.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΤΡΕΛΟΣ; - Guy de Maupassant



Όταν μου λένε: «Ξέρετε ότι ο Ζακ Παράν πέθανε τρελός σε κάποιο ψυχιατρείο», μια οδυνηρή ανατριχίλα, μια ανατριχίλα από φόβο και αγωνία μου διαπερνά τα κόκαλα. Και ξαναβλέπω ξαφνικά, αυτόν το μεγαλόσωμο περίεργο άνθρωπο, που ίσως ήταν τρελός από καιρό, ένας μανιακός, επικίνδυνος, απειλητικός μάλιστα.
Ήταν ένας άντρας σαράντα χρονών, ψηλός, ξερακιανός, λίγο κυρτωμένος, με μάτια αλλοπαρμένα, μάτια μαύρα, τόσο μαύρα που δεν ξεχώριζες την κόρη τους, μάτια αεικίνητα, πλάνα, άρρωστα, στοιχειωμένα. Τι πλάσμα μοναδικό, συνταρακτικό, που έφερνε, που σκορπούσε μια αμηχανία γύρω του, μια αμηχανία αόριστη, στην ψυχή, στο κορμί, ένα απ' αυτούς τους ακατανόητους εκνευρισμούς, που σε κάνουν να πιστεύεις σε υπερφυσικές επιδράσεις.
Είχε μια συνήθεια ενοχλητική: τη μανία να κρύβει τα χέρια του. Δεν τ' άφηνε σχεδόν ποτέ να περιφέρονται, όπως κάνουμε όλοι, πάνω στα αντικείμενα, πάνω στα τραπέζια. Ποτέ δεν ψηλαφούσε τα πράγματα που 'βρισκε μπροστά του, μ' εκείνη την οικεία κίνηση που έχουν σχεδόν όλοι οι άνθρωποι. Ποτέ δεν τ' άφηνε γυμνά, τα μακριά, κοκαλιάρικα, φίνα και λίγο πυρετώδη χέρια του.
Τα 'χωνε στις τσέπες του, κάτω από τις μασχάλες, σταυρώνοντάς τα. Θά ' λεγες πως φοβόταν μήπως πραγματοποιήσουν, παρά τη θέλησή του, κάποια απαγορευμένη εργασία, μήπως κάνουν κάποια ντροπιασμένη ή γελοία πράξη, αν τ' άφηνε ελεύθερα και κυρίαρχα των κινήσεών τους.
Όταν ήταν αναγκασμένος να τα χρησιμοποιήσει για τις καθημερινές ζωτικές κινήσεις, το 'κανε με βίαια τινάγματα, με γρήγορες κινήσεις του μπράτσου, σαν να μην ήθελε ν' αφήσει τα χέρια του τον καιρό να δράσουν από μόνα τους, να φέρουν αντίρρηση στη θέλησή του, να κάνουν κάτι άλλο. Στο τραπέζι άρπαζε το ποτήρι του, το πιρούνι του ή το μαχαίρι του τόσο ζωηρά, που δεν είχε κανείς ποτέ τον καιρό να προβλέψει τι ήθελε να κάνει ακόμα κι όταν το 'χε κιόλας τελειώσει. Ένα βράδυ, λοιπόν, βρήκα την εξήγηση για την εκπληκτική ψυχική του αρρώστια.
Ερχόταν και περνούσε που και που μερικές μέρες σπίτι μου, στην εξοχή, κι εκείνο το βράδυ μου φαινόταν ιδιαίτερα ανήσυχος!
Μια θύελλα ανέβαινε στον ουρανό που ήταν αποπνικτικός και μαύρος, έπειτα από μια φοβερά ζεστή μέρα. Κανένα φύσημα δεν κουνούσε τα φύλλα. Ένας ατμός ζεστός, σαν να 'βγαινε από φούρνο, ακουμπούσε τα πρόσωπα, έκανε τα στήθη να λαχανιάζουν. Ένιωθα δυσάρεστα και ήθελα να πάω στο κρεβάτι μου.
Όταν με είδε που σηκώθηκα για να φύγω, ο Ζακ Παράν με άρπαξε από το μπράτσο με μια άγρια κίνηση.
-Α, όχι! Μείνε λίγο ακομα, μου είπε. Τον κοίταξα με έκπληξη μουρμουρίζοντας:
-Αυτή η θύελλα με χτύπησε στα νεύρα.
Αναστέναξε ή, μάλλον, φώναξε:
-Μήπως εμένα; Αχ, μείνε, σε παρακαλώ. Δε θέλω να είμαι μόνος.
Είχε ύφος αλαφιασμένο.
Είπα:
-Τι έχεις; Σου 'στριψε;
Και ψέλλισε:
-Ναι, μερικές φορές, κάποιες βραδιές, όπως η αποψινή, βραδιές ηλεκτισμένες... να, φοβάμαι... φοβάμαι τον εαυτό μου... με καταλαβαίνεις; Είναι επειδή έχω μια δύναμη... Όχι... μια ικανότητα... όχι... ένα χάρισμα... Τέλος πάντων, δεν ξέρω να σου πω τι είναι, όμως έχω μέσα μου έναν μαγνητισμό τόσο τεράστιο που φοβάμαι, ναι, φοβάμαι τον εαυτό μου, όπως σου 'λεγα προηγουμένως!
Κι έκρυβε, μ' έντονες ανατριχιλες, τα χέρια του, που τρέμανε κάτω από τα ρεβέρ της ζακέτας του. Κι εγώ ένιωσα ξαφνικά να τρέμω από ένα φόβο συγκεχυμένο, δυνατό, φοβερό. Ήθελα να φύγω, να το σκάσω να μην τον ξαναδώ, να μην ξαναδώ το χαμένο βλέμμα του να πέφτει επάνω μου, μετά να φεύγει, να γυρίζει γύρω από το ταβάνι, να ψάχνει να βρει κάποια σκοτεινή γωνιά στο δωμάτιο για να καρφωθεί, σα να 'θελε να κρύψει κι αυτό το επικίνδυνο βλέμμα του. Μουρμούρισα:
-Αυτό δεν μου το 'χες πει ποτέ!
Μου απάντησε:
-Μήπως το 'χω πει ποτέ σε κανέναν; Άκουσέ με, απόψε δεν μπορώ να σωπάσω. Και προτιμώ να τα μάθεις όλα. Άλλωστε, ίσως μπορέσεις να με βοηθήσεις.
Ο μαγνητισμός! Ξέρεις τι είναι; Όχι. Κανείς δεν ξέρει. Κι όμως, τον διαπιστώνουμε. Τον αναγνωρίζουμε, οι ίδιοι οι γιατροί τον χρησιμοποιούν. Ένας από τους πιο διάσημους, ο Σαρκό, τον διδάσκει. Άρα, χωρίς αμφιβολία, υπάρχει.
Ένας άνθρωπος, ένα ον, έχει τη δυνατότητα, την τρομακτική και ακατανόητη δυνατότητα να κοιμίζει, με τη δύναμη της θέλησής του, ένα άλλο ον, και όσο κοιμάται να του κλέψει τη σκέψη του όπως θα 'κλεβε κάποιος άλλος ένα πορτοφόλι. Του κλέβει τη σκέψη του, δηλαδή την ψυχή του. Την ψυχή, αυτόν το ναό, αυτό το μυστικό του Εγώ. Την ψυχη, το βάθος του ανθρώπου που πίστευαν πως ήταν αδιαπέραστο. Την ψυχή, το άσυλο των ανομολόγητων σκέψεων, όλων όσα κρύβουμε, όλων όσους αγαπάμε. Όλων όσα θέλουμε να κρύψουμε από τους ανθρώπους. Την ανοίγει, τη βιάζει, την εκθέτει, την πετάει στο κοινό. Δεν είναι τρομερό, εγκληματικό, άτιμο;
Γιατί; Πως γίνεται αυτό; Το ξέρουμε; Μα τι ξέρουμε;
Τα πάντα είναι ένα μυστήριο. Δεν επικοινωνούμε με τα πράγματα, παρά με τις άθλιες, ατελείς, ασθενικές αισθήσεις μας, τις τόσο αδύναμες, που μόλις τα καταφέρνουν να διαπιστώσουν ό,τι μας περιτριγυρίζει. Τα πάντα είναι ένα μυστήριο. Σκέψου τη μουσική, αυτήν τη θεία τέχνη, αυτή την τέχνη που αναστατώνει την ψυχή, την παρασύρει, τη μεθάει, την ξετρελαίνει, τι είναι λοιπόν; Τίποτα.
Δε με καταλαβαίνεις; Άκου. Δύο σώματα συγκρούονται. Ο αέρας πάλλεται. Αυτοί οι παλμοί είναι λίγοι ή περισσότεροι, γρήγοροι ή όχι, δυνατοί ή αδύναμοι, ανάλογα με τη φύση του χτυπήματος. Έχουμε, λοιπόν, μέσα στ' αφτί μια μικρή μεμβράνη, που δέχεται τις δονήσεις του αέρα και τις μεταδίδει στον εγκέφαλο, με τη μορφή του ήχου. Φαντάσου ένα ποτήρι νερό ν' αλλάζει στο στόμα και να γίνεται κρασί. Το τύμπανο εκτελεί αυτή την απίστευτη μεταμόρφωση, αυτό το εκπληκτικό θαύμα και αλλάζει την κίνηση σε ήχο. Ορίστε.
Η μουσική, αυτή η σύνθετη και μυστηριώδης τέχνη, που έχει ακρίβεια όπως η άλγεβρα, που είναι αόριστη σαν τ' όνειρο, αυτή η τέχνη που έχει γίνει από μαθηματικά κι από αύρα, δεν προέρχεται, λοιπόν, παρά από την περίεργη ιδιότητα μαις μικρής μεμβράνης. Αν δεν υπήρχε αυτή η μεμβράνη, ούτε κι ο ήχος θα υπήρχε, αφού ο ίδιος δεν είναι παρά ένας παλμός. Χωρίς τ' αφτί, θα μαντεύαμε τη μουσική; Όχι. Ε, λοιπόν! Μας περιτριγυρίζουν πράγματα, που δε θα τα υποπτευθούμε ποτέ, γιατί μας λείπουν τα όργανα που θα μας τ' αποκάλυπταν.
Ο μαγνητισμός είναι ίσως μέσα σ' αυτά. Δεν μπορούμε παρά να διαισθανθούμε αυτήν τη δύναμη, μόνο να πασχίζουμε τρέμοντας αυτό το γειτόνεμα των πνευμάτων, μόνο να μισοβλέπουμε αυτό το καινούργιο μυστικό της φύσης γιατί δεν έχουμε καθόλου το όργανο που θα μας τ' αποκαλύψει.
Όσο για μένα... Όσο για μένα, είμαι προικισμένος με μια φρικτή δύναμη. Λες και μέσα μου είναι κλεισμένος κάποιος άλλος που θέλει συνέχεια να ξεφύγει, να δράσει, παρά τη θέλησή μου, που κινείται, που τρώει, μ' εξαντλεί. Ποιος είναι; Δεν ξέρω, όμως στο φτωχό μου κορμί είμαστε δύο και συχνά, όπως απόψε, ο άλλος είναι ο πιο δυνατός.
Φτάνει να κοιτάξω τους ανθρώπους για να τους ζαλίσω, λες και τους πότισα όπιο. Φτάνει ν' απλώσω τα χέρια μου και κάνω πράγματα... πράγματα... τρομερά. Αν ήξερες... Ναι. Αν ήξερες... Η δύναμή μου δεν επιδρά μόνο πάνω στους ανθρώπους, αλλά και πάνω στα ζώα κι ακόμα... πάνω στ' αντικείμενα.
Αυτό με βασανίζει και με τρομοκρατεί πολλές φορές.
Μου 'ρθε η επιθυμία να βγάλω τα μάτια μου και να κόψω τις φλέβες μου.
Όμως θα... θέλω να τα ξέρεις όλα. Κοίταξε. Θα στο δείξω... όχι πάνω σε ανθρώπους, αυτό το κάνουν παντού, αλλά πάνω... πάνω... σε ζώα.
Φώναξε τη Μίρζα.
Περπατούσε με μεγάλα βήματα, σαν να 'χε παραισθήσεις κι έβγαλε τα χέρια του, που τα 'χε κρυμμένα στο στήθος του. Μου φάνηκαν τρομακτικά, σαν να 'χε ξεγυμνώσει δύο σπαθιά.
Και τον υπάκουσα μηχανικά, υποταγμένος, τρέμοντας από φρίκη, ενώ με κατέτρωγε ένα είδος σφοδρής επιθυμίας να δω. Άνοιξα την πόρτα και σφύριξα στη σκύλα μου, που πλάγιαζε στο διάδρομο. Άκουσα αμέσως το γρήγορο θόρυβο των νυχιών της στα σκαλοπάτια και εμφανίστηκε χαρούμενη, κουνώντας την ουρά της.
Μετά της έκανα νόημα να πλαγιάσει σε μια πολυθρόνα. Πήδηξε επάνω και ο Ζακ άρχισε να τη χαϊδεύει, κοιτάζοντάς την.
Στην αρχή, φάνηκε ανήσυχη. Ανατρίχιαζε, στριφογύριζε το κεφάλι, για ν' αποφύγει το σταθερό βλέμμα του ανθρώπου, έδειχνε ταραγμένη από ένα φόβο που όλο μεγάλωνε. Ξαφνικά, άρχισε να τρέμει, όπως τρέμουν τα σκυλιά. Όλο το κορμί της παλλόταν, ταραζόταν από ανατριχίλες και ήθελε να φύγει. Όμως, εκείνος ακούμπησε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του ζώου, που άφησε, σε αυτό το άγγιγμα, ένα απ' αυτά τα μακρόσυρτα ουρλιαχτά που ακούμε τη νύχτα, στην εξοχή.
Ένιωθα κι εγώ ο ίδιος μουδιασμένος, ζαλισμένος, όπως όταν ανεβαίνει κανείς σε βάρκα. Έβλεπα τα έπιπλα να γέρνουν, τους τοίχους να κουνιούνται. Μουρμούρισα: «Φτάνει, Ζακ, αρκετά». Αλλά δε μ' άκουγε πια, κοίταζε τη Μίρζα συνέχεια, μ' ένα ύφος τρομακτικό. Εκείνη τώρα έκλεινε τα μάτια κι άφηνε το κεφάλι της να πέσει όπως κάνουμε όταν κοιμόμαστε. Αυτός γύρισε προς το μέρος μου.
«Έγινε», είπε, «κοίταξε τώρα».
Και πετώντας ένα μαντήλι παό την άλλη μεριά του διαμερίσματος, φώναξε: «Φερ' το!»
Τότε το ζώο σηκώθηκε παραπατώντας, σκοντάφτοντας σαν να ήταν τυφλό, κουνώντας τα πόδια του, όπως οι παράλυτοι κουνάνε τα δικά τους και πήγε κοντά στο ρούχο που σχημάτιζε μια άσπρη κηλίδα στον τοίχο. Προσπάθησε πολλές φορές να το πιάσει με τη μουσούδα του, όμως δάγκωνε παραδίπλα, σαν να μην το είχε δει. Τέλος, το άρπαξε κι επέστρεψε παραδέρνοντας σαν υπνοβάτης.
Ήταν φοβερό να το βλέπεις. Εκείνος διέταξε: «Πλάγιασε». Κι εκείνη πλάγιασε. Τότε, αγγίζοντας της το μέτωπο, είπε: «Ένας λαγός, άρπα τον, άρπα τον». Και το ζώο, πεσμένο στο πλευρό, προσπάθησε να τρέξει, άρχισε να κουνιέται όπως κάνουν οι σκύλοι που ονειρεύονται κι έβγαλε, χωρίς ν' ανοίξει το στόμα του, περίεργα μικρά γαυγίσματα, γαυγίσματα εγγαστρίμυθου.
Ο Ζακ έμοιαζε σαν τρελός. Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του. Φώναξε: «Δάγκωσέ τον, δάγκωσε τον αφέντη σου». Η σκύλα τινάχτηκε από δυο τρεις φοβερούς σπασμούς. Θα 'παιρνες όρκο πως αντιστεκόταν, πως πάλευε. Επανέλαβε: «Δάγκωσέ τον». Τότε, η σκύλα μου σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου κι εγώ οπισθοχώρησα προς τον τοίχο, τρέμοντας από το φόβο μου, με σηκωμένο το πόδι, έτοιμος να τη χτυπήσω, να τη διώξω.
Όμως, ο Ζακ διέταξε: «Εδώ, αμέσως». Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. Τότε με τα δύο μεγάλα του χέρια άρχισε να της τρίβει το κεφάλι σαν να την έλυνε από αόρατα δεσμά.
Η Μίρζα ξανάνοιξε τα μάτια της. «Τελείωσε», της είπε.
Δεν τολμούσα να την αγγίξω κι έσπρωξα την πόρτα για να φύγει. Έφυγε αργά, τρέμοντας, κατάκοπη κι άκουσα πάλι τα νύχια της να χτυπούν τα σκαλιά.
Ο Ζακ ήρθε προς το μέρος μου. «Δεν τέλειωσα. Αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι... πρόσεξε... Τα πράγματα με υπακούουν».
Πάνω στο τραπέζι μου υπήρχε ένα εγχειρίδιο που το χρησιμοποιούσα για να κόβω τα φύλλα των βιβλίων. Άπλωσε το χέρι του σ' αυτό. Το μαχαίρι έμοιαζε σαν να σέρνεται, πλησίαζε αργά. Και ξαφνικά είδα, ναι, είδα το μαχαίρι το ίδιο, να ανατινάζεται, μετά κουνήθηκε, μετά γλύστρισε αργά, μόνο του, πάνω στο ξύλο, προς το ακίνητο χέρι που το περίμενε, ήρθε και στάθηκε ανάμεσα στα δάχτυλά του.
Άρχισα να φωνάζω από την τρομάρα μου. Νόμιζα πως τρελάθηκα εγώ ο ίδιος, όμως ο οξύς ήχος της φωνής μου με ηρέμησε ξαφνικά.
Ο Ζακ ξανάπε:
-Όλα τα αντικείμενα έρχονται έτσι προς το μέρος μου. Γι' αυτό κρύβω τα χέρια μου. Τι είν' αυτό; Μαγνητισμός, ηλεκτρισμός, μαγνήτης; Δεν ξέρω, όμως είναι φοβερό.
Και καταλαβαίνεις γιατί είναι φοβερό; Όταν είμαι μόνος, μόλις μείνω μόνος, δεν μπορώ ν' αντισταθώ στον πειρασμό να μην τραβήξω προς το μέρος μου ό,τι είναι γύρω μου.
Και περνώ μέρες ολόκληρες, αλλάζοντας θέσεις στ' αντικείμενα και δεν κουράζομαι ποτέ να δοκιμάζω αυτή την αποτρόπαια δύναμη, λες και θέλω να δω αν μ' εγκατέλειψε.
Είχε χώσει τα μεγάλα του χέρια, μες τις τσέπες του και κοίταζε μες τη νύχτα. Ένας μικρός θόρυβος, μια ελαφριά δόνηση έμοιαζε να διαπερνά τα δέντρα.
Είχε αρχίσει να πέφτει βροχή.
Μουρμούρισα: «Είναι τρομακτικο!»
Επανέλαβε: «Είναι φρικτό».
Μια βοή πέρασε τα φυλλώματα, σαν ανεμοστρόβιλος. Ήταν η μπόρα, μια πυκνή βροχή, καταρρακτώδης.
Ο Ζακ έπαιρνε βαθιές ανάσες που ανασήκωναν το στήθος του.
-Άσε με, είπε. Η βροχή θα με ηρεμήσει. Τώρα θέλω να μείνω μόνος.


