.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ – FERNANDO PESSOA


Η πρώτη ξεκάθαρη ένδειξη για την τρομερή αδιαφορία μου σε ό,τι αφορά τον εαυτό μου, και σε ό,τι άλλοτε θεωρούσα βαθύτατα δικό μου, μου φανερώθηκε τη μέρα που, ευρισκόμενος μακριά από το σπίτι μου, άκουσα το καμπανάκι του συναγερμού να χτυπάει σαν να ερχόταν από τη γειτονιά μου. Σκέφτηκα πως η φωτιά θα μπορουσε να είχε εκδηλωθεί στο σπίτι μου – κάτι που εντούτοις δεν συνέβαινε – και, ενώ άλλωτε θα με είχε κατακυριεύσει ο πανικός μήπως δω όλα μου τα γραφτά να χάνονται, συνειδητοποίησα, διπλά έκπληκτος, ότι η πιθανότητα να είχε πιάσει φωτιά το σπίτι μου με άφηνε αδιάφορο, και μάλιστα σχεδόν ευτυχή στη σκέψη πως, αν τα χειρόγραφά μου καταστρέφονταν, η ζωή μου θα γινόταν εξαιρετικά απλούστερη. Άλλοτε, η απώλεια των χειρογράφων μου, του αποσπασματικού, μα γραμμένου με φροντίδα στη διάρκεια όλης μου της ζωής έργου μου, θα με οδηγούσε κατευθείαν στην τρέλα. Τώρα τη θεωρούσα ένα απλό ατυχές γεγονός στη ζωή μου, κι όχι ένα θανάσιμο χτύπημα που, αφανίζοντας τις εκδηλώσεις της, θα αφάνιζε μέχρι και την ίδια μου την προσωπικότητα.
Άρχισα λοιπόν να κατανοώ πόσο μπορεί τελικά να μας κουράσει από τα πάντα η αέναη προσπάθειά μας να φτάσουμε μιαν απρόσιτη τελειότητα. Κατάλαβα τους μεγάλους μυστικιστές και τους μεγάλους ασκητές, που, μέσα στην ψυχή τους, αναγνωρίζουν τη ματαιότητα της ζωής. Τι δικό μου περιείχαν αυτά τα χαρτιά; Παλιά θ' απαντούσα «τα πάντα». Σήμερα θα έλεγα «τίποτα», ή «λίγα» ή «κάτι ξένο προς εμένα».
Είχα γίνει αντικειμενικός απέναντι στον εαυτό μου. Αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω αν, πράττοντας κατ' αυτό τον τρόπο, είχα βρει τον εαυτό μου ή τον είχα χάσει.

Θα μπορούσε να είχε πιάσει φωτιά το σπίτι μου; Υπήρχε κίνδυνος να δω όλα μου τα χειρόγραφα, την έκφραση ολόκληρης της ζωής μου να καίγονται; Άλλοτε, στη σκέψη αυτή και μόνο, πάντα παρέλυα από έναν ανείπωτο τρόμο – και ξαφνικά διαπίστωσα (και δεν ξέρω αν ήταν έκπληξη ή φόβος αυτό που ένιωσα) ότι το ίδιο μου έκανε κι αν καίγονταν. Ποια πηγή – μυστική, αλλά τόσο δική μου – είχε λοιπόν στερέψει μέσα στην ψυχή μου;
Τότε κατάλαβα πως όλα αυτά τα χρόνια της στείρας κούρασης είχαν μεταφέρει μέχρι τα πιο μύχια βάθη της ψυχής μου μια εξίσου στείρα κι απέραντη κούραση. Είχα αποκοιμηθεί, και μαζί με μένα είχαν αποκοιμηθεί και όλα τα προνόμια της ψυχής μου – οι επιθυμίες που ονειρεύονται ό,τι υψηλό, τα συναισθήματα που ονειρεύονται ό,τι ισχυρό, και οι αγωνίες που τα ονειρεύονται όλα αυτά από την ανάποδη.


FERNANDO PESSOA
Η ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΤΩΙΚΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΕΣ microMEGA2006

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

ΚΑΙ ΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΙΟΝ ΘΑ ΜΑΘΗΣ, ΕΑΝ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΤΟ ΘΕΛΗ, ΤΗΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ ΦΥΣΙΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΜΟΙΑ - FABRE D' OLIVET


