.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

«ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΙΚΑ» - ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Σ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ


Ως ζηλωταί της θρησκείας ην ελάτρευον, αι «witehes» κατά τον Μεσαίωνα και, κατ' ολιγότερον τρόπον έτι σήμερον, συνηθροίζοντο περιοδικώς, εις απόκεντρα μέρη, συνήθως το βάθος ενός πυκνού δάσους, την κορυφήν όρους, ή εις άλλο τοιούτον, πάντοτε, όμως, μακράν των ομμάτων των μη μεμυημένων, να εορτάσωσι, ή μάλλον οργιαστικώς πανηγυρίσουσι τον «εν γη» σκοπόν της απόστολής των. Αι τοιαύται συναθροίσεις ιστορικώς γνωρίζονται ως τα «Σαββάτικα των μαγισσών» - «witehes».
Τα κακουργοδικεία του Μεσαίωνος βρίθουσι περιγραφών ως το πως αι τοιαύται πανηγύρεις διεξήγοντο, και τούτο εκ των χειλέων των ιδίων κατηγορουμένων. Η ερώτησις, εγείρετο τότε, ως και τώρα, – εν όψει της μακράς αποστάσεως των συμβαλλομένων, τινές των οποίων προήρχοντο εκ των περάτων της οικουμένης – πως η μεταφορά και επάνοδός των επετελείτο. Γενικώς, όλαι αι «witehes», αίτινες εξητάσθησαν, συνεφώνουν ότι, αφού πρώτον εγυμνώθησαν τελείως, ήλειφον το σώμα των με μιαν αλοιφήν και κατόπιν εκαβαλλίκευον εν είδος ράβδου, την οποίαν, και αυτήν, ήλειφον. Τότε εμουρμούριζον μαγικάς λέξεις και, αμέσως, ηυρίσκοντο εις τον αέρα, άγοντες, με αστραπιαίαν ταχύτητα εις τον τόπον της συναθροίσεών των. Η έξοδος εκ του οίκου των εγένετο εκ του παραθύρου ή της καπνοδόχου, οσάκις εκ της πόρτας εις δαίμων ή και τράγος την επερίμενε, και δια του ιδίου τρόπου απήρχετο.
Επιβεβαίωσις των ανωτέρω δίδεται και παρ' άλλων πηγών, πλην των μαγισσών. Εις μιαν δίκην ο κατηγορών μάρτυς ήτο ο σύζυγος μιας γυναικός, την οποίαν ούτος, επανειλημμένως, είδεν ότι, περιοδικώς, την νύκτα δεν ηυρίσκετο εις την συζυγικήν κλίνην. Την ηρώτησε επί τούτου και είπεν ότι αύτη ήτο «witeh» και κατά την απουσίαν της ηυρίσκετο εις την πανήγυριν των «Σαββάτικα». Δια να τον πείση, την επομένην συνεδρίασιν, τον επήρε μαζύ της, αφού αυτός πρότερον, ηκολούθησε κατά γράμμα τους κανόνες γυμνότητος κ.α. Τον προειδοποίησε όμως ότι, όταν θα ήτο εκεί, κατ' ουδένα λόγον να εκφέρη το όνομα του Θεού, Αγίου ή άλλο τι συνδεόμενον με την Χριστιανοσύνην. Όταν έφθασαν εις τον προορισμόν των, ο σύζυγος εύρεν μιαν μεγάλην συνάθροισιν αμφοτέρων των γενών, όλοι και όλαι εν αδαμιαία γυμνότητι. Αιφνιδίως ο δαίμων επαρουσιάσθη εν απεχθεί μορφή και ο σύζυγος εκπλαγείς εκ της θέας, ασυνειδήτως ανεφώνησε: «Θεέ μου»! Ως να μη υπήρχον, τα πάντα προ των οφθαλμών του αστραπιαίως εξηφανίσθησαν, αφήνοντα αυτόν γυμνόν και μη γνωρίζοντα που ηυρίσκετο. Κατόπιν πολλών ταλαιπωριών, επανήλθεν εις τον οίκον του όπου και κατήγγειλεν την σύζυγόν του επί μαγεία - «witcheraft».
Εν γενικαίς γραμμαίς, η «witeh» πάντοτε ελάμβανε μέτρα όπως η απουσία της, κατ' αυτάς τας περιπτώσεις, δεν γίνεται αντιληπτή παρά της οικογενείας της. Τούτο επετελείτο δι' είδους υπνώσεως, καθ' ην σύζυγος και τέκνα, εν βαθεί ύπνω δεν αντελαμβάνοντο την απουσίαν της.
Εκτός της φυσικής μεταφοράς υπήρχε και άλλος τρόπος όστις εξεδηλούτο δια της χρήσεως του αστρικού σώματός των. Τούτο είναι το νοητικόν, αισθητικόν και αιθερικόν σώμα, τα οποία, εν τη πραγματικότητι, είναι, ο αληθής άνθρωπος, το φυσικόν σώμα απλώς η επένδυσίς των. Όταν χρήσις αυτού γίνεται, η μεταφορά επιτελείται, ενώ το φυσικόν σώμα παραμένει οίκοι, αλλ' εν τελεία αδρανεία, ως να ήτο νεκρόν. Εις μιαν περίπτωσιν η «witeh» ήτις υπηρέτει εις μιαν οικογένειαν, ο οικοδεσπότης την εφώναξε και μη λαβών απάντησιν επήγε εις το δωμάτιόν της. Την εύρε εξαπλωμένην εις το πάτωμα εις κατάστασιν τελείας αναισθησίας. Προσεπάθησε να την συνεφέρη άνευ αποτελέσματος και εν τέλει την εκτύπησε, αλλ' ούτε τούτο εβοήθησε. Την πρωίαν, προς μεγάλην του έκπληξιν, την εύρε εις την κλίνην της υποφέρουσα εκ του ραπίσματός του. Κατόπιν επιμόνου εξετάσεως ωμολόγησε ότι είναι «witeh» και κατ' εκείνην την νύκτα είχε πάει στα «Σαββάτικα».

