνες των πάμπολλων οίκων ανοχής που λειτουργούσαν στην πόλη. Οι ολοζώντανες και εκτενείς περιγραφές που συνήθιζε να μου κάνει – ώστε να με κρατά, κατά τα λεγόμενά του, ενήμερο για όσα θαυμαστά πράγματα υποτίθεται ότι διαδραματίζονταν στον κόσμο αυτής του της ειδικότητας – ήταν απολαυστικές. Δεν παραξενεύτηκα επομένως όταν εμφανίστηκε μαι μέρα στο διαμέρισμά μου, ξέπνοος σχεδόν από την έξαψη, για να μου πει ότι του είχε συμβεί κάτι εξαίσιο, κάτι που ανυπομονούσε να μοιραστεί μαζί μου.
«Λοιπόν παλιόφιλε, είναι κάτι που πρέπει να το δεις με τα ίδια σου τα μάτια!» μου είπε ξαναμμένος, με την οξφορδιανή προφορά που υιοθετούσε όποτε απευθυνόταν σ' εμένα. Βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο. «Είναι δύσκολο να σ' το περιγράψω, μα είμαι βέβαιος πως είναι κάτι που θα εκτιμήσεις. Κάτι που η εντύπωσή του θα σ' ακολουθεί σε όλη σου τη ζωή! Πρόκειται να σου χαρίσω ένα θαυμαστό δώρο ζωής. Καταλαβαίνεις;»
Εκείνο που καταλάβαινα ήταν πως είχα μπλέξει μ' έναν υστερικό Σκοτσέζο. Προτιμούσα πάντα να τον καλοπιάνω και να πηγαίνω με τα νερά του. Ποτέ μου δεν είχα μετανιώσει γι' αυτό.
«Ηρέμησε, Έντι», του είπα. «Ησύχασε. Τι προσπαθείς να μου πεις;»
Μου διηγήθηκε πως είχε βρεθεί σ' έναν οίκο ανοχής, όπου ξετρύπωσε μια απίστευτη γυναίκα που του έκανε ένα καταπληκτικό νούμερο, τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Με διαβεβαίωσε άπειρες φορές, τραυλίζοντας σχεδόν από την αναστάτωση, πως όφειλα να προσφέρω στον εαυτό μου αυτή την απίστευτη εμπειρία.
«Και μην ανησυχείς αν δεν έχεις λεφτά!» έσπευσε να με καθησυχάσει, ξέροντας ότι τα έφερνα δύσκολα βόλτα. «Πλήρωσα ήδη για την επίσκεψη. Το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να έρθεις μαζί μου. Η μαντάμ Λουντμίλα θα χαρεί να σου δείξει τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Είναι περίπτωση!».
Σε μια κρίση ανεξέλεγκτης αγαλλίασης, ο Έντι ξέσπασε σε βροντερά γέλια, ξεχνώντας τα κακάσχημα δόντια του, τα οποία έκρυβε συνήθως πίσω από μειδιάματα ή συγκρατημένα μισόγελα με σφιχτοκλεισμένα χείλη. «Άκουσέ με, είναι καταπληκτική!»
Η περιέργειά μου φούντωνε όσο περνούσε η ώρα. Ένιωθα όλο και πιο πρόθυμος να μοιραστώ την καινούρια του απόλαυση. Ο Έντι με πήγε με τ' αμάξι του στα περίχωρα της πόλης. Σταματήσαμε μπροστά σ' ένα μουντό, κακοδιατηρημένο κτίριο. Η μπογιά στην πρόσοψη είχε ξεθωριάσει και ξεφλουδίσει. Θύμιζε παλιό ξενοδοχείο, ένα ξενοδοχείο που τώρα ήταν πολυκατοικία. Διέκρινα τα απομεινάρια μιας παλιάς πινακίδας ξενοδοχείου, σκεβρωμένης από την υγρασία και την πολυκαιρία. Πολλά από τα βρόμικα στενά μπαλκόνια ήταν γεμάτα γλάστρες με λουλούδια, ενώ στα κάγκελα άλλων κρέμονταν χαλιά αφημένα να στεγνώσουν στον ήλιο.