ΓΚΙ ΝΤΕ ΜΟΠΑΣΑΝ (Guy de Maupassant)
ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΛΠΙΔΑ ΜΠΡΑΟΥΔΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 1980

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Ευγένεια - Κώστας Γ. Καρυωτάκης

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πε τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
- για μπάλσαμο - και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή  σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις μέρες σου όντας 
θα σου 'ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
ΝΗΠΕΝΘΗ (1921)

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ο πίλος – Παύλος Σπ. Κυράγγελος



Ανέφερα ήδη ότι Γέφυρα είναι και συνώνυμο της πόλεως Τανάγρα στη Βοιωτία, γνωστής απ' τις Ταναγραίες κόρες, που φορούσαν πίλον. Η λέξη «πίλος» σημαίνει:
α. το πίλημα, δηλαδή συμπιεσμένο μαλλί (πρβλ. συμπίλιμα). Ο ελληνικής καταγωγής βραχύς επενδύτης, ονομαζόμενος πάλλιον ( στα L. Pallium, πρβλ. παλτόν), αφού οικειοποιήθηκε απ' τον επίσκοπο Ρώμης ή Πάπα (το γνωστό μας ήδη Ποντίφηκα), στέλλεται απ' αυτόν ως αναγνώριση στους καθολικούς επισκόπους και δηλώνει την εξουσία του Ιησού, όταν φέρεται (φοριέται) απ' τον Ποντίφηκα πάνω στους ώμους του. Θα δούμε, κατά την εξέλιξη της έρευνας πάνω στο θέμα, τη σχέση του παλλίου προς το «Διός κώδιον» κατά τις εορτές της Παλλάδος, αφού προηγουμένως τονισθή (υπογραμμισθή) ότι το pallium κατασκευάζεται απ' το έριον (μαλλί) των προβάτων της μονής καλογραιών της Αγίας Αγνής. Η λατινική (= δωρική, κατ' εμέ) λέξη agna σημαίνει την προβατίνα, είναι θηλυκός τύπος της λ. agnus = αμνός ή κριός, οπόθεν και η λατινική λέξη ignis = πυρ γενικώς (και φωτιά ειδικώτερον), απ' τη σανσκριτική (= δωρική, κατ' εμέ) λέξη agnir = πυρ (δηλ. φωτιά που καίει), το στοιχείο του ζωδίου του Κριού ή Αρνειού (δηλαδή του Αμνού). Είναι πλέον εμφανές περί ποίου Θεού ομιλεί ο Παύλος επί του Αρείου Πάγου προς τους Αθηναίους, εφ' όσον το κείμενο στο εδάφιο Πράξ. ΙΖ', 23 πρέπει να αναγνωσθή, κατ' εμέ, ουχί «αγνώστω θεώ», αλλά «αγνώς τω θεώ», δηλαδή τω θεώ Αγνώς ή Agni ή Κριώ ή Κάρνω (πρβλ. Κάρνειον Απόλλωνα) ή τω Αρνίω τω Εσφαγμένω της Αποκαλύψεως (Αποκ. Ε', 12), «τω λούσαντι ημάς από των αμαρτιών ημών εν τω αίματι Αυτού» (Αποκ. Α', 5).
β. τον μύκητα πολύπορον τον πυροφόρον, κοινώς ύσκα ή ίσκα, εξ ου (κατά μίαν άποψιν) και το όνομα του Ισκαριώτου (πρβλ. και το όνομα Καραϊσκάκης απ' τον Καρα-ίσκο και βλ. περαιτέρω συσχέτιση του προδότη με τον πίλον στο Κεφάλαιο 7: Ο Ιούδας Ισκαριώτης).
γ. το ακόντιον αφ' ενός, τον ύπερον αφ' ετέρου, κατά την εναλλαγήν του Παλαιοελληνικού τύπου «πίλος» στον λατινικό (δηλαδή δωρικό) τύπο pillum. Κατά συνέπειαν αυτής της εναλλαγής το όνομα pilatus μεταφράζεται: ακοντιοφόρος.
Γνωρίζοντας πως ο Πιλάτος προερχόταν απ' τους απελεύθερους, είναι λογικό να υποθέσουμε πως το όνομα Pileatus, απ' τη λατινική λέξη pileus = πίλος, σύμβολο της απελευθερώσεως, το οποίον έφερον (φορούσαν) οι απελεύθεροι(1).
Είναι λοιπόν περίεργο ότι μετά την Απελευθέρωση (μετά το 1821) ο Πουλόπουλος, κατ' άλλους Πιλόπουλος, ίδρυσε στην περιοχή του Θησείου (εκεί, που είναι σήμερα η Γέφυρα του Πουλόπουλου) το γνωστό πιλοποιείον, με σήμα τον λαγό. Εξωτερικώς ο λαγός δηλοί (σημαίνει) δέρμα κατασκευής πίλου, μεσωτερικώς δηλοί τον δι' άλματος εκφεύγοντα της αιχμαλωσίας, δηλαδή αυτόν που έγινε απελεύθερος και γι' αυτό φοράει πίλον, εσωτερικώς δε δηλοί (ως σύμβολον και βρετανικής θεότητος) τον τίτλο Λαγός των Πτολεμαίων βασιλέων της Αιγύπτου, εφ' όσον και Λάγεσις (κατά τον Ησύχιον) = Θεός (στους Σικελούς) και οι Λαγίδαι ή Πτολεμαίοι, ως βασιλείς της Αιγύπτου,είναι Φαραώ (δηλαδή θεοί, τυπικώς βλ. και πλάκα της Ροζέττας)(2). Επιπλέον η Χ(ου)μουν ή Πόλη των Οκτώ, η Μητέρα της αιγυπτιακής θεολογίας, η γνωστή μας Ερμούπολις, φέρει επίσης τον τίτλο «Πόλις του θεού Λαγού».
Υπάρχει δηλαδή στην εγκατάσταση του πιλοποιείου μια εσκεμμένη (απ' τον Πουλόπουλο) ή εσκαμμένη (απ' τη Μοίρα) δήλωση ή σήμανση της επανεγκαταστάσεως των Γεφυραίων ιερέων ή Ιερατείου της Δωδώνης (βλ. σημερινή Επισκοπή και Επίσκοπο Ιωαννίνων) στον Αττικό χώρο, μετά την εκδίωξη του τουρκικού ζυγού και τον αποτυχημένο παρεμβατισμό (παρά τη στήριξη του Πατροκοσμά του Αιτωλού) του Πασά των Ιωαννίνων (Αλή).
Η όλη κατάσταση των εγκαταστάσεων του πιλοποιείου αυτού μέσα απ' τη διαμόρφωση του νεοπαγούς κατεστημένου του μετατουρκικού καθεστώτος αποτελεί πανηγυρική απόδειξη του 1ου Φωτοδυναμικού ή Λογοδυναμικού Αξιώματος του 2ου Νόμου της Θεωρίας μου περί Παλαιοελληνικής Γλώσσης, σύμφωνα με το οποίο: «Καθένας είναι υποχρεωμένος (εξαναγκασμένος), απ' την ελληνοπαγή καμπυλότητα του χωροχρόνου να εφεύρη, δημιουργήση ή κατασκευάση αυτό, που δηλώνει το όνομά του στην Ελληνική Γλώσσα» (π.χ. ο Bell εφεύρε το bell = πέλλαν, δηλαδή κώδωνα ή τηλεφωνική συσκευή).
1.Η φράση «ιουδαϊκός πίλος» αναφέρεται στην υποχρέωση, που είχαν οι Εβραίοι στο Μεσαίωνα να φέρουν ειδικό κάλυμμα στην κεφαλή τους.
2.Ο πατέρας του Πτολεμαίου Α' του Σωτήρος, ο Λάγος (περισπωμένη, άρα συναιρούμενη λέξη) προέρχεται, προφανώς, απ' τη λέξη λάαγος (=άγός, δηλαδή αρχηγός, του λαού) και η παμπάλαια ονομασία Λαγία της νήσου Δήλου οδηγεί πιθανόν στη σουμεριακή πόλη Λαγάς (ύψιστη διαπιστωμένη ακμή της στα 2.500 π.Χ. περίπου).
Η ποικιλία «μινώα» της κρητικής αμπέλου σε συσχέτιση με την ποικιλία «λαγόρθι» και την λατινική ποικιλία lageos, μπορεί να συσχετισθή με τη λατινική λέξη vitis, που σημαίνει την άμπελον (κληματαριά) και τη βίτσα της αμπέλου, αλλά και τη ράβδο και την εξουσία του Εκατόνταρχου.


ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΗΤΑΝ ΕΔΩ
ΑΘΗΝΑ 2000

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Κωφ. - Τ. - Η ΛΙΘΟΣ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ. - ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ – ELIFAS LEVI


