.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΡΗΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ – ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Π. ΤΑΣΙΟΣ


Ένας γνήσιος επιστήμων, χωρίς τις παρωπίδες του λεγομένου αφελούς ρεαλισμού (όπως λέει κι ο σύγχρονός μας Ελβετός φιλόσοφος Rivier), ένας γνήσιος λέω επιστήμων, αντί ν' ανασηκώση τους ώμους του, οφείλει, πριν απ' όλα, να πάρη αφορμή από γεγονότα του είδους που ανέφερα. Να πάρη αφορμή για να διευρύνη ίσως τις γνωσιολογικές του αντιλήψεις, να τις διευρύνη σ' ένα γενικώτερο και, ίσως, επιστημονικότερο σχήμα.
Σήμερα, ευτυχώς, αποχτήσαμε πλέον την επώδυνη, αλλά λυτρωτική συνείδηση της απόλυτης σχετικότητος των εκάστοτε επιστημονικών μας αντιλήψεων. Αυτό που συχνά ακούγεται ότι πέφτουν η μια επιστημονική θεωρία πίσω από την άλλη – δεν φαίνεται να μας κάνη τώρα πολλήν εντύπωση. Κι όμως, κατά βάθος, το φαινόμενο συνιστά προφανώς μια κρίση: Όχι βεβαίως της αξίας του Λόγου καθ' εαυτόν – αλλά του δικαιώματός μας να κομπορρημονούμε απάνω στη γνωσιολογική αξία της Επιστημονικής Μεθόδου. Η ίδια η Μέθοδος τέτοιο δικαίωμα δεν μας τόδινε: «Καμμιά θεωρία δεν είναι αληθής ή ψευδής, παρά μόνον καθ' ο μέτρον μπορεί να ερμηνεύση ένα φαινόμενο με λιγώτερα μέσα και τον κομψότερο τρόπο», έλεγε ο Poincare. Ώστε εκ κατασκευής, από την ίδια της τη φύση, η Επιστήμη έχει συνείδηση της σχετικότητος και της μερικότητός της. (Το δυστύχημα είναι ότι μερικοί Επιστήμονες ίσως να μην την έχουν...)

Αλλά σ' αυτήν την παρατήρηση, ιδού μια απάντηση του Julian Huxley απ' το βιβλίο του «Θρησκεία χωρίς αποκάλυψη»: Ναι, λέει, αλλά η Επιστημονική θεωρία παρά ταύτα διατηρεί τουλάχιστον την δυνατότητα του συνεχούς ελέγχου. Και γι' αυτό, προσθέτουμε, είναι πάντα χρήσιμη. Έχουμε όμως δικαίωμα να ρωτήσουμε, από ποιον γίνεται ο έλεγχος, και με ποια στοιχεία;
Βεβαίως από μας τους ίδιους που κάναμε τη θεωρία και με νέα μεν στοιχεία, προερχόμενα όμως απ' την ίδια περιοχή καιτης ίδιας κλίμακος. Αυτός ο έλεγχος, θεωρούμενος απ' τη σκοπιά της Νεωτέρας Φυσικής, ελέγχεται κι αυτός ως σχετικός. Ο έλεγχος επαληθεύει, αλλά η αλλαγή κλίμακος του φαινομένου διαψεύδει τη θεωρία, όπως έγινε συχνά από μακρόκοσμο σε μικρόκοσμο. Τώρα πλέον, κάθε επιστημονικό συμπέρασμα δεν έχει εφαρμογή, παρά μόνο σε μια περιοχή του σύμπαντος και των ειδών, περίπου καθορισμένη.

Επομένως, η επιστημονική Μέθοδος: όχι μόνο δεν αποκλείει την ανατροπή των συμπερασμάτων της μετ' ολίγον, αλλά και δέχεται την σχετικότητα των αληθειών της κατά περιοχές.

Τέλος με την απροσδιοριστία του Heisenberg, αυτή η ίδια Επιστήμη, απέδειξε λογικώς, με μιαν ανισότητα, ότι δεν είναι δυνατή η τέλεια γνώση ή, κι όταν είναι, έχει μόνο πιθανολογική αξία.

Λοιπόν η προσωρινότητα, ή σχετικότητα και η απροσδιοριστία αποτελούν τις ιδιότητες της μοντέρνας επιστημονικής γνώσεως. Επαναλαμβάνω: η προσωρινότης, η σχετικότης και η απροσδιοριστία.
Κρατάμε αυτό το συμπέρασμα. Προφανώς δε πάλι, όχι για να μειώσουμε την αξία του επιστημονικού λόγου. Αλλά για να τον εντάξουμε καλύτερα και πιο ελεύθερα μέσα στο γενικώτερο πλαίσιο των γνωστικών μας ικανοτήτων και για να του αρνηθούμε την άκριτη φιλοδοξία της απόλυτης γενικότητος...
Έτσι, θ' αναγνωρισθή ότι υπάρχουν κάποιες απροσπέλαστες περιοχές, όπου η κατ' εικασίαν επέκταση των ήδη σχετικής αξίας επιστημονικών απόψεων είναι τουλάχιστον ισότιμη με κάθε άλλη μέθοδο προσπελάσεως (αν βεβαίως υπάρχη).
Εδώ πλέον ήρθε η στιγμή να συνεχίσουμε κάτω απ' το φως μιας πολύ ρηξηκέλευθης Διανοίας των τελευταίων χρόνων, του Henri Bergson, του πλέον Τεκτονικού πνεύματος εκ των μη Τεκτόνων. Και ναι μεν υπάρχουν ακόμα και σήμερα εκείνοι που είναι έτοιμοι να ρίξουν απάνω του τη ρετσινιά του «μυστικισμού» και να ξεμπλέξουν μαζί του. Αλλά ο φιλόσοφος που ετοίμασε τη φιλοσοφία του Ατομικού μας Αιώνα, εσκόπευσε ψηλά, σημάδεψε στη γενικότητα και ξέρει να περιμένη: Συνέτριψε τις απόλυτες αλυσίδες αιτίου και αποτελέσματος, για να υποστηρίξη την πρωταρχικότητα του αυτεξουσίου πάνω στον μηχανιστικό ντετερμινισμό, κι ήρθε σήμερα στην κλίμακα του ηλεκτρονίου και της κβαντομηχανικής η επιστημονική επαλήθευση του Heisenberg. Ξέρετε, ήταν κάτι σαν ένα μικρό θαύμα της διαισθήσεως: Πρόβλεψε ο Bergson την αλληλουχία των συστοίχων εννοιών, είπε ότι ο τόπος «σκιάζει» τον χρόνον (για να δείξει την αδυναμία μας να φθάσουμε στην τέλεια αλήθεια με διανοητικά κατασκευάσματα). Και, πράγματι, στην ανισότητα της απροσδιοριστίας που ανέφερα προηγουμένως (Δχ. Δρ>h), Δχ είναι ο τόπος και Δρ είναι κυρίως χρονική παράμετρος.
Όσοι τότε τον είπαν μυστικιστή, θα ντρέπονται σήμερα να εκτεθούν... Κι η μπερξονική σκέψη περιμένει κι άλλες ίσως επαληθεύσεις, κι άλλη κατανόηση.