Στην είσοδο έστεκαν δύο μελαψοί, ύποπτοι άντρες με μυτερά μαύρα παπούτσια που έδειχναν πολύ στενά για τα πόδια τους. Χαιρέτησαν διαχυτικά τον Έντι.
Είχαν κατάμαυρα αεικίνητα μάτια, απειλητικά. Φορούσαν γυαλιστερά αχνογάλαζα κοστούμια, πολύ στενά για τα ογκώδη κορμιά τους. Ο ένας άνοιξε την πόρτα για τον Έντι. Εμένα ούτε που καταδέχτηκαν να με κοιτάξουν.
Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμααπό μια ετοιμόρροπη σκάλα που έδειχνε πως κάποτε είχε περάσει εποχές μεγαλείου. Ο Έντι προχώρησε πρώτος σ' έναν άδειο διάδρομο που θύμιζε έντονα ξενοδοχείο με τις διαδοχικές πόρτες και στις δύο πλευρές. Όλες ήταν βαμμένες στην ίδια μουντή λαδιά απόχρωση και σε καθεμιά ένας μπρούτζινος αριθμός , θαμπωμένος από τα χρόνια, μόλις που διακρινόταν.
Ο Έντι στάθηκε σε μια πόρτα. Πρόσεξα ότι είχε τον αριθμό 112. Ο φίλος μου χτύπησε επίμονα. Μας άνοιξε μια κοντή στρουμπουλή γυναίκα με οξυζεναρισμένα μαλλιά και μας κάλεσε αμίλητη να περάσουμε μέσα. Φορούσε μια κατακόκκινη μεταξωτή ρόμπα με φουσκωτά μανίκια στολισμένα με φτερά και ένα ζευγάρι κατακόκκινες παντόφλες με γούνινες φούντες. Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα πίσω μας όταν προχωρήσαμε λίγο στο μικρό χολάκι, κι έπειτα χαιρέτησε τον Έντι με τα φριχτά της αγγλικά.
«Γεια, Έντι. Έφερες φίλο, ε;»
Ο Έντι έσφιξε το χέρι της και μετά έσκυψε όλο αβρότητα και το φίλησε. Φερόταν σαν να ήταν απόλυτα ήρεμος, όμως εγώ πρόσεξα κάποιες μικρές ασυνείδητες κινήσεις του που μόνο ηρεμία δεν πρόδιδαν.
«Πως είστε σήμερα, μαντάμ Λουντμίλα;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί σαν Αμερικανός.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Έντι παρίστανε τον Αμερικανό όποτε είχε δοσοληψίες με κάποιο κακόφημο σπίτι. Υποπτεύομαι ότι το έκανε επειδή γενικά οι Αμερικανοί θεωρούνταν εύποροι και ήθελε να έχει εκεί τη φήμη του πλουσίου, άρα και αξιόπιστου.
Ο Έντι στράφηκε σε μένα και είπε με την ψεύτικη αμερικάνικη προφορά του: «Σ' αφήνω σε καλά χέρια, νεαρέ μου».
Ακούστηκε τόσο απαίσιος, τόσο ανοίκειος, που έβαλα τα γέλια. Αυτό το ξέσπασμα ιλαρότητας δε φάνηκε να ενοχλεί τη μαντάμ Λουντμίλα. Ο Έντι της φίλησε πάλι το χέρι κι έφυγε αφήνοντάς μας μόνους.
«Μιλάει αγγλικά, αγοράκι;» τσίριξε υστερικά η γυναίκα, λες και μιλούσε σε κουφό. «Αιγκύπτιος είσαι για Τούρκος;»
Διαβεβαίωσα τη μαντάμ Λουντμίλα ότι δεν ήμουν τίποτα απ' τα δύο κι ότι μιλούσα αγγλικά. Εκείνη με ρώτησε τότε αν μου 'καναν κέφι οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Δεν ήξερα τι να πω, έγνεψα μονάχα καταφατικά.