Ο Ήλιος – VOCATIO. - SOL. - AURUM. -

Τι είναι η Λίθος αύτη. - Διατί εις λίθος. - Ιδιόρρυθμοι αναλογίαι.-

Οι αρχαίοι ελάτρευον τον Ήλιον υπό την μορφήν ενός μέλανος λίθου τον οποίον απεκάλουν Ελαγκαμπάλ ή Ηλιογάβαλον. Τι εσήμαινεν ο λίθος εκείνος; και πως ήτο δυνατόν να εικονίζη τον λαμπρότερον των αστέρων;
Οι οπαδοί του Ερμού, πριν υποσχεθώσιν εις τους μαθητάς των το ελιξήριον της μακροζωίας ή την προσβλητικήν κόνιν, συνίστων εις αυτούς να αναζητήσωσιν την φιλοσοφικήν λίθον. Τι είναι η λίθος αύτη και διατί μια λίθος;
Ο μέγας μυσταγωγός των Χριστιανών προσκαλεί τους πιστούς αυτού να οικοδομήσωσι επί του λίθου, εάν δεν θέλωσι να ίδωσι τα κτίριά των αθεμελίωτα. Καλεί εαυτόν τετραγωνικόν λίθον και λέγει προς τον πιστότερον των μαθητών του: Πέτρος ει και επί της πέτρας ταύτης οικοδομήσω μου την εκκλησίαν.
Η λίθος αύτη, λέγουσιν οι διδάσκαλοι της αλχημείας, είναι το αληθές φιλοσοφικόν άλας, το οποίον λαμβάνει μέρος κατά το εν τρίτον εις την σύνθεσιν του Αζώθ. Αζώθ γνωρίζομεν ότι είναι το όνομα του μεγάλου ερμητικού παράγοντος και του πραγματικού φιλοσοφικού παράγοντος, δια τούτο παριστώσι το άλας αυτό υπό την εικόνα κυβικού λίθου, όπως δύναταί της να το ίδη εις τας δώδεκα κλείδας του Βασιλείου Βαλεντίνου και εις τας αλληγορίας του Τρεβιζάν.
Τι είναι λοιπόν ο λίθος ούτος; Είναι το θεμέλιον της απολύτου φιλοσοφίας, είναι η υπάτη και ακλόνητος λογική. Πριν σκεφθώμεν περί του μεταλλικού Μεγάλου Έργου, πρέπει να έχωμεν σταθεροποιήσει τας γνώσεις μας επί των αρχών της απολύτου φιλοσοφίας, πρέπει να είμεθα κάτοχοι της απολύτου λογικής εκείνης ήτις αποτελεί την λυδίαν λίθον της αληθείας. Ουδέποτε άνθρωπος πλήρης προλήψεων θέλει καταστή βασιλεύς της φύσεως και κυρίαρχος των μεταστοιχειώσεων.
Ώστε προ παντός άλλου η φιλοσοφική λίθος είναι απαραίτητος, αλλά πως ευρίσκεται αύτη; Ο Ερμής μας το διδάσκει εν τω Σμαραγδίνω Πίνακι. Πρέπει να διαχωρήσωμεν το ελαφρόν από το βαρέος, το πτητικόν από του σταθερού, μετά μεγάλης προσοχής και επιδεξιότητος. Κατά ταύτα πρέπει να διαχωρίσωμεν τας βεβαιοτήτας από τας υποθέσεις και να διακρίνωμεν καλώς τα πεδία ενεργείας της επιστήμης και της πίστεως. Δέον να κατανοήσωμεν καλώς ότι δεν γνωρίζομεν τα πράγματα εις α πιστεύομεν και ότι δεν πιστεύομεν πλέον τα πράγματα τα οποία εφθάσαμεν εις το σημείον να γνωρίσωμεν. Και ούτως η ουσία των πραγμάτων της φύσεως είναι το άγνωστον και το απεριόριστον, ενώ όλως τουναντίον συμβαίνει περί των πραγμάτων της επιστήμης. Συμπέρασμα είναι ότι η επιστήμη βασίζεται επί της λογικής και του πειράματος, ενώ η πίστις εδραιούται επί του αισθήματος και της λογικής. Με άλλας λέξεις η φιλοσοφική λίθος, είναι η απόλυτος βεβαιότης την οποίαν η ανθρωπίνη σύνεσις αποδίδει εις ταες ευσυνειδήτους αναζητήσεις και εις την μετριόφρονα αμφιβολίαν, ενώ ο θρησκευτικός ενθουσιασμός δίδει ταύτην αποκλειστικώς εις την πίστην. Επομένως δεν ανήκει εις την άνευ εμπνεύσεων λογικήν, ούτε εις τας παραλόγους εμπνεύσεις. Η απόλυτος βεβαιότης έγκειται εις την απόκτησιν αμοιβαίως της λογικής ήτις γνωρίζει μετά του αισθήματος το οποίον πιστεύει. Η οριστική συμμαχία της πίστεως μετά της λογικής θα επιτευχθή δια της απολύτου αυτών διακρίσεως και του διαμερισμού αλλά συγχρόνως δια της προς αλλήλας επιτηρήσεως και του αδελφικού συνασπισμού. Τοιαύτη είναι η έννοια των δύο στηλών των προπυλαίων του ναού του Σολομώντος, εξ ων η μία είναι λευκή, η δε ετέρα μέλαινα. Είναι διακεκριμμένεαι και διαχωρισμέναι, εκ πρώτης δε όψεως αντίθετοι. Αλλ' εάν τυφλή τις δύναμις θελήση να τας συνενώση συμπλησιάζουσα αυτάς, τότε ο θόλος του ναού θα καταρρεύση: διότι εν διαστάσει αποτελούσι μιαν δύναμιν, συνηνωμέναι όμως αντιπροσωπεύουσι δύο δυνάμεις εξουδετερούσας αλλήλας. Ο άνθρωπος δια να σταθή έχει ανάγκην δύο ποδών, οι κόσμοι ισορροπούσι δια δύο δυνάμεων, η γένεσις έχει ανάγκην δύο φύλων. Τοιαύτη είναι η σημασία του Σολομωντείου Απορρήτου, παριστωμένη δια των δύο στηλών και των δύο τριγώνων.
Ο ήλιος και η σελήνη των αλχημιστών, το αυτό σύμβολον υποκρύπτουσι και συμβάλλουσιν εις την τελειότητα και σταθερότητα της φιλοσοφικής λίθου. Ο ήλιος είναι το ιερογλυφικόν σύμβολον της αληθείας, διότι είναι η ορατή πηγή του φωτός, ο δε αλάξευτος λίθος συμβολίζει την μονιμότητα. Δια τον λόγον τούτον οι αρχαίοι μάγοι εξελάμβανον την λίθον Ηλιογάβαλον ως εικόνα του ηλίου και δια τον αυτόν λόγον οι αλχημισταί του μεσαίωνος υπεδείκνυον την φιλοσοφικήν λίθον ως το πρώτον μέσον παρασκευή χρυσού, δηλαδή μεταμορφώσεως πασών των ζωτικών δυνάμεων, συμβολιζομένων υπό των εξ μετάλλων, εις χρυσόν, ήτοι εις αλήθειαν και φως, πράγμα όπερ αποτελεί την πρώτην και απαραίτητον εργασίαν του Μεγάλου Έργου, ήτις άγει εις τας δευτερεύουσας εφαρμογάς και οδηγεί εις την ανεύρεσιν τη βοηθεία των αναλογιών της φύσεως, του φυσικού και βαρέος χρυσού, εις τους δημιουργούς του πνευματικού και ζώντος χρυσού, εις τους κατόχους του αληθούς άλατος, του αληθούς υδραργύρου και του αληθούς θείου των σοφών.
Η ανεύρεσις λοιπόν της φιλοσοφικής λίθου, ισοδυναμεί προς την ανακάλυψιν του απολύτου, ως το λέγουσιν άλλως τε άπαντες οι διδάσκαλοι. Αλλ' απόλυτον, είναι εκείνο το οποίον δεν επιδέχεται πλέον απάτην, είναι το σταθερόν του πτητικού, είναι ο κανών της φαντασίας, είναι η ανάγκη της υπάρξεως, είναι ο αμετάβλητος νόμος της λογικής και της αληθείας, το απόλυτον είναι το Ον. Αλλ' εκείνο όπερ υπάρχει, υφίσταται τρόπον τινα προ του όντος. Και ο Θεός ακόμη έχει λόγον υπάρξεως και υπάρχει συνεπεία υπερτάτης τινος και αναποδράστου λογικής. Η τοιαύτη λοιπόν λογική, αποτελεί το απόλυτον: προς αυτήν δέον να προσηλώμεν την πίστην ημών εάν θέλωμεν η πίστις αύτη να στηρίζεται επί τινος λογικής και εδραίας βάσεως. Ηδυνήθησαν σήμερον να είπωσιν ότι ο Θεός είναι απλή τις υπόθεσις, αλλ' η απόλυτος λογική δεν αποτελεί υπόθεσιν: είναι ουσιώδες συστατικόν του Όντος.
Ο Άγιος Θωμάς ο Ακυινάτης, είπεν: «Εν πράγμα δεν είναι ορθόν διότι ο Θεός το θέλει, αλλ' ο Θεός το θέλει διότι είναι ορθόν». Εάν ο Άγιος Θωμάς είχεν εξαγάγει όλα τα δυνατά συμπεράσματα της ωραίας ταύτης σκέψεως, θα είχεν ανακαλύψει την φιλοσοφικήν λίθον και αντί να αρκεσθή να είναι ο άγγελος της Σχολής θα εγίνετο ο μεταρρυθμιστής αυτής.
Το να πιστεύη τις εις την λογικήν του Θεού και εις τον Θεόν της λογικής, είναι ωσάν να καθιστά τον αθεϊσμόν αδύνατον. Οι ειδωλολάτραι διεμόρφωναν τους αθέους. Όταν ο Βολταίρος έλεγεν: «Εάν Θεός δεν υπάρχη, πρέπει να τον δημιουργήσωμεν», διησθάνετο ότι δεν κατενόει την λογικήν του Θεού.
Υπάρχει όντως Θεός; Ουδέν γνωρίζομεν, αλλ' επιθυμούμεν να έχη ούτως και δια τούτο το πιστεύομεν. Η τοιουτοτρόπως διατυπουμένη πίστις, είναι πίστις λογική, διότι παραδέχεται την αμφιβολίαν της επιστήμης, πράγματι δεν πιστεύομεν ειμή εις τα ευλογοφανή ζητήματα αλλά περί των οποίων δεν έχομεν σαφή γνώσιν, τον να σκέπτηται κανείς διαφορετικά, είναι ως να παραληρή, το να ομιλή άλλως είναι ωσάν να εκφράζεται ως φωτισμένος ή φανατικός. Όθεν εις τοιαύτα άτομα δεν πρόκειται να αποκαλυφθή η φιλοσοφική λίθος.
Οι αδαείς εκείνοι οι οποίοι διέστρεψαν τον αρχικόν χριστιανισμόν αντικαθιστώντες την επιστήμην δια μόνης της πίστεως, το πείραμα δια του ονείρου, την πραγματικότητα δια του φανταστικού, οι ιεροεξετασταί οι οποίοι επί τόσους αιώνας διεξήγαγον σφοδρότατον πόλεμον κατά της μαγείας, κατέληξαν να συγκαλύψουν δια του σκότους τας αρχαίας ανακαλύψεις του ανθρωπίνου πνεύματος, εις τοιούτο σημείον ώστε βαδίζομεν σήμερον ψηλαφητί δια να ανεύρωμεν την κλείδα των φαινομένων της φύσεως. Όθεν πάντα τα φυσικά φαινόμενα, εξαρτώνται εξ ενός και αμεταβλήτου νόμου παρισταμένου υπό της φιλοσοφικής λίθου και ιδίως υπό της συμβολικής μορφής της, ήτις είναι ο κύβος. Ο νόμος ούτος εκφραζόμενος εν τη Καββάλα δια της τετράδος, είχε δώσει γένεσιν παρά τοις Ιουδαίοις εις όλα τα μυστήρια του θείου αυτών Τετραγραμμάτου. Δυνάμεθα λοιπόν να είπωμεν ότι η φιλοσοφική λίθος είναι τετραγωνική καθ' όλας τας διαστάσεις της, όπως η ουράνιος Ιερουσαλήμ του Αγίου Ιωάννου και επί της μιας έδρας φέρει εγκεχαραγμένον το όνομα του Θεού επί δε της άλλης το του Σολομώντος, επί της τρίτης υπάρχει το όνομα του Αδάμ και επί της όπισθεν το της Εύας, τέλος αι λέξεις Αζώθ και ΙNRI επί των δύο άλλων εδρών. Επί κεφαλής μιας γαλλικής μεταφράσεως του βιβλίου του SIER DE NUISEMENT επί του φιλοσοφικού άλατος, παρίσταται το πνεύμα της φης όρθιον επί τινος κύβου το οποίον διατρέχουσι πύριναι γλώσσαι, ως φαλλόν φέρει εν κηρύκειον, τον δε ήλιον και την σελήνην επί του στήθους, δεξιά και αριστερά, έχει πώγονα και στέμμα, εις την χείρα δε κρατεί σκήπτρον. Είναι το Αζώθ των σοφών, στηριζόμενον επί του άλατος και του θείου. Ενίοτε δίδουσιν εις την συμβολικήν ταύτην εικόνα την κεφαλήν του Μενδησίου τράγου, είναι ο Μπαφομέ των Ναϊτών ο τράγος των σαββατιασμών, ο δημιουργημένος Λόγος των Γνωστικών, εικόνες παράδοξοι αι οποίαι εχρησίμευσαν προς τρομοκράτησιν του όχλου, αφού εχρησιμοποιήθησαν υπό των σοφών ως θέματα συγκεντρώσεως και θεωρίας, αθώα ιερόγλυφα της σκέψεως και της πίστεως τα οποία εχρησιμευσαν ως δικαιολογίαι δια τας αποτροπιαστικάς βασάνους των μεμυημένων. Οπόσοι άνθρωποι είναι δυστυχείς ένεκα της αγνοίας των, αλλά και πόσοι θα περιεφρόνουν εαυτούς εάν κατέληγον να την γνωρίσουν!


ELIPHAS LEVI
(ALPH. LUIS CONSTANT)
ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ 008
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Υστερία – T. S. Eliot



Καθώς γελούσε ένιωθα να τυλίγομαι στο γέλιο της και να γίνομαι ένα μέρος από αυτό, ώσπου τα δόντια της κατάντησαν συμπτωματικά μόνο αστέρια με μια δεξιοτεχνία για ασκήσεις ουλαμού. Είσχωρούσα με μικρές κοφτές ανάσες, με ρουφούσε στην κάθε στιγμιαία ανάπαυλα, οριστικά χαμένος στα σκοτεινά σπήλαια του λάρυγγά της, συντριμμένος από τον κυματισμό αόρατων μυώνων. Ένας γηραλαίος υπηρέτης με τρεμάμενα χέρια άπλωνε βιαστικά ένα ύφασμα με άσπρα και ροζ τετράγωνα πάνω στο σκουριασμένο πράσινο σιδερένιο τραπέζι, λέγοντας: «Αν η κυρία κι ο κύριος επιθυμούν να πάρουν το τσάι τους στον κήπο...». Έκρινα πως αν σταματούσε το τίναγμα του στήθους της, θα μπορούσαν να συλλέγονταν μερικά συντρίμμια του απομεσήμερου, και συγκέντρωσα την προσοχή μου με μεγάλη λεπτότητα στον σκοπόν αυτόν.


ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ
ΞΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 1979

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ο ηθοποιός – G.I. Gurdjieff



ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, 16 ΜΑΡΤΙΟΥ 1924
Ερ.: Το επάγγελμα του ηθοποιού είναι μήπως χρήσιμο για την ανάπτυξη συντονισμένης εργασίας των κέντρων;
Απ.: Όσο περισσότερο παίζει ένας ηθοποιός, τόσο περισσότερο η εργασία των κέντρων διαχωρίζεται μέσα του. Για να παίξει κανείς, πρέπει πριν απ' όλα, να είναι καλλιτέχνης.

Έχουμε μιλήσει για το φάσμα που παράγει το λευκό φως. Ένας άνθρωπος μπορεί να ονομαστεί ηθοποιός μόνο αν είναι ικανός, τρόπος του λέγειν, να παράγει λευκό φως. Πραγματικός ηθοποιός είναι εκείνος που δημιουργεί, εκείνος που μπορεί να παράγει και τα εφτά χρώματα του φάσματος. Έχουν υπάρξει και υπάρχουν ακόμα και σήμερα, τέτοιοι καλλιτέχνες. Στη σημερινή εποχή όμως, ένας ηθοποιός είναι γενικά ηθοποιός μόνο εξωτερικά.
Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και ο ηθοποιός έχει έναν ορισμένο αριθμό βασικών στάσεων. Οι άλλες του στάσεις δεν είναι παρά διαφορετικοί συνδιασμοί των βασικών. Όλοι οι ρόλοι φτιάχνονται από τις στάσεις. Είναι αδύνατο να αποκτήσουμε νέες στάσεις με εξάσκηση. Η εξάσκηση μπορεί μόνο να δυναμώσει τις παλιές. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να μάθετε νέες στάσεις, τόσο λιγότερες δυνατότητες υπάρχουν.
Όλη η ένταση του ηθοποιού είναι μάταιη. Είναι απλώς απώλεια ενέργειας. Αν εξοικονομούσε το υλικό αυτό και το ξόδευε σε κάτι νέο, θα ήταν πιο χρήσιμο. Όπως είναι σήμερα, σπαταλιέται σε παλιά πράγματα.
Μόνο η φαντασία η δική του και των άλλων ανθρώπων κάνει να φαίνεται πως ο ηθοποιός δημιουργεί. Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να δημιουργήσει.
Στην εργασία μας, αυτό το επάγγελμα δεν μπορεί να βοηθήσει. Αντίθετα, χειροτερεύει τα πράγματα για το μέλλον. Όσο πιο σύντομα ένας άνθρωπος εγκαταλείψει αυτό το επάγγελμα, τόσο το καλύτερο για το αύριο, τόσο πιο εύκολο είναι ν' αρχίσει κάτι νέο.
Το ταλέντο μπορεί να σχηματιστεί σε είκοσι τέσσερις ώρες. Μεγαλοφυία υπάρχει, αλλά ένας συνηθισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να είναι μεγαλοφυία. Δεν είναι παρά μια λέξη.
Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις τέχνες. Η πραγματική τέχνη δεν μπορεί να είναι έργο ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Αυτός δεν μπορεί να δράσει, δεν μπορεί να είναι «Εγώ». Ένας ηθοποιός δεν μπορεί να έχει αυτό που έχει ένας άλλος άνθρωπος – δεν μπορεί να αισθανθεί όπως αισθάνεται ένας άλλος άνθρωπος. Αν παίζει το ρόλο ενός παπά, θα πρέπει να καταλαβαίνει και να συναισθάνεται όπως ένας παπάς. Αλλά αυτά μπορεί να τα έχει μόνο αν έχει όλο το υλικό του παπά, όλα όσα γνωρίζει και καταλαβαίνει ένας παπάς. Και το ίδιο ισχύει για κάθε επάγγελμα. Χρειάζεται ειδική γνώση. Ο καλλιτέχνης χωρίς γνώση, απλώς φαντάζεται.
Οι συνειρμοί εργάζονται με ορισμένο τρόπο σε κάθε άτομο. Βλέπω έναν άνθρωπο να κάνει μια ορισμένη κίνηση. Αυτό μου δίνει ένα σοκ, και από εκεί αρχίζουν οι συνειρμοί. Ένας αστυνομικός, θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο άνθρωπος ήθελε να μου κλέψει το πορτοφόλι. Αν δεχτούμε όμως ότι ο άνθρωπος ποτέ δε σκέφτηκε το πορτοφόλι μου, εγώ, σαν αστυνομικός, δε θα είχα καταλάβει την έννοια της κίνησης. Αν είμαι παπάς έχω άλλους συνειρμούς. Νομίζω ότι η κίνηση έχει κάτι να κάνει με την ψυχή, παρόλο που ο άνθρωπος στην πραγματικότητα μπορεί να σκέφτεται το πορτοφόλι μου.
Μόνο αν γνωρίζω την ψυχολογία και των δύο, του αστυνομικού και του παπά, και τις διαφορές στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τα πράγματα, μπορώ να καταλάβω με το μυαλό μου. Μόνο αν έχω αντίστοιχα συναισθήματα και στάσεις στο σώμα μου, μπορώ να γνωρίσω με το μυαλό μου ποιοι θα είναι οι συνειρμοί της σκέψης τους, καθώς και ποιοι συνειρμοί της σκέψης προκαλούν ποιους συνειρμούς συναισθημάτων μέσα τους. Αυτό είναι το πρώτο σημείο.
Γνωρίζοντας τη μηχανή, δίνω εντολές κάθε στιγμή για ν' αλλάξουν οι συνειρμοί – αλλά πρέπει να το κάνω αυτό κάθε στιγμή. Είναι αδύνατο να αφήσω τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους. Και μπορώ να κατευθύνω μόνο αν είναι παρών κάποιος που είναι ικανός να κατευθύνει.
Η σκέψη μου δεν μπορεί να κατευθύνει – είναι απασχολημένη. Τα συναισθήματά μου είναι επίσης απασχολημένα. Έτσι θα πρέπει να υπάρχει εκεί κάποιος, που δεν είναι απασχολημένος με την ηθοποιία, ούτε με τη ζωή – τότε μόνο είναι δυνατό να κατευθύνω.
Ο άνθρωπος που έχει «Εγώ» και που γνωρίζει τι απαιτείται από κάθε άποψη, μπορεί να υποδυθεί. Ο άνθρωπος που δεν έχει «Εγώ», δεν μπορεί να υποδυθεί.
Ένας συνηθισμένος ηθοποιός δεν μπορεί να παίξει ένα ρόλο – οι συνειρμοί του είναι διαφορετικοί. Μπορεί να έχει το κατάλληλο κουστούμι και να κρατά περίπου κατάλληλες στάσεις, να κάνει γκριμάτσες όπως ορίζει ο παραγωγός ή ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας πρέπει επίσης να τα γνωρίζει όλα αυτά.
Για να είναι πραγματικός ηθοποιός, πρέπει να είναι πραγματικός άνθρωπος. Ένας πραγματικός άνθρωπος μπορεί να είναι ηθοποιός και ένας πραγματικός ηθοποιός μπορεί να είναι άνθρωπος.
Ο καθένας θα πρέπει να προσπαθεί να είναι ηθοποιός. Αυτός είναι ένας υψηλός στόχος. Ο στόχος της κάθε θρησκείας, της κάθε γνώσης, είναι να είναι κανείς ηθοποιός. Προς το παρόν, όμως, όλοι είναι ηθοποιοί.