Τα «Σαββάτικα» διεκρίνοντο δια την πληθώραν των επισκεπτών των, πολλάκις ελθόντων εκεί εκ πάσης πλευράς της υφηλίου. Όλοι των έδιδον φόρον τιμής και λατρείας προς τον προϊστάμενόν των – τον σατανά- και εισήγαγον εις μύησιν τους νεοφύτους τους οποίους έφερον μαζί των. Εν συνεχεία έδιδον έκθεσιν των πράξεών των και τον αριθμόν του κακού που εγένοντο πρόξενοι. Εάν τούτο ήτο ικανοποιητικόν, τιμαί ταις επιδαψιλεύοντο. Εάν τανάπαλιν, περιφρόνησις και, πολλάκις φυσική τιμωρία ταις ανεμένετο. Της εξετάσεως επιτελεσθείσης ο διάβολος, εις αναγνώρισιν των υπηρεσιών των, ταις διένειμε μαγικάς αλοιφάς και άλλα τοιαύτα. Εις τας νεοφύτους εδίδετο το «οικείον» ή «δαιμόνιον» το οποίον αύται, φιλοστόργως, επωνόμαζον «ο μικρός αφέντης», καίτοι, εν τη πραγματικότητι, τούτο ήτο ο υπηρέτης των.
Όλων τούτων επιτελεσθέντων, επηκολούθει το «συμπόσιον» με ποικίλλα εδέσματα και αυτά, εις το τέλος του οποίου ήρχιζον τα οργιαστικά. Μεταξύ άλλων δώρων αναγνωρίσεως τα οποία αι «witehes» ελάμβανον, ήτο και η δύναμις να μεταμορφώσι τους εαυτούς των εις ζώα, και η ικανότης να κάμνουσι τους εαυτούς των αοράτους.
Ταύτα, εν περιλήψει, ήσαν τα «Σαββάτικα» του Μεσαίωνος, τα οποία εισέτι διαιωνίζονται παρά των σημερινών θιασωτών των, αν και ολιγώτερον θεαματικά.
Πολλαί των συγχρόνων μαγισσών, είναι επαναγεννήσεις των «witehes» του Μεσαίωνος, αίτινες επιτελούσι τώρα όλα όσα εγνώριζον τότε, με την διαφοράν ότι, λόγω αλλαγής των περιστάσεων το ευρίσκουσι αναγκαίον να μετατρέψωσι ωρισμένην πορείαν δράσεως και να υιοθετήσωσι μεθόδους αίτινες ανταποκρίνονται καλλίτερον προς τας σημερινάς ανάγκας. Παρουσιάζουσι το έργον των ως είδος θρησκείας, – επανάληψις αρχαιοτέρας λατρείας της φύσεως, την οποίαν η Χριστιανοσύνη προσεπάθει να καταστείλη. Διατείνονται ότι το έργον των είναι θεάρεστον και φέρουσι ως παράδειγμα το γεγονός ότις εις τας ιεροτελεστίας των κάμνουσι χρήσιν των ιδίων μέσων, άτινα η Εκκλησία μεταχειρίζεται. Μόλον τούτου την ενέργειαν ην χρήζωνται, δια των επικλήσεών των, δεν την απευθύνουν προς την θεότητα και τους Αγγελιοφόρους Της, παρά εις τας δυνάμεις του σκότους, εις το αστρικόν πεδίον – την Πλανητικήν καταβόθραν – εκ του οποίου αναμένουσι «ευαγή» αποτελέσματα.
Το κέντρον της λατρείας των είναι το «Coven» και πολλάκις το «Grotto» εις το οποίον συναθροίζονται εις ολομέλειαν όχι περισσότερον των δεκατριών. Εκεί ο μαγικός κύκλος διαγράφεται ως και τα υπόλοιπα, δια την κατάλληλον εκτέλεσιν της ιεροτελεστίας, με την ιέρειαν εις το κέντρον του κύκλου, δίδουσαν χρησμούς, «προερχομένους» εκ «Κοσμικών Υπάρξεων». Ακολουθεί χορός γύρωθεν του μαγικού κύκλου, με τα μέλη, ανεξαρτήτως γένους, εν τελεία γυμνότητι.
Τα «Σαββάτικα» των αρχαιοτέρων ημερών επαναλαμβάνονται και επισήμως, αυτά είναι: «Hallween» - Παραμονή των Αγίων Πάντων, Οκτωβρίου 31, «Παραμονή της πρώτης του Μαΐου», «Lammas», τα «Χριστούγεννα», η «Ισημερία της Ανοίξεως και του Φθινοπώρου», και το Ηλιοστάσιον του Θέρους και του Χειμώνος. Ταύτα, ως και άλλοτε, επιτελούνται εν πάση μυστικότητι και εις απομεμακρυσμένα μέρη, μακράν της ανθρωπίνης περιεργείας, και εις τα οποία μεταφέρονται κατ' ίδιον τρόπον ως και άλλοτε.
Η σύγχρονος «witeh» εν τη εξασκήσει του επαγγέλματός της, δεν διαφέρει κατά πολύ, εις μέσα, έμφυτον ικανότητα και οργάνωσιν, των αδελφών της του Μεσαίωνος. Αμφότεραι θυγατέρες προγόνων μητρών, επαναλαμβάνουσιν το τι παρέλαβον εκ των προκατόχων των αίτινες, εν συνεχεία, κληρονομικώς το έλαβον, και κατ' ίδιον τρόπον το μεταβιβάζουσι εις τας μεταγενεστέρας.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Σ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ
ΤΟ ΘΕΙΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΝ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΚΡΗ 

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Τι αποκαλύπτει ο Όμηρος περί του Τετάρτου Γένους – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ


Δεν είναι μόνον ο Ησίοδος, ο οποίος είναι πλήρως κατατοπισμένος, όχι μόνον περί της Προϊστορίας της Ανθρωπότητος, αλλά και περί του μέλλοντος (όπως είδομεν και θα ίδωμεν εν τη συνεχεία) της Ανθρωπότητος. Αλλά και ο Αισχύλος, και προ αυτού ο Όμηρος, όστις μας αποκαλύπτει ολόκληρον το Μυστήριον της βυθισθείσης υπό τα ύδατα Ατλαντίδος και της Προϊστορίας της Ελλάδος μας, της οικισθείσης υπό των πρώτων αυτής κατοίκων, των Πελασγών, των εκ της Ατλαντίδος, της Υπερβορείας Ηπείρου, ορμηθέντων, συγχρόνως δε και το Μυστήριον των Κυκλώπων ή Γιγάντων.
Μετά τα προλεχθέντα, δεν θα καταπλαγή ο αναγνώστης, αν αποκαλύψωμεν, ότι η Ατλαντίς, περί της οποίας ομιλεί, ο Πλάτων εις τον «Τίμαιον» του και τον «Κριτίαν» του διεξοδικώτατα, είναι η απέραντος Ήπειρος επί της οποίας έζη το Τέταρτον Γένος ή η Τετάρτη Ερυθρά και Κιτρίνη Φυλή (της οποίας σημερινά υπολείμματα είναι οι Κινέζοι, Ιάπωνες, Ερυθρόδερμοι, Μογγόλοι). Επ' αυτής έζων οι υπό του Ομήρου περιγραφόμενοι και αποκαλυπτόμενοι Κύκλωπες, ων εις ο Πολύφημος, που ομοιάζει πολύ με την λέξιν «ονομαστός», της Γενέσεως. Η παμμεγίστη αυτή ήπειρος έχει ιστορίαν εκατομμυρίων ετών οι κάτοικοί της δε έφθασαν εις τα ανώτατα όρια του ανθρωπίνου Επιστητού, και τα αεροπλάνα ήσαν εις αυτούς γνωστά, η Χημεία και η Αλχημεία. Ήσαν αυτοί οι φθάσαντες εις το άκρον άωτον της Αστρονομίας, της Αστρολογίας και της Μαντικής. Αυτό δε υπαινίσσεται η Ιερογλυφία του Άτλαντος, φέροντος εις τους ώμους του την Ουράνιον Σφαίραν. Αν προσεκτικώς παρατηρήση κανείς αυτήνκ θα ίδη επ' αυτής εικονιζομένους τους μυστικούς Ουρανίους Χάρτας, με όλα τα πρόσωπα και μυθολογούμενα τέρατα της Ελληνικής Μυθολογίας, τα τόσον καταλεπτώς περιγραφόμενα υπό του Αράτου εις τα «Φαινόμενα» του, και επί των οποίων τόσον μεθοδικώς επανέρχεται ο μέγιστος των αστρονόμων της Αρχαιότητος, ο Ίππαρχος, και επί των οποίων Ουρανίων Ατλάντων, η Ζωδίου στηρίζεται ολόκληρος η «Αποκάλυψις» και η Βίβλος!