«Θα δεις νούμερο καλό» με διαβεβαίωσε. «Οι Φιγούρες Μπροστα στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή. Πες μου να σταματήσω όταν φτιαχτείς».
Από το χολάκι όπου στεκόμασταν περάσαμε σ' ένα μισοσκότεινο κι απόκοσμο δωμάτιο με βαριές κουρτίνες. Ασθενικές λάμπες έφεγγαν μέσα σε απλίκες στέλνοντας το φως ίσια στο πάτωμα. Παράταιρα αντικείμενα γέμιζαν το δωμάτιο: μικρές σιφονιέρες, τραπεζάκια αντίκες και καρέκλες. Ένα σεκρετέρ φορτωμένο χαρτιά, μολύβια, χάρακες και τουλάχιστον καμιά δεκαριά ψαλίδια διαφόρων μεγεθών στηρίζονταν στον τοίχο. Η μαντάμ Λουντμίλα μ' έβαλε να καθίσω σε μια παλιά μπερζέρα.
«Το κρεβάτι είναι στ' άλλο δωμάτιο, γλύκα», με πληροφόρησε, δείχνοντας στο βάθος του δωματίου. «Τούτη δω είναι η αντισάλα μου. Εδώ κάνω το νούμερό μου για να φτιαχτείς και να 'σαι ορεξάτος».
Την επομένη στιγμή, πέταξε πέρα την κόκκινη ρόμπα της, κλότσησε στην άκρη τις φανταχτερές της παντόφλες κι άνοιξε με μια αεράτη κίνηση τις δίφυλλες ντουλάπες που έστεκαν πλάι πλάι σ' έναν τοίχο. Στο εσωτερικό του κάθε φύλλου βρισκόταν ένας ολόσωμος καθρέφτης.
«Και τώρα μουσική, αγοράκι», ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα, κι άρχισε να γυρνά τη μανιβέλα ενός φωνογράφου που έδειχνε να είναι σε θαυμάσια κατάσταση, γυαλιστερός σαν καινούριος. Έβαλε ένα δίσκο γραμμοφώνου στο πλατό της συσκευής. Η στριγκή, βασανιστική μελωδία μου θύμισε τα εμβατήρια που παίζουν στο τσίρκο.
«Και τώρα το νούμερό μου», φώναξε κι άρχισε να στριφογυρνά στο ρυθμό της μελωδίας. Η επιδερμίδα της ήταν σφιχτή – στα περισσότερα σημεία, τουλάχιστον – κι εκπληκτικά λευκή, αν και δεν ήταν πια νέα. Θα πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Η κοιλιά της ήταν χαλαρή – όχι πολύ, αλλά αρκετά -, όπως και τα πλούσια στήθη της. Είχε μικρή μύτη κι έντονα βαμμένα κόκκινα χείλη. Μια γερή στρώση μαύρης μάσκαρα είχε πετρώσει στα βλέφαρά της. Έφερνε στο νου το αρχέτυπο της γερασμένης πόρνης. Ανέδιδε ωστόσο κάτι παιδικό, μια κοριτσίστικη εγκατάλειψη και εμπιστοσύνη, μια γλύκα που με τάραξε.
«Και τώρα, οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη», ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα, ενώ η μουσική συνεχιζόταν.
«Πόδι, πόδι, πόδι!» φώναξε, τινάζοντας ψηλά πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο στο ρυθμό της μουσικής. Το δεξί της χέρι ακουμπούσε την κορυφή του κεφαλιού της – θύμιζε κοριτσάκι που δεν είναι σίγουρο αν μπορεί να εκτελέσει τις χορευτικές φιγούρες.
«Γύρω, γύρω, γύρω!» κραύγασε στριφογυρνώντας σαν σβούρα.
