.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Δύο αξιομνημόνευτες φαντασιώσεις – William Blake


Πρώτη

Ένας άγγελος ήρθε σε μένα και λέει: «Ω αξιολύπητε ανόητε νεαρέ! Ω φρικτή! Ω τρομερή κατάσταση! Σκέψου το καυτό, φλεγόμενο μπουντρούμι που ετοιμάζεις για τον εαυτό σου εις τον αιώνα των αιώνων, στο οποίο οδηγείσαι με τόση ορμή».
Απάντησα: «ίσως θα ήσουν πρόθυμος να μου δείξεις την αιώνια μοίρα μου, και μετά να σκεφτούμε μαζί πάνω σ' αυτή, και να δούμε αν η μοίρα σου ή η δικιά μου είναι προτιμότερη».
Έτσι με οδήγησε μέσα από ένα σταύλο και μέσα από μια εκκλησία, και κάτω, στον υπόγειο θάλαμο της εκκλησίας, που στο τέλος του υπήρχε ένας μύλος. Περάσαμε μέσα από το μύλο, και φτάσαμε σε μια σπηλιά. Ψηλαφώντας και με κόπο κατεβαίναμε την περιελισσόμενη σπηλιά, ώσπου ένα κενό, άπειρο σαν ένας υποχθόνιος ουρανός, φάνηκε κάτω από μας, και κρατηθήκαμε από τις ρίζες των δέντρων, και κρεμαστήκαμε πάνω από αυτή την απεραντοσύνη. Αλλά είπα: «αν θες ριχνόμαστε σε τούτο το κενό, και βλέπουμε αν η πρόνοια φτάνει μέχρις εδώ: και αν εσύ δεν θέλεις, θα το κάνω εγώ». Αλλά απάντησε: «Μη παραπαίρνεις θάρρος νεαρέ: αλλά και από δω όπου βρισκόμαστε κοίτα τη μοίρα σου που σύντομα θα εμφανιστεί όταν περάσει το σκοτάδι».
Έτσι έμεινα μαζί του, καθισμένος στη συνεστραμμένη ρίζα μιας βελανιδιάς: αυτός ήταν κρεμασμένος μέσα σ' ένα μανιτάρι που κρεμόταν με το κεφάλι προς τα κάτω μες στην άβυσσο.
Σιγά-σιγά αρχίσαμε να βλέπουμε την απέραντη Άβυσσο, φλεγόμενη σαν τον καπνό μιας πόλης που καίγεται. Κάτω από μας, σε μια τεράστια απόσταση, ήταν ο ήλιος, μαύρος αλλά λαμπερός: γύρω ήταν φλογισμένα μονοπάτια που πάνω τους στριφογυρνούσαν πελώριες αράχνες έρποντας πίσω απ' τα θηράματά τους που πέταγαν, ή μάλλον κολυμπούσαν, μες στο ατελείωτο βάθος, με τις πιο τρομακτικές μορφές ζώων που βγήκαν μέσα από τη σήψη. Και ο αέρας ήταν γεμάτος από αυτά, και φαινόταν πως αυτά ανήκαν στη σύστασή του. Αυτά είναι Διάβολοι και ονομάζονται Δυνάμεις του αέρα. Ρώτησα τώρα τον σύντροφό μου ποια ήταν η αιώνια μοίρα μου. Απάντησε: «Ανάμεσα στις μαύρες και λευκές αράχνες».
Μα τώρα, ανάμεσα από τις μαύρες και λευκές αράχνες, ένα σύννεφο φωτιάς πετάχτηκε και κύλησε μέσα στα βάθη, μαυρίζοντάς τα όλα κάτω, έτσι που ο βυθός εκείνων των βαθών έγινε μαύρος σαν θάλασσα, και κύλησε με τρομερό θόρυβο. Κάτω από μας δεν υπήρχε πια τίποτε ορατό παρά μονάχα μια μαύρη θύελλα, ώσπου κοιτάζοντας προς τ' ανατολικά ανάμεσα απ' τα σύννεφα κι από τα κύματα είδαμε ένα καταρράκτη από αίμα αναμιγμένο με φωτιά, κι όχι πολύ μακριά από μας παρουσιάστηκε και βυθίστηκε ξανά η φολιδωτή κουλούρα ενός τερατόμορφου ερπετού. Τέλος, στην ανατολή, σε απόσταση τριών περίπου μοιρών, ξεπρόβαλε πάνω απ' τα κύματα μια πύρινη βουνοκορφή: σιγά σιγά υψώθηκε σαν μια κορυφογραμμή από χρυσούς βράχους, ώσπου διακρίναμε δυό σφαίρες από πορφυρή φωτιά, που απ' αυτές η θάλασσα τραβιόταν μέσα σε σύννεφα καπνού. Κι είδαμε τώρα πως αυτό ήταν το κεφάλι του Λεβιάθαν. Το μέτωπό του ήταν χωρισμένο σε λουρίδες πράσινες και πορφυρές όπως αυτές στο μέτωπο μιας τίγρης. Αμέσως μετά είδαμε το στόμα του και κόκκινα βράγχια κρεμόντουσαν πάνω από τα αφρισμένα σάλια, δίνοντας μιαν ελαφρή απόχρωση στο μαύρο βάθος με αχτίδες από αίμα προχωρώντας καταπάνω μας με όλη την παραφορά μιας ύπαρξης πνευματικής.
Ο φίλος μου ο Άγγελος από τη θέση του σκαρφάλωσε στο μύλο. Έμεινα μόνος, και τότε εκείνο το φαινόμενο δεν υπήρχε πια: αντίθετα, βρέθηκα καθισμένος σε μια ευχάριστη ακροποταμιά με φεγγαρόφωτο, ακούγοντας έναν αρπιστή, που 'λεγε με την άρπα ένα τραγούδι, και το θέμα του ήταν: «Ο άνθρωπος που τη γνώμη του ποτέ δεν την αλλάζει είναι σαν το νερό το στάσιμο, και θρέφει ερπετά του νου».
Αλλά σηκώθηκα κι έψαξα για το μύλο. Και κει βρήκα τον Άγγελο μου που, έκπληκτος, με ρώτησε πως γλύτωσα.
Απάντησα: «Όλα όσα είδαμε οφείλονται στη μεταφυσική σου. Γιατί εσύ όταν έφυγες, βρέθηκα εγώ σε μια όχθη με φεγγαρόφωτο, ακούγοντας έναν αρπιστή. Μα τώρα που είδαμε την αιώνια μοίρα μου, να σου δείξω τη δικιά σου;» Γέλασε με την πρότασή μου, μα με τη βία ξαφνικά τον άρπαξα στα χέρια μου, και πέταξα κατά τη δύση μες απ' τη νύχτα, ώσπου υψωθήκαμε πάνω απ τη σκιά της γης. Και τότε ρίχτηκα μαζί του κατευθείαν μέσα στο σώμα του ήλιου. Εδώ ντύθηκα μαζί του κατευθείαν μέσα στο σώμα του ήλιου. Εδώ ντύθηκα μες στα λευκά, και παίρνοντας στο χέρι μου του Σβέντεμποργκ τους τόμους, βούλιαξα μακριά απ' τον ολόλαμπρο τόπο, και πέρασα όλους τους πλανήτες ώσπου φτάσαμε στον Κρόνο. Εδώ στάθηκα να ξαποστάσω, κι ύστερα πήδηξα μες στο κενό ανάμεσα στον πλανήτη Κρόνο και στους απλανείς.
«Εδώ» είπα «είναι η μοίρα σου, μέσα σ' αυτό το χώρο, αν μπορεί να ονομαστεί αυτό χώρος». Γρήγορα είδαμε το σταύλο και την εκκλησία, και τον οδήγησα μπροστά στο Άγιο Βήμα και άνοιξα τη Βίβλο, και ιδού! Ήταν ένα λαγούμι, που μέσα του κατέβηκα σπρώχνοντας τον Άγγελο μπροστά μου. Σε λίγο είδαμε εφτά σπίτια από τούβλα: Μπήκαμε σε ένα: μέσα σ' αυτό υπήρχαν ακρκετές μαϊμούδες, χιμπαντζήδες και όλα αυτού του είδους αλυσόδετα από τη μέση, χασκογελώντας και αρπάζοντας το ένα το άλλο, μα συγκρατούμενα απ' τη βραχύτητα των αλυσίδων τους. Εντούτοις είδα πως μερικές φορές πληθαίνανε, και τότε οι αδύνατοι πιάνονταν από τους δυνατούς που με χαμόγελα πλατιά π' άφηναν να φανούν τα δόντια τους, πρώτα ζευγάρωναν μ' αυτά, κι έπειτα τα 'τρωγαν αποσπώντας πρώτα ένα μέλος και μετά ένα άλλο, ώσπου το σώμα απόμενε ένας ανήμπορος κορμός. Κι αυτόν, μετά από χασκόγελα κι από φιλήματα που έδειχναν τάχα τρυφερότητα, τον καταβρόχθιζαν επίσης. Κι εδώ κι εκεί είδα κάποιους λαίμαργα να ξεκολλούν τη σάρκα και από τη δική τους την ουρά. Καθώς η δυσωδία μας ενοχλούσε και τους δύο φοβερά, πήγαμε στο μύλο, κι εγώ είχα στο χέρι μου το σκελετό ενός σώματος, που μες στο μύλο έγιναν τα Αναλυτικά του Αριστοτέλη.
Έτσι ο Άγγελος είπε: «η φαντασία σου με παραπλάνησε, και θα 'πρεπε να ντρέπεσαι».
Εγώ απάντησα: «ο ένας παραπλάνησε τον άλλο, και δεν ήταν παρά χρόνος χαμένος να συζητώ με σένα που τα έργα σου είναι μόνο Αναλυτικά».