Έβαλε λοιπόν όρια πραχτικά στην επιστημονική γνώση.
«Η Διάνοια», λέει «είναι ένα όργανο, που παρήχθη στο ανθρώπινο πλάσμα από τις ίδιες τις εντυπώσεις της ύλης μέσα στην μνήμη του, με σκοπό αποκλειστικό το χειρισμό του περιβάλλοντός του, δεν είναι όργανο για σκέψη επί της ουσίας των πραγμάτων». «Άλλη, βλέπετε, λειτουργία ο χειρισμός του περιβάλλοντος, κι άλλη η περί υφής και ουσίας του διαρκώς γίγνεσθαι». Σοφή αντιδιαστολή.
«Γι' αυτό», συνεχίζει, «γνώση καθαρά διανοητική είναι πάντα γνώση ντετερμινιστική, υποτεταγμένη στους ίδιους εκείνους νόμους της φυσικής αναγκαιότητος, που γέννησαν ακριβώς τη διάνοια».
Αλλ' αν η υλική αναγκαιότητα μας δημιουργή αυτή τη δέσμευση – αυτή τη μοιραία ανάγκη της προσαρμογής θα έλεγα – πρέπει να υπάρχουν μέσα μας προηγηθείσες καταβολές, υπάρχει η ζωτική ορμή που αυλακώνει και νευρώνει την ύλη και συγκροτεί μέσα στα σπλάχνα της τους ζωντανούς οργανισμούς. Από κει, λοιπόν, απ' την πρώτη πηγή θα χρειαστή ν' αντλήσουμε κάποια ψήγματα. Γι' αυτό ο Bergson, αντί να ικανοποιηθή απ' τα «στατικά θραύσματα της πραγματικότητας, που μας παρέχει η Διάνοια», μας καλεί «να βυθισθούμε μέσα στο ζων κύμα της συνειδήσεως, μέσα στη συνεχή πρόοδο του παρελθόντος, που εισελαύνει μέσα στο μέλλον».
Το πόσο η διαισθητική αυτή επίκληση ταιριάζει θαυμάσια με την εικόνα του Φωτοβόλου Αστέρος, με τις στατικές του εξωτερικές πέντε αισθήσεις και με την απειρία των εσωτερικών του εγγεγραμμένων πενταστέρων, μέχρι του μυστικού του Κέντρου – είναι ν' απορή κανείς που ο Brgson δεν είχε καμμιάν απολύτως σχέση με τον Τεκτονισμό.
Αλλά επί τέλους, θα ρώταγε κανείς, ποιο, πως και τι είναι αυτό το Novum Organum που λέτε;
Ας προσπαθήσουμε να μιλήσουμε λίγο για τη διαίσθηση καθ' εαυτήν. Εδώ αρχίζουν οι αχάριστες δυσκολίες του θέματος.
Εδώ ο Μ:. Δ:. αδ:. Βλησίδης έλεγε ότι «η διαισθητική εκδοχή δεν δύναται ν' αποδειχθή εις τους άλλους δια λογικών συμβολισμών, και δια τούτο αποτελεί πλέον εντελώς ατομικήν υπόθεσιν».
Είναι αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης για τους μυουμένους στην Ελευσίνα, που ώφειλαν «ου μαθείν τι, αλλά παθε´ιν και διατεθήναι», απλώς.
Αυτή η ικανότητα του πνεύματος προς άμεσον αντίληψιν (χωρίς τη μεσολάβηση σειράς στοχασμών), προς γνώσιν ενός συμπαθούς προς το υποκείμενον αντικειμένου, εκλήθη από τον Πλάτωνα θεία επίπνοια, απ' τον James το άρωμα της προσωπικότητος, κι από άλλους αιφνίδιο όραμα που γονιμοποιεί.
Ο Kant τη θεωρεί ως άμεσον και ευθείαν όψιν αντικειμένου (που μπορεί να είναι μια υπερβατική πραγματικότης, όσον και ένα αντικείμενο της αισθητικότητος).
Ο αδ:. Chevillon λέει ότι, «μετά την επεξεργασία του εξωτερ. Κόσμου δια των αισθήσεων, απαιτείται η διαισθητική επικοινωνία με τις πηγές, το ανασήκωμα των πέπλων που η ύλη, καθ' ο μη «βουλησιακή», έρριξε απάνω στα φαινόμενα».
Ο αδ:. Wirth, στο βιβλίο του Εταίρου, επαναλαμβάνει το Πλατωνικόν «ου ρητόν, ούτε γραπτόν», ζητώντας τη σιωπηρή μελέτη και ενατένιση της ακτινοβόλου λαμπηδόνος – του Φωτοβόλου Αστέρος της πλήρους κατανοήσεως.
Κι ας μη μας ξενίζει υπερμέτρως το άρρητον και άγραπτον της καθαράς ατομικότητος της εσωτερικής γνώσεως: Ο Bergson λέει ότι η δια λόγων έκφρασις τέτοιων βιωμάτων, στατικοποιεί τη φυσική κινητική τους έννοια και τα εξαμβλώνει.
Ο μέγας φυσικός De Broglie, όταν ρωτήθηκε από ομάδα δημοσιογράφων για την έννοια ενός χωροχρονικού κβάντου, δεν απήντησε καθόλου. Τα μεγάλα νοήματα δεν αποδίδονται, γιατί προδίδονται. Κι αυτός ο ίδιος ο Ιησούς, είπε μεν ότι ήρθε να μαρτυρήση υπέρ της αληθείας – αλλ' ερωτηθείς περί αυτής δεν απήντησεν.
Ο Πλωτίνος (βλέπετε, το έδαφος είναι δύσκολο, οι ορισμοί ασαφείς – και θα μου συγχωρήσετε αυτή την απαρίθμηση) στην 6η εννεάδα του λέει: «Ώστε και το εν ταις πράξεσιν αυτεξούσιον και εφ' ημίν ούτε εις το πράττειν, ουδ' εις την έξω ανάγεσθαι, αλλ' εις την εντός ενέργειαν και νόησιν και θεωρίαν αυτής της αρετής». Τέλος, προσπερνώ τους ορισμούς του Fichte και του Schelling, για να περάσουμε στην μπερξονικήν άποψη, ότι αν το ένστιχτο (που συμπάσχει) μπορούσε να φθάση ως αυτό τούτο το αντικείμενό του και να στοχασθή επάνω στην ίδια του τη φύση, θα μας έδινε την κλείδα των ζωτικών λειτουργιών.
Ενόραση, λοιπόν δεν είναι παρά το ένστιχτο που έχει συνειδητοποιήσει εαυτό και είναι άξιο να «στοχασθή» και να συλλάβη το συνεχές κύμα της πραγματικότητος. Είναι αυτό που έλεγαν οι Πυθαγόρειοι: Κάνε μας, ω Ζευ, να καταλάβουμε «οίω δαίμονι χρώμεθα»! Κι απ' τον Πλατωνικό Φαίδωνα κάτι σχετικό: «μάθησις, ανάμνησις τυγχάνει ούσα – και τούτο αδύνατον ει μη που ημίν η ψυχή πριν εν τω ανθρωπίνω είδει γενέσθαι...»
Αυτή η ενδοσκόπηση, είναι τώρα πρακτικά εφικτή: Αυτό το συμπάσχειν του ενστίκτου θάναι πάντως βασική προϋπόθεση: Εδώ μπαίνει το συναίσθημα, που τόσο τονίζομε εμείς οι Τέκτονες. Διότι, πως με πείθει το φυσικό γεγονός ενός λουλουδιού που, εκτεθειμένο στον ήλιο, αποχτά αμέσως απ' την ίδια τη θέα του ήλιου την ενέργεια να στραφή προς τον ήλιο, να μετακινηθή αφ' εαυτού (φαινόμενο συγκλονιστικό για το ακίνητο φυτικό βασίλειο) – πως, λέγω, αυτο το φυσικό γεγονός μου επιβάλλεται, δεν χωρεί αμφισβήτηση, και θ' αποκλείσω για τον εαυτό μου την ελπίδα ότι ζώντας μέσα σε μια πνευματική διαισθητικήν ενδοσκόπηση (πραγματώνοντας δηλ. το «συμπάσχειν»), δεν θ' αποχτήσω μέσα απ' αυτήν, την μυστικήν ενέργεια να στραφώ προς την αλήθεια, ν' ανεβώ, τη βοηθεία μιας λειτουργίας της οποίας τον μηχανισμό ανγοώ ακόμη; Γι' αυτό, κατά τον Bergson, η ζωή (που δεν είναι πράγμα, επιμένει σ' αυτή τη διαφοροποίηση) από μερικές πλευρές θα γίνη καλύτερα νοητή με τη φαντασία και το ένστικτο, με το όραμα του αγίου ή και μ' αυτήν ακόμα τη σοφία του χωρικού, παρά με την αφηρημένη διανοητική ανάλυση του Επιστήμονα.
Ο διάσημος βιολόγος Carrel παραδέχεται πλήρως την «έκτην αίσθηση» του αδ:. μας Charles Richet (που τον ονομάζει μάλιστα «μεγάλον»), και αναγνωρίζει ότι τα σχετικά γεγονότα που αποδεικνύουν την ύπαρξή της, πρέπει να τα παραδεχτούμε έτσι ακριβώς όπως παρουσιάζονται, γιατί είναι ένα κομμάτι από την πραγματικότητα και η έκφραση μιας όψης του ανθρώπου, που ως τώρα δεν την είχε δει το μάτι μας.


ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Π. ΤΑΣΙΟΣ
Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΝ 1974
(Β' ΕΚΔΟΣΗ 1993)

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ - Isabelle Eberhardt


Ένα πρωί, η μελαγχολική βροχή σταμάτησε κι ο ήλιος υψώθηκε σ' έναν καθαρό ουρανό, πλυμένος απ' τους ζοφερούς ατμούς του χειμώνα, καθάριος και γαλανός.
Στον κρυμμένο κήπο, το μεγάλο δέντρο του Ιούδα άπλωνε τα κλαδιά του, φορτωμένα άνθη από ροζ πορσελάνη.
Στα δεξιά εκτεινόταν η ηδονική καμπύλη των λόφων του Μουσταφά κι απομακρυνόταν ίσαμε το άπειρο, διάφανη.
Στις άσπρες προσόψεις των επαύλεων γυάλιζαν χρυσαφένειες πούλιες.
Στο βάθος, οι χλωμές φτερούγες απ' τις ναπολιτάνικες βάρκες ξεδιπλώνονταν μέσα στην κυματοειδή λάμψη του ήσυχου κόλπου. Πνοές χαδιών περνούσαν μέσ' από τον θερμό αέρα. Τα πράγματα ριγούσαν. Τότε, η ψευδαίσθηση της αναμονής, της παραμονής σ' ένα μέρος και της ευτυχίας ξύπνησε μέσα στον Περιπλανώμενο.
Απομονώθηκε μ' εκείνη που αγαπούσε, στο γαλακτώδες σπιτάκι, όπου οι ώρες κυλούσαν ανεπαίσθητα, υπέροχα νωχελικές, πίσω απ' τα ξυλόγλυπτα καφασωτά, πίσω απ' τις ξεθωριασμένες κουρτίνες.
Μπροστά, ήταν το μεγαλειώδες σκηνικό του Αλγερίου, που τους προσκαλούσε σε μια γλυκιά αγωνία θανάτου.
Γιατί να φύγει, γιατί να ψάξει αλλού την ευτυχία, αφού ο Περιπλανώμενος την είχε συναντήσει, ακαταμάχητη, στο βάθος των ματιών της αγαπημένης που άλλαζαν αδιάκοπα – βύθιζε εκεί το βλέμμα του για πολλή ώρα, μέχρι που η απερίγραπτη αγωνία της ηδυπάθειας συνέτριβε και τους δύο κάτω απ' το βάρος της.
Γιατί ν' αναζητήσει άλλο χώρο, όταν η στενή τους κρυψώνα έβλεπε πέρα ως τον απέραντο ορίζοντα, όταν αισθάνονταν κι οι δυο τους το σύμπαν να συμπυκνώνεται σ' αυτούς τους ίδιους;
Ό,τι δεν ήταν μέρος της αγάπης του, του ξέφευγε κι απομακρυνόταν στη νεφελώδη ατμόσφαιρα.
Απαρνήθηκε το όνειρο της περήφανης μοναξιάς του. Απαρνήθηκε τη χαρά των τυχαίων καταφύγιων και του φιλικού ανοιχτού δρόμου, αυτή την τυραννική ερωμένη, μεθυσμένη απ' τον ήλιο, που τον είχε πάρει και τον είχε λατρέψει.
Ο Περιπλανώμενος με τη φλογερή καρδιά αφέθηκε για ώρες και ημέρες να τον νανουρίσει ο ρυθμός της ευτυχίας, που του φαινόταν αιώνιος.
Η ζωή και τα πράγματα έμοιαζαν όμορφα. Σκεφτόταν μάλιστα πως είχε γίνει καλύτερος, γιατί, μέσα στην υπερυγιή δύναμη του κορμιού του καιτην υπερβολικά υψηλόφρονη ενέργεια της αργόσυρτης βούλησής του, ήταν γλυκύτερος και μαλακότερος.
...Κάποτε, τις ημέρες της εξορίας, μέσα στη συντριπτική πλήξη της ζωής του σ' ένα και μοναδικό μέρος, η καρδιά του Περιπλανώμενου σφιγγόταν αλγεινά στη θύμηση των παιχνιδιών του ήλιου στην ανοιχτή πεδιάδα.
Τώρα, ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι ζεστό από τον ήλιο που έμπαινε απ' το ανοιχτό παράθυρο, μπορούσε να στραφεί στην αγαπημένη του και να της μιλήσει ψιθυριστά στο αυτί για τις χώρες των ονείρων του, με τη γλυκιά μελαγχολία που μοιάζει με το άρωμα των νεκρών πραγμάτων.
Ο Περιπλανώμενος δεν νοσταλγούσε και δεν μετάνιωνε πια για τίποτε. Δεν επιθυμούσε παρά την απεριόριστη διάρκεια αυτού που υπήρχε.

