.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Περί ρατσισμού – Alexander Dugin


...Ο ρατσισμός είναι που προκάλεσετην κατάρρευση του Εθνικοσοσιαλισμού, με την ιστορική, γεωπολιτική και θεωρητική έννοια. Η κατάρρευση αυτή δεν ήταν μόνον ιστορική, αλλά και φιλοσοφική. Ο ρατσισμός βασίζεται στην πίστη στην έμφυτη και αντικειμένική ανωτερότητα μιας ανθρώπινης φυλής, έναντι μιας άλλης. Αυτός ο ρατσισμός, και όχι οποιαδήποτε άλλη άποψη του Εθνικοσοσιαλισμού, ήταν που οδήγησε σε πόνο και βάσανα και στις δυο πλευρές, καθώς και στην κατάρρευση της Γερμανίας και των δυνάμεων του Άξονα – για να μην αναφερθούμε στην καταστροφή ολόκληρου του ιδεολογικού προγράμματος του Τρίτου Δρόμου.
Η εγκληματική πράξη της εξάλειψης ολόκληρων εθνικών ομάδων (εβραίων, τσιγγάνων και σλάβων), με το κριτήριο της φυλής, είχε ακριβώς τις βάσεις της στη φυλετική θεωρία του Ναζισμού, και αυτό ακριβώς είναι που μας εξοργίζει και μας συγκλονίζει μέχρι σήμερα. Επιπλέον, ο αντισημιτισμός του Hitler και το δόγμα ότι οι Σλάβοι είναι «υπάνθρωποι» οδήγησε τη Γερμανία σε πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ο οποίος μας στοίχισε εκατομμύρια ζωές. Η ίδια ακριβώς ιδεολογία έκανε τους Γερμανούς να χάσουν την πολιτική ελευθερία τους και το δικαίωμα συμμετοχής στην Πολιτική Ιστορία για πολύ καιρό, εάν όχι για πάντα. Σήμερα έχουν μόνο την Οικονομία τους και, στην καλύτερη περίπτωση, μια ανησυχία για την Οικολογία. Οι υποστηρικτές του Τρίτου Δρόμου απέμειναν σαν τα ιδεολογικά απόβλητα στα περιθώρια της κοινωνίας. Ο ρατσισμός, θεωρητικά και πρακτικά, ήταν που ποινικοποίησε όλες τις άλλες πλευρές του Εθνικοσοσιαλισμού και του Φασισμού, κάνοντάς τες αντικείμενο διασυρμού και αναθεματισμών.
Εντούτοις, ο ρατσισμος του Hitler είναι μια μόνο μορφή ρατσισμού, η πιο προφανής, άμεση και βιολογική, και ως εκ τούτου η πιο αποκρουστική. Υπάρχουν όμως και άλλες μορφές ρατσισμού, όπως της κουλτούρας (ο ισχυρισμός ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες κουλτούρες), του πολιτισμού (διαιρώντας τους ανθρώπους σε πολιτισμένους και απολίτιστους), της τεχνολογίας (θεωρώντας την τεχνολογική ανάπτυξη ως το βασικό κριτήριο για την αξία μιας κοινωνίας), της κοινωνίας (πιστεύοντας με βάση το προτεσταντικό δόγμα του πεπρωμένου ότι οι πλούσιοι είναι οι καλύτεροι και οι μέγιστοι, σε σύγκριση με τους φτωχούς), της Οικονομίας (όπου ολόκληρη η Ανθρωπότητα ταξινομείται ανάλογα με τον βαθμό υλικής ευημερίας) και της εξέλιξης (όπου τίθενται αξιωματικά ότι η ανθρώπινη κοινωνία είναι αποτέλεσμα βιολογικής εξέλιξης, όπου οι βασικές διαδικασίες της εξέλιξης, η φυσική δηλαδή επιλογή των ικανότερων και καταλληλότερων κλπ. συνεχίζεται μέχρι σήμερα).
Η ευρωπαϊκή και η αμερικανική κοινωνία είναι μολυσμένες θεμελιακά από αυτά τα είδη ρατσισμού, ανίκανες να τον ξεριζώσουν, παρά τις εντατικές τους προσπάθειες. Γνωρίζοντας πλήρως πόσο αποκρουστικό είναι αυτό το φαινόμενο, οι Δυτικοί έχουν την τάση να μετατρέψουν τον ρατσισμό σε ταμπού. Εντούτοις, αυτός μετατρέπεται τελικά σε ένα κυνήγι μαγισσών, με νέους παρίες-θύματα να κατηγορούνται για «φασισμό», συχνά χωρίς κανένα προφανή λόγο. Έτσι, η ίδια η πολιτική ορθότητα και οι κανόνες της μετατρέπονται σε μια ολοκληρωτική επιβολή πολιτικών και καθαρά ρατσιστικών αποκλεισμών. Με αυτόν τον τρόπο, ο θεσμοποιημένος γαλλικός αριστερο-φιλελεύθερος αντιρατσισμός έχει καταστεί βαθμιαία ένα κέ-ντρο «φυλετικού μίσους». Ακόμη και οι Αφρικανοί κατηγορούνται για «φασισμό». Έτσι ακριβώς συνέβη στην περίπτωση μιας ασυ-γκράτητης δυσφημιστικής εκστρατείας ενάντια σε έναν γνωστό μαύρο κωμικό, τον Dieudonne M'bala M'bala, ο οποίος τόλμησε να σατιρίσει ορισμένα φοβερά χαρακτηριστικά του σύγχρονου γαλλικού καθεστώτος, μαζί και τον αντιρατσισμό (Ras-le-Front, SOS-Racisme κλπ). Και τι έγινε μετά; Ο Αφρικανός κωμικός ταξινομήθηκε ως «καφετί», κατηγορήθηκε δηλαδή για «φασισμό» και «ρατσισμό».