Είπον ήδη ότι η ομοιογένεια της Φύσεως μαζύ με την ενότητα του Θεού, απετέλουν απόρρητα των Μυστηρίων. Ο Πυθαγόρας εστήριζε την ομοιογένειαν ταύτην επί της ενότητος του πνεύματος εκ του οποίου είναι εμπεποτισμένη και εκ του οποίου, κατ' αυτόν, όλαι αι ψυχαί μας έλκουν την καταγωγήν των (Πορφ. Αφορ. 10). Το δόγμα τούτο το οποίον είχε διδαχθή παρά τοις Χαλδαίοις και από τους ιεροφάντας της Αιγύπτου, είχε γίνει αποδεκτόν παρ' όλων των σοφών της αρχαιότητος, όπως το αποδεικνύουν εν εκτάσει ο STANLEY και ο εμβριθής BEAUSOBRE (STANLEY, DE PHIL. CHALD. σ. 1123 – BEAUSOBRE, HIST. DU MANICH. T. II, β. ΙΧ κ. 1 πργρ. 10). Οι σοφοί εκείνοι απεκαθίστων μιαν αρμονίαν, μιαν τέλειαν αναλογίαν μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ νοητού και αισθητού, της αμερίστου και της μεριστής ουσίας. Ο τρόπος καθ' ον διεδραματίζετο κάτι εις μιαν περιοχήν του Σύμπαντος, ή εις μιαν των μεταλλαγω του πρωταρχικού τριαδικού, ήτο η ακριβής εικών εκείνου που παρήγετο εις μιαν άλλην. Απαντώμεν την ιδέαν ταύτην εκτιθεμένην εντόνως υπό του αρχαίου Θωθ, αποκαλουμένου Ερμού του Τρισμεγίστους υπό των Ελλήνων, εις τον εις αυτόν αποδιδόμενον Σμαράγδινον Πίνακα: «Είναι αληθέστατον, αψευδέστατον, βεβαιότατον ότι τα κατώτερα πράγματα είναι ανάλογα προς τα ανώτερα και αντιστρόφως. Και τα μεν και τα δε ενώνουν τας ακαταμαχήτους δυνάμεις των δια να παραγάγουν εν μόνον πράγμα. Και επειδή τα πάντα απέρρευσαν εκ της θελήσεως του ενός μόνου Θεού, όλα τα οιαδήποτε πράγματα πρέπει να γεννώνται εκ του ενός τούτου πράγματος, δια καταλλήλου διαθέσεως της παγκοσμίου Φύσεως». (Σ.Σ. Λέγεται ότι ο περίφημος ούτος Πίναξ ανευρέθη εις την κοιλάδα των Εβρών, εις ένα τάφον εις τας χείρας του πτώματος αυτού τούτου του Θωθ. Ο KRIEGSMANN όστις βεβαιοί ότι ο εν λόγω Πίναξ πρέπει να αναγνωσθή εις την φοινικικήν γλώσσαν και όχι εις την Ελληνικήν, τον μεταφράζει κάπως διαφορετικά από ό,τι τον απαντώμεν εις τας συνήθεις εκδόσεις. Βλ. Σμαράγδινον Πίνακα, αναφερ. υπό του FABRICIUS, Ελλ. Βιβλ. σ. 68).

Αφ' ετέρου, οφείλω να ομολογήσω, ότι επί της ομοιογένειας ταύτης της Φύσεως, εστηρίζοντο κατά βάσιν όλαι αι καλούμεναι απόκρυφοι επιστήμαι, των οποίων αι, τέσσαρες βασικώτεραι, αναφερόμεναι εις το ανθρώπινον τετραδικόν ήσαν η Θεουργία, η Αστρολογία, η Μαγεία και η Χημεία. Ωμίλησα ήδη συμπτωματικώς περί της αστρολογικής επιστήμης και ανέφερα τας απόψεις μου περί της ανοήτου και γελοίας ιδέας την οποίαν έχουν σχηματίσει οι νεώτεροι περί αυτής. Θα παραλείψω να ομιλήσω περί των τριών άλλων, λόγω της μακρυγορίας την οποίαν θα ηναγκαζόμην να μεταχειρισθώ. Θα προσπαθήσω εις άλλο έργον μου να αποδείξω ότι αι αρχαί επί των οποίων αύται εστηρίζοντο, διέφερον κατά πολύ εκείνων τας οποίας η δεισιδαιμονία και η τυφλή ευπιστία εις τους χρόνους της αγνωσίας τους απέδωσεν. Και ότι αι επιστήμαι αι διδασκόμεναι εις τους μεμυημένους εντός των αρχαίων ιερών, διέφερον εις άκρον από ό,τι έκτοτε ο κοινός όχλος παραδέχεται και αντιλαμβάνεται.