Ο Άτλας δεν είναι άλλο παρά ο Γενάρχης, όπισθεν του οποίου κρύπτεται εις την Αρχαίαν Ελληνικήν Μυθολογίαν η Ατλαντίς, και οι Ατλαντίνοι. Εντεύθεν εξηγείται διατί ο Όμηρος εις το α' της Οδυσσείας τον παρουσιάζει «ως γνώστην του βυθού της θαλάσσης», διότι πρόκειται περί της βυθισθείσης, κατά την εποχήν του Ομήρου ήδη, Ατλαντίδος. Ο δε μύθος του Ηρακλέους, του παραλαβόντος από τον Άτλαντα την Ουράνιον Σφαίραν δεν συμβολίζει άλλο παρά την παραλαβήν όλων των Επιστημών και όλων των φοβερών μυστικών της Μυήσεως των Ατλαντίνων υπό του Ηρακλέους, του συμβολίζοντος την Πέμπτην Φυλήν, το Πέμπτο Γένος, την ημετέραν Λευκήν Φυλήν.
Εις τους χρόνους του Ομήρου δια της ποινής του θανάτου ετιμωρούντο όσοι απετόλμων να αναφέρουν σχετικά με την ύπαρξιν της Ατλαντίδος. Διότι η Ήπειρος αυτή, αφού έφθασεν εις το ύψιστον σημείον της εξελίξεώς της, ήρχισε να περιπίπτη εις τα μέγιστα αμαρτήματα και συν τω χρόνω έφθασεν εις τοιαύτην κατάπτωσιν και παράκρουσιν, χρησιμοποιούσα και την Μαύρην Μαγείαν ακόμη προς κόρεσιν της ηδυπαθείας και ανόμων φιλοδοξιών της, ώστε απετέλει μόλυνσιν δια τον υπόλοιπον κόσμον η επαφή με την Νήσον εκείνην, διότι η Ατλαντίς, η μεγάλη ήπειρος, προοδευτικώς κατεβυθίζετο, και εις το τέλος υπελείφθη η μικρά νήσος, την οποίαν περιγράφει ο Πλάτων, εις τον Κριτίαν του, και την οποίαν, ως θα ίδωμεν, επεσκέφθη ο Ομηρικός Οδυσσεύς. Πας ο αποτολμών να επισκεφθή την Νήσον αυτήν, της Κατάρας και της μολύνσεως, κατεδικάζετο εις θάνατον καθώς και ο εκ ταύτης επιστρέφων, και ο απλώς ομιλών και αποκαλύπτων, ως είπομεν, την ύπαρξιν και τοποθεσίαν της. Εντεύθεν εξηγείται διατί ο Όμηρος τόσον προφυλακτικός είναι εις τας σχετικάς του αποκαλύψεις περί Ατλαντίδος, την οποίαν με διαφόρους ονομασίας αποκαλεί, προς παραπλάνησιν του αμυήτου: διότι η Καλυψώ δεν είναι άλλο παρά η υπό των υδάτων καλυφθείσα Ατλαντίς. Η Νιόβη, με τα 12 ή 14 τέκνα της, δεν είναι άλλη παρά η Ατλαντίς, με τας 12 ή 14 υποφυλάς των Ατλαντίνων, η διαρκώς δακρυρροούσα, δηλαδή υπό τα ύδατα νυν διατελούσα. Και αι Πλειάδες και αυταί αλληγορούν την Ατλαντίδα και τας δια μέσου των αιώνων 7 κυρίας εξελίξεις ή περιόδους ή πολιτισμούς της.


ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΧΑΛΑΣ
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

ΜΑΚΜΠΕΘ ΠΡΑΞΗ Β' ΣΚΗΝΗ 2 - William Shakespeare



Αυλή στον πύργο του Μακμπέθ

(Μπαίνει η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΜΠΕΘ)

Λ. ΜΑΚ. Ό,τι τους μέθυσεν, εμένα με άντρειεψε. Ό,τι
τους έσβυσεν, εμένα με άναψε. Άκου, σουτ!
ο γκιώνης στρίγγλισε ο απαίσιος νυχτοφύλακας,
λέει την πιο άγρια καληνύχτα. Είναι στο έργον:
είν' ανοιχτές οι πόρτες. Κι οι χορτάτοι ακόλουθοι
τα χρέη τους κοροϊδεύουν ροχαλίζοντας.
Τους κέρασα πιοτά που Χάρος και Ζωή μαλώνουν
αν είναι πεθαμένοι ή ζωντανοί.

(Μπαίνει ο ΜΑΚΜΠΕΘ)

ΜΑΚ. Ποιος είν' εκεί; Ε, τι 'ναι!
Λ. ΜΑΚ. Ωχού, ωχού! Φοβάμαι ξύπνησαν και τίποτα
δεν έγινε. Η απόπειρα, όχι η πράξη μας ξεκάνει.
Άκου! Τις κάμες τους τις είχα βάλει πρόχειρες:
δεν πάει να μην τις είδε. Αν δεν έμοιαζε με τον
πατέρα μου στον ύπνο του, θα το 'χα κάνει εγώ.
Άντρα μου!
ΜΑΚ. Την έκανα την πράξη. Άκουσες τίποτα;
Λ. ΜΑΚ. Άκουσα ο γκιώνης στρίγγλισε και τα τριζόνια τρίξαν.
Δεν μίλησες;
ΜΑΚ. Πότε;
Λ. ΜΑΚ. Τώρα.
ΜΑΚ. Καθώς κατέβαινα;
Λ. ΜΑΚ. Ναι
ΜΑΚ. Άκου!
Ποις πλάγιασε στην άλλη κάμαρη;
Λ. ΜΑΚ. Ο Ντόναλμπεν
ΜΑΚ. (Κοιτάζοντας τα χέρια του) Τι θέα θλιβερή!
Λ. ΜΑΚ. Αστεία σκέψη που είπες θέα θλιβερή!
ΜΑΚ. Ο ένας τους γέλασε στον ύπνο του κι ο άλλος φώναξε
«φονιάς». Κι ο ένας ξύπνησε τον άλλον. Στάθηκα, άκουα.
Είπαν ευκές και σιάχτηκαν να ξανακοιμηθούν.
Λ. ΜΑΚ. Εκεί πλαγιάζουν δυο μαζί.
ΜΑΚ. Ο ένας είπε: «Θε μου, βόηθα μας!» κι «αμήν» ο άλλος,
σάμπως να με είχαν δει και τούτα τα χέρια δήμιου.
Ακούγοντας τον φόβο τους δε μπόρεσα να ειπώ
«αμήν», όταν αυτοί είπαν «Θε μου, βόηθα μας».
Λ. ΜΑΚ. Μην τόσο τα ψιλολογάς.
ΜΑΚ. Όμως γιατί δε μπόρεσα να ξεστομίσω «αμήν»;
την πιο μεγάλη ανάγκην είχα για ευλογία
και το «αμήν» μου στάθη στο λαιμό.
Λ. ΜΑΚ. Δεν πρέπει αυτά που γίναν να τα συλλογιέται ο νους
με τέτοιον τρόπο: αυτό μπορεί να μας τρελάνει.
ΜΑΚ. Σαν ν' άκουα μια φωνή να κράζει: «Πάει ο ύπνος!
Ο Μακμπέθ σκοτώνει τον ύπνο, τον αθώον ύπνο,
τον ύπνο που μαντάρει τον φθαρμένον άγκωνα
της έγνοιας, θάνατο στης κάθε ημέρας τη ζωή,
λουτρό του πληγιασμένου μόχτου, μπάλσαμο του νου
του σαλεμένου, της μεγάλης πλάσης δεύτερο
φαΐ, το κύριο πιάτο στο τραπέζι της ζωής».
Λ. ΜΑΚ. Τι θες να πεις;
ΜΑΚ. Όλο φώναζε «Μην κοιμάστε πια!». Σ' όλο το σπίτι.
«Ο Γκλάμις σκότωσε τον ύπνο και γι' αυτό ο Κάουντορ
πια δε θα κοιμηθεί, ο Μακμπέθ πια δε θα κοιμηθεί!».
Λ. ΜΑΚ. Ποιος ήτανε που φώναζε έτσι; Μα μεγάλε θάνη,
σκορπάς την εξοχή σου αντρειά άμα σκέφτεσαι έτσι
μ' άρρωστον νου τα πράγματα. Άει, πάρε νερό και πλύνε
τούτο το λερό τεκμήριο απ' το χέρι σου. Γιατί
πήρες αυτές τις κάμες απ' τη θέση τους; Εκεί
πρέπει να μείνουν: πήγαινέ τες κι άλειψε αίμα
τα κοιμισμένα παλικάρια.
ΜΑΚ. Δεν ξαναπάω: τρέμω που σκέφτομαι το τι έκανα.
Για να το ξαναϊδώ δεν το τολμάω.
Λ. ΜΑΚ. Ανάπηρη βουλή! Δωσ' μου τις κάμες: οι νεκροί
και οι κοιμισμένοι σαν εικόνες είναι: του παιδιού
το μάτι τρέμει από ζωγραφισμένο διάβολο. Αν
τρέχει το αίμα του, θα βάψω των παιδιών τα μούτρα,
τι πρέπει να φανεί δικό τους το έγκλημα.