Τα νεότερα είδη ρατσισμού είναι η γοητεία, η μόδα και οι τελευταίες τάσεις στην τεχνολογία πληροφοριών. Οι κανόνες του τίθενται από μοντέλα, σχεδιαστές, την σοσιαλ-ελίτ των πολιτικών κομμάτων και εκείνους που επιμένουν να έχουν μόνο τα τελευταία μοντέλα κινητών τηλεφώνων ή υπολογιστών λάπτοπ. Η συμμόρφωση ή η μη συμμόρφωση με τον κώδικα γοητείας βρίσκεται στην ίδια τη βάση των μαζικών στρατηγικών για τον κοινωνικό διαχωρισμό και το πολιτιστικό απαρχάιντ. Σήμερα αυτό δεν συνδέεται άμεσα με τον οικονομικό παράγοντα, αλλά αποκτά βαθμιαία ανεξάρτητα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά. Αυτό είναι το φάντασμα της δικτατορίας της γοητείας, την νέας γενεάς ρατσισμού.
Η ίδια η ιδεολογία της προόδου είναι ρατσιστική στη δομή της. Ο ισχυρισμός ότι το παρόν είναι καλύτερο και πιο καταξιωτικό από το παρελθόν, και οι συνεχείς διαβεβαιώσεις ότι το μέλλον θα είναι ακόμα καλύτερο από το παρόν είναι διακρίσεις ενάντια στο παρελθόν και το παρόν, αλλά και ταπείνωση για όλους εκείνους που έζησαν στο παρελθόν – μια προσβολή, δηλαδή, στην τιμή και την αξιοπρέπεια των προγόνων μας και των προγόνων των άλλων, και μια παραβίαση των δικαιωμάτων των νεκρών.
Σε πολλούς πολιτισμούς οι νεκροί παίζουν ένα σημαντικό κοινωνιολογικό ρόλο. Θεωρούνται υπό μια έννοια ακόμα ζωντανοί, παρόντες σε αυτόν τον κόσμο και συμμετέχοντες στη ζωή του. Αυτό ισχύει για όλες τις αρχαίες κουλτούρες και πολιτισμούς. Δισεκατομμύρια άνθρωποι στη γη πιστεύουν σε αυτήν την ιδέα μέχρι σήμερα. Στον Κινεζικό Πολιτισμό, ο οποίος δομήθηκε πάνω στη λατρεία των νεκρών και στον σεβασμό απέναντί τους, το να είσαι νεκρός θεωρείται υψηλή κοινωνική θέση – κατά κάποιον τρόπο ανώτερη της θέσης των ζωντανών. Η ιδεολογία της προόδου αντιπροσωπεύει την ηθική γενοκτονία των προηγουμένων γενεών – με άλλα λόγια, έναν πραγματικό ρατσισμό. Εξίσου αμφισβητήσιμη είναι και η ιδέα του εκσυγχρονισμού, όταν λαμβάνεται ως μια αυτονόητη αρετή. Είναι εύκολο να εντοπιστούν εμφανή σημάδια ρατσισμού σε αυτήν.
Αναμφισβήτητα, ο ρατσιστής είναι η ιδέα της μονοπολικής παγκοσμιοποίησης. Βασίζεται στην άποψη ότι η Ιστορία και οι αξίες της Δυτικής – και ιδιαίτερα της αμερικανικής – κοινωνίας ισοδυναμούν με παγκόσμιους νόμους και προσπαθεί τεχνητά να κατασκευάσει μια παγκόσμια κοινωνία βασισμένη σε τοπικές ουσιαστικά και ιστορικά ειδικές αξίες: τη δημοκρατία, την αγορά, τον κοινοβουλευτισμό, τον καπιταλισμό, τον ατομικισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την απεριόριστη τεχνολογική ανάπτυξη. Αυτές οι αξίες είναι καθαρά τοπικές. Προέρχονται από την ιδιαίτερη ανάπτυξη μιας μοναδικής κουλτούρας, αλλά η παγκοσμιοποίηση προσπαθεί να τις επιβάλει σε ολόκληρη την Ανθρωπότητα ως κάτι το δεδομένο και παγκόσμιο. Αυτή η προσπάθεια δείχνει να υποστηρίζει ενδόμυχα ότι οι αξίες όλων των άλλων λαών και πολιτισμών είναι ατελείς, υπανάπτυκτες, γι' αυτό πρέπει να εκσυγχρονιστούν και να τυποποιηθούν με βάση το Δυτικό μοντέλο.
Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι, επομένως, τίποτα περισσότερο από ένα συνολικά ανεπτυγμένο μοντέλο του δυτικοευρωπαϊκού ή, μάλλον, του αγγλοσαξωνικού εθνοκεντρισμού, ο οποίος αποτελεί και την καθαρότερη εκδήλωση της ρατσιστικής ιδεολογίας.