FABRE D' OLIVET
ΕΞΕΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΧΡΥΣΩΝ ΕΠΩΝ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ 068
ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ 2005


Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

18 ΘΕΙΕΣ ΑΡΧΕΣ - Haidakhan Babaji



  1. Είμαι παντού. Είμαι κάθε αναπνοή σας.
  2. Αυτό το σώμα έχει αφ' εαυτού την έννοιά του. Είναι εδώ για να υπηρετήσει τους ανθρώπους. Υπάρχει μόνο μια ανθρωπότητα.
  3. Ερευνήστε και βρείτε τη συνείδηση ότι είμαστε όλοι ένα. Ήλθα εδώ για να σας δείξω την Ενότητα, πέρα από τον δυισμό.
  4. Θέλω να σας δείξω μια ελευθερία πέρα από κάθε φαντασία σας.
  5. Να επιδιώκετε αρμονία σε όλα όσα πράττετε. Είμαι αρμονία.
  6. Να έχετε πίστη. Τα πάντα εξαρτώνται από την πίστη.
  7. Να λατρεύετε τη Φωτιά, σημαίνει να λατρεύετε το εσωτερικό σας Φως. Λατρεύοντας τη Φωτιά καίτε το Κάρμα. Είναι πνευματικός εξαγνισμός.
  8. Να αγαπάτε και να υπηρετείτε όλη την ανθρωπότητα. Να βοηθάτε τους πάντες.
  9. Δεν υπάρχει άγιος χωρίς παρελθόν ούτε αμαρτωλός χωρίς μέλλον.
  10. Ν' αναγνωρίζετε σε κάθε πρόσωπο το Θεό και την καλοσύνη.
  11. Να επαινείτε τους πάντες. Εάν αδυνατείτε να επαινέσετε κάποιον, διώξτε τον από την ζωή σας.
  12. Κάθε τελειότητα και κάθε Θεία αρετή είναι κρυμμένες μέσα σας. Να τις αποκαλύψετε στον κόσμο.
  13. Αφήστε την Θεία Χάρη να σας ελευθερώσει.
  14. Είμαι κανένας και τίποτε. Είμαι σαν καθρέφτης μέσα στον οποίο μπορείτε να δείτε τον εαυτό σας.
  15. Τα γεγονότα έρχονται και φεύγουν. Αυτός είναι ο τροχός της μάγια. Αφήστε αυτόν τον τροχό να περιστρέφεται γύρω σας χωρίς προσκολλήσεις σε οποιοδήποτε μέρος του. Να ζείτε στο κέντρο. Αυτό είναι η πραγματικότητα.
  16. Αφήστε το δρόμο της δράσης σας να προέλθει από την καρδιά σας.
  17. Σήμερα είναι ο χρόνος μεγάλων αλλαγών.
  18. Αλλαγή είναι απλώς ο χορός του Σίβα. Ο κατώτερος Εαυτός θαμπώνεται. Ο Ανώτερος Εαυτός παραμένει ανεπηρέαστος κι ακίνητος. Ακολουθήστε την καρδιά και τη θέλησή σας και θ' ανυψωθείτε υπεράνω της πρόκλησης από την αλλαγή.
    Είμαι πάντοτε μαζί σας.


Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

[Που βρίσκεται ένα τέλος του, του αθόρυβου θρήνου] (The Dry Salvages II) – T.S. Eliot



Που βρίσκεται ένα τέλος του, του αθόρυβου θρήνου,
του σιωπηλού μαρασμού των φθινοπωριάτικων λουλουδιών
που τινάζουν τα πέταλά τους κι απομένουν ασάλευτα.
Που υπάρχει ένα τέλος στο ναυάγιο το έρμαιο,
στη δέηση του κόκκαλου στο γιαλό, στην αδέητη
δέηση για το απαίσιο το άγγελμα;

Δεν υπάρχει τέλος, αλλά πρόσθεση: η σερνάμενη
συνέπεια των παραπέρα ημερών και ωρών,
όταν η συγκίνηση παίρνει επάνω της τ' ασυγκίνητα
χρόνια της ζωής ανάμεσα στα συντρίμμια
όσων θεωρούνταν σαν τα πιο αξιόπιστα -
και γι' αυτό τα πιο κατάλληλα για απάρνηση.

Υπάρχει η τελική πρόσθεση, η κλονισμένη
περηφάνεια είτε η μνησικακία για δυνάμεις κλονισμένες,
η αδέσμευτη αφοσίωση που θα τη νόμιζες χωρίς αφοσίωση,
σε μια βάρκα που παρασέρνεται κι αργοβουλιάζει,
το σιωπηλό άκουσμα του αναντίρρητου ορυμαγδού
της καμπάνας του στερνού αγγέλματος.

Που είναι το τέλος τους, των ψαράδων που αρμενίζουν
στην ουρά του ανέμου, όπου η ομίχλη σουρώνει;
Δε νοείται χρόνος χωρίς ωκεανό
ή ωκεανός που στρωμένος να μην είναι με σκουπίδια
ή ένα μέλλον που να κινδυνεύει να μην έχει
όπως και το παρελθόν, προορισμό κανένα.