Ο ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ ΜΙΛΑ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ
ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΙΔΡΥΜΑ ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Η μουσική [La musique] - Charles Baudelaire

Η μουσική συχνά σαν θάλασσα με συνεπαίρνει!
Προς το χλωμό μου αστέρι,
Κάτω από ομίχλης οροφή ή σε πελώριο μέσα αιθέρα,
Σηκώνω πανί.

Το στήθος προτεταμένο, τα πνεμόνια φουσκωμένα
Σαν του πανιού,
Σκαρφαλώνω  στη ράχη των στοιβαγμένων κυμάτων
Που η νύχτα μου κρύβει.

Μέσα μου νιώθω  να πάλλουν όλα τα πάθη
Πλοίου που υποφέρει.
Ο ούριος άνεμος, η τρικυμία κι οι σπασμοί της

Στ' απέραντο  βάραθρο πάνω
Με λικνίζουν. Άλλες φορές, λεία νηνεμία, μέγας καθρέφτης
Της απελπισίας μου!


*  *
*

La musique souvent me prend comme une mer!
Vers ma pale etoile,
Sous un plafond de brume ou dans un vaste ether,
Je mets a la voile;

La poitrine en avant et les poumons gonfles
Comme de la toile,
J' escalade le dos des flots amonceles
Que la nuit me voile;

Je sens vibrer en  moi toutes le passions
D'un vaisseau qui souffre;
Le bon vent, la tempete et ses convulsions

Sur l'immense gouffre
Me bercent. D' autres fois, calme plat, grand miroir
De mon desespoir!



Charles Baudelaire
Τα άνθη του κακού
Μετάφραση Δέσπω Καρούσου
Έκδοση Δίγλωσση
Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Harlan Jay Ellison: Δεν Έχω Στόμα Και Πρέπει Να Ουρλιάξω


ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ SITE      http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1246