* * *

Η ζεστή νύχτα έπεσε στους κήπους. Μια σιωπή βασίλεψε, όπου το μόνο που ακουγόταν ήταν ένας απέραντος αναστεναγμός, ο αναστεναγμός της θάλασσας που κοιμόταν, χαμηλά, κάτω από τ' αστέρια, αναστεναγμός της γης μέσα στη θέρμη της αγάπης.
Σαν τα διαμαντικά έλαμπαν οι φωτιές στους μικρούς λόφους με τις απαλές γραμμές. Φλόγες ακολουθούσαν χνάρια από χρυσάφι στις ακτές, κι άλλες φλόγες άναβαν σαν αβέβαια μάτια στο βελούδο της σκιάς των μεγάλων δέντρων.
Ο Περιπλανώμενος κι η αγαπημένη του βγήκαν στο δρόμο, όπου δεν περνούσε ψυχή. Κρατιόνταν από το χέρι και χαμογελούσαν στη νύχτα.
Δεν μιλούσαν, γιατί καταλαβαίνονταν καλύτερα μέσα στη σιωπή.
Αργά αργά, ξανανέβηκαν στις πλαγιές του Σαχέλ, ενώ το αργοπορημένο φεγγάρι αναδυόταν απ' τα δάση των ευκαλύπτων, πάνω απ' τους κυματισμούς της Μιτίτζα.
Κάθησαν σε μια πέτρα.
Μια γαλάζια λάμψη κύλησε στη νυχτερινή εξοχή και δέσμες από ασήμι έτρεμαν πάνω στα υγρά κλαδιά.
Για πολλή ώρα ο Περιπλανώμενος κοίταζε το δρόμο, τον μεγάλο λευκό δρόμο που οδηγούσε μακριά.
Ήταν ο δρόμος του Νότου.
Στην ξαφνικά αφυπνισμένη ψυχή του Περιπλανώμενου ζωντάνεψε ένας κόσμος από αναμνήσεις.
Έκλεισε τα μάτια για να διώξει τα οράματα. Το χέρι του έσφιξε σπασμωδικά το χέρι της αγαπημένης του.
Αλλά χωρίς να το θέλει ξανάνοιξε τα μάτια του.
Η παλιά του επιθυμία για τη γριά ερωμένη, βασανιστική και μεθυσμένη απ' τον ήλιο, τον συνέπαιρνε πάλι.
Της ανήκε και πάλι με όλο του το είναι.
Μια τελευταία φορά, καθώς σηκωνόταν, έριξε ένα βλέμμα στο δρόμο: ήταν ταγμένος να τον ακολουθήσει.
...Επέστρεψαν στη ζωντανή σκιά του κήπου τους και ξάπλωσαν σιωπηλοί κάτω απ' τη μεγάλη καμφορά.
Πάνω απ' τα κεφάλια τους, το δέντρο του Ιούδα άπλωνε τα φορτωμένα του κλαδιά με τα ροδαλά λουλούδια, που έμοιαζαν βιολέτες μέσα στη γαλάζια νύχτα.
Ο Περιπλανώμενος κοίταξε την αγαπημένη του που βρισκόταν στο πλάι του.
Δεν ήταν πια παρά ένα ομιχλώδες όραμα, θολό κι απόμακρο. Τότε ο Περιπλανώμενος, που την αγαπούσε ακόμη, κατάλαβε πως ήταν έτοιμος να φύγει την αυγή, κι η καρδιά του σφίχτηκε.
Πήρε ένα από τα μεγάλα λουλούδια της αρωματικής καμφοράς και το φίλησε για να πνίξει ένα λυγμό.

* * *

Ο μεγάλος κόκκινος ήλιος βούλιαξε σ' έναν ωκεανό αίματος, πίσω απ' τη μαύρη γραμμή του ορίζοντα.
Πολύ γρήγορα, η μέρα έσβησε κι η πέτρινη έρημος πνίγηκε μέσα στις ψυχρές διαφάνειες.
Σε μια γωνιά της πεδιάδας άναψαν φωτιές.
Νομάδες οπλισμένοι με τουφέκια κάθισαν γύρω από λαμπρές φλόγες, κι οι μακριές λευκές πτυχές των χιτώνων τους κυμάτιζαν στο φως της φωτιάς.
Ένα δεμένο άλογο χλιμίντρισε.
Ένας άντρας, καθισμένος ανακούρκουδα στο έδαφος, με το κεφάλι ριγμένο προς τα πίσω και τα μάτια κλειστά, σαν σε όνειρο, τραγούδησε έναν παλιό σκοπό όπου η λέξη αγάπη εναλλασσόταν με τη λέξη χάρος...
Έπειτα όλα σιώπησαν μέσα στη βουβή απεραντοσύνη.

* * *

Πλάι σε μια μισοσβησμένη φωτιά, ο Περιπλανώμενος είχε ξαπλώσει, τυλιγμένος στο μπουρνούζι του.
Μετο κεφάλι ακουμπισμένο στο διπλωμένο του μπράτσο, με τα μέλη κουρασμένα, εγκαταλείφτηκε στην υπέρτατη γλυκύτητα του μοναχικού ύπνου, άγνωστος ανάμεσα σε ανθρώπους απλούς και τραχείς. Κοιμόταν στο χώμα, στην καλή γη που τον νανούριζε, σε μια γωνιά της ερήμου που δεν είχε όνομα κι όπου εκείνος δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πια.


Isabelle Eberhardt
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΛΗΘΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2001





Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ ΕΝ ΤΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ


Ο άνθρωπος αρχίζει την πραγματικώς ανθρωπίνην ζωήν αφ' ης στιγμής αφυπνισθή εις την επίγνωσιν της ακαθαρσίας, αφροσύνης και αμετρήτου δυστυχίας εις ην περιήλθε και ευρίσκεται. Την στιγμήν της αφυπνίσεως παραστατικώτατα, ο Ευαγγελιστής Λουκάς, μας την έχει παρουσιάσει εις την παραβολήν του Ασώτου Υιού. Η παραβολή αυτή συμβολίζει ολόκληρον την ανθρωπίνην εξέλιξιν. Από της στιγμής καθ' ην το Πνεύμα αποσπάται αγνόν και άσπιλον από την Αγκάλην του Πατρός και αρχίζει την Περιοδείαν ή την Κάθοδον εις τον Κόσμον της Ύλης και ακολούθως αφυπνίζεται εις την επίγνωσιν της πλήρους πτώσεως αυτού εις την κατωτάτην βαθμίδα του υλισμού, της ηδυπαθείας και ακαθαρσίας (αύτη δε είναι η στιγμή καθ' ην ο Άσωτος Υιός διαγιγνώσκει ότι τρώγει την αυτήν τροφήν με τους χοίρους, συμβολίζοντας την ακαθαρσίαν και ηδυπάθειαν) τότε αρχίζει την επιστροφήν (Καθαρτικαί Αρεταί, Θεωρητικαί, Παραδειγματικαί) εις την Αγκάλην του Πατρός (Ιερατικαί ή Θεουργικαί Αρεταί).
Ώστε ο εις Πόλος είναι η αφύπνισις. Οπότε και αρχίζουν δρώσαι η μια κατόπιν της άλλης, αι πολιτικαί καθαρτικαί, θεωρητικαί αρεταί ο δε έτερος πόλος είναι η Θεοποίησις (Ιερατικαί Θεουργικαί Αρεταί).
Δια τον προσεκτικόν παρατηρητήν και μελετητήν του Ομήρου, καταφανέστατα αποκαλύπτεται ότι ολόκληρος η Οδύσσεια περιστρέφεται περί τους δύο αυτούς Πόλους. Δηλαδή περί το σημείον της Αφυπνίσεως αφ' ενός και την μακράν οδόν, την οδηγούσαν από της στιγμής της αφυπνίσεως, μέχρις της τελικής απολυτρώσεως και ευδαιμονίας αφ' ετέρου.
Η στιγμή της αφυπνίσεως εις την επίγνωσιν της κακοδαιμονίας, της αθλιότητος, της αφροσύνης, της ακαθαρσίας, της νόσου και μολύνσεως δια τον Οδυσσέα (ο Άσωτος Υιός της Αρχαίας Ελλάδος), περιγράφεται με εκπληκτικήν και τον θαυμασμόν προκαλούσαν δεξιοτεχνίαν εις το Α της Οδυσσείας. Διότι... το Άλφα της Οδυσσείας είναι το σημείον εκκινήσεως και αφυπνίσεως του Οδυσσέως δια την επιστροφήν εις την αγκάλην όχι της Πηνελόπης, αλλά του Πατρός Λαέρτου! Ακριβώς, επαναλαμβάνομεν, όπως συμβαίνει με τον Άσωτον Υιόν. Την μεγίστην ταύτην Αλήθειαν, η οποία εξηγεί διατί η Οδύσσεια εθεωρείτο υπό της Αρχαίας Ελλάδος ως η Ιερά Βίβλος των Προγόνων μας, πρώτοι ημείς σήμερον αποκαλύπτομεν. Ο Ζευς, όστις πρώτος λαμβάνει μετά τον Ποιητήν τον λόγον, δεν είναι άλλος ή αυτός ούτος ο νους του Οδυσσέως. Η Αθηνά, η διαδεχομένη εις τον λόγον τον Δία, είναι αυτή αύτη η φρόνησις του Οδυσσέως. Ο Ποσειδών, ο εμποδίζων, ο συνεχώς επιβραδύνων την επιστροφήν, δεν είναι άλλο ή αι ορέξεις του Οδυσσέως. Η Κόπρος του Αυγείου δηλαδή η ενοικούσα εις την Ψυχήν του Οδυσσέως και εμποδίζουσα αυτόν να διαγνώση την Αλήθειαν, συμβολίζεται υπό της Καλυψούς (η Ηδυπάθεια και η Μαγεία των Αισθήσεων και η Δοκησισοφία). Διότι αι νήσοι εις την Οδύσσειαν δεν συμβολίζουν άλλο παρά ψυχικάς καταστάσεις. Η δε Καλυψώ δεν είναι άλλο ή η καλυφθείσα υπό των υδάτων Ατλαντίς, ήτις, ως μας αποκαλύπτει ο Πλάτων, προ της καταποντίσεώς της, είχε φθάσει εις το έσχατον σημείον της εκλύσεως και της ηδυπαθείας και της γοητείας. Ώστε ο Όμηρος μεταχειρίζεται την λέξιν «Καλυψώ» δια να σημάνη ότι ο Οδυσσεύς ευρίσκεται (όπως ο τρώγων την τροφήν των χοίρων Άσωτος Υιός) εις το έσχατον σημείον της καταπτώσεως, της ηδυπαθείας. Και τότε – εις την άφθαστον δυστυχίαν εις ην ευρίσκεται – αναμιμνήσκεται την Ιθάκην (τον Νοητόν και Πνευματικόν Κόσμον) και την Πηνελόπην (την Φιλοσοφίαν, με τας Πολιτικάς, Καθαρτικάς, Θεωρητικάς και Παραδειγματικάς Αρετάς), καθώς και τον Πατέρα Λαέρτην... τον Γεωργόν, όστις δεν είναι άλλος παρά το Αγαθόν, δηλαδή ο Πατήρ, της Χριστιανικής ορολογίας, η Ανωτάτη των Πάντων Πηγή. Ο νόστος, το νόστιμον ήμαρ είναι εις την Χριστιανικήν ορολογίαν η επιστροφή του... Ασώτου Υιού εις τας αγκάλας του Πατρός.

Από της Αφυπνίσεως του Οδυσσέως δια του Ερμού (η Διαλεκτική και τα Πειστικά Επιχειρήματα και οι Διαλογισμοί του Οδυσσέως, όστις παραβάλλει τον βίον του με τον ηδυπαθή και κακίας πλήρη βίον του Αιγίσθου, (όπως μας τον περουσιάζει ο Όμηρος από της πρώτης ή δευτέρας σελίδος της Οδυσσείας) εις την επίγνωσιν της αθλιότητος του και δυστυχίας, εις την οποίαν τον περιήγαγεν η Καλυψώ (η Ηδυπάθεια και η Αφροσύνη, η Μαγεία των Αισθήσεων και η Φαντασιοπληξία) μέχρι της επιστροφής και συναντήσεως με την Πηνελόπην και κατόπιν εις το τέλος με τον Πατέρα του, - περιγράφονται αι διάφοροι διαβαθμίσεις της Καθάρσεως και των Αρετών, δια των διαφόρων χωρών που συναντά. Ο τελικός Πόλος, το τέλος άλλωστε της ανθρωπίνης εξελίξεως, αποκαλύπτεται υπό του Ομήρου εις την ανθρωπότητα δια της μαντείας του μεμυημένου εις πάντα τα μυστήρια και δη της καθάρσεως Θηβαίου Τειρεσίου δια της ακολούθου προφητείας:
«Αφού λοιπόν εις τα μέγαρά σου αποκτείνης τους μνηστήρας δια των αιχμηρών όπλων, να εξακολουθήσης περαιτέρω την πορείαν σου, κρατών εις χείρας σου ευάρμοστον κώπην, μέχρις ότου φθάσης εις τους άνδρας εκείνους, οίτινες δεν γνωρίζουν την θάλασσαν, ουδέ τρώγουν τροφήν αναμεμιγμένην με άλας, ουδέ οι άνδρες ούτοι γνωρίζουν τα ερυθρόπλευρα πλοία, ουδέ τας κώπας τας ευαρμόστους αίτινες και επέχουσι θέσιν πτερών εις τα πλοία...»
Ολόκληρος η Οδύσσεια κατά τας εξηγήσεις ταύτας δεν είναι άλλο παρά η διαρκής προσπάθεια του Οδυσσέως, του συμβολίζοντος κάθε άνθρωπον αφυπνισθέντα εις την επίγνωσιν της ακαθαρσίας του και απείρου δυστυχίας, κακοδαιμονίας και αφροσύνης, όπως καθαρθή από την Κόπρον του Αυγείου, από τον εν αυτή Πύθωνα, από την εν αυτώ Λερναίαν Ύδραν των παθών, της πολυειδούς και ατέρμονος αφροσύνης και ανοίας. Ο Τειρεσίας αποκαλύπτει, ότι ο Οδυσσεύς – καθώς και κάθε άνθρωπος, αφού απωλέση την ναυν του και τους εταίρους του και αφού φονεύση και τους μνηστήρας – δέον να εξακολουθήση την πορείαν του – εφοδιασμένος με ευάρμοστον κώπην, μέχρις ότου φθάση εις την χώραν των ανδρών οι οποίοι δεν τρώγουν άλας, δεν γνωρίζουν τας ναυς και δεν χειρίζονται Κώπας!
Προς κατανόησιν της παραδόξου αυτής Προφητείας η οποία εφαρμόζεται δια κάθε Άνθρωπον, επαναλαμβάνομεν, ανάγκη να αποκαλύψωμεν ότι η Ναυς εις την Οδύσσειαν συμβολίζει το σώμα, (τόσον το φυσικόν σώμα, όσον και τα άλλα ορατά οχήματα ή χιτώνας της Ψυχής, τους οποίους μας αποκαλύπτουν οι Νεοπλατωνικοί, πνευματικός, π.χ. χιτών, αυγοειδές, κλπ.). Με άλλους λόγους ανάγκη να δαμάση ο γλιχόμενος όπως απαλλαγή των δεινών της επιγείου ζωής (βασίλειον του Ποσειδώνος), το εν αυτώ κτήνος. Και οι Εταίροι του Οδυσσέως δεν είναι άλλο ή η πολυειδής και πολυποίκιλος αλογία και κακία της ψυχής του. Δια τούτο ο Οδυσσεύς εισέρχεται εις την Ιθάκην (Πνευματικός ή Νοητός Κόσμος) απηλλαγμένος της Αφροσύνης (άνευ των εταίρων, των συντρόφων του) και του Κτηνώδους (άνευ της νηός του).
Οι μνηστήρες αφ' ετέρου είναι και αυτοί τα Σύμβολα των εσφαλμένων επιδιώξεων της ψυχής. Δεν είναι δηλαδή οι διάφοροι νόθοι πόθοι της ψυχής εκείνοι, οι οποίοι θα συνδεθούν με την Πηνελόπην (την εξαγνισθείσαν και παρθένον Ψυχήν). Πρέπει όλοι αυτοί οι νόθοι και απατηλοί πόθοι, οι μόνον την συμφοράν υπισχνούμενοι να προσφέρουν εις την Ψυχήν, να κατασταλούν, να φονευθούν «νηλέϊ χαλκώ».
Και όταν τέλος απαλλαγή πάσης κακίας, μολύνσεως και ακαθαρσίας, τότε πλέον, κρατών εις χείρα του «ευήρες ερετμόν» (κώπην ευάρμοστον), το οποίον συμβολίζει «ισορροπημένην πλέον πορείαν και συμπεριφοράν, νουνεχή και τελείως απηλλαγμένην αφροσύνης», θα φθάση εις την Χώραν των Τελείων, την Χώραν των Μεμυημένων, διότι τούτο συμβολίζεται υπό των ανθρώπων, οι οποίοι αγνοούν το άλας, τα ερετμά και τας ναυς. Το Βασίλειον της θαλάσσης, όπου η τρικυμία και ο διαρκής σάλος και η αστάθεια, είναι το Βασίλειον του Ποσειδώνος, και συμβολίζει κάλλιστα και παραστατικώτατα την Ανθρωπίνην Ζωήν επί της γης, την πλήρη τρικυμίας και κινδύνων, ένεκα της αφροσύνης και των συνεχών πειρασμών και της ηδυπαθείας, η οποία συνεχώς και ενέδρας μας στήνει, εκ των οποίων και γεννώνται η αστάθεια και τα δάκρυα και αι συμφοραί.
Οι άνδρες οι μη γνωρίζοντες το άλας και την θάλασσαν, είναι οι απαλλαγέντες των δεινών της Ποσειδωνίου Ζωής, είναι οι Τέλειοι, οι Σεσωσμένοι οι περιβληθέντες όχι μόνον τας Καθαρτικάς και Θεωρητικάς Αρετάς, αλλά και τας Παραδειγματικάς.
Περί των ανδρών τούτων, των τελείων, ομιλούν και τα Χρυσά Έπη των Πυθαγορείων, καλούντα αυτούς «Επιγείους Δαήμονας», πανσόφους δηλαδή άνδρας. Και ο Richard Wagner, εις το αποκαλυπτικώτατον Μελόδραμά του, αποκαλύπτει τους Άνδρας αυτούς εις τον γνωστόν με το όνομα «Graals – erzachlung» μονόλογον του Lohengrin, όστις ως ενθυμούνται όσοι είδον το Μελόδραμα τούτο, αρχίζει με τους ακολούθους στίχους:
«In fernem Land, unnahbar euren Schritten,
liegt eine Burg, die Monsalvat genannt»
(Εις μακρινήν Χώραν, απρόσιτον εις τα βήματά σας, κείται ένα Όρος, το ονομαζόμενον το Όρος των Σεσωσμένων).