Πάντοτε εύρισκα πως οι Άγγελοι έχουν τη ματαιοδοξία να μιλούν για τους εαυτούς των σαν να είναι οι μόνοι σοφοί: αυτό το κάνουν με μιαν αναίδεια γεμάτη πεποίθηση που είναι αποτέλεσμα της συστηματικής λογικής σκέψης τους.
Έτσι και ο Σβέντεμποργκ καυχιέται πως ό,τι γράφει είναι καινουργιο. Αν και δεν είναι παρά τα Περιεχόμενα ή οι Πίνακες ήδη εκδοθέντων βιβλίων.
Ένας άνθρωπος κουβάλαγε από πανηγύρι σε πανηγύρι μια μαϊμού για να τη δείχνει, και επειδή ήταν λιγάκι πιο σοφός απ' τη μαϊμού, το πήρε πάνω του, και θεώρησε τον εαυτό του πολύ σοφότερο από εφτά ανθρώπους. Έτσι και με τον Σβέντεμποργκ: δείχνει την ανοησία των εκκλησιών, κι αποκαλύπτει τους υποκριτές, ώσπου φαντάζεται πως όλοι είναι θρήσκοι, και πως αυτός είναι ο μόνος πάνω στη γη που έσπασε ποτέ ένα δίχτυ.
Τώρα ακούτε κάτι που είναι ολοφάνερο γεγονός: ο Σβέντεμποργκ δεν έγραψε ούτε μια καινούργια αλήθεια. Τώρα ακούστε ένα άλλο: έγραψε όλες τις παλιές πλάνες.
Και τώρα ακούστε το γιατί. Συζητούσε με Αγγέλους, που όλοι τους είναι θρήσκοι, και δεν συζητούσε με Διαβόλους , που όλοι τους μισούν τη θρησκεία. Γιατί ήταν ανίκανος να κάνει κάτι τέτοιο εξαιτίας των επηρμένων του αντιλήψεων.
Έτσι, τα κείμενα του Σβέντεμποργκ είναι μια ανακεφαλαίωση όλων των επιπόλαιων γνωμών και μια ανάλυση των περισσότερο σεβαστών, μα τίποτε παραπάνω.
Και τώρα ένα άλλο ολοφάνερο γεγονός. Κάθε άνθρωπος που έχει το χάρισμα να εκτελεί μηχανικά μπορεί, από τα γραπτά του Παράκελσου ή του Γιάκομπ Μπαίμε, να φτιάξει δέκα χιλιάδες τόμους, ίσης αξίας με αυτούς του Σβέντεμποργκ, και από εκείνα του Δάντη ή του Σαίξπηρ, τόμους αναρίθμητους.
Μα όταν έχει κάνει κάτι τέτοιο, ας μη λέει πως γνωρίζει περισσότερα από το δάσκαλό του, γιατί κρατάει μοναχά ένα κερί μες στο ηλιόφως.