Alexander Dugin
Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΟΠΤΡΟΝ 2013

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ – ALEXANDER HISLOP


Τα περιστατικά που συνοδεύουν τη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, δείχνουν ακόμη περισσότερο την κακότητα και τη βλασφημία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι η αυτή η γιορτή δεν καθιερώθηκε το Μεσαίωνα, αλλά τρεις αιώνες μετά τη θρησκευτική μεταρρύθμιση, το «φωτισμένο» δέκατο ένατο αιώνα. Το σκεπτικό πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η καθιέρωση της γιορτής αυτής είναι ότι η Παρθένος Μαρία δεν υπέστη αποσύνθεση, δεν έλιωσε στη γη, αλλά «ψυχή τε και σώματι» αναλήφθηκε στους ουρανούς, και τώρα έχει περιβληθεί με κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη. Αυτό το «πιστεύω», χωρίς ντροπή, διακηρύχθηκε ενώπιον του Βρετανικού κοινού σε μια ποιμαντορική εγκύκλιο του παπικού Αρχιεπισκόπου του Δουβλίνου, και έχει λάβει τώρα τη σφραγίδα του παπικού αλάθητου, εφόσον ενσωματώθηκε στη βλάσφημη, επίσης, εγκύκλιο που διακηρύσσει την «Άμωμη Σύλληψη» της Παρθένου Μαρίας. Είναι αδύνατο όμως να βρουν οι ιερείς του Ρωμαιοκαθολικισμού ένα επιχείρημα στη Γραφή που να υποστηρίζει αυτή τη διδασκαλία. Αλλά το Βαβυλωνιακό θρησκευτικό σύστημα, ο μύθος ήταν ήδη έτοιμος για άμεση χρήση. Οι ιερείς της Βαβυλώνας δίδασκαν ότι ο Βάκχος κατέβηκε στην κόλαση, διέσωσε τη μητέρα του από τις καταχθόνιες δυνάμεις, και τη μετέφερε θριαμβευτικά μαζί του στους ουρανούς(139). Αυτός ο μύθος διαδόθηκε παντού όπου επικράτησε το Βαβυλωνιακό σύστημα. Και, συνεπώς, σήμερα ακόμα, οι Κινέζοι, όπως έκαναν πριν από πολλά χρόνια, τελούν μια γιορτή προς τιμή μιας Μητέρας την οποία ο γιος της διέσωσε από την εξουσία του θανάτου και του τάφου.
Η γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, γίνεται την 15η Αυγούστου. Η Κινέζικη γιορτή, που βασίζεται σε παρόμοιο θρύλο, και την γιορτάζουν με φαναράκια και κεριά, όπως την αναφέρει ο Σερ Τζ. Φ. Ντέιβιτς, σε μια γραφική αφήγησή του για την Κίνα, γίνεται, επίσης, το μήνα Αύγουστο(140).
Όταν, λοιπόν η μητέρα του ειδωλολατρικού Μεσσία κατέληξε να γιορτάζεται ως «Αναληφθείσα», τότε κάτω απ'οτο όνομα της «Περιστεράς»(141), λατρεύτηκε και σαν ενσάρκωση του Πνεύματος του Θεού, με τον οποίο ταυτίστηκε. Μ' αυτή την ιδιότητα θεωρήθηκε η πηγή κάθε αγιότητας, και μεγάλη «ΕΞΑΓΝΙΣΤΡΙΑ» και, βέβαια, ήταν γνωστή η ίδια σαν «Παρθένος» μητέρα, «ΑΣΠΙΛΗ ΚΑΙ ΑΜΟΛΥΝΤΗ»(142). Η θεά Περσεφόνη, (υπήρχε μια Βαβυλώνια θεά που αρχικά ήταν ξεχωριστή, αλλά στη συνέχεια ταυτίστηκε μ' αυτή) και γιορταζόταν ως μητέρα του πρώτου Βάκχου, και ήταν γνωστή σαν «τιμημένη σύζυγος του Πλούτωνα». Αυτή, επίσης, αναφέρεται στους «Ορφικούς ύμνους», σαν:
«Σύντροφος των εποχών, ουσία λαμπρή, παγκυρίαρχη ΠΑΡΘΕΝΟΣ που φέρνει ουράνιο φως»(143).
Όποιος και αν έγραψε αυτούς τους ύμνους, όσο πιο πολύ τους εξετάζουμε τόσο περισσότερο γίνεται φανερό, όταν συγκριθούν με το αρχαίο δόγμα της Κλασικής Ελλάδας, ότι οι συγγραφείς των ύμνων κατανόησαν και απόλυτα απεδέχθηκαν την πραγματική θεολογία της ειδωλολατρείας. Ότι τότε η Περσεφόνη λατρευόταν στην ειδωλολατρική Ελλάδα και ήταν σ' όλους γνωστή σαν γυναίκα του Πλούτωνα, του θεού του Άδη, κι είχε, επίσης, το όνομα «Αγία Παρθένος», το επιβεβαιώνει ο Παυσανίας στην περιγραφή του Καρνάσιου άλσους: «Υπάρχουν εκεί αγάλματα του Καρνείου Απόλλωνος και της Αγνής («Αγίας Παρθένου»), καθώς και ένας Ερμής που κρατάει κριάρι. Το όνομα Αγνή («Αγία Παρθένος») είναι επίκληση της Κόρης της Δήμητρος»(144).
Η καθαρότητα αυτής της «Αγίας Παρθένου» ή Αγνής δεν ήταν μόνο στο ότι δεν διέπραξε πραγματικό αμάρτημα, αλλά και διότι ειδικά διακρίθηκε για την «άμωμη σύλληψη». Ο Πρόκλος λέει σχετικά: «Ονομάζεται Κόρη για την καθαρότητα της ύπαρξής της και για την ΑΜΟΛΥΝΤΗ υπερβατικότητα στη ΓΕΝΝΗΣΗ»(145).