Αντώνιος Φ. Χαλάς

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Η μάχη με τον τρόμο - Andre Alice Norton



...Η ομίχλη με τύλιγε από παντού. Σταγόνες υγρασίας έσταζαν από το γείσο του κράνους μου, γυάλιζαν λαδερά στην πανοπλία μου και μούλιαζαν το χειμωνιάτικο τρίχωμα του Φάλλον. Ύστερα –
Κάτι κινήθηκε!
Ο Φάλλον τίναξε πάνω το κεφάλι του αφήνοντας ένα διαπεραστικό χλιμίντρισμα φόβου. Την ίδια στιγμή εκείνο που είχα νιώσει με τύλιξε και με αγκάλιασε απ' όλες τις μεριές.
Και μέσα από τις ομίχλες ξεπρόβαλε κάτι το απερίγραπτα φριχτό. Ήταν έφιππο όπως κι εγώ, αλλά κάποια οφθαλμαπάτη της ομίχλης το έκανε να φαντάζει μεγαλύτερο απ' όσο ήταν. Όμως δεν ήταν καβάλα σε κανένα άλογο από σάρκα και οστά – αλλά μάλλον σ' ένα σκέλεθρο που το συγκρατούσαν ίνες από σαπισμένη και ξεραμένη σάρκα. Ο ίδιος αναβάτης, όπως και το ζώο του, ήτνα κάτι προ πολλού νεκρό, που ωστόσο διέθετε κάποιο είδος αποτρόπαιης ζωής.