«Ποπός, ποπός, ποπός!» τσίριξε μετά, δείχνοντάς μου τον πισινό της σαν χορεύτρια του καν καν.
Επανέλαβε ξανά και ξανά την ίδια σειρά κινήσεων, ώσπου άρχισε να σβήνει η μουσική όπως ξεκουρδιζόταν ο φωνογράφος. Είχα την αίσθηση ότι χανόταν η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι όπως στροβιλιζόταν κατευθυνόμενη στο βάθος του δωματίου, έτσι όπως μίκραινε και μίκραινε ολοένα καθώς έσβηνε η μουσική. Ένα αίσθημα απόγνωσης και μοναξιάς που αγνοούσα πως έτρεφα μέσα μου αναδύθηκε απ' τα κατάβαθα της ύπαρξής μου, και μ' έσπρωξε να πεταχτώ από την μπερζέρα και να βγω τρέχοντας από το δωμάτιο, να κατέβω κουτρουβαλώντας τη σκάλα και να ορμήσω έξω, στο δρόμο.
Ο Έντι και οι δύο άντρες με τα αχνογάλαζα γυαλιστερά κοστούμια στέκονταν εκεί κουβεντιάζοντας. Όταν ο φίλος μου με είδε να πετάγομαι σαν τρελός από το κτίριο, ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
«Δεν ήταν φοβερή περίπτωση;» μου φώναξε, πασχίζοντας ακόμη ν' ακουστεί σαν Αμερικανός. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή». Τι φάση! Τι φάση, στ' αλήθεια!»
Την πρώτη φορά που ανέφερα αυτή την ιστορία στο δον Χουάν, του είπα ότι είχα επηρεαστεί βαθιά από τη βασανιστική μελωδία και το τρελό στροβίλισμα της γριάς πόρνης στο άκουσμά της. Εξίσου βαθιά με είχε επηρεάσει και η αποκάλυψη της αναισθησίας του φίλου μου.
Αυτή τη φορά, όταν ολοκλήρωσα την ιστορία μου στο δον Χουάν, στη σκιά των ψηλών θάμνων όπου καθόμασταν σ' εκείνα τα βουνά της Σονόρα, έτρεμα σύγκορμος. Με είχε μυστηριωδώς επηρεάσει κάτι εντελώς απροσδιόριστο.
«Αυτή η ιστορία», είπε ο δον Χουάν, «πρέπει να μπει οπωσδήποτε στο λεύκωμά σου με τα αξιομνημόνευτα περιστατικά. Ο φίλος σου, αν και δεν υποψιάστηκε καν τι έκανε, σου πρόσφερε, όπως είπε κι ο ίδιος, ένα θαυμαστό δώρο, κάτι που πράγματι η εντύπωσή του θα διατηρηθεί μέσα σου και θα σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωή».
«Προσωπικά θεωρώ πολύ θλιβερή αυτή την ιστορία, δον Χουάν, θλιβερή, μα τίποτ' άλλο», μουρμούρισα.
«Είναι πράγματι μια θλιβερή ιστορία, όπως κι όλες οι άλλες ιστορίες σου», μου απάντησε, «αλλά αυτό που την κάνει ξεχωριστή για μένα και αξιομνημόνευτη είναι ότι μας αγγίζει όλους, κάθε ανθρώπινο πλάσμα, όχι μόνο εσένα, όπως συνέβαινε με τις υπόλοιπες ιστορίες σου. Βλέπεις, όπως η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι και ο καθένας από μας, είτε νέος είτε γέρος, κάνει φιγούρες μπρόστά σε κάποιο καθρέφτη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Λογάριασε πρώτα τι γνωρίζεις για τους ανθρώπους. Σκέψου κάθε ανθρώπινο πλάσμα σε τούτη τη γη, και θα καταλάβεις, χωρίς αμφιβολία, πως όποιοι κι αν είναι αυτοί οι άνθρωποι ή ό,τι κι αν πιστεύουν για τον εαυτό τους, ό,τι κι αν κάνουν, το αποτέλεσμα των πράξεών τους είναι πάντα το ίδιο: παράλογες φιγούρες μπροστά σ' έναν καθρέφτη».