Πρέπει, λοιπόν, να μένουν έκθαμβοι οι άνθρωποι σ' αυτή την παπική εγκύκλιο; Πραγματικός λόγος απορίας δεν υπάρχει. Απλώς η μίμηση του ειδωλολατρικού δόγματος, που προηγουμένως υιοθετήθηκε, και ενσωματώθηκε στο πλήρες θρησκευτικό σύστημα της καθολικής Ρώμης με όλες τις συνέπειές του οδήγησε σ' εκείνο το ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο η Μαντόνα της Ρώμης επίσημα ανακηρύχθηκε, με όλη τη σημασία του όρου, απολύτως «ΑΣΠΙΛΗ».
Μετά από όλα αυτά, είναι δυνατόν να αμφιβάλουμε ότι η Μαντόνα της Ρώμης, με το βρέφος στην αγκαλιά της, και η Μαντόνα της Βαβυλώνας δεν είναι η μια και αυτή θεά; Είναι πασίγνωστο ότι η Ρωμαιοκαθολική Μαντόνα λατρεύεται σαν θεά, και μάλιστα, είναι το υπέρτατο αντικείμενο λατρείας. Δε θα επαναστατήσουν, λοιπόν, οι χριστιανοί της Αγγλίας στην ιδέα της περαιτέρω υποστήριξης αυτής της τερατώδους Βαβυλωνιακής ειδωλολατρείας; Ποια χριστιανική περιφέρεια θα μπορούσε ν' ανέχεται ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπός της να ψηφίζει ώστε τα χρήματα αυτού του Προτεσταντικού έθνους να σπαταλούνται για τη στήριξη μιας τόσο βλάσφημης ειδωλολατρείας;(146) Ο Λόγος του Θεού, με τους πιο έντονους και τρομερούς χαρακτηρισμούς δεν έχει καταδικάσει τη Βαβυλώνα και στην Καινή Διαθήκη; Και δεν έχει ταυτόχρονα διακηρυχθεί, ότι όλοι αυτοί που συμμετέχουν στα αμαρτήματα της Βαβυλώνας, θα είναι, επίσης, συμμέτοχοι και στις πληγές της; (Αποκάλυψη ιη' 4).
Η εποχή της ειδωλολατρείας θεωρήθηκε από πολλούς, συγκριτικά, ελαφρή και ασήμαντη. Αλλά ο Θεός του ουρανού δεν τη θεωρεί έτσι. Ποια είναι από τις δέκα εντολές εκείνη που περιφρουρείται με τις πιο αυστηρές και τρομερές κυρώσεις; Είναι η δεύτερη: «Μη κάμης εις σεαυτόν είδωλον, μηδέ ομοίωμα τινός, όσα είναι εν τω ουρανώ άνω, ή όσα είναι εν τη γη κάτω, ή όσα είναι εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Μη προσκυνήσης αυτά, μηδέ λατρεύσης αυτά. Διότι εγώ Ιεχωβά ο θεός σου είμαι θεός ζηλότυπος, ανταποδίδων τας αμαρτίας των πατέρων επί τα τέκνα, έως τρίτης και τετάρτης γενεάς των μισούντων με». (Δευτερονόμιο ε' 8-9). Αυτά τα λόγια βγήκαν ακριβώς από τα χείλη του Θεού και γράφτηκαν με το δάκτυλο του Θεού στις λίθινες πλάκες: όχι μόνο σαν οδηγία προς το σπέρμα του Αβραάμ, αλλά για όλες τις φυλές και γενεές της ανθρωπότητας. Καμμιά άλλη εντολή δεν εμπεριέχει τόσο μεγάλη απειλή όσο αυτή. Αν, λοιπόν, από τη μια ο Θεός απειλούσε να τιμωρήσει το ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΟΛΑ Τ' ΑΛΛΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ, και αν από την άλλη βρίσκουμε ότι αυτή η αυστηρότατη απειλή πιέζει κάθε έθνος, ενώ αυτό το αμάρτημα της ειδωλολατρείας «κράζει» εναντίον μας μέχρι τα ουράνια, δε θα έπρεπε, άραγε, να καταστεί θέμα σοβαρής έρευνας, που ανάμεσα σε όλα τ' άλλα αμαρτήματα, που και πολλά είναι και μεγάλα, αυτό σχηματίζει «την εμπροσθοφυλακή των αμαρτιών και άστοχων ενεργειών μας;» Τι συμβαίνει όμως κι εμείς προσκυνάμε άψυχα πράγματα; Κι όμως αν εμείς, άσχετα αν ισχυριζόμαστε το αντίθετο, ενθαρρύνουμε, και υιοθετούμε, και συντηρούμε την ίδια εκείνη ειδωλολατρεία, που ο Θεός τόσο τρομερά απείλησε με καταστροφή στο ξέσπασμα της οργής Του, η ενοχή μας, αντί να μετριαστεί, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο διαπράττοντας έτσι, ένα σοβαρό αμάρτημα κατά του πατρός των φώτων. Τα γεγονότα είναι φανερά στους ανθρώπους. Είναι πασίγνωστο ότι από το 1845 η αντιχριστιανική ειδωλολατρεία ενσωματώθηκε στο Αγγλικό Σύνταγμα μ' έναν τρόπο που ποτέ προηγούμενα δεν είχε συμβεί. Είναι, εξίσου, πασίγνωστο ότι από τότε το έθνος αυτό έχει πληγεί με διαδοχικές κρίσεις. Θα έπρεπε, όμως, να θεωρούμε αυτή τη σύμπτωση των διαδοχικών κρίσεων εντελώς τυχαία; Δε θα έπρεπε μάλλον στις κρίσεις αυτές να δούμε την εκπλήρωση της απειλής που διακηρύχθηκε από το Θεό στην Αποκάλυψη; Τη στιγμή αυτή είναι έντονα σοβαρό και επείγον το θέμα. Αν το αμάρτημά μας της ειδωλολατρείας δεν αναγνωριστεί σ' εθνική έκταση, αν με μετάνοια δεν ομολογηθεί, αν δεν απαλλαγούμε από αυτό, αν, αντίθετα, συνεχίσουμε να το αυξάνουμε, αν για πρώτη φορά τώρα από την εποχή της Επανάστασης, ενώ τόσο φανερά εξαρτιόμαστε από το Θεό των μαχών για την επιτυχία των όπλων μας, εμείς τον αψηφούμε ολοσχερώς στέλνοντας ειδωλολάτρες ιερείς στα στρατόπεδά μας, παρόλο που έχουμε εθνικές θρησκευτικές γιορτές, και άπειρες μέρες νηστείας και προσευχής, όλα είναι μάταια γιατί δεν τα εισακούει ο Θεός. Ίσως μας εξασφαλίσουν κάποια πρόσκαιρη ανάπαυλα αλλά πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι «ο θυμός του Κυρίου δε θα αποτραπεί, το χέρι Του θα παραμένει για μας ακόμη απειλητικό»(147).