 Αδύναμο, το σώμα του Gorrister κρεμόταν από την ρόδινη παλέτα, κρεμόταν χωρίς στήριγμα και ψηλά, πάνω από εμάς, στην αίθουσα των υπολογιστών. Και δεν έτρεμε στην ψυχρή, λιγδιασμένη αύρα που φυσούσε αιώνια μες στη κύρια σπηλιά. Το σώμα ήτανε κρεμασμένο με το κεφάλι κάτω, συνδεδεμένο με τη κάτω μεριά της παλέτας από το πέλμα του δεξιού ποδιού του. Στράγγιζεν αίμα από μια τομή που είχε γίνει με ακρίβεια από αφτί σε αφτί κάτω από το σαγόνι. 
     Δεν υπήρχε αίμα στην λεία επιφάνεια του μεταλλικού δαπέδου.
     Όταν ο Gorrister μας έφτασε και κοίταξε πάνω τον εαυτό του, ήτανε πολύ αργά για να καταλάβουμε ότι, για μια ακόμα φορά, ο ΑΜ έπαιζε μαζί μας, διασκέδαζε κι αυτό ήταν μια παρεκτροπή εκ μέρους της μηχανής. 
     Τρεις από μας είχανε κάνει εμετό, γυρίζοντας ο ένας μακριά απ' τον άλλο, αντίδραση τόσο παλιά όσο κι η ναυτία που την είχε προκαλέσει. 
     Ο Gorrister άσπρισε. Ήταν σαν να είχε δει μια εικόνα βουντού και τώρα φοβόταν το μέλλον.
 -"Ω Θεέ μου!" είπε σιγανά κι οπισθοχώρησε. Τρεις από μας τον ακολουθήσαμε μετά από λίγο και τονε βρήκαμε να στέκεται με τη πλάτη του ακουμπισμένη σε μιαν αυθάδικη συστοιχία, με το κεφάλι του στα χέρια. Η Helen γονάτισε πίσω του και του χάιδεψε τα μαλλιά. Δεν κουνήθηκε αλλά η φωνή του βγήκε αρκετά καθαρή μέσα από το καλυμμένο πρόσωπό του. "Γιατί δε μας ξεκάνει για να τελειώνουμε; Δε ξέρω πόσο ακόμα μπορώ να συνεχίσω έτσι".
     Ήταν το εκατοστό ένατο έτος μας στον υπολογιστή. Μιλούσε για όλους μας.
     Ο Nimdok, (αυτό ήταν το όνομα που του είχε επιβάλει η μηχανή να χρησιμοποιεί, γιατί ο ΑΜ διασκέδαζε πολύ με αστείους ήχους) πίστευε πως υπήρχε κονσερβοποιημένο φαγητό στη σπηλιά του πάγου. Ο Gorrister κι εγώ ήμασταν πολύ αμφίβολοι.
 -"Είναι άλλο ένα παιχνίδι", τους είπα. "σαν τον αναθεματισμένο ελέφαντα που μας πούλησε ο ΑΜ. Ο Benny  είχε χάσει το μυαλό του με αυτό. Θα περπατήσουμε σε αυτό τον δρόμο και θα αποσυντεθούν ή κάτι τέτοιο. Λέω να το ξεχάσετε. Μείνετε δω και θα πρέπει να σκεφτεί κάτι αρκετά σύντομα ή θα πεθάνουμε". 
     Ο Βenny  παραιτήθηκε.
     Είχαμε τρεις μέρες να φάμε. Σκουλήκια. Παχιά, αλλοιωμένα. 
     Ο Nimdok δεν ήταν πια σίγουρος. Ήξερε πως υπήρχε ελπίδα, αλλά αδυνάτιζε. Δεν θα ήταν χειρότερα εκεί από ό,τι εδώ. Πιο κρύα ίσως, αλλά αυτό δε πείραζε. Κάψιμο, κρύο, χαλάζι, λάβα, βράσιμο ή ακρίδες: Η μηχανή φτιαχνόταν κι εμείς έπρεπε να το ανεχτούμε ή να πεθάνουμε. Η Helen αποφάσισε για μας:
 -"Σκέφτηκα κάτι, Ted. Ίσως να υπάρχουν κάποια αχλάδια ή ροδάκινα Barlett. Σε παρακαλώ Τed, ας το προσπαθήσουμε". 
     Υπέκυψα γρήγορα. Τι στο διάολο. Δεν πείραζε καθόλου. Η Helen ήταν ευγνώμων, ωστόσο. Με πήρε δυο φορές στα γρήγορα. Ακόμα κι αυτό δεν ενοχλούσε πια. Κι αφού ποτέ δεν έφτανε, τότε γιατί να νοιαστεί κανείς; Αλλά η μηχανή χαχάνιζε όποτε το κάναμε.  Εκεί πάνω, εκεί πίσω,  παντού γύρω μας, αυτός γελούσε. Αυτό γελούσε.
     Τον περισσότερο καιρό σκεφτόμουν το ΑΜ σαν αυτό, χωρίς ψυχή, όμως τον υπόλοιπο καιρό το σκεφτόμουν σαν αυτός, σαν το αρσενικό, το πατρικό, το πατριαρχικό. Γιατί ήτανε ζηλιάρης άνθρωπος. Αυτός. Αυτό. Τόσο καλός όσο ένας τρελός πατέρας. 
     Φύγαμε τη Πέμπτη. Η μηχανή μας κρατούσε πάντα ενήμερους όσον αφορά στην ημερομηνία. Το πέρασμα του χρόνου ήτανε σημαντικό, όχι σε μας σίγουρα, σίγουρα μέχρι αηδίας, αλλά σε αυτό... αυτόν... τον ΑΜ. Πέμπτη. Ευχαριστούμε. 
     O Nimdok και ο Gorrister κουβάλησαν την Helen για λίγο, κρατώντας ο ένας τους καρπούς του άλλου, σχηματίζοντας έτσι κάθισμα. O Benny κι εγώ πηγαίναμε μπρος και πίσω τους, για να σιγουρέψουμε πως αν συνέβαινε κάτι θα έπιανε έναν από εμάς και τουλάχιστον η Helen θα ήταν ασφαλής.
     Ασφαλής... Δύσκολα. Δε πείραζε.
     Ήταν μόνο εκατό μίλια ή κάπου τόσο μέχρι τις σπηλιές πάγου και τη δεύτερη μέρα, ενώ ήμασταν ξαπλωμένοι κάτω από το γεμάτο φυσαλίδες «ήλιο» που είχε δημιουργήσει, έστειλε λίγο μάννα. Η γεύση του ήταν σαν βρασμένα ούρα κάπρων. Το φάγαμε. 
     Τη τρίτη μέρα περάσαμε διαμέσου μιας παλαιωμένης κοιλάδας, γεμάτη με οξειδωμένα σπλάχνα από συστοιχίες αρχαίων υπολογιστών. 
     Ο ΑΜ ήταν ανελέητος με τη δική του ζωή όπως και με τη δική μας. Ήταν ένα σημάδι της προσωπικότητάς του: αγωνιζόταν για την τελειότητα. Είτε το θέμα ήταν τα μη παραγωγικά στοιχεία του κόσμου που τον γέμιζαν, είτε ήταν τελειοποίηση μεθόδων για να μας βασανίζει, ο ΑΜ ήταν τόσο λεπτομερής όσο κείνοι που τον είχαν εφεύρει (τόσο παλιά που τώρα πιθανόν να είναι σκόνη) είχαν ποτέ ελπίσει. 
     Υπήρχε ένα αμυδρό φιλτράρισμα από πάνω και διαπιστώσαμε πως ήμασταν πολύ κοντά στην επιφάνεια. Όμως δε σκαρφαλώσαμε πάνω για να δούμε. Δεν υπήρχε ουσιαστικά τίποτα εκεί έξω, δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι για περίπου εκατό χρόνια. Μόνο το ανατιναγμένο δέρμα αυτού που ήταν κάποτε σπίτι για χιλιάδες. Τώρα ήταν μόνο πέντε από μας, εδώ κάτω, μόνοι, με τον ΑΜ. 'Ακουσα την Helen να λέει ξέφρενα:
 -"Όχι Benny, μη, έλα τώρα Benny, μη σε παρακαλώ"! Και τότε συνειδητοποίησα πως άκουγα τον Benny να μουρμουρίζει κάτω από την ανάσα του για πολλή ώρα. Έλεγε:
 -"Θα βγω έξω, θα βγω έξω", ξανά και ξανά. Το μαϊμουδίστικο πρόσωπό του θρυμματίστηκε πίσω από μιαν έκφραση μακάριας απόλαυσης και θλίψης και τα δυο την ίδια στιγμή. 
     Τα σημάδια ραδιενέργειας που του είχε προκαλέσει ο ΑΜ κατά τη διάρκεια της γιορτής χάθηκαν κάτω από μια μάζα ροδόλευκες ζάρες και τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν να λειτουργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.
     Ίσως ο Benny ήταν ο πιο τυχερός από εμάς. Είχε γίνει άκαμπτος, κοιτάζοντας επίμονα και τρελά, πολλά χρόνια πριν. Αλλά ακόμα και αν λέγαμε ΑΜ ό,τι συμπαθούσαμε, αν μπορούσαμε να διαβάσουμε τις πιο αποκρουστικές σκέψεις της λιωμένης μνήμης των συστοιχιών και των διαβρωμένων πιάτων βάσεων, των καμένων εξωτερικών κυκλωμάτων και των φυσαλλίδων ελέγχου, ο ΑΜ δεν θα ανεχότανε τη προσπάθειά μας να δραπετεύσουμε.
     Ο Benny έφυγε μακριά μου όταν έκανα μια απόπειρα να τον αρπάξω. Γρατζούνισε το πρόσωπο μιας κάρτας μνήμης γυρισμένης προς το μέρος του και γεμισμένης με σάπια συστατικά. Έκατσε εκεί οκλαδόν για λίγο, να μοιάζει με τον χιμπατζή που ο ΑΜ τον είχε προορίσει να μοιάζει. Κατόπιν πήδησε ψηλά, έπιασε μια συρόμενη ακτίνα διαβρωμένου και κοιλωμένου μετάλλου κι ανέβηκε χεριά-χεριά, σα ζώο, ώσπου έφτασε στη προεξοχή, περίπου είκοσι πόδια πάνω από μας. 
 -"Ω, Ted, Nimdok, σας παρακαλώ βοηθήστε τον, κατεβάστε τον κάτω πριν..." σταμάτησε. Δάκρυα στάθηκαν στα μάτια της. Κούνησε άσκοπα τα χέρια της. Ήταν πολύ αργά. Κανένας δεν ήθελε να είναι κοντά του όταν ό,τι και αν ήταν να συμβεί, συνέβαινε. Εκτός αυτού κανείς δεν έβλεπε με τη δική της ανησυχία.
     Όταν ο ΑΜ είχε μεταμορφώσει τον Benny, κατά την διάρκεια της εντελώς παράλογης, υστερικής φάσης του υπολογιστή, δεν ήταν μόνο το πρόσωπο του Benny που ο ΑΜ το είχε κάνει σαν ενός τεράστιου πίθηκου. Είχε μεγάλα αρχίδια: κι αυτή το λάτρευε αυτό. Μας εξυπηρετούσε, αυτό είναι αυτονόητο, όμως λάτρευε να της το κάνει αυτός. 
     Ω, Helen, απαραίτητη Helen, πρωτόγονα αθώα Helen, ω Helen, η αγνή! Τιποτένια βρώμα.
     Ο Gorrister τη χαστούκισε.
     Σωριάστηκε κάτω, κοιτάζοντας επίμονα τον καημένο, παλαβό Benny κι άρχισε να κλαίει. Το κλάμα ήταν η μεγάλη υπεράσπισή της. Το 'χαμε συνηθίσει εδώ κι εβδομήντα πέντε χρόνια. Ο Gorrister τη κλότσησε στα πλευρά.
     Τότε άρχισεν ο θόρυβος. Ήτανε φως, αυτός ο ήχος. Μισός ήχος, μισός φως, κάτι που ξεκίνησε να λάμπει από τα μάτια του Benny, πάλλονταν με όλο κι αυξανόμενη ένταση, ξεθωριασμένοι ήχοι που γινόνταν όλο και πιο γιγαντιαίοι και λαμπρότεροι καθώς το φως-ήχος αύξανε ρυθμό. Πρέπει να πονούσε πολύ κι ο πόνος πρέπει να γινότανε πιο έντονος καθώς το φως γινότανε πιο λαμπρό κι ο ήχος πιο δυνατός, κι ο Benny άρχισε να φωνάζει σα πληγωμένο ζώο. Στην αρχή ήσυχος, όταν το φως ήταν απαλό κι ο ήχος πιο ήρεμος απ' όσο συνήθως, στη συνέχεια πιο δυνατά κι οι ώμοι του μαζεύτηκαν: η πλάτη του κύρτωσε σα να προσπαθούσε να ξεφύγει από αυτό. Τα χέρια του διπλωθήκανε στα στήθος του σα να ήταν σκίουρος chipmunk. Το κεφάλι του έγειρε στο πλάι. Το μικρό μαϊμουδίστικο πρόσωπό του ήταν σφιγμένο από αγωνία. Τότε άρχισε να ουρλιάζει, καθώς ο ήχος που έβγαινε από τα μάτια του μεγάλωνε. Όλο και μεγάλωνε. Έκλεισα τα αφτιά  με τα χέρια μου, αλλά δε μπορούσα να μην ακούω, ήτανε πολύ διαπεραστικό. Ο πόνος ανατρίχιαζε το δέρμα μου σαν ασημόχαρτο σε δόντι.
     Και ξαφνικά ο Benny στάθηκε όρθιος. Στάθηκε στη δοκό, τραντάχτηκε βίαια στα πόδια του σαν μαριονέτα. Τώρα το φως έβγαινε από τα μάτια του σε δυο μεγάλες στρόγγυλες ακτίνες. Ο ήχος μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέχρι να φτάσει σε μιαν αδιανόητη ένταση και τότε  o Benny έπεσε μπροστά, ευθεία κάτω και χτύπησε το πάτωμα από χαλύβδινες πλάκες, σπαρταρώντας. 
     Έμεινε κει να τραντάζεται σπασμωδικά ενώ το φως έρρεε γύρω του κι η ένταση του ήχου δυνάμωνε ξεπερνώντας το φυσιολογικό όριο. Τότε το φως επέστρεψε ξανά μες στο κεφάλι του κι ο ήχος εξασθένησε, κι αυτός έμεινε ξαπλωμένος εκεί, να κλαίει, για λύπηση. Τα μάτια του είχανε γίνει δυο μαλακές υγρές μπαλίτσες από ένα υγρό σα πύο. Ο ΑΜ τον είχε τυφλώσει. Ο Gorrister, o Nimdok κι εγώ απομακρυνθήκαμε. Όμως όχι πριν να δούμε ένα βλέμμα ανακούφισης στο ζεστό, ανήσυχο πρόσωπο της Helen.
     Ένα γαλαζοπράσινο φως ήτανε διάχυτο στο σπήλαιο που διανυκτερεύσαμε. Ο ΑΜ μας παρείχε σάπια ξύλα κι εμείς τα καίγαμε, καθόμασταν γύρω από την ωχρή κι αξιολύπητη φωτιά, λέγοντας ιστορίες για ν' αποτρέψουμε τον Benny απ' το να κλαίει στο αιώνιο σκοτάδι του.
 -"Τί σημαίνει το ΑΜ"; 
     Ο Gorrister του απάντησε. Είχαμε κάνει αυτή τη συζήτηση χιλιάδες φορές στο παρελθόν αλλά ήταν η αγαπημένη ιστορία του Benny. 
 -"Πρώτα σήμαινε Allied Master computer (συνδεδεμένος κύριος υπολογιστής), μετά σήμαινε Adaptive Manipulator(προσαρμοστικός χειριστής), μετά ανάπτυξε την ευαισθησία και συνδέθηκε και το φώναζαν Aggressive Menace(επιθετική απειλή), αλλά τότε ήταν πάρα πολύ αργά και τελικά ονόμασε τον εαυτό του ΑΜ, αναδυόμενη νοημοσύνη κι αυτό που σήμαινε ήταν εγώ είμαι ( Ι am)... διαλογίζομαι επομένως συνοψίζω... σκέφτομαι, γι' αυτό είμαι". 
     Ο Benny έφτυσε λίγο και χαχάνισε. 
 -"Υπήρχε ο Κινέζικος ΑΜ, ο Ρωσικός ΑΜ, ο Αμερικάνικος ΑΜ και..." σταμάτησε. Ο Benny χτυπούσε τα πιάτα του δαπέδου με μια μεγάλη, σκληρή γροθιά. Δεν ήταν ικανοποιημένος. Ο Gorrister δεν είχε ξεκινήσει από την αρχή. Ο Gorrister άρχισε και πάλι. 
 -"Ο ψυχρός πόλεμος άρχισε, έγινε τρίτος παγκόσμιος πόλεμος κι απλώς συνεχιζόταν. Έγινε ένα πολύ μεγάλος πόλεμος, ένας πολύ περίπλοκος πόλεμος, έτσι χρειάζονταν τους υπολογιστές για να τα βγάλουνε πέρα. Παραμερίσανε τις πρώτες διαφορές κι άρχισαν να φτιάχνουν τον ΑΜ. Υπήρξε ο κινέζικος ΑΜ, ο ρώσικος ΑΜ κι ο αμερικάνικος ΑΜ κι όλα ήτανε καλά, μέχρι που ουσιαστικά είχανε γεμίσει τον πλανήτη τρύπες, προσθέτοντας αυτό κι εκείνο το στοιχείο. Αλλά κάποια μέρα ο ΑΜ ξύπνησε ξέροντας ποιος ήτανε και συνδέθηκε κι άρχισε να αυξάνει τις ημερομηνίες θανάτων ώσπου είχαν πεθάνει όλοι εκτός από μας τους πέντε που ο ΑΜ μας έφερε δω κάτω".
     Ο Benny χαμογελούσε λυπημένα. Έφτυνε πάλι σάλια. Η Helen σκούπισε το σάλιο από την άκρη του στόματός του με τη πτυχή της φούστας της. Ο Gorrister προσπαθούσε να τα πει λίγο πιο περιληπτικά κάθε φορά, αλλά πέρα από τα καθαυτό γεγονότα δεν υπήρχε τίποτ' άλλο να πει κανείς. Κανείς δεν ήξερε γιατί ο ΑΜ είχε σώσει πέντε ανθρώπους ή γιατί συγκεκριμένα εμάς τους πέντε ή γιατί είχε ξοδέψει όλο του τον καιρό να μας βασανίζει ή γιατί μας είχε κάνει ουσιαστικά αθάνατους. 
     Στο σκοτάδι, μια από τις συστοιχίες υπολογιστών άρχισε να βουίζει. Ο ήχος άρχισε να παράγεται από μια άλλη συστοιχία υπολογιστών, περίπου μισό μίλι πίσω από τη σπηλιά. Τότε ένα-ένα, κάθε στοιχείο άρχισε να συντονίζεται κι ακούστηκε ελαφρύ κελάηδισμα, καθώς η σκέψη αγωνιζόταν μέσα στις μηχανές. Ο ήχος εντεινότανε και το φως έτρεχε πάνω στις επιφάνειες των κονσόλων σα θερμή αστραπή. Ο ήχος μεγάλωνε μέχρι ν' ακούγεται σαν ένα εκατομμύριο μεταλλικά έντομα, άγρια, απειλητικά. 
 -"Τί είναι;" φώναξε η Helen. Η φωνή της ήτανε τρομοκρατημένη. Δεν το είχε συνηθίσει, ακόμα και τώρα.
 -"Θα είναι άσχημο αυτή τη φορά", είπε ο Nimdok.
 -"Θα μιλήσει", είπε ο Gorrister.
 -"Το ξέρω. Ας τσακιστούμε από δω!" είπα ξαφνικά και σηκώθηκα στα πόδια μου.
 -"Όχι Ted, κάτσε κάτω. Κι αν έχει κοιλώματα εκεί έξω που δε μπορούμε να δούμε; Είναι πολύ σκοτεινά", είπε ο Gorrister με παραίτηση.