Carlos Castaneda
Η Ενεργός Πλευρά του Απείρου
Μετάφραση από τα Αγγλικά Αλέκος Μανωλίδης
Εκδόσεις «Το Κλειδί» Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη 2001

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ



Αύτη αποτελεί την ιδεολογικήν βάσιν της Ελευθεροτεκτονικής και το θεμέλιον του όλου τεκτονικού συστήματος. Εν τη εξετάσει όμως αυτής δεν θα επεκταθώμεν εις το μέρος το αφορόν την δημιουργίαν των κόσμων, την σύνθεσιν της ουσίας της φύσεως, καθώς και την σύστασιν και εξέλιξιν του πνεύματος, καθόσον η ανάλυσις των θεμάτων τούτων αποτελεί αντικείμενον μελέτης των ανωτάτων τεκτονικών βαθμών και εκβαίνει του πλαισίου της παρούσης μελέτης. Θα περιορισθώμεν δε μόνον εις τας γενικάς γραμμάς της κοσμοθεωρίας ταύτης, αίτινες αποτελούν την βάσιν των ηθικοκοινωνικών αρχών του Τεκτονισμού.
Τας γενικάς τοιαύτας γραμμάς αρυόμεθα εκ των επισήμων κειμένων του Τάγματος και εκ των εκδοθέντων σχετικών δημοσιευμάτων κατά τα πρώτα μετά την εμφάνισιν του Τεκτονισμού έτη, ιδίως δε εκ της δημοσιευθείσης εν έτει 1738 εν Δουβλίνω της Σκωτίας «Απολογίας της Εταιρείας των Ελευθεροτεκτόνων».
Η απολογία αύτη εδημοσιεύθη, φαίνεται, υπό διαπρεπούς τέκτονος της εποχής εκείνης ανωνύμως, εις απάντησιν πολλών κατά του τεκτονισμού εκδοθέντων, άμα τη εμφανίσει του από του έτους 1717 συκοφαντικών δημοσιευμάτων, καθώς και της ποντιφικής βούλλας Κλήμεντος του ΧΙΙ «In eminentia apostolatus specula» εκδοθείσης κατά το έτος 1738, δι' ης αφωρίζετο ο τεκτονισμός, καθώς και οι οπαδοί του. Ποίαν σημασίαν είχεν η «Απολογία» αύτη και ποία σπουδαιότης απεδόθη εις αυτήν, δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του γεγονότος ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία, αναγνωρίσασα την ημιεπίσημον ιδιότητα αυτής, διέταξε κατ' απόφασιν του Πάππα να καή αντίτυπον αυτής δημοσία δια χειρός του δημίου. Και η απόφασις αύτη εξετελέσθη εν Ρώμη κατά Φεβρουάριον του έτους 1739.
Εν τη Απολογία ταύτη ο άγνωστος τέκτων συγγραφεύς αυτής τονίζει σαφώς και κατηγορηματικώς τον σύνδεσμον της Ελευθεροτεκτονικής προς τον κόσμον των ιδεών της αρχαίας Ελληνικής σοφίας.
Ο συγγραφεύς της «Απολογίας» εξετάζων ιστορικώς τα της ιδρύσεως του τεκτονισμού αναμιμνήσκεται των εταιρειών, αίτινες πάλαι ποτέ ιδρύθησαν και ελειτούργησαν εν τη αρχαία Ελλάδι και τη Ιταλία και λέγει, ότι «κατ' αποτίμησιν των Ελλήνων και των Ρωμαίων η Εταιρεία των Κτιστών από της Αγγλίας, ήτις υπήρξεν η γενέθλιος αυτής Γη, ήρχισε το στάδιόν της, επεκταθείσα και εις άλλας χώρας».