__________________
139.ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ, βιβλ. Γ',κεφ.5,σ.266. Είδαμε ότι η μεγάλη θεά που λατρευόταν στη Βαβυλώνα ως «Μητέρα», στην πραγματικότητα, ήταν η σύζυγος του Νίνου του μεγάλου θεού, του αρχετύπου του Βάκχου. Σε αρμονία με αυτό βρίσκουμε μια παρόμοια ιστορία που ειπώθηκε για την Αριάδνη, τη σύζυγο του Βάκχου, όπως φημολογείται για τη Σεμέλη, τη μητέρα του. «Η αμφίεση της Θέτιδας λέει ο Μπράυαντ (τομ.Β,σ.99), περιείχε μια απεικόνιση μερικών σημαντικών επιτευγμάτων των πρώτων χρόνων και μια λεπτομερειακή αφήγηση της αποθέωσης της Αριάδνης, η οποία περιγράφεται, όποια και αν θα μπορούσε να είναι η ερμηνεία ότι μεταφέρθηκε στον ουρανό από τον Βάκχο.
Μια παρόμοια ιστορία αφηγούνται για την Αλκμήνη, τη μητέρα του Έλληνα Ηρακλή, που ήταν εντελώς διαφορετικός, όπως είδαμε, από τον παλαιό Ηρακλή, και ήταν απλώς μια από τις μορφές του Βάκχου, διότι ήταν «μέγας οινοπότης», και τα «Ηράκλεια κύπελα» είναι παροιμιώδη. - (MULLER, Dorians, (Δωριείς) τομ. Α', σ. 462).
Λοιπόν η μητέρα αυτού του Ηρακλή, λένε πως είχε αναστηθεί. «Ο Ζευς», (ο πατέρας του Ηρακλή) λέει ο Μύλλερ, «σήκωσε την Αλκμήνη από τους νεκρούς και την οδήγησε στα νησιά των μακαρίων, σαν σύζυγο του Ραδάμανθυ» (Radamanthus). (Στο ίδιο, σ. 443).
140.China (Κίνα) τομ. Α', σ. 354,355.
141.Βλ.σ. 105.
142 ΠΡΟΚΛΟΣ, στο έργο του TAYLOR, Note upon Jamblichus (Σημειώσεις πάνω στον Ιάμβλιχο),σ.136.
143.Ορφικοί Ύμνοι, 28ος, σ. 109. Οι ύμνοι αυτοί θεωρούνται από μερικούς σαν σύνθεση των Νεοπλατωνικών, μετά τους χριστιανικούς χρόνους, και φημολογείται ότι οι Νεοπλατωνικοί διαστρέβλωσαν το γνήσιο δόγμα των προγενεστέρων τους. Εγώ το αμφισβητώ αυτό. Εν πάση περιπτώσει, τίποτα δεν υπάρχει από αυτούς, το οποίο να μη στηρίζεται σε επίσημα στοιχεία υψηλής αξιοπιστίας.
144.ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ, βιβλ. Δ', Μεσσηνιακά, κεφ. 33, σ. 362.
145.ΠΡΟΚΛΟΣ, στην συμπληρωματική σημείωση στους Ορφικούς Ύμνους του ΤΕΫΛΟΡ, σ.198.
146.Είναι αποκαρδιωτικό ότι οι χριστιανοί, γενικά, ελάχιστη συναίσθηση έχουν για την οξεία κρίση της σημερινής Εκκλησίας και του κόσμου, ή για το καθήκον που επωμίζονται, σαν μάρτυρες του Χριστού να καταγγέλλουν και μάλιστα έμπρακτα όλα τα δημόσια ανομήματά της. Αν επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν σε σθεναρότερη εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος σ' αυτό το θέμα, ας διαβάσουν ένα έξοχο και πολύ επίκαιρο έργο (τότε – σ.τ.μ.) που τυπώθηκε και τιτλοφορείται «An original interpretation of the Apocalypse» (Μία πρωτότυπος ερμηνεία της Αποκάλυψης) όπου αναπτύσσονται αμυδρά μεν αλλά πειστικά περικοπές της Αποκάλυψης σε σχέση με το χαρακτήρα, ζωή, θάνατο και ανάσταση των δύο Μαρτύρων.
147.Η παραπάνω παράγραφος πρωτοεμφανίστηκε την άνοιξη του 1855, όταν οι Βερτανοί βρέθηκαν επί μήνες ολόκληρους να παρίστανται αδρανείς και άφωνοι μάρτυρες, αποσβολωμένοι από την κατάπληξη, στις «φρικτές καταστροφές» στην Κριμαία, που προκλήθηκαν μόνο και μόνο γιατί οι αρμόδιοι της μακρινής εκείνης περιοχής δεν κατόρθωσαν να συννενοηθούν ώστε να αποφευχθεί ο όλεθρος και η ταπείνωση. Ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει αν τα γεγονότα που έκτοτε συνέβησαν έκαναν τον παραπάνω συλλογισμό ανεπίκαιρο. Τα χρόνια της ατιμωρησίας που πέρασαν από την καταστολή της Ινδικής ανταρσίας, παρ' όλες τις φρικαλεότητές της, δείχνουν τη μακροθυμία του Θεού. Αλλά αν αυτή τη μακροθυμία δεν την υπολογίσουμε (και τούτο ολοφάνερα συμβαίνει, ενώ κάθε μέα αυξάνει ολοένα η ενοχή), η έσχατη κρίση πρέπει να είναι όλο και τρομερότερη.




ALEXANDER HISLOP
ΟΙ ΔΥΟ ΒΑΒΥΛΩΝΕΣ (1853)
ΜΕΤΑΦΡΣΗ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΣΠΑΝΟΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ ΧΑΡΗΣ Β. ΜΙΚΟΓΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Β.ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Η διαίρεση των τάξεων κατά τους Κινέζους (Κογκ - Τσε ή Κομφούκιος) – FABRE D' OLIVET