Δεύτερη

Κάποτε είδα έναν Διάβολο μέσα σε μια φλόγα φωτιάς, που υψωνόταν μπροστά σε έναν Άγγελο που καθόταν πάνω σε ένα σύννεφο, και ο Διάβολος άφησε από τα χείλη του να βγουν αυτά τα λόγια:
«Η λατρεία του Θεού είναι: Να τιμάς τα χαρίσματά του στους άλλους ανθρώπους, τον καθένα σύμφωνα με το πνεύμα του, και να αγαπάς τους σημαντικότερους ανθρώπους περισσότερο: εκείνοι που φθονούν ή συκοφαντούν τους σπουδαίους ανθρώπους μισούν το Θεό. Γιατί δεν υπάρχει άλλος Θεός».
Ο Άγγελος, ακούγοντας αυτά, μελάνιασε σχεδόν αλλά αυτοκυριαρχώντας έγινε κίτρινος, και τέλος άσπρος, ροδοκόκκινος και χαμογελαστός, και τότε απάντησε:
«Ειδωλολάτρη εσύ, ο Θεός δεν είναι Ένας; και δεν έγινε ορατός στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού; κι ο Ιησούς Χριστός δεν επικύρωσε το νόμο των δέκα εντολών; και δεν είναι όλοι οι άλλοι άνθρωποι ανόητοι αμαρτωλοί κι ασήμαντοι;
Ο Διάβολος απάντησε: «ακόμη κι αν κοπανίσεις τον μωρό μες στο γουδί μαζί με το στάρι, η μωρία δεν πρόκειται να βγει απ' αυτόν. Αν ο Ιησούς Χριστός είναι ο σπουδαιότερος άνθρωπος, πρέπει και να τον αγαπάς στον μέγιστο βαθμό. Τώρα άκου πως επικύρωσε το νόμο των δέκα εντολών. Μήπως δεν περιγέλασε το Σάββατο των Εβραίων, περιγελώντας έτσι και το Θεό του Σαββάτου; δεν δολοφόνησε εκείνους που δολοφονήθηκαν εξαιτίας του; μήπως δεν έστρεψε το νόμο μακριά από τη μοιχαλίδα; δεν έκλεψε το μόχθο των άλλων για να συντηρηθεί; δεν ψευδομαρτύρησε όταν παρέλειψε το μέρος της υπεράσπισής του μπροστά στον Πιλάτο; δεν αισθάνθηκε επιθυμία όταν προσευχήθηκε για τους μαθητές του και όταν τους έχωσε εντολή να τινάζουν τη σκόνη από τα πόδια τους μπροστά σε κείνους που αρνήθηκαν να τους προσφέρουν κατάλυμα; Στο λέω, καμιά αρετή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την παράβαση αυτών των δέκα εντολών. Ο Ιησούς ήταν όλος αρετή, και ενεργούσε ακολουθώντας τις παρορμήσεις του, και όχι κανόνες.
Και αφού μίλησε έτσι, κοίταξα τον Άγγελο, που τέντωσε τα χέρια του, αγκαλιάζοντας τη φλόγα της φωτιάς: και κάηκε εντελώς, και ξαναφάνηκε σαν Προφήτης Ηλίας.
Σημείωση. Αυτός ο Άγγελος, που τώρα έγινε Διάβολος, είναι προσωπικός μου φίλος: συχνά διαβάζουμε μαζί τη Βίβλο με την υποχθόνια ή διαβολική της σημασία, που θα τη γνωρίσει ο κόσμος εάν φερθεί σωστά.
Έχω στην κατοχή μου επίσης της Κόλασης τη Βίβλο, που θα την αποκτήσει ο κόσμος είτε το θέλει είτε όχι.

Ένας Νόμος για το Λιοντάρι και το Βόδι είναι Καταπίεση.



WILLIAM BLAKE
ΠΡΟΦΗΤΙΚΑ
[ΟΙ ΓΑΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ]
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ 1986


Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ... - FERNANDO PESSOA


Πολλοί επιχείρησαν να ορίσουν τον άνθρωπο, και γενικά τον προσδιόρισαν σε αντίθεση προς το ζώο. Γι' αυτό και στους ορισμούς που δίνονται για τον άνθρωπο συχνά απαντάται ο τύπος: «Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο...» συνοδευόμενος από ένα επίθετο, ή «ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που...» και λένε τι. «Ο άνθρωπος είναι ένα άρρωστο ζώο», είπε ο Ρουσώ, κι αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. «Ο άνθρωπος είναι ένα έλλογο ζώο», λέει η Εκκλησία, και αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. «Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που χρησιμοποιεί εργαλεία», λέει ο Καρλάιλ, κι αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Όμως αυτοί οι ορισμοί, όπως κι άλλοι παρόμοιοι, είναι πάντα ατελείς κι επιδερμικοί. Κι ο λόγος είναι πολύ απλός: Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις τον άνθρωπο απ' το ζώο, δεν υπάρχει αξιόπιστο κριτήριο για να ξεχωρίσεις τον άνθρωπο απ' το ζώο. Οι ανθρώπινες ζωές κυλούν το ίδιο ασυνείδητα με τη ζωή των ζώων. Οι ίδιοι βαθύτεροι νόμοι, που κυβερνούν εκ των έξω το ένστικτο των ζώων, κυβερνούν, επίσης εκ των έξω, το νου του ανθρώπου που δείχνει να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένα υπό συγκρότηση ένστικτο, το ίδιο ασυνείδητο με οποιοδήποτε ένστικτο, και πιο ατελές, αφού βρίσκεται σε κατάσταση συγκρότησης.