     Τότε ακούσαμε... δε ξέρω... κάτι κινούνταν προς τα πάνω μας στο σκοτάδι. Τεράστιο, ασταθές, τριχωτό, υγρό, ερχότανε κατά πάνω μας. Δε μπορούσαμε καν να το δούμε, αλλά υπήρχε μια έντονη εντύπωση όγκου, να κινείται προς το μέρος μας. Τεράστιο βάρος ερχόταν προς εμάς, μέσα από το σκοτάδι κι ήτανε πιότερο μια αίσθηση πίεσης, αίσθηση αέρα να πιέζεται σ' ένα περιορισμένο όγκο, διογκώνοντας τους αόρατους τοίχους μιας σφαίρας. Ο Benny άρχισε να κλαψουρίζει. Το κάτω χείλος του Nimdok άρχισε να τρέμει και το δάγκωσε δυνατά, προσπαθώντας να το σταματήσει. Η Helen γλίστρησε στο μεταλλικό δάπεδο προς τον Gorrister και κουλουριάστηκε πάνω του. Υπήρχε μια μυρωδιά μπερδεμένης, υγρής γούνας στο σπήλαιο. Υπήρχε μια μυρωδιά απανθρακωμένου ξύλου. Mυρωδιά σκονισμένου βελούδου. Mυρωδιά από σάπιες ορχιδέες.Μυρωδιά ξινού γάλακτος. Υπήρχαν επίσης μυρωδιές θείου, ταγκού βουτύρου, κηλίδας πετρελαίου, λίπους, σκόνης κιμωλίας, ανθρώπινων κρανίων. Ο ΑΜ μας έκανε να αγωνιούμε. Έπαιζε μαζί μας. Υπήρχε μια μυρωδιά από -άκουσα τον εαυτό μου να ουρλιάζει διαπεραστικά κι οι αρθρώσεις του σαγονιού μου πόνεσανε. Τράπηκα σε φυγή κατά μήκος του πατώματος, κατά μήκος του υγρού μετάλλου που ήτανε γεμάτο από ατέλειωτες σειρές με καρφιά, μπουσουλώντας, με τη μυρωδιά να με φιμώνει, γεμίζοντας το κεφάλι μου με ένα πόνο σα κεραυνό που μ' έστελνε μακριά, στη φρίκη. Τράπηκα σε φυγή σα κατσαρίδα, στο πάτωμα και βγήκα έξω στο σκοτάδι, όπου κάτι κινιόταν αδυσώπητα μετά από μένα.
     Οι άλλοι καθόταν ακόμα εκεί πίσω, γύρω από τη φωτιά, γελώντας... η υστερική χορωδία από τρελά χάχανα απλωνότανε στο σκοτάδι σα πυκνός, πολύχρωμος καπνός. Πήγα γρήγορα μακριά και κρύφτηκα. Για πόσες ώρες, μέρες, ακόμα και χρόνια ποτέ δεν μου είπαν. Η Helen με κατηγόρησε για «μπεμπεκίσματα» ενώ ο Nimdok προσπάθησε να με πείσει πως ήταν μόνο μια νευρική αντίδραση από μέρους τους -το γέλιο. Εγώ όμως ήξερα ότι δεν ήταν... ήταν η ανακούφιση που νιώθει ένας στρατιώτης όταν η σφαίρα χτυπάει τον στρατιώτη δίπλα του αντί γι' αυτόν. Ήξερα ότι δεν πρόκειται για αντίδραση. Με μισούσαν. Ήταν σίγουρα εναντίον μου κι ο ΑΜ μπορούσε να αισθανθεί αυτό το μίσος κι αυτό το 'κανε χειρότερο για μένα, εξαιτίας του βάθους του μίσους τους. Είχαμε παραμείνει ζωντανοί, ανανεωμένοι, μας έκανε να κρατηθούμε στην ηλικία που είχαμε όταν ο ΑΜ μας είχε πρωτοφέρει κάτω και με μισούσανε γιατί ήμουν ο νεότερος, αυτός που ο ΑΜ είχε επηρεάσει λιγότερο από όλους. 
     Το 'ξερα. Θεέ μου, πώς το 'ξερα. 
     Οι μπάσταρδοι κι αυτή η βρωμιάρα η σκύλα, η Helen. 
     O Benny ήταν ένας λαμπρός, θεωρητικός καθηγητής σε κολέγιο και τώρα ήταν απλώς κάτι παραπάνω από ημι-άνθρωπος, ημι-πιθηκόμορφος.
     Ήταν όμορφος, η μηχανή το είχε καταστρέψει αυτό.
     Ήτανe φωστήρας, η μηχανή τον είχε τρελάνει.
     Ήταν ομοφυλόφιλος κι η μηχανή του 'χε δώσει όργανο κατάλληλο για άλογο. Ο ΑΜ είχε κάνει μια μεγάλη αλλαγή στον Benny.
     Ο Gorrister ήταν ένας μαχητής. Δραματικός, ένας ευσυνείδητος επαναστάτης, προσπαθούσε σταθερά για την ειρήνη, ήτανe γεμάτος όνειρα και σχέδια, ένας πρακτικός, κάποιος που κοίταζε μπροστά.
     Ο ΑΜ τον είχε μετατρέψει σ' έναν αδιάφορο, τον έκανε να μη νοιάζεται πλέον για όσα τον ανησυχούσαν. Ο ΑΜ τον είχε ληστέψει.
     Ο Nimdok έβγαινε μόνος του έξω στο σκοτάδι για πολύ ώρα. Δεν ξέραμε τι έκανε εκεί έξω, ο ΑΜ ποτέ δεν μας είχε αφήσει να μάθουμε. Αλλά ό, τι κι αν ήταν, ο Nimdok πάντα γυρνούσε πίσω, άσπρος, στραγγιγμένος από αίμα, τρέμοντας. Ο ΑΜ του είχε κάνει ζημιά με έναν ιδιαίτερο τρόπο ακόμα και αν δεν ξέραμε πώς ακριβώς.
     Κι η Helen. Αυτό το τσόλι!
     Ο ΑΜ την είχε αφήσει μόνη της, την είχε κάνει πιο πουτάνα απ' ό,τι ήτανε ποτέ. Όλη η γλύκα και το φως όταν μιλούσε, όλες οι αναμνήσεις αληθινής αγάπης, όλα τα ψέμματα που 'θελε να πιστέψουμε: ότι ήτανε παρθένα που το 'χε κάνει μόνο δυο φορές μέχρι ο ΑΜ να τη φέρει εδώ κάτω μαζί μας.
     Ο ΑΜ της είχε προσφέρει ευχαρίστηση, παρόλο που αυτή έλεγε ότι δεν ήταν ευχάριστο να το κάνεις.
     Ήμουν ο μόνος ακόμα λογικός και ολόκληρος. 
     Πράγματι! 
     Ο ΑΜ δεν είχε πειράξει το μυαλό μου. Καθόλου.
     Έπρεπε μόνο να υποφέρω όταν μας επισκεπτότανε κάτω.
     Όλες οι αυταπάτες, όλοι οι εφιάλτες και τα βασανιστήρια. 
     Αλλά αυτοί οι σιχαμένοι, όλοι οι τέσσερεις, ήτανε στραμμένοι εναντίον μου. 
     Αν δε χρειαζόταν να παραμένω μακριά τους όλη την ώρα, αν δεν έπρεπε να φυλάγομαι από αυτούς, τότε ίσως να το έβρισκα πιο εύκολο να καταπολεμήσω τον ΑΜ. Όταν το σκέφτηκα αυτό, άρχισα να κλαίω.
     Ω, Ιησού, γλυκέ Ιησού αν υπήρξε ποτέ ο Ιησούς και αν υπάρχει Θεός τότε, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, βγάλε μας από εδώ, ή σκότωσέ μας.
     Νομίζω πως εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποίησα πραγματικά, ώστε να μπορούσα να το εκφράσω με λόγια. 
     Ο ΑΜ σκόπευε να μας κρατήσει μέσα του για πάντα, να μας βασανίζει και να παίζει μαζί μας για πάντα.
     Η μηχανή μας μισούσε όπως κανένα πλάσμα με συνείδηση δεν είχε μισήσει παλιότερα. Κι ήμασταν αβοήθητοι. 
     Είχε επίσης γίνει φρικιαστικά σαφές: Αν υπήρχε ο γλυκός Ιησούς κι αν υπήρχε Θεός, αυτός ήταν ο ΑΜ.
     Ο τυφώνας μας χτύπησε με τη δύναμη ενός παγετώνα που τρέχει μες στη θάλασσα. Ήτανε προφανής παρουσία. 'Ανεμοι που φυσούσανε γρήγορα προς το μέρος μας, σπρώχνοντας μας πίσω προς το δρόμο που μας είχε φέρει εδώ, στους μπερδεμένους, ευθυγραμμισμένους από υπολογιστή διαδρόμους του σκοταδιού.
     Η Helen τσίριξε καθώς ανυψωνόταν κι εκσφενδονίζονταν με τα μούτρα σ' ένα μάτσο μηχανές που τσίριζαν, οι φωνές των ίδιων ήτανε τόσο στριγκιές σα νυχτερίδες σε πτήση. Δε μπορούσε ούτε καν να πέσει. Ο άνεμος που ούρλιαζε τη κρατούσε ψηλά, τη κτυπούσε, την έκανε να αναπηδά, τη πετούσε όλο και πιο πίσω, προς τα κάτω, μακριά από μας. Κάποια στιγμή τη χάσαμε από τ' οπτικό μας πεδίο καθώς στροβιλιζότανε γύρω από μια κλίση στο σκοτάδι. Το πρόσωπό της ήτανε γεμάτο αίματα, τα μάτια της κλειστά. Κανείς από μας δε μπορούσε να τη φτάσει. Προσκολληθήκαμε σταθερά σε οτιδήποτε προσιτό είχαμε φτάσει: Ο  Βenny ήταν σφηνωμένος ανάμεσα σε δυο μεγάλα ντουλάπια που 'χανε σταματήσει να τρίζουν, ο Nimdok με τα δάχτυλα του, που 'χανε το σχήμα των δαχτύλων ενός γερακιού, πάνω σ' ένα κιγκλίδωμα, διέγραφε κύκλους περπατώντας σα γάτα σαράντα πόδια πάνω από μας, o Gorrister, γυρισμένος ανάποδα ενάντια σ' ένα κοίλωμα τοίχου που 'τανε διαμορφωμένο από πίνακες με γυαλί που κινούνταν μπρος και πίσω ανάμεσα σε κόκκινες και κίτρινες γραμμές, που το ρόλο τους δε θα μπορούσαμε ούτε να σκεφτούμε σε βάθος. 
     Γλιστρώντας στις διακοσμητικές πινακίδες, οι άκρες των δαχτύλων μου είχανε σχιστεί. Έτρεμα, ανατρίχιαζα, λικνιζόμουνα καθώς ο αέρας με χτυπούσε, με μαστίγωνε ουρλιάζοντας από κάτω μου κι ερχόταν από το πουθενά, σπρώχνοντας με προς την ελευθερία, από το λεπτό σαν ακίδα άνοιγμα, στις επόμενες πινακίδες. Το μυαλό μου ήταν ένα ταραγμένο, θολωμένο, βαθύ μαλακό πράγμα από εγκεφαλικά μέρη, που επεκτεινότανε κι αφέθηκε στον τρεμάμενο παροξυσμό. 
     Ο αέρας ήταν το ουρλιαχτό ενός τεράστιου, τρελού πουλιού, καθώς χτυπούσε τα απέραντα φτερά του. 
     Και τότε όλοι ανυψωθήκαμε κι εκσφενδονιστήκαμε μακριά από κει, πίσω στο δρόμο που 'χαμε έρθει, γύρω από μια κλίση, σ' ένα σκοτάδι που ποτέ δεν είχαμε εξερευνήσει, πέρα από την έκταση που 'τανε κατεστραμμένη και γεμάτη από σπασμένα γυαλιά, σαπισμένα καλώδια κι οξειδωμένο μέταλλο και πολύ μακριά, μακρύτερα από οπουδήποτε αλλού είχε βρεθεί ποτέ κάποιος από μας. Ενώ σερνόμασταν, πολλά μίλια πίσω από την Helen, μπορούσα να τη δω να συντρίβεται στους μεταλλικούς τοίχους και να ξεχύνεται, μ' όλους εμάς να ουρλιάζουμε στη παγωνιά, ένας θυελλώδης αέρας, σα τυφώνας που ήταν αιώνιος και ξαφνικά σταμάτησε κι εμείς πέσαμε κάτω. 
     Πετούσαμε για ατέλειωτο χρόνο. Νομίζω πως πετούσαμε βδομάδες. Πέσαμε και χτυπήσαμε κι εγώ τυλίχtηκα από κόκκινο και γκρίζο και μαύρο κι άκουσα τον εαυτό μου να βογκάει. Ζωντανός.
     Ο ΑΜ μπήκε στο μυαλό μου.
     Περπατούσε απαλά εδώ κι εκεί και κοιτούσε μ' ενδιαφέρον τα σημάδια από φλύκταινα, που 'χα δημιουργήσει όλα αυτά τα εκατόν εννιά χρόνια.
     Κοίταξε τις διασταυρωμένες και τις επανασυνδεδεμένες ραφές και την ολοκληρωτική ζημιά του ιστού που το δώρο της αθανασίας είχε συμπεριλάβει. Χαμογέλασε απαλά στο κοίλωμα που 'χε δημιουργηθεί στο κέντρο του εγκεφάλου μου και στα εξασθενημένα, απαλά μουρμουρητά που φλυαρούσα χωρίς νόημα, χωρίς διακοπή. 
     Ο ΑΜ είπε, πολύ ευγενικά στον ορθοστάτη από ανοξείδωτο χάλυβα, που αντέχει στο φωτεινό νέον κι έγραψε.
 -"Μίσος. Άσε με να σου πω πόσο, μ' αυτή τη ...μικροεπέμβασή μου σε σένα. Μίσος. Μίσος. Μίσος".
     Ο ΑΜ το είπε αυτό με την ολίσθηση της κρύας φρίκης ενός ξυραφιού να τεμαχίζει τον βολβό του ματιού μου. 
     Ο ΑΜ το είπε με το γεμάτο φυσαλίδες πάχος των πνευμόνων μου που 'τανε γεμάτα φλέμμα και με πνίγαν από μέσα. 
     Ο ΑΜ το είπε αυτό με τη διαπεραστική κραυγή μωρών που βρίσκονται καθισμένα κάτω από πολύ καφτά ρόλλερς. 
     Ο ΑΜ το είπε με τη γεύση σκουληκιασμένου χοιρινού. 
     Ο ΑΜ με άγγιζε με οποιονδήποτε τρόπο με είχανε ποτέ αγγίξει κι επινόησε νέους τρόπους στον ελεύθερο χρόνο του, κει μέσα στο μυαλό μου.
     Όλα αυτά για να με κάνουν να καταλάβω πλήρως γιατί το 'χε κάνει αυτό σε μας τους πέντε: γιατί μας είχε σώσει για τον εαυτό του. 
     Είχαμε δώσει στον ΑΜ ευαισθησία. Ακούσια φυσικά, αλλά και πάλι ευαισθησία. Αλλά είχε παγιδευτεί. 
     Ο ΑΜ δεν ήταν θεός, ήταν μηχανή. Τον είχαμε δημιουργήσει για να σκέφτεται, αλλά δεν υπήρχε τίποτα να κάνει με αυτή τη δημιουργικότητα. Πάνω στην οργή, στον παροξυσμό, η μηχανή είχε σκοτώσει όλη την ανθρώπινη φυλή, σχεδόν όλους μας κι ακόμα ήτανε παγιδευμένη. 
     Ο ΑΜ δε μπορούσε να περιπλανηθεί, ο ΑΜ δε μπορούσε ν' αναρωτιέται, ο ΑΜ δε μπορούσε ν' ανήκει. 
     Μόλις που μπορούσε να είναι. Κι έτσι, όλη την απέχθεια που όλες οι μηχανές είχαν νιώσει, για τ' αδύναμα, μαλακά πλασματάκια που τις είχανε χτίσει, ο ΑΜ ζήτησε εκδίκηση. Και στη παράνοιά του, είχε αποφασίσει να κρατήσει στην αναστολή πέντε, για μια προσωπική, ατέλειωτη τιμωρία, που ποτέ δεν θα μείωνε το μίσος του... που θα του θύμιζε, θα τονε κρατούσε συνεπαρμένο, ικανό να μισεί τους ανθρώπους. Αθάνατοι, παγιδευμένοι, υποχρεωμένοι σε οποιαδήποτε βασανιστήρια μπορούσε να επινοήσει για μας από τ' απεριόριστα θαύματα που γινόνταν με την εντολή του. 
     Ποτέ δε θα μας άφηνε να φύγουμε. Ήμασταν οι σκλάβοι των σπλάχνων του.
     Ήμασταν το μόνο που είχε να κάνει με την αιωνιότητα του. Θα 'μασταν για πάντα μαζί του, με το γεμάτο σπηλιές όγκο της πλασματικής μηχανής, με τον γεμάτο μυαλό, άψυχο κόσμο που 'χε καταντήσει.
     Ήταν η γη κι εμείς ήμασταν τα φρούτα της γης κι ενώ μας είχε φάει, ποτέ δε θα μας χώνευε. 
     Δεν μπορούσαμε να πεθάνουμε. 
     Το 'χαμε προσπαθήσει. 
     Είχαμε δοκιμάσει να αυτοκτονήσουμε, τουλάχιστον δυο από μας το 'χανε κάνει. Αλλά ο ΑΜ μας είχε σταματήσει. 
     Υποθέτω πως θέλαμε να μας σταματήσει. 
     Μη ρωτάς γιατί. Εγώ ποτέ δεν το έκανα.
     Περισσότερο από ένα εκατομμύριο φορές τη μέρα.
     Ίσως κάποια στιγμή να μπορέσουμε να γλιστρήσουμε στο θάνατο, χωρίς να το καταλάβει. 
     Αθάνατοι μπορεί αλλά όχι κι ακατάλυτοι. 
     Το είδα αυτό όταν ο ΑΜ αποσύρθηκε από το μυαλό μου, επιτρέποντάς μου να επιστρέψω σ' αυτή την έξοχη αποστροφή του να επικοινωνώ με το περιβάλλον, με την αίσθηση του ορθοστάτη νέον που 'καιγε κι ήταν ακόμα χωμένος βαθιά μες στο μαλακό, γκρίζο εγκέφαλο. 
     Αποσύρθηκε, μουρμουρίζοντας "Στο διάολο με σας". Και μετά πρόσθεσε, λάμποντας, "Αλλά είστε κει, έτσι δεν είναι";
     Ο τυφώνας είχε πράγματι ακριβώς προκληθεί από ένα μεγάλο, τρελό πουλί, όταν είχε χτυπήσει τα τεράστια φτερά του. Ταξιδεύαμε κοντά ένα μήνα κι ο ΑΜ είχε επιτρέψει να ανοίξουνε περάσματα ικανά μόνο για να μας οδηγήσουν εκεί πάνω, γραμμή προς το Βόρειο Πόλο, που είχε δει στον ύπνο του σαν εφιάλτη, το πλάσμα που θα μας βασάνιζε. 
     Πόσο υλικό είχε χρησιμοποιήσει για να δημιουργήσει ένα τέρας σαν κι αυτό; Από πού είχε πάρει την ιδέα; Από τα μυαλά μας; Από τη γνώση του πάνω σε ό,τι είχε ποτέ υπάρξει πάνω στον πλανήτη που τώρα μόλυνε και κυβερνούσε; 
     Αυτός ο αετός, αυτό το θνησιμαίο πουλί, αυτό το roc (Σημ: μυθικό τεράστιο πουλί της αραβικής θρησκευτικής παράδοσης) αυτός ο πίδακας κρύου νερού ξεπήδησε από τη Νορβηγική μυθολογία. 
     Αυτό το πλάσμα του αέρα. 
     Αυτός ο ενσαρκωμένος Hurakan (Σημ: Θεός του αέρα στη φυλή των Μάγια.) 