Ο Κινεζικός λαός, από αμνημονεύτων χρόνων, έχει διαιρεθή εις τέσσαρας μεγάλας κλάσεις, εν σχέσει με την θέσιν την οποίαν οι άνθρωποι κατέχουν εν τη κοινωνία, αναλόγως με το λειτούργημα το οποίον εκτελούν, ακριβώς σχεδόν όπως εις τας Ινδίας. Η διαίρεσις όμως αύτη, η οποία με την πάροδον του χρόνου κατέστη περισσότερον πολιτική, εθεωρήθη διαφοροτρόπως υπό των φιλοσόφων. Ο άνθρωπος κατ' αυτούς, αποτελεί μίαν των τριών παραγωγικών Δυνάμεων αι οποίαι συνιστούν την ενδιάμεσον Τριάδα του Σύμπαντος διότι θεωρούν το Σύμπαν ήτοι το Παν, ως έκφρασιν μιας τριπλής Τριάδος, περιβαλλομένης, και κυριαρχουμένης υπό της πρωταρχικής Μονάδος: τούτο αποτελεί δι' αυτούς μίαν δεκάδα, αντί της τετράδος. Η τρίτη αύτη δύναμις, καλουμένη Τζιν ή Γιεν (JIN) δηλαδή ανθρώπινον γένος, υποδιαιρείται εις τρεις κυρίας κλάσεις αι οποίαι, μέσω των ενδιαμέσων κλάσεων τας οποίας ο Κογκ-Τσε δέχεται, παράγουν τας πέντε τάξεις, περί ων ο σοφός αυτός ποιείται μνείαν.
«Η πρώτη τάξις, λέγιε, η πλέον πολυάριθμος, η πληθύς αυτή των ανθρώπων οι οποίοι ενεργούν υπό την επίδρασιν ενός μιμητικού ΕΝΣΤΙΚΤΟΥ και εκτελούν σήμερον ό,τι έπραξαν χθες, δια να επαναλάβουν άριον ό,τι έπραξαν σήμερον και οι οποίοι μακράν από του να δύνανται να διακρίνουν εις το απώτερον μέλλον τα σταθερά και αληθή προσόντα, τα ανωτέρας τάξεως συμφέροντα, επιδίδονται εις την απόκτησιν ενός μικρού και χαμηλού συμφέροντος και επιδεικνύουν αρκετήν επιδεξιότητα εις το να το αποκτήσουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν αντίληψιν (ENTENDEMENT) όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλ' η αντίληψις αύτη δεν προχωρεί πέραν των αισθήσεων. Ούτε ακούουν, ούτε βλέπουν ποτέ τίποτε πέραν εκείνου που τους πληροφορούν τα ώτα και οι οφθαλμοί του σώματός των. Αυτό είναι το πλήθος.
»Η δευτέρα τάξις αποτελείται, κατά τον ίδιον σοφόν, από ανθρώπους μορφωμένους εις τας επιστήμας και τα γράμματα και τας ελευθερίους τέχνας. Οι άνθρωποι ούτοι καθορίζουν ένα σκοπόν και γνωρίζουν τα διάφορα μέσα τα οποία πρέπει να χρησιμοποιήσουν δια να φθάσουν εις το τέρμα. Δεν έχουν εισαχθή εις την ουσίαν των όντων, αλλά την γνωρίζουν επαρκώς δια να δύνανται ελευθέρως να ομιλούν περί αυτών και να δίδουν μαθήματα εις τους άλλους. Είτε ομιλούν, είτε δρουν δύνανται να παρέξουν λογικά επιχειρήματα περί των λεγομένων καιτων πραττομένων, να συγκρίνουν τα αντικείμενα προς άλληλα και να συναγάγουν συμπεράσματα περί του χρησίμου ή του επιβλαβούς αυτών: είναι οι καλλιτέχναι, οι εγγράμματοι, όλοι όσοι ασχολούνται με ζητήματα εις τα οποία παρεμβαίνει ο συλλογισμός και η λογική. Η τάξις αύτη δύναται να επιδράση επί των ηθών και ακόμη επί της διακυβερνήσεως του Κράτους.
»Η τρίτη ταξις, συνεχίζει ο Κογκ – Τσε, περιλαμβάνει εκείνους οι οποίοι εις τας πράξεις των, εις τους λόγους των και εν γένει εις όλην των την συμπεριφοράν, ουδέποτε αποκλείνουν από ό,τι προδιαγράφεται υπό του ΟΡΘΟΥ ΛΟΓΟΥ (DROITE RAISON). Κάμνουν το καλόν χωρίς ν' αποβλέπουν εις τίποτε, απλώς και μόνον διότι το κρίνουν ως καλόν. Ο χαρακτήρ και η στάσις των ουδέποτε μεταβάλλονται και εμφανίζονται πάντοτε οι αυτοί τόσον απέναντι της αντιξοότητος, όσον και της τύχης. Οι άνθρωποι αυτοί ομιλούν μόνον όταν πρέπει να ομιλήσουν και σιωπούν όταν πρέπει να σιγήσουν. Δεν αρκούν εις το να αντλούν τας γνώσεις των από τας συνήθεις πηγάς, αλλ' ανατρέχουν εις τας πρωταρχικάς πηγάς. Αυτοί είναι οι Φιλόσοφοι.
»Εκείνοι περαιτέρω, οι οποίοι δεν απομακρύνονται από του σταθερού και αμεταβλήτου κανόνος τον οποίον εχάραξαν εις τον βίον των, οι οποίοι εκπληρούν με απόλυτον ακρίβειαν και σταθερότητα, και αυτάς τας υστάτας υποχρεώσεις των, που καταπολεμούν τα πάθη των, ελέγχουν συνεχώς τους εαυτούς των και εμποδίζουν τα ελαττώματά των να αναπτυχθούν. Εκείνοι τέλος, οι οποίοι ουδένα λόγον προφέρουν που να μην είναι μεμετρημένος και να μη αποτελή διδαχήν και οι οποίοι δεν διστάζουν ούτε να εργασθούν, ούτε να κοπιάσουν δια την ανάπτυξιν της αρετής εις τους εαυτούς των και επί των άλλων, αυτοί αποτελούν την τετάρτην τάξιν, που είναι εκείνη των εναρέτων ανθρώπων.
»Η πέμπτη τέλος τάξις, προσθέτει ο Κογκ – Τσε, η ανωτέρα και υπεροχωτέρα πασών, περιλαμβάνει τους ασυνήθεις ανθρώπους οι οποίοι συνδυάζουν εις το άτομόν των τα προτερήματα της καρδίας και του πνεύματος, τελειοποιούντες δι' επιτυχούς εθισμού την ροπήν εις το να εκπληρούν εκουσίως και με χαράν εκείνο που η Φύσις και η ηθική επιβάλλουν εκ συμφώνου επί των λογικών και κοινωνικώς ζώντων όντων. Αδέκαστοι επί του τρόπου τούτου ζωής, κατ' απομίμησιν του ηλίου και της σελήνης, του ουρανού και της γης, ουδέποτε διακόπτουν την ευεργετικήν των επίδρασιν. Δρουν βάσει της νοήσεως και όπως τα πνεύματα βλέπουν χωρίς να τους βλέπουν. Η τάξις αύτη, λίαν ολιγάριθμος, δύναται ν' αποκληθή η τάξις των Τελείων και των Αγίων» (Βίος του Κομφούκιου, σ. 237. κ. εφ.).
Αντέγραψα επί λέξει ό,τι ανωτέρω παρέθεσα. Εάν ο αναγνώστης απέδωσε την αρμόζουσαν προσοχήν εις το χωρίον τούτο, θα ανεγνώρισε την Πυθαγόρειον διδασκαλίαν όπως την εξέθεσα και θα ανεγνώρισε την σημαντικήν διάκρισιν μεταξύ ενστίκτου, λογικής και νοήσεως. Θα διεπίστωσεν ακόμη ότι το δόγμα των μυστηρίων επί της ψυχικής ανομοιότητος των ανθρώπων και ευκόλως θα ανεγνώρισεν ότι εις τον ορθόν λόγον που αποτελεί την τρίτην τάξιν κατά τον Κινέζον Θεόσοφον, τον καθαρόν λόγον όστις οδήγησε τον Γερμανόν φιλόσοφον εις την ίδρυσιν του κριτικισμού. Ο ορθός αυτός λόγος, έστω και αν πλησιάζη πολύ τας ανθρωπίνους αρετάς, απέχει ακόμη πολύ από την Σοφίαν ήτις μόνη οδηγεί προς την Αλήθειαν. Θα ήτο εν τούτοις και τούτο δυνατόν, διότι τίποτε δεν ανθίσταται εις την ανθρωπίνην θέλησιν, όπως εκτενώς και επιμόνως εξέθεσα τούτο εις την 12ην εξέτασιν. Θα έπρεπε όμως προς τούτο να αποκτηθούν αι θείαι αρεταί, καθ' ον δε τρόπον ανυψώθημεν εκ του ενστίκτου εις την αντίληψιν (ENTENDEMENT) δια της καθάρσεως, αντιστοίχως να διέλθωμεν εκ της αντιλήψεως εις την νόησιν διατης τελειώσεως. Ο Λύσις παρέχει τα προς τούτο μέσα: τούτο τελείται δια της αυτογνωσίας ήτις υπόσχεται να οδηγήση τον άνθρωπον εις τον ποθητόν σκοπόν. Βεβαιώνει τούτο χρσιμοποιών αυτό τούτο το όνομα του Πυθαγόρου.