«Όλα προκύπτουν από τη μη-λογική», αναφέρεται στην Ελληνική Ανθολογία. Και πράγματι, όλα προέρχονται από τη μη-λογική. Εκτός απ' τα μαθηματικά, που ασχολούνται μόνο με νεκρούς αριθμούς και κενούς τύπους, και γι' αυτό ακριβώς μπορούν να είναι απόλυτα λογικά, η επιστήμη δεν είναι τίποτ' άλλο από ένα παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά το σούρουπο, μια επιθυμία να πιάσουμε τις σκιές των πουλιών και ν' ακινητοποιήσουμε τις σκιές των χορταριών που λικνίζει ο άνεμος.

Είναι περίεργο και παράδοξο, ενώ δεν είναι εύκολο να βρεθούν λέξεις για να οριστεί πραγματικά ο άνθρωπος, όσον αφορά ό,τι τον ξεχωρίζει από τα ζώα, είναι παράδοξο, αντίθετα, να βρίσκονται με ευκολία τρόποι να διαφοροποιείται ο ανώτερος άνθρωπος από τον συνηθισμένο άνθρωπο.
Ποτέ δεν ξέχασα εκείνη τη φράση του Χέκελ, του βιολόγου, που διάβασα τότε που ο νους μου ήταν ακόμα παιδί, στην ηλικία που όλοι ενδιαφερόμαστε για τις επιστημονικές αποκαλύψεις και τα επιχειρήματα εναντίον της θρησκείας. Η φράση είναι πάνω κάτω η ακόλουθη: «(...) δηλαδή ο ανώτερος άνθρωπος βρίσκεται ακόμα πιο μακριά (νομίζω ότι μιλάει για έναν Καντ ή έναν Γκαίτε) από τον συνηθισμένο άνθρωπο απ' ό,τι ο συνηθισμένος άνθρωπος από τον πίθηκο». Ποτέ μου δεν ξέχασα αυτή τη φράση, γιατί είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ανάμεσα σε μένα, που είμαι αμελητέα ποσότητα στην κλίμακα των σκεπτόμενων ανθρώπων, κι έναν χωρικό από το Λόρες, υπάρχει χωρίς αμφιβολία μεγαλύτερη απόσταση απ' ό,τι ανάμεσα στον ίδιο χωρικό από το Λόρες και, δεν θα πω καν έναν πίθηκο, αλλά μια γάτα ή ένα σκύλο. Κανείς από μας, από τη γάτα μέχρι εμένα τον ίδιο, δεν είναι κύριος της ζωής που του έχει επιβληθεί ή της μοίρας που του έχει γραφτεί. Όλοι μας εξίσου προερχόμαστε κι εγώ δεν ξέρω από που, σκιές κινήσεων που έκαναν άλλοι, αποτελέσματα με σάρκα και οστά, συνέπειες που αισθάνονται. Όμως ανάμεσα σε μένα και το χωρικό, υπάρχει μια ποιοτική διαφορά, που προκύπτει από την ύπαρξη σε μένα της αφηρημένης σκέψης και της ανιδιοτελούς συγκίνησης. Ανάμεσα σε κείνον και τη γάτα, δεν υπάρχει, στον πνευματικό τομέα, παρά μόνο ποσοτική διαφορά.

Ο ανώτερος άνθρωπος διαφέρει από τον κατώτερο άνθρωπο κι απ' τα ζώα, που είναι αδέλφια του τελευταίου, από την απλή ικανότητα του να ειρωνεύεται. Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή. Και η ειρωνεία περνάει από δύο στάδια: Το στάδιο που καθόρισε ο Σωκράτης όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», κι αυτό που καθόρισε ο Σάντσες(1) όταν έλεγε «δεν ξέρω καν αν δεν ξέρω τίποτα». Το πρώτο βήμα οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας δογματικά, και κάθε ανώτερος άνθρωπος κάνει αυτό το βήμα και φτάνει εκεί. Το δεύτερο οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας και για την ίδια μας την αμφιβολία, και λίγοι άνθρωποι το έφτασαν στη διάρκεια της σύντομης – μα ήδη τόσο μακράς – περιόδου από τότε που ως ανθρώπινο γένος αντικρίσαμε τον ήλιο και τη νύχτα πάνω στο πολύμορφο πρόσωπο της γης.

Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει απατώμαι, κι ο χρησμός που έλεγε «γνώθι σαυτόν» πρότεινε μια προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη κι απ' τους άθλους του Ηρακλή, κι ένα αίνιγμα πιο σκοτεινό κι απ' της Σφίγγας. Να αγνοείς τον εαυτό σου συνειδητά, να ποιος είναι ο δρόμος. Και η συνειδητή άγνοια του εαυτού μας είναι η ενεργή χρήση της ειρωνείας. Και δεν ξέρω τίποτα πιο μεγαλειώδες ή πιο ταιριαστό στον αληθινά μεγάλο άνθρωπο από την υπομονετική κι εκφραστική ανάλυση των μέσων που μας επιτρέπουν ν' αγνοούμε τον εαυτό μας, τον συνειδητό κατάλογο της μη συνειδητότητας των συνειδήσεων μας, τη μεταφυσική των αυτόνομων σκιών, την ποίηση του λυκόφωτος του τέλους των ψευδαισθήσεων.