(Βγαίνει η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΜΠΕΘ. Ακούγεται από μέσα που χτυπούν)

























ΜΑΚ. Α, που χτυπούν; Πως έγινα κι ο κάθε κρότος
με σκιάζει; Α, τι χέρια είν' τούτα! Αχ, μου βγάζουν
τα μάτια! Θα ξεπλύνει του μεγάλου Ποσειδώνα
όλος ο ωκεανός το αίμα αυτό απ' το χέρι μου; Όχι,
μάλλον το χέρι τούτο μου τα πλήθια πέλαγα
θα βάψει κι από πράσινα θα γίνουν κόκκινα

(Ξαναμπαίνει η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΜΠΕΘ)

Λ. ΜΑΚ. Τα χέρια μου έχουνε το χρώμα σου, μα ντρέπομαι
να έχω καρδιά τόσο άσπρη.

(Χτυπούν από μέσα)

Ακούω που χτυπούνε
στη νότια μπασιά: πάμε στην κάμαρά μας.
Λίγο νερό μας καθαρίζει από την πράξη αυτή:
κοίτα τι εύκολο είναι! Η σταθερότητά σου
πια δε σ' ακολουθάει.

(Χτυπούν από μέσα)

Άκου! Ακόμα χτυπούν.
Βάλε τη νυχτικιά σου, μη χρειαστεί να βγούμε
και δείξουμε πως είμαστε άγρυπνοι. Μη χάνεσαι
τόσο ελεεινά σε στοχασμούς.
ΜΑΚ. Γνωρίζω τι έκανα, ω που να μη γνώριζα ποιος είμαι

(Χτυπούν από μέσα)

Ξύπνα τον Ντάγκαν, που χτυπάς: ω να μπορούσες!

(Βγαίνουν)


WILLIAM SHAKESPEARE
ΜΑΚΜΠΕΘ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ


Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Διάλογοι Χάρωνος, Ερμού και νεκρών διαφόρων – ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ


ΧΑΡΩΝ. Ακούσετε πως είνε η κατάστασίς μας. Το πλοιάριον είνε μικρόν, ως βλέπετε, και σαθρωμένον ολίγον και κάνει από παντού νερά και με την παραμικράν κλίσιν προς τα πλάγια ημπορεί να ανατραπή και να βυθισθή, σεις δε ήλθετε τόσοι πολλοί συγχρόνως και έχετε μαζί σας τόσα πράγματα. Αν λοιπόν εμβήτε με αυτά φοβούμαι μήπως μετανοήσετε και μάλιστα όσοι δεν γνωρίζετε να κολυμβάτε.

ΕΡΜΗΣ. Πως να κάμωμεν λοιπόν δια να ταξιδεύσωμεν με ασφάλειαν;

ΧΑΡΩΝ. Θα σας πω. Πρέπει να εισέλθετε εις το πλοίον γυμνοί και να αφήσετε όλα αυτά τα περιττά εις την ακτήν, διότι και έτσι μόλις θα σας χωρέση το πλοιάριον. Συ δε, Ερμή, πρόσεξε να μη δεχθής πλέον κανένα εξ αυτών που να μη είνε γυμνός και να μη έχη αφήσει τα πράγματά του, καθώς είπα. Να σταθής εις την αποβάθραν, να τους εξετάζης ένα-ένα και να τους παραλαμβάνης αφού τους αναγκάζεις να εισέρχωνται γυμνοί.

ΕΡΜΗΣ. Καλά λέγεις και αυτό θα πράξω. - Συ ο πρώτος ποίος είσαι;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Είμαι ο Μένιππος εγώ. Ιδού η σακκούλα μου ω Ερμή, και η βακτηρία ερρίφθησαν εις την λίμνην. Την κάπα μου ούτε καν την έφερα και έκαμα καλά.

ΕΡΜΗΣ. Πέρνα, Μένιππε, λαμπρέ άνθρωπε, και έχε την πρώτην θέσιν πλησίον του πλοιάρχου, εις το υψηλότερον μέρος του πλοίου δια να βλέπης όλους τους συμπλωτήρας. Αυτός δε ο ωμορφονιός ποίος είνε;

ΧΑΡΜΟΛΕΩΣ. Χαρμολέως από τα Μέγαρα, ο αξιέραστος, ο οποίος δια κάθε φίλημα ελάμβανε δύο τάλαντα.

ΕΡΜΗΣ. Εκδύσου λοιπόν το κάλλος και τα χείλη μαζί με τα φιλήματα και την κόμην την πυκνήν και το ερύθημα των παρειών και ολόκληρον το δέρμα. Καλά είσαι τώρα. Είσαι ελαφρός και δύνασαι να εισέλθης. Αυτός δε εδώ που φορεί την πορφύραν και το διάδημα και έχει το βλέμμα άγριον ποίος είνε;

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Λάμπιχος, ο τύραννος των Γελώων.

ΕΡΜΗΣ. Διατί λοιπόν, Λάμπιχε, ήλθες με τόσας αποσκευάς;

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Τι, έπρεπε να έλθω γυμνός, ω Ερμή, εγώ ένας βασιλεύς;

ΕΡΜΗΣ. Βασιλεύς πλέον δεν είσαι, αλλά νεκρός. Ώστε να τ' αφήσης αυτά.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ιδού, απέρριψα τον πλούτον.

ΕΡΜΗΣ. Και την αλαζονείαν ν' απορρίψης, Λάμπιχε, και την υπεροψίαν. Διότι θα δώσουν βάρος εις το πλοιάριον και τα δύο μαζί.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Τουλάχιστον να μου επιτρέψης να έχω το διάδημα και τον μανδύαν.

ΕΡΜΗΣ. Όχι, αλλά και αυτά να τ' αφήσης.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Καλά, τι άλλο; Διότι όλα τα αφήκα, ως βλέπεις.

ΕΡΜΗΣ. Και την σκληρότητα και την μωρίαν και το θράσος και την οργήν, και αυτά να τ' αφήσης.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ιδού είμαι γυμνός κατά το θέλημά σου.

ΕΡΜΗΣ. Πήγαινε τώρα μέσα. Συ δε ο παχύς με τας πολλάς σάρκας ποίος είσαι;

ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Δαμασίας ο αθλητής.

ΕΡΜΗΣ. Ναι, φαίνεσαι. Σε αναγνωρίζω, διότι σε είδα πολλάκις εις τας παλαίστρας.

ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Μάλιστα ω Ερμή. Αλλά δέξου με αφού είμαι γυμνός.

ΕΡΜΗΣ. Δεν είσαι γυμνός, φίλε μου, αφού φορείς τόσα κρέατα. Λοιπόν να τ' αποβάλης, διότι μόνον το εν σου πόδι εάν πατήσης εις το πλοίον θα το βυθίσης. Αλλά και τους στεφάνους τούτους να ρίψης και τα κηρύγματα (1).

ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ιδού, είμαι γυμνός, ως βλέπεις, πραγματικώς και ισοβαρής με τους άλλους νεκρούς.

ΕΡΜΗΣ. Έτσι ελαφρός είσαι όπως πρέπει, ώστε έμβαινε. Και συ, Κράτων, άφησε τον πλούτον και την χαύνωσιν και την τρυφηλότητα. Και μη φέρης μαζί σου τα πολυτελή σου σάβανα, ούτε των προγόνων σου τα αξιώματα, εγκατέλειψε δε και την ευγένειαν και την δόξαν σου και τους τίτλους τους οποίους σου απένειμε ποτε η πόλις και τας επιγραφάς των αδριάντων σου και να μη ενθυμήσαι ότι σου κατεσκεύασαν μέγαν τάφον, διότι και αυτά ακόμη βαρύνουν αν τα ενθυμήσαι.

ΚΡΑΤΩΝ. Θα τα απορρίψω αν και ακουσίως. Διότι τι δύναμαι να κάμω;

ΕΡΜΗΣ. Μπα! Μπα! Συ δε ο ωπλισμένος τι θέλεις; Και διατί φέρεις αυτό το τρόπαιον;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Διότι ενίκησα, ω Ερμή, και ηνδραγάθησα και η πόλις με ετίμησε.

ΕΡΜΗΣ. Άφησέ το εδώ το τρόπαιον. Διότι εις τον Άδην επικρατεί ειρήνη και δεν υπάρχει ανάγκη όπλων. Αυτός δε ο σοβαρός το ύφος και αγέρωχος, ο έχων τα φρύδια σηκωμένα, ο οποίος φαίνεται βυθισμένος εις σκέψεις και έχει δάσος από γένεια;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Είναι κάποιος φιλόσοφος, ω Ερμή, ή μάλλον αγύρτης και γεμάτος από ψεύδη, ώστε γδύσε τον και αυτόν και θα ιδής πολλά και γελοία κρυπτόμενα κάτω από το ένδυμά του.

ΕΡΜΗΣ. Απόβαλε πρώτον την σοβαρότητα του ήθους και έπειτα όλα τα άλλα. Ω Ζευ, πόσην αλαζονείαν φέρει μαζί του, πόσην δε αμάθειαν και φιλονεικίαν και ματαιοδοξίαν και ερωτήσεις αινιγματώδεις και λόγους σκοτεινούς και εννοίας πολυπλόκους. Αλλά και ματαιοπονίαν πάρα πολλήν και όχι ολίγην κενολογίαν και φλυαρίαν και μικρολογίαν, βλέπω δε να έχη και χρυσόν και ηδυπάθειαν και αναισχυντίαν και οργήν και τρυφηλότητα. Τα βλέπω αυτά αν και με ιδιαιτέραν φροντίδα τα κρύπτεις. Άφησε δε και το ψεύδος και την έπαρσιν και την ιδέαν ότι είσαι καλλίτερος των άλλων. Διότι αν εισέλθης με όλα αυτά ποίον πλοίον με πενήντα κουπιά δύναται να σε χωρέση;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τα αφήνω λοιπόν αυτά, αφού ούτω διατάσσεις.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Αλλά και τα γένεια αυτά ν' αφήση, ω Ερμή, διότι είνε πυκνά και βαρειά, ως βλέπεις. Έχουν τουλάχιστον πέντε μνων τρίχας.

ΕΡΜΗΣ. Καλά λέγεις. Άφησε και αυτά.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Και ποίος θα μου τα κουρεύση;

ΕΡΜΗΣ. Ο Μένιππος απ' εδώ ας πάρη ένα πέλεκυν ναυπηγικόν και αφού στηρίξη το πηγούνι του επί της αποβάθρας ας του τα κόψη.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Όχι, ω Ερμή, αλλά πριόνι δόσε μου. Διότι αυτό θα είνε αστειότερον.

ΕΡΜΗΣ. Ο πέλεκυς θα είνε αρκετός. Λαμπρά, τώρα είσαι ανθρωπινότερος, αφού απέβαλες αυτήν την τραγίσιαν βρώμαν.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Θέλεις να του κόψω ολίγον και από τα φρύδια;

ΕΡΜΗΣ. Μάλιστα, διότι δεν γνωρίζω πως κατορθώνει να τα σηκώνη υψηλότερα από το μέτωπον. Μπα! Κλαίεις, κάθαρμα και φοβείσαι τον θάνατον; Έλα, έλα, πηγαινε μέσα.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάτι τι ακόμη το βαρύτερον απ' όλα κρύπτει υπό την μασχάλην του.

ΕΡΜΗΣ. Τι, ω Μένιππε;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Την κολακείαν, ω Ερμή, η οποία πολύ του εχρησίμευσε εις την ζωήν.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Λοιπόν και συ, ω Μένιππε, άφησε την ελευθερίαν, την ελευθεροστομίαν, την αναισθησίαν προς την λύπην και το θάρρος και τον γέλωτα. Διότι συ μόνος εξ όλων γελάς εδώ.

ΕΡΜΗΣ. Όχι. Αλλά κράτησέ τα αυτά, διότι είνε ελαφρά και πολύ ευκολοσήκωτα και χρήσιμα εις το ταξίδι. Και συ δε, ρήτωρ, άφησε την τόσην απεραντολογίαν και την πληθώραν των λόγων, τας αντιθέσεις και τας παρομοιώσεις, τας στρογγυλάς περιόδους και τους βαρβαρισμούς και τα άλλα βάρη των λόγων.

ΡΗΤΩΡ. Ιδού, τα αφήνω.

ΕΡΜΗΣ. Καλά. Ώστε τώρα λύσε τα σχοινιά, ας τραβήξωμεν την σκάλαν, ας ανελκυσθή η άγκυρα, τέντωσε το πανί και κανόνισε το τιμόνι. Και τώρα καλό ταξίδι. Αλλά τι έχετε και κλαίετε, ανόητοι, και μάλιστα συ ο φιλόσοφος, του οποίου προ ολίγου εκλαδέψαμεν τα γένεια;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Διότι, ω Ερμή, ενόμιζα ότι η ψυχή ήτο αθάνατος.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ψεύδεται. Δι' άλλα πράγματα λυπείται.

ΕΡΜΗΣ. Ποία;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ότι δεν θα καθίση πλέον εις πολυτελή γεύματα, ούτε θα εξέρχεται την νύκτα κρυφά και σκεπάζων την κεφαλήν με το ένδυμά του θα περιέρχεται τα χαμαιτυπεία, την δε ημέραν θα εξαπατά τους νέους με την δήθεν σοφίαν του και θα τους φορολογή. Δι' αυτά λυπείται.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Και συ, Μένιππε, δεν λυπείσαι διότι απέθανες;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Πως; Εγώ έτρεξα εις τον θάνατον χωρίς κανείς να με καλέσει(2). Αλλ' ενώ ομιλούμεν, δεν σας φαίνεται ότι έρχεται μια βοή ως να φωνάζουν άνθρωποι από την γην;

ΕΡΜΗΣ. Ναι, ω Μένιππε, και δεν έρχεται μόνον από ένα μέρος αυτός ο θόρυβος αλλ' άλλοι μεν συνήλθον εις την συνέλευσιν του λαού χαρούμενοι και γελούν δια τον θάνατον του Λαμπίχου, ενώ αι γυναίκες συνέλαβον την γυναίκα του και τα μικρά του τέκνα λιθοβολούνται υπό των παιδίων. Αλλού χειροκροτούν τον ρήτορα Διόφαντον ο οποίος εξεφώνησεν εις την Σικυώνα τον επιτάφιον αυτού του Κράτωνος. Αλλ' ακούω μα τον Δία, και την μητέρα του Δαμασίου, η οποία κλαίει και μοιρολογεί με άλλας γυναίκας τον Δαμασίαν. Μόνον σε, ω Μένιππε, δεν κλαίει κανένας, αλλά σε αφήνουν μόνον και ήσυχον.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Όχι δα. Μετ' ολίγον θ' ακούσης τα σκυλιά να κλαίουν συγκινητικώτατα δι εμέ και τα κοράκια να κτυπούν τα πτερά των, όταν θα συναχθούν να με θάψουν.