FABRE D' OLIVET
ΕΞΕΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΧΡΥΣΩΝ ΕΠΩΝ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ 068
ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ 2005

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ – ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ


Στην Όλγα Ντέλλα και την παρέα της

«Του παπά μας το παιδί
έπεσ' από το σκαμνί
κι έσπασε το πόδι του
και το καλαπόδι του
κι ώσπου να 'ρθει η μάνα του
και η αδερφή του
πρόφτασε ο Άγγελος
και πήρε την ψυχή του».
                    Δημοτικό Λάχνισμα(1)

Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε το κουβαδάκι σας και το φτυαράκι σας κι ελάτε να χτίσουμε πύργους στην άμμο. Ελάτε να χτίσουμε πύργους που (ω, τι χαρά!) το κύμα θα γκρεμίσει κι ο άνεμος.
Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε το κουβαδάκι σας και το φτυαράκι σας κι ελάτε να σκάψουμε τάφους στην άμμο. Ελάτε να σκάψουμε τάφους (ω, τι χαρά!) για πάντα θα γιάνουν μπαμπά και μαμά.
Ελάτε να παίξουμε τους ορφανούς κι ανέστιους πρίγκιπες.

Ελάτε να παίξουμε. Τις πιο απόκρυφες γωνιές σκεφτείτε κι ελάτε να παίξουμε κρυφτό. Ελάτε να παίξουμε κρυφτό και στην πιο σίγουρη κρυψώνα να χωθούμε, βαθιά μέσα στο χώμα. Κι εκείνος που θα τα φυλά, να ψάχνει και να ψάχνει και να μη μας βρίσκει, και να λυσσάει και να κλαίει απ' το κακό του. Και να γελάμε εμείς που του ξεφύγαμε (ω, τι χαρά!), χωμένοι εκεί βαθιά, στα σκοτεινά.

Ελάτε να παίξουμε. Φέρτε ένα σκαμνί κι έναν Μανόλη, κι ελάτε να παίξουμε το γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανόλης. Όλοι θα κάθονται στη γη και μόνο ο Μανόλης στο σκαμνί. Μονάχος ο Μανόλης στο σκαμνί και όλοι οι άλλοι γύρω-γύρω, ένας κύκλος που (ω, τι χαρά!) αδιάκοπα θα κλείνει γύρω απ' τον Μανόλη.

Ελάτε να παίξουμε. Φέρτε ένα σκαλιστήρι κι ένα ποτιστήρι κι ελάτε να παίξουμε τους κηπουρούς.
Ελάτε να παίξουμε. Ένα ξερό κλαρί στο χώμα θα φυτέψουμε κι αδιάκοπα θα το ποτίζουμε (ω, τι χαρά!) για να βλαστήσει.
Ποτέ δεν θα βλαστήσει το ξερό κλαρί. Ελάτε να παίξουμε τους κακούς κηπουρούς.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε ν' ανεβούμε στην ταράτσα, κι όπως θα πλαταγίζει ο άνεμος τα πάλλευκα σεντόνια στην απλώστρα, να παίξουμε τους τολμηρούς θαλασσοπόρους, ψάχνοντας με το χέρι αντήλιο, στον ορίζοντα, τη μακρινή Θαλουρανήλ.
Ελάτε να παίξουμε τους τολμηρούς θαλασσοπόρους, κι όταν μαζέψει τα σεντόνια η νοικοκυρά (ω, τι χαρά!), θα παίξουμε τους θαλασσοδαρμένους ναυαγούς.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε την τυφλόμυγα να παίξουμε. Αρκετά είδαν τα μάτια μας, αρκετά βαρύνθηκε η ψυχή μας. Ελάτε την τυφλόμυγα να παίξουμε, να εμπιστευτούμε μόνο την αφή μας. Οι φίλοι θα δροσίζουνε τις ρώγες των δαχτύλων μας και θα τις καίνε οι εχθροί μας. Τίποτε άλλο. Τόσο απλά.
Κι αφού έτσι κι αλλιώς, προορισμός μας είναι ο γκρεμός, καλύτερα να πέσουμε σ' αυτόν με σφαλισμένα μάτια.

Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε τα ξύλινα σπαθιά σας κι ελάτε να παίξουμε τους υπερασπιστές του βασιλείου. Αμέτρητοι θα είναι οι εχθροί κι εμείς μονάχα τέσσερις ιππότες δίχως άλογα, τέσσερις θλιβεροί βαλέδες.
Ελάτε να παίξουμε, ηρωικώς μαχόμενοι να πέσουμε μπροστά στις πύλες ενός πύργου χάρτινου.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τα αγάλματα να παίξουμε. Κρατήστε την ανάσα σας, τα μέλη σας παγώστε, το βλέμμα σας στο τίποτε καρφώστε. Κερδίζει μόνον όποιος σταματά ακόμη και τον ρου του αίματος, αυτός που μένει ακίνητος για πάντα.
Όσοι από το παιχνίδι τούτο βγαίνουν, μπαίνουνε σ' ένα άλλο που ονομάζεται κατάθεση στεφάνων ή μνημόσυνο.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τον λαγό να παίξουμε και τα λαγωνικά.
Πρώτος κινάει ο λαγός και, με μια κιμωλία, ίχνη αφήνει πίσω του, βέλη ανεπαίσθητα, πάνω σε πέτρες, δέντρα, πεζοδρόμια, ίχνη που πρέπει τα λαγωνικά ν' ακολουθήσουν.
Αν είναι ο λαγός καλός, αν είναι αρκούντως πονηρός και κάνει σάλτους και πισωγυρίσματα, αδιάκοπα ξεφεύγει.
Η μέρα φεύγει, το σκοτάδι αφανίζει λαγό και ίχνη και λαγωνικά. Μανάδες βγαίνουνε στις πόρτες και καλούν, επί ματαίω, τα παιδιά. Κρυώνει πάνω στο τραπέζι το φαΐ τους, επ' άπειρο κρυώνει.
Αν είναι ο λαγός καλός, αν είναι αρκούντως πονηρός, σε τούτο το παιχνίδι, κερδίζει μόνο η νύχτα.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τον κόρακα να παίξουμε.
Ένας ο πιο κακός, θα είναι ο κόρακας. Οι άλλοι θα 'ναι τα παιδιά κι η μάνα τους.
«Κρα! Κρα!» φωνάζει ο κόρακας. «Είμ' όμορφος; Είμ' όμορφος;»
«Σαν το κατράμι, σαν την πίσσα» λέει η μάνα.
Ορμάει τότε ο κόρακας κι αρπάζει ένα παιδί.
Έτσι τραβάει το παιχνίδι ως το τέλος, ώσπου να μείνουν μόνο ο κόρακας κι η μάνα ζωντανοί.
Αν είναι η μάνα δυνατή, τρώει τον κόρακα. Αλλά προς τι; Κανένα δεν της έχει μείνει πια παιδί.
Αν είναι δυνατότερος ο κόρακας, τρώει και τη μάνα. Κι είναι καλύτερα έτσι.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τη μικρή να παίξουμε Ελένη, αυτή, την παραπονεμένη, που δεν την παίζουν πια οι φιλενάδες της, αυτήν που κλαίει, απαρηγόρητη, και με κλειστά τα μάτια κοιτά τον ήλιο, με κλειστά τα μάτια τον κοιτά και αποχαιρετά.

Ανεβαίνω στη συκιά και πατώ στην καρυδιά και φωνάζω «Κούι, κούι!» και κανένας δεν μ' ακούει.
Τόση ερημιά, τόση ερημιά που δεν υπάρχει καν συκιά κι ούτε, βεβαίως, καρυδιά.
Δεν ανεβαίνω πουθενά, δεν ανεβαίνω στη συκιά κι ούτε πατώ στην καρυδιά, φωνάζω όμως «Κούι, κούι!» κι ας είναι μόνο το κενό που ακούει.



_____________________
(1)Όταν πρωτοδιάβασα αυτό το δημοτικό λάχνισμα, έμεινα κυριολεκτικά άναυδος. Χρησιμοποιούσαμε κι εμείς, στη λαϊκή γειτονιά όπου μεγάλωσα, λαχνίσματα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των ομαδικών παιχνιδιών μας, αλλά δεν ήσαν παρά μικρά, έμμετρα και, στην πλειονότητά τους, ασυνάρτητα στιχουργήματα του τύπου: [Τάπι τάπι του μπεκρή / τάπι τάπι ρούσι / τάπι τάπι του μπεκρή / τάπι τάπι γκρι]. Εδώ, όμως, είχα μπρος στα μάτια μου ένα ποίημα, ένα πραγματικό ποήμα που θα μπορούσε να είχε γραφτεί από τον Μίλτο Σαχτούρη και που, παρά την ωμότητά του, είχε τραγουδηθεί και ίσως τραγουδιόταν ακόμη από γελαστά παιδιά, μικρά ξένοιαστα δαιμόνια.
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισαν να επιστρέφουν στη μνήμη μου τα παιχνίδια που έπαιζα κι εγώ, κάποτε, ως μικρό ξένοιαστο δαιμόνιο, και, ω του πικρού θαύματος, συνειδητοποίησα, με την καταραμένη κρίση του γέροντα δαίμονα, που είμαι πλέον, πόση πίκρα και πόσο θάνατο έκλειναν μέσα τους ή προοιωνίζονταν αυτά τα παιχνίδια που μ' έκαναν να ξεκαρδίζομαι στα γέλια.
Έτσι γεννήθηκε αυτό το ποίημα που πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο,τον Μάρτιο του 2005, με τον υπότιτλο «Μικρό ανθολόγιο παραδοσιακών παιχνιδιών». Τώρα αν του έβαζα υπότιτλο, θα αντικαθιστούσα τη λέξη παραδοσιακών με τη λέξη δαιμονικών, αλλλά η ένταξή του στο ανά χείρας βιβλίο, πιστεύω ότι καθιστά περιττόν οποιονδήποτε χαρακτηρισμό.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
ΠΕΡΙ ΑΓΓΕΛΩΝ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2007