Η Εταιρεία – λέγει περαιτέρω – περί ης ομιλώ, ιδρύθη κατά το πρότυπον των εταιρειών εκείνων, αίτινες υπήρξαν εν Αθήναις, Λακεδαίμονι, Ρώμη και άλλαις πόλεσι της αρχαιότητος, εις τας οποίας ήνθησαν αι επιστήμαι και αι τέχναι...(Keller. Die Freimaurerei)
Εν τη πολυτίμω ταύτη συγγραφή λέγει, ο L. Keller, προ παντός διασαφηνίζεται και καθορίζεται η σύνδεσις του Ελευθεροτεκτονισμού προς το κλασσικόν ιδεώδες και προς τον κόσμον των ιδεών της Ελληνικής σοφίας, της οποίας οι μεγάλοι αντιπρόσωποι κατά πρώτον έδωκαν μορφήν και περιεχόμενον εις την ιδέαν του ανθρωπισμού. Βεβαιούται δε δια τούτου η περί της καταγωγής της εταιρείας έκφρασις και πεποίθησις της προ ολίγου τότε χρόνου ιδρυθείσης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας, ήτις εν τω συντάγματι αυτής εχαρακτήρισε τον Πυθαγόραν, τον Πλάτωνα καθώς και τας Ακαδημίας και Εταιρείας του αρχαίου κόσμου ως τους θεμελιωτάς πάσης Μασσωνίας.
Εν τη «Απολογία» ταύτη δίδονται και γενικαί τινες γραμμαί περί της Εταιρείας, βως περιεχούσης φιλοσοφικόν σύστημα – κοσμοθεωρίαν – λακωνικόν και σαφές, άγον ευθέως προς την αλήθειαν.
Εξ όσων εκ της απολογίας ταύτης ηδυνήθημεν να συναγάγωμεν, εν συσχετισμώ και προς τα τεκτονικά κείμενα και σύμβολα και προς συγγράμματα διαπρεπών τεκτόνων πραγματευόμενα περί του θέματος τούτου, η τεκτονική κοσμοθεωρία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων σοβαρωτέρων και βαθυτέρων και τα εξής εν συνόψει θεμελιώδη στοιχεία, των οποίων την συμπλήρωσιν δύναταί τις να αρυσθεί ανατρέχων εις τα συγγενή φιλοσοφικά συστήματα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνος και των Νεοπλατωνικών.
Τα πάντα εισίν έν εν παντί, και το εν τούτο ευρίσκεται ολόκληρον εν πάσι τοις πράγμασι. Τούτο, όπερ ολόκληρον εν παντί υπάρχει, είναι η αρχική αιτία. Αιώνιος, αμέτρητος ουσία, εκδηλούσα πνευματικάς δυνάμεις.
Εκ του παντός τούτου παρήχθη παν ον και εν τω παντί τούτω άπαντα τα όντα επιστρέφουσι. Είναι ο έσχατος σκοπός και λόγος απάντων των πραγμάτων...(Keller. Die Freimaurerei).
Αντίθεσις, δυαδισμός (dualismus) μεταξύ του ηθικού και του φυσικού κόσμου δεν υφίσταται. Η ύλη και το πνεύμα είναι εκπόρευσις μιας και της αυτής αρχικής αιτίας. Αμφότερα αποτελούνται εκ της αυτής ουσίας και διαφέρουν μόνον κατά το ποιόν και το ποσόν των εκδηλωθέντων υπ' αυτών νόμων, δυνάμεων και ιδιοτήτων. Κακόν ούτως εν τη φύσει δεν υφίσταται παρά μόνον εις τας διεστραμμένας διανοίας και ψυχάς των ανθρώπων και εις την ατελή αυτών κοινωνικήν οργάνωσιν.