ΕΡΜΗΣ. Είσαι γενναίος, Μένιππε. Αλλ' επειδή εφθάσαμεν, σεις μεν πηγαίνετε εις το δικαστήριον ακολουθούντες αυτόν τον ίσιον δρόμον, εγώ δε και ο Χάρων θα επιστρέψωμεν να φέρωμεν άλλους.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Καλό ταξίδι, ω Ερμή. Ας προχωρήσωμεν δε και ημείς. Αλλά διατί διστάζετε και βραδύνετε; Ν' αποφύγωμεν την δίκην δεν είνε δυνατόν, λέγουν δε ότι αι καταδίκαι είνε βαρείαι, τροχοί και λίθοι είνε βαρείς και και γύπες. Θ' αποκαλυφθή δε καθενός η ζωή λεπτομερώς.


__________________
1.Ο εξ Αμφιπόλεως Δαμασίας έγινεν Ολυμπιονίκης κατά την 115 Ολυμπιάδα. Ο Ολυμπιονίκης περιήγετο εις το στάδιον προηγουμένου κήρυκος, όστις εξεφώνει το όνομα αυτού και του πατρός του.
2.Ελέγετο ότι αυτοκτόνησε.



ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
ΕΚΛΟΓΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ – ΝΙΚΑ 1930

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΤΩΝ – DION FORTUNE



Μάθε τώρα τις διάφορες σημασίες του θάνατου.

Ο Πρώτος Θάνατος. Όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, όταν τέμνονται δύο γραμμές κίνησης, δημιουργείται ένας στρόβιλος. Στη συνέχεια, αυτές οι δύο γραμμές κίνησης αλληλοεξουδετερώνονται και, παύοντας να υπάρχουν σαν κίνηση, γίνονται ένα κέντρο σταθερότητας. Αυτός είναι ο Πρώτος Θάνατος.

Ο Δεύτερος Θάνατος. Η δράση και η αντίδραση είναι ίσες και αντίθετες στο επίπεδο όπου πρωτοεκδηλώνονται. Δρουν, αντιδρούν, και συνεχίζουν να εκδηλώνονται σε κυκλική μορφή. Όταν, όμως, περνούν από το ένα επίπεδο στο άλλο, παύουν να εκδηλώνονται πάνω στο προηγούμενο επίπεδο, και παίρνουν μια υπόσταση διαφορετικής μορφής στο επόμενο επίπεδο. Όταν αυτή η αλλαγή εξετάζεται από το επίπεδο στο οποίο οι δυνάμεις αυτές εκδηλώθηκαν αρχικά, ονομάζεται θάνατος. Αν πάλι εξεταστεί από το επίπεδο που «υποδέχεται» αυτές τις δυνάμεις, ονομάζεται γέννηση.
Αν δεις μια εξελιχτική αλλαγή από την πιο πρωτόγονη όψη της, θα σου φανεί σαν θάνατος. Αν, αντίθετα, τη δεις από την πιο εξελιγμένη όψη της, θα σου φανεί σαν γέννηση. Αυτή η γέννηση είναι ο Δεύτερος Θάνατος.
Ας τα ξεκαθαρίσουμε αυτά μ' ένα παράδειγμα. Η ζωή, έχοντας εξελιχτεί σε βαθμό που ξεπερνάει την εκφραστική ικανότητα των κατώτερων μορφών (αυτές οι ταπεινές μορφές δεν μπορούν πια να την εκφράσουν) δομεί για τον εαυτό της υψηλότερες μορφές. Τα απολιθωμένα υπολείμματα των χαμηλότερων μορφών που έχουν εγκαταλειφθεί, βρίσκονται πια ανάμεσα στα συντρίμμια της ζωής. Έχουν πεθάνει και η φυλή τους εκλείπει. Δεν υπάρχουν πια. Η ίδια η ζωή, όμως, έχει αναγεννηθεί μέσα σ' έναν φορέα υψηλότερου τύπου. Μόνο με την εγκατάλειψη της απλούστερης μορφής, μπορεί η ζωή να εισέρθει στην πιο σύνθετη. Εν τούτοις, η συνείδηση που βρίσκεται στο επίπεδο της απλούστερης μορφής, βλέπει αυτή τη μεταμόρφωση σαν τραγωδία, γιατι δεν μπορεί να συλλάβει την ανώτερη ζωή και βλέπει να προδιαγράφεται ο θάνατος της. Αντίθετα, η συνείδηση που ανήκει στην ανώτερη ζωή, βλέπει σ' αυτή τη «μετακόμιση» τη γέννηση μιας νέας εκδήλωσης και αγαλλιάζει, γιατί βλέπει την πληρέστερη έκφραση των δυνατοτήτων της.

Ο Τρίτος Θάνατος. Κάθε ατομικοποιημένη συνείδηση ζει για να πεθάνει και πεθαίνει για να ζήσει. Μόνο μέσω του θανατου μπορούμε να δρέψουμε τους καρπούς της ζωής. Βόσκουμε στους αγρούς της Γης, και ξαπλώνουμε στους αγρούς των Ουρανών για να αναμασήσουμε την τροφή. Έχει λεχτεί ότι «για μιας ώρας μελέτη, κάνε τρεις ώρες διαλογισμό». Στη διάρκεια της ζωής μελετάμε, και στη διάρκεια του θανάτου, διαλογιζόμαστε.
Αν απλά «ζεις», όλες οι εμπειρίες σου θα περάσουν μέσα από τη συνείδηση και δεν θ' αφήσουν παρά ένα μικρό αποτύπωμα, αφού οι πρώτες λιγοστές εικόνες γεμίσουν όλο το διαθέσιμο χώρο. Όλα θα είναι συγκεκριμένα, άσχετα και ασύνθετα. Με το διαλογισμό του «θάνατου», βγαίνει στην επιφάνεια η αφηρημένη ουσία της ζωής, και τη θέση των αναρίθμητων συγκεκριμένων εικόνων, παίρνει μία και μοναδική αφηρημένη σύλληψη. Μάθε να εμπιστεύεσαι το θάνατο. Μάθε ν' αγαπάς το θάνατο. Μάθε να υπολογίζεις το θάνατο στα σχέδιά σου για το μέλλον και να εκτελείς τακτικά την άσκηση κατά την οποία οραματίζεσαι τον εαυτό σου νεκρό, φανταζόμενος πως θα είσαι τότε. Έτσι θα μάθεις να χτίζεις τη γέφυρα ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ώστε να περάσεις με άνεση σ' αυτόν, όταν έρθει η ώρα. Δες τον εαυτό σου σαν πεθαμένο, να συλλογίζεται το πεπρωμένο του. Δες τον εαυτό σου σαν πεθαμένο και συνέχισε το έργο σου από το επίπεδο του νεκρού. Ας γεφυρωθεί μ' αυτή τη μέθοδο το χάσμα ανάμεσα στη λεγόμενη ζωή και το λεγόμενο θάνατο, ούτως ώστε οι άνθρωποι να πάψουν να τον φοβούνται.