Όμως πάντα υπάρχει κάτι που μας ξεγελάει, κάποια ανάλυση που μας βασανίζει, και πάντα η αλήθεια, αν και ψεύτικη, βρίσκεται παραπεταμένη στην απέναντι γωνιά του δρόμου. Κι αυτό κουράζει περισσότερο κι απ' τη ζωή, όταν αυτή κουράζει, και πιο πολύ απ' το να τη γνωρίζεις και να τη στοχάζεσαι, πράξεις που ποτέ δεν σταματούν να κουράζουν.

Σηκώνομαι απ' την καρέκλα μου, όπου, αφηρημένος και με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο τραπέζι, διασκέδαζα διηγούμενος στον εαυτό μου αυτές τις ακανόνιστες εντυπώσεις. Σηκώνομαι, ορθώνω το κορμί μου και κατευθύνομαι προς το παράθυρο που εξέχει απ' τη σκεπή, κι από κει μπορώ να βλέπω την πόλη, έτοιμη ν' αποκοιμηθεί ενώ αργά αργά πέφτει η σιωπή. Το φεγγάρι, μεγάλο και κάτασπρο, φωτίζει θλιμμένα τα διάφορα επίπεδα στη σειρά των σπιτιών. Και το φεγγαρόφωτο μοιάζει να χύνει ένα χλωμό φως πάνω σ' όλο το μυστήριο του κόσμου. Μοιάζει να δείχνει τα πάντα, και τα πάντα είναι σκιές ανακατεμένες με χαμηλό φως, ψευτικες αποστάσεις, παράλογες κλίσεις του εδάφους, ασυναρτησίες των ορατών πραγμάτων. Δεν έχει αεράκι, κι αυτό κάνει το μυστήριο να δείχνει ακόμα πιο μεγάλο. Η αφηρημένη σκέψη μου φέρνει ναυτία. Ποτέ δεν θα γράψω ούτε σελίδα που ν' αποκαλύπτει τον εαυτό μου, ή που ν' αποκαλύπτει οτιδήποτε. Ένα πανάλαφρο σύννεφο πλέει ακαθόριστα πάνω απ' το φεγγάρι, σαν να 'ναι ο κρυψώνας του. Αγνοώ, όπως όλες αυτές οι στέγες. Απέτυχα, όπως κι ολόκληρη η φύση.


____________
Tomas Sanchez (1550-1610): Ισπανός ηθικολόγος. Ο Πασκάλ τον κατηγόρησε για συμβιβασμούς σε ό,τι αφορά τα δόγματα.



FERNANDO PESSOA
Εγώ και οι «άλλοι»
Μετάφραση Βασίλης Πουλάκος
Επιμέλεια Δρ Ε. Καρτάκης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ PRINTΑ / ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ 2002

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Από το Σικάγο στο Μεξικό - William S. Burroughs