Οι νόμοι της φύσεως και οι νόμοι του πνεύματος είναι εκπόρευσις της μιας και ενιαίας ουσίας και ως αποτέλεσμα έχουν την ισορροπίαν, την τάξιν και την αρμονικήν λειτουργίαν του κόσμου και των όντων. Ο πνευματικός κόσμος αποτελεί εν προς τον φυσικόν. Υπόκειται δε και ούτος εις τους αυτούς ιδίους και αμεταβλήτους καθολικούς νόμους της φύσεως.
Οι νόμοι της φύσεως δεν αντιστρατεύονται την ανύψωσιν του πνεύματος. Απ' εναντίας βοηθούσι το πνεύμα να διατηρήται εν τη υπάρξει, να εκδηλώνη τας δυνάμεις του και να εξελίσσηται, προβιβαζόμενον ούτως εκάστοτε εις ανωτέρας σφαίρας υπάρξεως. Αφ' ου το σύνολον της Φύσεως ασκεί τόσον ευεργετικήν επίδρασιν δια την πρόοδον και την ευδαιμονίαν του πνεύματος, τούτο οφείλει προς αυτήν σεβασμόν και λατρείαν.
Παν ό,τι υπαγορεύεται υπό του φυσικού νόμου εν σχέσει προς τον άνθρωπον, πληροί σκοπόν δια την ύπαρξίν του, δια την ανάπτυξίν του, δια την προαγωγήν του και δέον να απολαμβάνη σεβασμού εκ μέρους του ανθρώπου.
Η ανθρωπίνη ψυχή τελειοποιείται δια της αναπτύξεως όλων των ικανοτήτων και δυνάμεων, ων είναι επιδεκτική. Αν μη αναπτύξη τας γνώσεις της, και εξαγνίση τα αισθήματά της εις το φως της αγάπης προς παν ον, δεν δύναται να τελειοποιηθή, διότι ευρίσκεται εις αντίθεσιν προς την φύσιν της, προς τον φυσικόν νόμον, όστις υπαγορεύει εις αυτήν το ενσυνείδητον και την αρμονίαν αυτής προς το σύνολον και προς τα καθέκαστα της φύσεως. Η καλλιέργεια των διανοητικών και ψυχικών δυνάμεων και μόνη άγει προς την τελειότητα.
Η ψυχή δεν δύναται να εκδηλώση τας ικανότητας και δυνάμεις αυτής άνευ του οργανισμού. Αυτός παρέχει τας πολυτίμους δι' αυτήν αισθήσεις, δια των οποίων αποκτά γνώσιν της περιβαλλούσης αυτήν φύσεως. Αυτός παρέχει το μέσον της ενεργείας, δι' ου αύτη κινείται και δρα. Ο οργανισμός λοιπόν δεν αποτελεί δια την ψυχήν εχθρόν, τον οποίον πρέπει αύτη να κατανικήση και υποτάξη, αλλά φίλον και συνεργάτην, τον οποίον πρέπει να θεραπεύη και του οποίου τας δυνάμεις πρέπει να κρατύνη.
Το παν ζη. Ουδέν δημιουργείται. Ουδέν καταστρέφεται. Η θνητότης δεν είναι ή φαινομενικόν αποτέλεσμα απωλείας της ισορροπίας. Ό,τι καλούμεν θάνατον δεν δύναται να είναι ή μια των πολλαπλών εκδηλώσεων της ζωής. Εκτός της ατομικής μορφής, παν ό,τι υπήρξε και θα υπάρξη είναι αιώνιον. Η γέννησις δεν είναι ή σχετική αφετηρία. Ο θάνατος σχετικόν τέλος. Αμφότερα δε εκδηλώσεις της ζωής, ήτις δεν έχει αρχήν ουδέ τέλος. Ο θάνατος είναι η έναρξις μιας νέας ζωής.
Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα επί της αθανασίας. Το δικαίωμα τούτο επιβάλλει εις αυτόν το καθήκον να την κατακτήση δι' ευρρύθμου χρήσεως όλων των ιδιοτήτων, αίτινες ενυπάρχουν εν αυτώ.


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ
ΕΚΔΟΣΙΣ Β'
ΑΘΗΝΑΙ 1965