Ο Τέταρτος Θάνατος. Το τέσσερα είναι ο «συνδετικός» αριθμός. Το τέταρτο σώμα, που είναι η υψηλότερη όψη της Προσωπικότητας, τη συνδέει με την Ατομικότητα. Ο Τέταρτος Θάνατος ονομάζεται «συνδετικός» θάνατος – «διδακτικός» θάνατος ή διαφορετικά «ύπνος». Ο ύπνος είναι «μικροσκοπικός» θάνατος, ακριβώς όπως ο θάνατος είναι μεγάλος ύπνος. Κάποια γνώση της φύσης του θανάτου, βοηθάει στην ερμηνεία του. Η φύση του θάνατου δεν κατανοείται αρκετά. Οι εντυπώσεις του ύπνου που λαβαίνονται από την συνείδηση, όταν αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση, είναι παραπλανητικές. Στον ύπνο, το φυσικό επίπεδο αποχωρίζεται από τα υπόλοιπα πεδία. Η ψυχή που απελευθερώνεται με αυτό τον τρόπο, δεν δέχεται πια τις εντυπώσεις που έρχονται μέσα από τις πέντε πύλες των αισθήσεων και λέμε ότι αυτός που κοιμάται, είναι παθητικός. Αλλά η Ατομικότητα ξυπνάει και είναι ενεργητική. Αντίθετα, όταν ο άνθρωπος είναι ξύπνιος, η Ατομικότητα κοιμάται. Αυτός είναι ο κανόνας για την πλειονότητα. Φτάνει, όμως, κάποια στιγμή στην εξέλιξη μερικών ανθρώπων που η Προσωπικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την Ατομικότητα για να αυτοεκφραστεί. Αυτό απαιτεί μια πολύ αναπτυγμένη Προσωπικότητα και μια πολύ εξελιγμένη Ατομικότητα. Η Ατομικότητα αναφέρεται στις ιερές γραφές σαν ο «Άγγελος που πάντα βλέπει το πρόσωπο του Θεού».
Κατά τη διάρκεια της αφυπνισμένης ζωής του σώματος, η Ατομικότητα είναι προσηλωμένη στο να μεταφράζει σε δικούς της αφηρημένους όρους τις συγκεκριμένες εντυπώσεις που δέχεται η κατώτερη ψυχή. Όταν στη συνέχεια παύει να είναι στραμμένη προς τα μέσα, γίνεται αντικειμενική πάνω στο δικό της επίπεδο και αντικρύζει το «πρόσωπο του Πατέρα». Ύστερα, μετράει τον εαυτό της συγκρίνοντάς τον με το Θεϊκό μέτρο και κάνει τις «αναπροσαρμογές» που της επιτρέπει η δύναμή της. Αλλά οι «αναπροσαρμογές» του πνεύματος είναι αιώνιες και μετριούνται με το άνοιγμα του Ουρανού.
Οι ελάχιστα εξελιγμένες ψυχές, όμως, μπορεί όταν κοιμώνται να μη βυθίζονται στη λήθη, αλλά στραμμένες στις ανικανοποίητες επιθυμίες της σάρκας, να συνεχίσουν να λειτουργούν σε σχέση με τις σκεπτομορφές αυτών των επιθυμιών. Ονειρεύονται τα όνειρα που απορρέουν από τα ανικανοποίητα πάθη τους και την ορμή των ενστίκτων. Η Ατομικότητα δεν ελευθερώνεται, και αντί ν' αντικρύζει το «πρόσωπο του Πατέρα που βρίσκεται στον Ουρανό», βλέπει την ανεστραμμένη εικόνα της ανθρώπινης μορφής και αναπτύσσεται καθ' ομοίωσή της. Η Ατομικότητα, που έτσι δεν μπορεί να λειτουργήσει στο δικό της επίπεδο, δεν αναπτύσσεται και παραμένει ανεξέλιχτη. Όσο για την Προσωπικότητα, εκφυλίζεται σε μια καρικατούρα του εαυτού της. Από αυτή την κατάσταση μπορεί να ελευθερωθεί μόνο με τον Τρίτο Θάνατο, ο οποίος βοηθάει την Ατομικότητα να επιβληθεί. Αν, πάντως, ο Τρίτος Θάνατος είναι ατελής, η κατώτερη ψυχή θα συνεχίσει να ονειρεύεται πάνω στο αστρικό επίπεδο. Αυτό μας οδηγεί στο ζήτημα του Πέμπτου Θάνατου.

Ο Πέμπτος Θάνατος. Είναι ο θάνατος της Προσωπικότητας. Η Προσωπικότητα, όταν μετά το θάνατο αποσύρεται από το σώμα, συνεχίζει ακόμα να ζει και να λειτουργεί σαν Προσωπικότητα. Έτσι, ο άνθρωπος δεν έχει κατά κανένα τρόπο γίνει σοφότερος και ακόμα «απαντά στο όνομα που έφερε όταν λειτουργούσε μέσα στο σώμα του». Φλέγεται από τις επιθυμίες τους στην Κατώτερη Κόλαση μέχρις ότου σβήσουν όλες οι δυνατότητες επιθυμίας. Η επιθυμία τότε παραμένει μόνο σαν αφηρημένη έννοια και είναι μέρος της Ατομικότητας. Ο άνθρωπος τότε πεθαίνει στο επίπεδο των κατώτερων επιθυμιών, αλλά συνεχίζει να ζει στο επίπεδο των υψηλότερων.
Στη συνέχεια, μαθαίνει ότι κι αυτές, οι υψηλότερες, είναι πεπερασμένες και θνητές. Ανακαλύπτει ότι και τούτες αποτελούν ένα φράγμα ανάμεσα σ' αυτόν και τον Πατέρα του, Του οποίου το πρόσωπο θα μπορούσε ν' αντικρύσει. Έτσι, επιθυμεί να ξεφύγει από αυτές. Δεν θα αγαπάει πια με την προσωπική αγάπη που αγαπάει ένα πρόσωπο, αλλά με την υψηλότερη εκδήλωσή της αγάπης, που η ίδια είναι Αγάπη και δεν αγαπάει πρόσωπο ή πράγμα, αλλά είναι μια κατάσταση συνείδησης μέσα στην οποία περιέχονται τα πάντα. Τότε αποζητάει την ελευθερία από την κατώτερη αγάπη. Αυτή η επιθυμία για απελευθέρωση από εκείνο που, αν και είναι καλό, είναι πεπερασμένο, προκαλεί τον Πέμπτο Θάνατο, για να γίνει αντιληπτό το καλό που είναι αιώνιο. Έτσι γεννιέται μέσα του η συνείδηση της Ατομικότητας, και ζει στο επίπεδό της, αντιλαμβανόμενος το «πρόσωπο του Πατέρα του, ο Οποίος βρίσκεται στα Ουράνια».
Αλλά με το ξύπνημα της επιθυμίας, ξανάρχονται τα όνειρα, και με τα όνειρα έρχεται ξανά το κάλεσμα στην ύλη. Το Πνεύμα, κοιτάζει το πρόσωπο του Πατέρα του μέχρις ότου η συνείδηση κουραστεί από τη λαμπρότητά Του, οπότε (το πνεύμα) κλείνει τα μάτια του και κοιμάται. Και καθώς κοιμάται, ονειρεύεται τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του. Έτσι, γεννιέται ξανά, γιατί στο επίπεδο της επιθυμίας έχει τη θέση της και μια κατάσταση συνείδησης. Όπως επιθυμούμε ξαναγεννιόμαστε. Έτσι, κάθε άνθρωπος φτιάχνει το κάρμα του.
Μπορεί κανείς να ρωτήσει, γιατί προκαλεί ο άνθρωπος για τον εαυτό του πόνο και περιορισμούς τους οποίους, φυσικά, δεν επιθυμεί; Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν δρέπει τους καρπούς της φαντασίας του, αλλά τους καρπούς της πραγματοποίησης αυτής της επιθυμίας. Του δίνονται τα αποτελέσματα εκείνου που επέτρεψε στον εαυτό του να επιθυμήσει, και όχι το πράγμα αυτό καθαυτό που επιθύμησε. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: ο άνθρωπος που επιθύμησε δύναμη, θ' αποκομίσει ματαιότητα. Για ν' αποχτήσει δύναμη, θα έπρεπε να είχε επιθυμήσει τις ιδιότητες που παρέχουν τη δύναμη. Αυτές, ονομαστικά, είναι η ισχύς, η προνοητικότητα και η σοφία. Έτσι, θα έχτιζε για τον εαυτό του τη συνείδηση της δύναμης.