Το όπλο του δεν ήταν κανένα σπαθί, αλλά ο ίδιος ο τρόμος. Καθώς σταματούσα απότομα και άρχισα ν' αντλώ βαθιά από τη δύναμή μου, κατάλαβα τι ήταν – μια σκεπτομορφή γεννημένη από αρχαίους φόβους και μίση! Έτσι τούτο το πλάσμα συνέχιζε να συντηρείται από τα ανάλογα συναισθήματα που συναντούσε, αποκτώντας με την κάθε φορά περισσότερη υλική υπόσταση.
Θα πρέπει να το είχαν προσελκύσει και θρέψει ο φόβος μου και η οργή μου. Αλλά ήταν κάτι πραγματικό. Γι' αυτό θα μπορούσα να πάρω όρκο – ήμουν τόσο σίγουρη όσο κι αν είχα αγγίξει με το χέρι μου εκείνο το τεντωμένο σκελετικό μπράτσο. Ακόμη και ο έντονος τρόμος του Φάλλον αποτελούσε τροφή για τούτο το πράγμα. Και στο πέρασμά του έσερνε πίσω του, σαν μανδύα, μια βαθιά κατάθλιψη του πνεύματος.
Ο Φάλλον τινάχτηκε σούζα στα πίσω πόδια του, σκούζοντας αφηνιασμένα. Το σκελετικό άλογο αντίκρυ μας άνοιξε τα σαγόνια του σαν σε απάντηση. Πάλευα να κουμαντάρω το ξετρελαμένο από τον πανικό άλογό μου, σχεδόν ευτυχής που είχα αυτό το πρόβλημα γιατί αποσπούσε το μυαλό μου από τα κύματα του τρόμου που ξεχύνονταν από εκείνο το φάντασμα.
Άνοιξα το στόμα μου και φώναξα, σαν πολεμική ιαχή, ορισμένες Λέξεις. Ωστόσο ο φασματικός καβαλάρης δε φάνηκε να κλονίζεται, ούτε αυτός ούτε το άλογό του. Συγκέντρωσα τις δυνάμεις μου σε μια προσπάθεια να ελέγξω τις αισθήσεις μου. Τούτο το πράγμα χρειαζόταν τρόμο και απόγνωση για να ζήσει. Αν συγκρατούσα τα δικά μου δε θα είχε καμία δύναμη να –
Ο Φάλλον ιδρωκοπούσε τόσο, που η δυνατή μυρωδιά του γέμιζε όλο εκείνο το στενό πέρασμα. Η θέλησή μου είχε αρπάξει τα χαλινάρια και του δικού του μυαλού, κρατώντας τον στη θέση του. Το ζώο δεν έσκουζε πια, αλλά από το λαιμό του έβγαινε ένας ήχος που έμοιαζε με το ρόγχο ανθρώπου που ψυχορραγεί.
Τούτο το πράγμα μπροστά μου ήταν κάτι πλασμένο από φόβο και, αν δεν υπήρχε φόβος να το θρέψει... Μετέτρεψα τον εαυτό μου σε απόρθητο κάστρο και, για μια ακόμη φορά, το αψήφησα με τη φωνή μου. Δε φώναξα δυνατά αυτή τη φορά, ελέγχοντας τη φωνή μου, όπως έκανα και με τον Φάλλον.
Το πλάσμα στεκόταν σε απόσταση χεριού και η μπόχα που ανέδιδε μπούκωνε τα ρουθούνια μου. Το βλέμμα από τις άδειες κόχες του ήταν καρφωμένο πάνω μου. Ύστερα... έσβησε αργά στην καταχνιά.
Ο Φάλλον εξακολουθουσε να βγάζει εκείνο το ανθρώπινο ρόγχο ενώ δυνατά ρίγη διέτρεχαν το κορμί του. Τον κέντρισα να προχωρήσει και υπάκουσε, βαδίζοντας με ασταθή βηματισμό για ένα διάστημα, ενώ οι ομίχλες αναδεύονταν και στροβιλίζονταν γύρω μας σαν να πάσχιζαν να μας παγιδέψουν.
Μου αρκούσε για την ώρα που εκείνη η φρικαλεότητα είχε νικηθεί. Έλπιζα, δίχως μεγάλη σιγουριά, ότι τα όσα σχετικά ήξερα ήταν η αλήθεια, ότι αυτές οι οντότητες ήταν δεμένες με ορισμένους τόπους της γης, σε περιοχές όπου κάποια βίαια συναισθήματα τις είχαν γεννήσει αρχικά.

Καθώς βαδίζαμε παράλληλα στην όχθη του μικρού ρυακιού άκουσα ήχους να πλησιάζουν, όχι από μπροστά αλλά από πίσω μας. Στην αρχή ήταν αχνοί αλλά δυνάμωναν. Άκουγα ένα δυνατό ποδοβολητό αλόγου σαν κάποιος καβαλάρης να κάλπαζε πολύ ριψοκίνδυνα σ' εκείνη την πετρώδη στενωπό. Επίσης φωνές έφτασαν ως τ' αυτιά μου μέσα από την ομίχλη, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω λέξεις γιατί οι ήχοι έφταναν πνιχτοί και παραλλαγμένοι. Ωστόσο είχα την εντύπωση ότι κάποια καταδίωξη λάβαινε χώρα πίσω μου.
Μια παράξενη εικόνα έλαμψε ξαφνικά στο μυαλό μου, ενός ανθρώπου που κάλπαζε σκυμμένος στη ράχη ενός έντρομου αλόγου ενώ πίσω του ερχόταν αόρατος ο τρόμος που έδινε στα πόδια του φτερά.
Τόσο σαφής και καθαρή ήταν αυτή η εικόνα που, όταν έφτασα σ' ένα σωρό από βράχια που μπορούσαν να προστατέψουν τα νώτα μου, έκανα μεταβολή και περίμενα, τραβώντας το σπαθί μου. Στεκόμουν με το αριστερό χέρι σφιγμένο στα χαλινάρια του Φάλλον για να μη λακίσει και πάρει δρόμο, όταν κάτι πέρασε ορμητικά από μπροστά μας. Αλλά τίποτα το υλικό δεν εμφανίστηκε μέσα από τις ομίχλες. Φαίνεται ότι πάλι με είχαν ξεγελάσει κάποιοι αρχαίοι ίσκιοι.
Αν και περίμενα με τα νεύρα τεντωμένα μήπως κι εμφανιστεί εκείνο που κυνηγούσε το μοναχικό καβαλάρη του μακρινού παρελθόντος, δεν είδα το παραμικρό. Τίποτα – μονάχα μια δυσάρεστη αίσθηση ότι εδώ επιζούσαν τ' απομεινάρια ενός αρχαίου τρόμου, δεμένα για πάντα σε τούτες τις καταχνιές. Ύστερα, ντροπιασμένη για την έλλειψη αυτοελέγχου, πήρα πάλι το δρόμο μου. Τούτη τη φορά οδηγώντας τον Φάλλον, χαϊδεύοντας το κεφάλι του και μιλώντας του ενθαρρυντικά, εμφυσώντας στο μυαλό του μια αυτοπεποίθηση που δεν την ένιωθα απόλυτα ούτε εγώ...



Andre Alice Norton
Το Σπαθί της Απιστίας
Από την συλλογή: Σπαθιά και κλέφτες
Μετάφραση Γιώργος Μπαλάνος