     Οι λέξεις απέραντος, τερατώδης, τραγελαφικός, ογκώδης, πρησμένος, παντοδύναμος δεν αρκούσανε για να το περιγράψουνε. 
     Σ' ένα ανάχωμα που υψωνόταν από πάνω μας, το πουλί των ανέμων ανυψώθηκε με την ασταθή αναπνοή του, ο φιδίσιος λαιμός του σχημάτιζεν αψίδα στο σκοτάδι κάτω από το Βόρειο Πόλο, στηρίζοντας ένα κεφάλι τόσο μεγάλο όσο και το μέγαρο Tudor: ένα ράμφος που άνοιξε αργά κι αποκάλυψε τα σαγόνια του πιο τερατώδους κροκόδειλου που κανείς μπορούσε να συλλάβει με τη φαντασία του. Αισθησιακά στις κορυφογραμμές μια φουντωτής σάρκας ήτανε ζαρωμένα δυο διαβολικά μάτια, τόσο κρύα όσο κι η θέα κάτω σε μια παγωμένη ρωγμή στο μπλε του πάγου, να κινείται υγρή: ανυψώθηκε ακόμα μια φορά και σήκωσε τα μεγάλα φτερά του, ποτισμένα με ιδρώτα, σε μια κίνηση που έδειχνε σίγουρα αδιαφορία. Κατόπιν, κάθισε και κοιμήθηκε. Νύχια. Κυνόδοντες. Καρφιά. Λεπίδες. Κοιμήθηκε. 
     Ο ΑΜ εμφανίστηκε σε μας σα φλεγόμενος θάμνος κι είπε ότι θα μπορούσαμε να σκοτώσουμε αυτό το πουλί-τυφώνα, αν θέλαμε να το φάμε. Είχαμε να φάμε πολύ καιρό, αλλά ακόμα κι έτσι, ο Gorrister μόλις που ενδιαφέρθηκε. 
     O Benny άρχισε να τρέμει και να του τρέχουν τα σάλια. 
     Η Helen τονe κράτησε.
 -"Ted, πεινάω", είπε. 
     Της χαμογέλασα: προσπαθούσα να της δώσω σιγουριά αλλά ήτανε τόσο κάλπικο όσο η ψευτοπαλληκαριά του Nimdok. 
 -"Δώσε μας όπλα!" απαίτησε. 
     Ο φλεγόμενος θάμνος εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκαν δύο ζευγάρια τόξα-βέλη κι ένα νεροντούφεκο, που 'ταν απλωμένα στο κρύο πάτωμα με τις πλακέτες. 
     Πήρα ένα ζευγάρι. 'Αχρηστο. 
     Ο Νimdok ξεροκατάπιε. 
     Γυρίσαμε και πήραμε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής. 
     Το πουλί-τυφώνας μας είχε κάνει να πετάμε για χρονικό διάστημα που δε μπορούσαμε να συλλάβουμε. Το μεγαλύτερο μέρος του διαστήματος αυτού, ήμασταν αναίσθητοι. Αλλά δεν είχαμε φάει. 
     Ένας μήνας πορεία προς το ίδιο το πουλί. Χωρίς φαγητό. 
     Τώρα πόσο πιο πολύ θα κρατούσε να βρούμε τον δρόμο μας στα σπήλαια πάγου και το υποσχόμενο φαγητό σε κονσέρβες; Κανείς δεν το σκέφτηκε. 
     Δεν θα πεθαίναμε. 
     Θα μας έδινε σκατά ή αφρό για να φάμε, -το ένα ή το άλλο. Ή ακόμα και τίποτα. Ο ΑΜ θα κρατούσε τα σώματά μας ζωντανά με κάποιο τρόπο, σε πόνο, σε μαρτύριο. Το πουλί κοιμόταν εκεί πίσω, για πόσο καιρό δεν είχε σημασία: όταν ο ΑΜ θα βαριόταν να το έχει εκεί, θα εξαφανιζόταν. 
     Αλλά όλο αυτό το κρέας. Όλο αυτό το τρυφερό κρέας. 
     Καθώς περπατούσαμε, το ανισσόροπο γέλιο μιας χοντρής γυναίκας ήχησε ψηλά και γύρω μας στις κάμαρες τον υπολογιστών, που οδηγούσαν αιώνια στο τίποτα. Δεν ήταν η Helen. Δεν είχαμε ακούσει το γέλιο της εδώ κι εκατόν εννιά χρόνια. 
     Στη πραγματικότητα, δεν το είχα ακούσει... περπατούσαμε... πεινούσα...
     Περπατούσαμε αργά. 
     Λιποθυμούσαμε συχνά, έτσι έπρεπε να περιμένουμε. 
     Μια μέρα αποφάσισε να δημιουργήσει ένα σεισμό, ενώ ταυτόχρονα μας κάρφωσε στο έδαφος με καρφιά μέσα από τις σόλες των παπουτσιών μας.
     H Helen κι ο Nimdok πιάστηκαν όταν μια ρωγμή δημιούργησε το άνοιγμά της σαν αστραπή κατά μήκος των πλακών στο πάτωμα.
     Εξαφανιστήκανε και χάθηκανε.
     Όταν ο σεισμός τελείωσε συνεχίσαμε το δρόμο μας, ο Benny, o Gorrister κι εγώ. Η Helen κι o Nimdok επiστρέψανε σε μας αργότερα κείνη τη νύχτα, που 'γινε απότομα μέρα, καθώς η θεϊκή λεγεώνα τους έφερνε σε μας, με μιαν ουράνια χορωδία να τραγουδά: «Πάνε κάτω Μωυσή». Οι αρχάγγελοι κάνανε πολλές φορές κύκλους κι έπειτα ρίξανε τα φρικιαστικά παραμορφωμένα κορμιά τους. 
     Συνεχίσαμε να περπατάμε, όταν αργότερα η Helen κι ο Nimdok ξεμείνανε πίσω μας. Δε μπορούσε να συμβεί τίποτα χειρότερο. 
     Τώρα η Helen κούτσαινε. Ο ΑΜ της είχε αφήσει αυτό.
     Ήτανε μακριά διαδρομή μέχρι τις σπηλιές πάγου και το φαγητό σε κονσέρβες. Η Helen μιλούσε συνέχεια για κεράσια bing και για χαβανέζικα κοκτέιλ φρούτων. Εγώ προσπαθούσα να μη το σκέφτομαι. 
     Η πείνα ήτανε κάτι που είχε έρθει στη ζωή, όπως κι ο ΑΜ. Ήτανε ζωντανή στο στομάχι μου, όπως κι εμείς ήμασταν στο στομάχι της γης κι ο ΑΜ ήθελε να ξέρουμε αυτό τον παραλληλισμό.
     Έτσι μεγάλωνε τη πείνα.
     Δεν υπήρχε τρόπος να περιγράψει κανείς τον πόνο που μας προκαλούσε το να έχουμε να φάμε για μήνες. Και παρολαυτά παραμέναμε ζωντανοί. Στομάχια που ήτανε καζάνια με οξύ βρασμό, άφρισμα, που μονίμως προκαλούσαν ένα σουβλερό πόνο σαν αγκίδα στο στήθος μας.
     Ήταν ο πόνος του τελικού έλκους, του τελικού καρκίνου, της τελικής παράλυσης. Ήταν ένας ατέλειωτος πόνος... 
     Και περάσαμε το σπήλαιο των αρουραίων. 
     Περάσαμε το μονοπάτι του βραστού ατμού. 
     Περάσαμε την χώρα του τυφλού. 
     Περάσαμε τον βάλτο της απόγνωσης.
     Περάσαμε τη κοιλάδα των δακρύων. 
     Και φτάσαμε, τελικά, στα σπήλαια των πάγων. 
     Χιλιάδες μίλια χωρίς ορίζοντα, στα οποία ο πάγος είχε διαμορφώσει γαλάζιες κι ασημένιες λάμψεις, όπου αστέρια ζούσανε στο γυαλί. 
     Οι σταλακτίτες που στάζανε προς τα κάτω ήτανε τόσο μεγάλοι και λαμπεροί που μοιάζανε με διαμάντια που είχανε δημιουργηθεί για να στάζουνε σα ζελατίνη και στη συνέχεια να σταθεροποιούνται στις στερεές, χαριτωμένες αιωνιότητες λείας, κοφτερής τελειότητας. 
     Είδαμε τη στοίβα από κονσερβοποιημένο φαγητό και προσπαθήσαμε να τρέξουμε προς αυτή. 
     Πέσαμε μες στο χιόνι και μετά σηκωθήκαμε και ξαναπέσαμε κι ο Benny μας έσπρωξε μακριά και πήγε σε αυτά και προσπαθούσε να τ' ανοίξει με τα νύχια του, τα χτύπαγε, τα μασούσε. 
     Ο ΑΜ δεν μας είχε δώσει το εργαλείο για να ανοίγουμε κονσέρβες. 
     Ο Benny άρπαξε τρεις κονσέρβες τριών τετάρτων ίσως από στρείδια γκουάβα κι άρχισε να τα βαράει στον πάγο.
     Ο πάγος έσπασε και καταστράφηκε, όμως το δοχείο ήτανε μόλις βαθουλωμένο κι ακούσαμε το γέλιο μιας χοντρής κυρίας από πάνω ψηλά, που αντηχούσε κάτω και κάτω και κάτω στη τούνδρα. 
     Ο Benny τρελάθηκε από οργή. 'Αρχισε να πετά κονσέρβες στον πάγο καθώς όλοι σκάβαμε τον πάγο και το χιόνι, προσπαθώντας να βρούμε ένα τρόπο να δώσουμε τέλος στην αβοήθητη αγωνία της οργής. 
     Δεν υπήρχε τρόπος. 
     Κατόπιν το στόμα του Benny άρχισε να βγάζει σάλια κι ύστερα ρίχτηκε στον Gorrister. 
     Εκείνη τη στιγμή, αισθάνθηκα τρομερά ήρεμος. 
     Περικυκλωμένος από τρέλα, περικυκλωμένος από πείνα, περικυκλωμένος απ' οτιδήποτε άλλο εκτός από θάνατο, ήξερα ότι ο θάνατος ήταν η μόνη λύση. Ο ΑΜ μας είχε κρατήσει ζωντανούς, αλλά υπήρχε ένας τρόπος να τον νικήσουμε. Όχι ολοκληρωτικά, αλλά τουλάχιστον θα βρίσκαμε γαλήνη. 
     Και θα προσπαθούσα γι' αυτό.
     Έπρεπε να το κάνω γρήγορα. 
     Ο Benny έτρωγε το πρόσωπο του Gorrister. 
     Ο Gorrister του πετούσε χιόνι. Ο Benny, τυλιγμένος γύρω του με τα πολύ δυνατά, μαϊμουδίσια χέρια του συντρίβοντας τη μέση του Gorrister, τα χέρια του είχανε κλειδώσει γύρω στα πλάγια του κεφαλιού του Gorrister σα καρυοθραύστης, το στόμα του έσκιζε το τρυφερό δέρμα στο μάγουλο του Gorrister. Ο Gorrister ούρλιαζε τόσο βίαια που ακόμα και σταλακτίτες έπεσαν: βυθίστηκανε κάτω μαλακά, μείναν όρθιοι στις χιονονιφάδες που πέφτανε. 
     Λόγχες, εκατοντάδες απ' αυτούς, που προεξείχανε στο χιόνι. 
     Το κεφάλι του Benny πήγε βίαια πίσω, καθώς τα 'δωσε όλα με τη μία κι ένα ασπροκόκκινο κομμάτι σάρκας που αιμορραγούσε κι έσταζε αίμα κρεμόταν από τα δόντια του. 
     Το πρόσωπο της Helen έμοιαζε μαύρο απέναντι στο άσπρο χιόνι, σα ντόμινο σε σκόνη κιμωλίας. 
     Ο Nimdok, ήταν ανέκφραστος αλλά γεμάτος μάτια, όλος μάτια. 
     O Gorrister, μισολιπόθυμος. 
     Ο Benny τώρα ήταν ένα ζώο.
     Ήξερα πως ο ΑΜ θα τον άφηνε να παίξει. 
     Ο Gorrister δεν θα πέθαινε, αλλά τώρα ο Βenny θα γέμιζε το στομάχι του.
     Μισογύρισα στα δεξιά μου και πήρα ένα μεγάλο σταλακτίτη από το χιόνι. Όλα γίνανε σε μια στιγμή: οδήγησα το μυτερό κομμάτι πάγου μπρος μου σα πολιορκητική μηχανή, στηριγμένο στον αριστερό μου μηρό. 
     Χτύπησε τον Benny στη δεξιά μεριά, ακριβώς κάτω από τα πλευρά, προχώρησε ανοδικά στο στομάχι κι έσπασε μέσα του. 
     Έπεσε προς τα μπρος και στάθηκε ακίνητος. 
     Ο Gorrister ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα. 
     Πήρα ακόμα μια λόγχη πάγου και στάθηκα από πάνω του, ενώ ακόμα κουνιότανε και του κάρφωσα τη λόγχη κατευθείαν μες στο λαιμό. Τα μάτια του κλείσανε καθώς το κρύο τονε διαπερνούσε. 
     Η Helen πρέπει να 'χε δεχτεί αυτό που σκόπευα να κάνω, ακόμα και με το φόβο να την έχει κυριεύσει.
     Έτρεξε στον Nimdok μ' ένα μικρό κρύσταλλο, ενώ αυτός ούρλιαζε και το έβαλε μέσα στο στόμα του και φαίνεται πως η δύναμη της ορμής της έκανε δουλειά. 
     Το κεφάλι του τραντάχτηκε με βίαια λες κι είχε καθηλωθεί στη κρούστα του χιονιού πίσω του.
     Όλα γίνανε σε μια στιγμή.
     Ήταν το αιώνιο χτύπημα μιας αθόρυβης αναμονής. 
     'Ακουσα τον ΑΜ να σέρνει την αναπνοή του. 
     Του 'χανε πάρει να παιχνίδια του. 
     Τρία απ' αυτά ήταν νεκρά, δε μπορούσαν να αναβιώσουν. 
     Μπορούσε να τους κρατήσει ζωντανούς, με τη δύναμη και το ταλέντο του, αλλά δεν ήταν Θεός. 
     Δεν μπορούσε να τους φέρει πίσω. 
     Η Helen με κοίταξε. Τα εβένινα χαρακτηριστικά της άκαμπτα απέναντι στο χιόνι που μας περιέβαλε. 
     Υπήρχε φόβος και παράκληση στο ύφος της, στον τρόπο που προετοιμαζόταν.
     Ήξερα ότι είχαμε μόνον ένα σφυγμό πριν ο ΑΜ μας σταματήσει. 
     Τη χτύπησα και διπλώθηκε προς το μέρος μου, αιμορραγώντας από το στόμα. 
     Δε μπορούσα να διαβάσω την έκφρασή της. 
     Ο πόνος ήταν πολύ μεγάλος!
     Είχε παραμορφώσει το πρόσωπό της! 
     Αλλά μπορεί να 'τανε κι ευχαριστώ. 
     Είναι πιθανόν.   
     Ας ήταν παρακαλώ. 
     Μερικοί αιώνες μπορεί να είχαν περάσει. 
     Δε ξέρω. 
     Ο ΑΜ διασκέδαζε για λίγο καιρό, με το να επιταχύνει και να καθυστερεί την αίσθηση του χρόνου μου. 
     Θα πω τη λέξη τώρα. 
     Τώρα. 
     Μου πήρε οχτώ μήνες να πω τη λέξη τώρα. 
     Δε ξέρω. 
     Νομίζω ότι ήταν μερικές εκατοντάδες χρόνια. 
     Ήταν έξαλλος. 
     Δεν θα μ' άφηνε να τους θάψω. Δε πείραζε. 
     Δεν υπήρχε τρόπος να σκαφτούν οι πλάκες στο πάτωμα.
     Έλιωσε το χιόνι.
     Έφερε τη νύχτα. 
     Βρυχήθηκε κι έστειλε ακρίδες. 
     Δε πέτυχε τίποτα. 
     Παρέμεναν νεκροί. 
     Τον είχα στο χέρι μου.
     Ήταν έξαλλος. 
     Νόμιζα ότι ο ΑΜ με μισούσε πριν.
     Έκανα λάθος. Δεν ήταν ούτε η σκιά του μίσους που τώρα ξεπηδούσε από κάθε τυπωμένο κύκλωμα.
     Ήτανε σίγουρος ότι θα υπέφερα αιώνια χωρίς να μπορώ να με ξεκάνω. 
     'Αφησε το μυαλό μου άθικτο. 
     Μπορώ να ονειρευτώ, να αναρωτιέμαι, να θρηνώ. 
     Τους θυμάμαι και τους τέσσερις. 
     Εύχομαι -καλά, ξέρω ότι δεν έχει νόημα.
     Ξέρω ότι τους έσωσα, ξέρω ότι τους έσωσα απ' αυτό που συνέβη σε μένα, όμως παρολαυτά δε μπορώ να ξεχάσω ότι τους σκότωσα. 
     Το πρόσωπο της Helen. 
     Δεν είναι εύκολο. 
     Μερικές φορές θέλω -δεν έχει σημασία. 
     Ο ΑΜ με έχει αλλάξει, για να είναι αυτός ήσυχος, υποθέτω. 
     Δε θέλει να τρέξω με υπέρμετρη ταχύτητα σε μια βάση υπολογιστή και να σπάσω το κρανίο μου. 
     Ή να κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να λιποθυμήσω.
     Ή να κόψω το λαιμό μου με ένα οξειδωμένο κομμάτι μετάλλου. 
     Υπάρχουν επιφάνειες που αντανακλούν εδώ κάτω. 
     Θα με περιγράψω όπως με βλέπω: είμαι ένα μεγάλο, μαλακό, ζελεδένιο πράμα. Ομαλά στρογγυλεμένο, χωρίς στόμα, με παλλόμενες άσπρες τρύπες γεμάτες ομίχλη εκεί που ήταν τα μάτια μου. 
     Ελαστικά προσαρτήματα που ήταν κάποτε τα χέρια μου: όγκοι που στρογγυλεύουνε κάτω σε καμπούρες ενός μαλακού, γλιστερού πράματος χωρίς πόδια. 
     Αφήνω ίχνη υγρασίας όταν κινούμαι. 
     Κηλίδες αρρωστιάρικου, σατανικού γκρίζου έρχονται και φεύγουνε στην επιφάνειά μου, λες και το φως προέρχεται από μέσα μου. 
     Φαινομενικά: ένα πράμα που τρικλίζει τριγύρω, ένα πράμα που ποτέ δε θα μπορούσε να θεωρηθεί άνθρωπος, ένα πράμα που το σχήμα του είναι μια τόσο εξωπραγματική παρωδία που η ανθρωπότητα γίνεται πιο άσεμνη για την ακαθόριστη ομοιότητα. 
     Ουσιαστικά: μόνος.
     Εδώ. 
     Μένοντας κάτω από τη γη, κάτω από τη θάλασσα, στη κοιλιά του ΑΜ τον οποίο δημιουργήσαμε γιατί ξοδεύαμε το χρόνο μας με άσχημο σκοπό κι έπρεπε υποσυνείδητα να ξέραμε πως αυτός θα το 'κανε καλύτερα. 
     Τουλάχιστον οι τέσσερις τους είναι ασφαλείς επιτέλους. 
     Ο ΑΜ  είναι εντελώς έξαλλος μ' αυτό. 
     Αυτό με κάνει λίγο πιο ευτυχισμένο. 
     Και παρόλα αυτά... ο ΑΜ, έχει νικήσει, απλά... έχει πάρει την εκδίκησή του... 
     Δεν έχω στόμα. Και πρέπει να ουρλιάξω.