Πρέπει να τους σκεφτόμαστε όπως θ' αδειάζουν πάντοτε νερά,
θα καλάρουν και θα μαϊνάρουν καθώς ο γρέγος χαμηλώνει
πάνω σε όχθους ρηχούς άφθαρτους και αναλλοίωτους
ή θα σκορπάνε τα λεφτά τους, στεγνώνοντας πανιά στα ντόκια.
Όχι όπως θα κάνουν ένα ταξίδι που θα μείνει απλήρωτο
για μια κοιλάδα που δε θα περάσει από έλεγχο.

Δεν έχει τέλος ο άφωνος θρήνος, τέλος κανένα
στο μαρασμό των μαραμένων ανθών,
στην κίνηση της οδύνης που είναι ανώδυνη κι ακίνητη,
στο παράδερμα του πέλαγου και στο ναυάγιο που παραδέρνει,
στη δέηση του κόκκαλου στο Θεό του το Θάνατο. Στη μόλις
και μετά βίας δεητέα δέηση του μόνου Ευαγγελισμού.

Φαίνεται, όσο γερνάει κανείς,
πως το παρελθόν έχει κάποιο άλλο σχέδιο, και παύει να 'ναι μια απλή διαδοχή -
ή ακόμα κι ανάπτυξη: το τελευταίο μια πλάνη μεροληπτική,
που ενθαρρύνεται από επιπόλαιες αντιλήψεις για την εξέλιξη,
και γίνεται, στη σκέψη του κόσμου, ένα μέσο ν' απαρνιέται το παρελθόν.
Τις στιγμές της ευτυχίας – όχι το αίσθημα της ευεξίας,
της απόλαυσης, εκπλήρωσης, ασφάλειας ή στοργής,
ή ακόμα κι ενός καλού γεύματος, αλλά της ξαφνικής φώτισης -
είχαμε την πείρα αλλά μας διέφευγε το νόημα,
κι η προσέγγιση στο νόημα αποκαθιστά την πείρα
με μια διαφορετική μορφή, πέρα από κάθε νόημα
που μπορούμε να προσδώσουμε στην ευτυχία. Είπα και πιο πριν
πως η περασμένη πείρα ξαναζωντανεμένη στο νόημα
δεν είναι η πείρα μιας μόνο ζωής
αλλά γενεών πολλών – μη ξεχνώντας
κάτι που είναι πιθανά ολότελα ανείπωτο:
Η ματιά προς τα πίσω βλέποντας πίσω απ' την αβεβαιότητα
της καταχωρημένης ιστορίας, η κλεφτή ματιά προς τα πίσω
πάνω απ' τον ώμο, προς τον πρωτόγονο τρόμο.
Καταλήγουμε, λοιπόν, ν' αντιληφθούμε πως οι στιγμές της αγωνίας
(κατά πόσο οφείλονται ή όχι σε παρεξήγηση,
έχοντας ελπίσει ή έχοντας φοβηθεί για κάτι σφαλερό,
αυτό δεν το κουβεντιάζουμε) είναι εξίσου μόνιμες
με τη μονιμότητα που έχει ο χρόνος. Το αντιλαμβανόμαστε καλύτερα
στην αγωνία των άλλων, που τη δοκίμασαν καλά,
σαν ανακατευτούμε, παρά στη δική μας.
Τι το δικό μας παρελθόν σκεπάζεται από τα ρεύματα της δράσης,
ενώ των άλλων το μαρτύριο παραμένει μια εμπειρία
ανεπιφύλακτη, άφθαρτη απ' την κατοπινή τριβή.
Οι άνθρωποι αλλάζουν, και χαμογελούν: αλλά η αγωνία παραμένει.
Ο χρόνος ο εξολοθρευτής ειναι ο χρόνος ο συντηρητής
σαν το ποτάμι με το φορτίο του από πεθαμένους νέγρους, αγελάδες και κοτέτσια,
την πικραγγουριά και τη δαγκωματιά στο μήλο.
Κι ο ξεσχισμένος βράχος στ' ασίγαστα νερά,
κύματα τον περιλούζουνε, αντάρες τον τυλίγουν.
Σε μια αλκυονίδα μέρα είναι απλούστατα ένα μνημείο,
σε πλεύσιμο καιρό είναι πάντα μια σημαδούρα
για να υπολογίζεται η πορεία: αλλά σε σκοτεινή εποχή
ή σε μανία ξαφνική, είναι αυτό που πάντα ήταν.


T.S. ELIOT
ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ 1995