Ο Έκτος Θάνατος είναι η έκσταση. Κατά την έκσταση το σώμα κοιμάται, αλλά η ψυχή αγρυπνά. Είναι ενεργητική στο δικό της επίπεδο. Μπορεί να λειτουργήσει με το σώμα σαν υπόβαθρο στη σφαίρα των κατώτερων όψεών της, δηλαδή των ένστιχτων. Μπορεί να λειτουργήσει και στη σφαίρα των υψηλότερων όψεών της, με υπόβαθρο το συγκεκριμένο νου και τα συναισθήματα. Στον φυσιολογικό ψυχισμό, η συνείδηση απεικονίζει τα γεγονότα σε εικόνες στον εσωτερικό κόσμο, σαν σε μαγικό καθρέφτη, όπου οι συνθήκες εστίασης καθορίζονται από τις συγκινησιακές καταστάσεις.
Όταν ο ψυχισμός εστιάζεται στα ένστιχτα και στα πάθη, με υπόβαθρο της ύλη, η συνείδηση μεταφέρεται στο αιθερικό. Αυτό με τη σειρά του, αποσύρεται από τον πυκνό φορέα, για να μπορέσει να δράσει σαν φορέας των παράνομων επιθυμιών. Τότε εκδηλώνονται διάφορες μορφές κατώτερης μαγείας, επικίνδυνης και κακής σε όλες τις όψεις της, που υποβιβάζουν την Προσωπικότητα, γιατί ζει τη ζωή της σε σχέση με την ύλη και όχι με το πνεύμα. Να ζήσεις όλη σου τη ζωή με υπόβαθρο τον Θεό και με μέτρο όλων των πράξεων σου το άνοιγμα του Ουρανού. Να αξιολογείς τις πράξεις σου σε σχέση με τον Κόσμο, ώστε τα αμαρτήματά σου να φαίνονται σοβαρά στα μάτια σου και τα λάθη σου να λιγοστεύουν.

Ο Έβδομος Θάνατος είναι η φώτιση. Στον Έβδομο Θάνατο η συνείδηση αποσύρεται από την Προσωπικότητα και γίνεται ένα με την Ατομικότητα. Τότε ο άνθρωπος αντικρύζει για πάντα το πρόσωπο του Πατέρα του στα Ουράνια, ακόμα κι όταν αυτός ο ίδιος παραμένει, προσωρινά, στη Γη. Γι' αυτό το λόγο, ο φωτισμένος Μυημένος διαφέρει από τους άλλους ανθρώπους. Η πλήρης Μύηση είναι ένας ζωντανός θάνατος.
Εκείνοι που επιθυμούν τα πράγματα των αισθήσεων και την περηφάνεια της ζωής, χρησιμοποιούν τις λέξεις «ζωντανός θάνατος» για να δηλώσουν την πιο τρομερή μοίρα που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο. Αλλά εκείνοι που γνωρίζουν, ξέρουν ότι «ζωντανός θάνατος» σημαίνει ελευθερία του πνεύματος, που κατέρχεται έως το επίπεδο της ύλης. Σημαίνει τη συνείδηση της «Μόνιμης Παρουσίας» στο μέσο της συνείδησης των αισθήσεων. Σημαίνει ότι ό άνθρωπος έχει επίγνωση του Ουρανού, έστω και αν κατοικεί στη Γη. Επομένως ο Μυημένος βαδίζει προς τον ζωντανό θάνατο (που είναι ελευθερία), ενώ έχει ακόμα υλικό φορέα, γιατί ο θάνατος καταργεί το Νόμο του Περιορισμού, ελευθερώνει τις δυνατότητες του πνεύματος, δίνει όραση στον τυφλό και δύναμη στον ανίκανο. Εκείνο το οποίο οι άνθρωποι λαχταρούσανε μάταια στη ζωή, το συναισθάνονται στο θάνατο, γιατί ο θάνατος είναι ζωή και η ζωή είναι θάνατος.
Για τη συνείδηση που έχει πλατύνει περισσότερο τους ορίζοντές της, η μήτρα είναι ένας τάφος και ο τάφος μια μήτρα. Η εξελισσόμενη ψυχη, που έρχεται στη ζωή, αποχαιρετάει τους φίλους της που τη θρηνούν. Και αφού πάρει θάρρος και αντικρύσει τη μεγάλη δοκιμασία και παραδοθεί στον πόνο, τότε γεννιέται. Η πρώτη πράξη της ψυχής στη ζωή είναι να αναπνεύσει. Η δεύτερη πράξη της, μαζί μ' αυτή την αναπνοή, είναι να βγάλει μια κραυγή αγωνίας, γιατί ανέλαβε το καθήκον της ζωής με θλίψη. Σκοπός της σ' αυτή τη ζωή, είναι να κάνει τη ζωή υποφερτή. Αλλά όταν μετά το θάνατο μπαίνει στον τάφο, περνά από μια πύλη που οδηγεί σε μια πλατύτερη ζωή της συνείδησης. Και όταν ο Μυημένος περνάει στην πλατύτερη ζωή της συνείδησης, διέρχεται αναγκαστικά από την πύλη που συμβολίζει το θάνατο. Και με το θάνατό του στα πράγματα της επιθυμίας, αποχτάει ελευθερία, και βαδίζει ανάμεσα στους ανθρώπους σαν νεκρός. Στο «ζωντανό θάνατο» (θάνατος εν ζωή), που είναι η ελευθερία του πνεύματος έστω και μέσα στα δεσμά της σάρκας, η ψυχή υπερβαίνει το Νόμο του Περιορισμού. Ο άνθρωπος όντας νεκρός, είναι ελεύθερος. Όντας νεκρός, κινείται με δύναμη ανάμεσα σ' εκείνους που είναι θαμμένοι στη σάρκα. Και εκείνοι, βλέποντας το Φως που ακτινοβολεί λαμπρά από μέσα του, γνωρίζουν ότι είναι νεκρός, γιατί το Φως δεν μπορεί να λάμψει μέσα από το πέπλο της σάρκας. Όσο η συνείδηση είναι ενσαρκωμένη στο σώμα, το Φως δεν μπορεί να λάμψει μέσα από αυτή τη συνείδηση. Αλλά όταν η συνείδηση είναι άσαρκη, το Φως λάμπει μέσα από αυτήν. Αν η άσαρκη συνείδηση εξακολουθεί να χειρίζεται το σώμα της, τότε το Φως αυτό θα λάμπει μέσα στον κόσμο της ύλης και θα φωτίζει τους ανθρώπους. Αλλά να θυμάσαι το εξής, και να διαλογίζεσαι πάνω σ' αυτό: ο φωτισμένος Μυημένος, είναι ένας νεκρός που χειρίζεται το σώμα του για να μπορεί, μέσα από αυτό, να υπηρετήσει εκείνους οι οποίοι διαφορετικά δεν μπορούν να προσεγγιστούν.


DION FORTUNE
ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΔΟΓΜΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΙΛΥ ΓΚΟΡΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1983