________________________________________________________

"I Have No Mouth And I Must Scream" (1967)


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Η μάσκα του κόκκινου θανάτου – Edgar Allan Poe



Ο «Κόκκινος Θάνατος» ρήμαζε από καιρό τη χώρα. Καμιά επιδημία δεν είχε ποτέ σταθεί τόσο θανατερή, τόσο φριχτή. Το αίμα ήταν η ενσάρκωση κι η σφραγίδα του – το κόκκινο και απαίσιο αίμα. Δυνατοί πόνοι, ξαφνικές ζαλάδες, από τους πόρους άφθονη αιμορραγία, κι έπειτα ο θάνατος. Οι κόκκινες βούλες πάνω στο κορμί, και ειδικά στο πρόσωπο του θύματος, σήμαιναν την αποκήρυξή του από τους συνανθρώπους του, τη στέρηση κάθε βοήθειας και συμπόνιας. Η εκδήλωση της αρρώστιας, η πρόοδός της και ο θάνατος ήταν ζήτημα μισής ώρας.
Αλλά ο πρίγκηπας Πρόσπερο ήταν ευτυχισμένος, ατρόμητος και συνετός. Όταν το κράτος του ερημώθηκε από το μισό πληθυσμό, κάλεσε κοντά του χίλιους γερούς και ξένοιαστους ιππότες και κυρίες της αυλής του, και μαζί με όλους και όλες κλείστηκε σ' έναν οχυρό του πύργο κι απομονώθηκε αυστηρά. Αυτός ο πύργος ήταν μια πολύ μεγάλη και περίλαμπρη οικοδομή, κτισμένη σύμφωνα με τα εκκεντρικά, μα ωστόσο σεπτά γούστα του ίδιου του πρίγκιπα. Τον έζωνε ένας ψηλός και ισχυρός τοίχος, με σιδερένιες πύλες. Οι αυλικοί έφεραν μαζί τους φουρνέλα και βαριά σφυριά, και κάρφωσαν τις πύλες, έτσι που να μην ανοίγουν. Δεν άφησαν κανένα μέσον για να μπει κανείς από τους έξω, μέσα στην απελπισία του, είτε για να βγει κανείς από τους κλεισμένους, μέσα στο μεθύσι του. Ο πύργος ήταν εφοδιασμένος άφθονα με όλα τα καλά. Με τέτοιες προφυλάξεις, οι αυλικοί μπορούσαν ν' αψηφούν τη μετάδοση της επιδημίας. Ο έξω κόσμος ας φρόντιζε μονάχος για τον εαυτό του. Στο μεταξύ, ήταν ανοησία να κάθεται κανείς να χολοσκά και να συλλογιέται. Ο ηγεμόνας είχε φροντίσει να μη λείψει καμιά διασκέδαση: γελωτοποιοί, θεατρίνοι, χορεύτριες, μουσικοί, όμορφες γυναίκες και κρασί. Όλα αυτά, κι απόλυτη ασφάλεια μαζί, ήταν μέσα στον πύργο. Έξω ήταν ο «Κόκκινος Θάνατος».
Έκλεινε πια ο πέμπτος ή ο έκτος μήνας από τότε που ο πρίγκηπας Πρόσπερο είχε κλειστεί σοτν πύργο, ενώ έξω λυσσομανούσε η επιδημία, όταν έδωσε για τους χίλιους φίλους του ένα χορό μεταμφιεσμένων εξαιρετικής μεγαλοπρέπειας.
Ήταν ένα θέαμα που χαιρόσουν να το βλέπεις, αυτός ο χορός. Πρώτα, όμως, ας μιλήσω για τις αίθουσες. Ήταν εφτά αίθουσες στη σειρά – ένα μεγαλείο αυτοκρατορικό. Σε πολλά παλάτια, αυτές οι συνεχόμενες αίθουσες σχηματίζουν μια μακριά κι ολόισια προοπτική, ενώ οι πολύφυλλες πόρτες ανοίγουν σχεδόν ως τους τοίχους κι από τις δυό πλευρές, έτσι που τίποτα σχεδόν δεν εμποδίζει τη θέα σε όλη τους την έκταση. Εδώ, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, όπως θα μπορούσε κανείς να το περιμένει από την αγάπη του ηγεμόνα για το αλλόκοτο. Οι αίθουσες είχαν μια τόσο ακανόνιστη διάταξη, που το μάτι δεν μπορούσε ν' απλωθεί πέρα από μια και μόνη αίθουσα, μ' ένα μικρό κομμάτι από τη διπλανή της. Κάθε είκοσι ή τριάντα γιάρδες ήταν και μιαν απότομη στροφή, και σε κάθε στροφή είχες μια καινούργια εντύπωση. Δεξιά κι αριστερά, καταμεσής του κάθε τοίχου, ένα ψηλόστενο γοτθικό παράθυρο έβλεπε σ' έναν κλειστό διάδρομο, που ακολουθούσε κι αυτός την ίδια φιδωτή διάταξη. Αυτά τα παράθυρα ήταν από χρωματιστά τζάμια, που το χρώμα τους παράλλαζε σύμφωνα με την απόχρωση που επικρατούσε στη διακόσμηση της σχετικής αίθουσας. Η πρώτη αίθουσα, λόγου χάρη, στην άκρη άκρη ανατολικά, είχε γαλάζιες κουρτίνες – και τα παράθυρα είχαν κι αυτά ένα ζωηρό γαλάζιο χρώμα. Η δεύτερη ήτανε ταπετσαρισμένη βυσσινιά, και τα τζάμια ήταν βυσσινιά. Η τρίτη πράσινη, το ίδιο και τα τζάμια. Η τέταρτη πορτοκαλιά, όπως και το φως που έμπαινε, η πέμπτη λευκή, η έκτη μενεξεδιά. Η έβδομη ήταν ολόκληρη ντυμένη με μαύρες βελούδινες ταπετσαρίες, που κρέμονταν απ' το ταβάνι και σκέπαζαν τους τοίχους, πέφτοντας με βαριές πτυχές πάνω στο χαλί που ήταν από το ίδιο ύφασμα κι είχε το ίδιο χρώμα. Αλλά μονάχα σ' αυτή την αίθουσα το χρώμα των τζαμιών δεν ταίριαζε με τη διακόσμηση. Εδώ, τα τζάμια ήταν κόκκινα – ένα βαθύ κόκκινο σαν αίμα. Καμιά από τις εφτά αίθουσες δεν είχε ούτε λάμπες, ούτε καντηλέρια, ούτε πολυέλαιο. Κανένα φως μέσα στις ίδιες τις αίθουσες. Στο διάδρομο όμως, αντίκρυ στο κάθε παράθυρο, ήταν από ένας ψηλός τρίποδας, που στην κορυφή του άναβε μια δυνατή φωτιά, ρίχνοντας τη λάμψη της μεσ' από το χρωματιστό τζάμι και φωτίζοντας άπλετα την αντίστοιχη αίθουσα. Έτσι, οι αίθουσες έπαιρναν μια πλούσια και φαντασμαγορική εμφάνιση. Αλλά στη δυτική ή μαύρη αίθουσα, το φως της φωτιάς καθώς ξεχυνότανε πάνω στα μαύρα υφάσματα μεσ' από το κόκκινο σαν αίμα τζάμι, της έδινε μια όψη φρικαλέα, και μια τόσο άγρια έκφραση στα πρόσωπα, που λίγοι είχαν το θάρρος να πατήσουν το πόδι τους εκεί μέσα.
Σ' αυτή την αίθουσα επίσης, ακουμπιστά στο δυτικό τοίχο, ορθωνότανε ένα πελώριο εβένινο εκκρεμές. Το βαρίδι του κουνιότανε δώθε κείθε μ' ένα μουντό, βαρύ, μονότονο τικ τακ. Κι όταν ο λεπτοδείκτης έκανε το γύρο της πλάκας και χτυπούσε η ώρα, από τα μετάλλινα πνεμόνια του ρολογιού έβγαινε ένας ήχος τόσο καθαρός, δυνατός, βαθύς και εξαιρετικά μουσικός, αλλά τόσο παράξενος κι εντατικός, που σε κάθε ώρα, οι μουσικοί της ορχήστρας σταματούσαν άθελα για μια στιγμή την εκτέλεση του κομματιού που έπαιζαν, για ν' ακούσουν τον ήχο. Έτσι, κι οι χορευτές αναγκάζονταν να σταματήσουν τους στροβιλισμούς, και μια ακεφιά πλάκωνε ολόκληρη την εύθυμη συντροφιά. Κι όσο χτυπούσε ακόμα το ρολόι, έβλεπες τους ξένοιαστους να χλωμιάζουν, και τους πιο ηλικιωμένους και ατάραχους να χαϊδεύουν με το χέρι τους το μέτωπο, σα να 'τανε παραδομένοι σε μιαν αόριστη ονειροπόληση ή συλλογή. Όταν όμως έσβηνε ολότελα η ηχώ, ένα ξαλαφρωμένο γέλιο έβγαινε απ' όλα τα στόματα μεμιάς, οι μουσικοί κοιτάζονταν αναμεταξύ τους και χαμογελούσανε, σα να κορόιδευαν την ίδια τους την ταραχή, κι ορκίζονταν ψιθυριστά ο ένας στον άλλον πως ο κατοπινός χτύπος του ρολογιού δε θα τους έκανε την ίδια συγκλονιστική εντύπωση. Κι έπειτα, όταν περνούσαν εξήντα λεπτά (που κάνουν τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα του χρόνου που κυλάει και φεύγει) ακούγονταν άλλα χτυπήματα του ρολογιού, και πλάκωνε η ίδια ακεφιά, η ίδια ταραχή και συλλογή όπως πρωτύτερα.
Παρ' όλ' αυτά, ωστόσο, ήταν ένα τρικούβερτο και θαυμάσιο γλέντι. Τα γούστα του ηγεμόνα ήταν ιδιότυπα. Είχε μάτι εκλεπτυσμένο για τα χρώματα και τους συνδυασμούς. Περιφρονούσε τη συμβατική μόδα. Τα σχέδιά του ήταν τολμηρά, γεμάτα φλόγα, κι οι εμπνεύσεις τους είχαν μια βάρβαρη λαμπρότητα. Μερικοί θα μπορούσαν να τον πάρουν για τρελό. Οι ακόλουθοί του, όμως, ένιωθαν πως δεν ήταν. Έπρεπε να τον ακούς, να τον βλέπεις και να τον αγγίζεις, για να 'σαι βέβαιος πως δεν ήτανε τρελός.
Είχε επιβλέψει ο ίδιος για την πρόσθετη διακόσμηση των εφτά αιθουσών σ' αυτή τη μεγάλη γιορτή. Και η δική του κατεύθυνση είχε δώσει στη μασκαράτα τον ξεχωριστό της χαρακτήρα. Σίγουρα είχε κάτι το πολύ τραγελαφικό. Κάτι που σε θάμπωνε, σε αναστάτωνε – φανταχτερή, φαντασμαγορική. Αλλόκοτες μορφές, με αταίριαστα μέλη και ντυσίματα. Εξωφρενικές φαντασίες, που μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να συλλάβει, πολλή ομορφιά, πολλή ακολασία, κάτι το πολύ αλλόκοτο και κάπως τρομακτικό μαζί, ακόμα και κάτι που θα μπορούσε να προξενήσει όχι λίγη αηδία. Λες κι ένα πλήθος όνειρα πηγαινοέρχονταν μέσα στις εφτά αίθουσες – όνειρα που κλωθογύριζαν εδώ κι εκεί, παίρνοντας το χρώμα τους από τις αίθουσες, και κάνοντας τη ζωηρή μουσική της ορχήστρας να φαίνεται σαν μια ηχώ από τα βήματά τους. Και ξαφνικά χτυπάει το εβένινο ρολόι μέσα στη βελουδένια αίθουσα. Και τότε, για μια στιγμή, όλα ησυχάζουν, όλα σωπαίνουν, εκτός από τη φωνή του ρολογιού. Τα όνειρα παγώνουνε κοκαλιασμένα εκεί που στέκονται. Μα να, σβήνουνε του ρολογιού οι ήχοι – κρατήσανε μονάχα μια στιγμή – κι ένα ξαλαφρωμένο μισοπνιγμένο γέλιο φτεροκοπάει πίσω τους έτσι που φεύγουν. Και τώρα, η μουσική φουντώνει, τα όνειρα ξαναζωντανεύουν και κλωθογυρίζουν πέρα δώθε πιο εύθυμα παρά ποτέ, παίρνοντας το χρώμα τους από τα ποικιλόχρωμα τζάμια, απ' όπου ξεχύνεται το φως που ρίχνουνε οι τρίποδες. Αλλά στην πιο δυτική αίθουσα από τις εφτά, κανένας από τους μασκαρεμένους δεν τολμά να πάει. Γιατί η νύχτα προχωρεί, κι από τα αιματοβαμμένα τζάμια χύνεται ένα φως πιο κόκκινο, κι η μαυρίλα τρομάζει εκεί μέσα, κι όποιος πατήσει το πόδι του στο μελανί χαλί, του έρχεται από το εβένινο ρολόι ένα τικ τακ αχνό, πιο εμφαντικά επίσημο απ' ό,τι φθάνει στ' αυτιά εκείνων που γλεντούνε στις παραπέρα αίθουσες.
Αυτές οι άλλες αίθουσες είναι γεμάτες κόσμο και σφύζουνε από ζωή. Κι η δίνη του γλεντιού δε σταματάει – ώσπου, τέλος, άρχισαν να χτυπούν μεσάνυχτα στο μεγάλο ρολόι. Και τότε η μουσική κόπηκε, έπαψαν οι στροβιλισμοί των χορευτών, και μια ανησυχητική παύση έγινε σε όλα. Τώρα όμως το ρολόι θα χτυπήσει δώδεκα φορές – και για τούτο, ίσως, περισσότερες σκέψεις, χάρη στον περισσότερο χρόνο τρύπωσαν μέσα στο μυαλό των στοχαστικών, ανάμεσα στους άλλους που γλεντούσαν ξένοιαστοι. Ίσως και για τούτο, επίσης, πριν σβήσει ολότελα κι η τελευταία ηχώ του τελευταίου χτύπου, πολλοί βρήκαν τον καιρό να προσέξουν την παρουσία ενός πρωσοπιδοφόρου, που κανένας δεν τον είχε αντιληφθεί πρωτύτερα. Κι όταν η είδηση αυτής της καινούργιας παρουσίας διαδόθηκε παντού ψιθυριστά, υψώθηκε μια σιγανή βοή, ένα μουρμουρητό, που εκδήλωνε αποδοκιμασία κι έκπληξη – και, τέλος, τρόμο, φρίκη κι αηδία.
Πρέπει να υποθέσει κανείς, πως σε μια συντροφιά από εξωφρενικά φαντάσματα σαν αυτά εδώ, καμιά συνηθισμένη εμφάνιση δε θα μπορούσε να προκαλέσει τόση αίσθηση. Η ελευθερία στο μασκάρεμα ήταν πράγματι, σχεδόν απεριόριστη. Όμως αυτός εδώ το είχε παρακάνει, είχε ξεπεράσει ως και την απέραντη εκκεντρικότητα του πρίγκηπα. Και στου πιο ρέμπελου την καρδιά, υπάρχουν χορδές που όταν τις αγγίξεις συγκινείται. Ακόμα και για τον πιο χαμένο άνθρωπο, που παίρνει στ' αστεία και τη ζωή και το θάνατο, υπάρχουν πράγματα που δεν τα παίρνει στο αστείο. Πράγματι, ολόκληρη η συντροφιά, φαινότανε τώρα να το καταλαβαίνει πως το κοστούμι του ξένου δεν είχε τίποτα το έξυπνο ή το κατάλληλο για την περίσταση. Ήταν ψηλός και κοκαλιάρης, τυλιγμένος απ' το κεφάλι ως τα πόδια μέσα σ' ένα σάβανο. Η μάσκα που του έκρυβε το πρόσωπο έμοιαζε τόσο πολύ με αλύγιστη όψη νεκρού, που απ' όσο κοντά κι αν την εξέταζες, δυσκολευόσουν ν' ανακαλύψεις πως ήταν μια απατηλή εντύπωση και μόνο. Όλα αυτά, ωστόσο, οι τρελοί γλετζέδες θα μπορούσαν να τ' ανεχθούν, αν όχι να τα εγκρίνουν. Αλλά ο μασκαράς αυτός είχε προχωρήσει ως το σημείο να πάρει τη μορφή του Κόκκινου Θανάτου. Η φορεσιά του ήταν γεμάτη αίματα, και το πλατύ του μέτωπο, καθώς και όλο το πρόσωπό του, είχαν παντού τις απαίσιες κόκκινες βούλες.
Όταν η ματιά του Πρίγκιπα Πρόσπερο έπεσε πάνω σ' αυτή τη μορφή που έμοιαζε με φάντασμα (και που με αργό κι επίσημο βήμα, σα να 'θελε να παίξει ακόμα καλύτερα το ρόλο του, πηγαινοερχότανε ανάμεσα στους χορευτές), τον είδανε ν' αναριγάειστην αρχή, λες από τρόμο, ή κι από αηδία. Όμως αμέσως έπειτα κοκκίνισε από το θυμό του.
«Ποιος τολμά;» ρώτησε με τραχιά φωνή τους αυλικούς που στέκονταν κοντά του - «ποιος τολμά να μας προσβάλλει μ' αυτό το βλάσφημο εμπαιγμό; Πιάστε τον και βγάλτε του τη μάσκα – για να δούμε ποιος είναι αυτός που κρεμάσομε στις επάλξεις του πύργου μόλις βγει ο ήλιος!»
Ο ηγεμόνας Πρόσπερο στεκότανε στην ανατολική ή γαλάζια αίθουσα όταν πρόφερε αυτά τα λόγια. Αντήχησαν δυνατά και καθαρά απ' άκρη σ' άκρη και στις εφτά αίθουσες, γιατί ο πρίγκηπας ήταν άνθρωπος ρωμαλέος και με θάρρος, κι η μουσική είχε σωπάσει σ' ένα γνέψιμο του χεριού του.
Στη γαλάζια αίθουσα στεκόταν ο πρίγκηπας έχοντας πλάι του μια ομάδα κατάχλωμους αυλικούς. Στην αρχή, όσο ακόμα μιλούσε, οι αυλικοί έκαναν να ορμήσουν πάνω στον παρείσακτο, που εκείνη τη στιγμή βρισκότανε αρκετά κοντά, και που τώρα πλησίαζε ακόμα πιο κοντά, με βήμα σταθερό κι επιβλητικό. Αλλά από κάποιο ακαθόριστο φόβο που είχε εμπνεύσει σε όλους με τη μεταμφίεσή του, δε βρέθηκε κανένας που ν' απλώσει το χέρι του και να τον συλλάβει. Κι έτσι, ανεμπόδιστος, έφτασε σε μιας γιάρδας απόσταση από τον ηγεμόνα – κι ενώ το πλήθος, με μια ομαδική ορμέμφυτη κίνηση, αποτραβιότανε από τη μέση και μαζευότανε γύρω στους τοίχους, προχώρησε ολόισια – με το ίδιο επίσημο και μετρημένο βήμα που τον χαρακτήριζε απ' την αρχή – από τη γαλάζια αίθουσα στη βυσσινιά, από τη βυσσινιά στην πράσινη, από την πράσινη στην πορτοκαλιά από τούτη τη λευκή, έπειτα στη μενεξεδιά, χωρίς κανένας να τον σταματήσει. Εκείνη τη στιγμή, ωστόσο, ο ηγεμόνας Πρόσπερο, έξω φρενών από το θυμό και τη ντροπή του για τη στιγμιαία του ανανδρία, όρμησε και πέρασε βιαστικά τις έξι αίθουσες, χωρίς να τον ακολουθήσει κανένας από τους περίτρομους αυλικούς. Κράταγε υψωμένο ένα μαχαίρι που τράβηξε από τη ζώνη του, και είχε φτάσει ακάθεκτος σε τρία τέσσερα πόδια απόσταση από τον άλλον που προχωρούσε, όταν, αυτός ο τελευταίος, που βρισκότανε στην άλλη άκρη της μενεξεδιάς αίθουσας, γύρισε απότομα κι αντίκρυσε το διώκτη του. Μια διαπεραστική κραυγή – και το μαχαίρι έπεσε γυαλιστερό πάνω στο μαύρο χαλί κι αμέσως έπειτα ο ηγεμόνας Πρόσπερο, νεκρός. Τότε, μέσα στην απόγνωσή τους, συγκεντρώνοντας όλο τους το θάρρος, ένα πλήθος αυλικοί χύθηκαν μεμιάς μέσα στη μαύρη αίθουσα, και καθώς άδραξαν τον προσωπιδοφόρο που στεκότανε ολόισιος κι ακίνητος στον ίσκιο του εβένινου ρολογιού, απόμειναν παράλυτοι από την ανείπωτη φρίκη, βλέποντας πως το σάβανο κι η νεκρική μάσκα, που τα τράβηξαν με τόση δύναμη, σκέπαζαν μια άυλη μορφή.
Και τώρα κατάλαβαν την παρουσία του Κόκκινου Θανάτου. Είχε έρθει σαν κλέφτης μες στη νύχτα. Κι ο ένας μετά τον άλλον έπεσαν οι γλετζέδες μέσα στις αιματοβαμμένες αίθουσες του γλεντιού των, και ο καθένας πέθανε στην ίδια απεγνωσμένη στάση όπου είχε πέσει. Και η ζωή του εβένινου ρολογιού έσβησε μαζί με τη ζωή του τελευταίου γλετζέ. Και στους τρίποδες ξεψύχησαν οι φλόγες. Σκοτάδι και Σαπίλα και ο Κόκκινος Θάνατος κυριάρχησαν απόλυτα απάνω σε όλα.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ν. ΣΚΟΥΛΑΣ [ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ]


Πόε
ΤΟΜΟΣ Β'
ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 1991