...Άφησα τον Στούρνο σε μια γωνιά του δρόμου, τρισάθλια συνοικία με τρώγλες και κόκκινο τούβλο ψηλές μέχρι τα σύννεφα, να στέκει μες στην αδιάκοπη μουντζούρα της βροχής. «Πάω να την πέσω σ' εκείνο τον αλμπάνη που ξέρω. Βάστα κι έρχεται καθαρή Μ του φαρμακείου... Όχι, εσύ να κάτσεις εδώ – δε θέλω να σε πάρει μάτι». Όσο κι αν αργήσω Στουρναράκο μου, σε αποχαιρετώ αγόρι μου... Που να πηγαίνουν άραγε σαν φεύγουν και παρατάνε το κορμί τους;
Σικάγο: αόρατη ιεραρχία άξεστων λοβοτομημένων Σιτσιλιάνων, μυρωδιά από καχεκτικούς γκάνγκστερ, φάντασμα ριζωμένο στη γη σου την πέφτει Νορθ και Χάλστεντ γωνία, Σίσερο, Λίνκολν Παρκ, ζήτουλας του ονείρου, το παρελθόν που εισβάλλει στο παρόν, μαγεία τζόγου και κωλοχανείων που έχει πια ταγκίσει.
Εις τα Ενδότερα: μια αχανής κατάτμηση, κεραίες τηλεόρασης, σημαδεύουν τον δίχως νόημα ουρανό. Σε σπίτια που προφυλάσσουν από τη ζωή αιωρούνται πάνω από τους νέους και ρουφούν λίγο απ' αυτό που κρατάνε καλά κλειδωμένο απ' έξω. Μόνο οι νέοι φέρνουν κάτι άλλο, αλλά νέοι δεν μένουν για πολύ. (Κάπου στα μπαρ του Ηστ Σαιντ Λούις βρίσκονται τα νεκρά σύνορα, την εποχή των ποταμόπλοιων). Ιλλινόι και Μιζούρι, μίασμα των λαών που κατασκεύαζαν τύμβους, χαμερπής λατρεία της Πηγής Τροφής, απαίσιες απάνθρωπες γιορτές, αδιέξοδη φρίκη της θεϊκής Σκολόπεντρας που απλώνεται από το Μάουντβιλλ ως τις παράκτιες σεληνιακές ερήμους του Περού.
Η Αμερική δεν είναι τόπος νέος: είναι παλιός και βρώμικος και κακόβουλος, πολύ πριν απ' τους αποίκους, πριν κι απ' τους Ινδιάνους. Το κακό βρίσκεται εκεί και περιμένει.
Και διαρκώς μπάτσοι: μπάτσοι πολιτειακοί βγαλμένοι από κολλέγια, μελιστάλακτοι και πεπειραμένοι λένε παρλαπίπες με ύφος απολογητικό, μάτια ηλεκτρονικά που ζυγιάζουν αμάξι και αποσκευές, το ντύσιμο και την κοψιά σαν ζοχαδιασμένοι υπαστυνόμοι στην κάθε μεγαλούπολη, γλυκομίλητοι σερίφηδες στην επαρχία με κάτι το υποχθόνιο και απειλητικό στα γέρικα μάτια τους στο χρώμα ξεθωριασμένου γκρίζου φανελένιου πουκάμισου...
Και διαρκώς προβλήματα με τ' αυτοκίνητο: στο Σαιντ Λούις κάνουμε τράμπα τη Studebaker του 1942 (έχει πρόβλημα στη μηχανή από κατασκευής, σαν τον Στούρνο) με μια παλιά λιμουζίνα Packard που άναψε και που με χίλια ζόρια μας πήγε ως το Κάνσας Σίτυ, παίρνουμε μια Ford που όπως αποδείχτηκε έκαιγε τ' άντερά της από λάδια, στριμωχνόμαστε κακήν κακώς σ' ένα τζιπ που το ζορίζουμε χοντρά (δεν είναι για ανοιχτό δρόμο) – και κάτι να παίζει στη μηχανή κι όλο χτυπάει, ξαναγυρνάμε στην παλιά καλή V-8 της Ford. Ασύγκριτο μηχάνημα κι ας πίνει το λάδι με τους κουβάδες.
Κι αυτή η βαριά και πληκτική μαυρίλα των Η.Π.Α. μας τυλίγει ολόγυρα όπως καμιά άλλη στον κόσμο, χειρότερα κι από τις Άνδεις, πάνω στα ορεινά χωριά, παγωμένος αέρας που κατεβαίνει από βουνά των καρτ ποστάλ, αέρας μιας αραιής ατμόσφαιρας που στο λαιμό είναι θάνατος, χωριά σε ποτάμια του Εκουαντόρ, μαλάρια σταχτιά και ζοφερή σαν πρέζα κάτω από μαύρο τσόχινο πλατύγυρο καπέλο, ντουφέκια που γεμίζουν από μπροστά, γύπες που ραμφίζουν εδώ κι εκεί τη λάσπη των δρόμων – και η σβερκιά που σου 'ρχεται μόλις βγεις από το Μάλμο Φέρρυ στην (αφορολόγητα όλα τα ποτά πάνω στο πλοίο) Σουηδία ξεπλένει από το αίμα σου όλα εκείνα τα φτηνά, αδασμολόγητα ξίδια και ξενερώνεις μια και καλή απ' την προσγείωση: αποστροφή της ματιάς και το κοιμητήρι στη μέση της πόλης (κάθε πόλη της Σουηδίας μοιάζει να είναι χτισμένη γύρω από ένα νεκροταφείο), και τίποτα να κάνεις το απόγευμα, ούτε ένα μπαρ ούτε ένα σινεμά, φούμαρα τον ύστατο παπά απ' την Ταγγέρη και του λέω: «άντε Κ.Ε., πάμε ξανά στο πλοίο. Αρκετά μ' αυτό το μέρος».
Όμως εκείνη τη μίζερη πλήξη των Η.Π.Α. δεν θα τη βρεις πουθενά αλλού. Δεν μπορείς να τη δεις και δεν μπορείς να καταλάβεις απ' τα που σου ξεφυτρώνει. Σκεφτείτε λίγο τους χώρους όπου μπορείς να βρέξεις κάπως το λαρύγγι σου στην όποια απόμερη συνοικία – στο κάθε τετράγωνο θα βρεις το μπαρ του, το ντράγκστορ, το μαγαζί, την κάβα του. Μπαίνεις μέσα και σε βαράει. Ναι, αλλά από που βγαίνει;
Ούτ' από τον μπάρμαν ούτε απ' τους πελάτες, ούτε κι από εκείνο το γαλακτερό πλαστικό που καλύπτει τα στρογγυλά σκαμνιά του μπαρ, ούτε από το υποτονικό νέον. Ούτεκαν απ' την ΤV.