Εκδόσεις Locus7 2010

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΚΑΒΑΛΙΣΤΩΝ – ALBERT PIKE


Ερ.: Διατί επιζητείτε να γίνετε δεκτός ως Ιππότης της Καβαλά;
Απ.: Για να γνωρίσω, μέσω των αριθμών, την θαυμάσια αρμονία η οποία υπάρχει μεταξύ φύσεως και θρησκείας.
Ερ.: Πως είχατε αναγγελθεί;
Απ.: Δια δώδεκα κρούσεων.
Ερ.: Τι σημαίνουν;
Απ.: Είναι οι δώδεκα βάσεις της προσωρινής και πνευματικής ευτυχίας.
Ερ.: Τι είναι ένας Καβαλιστής;
Απ.: Ένας άνθρωπος που έχει μάθει από παράδοση, την Ιερατική Τέχνη και τη Βασιλική Τέχνη.
Ερ.: Τι σημαίνει το έμβλημα: Omnia in numeris sita sunt;
Απ.: Ότι τα πάντα κρύπτονται υπό τον πέπλο των αριθμών.
Ερ.: Εξηγήσατέ μου τούτο.
Απ.: Θα πράξω τούτο, ως τον αριθμό 12. Η αγχίνοιά σας, θα διακρίνει τα υπόλοιπα.
Ερ.: Τι σημαίνει η μονάδα στον αριθμόν 10;
Απ.: Τον ΘΕΟ, δημιουργούσα και ζωοποιούσα ύλη, εκφραζομένην δια του 0, το οποίον από μόνον του δεν έχει αξία.
Ερ.: Τι σημαίνει η μονάδα;
Απ.: Στην ηθική τάξη, μια λέξη ενσαρκούμενη στους κόλπους μιας παρθένου – ή θρησκείας... Στη φυσική (τάξη), ένα πνεύμα ενσωματωμένο στο παρθένο έδαφος ή φύση.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό δύο;
Απ.: Στη ηθική τάξη, άνδρα και γυναίκα... Στη φυσική το ενεργό και το παθητικό.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 3;
Απ.: Στην ηθική τάξη, τις τρεις θεολογικές αρετές. Στη φυσική, τις τρεις αρχές των σωμάτων.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 4;
Απ.: Τις τέσσερις πρωτεύουσες αρετές... Τα τέσσερα στοιχειώδη προσόντα.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 5;
Απ.: Την πεμπτουσία της θρησκείας... Την πεμπτουσία της ύλης.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 6;
Απ.: Τον θεολογικό κύβο... Το φυσικό κύβο.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 7;
Απ.: Τα επτά μυστήρια... Τους επτά πλανήτες.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 8;
Απ.: Τον μικρό αριθμό των Εκλεγμένων... Τον μικρό αριθμό των σοφών ανδρών.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 9;
Απ.: Την εξύμνηση της θρησκείας... Την εξύμνηση της ύλης.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 10;
Απ.: Τις δέκα εντολές... Τις δέκα αρχές της φύσης.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 11;
Απ.: Τον πολλαπλασιασμό της θρησκείας... Τον πολλαπλασιασμό της φύσεως.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον αριθμό 12;
Απ. Τα δώδεκα Άρθρα της Πίστεως, τους δώδεκα Αποστόλους, θεμέλιον της Αγίας Πόλεως τους κηρύξαντες σε όλον τον κόσμο, για την ευτυχία μας και την πνευματική χαρά... Τις δώδεκα λειτουργίες της φύσεως, τους δώδεκα αστερισμούς του Ζωδιακού, θεμέλιον του Primum Mobile (Πρώτου Κινητού), επεκτείνοντάς το σε όλο το Σύμπαν για την πρόσκαιρη ευτυχία μας.
[Ο Ραβί (Πρόεδρος των Σανχεντρίμ) προσθέτει: Από όλα όσα μου έχετε πει, προκύπτε ότι η μονάδα αναπτύσσει εαυτήν στο 2, συμπληρώνεται στο τρία εσωτερικώς, και έτσι παράγει το 4 εξωτερικώς, ενώ δια μέσου των 6, 7, 8, 9, φθάνει στα 5, το μισό του σφαιρικού αριθμού 10, για να ανέλθει διερχόμενη δια του 11 στο 12, και για να ανυψωθεί με τον αριθμό 4 επί 10, στον αριθμόν 6 επί 12, τον τελικόν όρο και κορυφή της αιωνίας μας ευτυχίας.]

Ερ.: Ποίος είναι ο παράγωγος αριθμός;
Απ.: Στην Θεότητα, είναι η μονάδα, στα δημιουργημένα πράγματα ο αριθμός 2: Επειδή η Θεότητα 1, περικλείει το 2 και στα δημιουργημένα πράγματα το 2 περικλείει το 1.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον μεγαλειώδης αριθμός;
Απ.: Το 3, γιατί δεικνύει την τριπλήν θείαν ουσίαν.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον μυστηριώδης αριθμός;
Απ.: Το 4, γιατί περιέχει όλα τα μυστήρια της φύσεως.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον απόκρυφος αριθμός;
Απ.: Το 5, γιατί ευρίσκεται εγκλεισμένον στο κέντρο της σειράς.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον σωτήριος αριθμός;
Απ.: Το 6, γιατί περιέχει την πηγή της πνευματικής και της σωματικής μας ευτυχίας.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον τυχερός αριθμός;
Απ.: Το 7, γιατί μας οδηγεί προς τη δεκάδα, τον απόλυτο αριθμό.
Ερ.: Ποίος είναι ο αριθμός, ο πλέον επιθυμητός;
Απ.: Το 8, γιατί ο κατέχων τούτον, ανήκει στον αριθμό των Εκλεκτών και των Σοφών.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον έξοχος αριθμός;
Απ.: Το 9, γιατί με τούτο η θρησκεία και η φύση δοξάζονται.
Ερ.: Ποίος είναι ο υπέρτατος αριθμός;
Απ.: Το 10, γιατί περιλαμβάνει την μονάδα, η οποία δημιούργησε τα πάντα και το μηδέν, σύμβολο της ύλης και του χάους, από όπου τα πάντα ανεδύθησαν. Στα ψηφία του περιλαμβάνει, το δημιουργηθέν και το μη δημιουργηθέν, την έναρξη και το τέλος, την ισχύ και τη δύναμη, τη ζωή και την εκμηδένιση. Με την μελέτη αυτού του αριθμού, ευρίσκομε τις σχέσεις όλων των πραγμάτων, την ισχύ του Δημιουργού, τις ικανότητες του πλάσματος, καθώς και το Άλφα και το Ωμέγα της θείας γνώσεως.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον πολλαπλασιάζων αριθμός;
Απ.: Το 11, γιατί με την κατοχήν δύο μονάδων καταλήγουμε στον πολλαπλασιασμό των πραγμάτων.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον στερεός αριθμός;
Απ.: Το 12, γιατί είναι το θεμέλιο της πνευματικής αλλά και της προσκαίρου ευτυχίας.
Ερ.: Ποίος είναι ο ευνοούμενος αριθμός της θρησκείας και της φύσεως;
Απ.: Το 4 επί 10, γιατί μας επιτρέπει απορρίπτοντες οτιδήποτε ακάθαρτο, να χαιρόμαστε αιωνίως τον αριθμόν 6 επί 12, όρο και κορυφή της ευδαιμονίας μας.
Ερ.: Ποία η σημασία του κανόνος;
Απ.: Είναι το σύμβολο των τεσσάρων στοιχείων των περιεχομένων εντός του τριγώνου, ή το έμβλημα των τριών αρχών της χημείας: Αυτά τα πράγματα ενωμένα σχηματίζουν απόλυτον μονάδα στην αρχική ύλη.
Ερ.: Ποία είναι η σημασία του κέντρου της περιφέρειας (κύκλου);
Απ.: Σημαίνει το συμπαντικό πνεύμα, ζωογόνο κέντρο της φύσεως.
Ερ.: Τι εννοείτε με τον τετραγωνισμό του κύκλου;
Απ.: Η έρευνα του τετραγωνισμού του κύκλου δείχνει τη γνώση των τεσσάρων κοινών στοιχείων, τα οποία συντίθενται αυτά τα ίδια από στοιχειώδη πνεύματα, ή κύριες αρχές, καθώς ο κύκλος, μολονότι στρογγυλός, αποτελείται από γραμμές, οι οποίες διαφεύγουν από την όψη και είναι ορατές μόνον δια του νου.
Ερ.: Ποία είναι η βαθύτερη σημασία του αριθμού 3;
Απ.: Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Από τη δράση αυτών των τριών προκύπτει το τρίγωνον εντός του τετραγώνου (εγγεγραμμένου στο τετράγωνο) και εκ των επτά γωνιών, η δεκάδα ή ο τέλειος αριθμός.
Ερ.: Ποίος είναι ο πλέον συγκεχυμένος αριθμός;
Απ.: Το Μηδέν – το έμβλημα του χάους, άμορφον μίγμα των στοιχείων.
Ερ.: Ποία η σημασία των τεσσάρων εμβλημάτων του Βαθμού;
Απ.: Είμαστε για να ακούμε, να βλέπουμε, να είμαστε σιωπηλοί και να απολαμβάνουμε την ευδαιμονίαν μας.



ALBERT PIKE
MORALS AND DOGMA
XXVIII
KNIGHT OF THE SUN, OR PRINCE ADEPT
ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ, Ή ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΜΥΣΤΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΓΩΝΗΣ ΘΩΜΑΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