Κι αυτή η κατάσταση εκβιάζει ύπουλα την ανάγκη μας για φτιάξιμο, σαν την κόκα που σ' εκβιάζει να πλακωθείς για να γλυτώσεις από το κατέβασμά της. Και η καβάτζα μας όλο και να λιγοστεύει. Να μαστε λοιπόν χωρίς πλάκα σε τούτη τη θεόστεγνη πόλη και νατη βγάζουμε μονάχα με σιρόπια για το βήχα. Και να ξερνάμε ρουκέτες το σιρόπι και να συνεχίζουμε την οδήγηση χωρίς σταματημό, κρύος ανοιξιάτικος αέρας να σφυρίζει μέσα από τις τρύπες του σαράβαλου και να χτυπάει τον ιδρώτα των άρρωστων κορμιών μας που ριγούν κι αυτή η παγωνιά που πάντα σε τσακίζει σαν αρχίζει και χάνεται από μέσα σου η πρέζα... Συνεχίζουμε διασχίζοντας το απογυμνωμένο τοπίο, αρμαδίλοι ψόφιοι στη μέση του δρόμου και όρνια πάνω από το βάλτο με τα όρθια κούτσουρα κυπαρισσιών. Μοτέλ με τοίχους από ινόπλακες, σόμπα γκαζιού, λεπτές ροζ κουβέρτες.
Περιπλανώμενοι σαλτιμπάγκοι και καταφερτζήδες, τσιρκολάνοι, αγύρτες ενεσάκηδες έχουνε κάψει οριστικά τους αλμπάνηδες του Τέξας...
Και κανένας που δεν του 'χουνε σαλέψει τα μυαλά δεν πάει να την πέσει για συνταγή σε αλμπάνη της Λουζιάνα. Νόμος περί Ναρκωτικών της Πολιτείας.
Φτάνουμε επιτέλους Χιούστον όπου ξέρω έναν φαρμακοτρίφτη. Έχω πέντε χρόνια να πάω στο μαγαζί του σηκώνει όμως το βλέμμα και με κόβει με μια γρήγορη ματιά κι απλά κουνάει το κεφάλι λέγοντας: «Περίμενε λίγο εκεί στον πάγκο...»
Πάω και κάθομαι λοιπόν και πίνω έναν καφέ κι ύστερα από λίγο έρχεται και κάθεται δίπλα μου και λέει, «Τι ακριβώς θέλεις;»
«Μία λίτρα παρηγορικό κι εκατό νεμπουτάλ».
Κουνάει το κεφάλι του, «Ξαναέλα σε μισή ώρα».
Και μόλις επιστρέφω μου δίνει ένα δέμα και μου λέει, «Κάνουν δεκαπέντε δολλάρια... Πρόσεχε».
Είναι χοντρό σπάσιμο να χτυπάς παρηγορικό, πρέπει να του κάψεις πρώτα το οινόπνευμα, μετά να στερεοποιήσεις την καμφορά και να πάρεις με το σταγονόμετρο από μέσα το καφετί υγρό – πρέπει να το χτυπήσεις στη φλέβα ειδάλλως κάνεις απόστημα, αν και συνήθως καταλήγεις με απόστημα άσχετα με το που θα το χτυπήσεις. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να το πιεις με βαρβιτούρες... Το αδειάζουμε λοιπόν σ' ένα μπουκάλι Pernod και ξεκινάμε για Νέα Ορλεάνη περνώντας από λίμνες που ιριδίζουν και τσιμινιέρες απ όπου σελαγιάζουνε πορτοκαλιές φλόγες αερίου, και βάλτους και τεράστιους σκουπιδότοπους, αλιγάτορες που σέρνονται πέρα δώθε πάνω σε σπασμένα μπουκάλια και κονσέρβες, αραβουργήματα σε νέον που αναγγέλουν μοτέλ, μελαψοί νταβατζήδες ξεβρασμένοι ολομόναχοι πάνω σε νησιά από σκουπίδια ξεστομίζουν προστυχιές στα διερχόμενα αυτοκίνητα...
Η Νέα Ορλεάνη είναι ένα νεκρό μουσείο. Τριγυρνάμε λίγο στην Εξσέινζ Πλέις ανασαίνοντας την παρηγοριά μας κι αμέσως βρίσκουμε το Πρόσωπο. Το μέρος είναι μικρό και οι μπασκίνες ξέρουνε πάντα ποιος σπρώχνει οπότε σου λέει δεν πάει στο διάολο, δεν έχει σημασία και πουλάει σ' όποιον του ζητήσει. Κάνουμε μια γερή καβάτζα σκόνης και ξαναγυρνάμε από τον ίδιο δρόμο με προορισμό το Μεξικό.
Ξαναπερνάμε από το Λέικ Τσαρλς και τον ξερότοπο των κερματοφάγων κουλοχέρηδων, Τέξας νοτιότερο σημείο, σερίφηδες αραποφονιάδες μας κοιτάν καλά καλά κι ελέγχουν τα χαρτιά του αυτοκινήτου. Κάτι φεύγει από πάνω σου μόλις περάσεις τα σύνορα και μπεις στο Μεξικό, κι εκεί που δεν το περιμένεις το τοπίο ξαφνικά σε χτυπάει κατακούτελα με σκέτο το κενό ανάμεσα σε σένα και σ' αυτό, έρημος βουνα και κάτι γύπες. Μικρές κουκίδες που κόβουν κύκλους και κάποιοι άλλοι τόσο κοντά που ακούς φτερά να σκίζουν τον αέρα (ένας ξερός ήχος σαν ξεφλούδισμα), και μόλις εντοπίσουν κάτι λες και χύνονται από το μπλε του ουρανού, εκείνο το τρομερό μπλε του μεξικάνικου ουρανού που σπάει κόκκαλα, ορμάνε από ψηλά διαγράφοντας τη μαύρη τους χοάνη... Οδηγούσα όλη νύχτα, φτάνουμε ξημερώματα σ' ένα μέρος θολό από τη ζέστη, σκυλιά που γαβγίζουν και ήχος τρεχούμενου νερού.
«Τόμας και Τσάρλι», είπα.
«Τι;»
«Έτσι λένε το χωριό. Σε μηδέν υψόμετρο. Θ' ανεβούμε τρεις χιλιάδες μέτρα τώρα». Έκανα ένα φιξάκι κι έπεσα να κοιμηθώ στο πίσω κάθισμα. Σε πήγαινε ωραία. Το καταλάβαινες με το που έπιανε την ανηφόρα και σκαρφάλωνε κατά πάνω.
Μέξικο Σίτυ όπου η Λουπίτα στρογγυλοκάθεται σαν αζτέκικη Θεά της Γονιμότητας μοιράζοντας με το σταγονόμετρο τα σκονάκια της νοθευμένης ρούχλας της...


William S. Burroughs
ΓΥΜΝΟ ΓΕΥΜΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2004

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

V - [Αν ο χαμένος λόγος χάθηκε] T.S. Eliot


Αν ο χαμένος λόγος χάθηκε, αν ο ξοδεμένος λόγος ξοδεύτηκε
Αν ο ανήκουστος, ανείπωτος
Λόγος είναι ανείπωτος, ανήκουστος.
Είναι ακόμη ο ανείπωτος λόγος, ο Λόγος ο ανήκουστος
Ο Λόγος δίχως λόγο, ο Λόγος
Μες στον κόσμο και για τον κόσμο.
Και το φως εν τη σκοτία έφεγγεν και
Ενάντια στον Κόσμο ο ασταμάτητος κόσμος ακόμη στροβίλιζε
Γύρω απ' το κέντρο του σιωπηλού Λόγου.

                Λαός μου, τι εποίησά σοι.

Που θα βρεθεί ο λόγος, που θ' αντηχήσει
Ο λόγος; Όχι εδώ, δεν έχει αρκετή σιωπή
Ούτε στη θάλασσα ή στα νησιά, ούτε
Στη στεριά, στην έρημο ή στη βροχερή τη χώρα,
Για κείνους που πορεύονται μες στο σκοτάδι
Τόσο εν καιρώ ημέρας όσο και εν καιρώ νυκτός
Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χρόνος κι ο κατάλληλος τόπος
Ουδείς τόπος χάριτος για όσους αποφεύγουν την όψη
Ουδείς καιρός αγαλλιάσεως για όσους πορεύονται μεταξύ θορύβου
      κι αρνούνται τη φωνή

Η αδελφή με τα πέπλα θα προσευχηθεί
Υπέρ των περιπατούντων εν τη σκοτία, των εκλεγόντων σε και
      αντιστεκομένων σοι,
Υπέρ των σπαρασσομένων επι τω κέρατι ανάμεσα εποχή κι εποχή,
      χρόνο και χρόνο, ανάμεσα
Ώρα και ώρα, λόγο και λόγο, δύναμη και δύναμη, υπέρ των αναμενόντων
Εν τη σκοτία; Η αδελφή με τα πέπλα θα προσευχηθεί
Υπέρ των παιδιών παρά τη πύλη
Που δε θ' αποχωρήσουν κι ούτε δύνανται να προσευχηθούν
Προσευχήσου υπέρ των εκλεγόντων και αντιστεκομένων

                  Λαός μου, τι εποίησά σοι.

Η αδελφή με τα πέπλα θα προσευχηθεί ανάμεσα
Στα ισχνά σμιλάγκια υπέρ των λοιδωρούντων αυτήν
Που τρομοκρατήθηκαν κι ούτε δύνανται να παραδοθούν
Και διαβεβαιώνουν μπρος στον κόσμο κι αρνούνται ανάμεσα στα βράχια
Στην έσχατη έρημο ανάμεσα στους έσχατους γαλάζιους βράχους
Η έρημος μέσα στον κήπο ή ο κήπος μέσα στην έρημο
Της ανομβρίας, φτύνοντας από το στόμα το μαραμένο μηλόσπορο.

                Λαός μου.


T.S. Eliot
Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΩΝ ΤΕΦΡΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ 1994

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΟΠΙΟ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – JEAN COCTEAU


...Το μισοΰπνι του οπίου μας κάνει να στρίβουμε σε διαδρόμους, να διασχίζουμε χολ, να σπρώχνουμε πόρτες και να χανόμαστε σ' έναν κόσμο όπου άνθρωποι που πετάχθηκαν αναστατωμένοι από τον ύπνο τους μας κοιτούν φοβισμένοι.
Το όπιο ίσως μας κάνει λιγάκι ορατούς στο αόρατο, ίσως μας κάνει φαντάσματα ικανά να τρομάξουν τα ίδια τα φαντάσματα στην επικράτειά τους.
Το όπιο είναι πραγματικά αποτελεσματικό μία στις είκοσι.
Ας μη συγχέουμε ποτέ τον καπνιστή του οπίου με τον οπιοφάγο. Τελείως διαφορετικά φαινόμενα.
Μετά το κάπνισμα, το σώμα διαλογίζεται. Δεν έχει να κάνει με το συγχυσμένο διαλογισμό του Ντεκάρτ.
Το κορμί σκέφτεται, το κορμί ονειρεύεται, το κορμί μαλακώνει και τουλουπιάζει, το κορμί πετά. Ο καπνιστής ταριχευμένος ζωντανός.

Ο καπνιστής έχει την αίσθηση ότι παρατηρεί τον εαυτό του από κάπου ψηλά.
Δεν τοξινώθηκα εγώ, αλλά το κορμί μου.
«...σαν μερικές χημικές ρίζες, βασικά ασταθείς στην καθαρή τους κατάσταση, που ρουφούν λαίμαργα κάθε στοιχείο ικανό να τις σταθεροποιήσει». Julien Benda

Η φύση μου έχει ανάγκη από ηρεμία. Μια σκοτεινή δύναμη με σπρώχνει στα σκάνδαλα όπως έναν υπνοβάτη στη σκεπή. Η γαλήνη του ναρκωτικού με προστάτευε απέναντι σ' αυτή τη δύναμη που μ' ανάγκαζε να κάθομαι στο σκαμνί τον καιρό που το παραμικρό διάβασμα μιας εφημερίδας μου τάραζε το νευρικό σύστημα.

Δε χρησιμεύουμε παρά σαν μοντέλα για το πορτρέτο της φήμης μας.
Όλα είναι ζήτημα ταχύτητας. (Μία στάσιμη ταχύτητα. Μια ταχύτητα εσωτερική. Το Όπιο: η ταχύτητα μέσα σε μετάξι). Πέρα από τα φυτά, των οποίων η ταχύτητα είναι διαφορετική απ' τη δικιά μας κι αποκαλύπτει μια σχετική μόνο ακινησία, αρχίζουν άλλα βασίλεια όπου οι ταχύτητες είναι τόσο αργές ή τόσο γρήγορες, ώστε εμείς να μην μπορούμε αφενός να τις αντιληφθούμε κι αφετέρου να γίνουμε αντιληπτοί σ' αυτές. (Το Ακρωτήρι, ο άγγελος, ο ανεμιστήρας). Δεν είναι απίθανο κάποια μέρα ο κινηματογράφος να κινηματογραφήσει το αόρατο και να το καταστήσει ορατό, επαναφέροντας το στο δικό μας ρυθμό, καθώς επαναφέρει στο ρυθμό μας τις κινήσεις των λουλουδιών.
Το όπιο, που μεταβάλλει την ταχύτητά μας, μας δίνει την πολύ διαυγή αίσθηση κόσμων που στοιβάζονται ο ένας πάνω στον άλλο, κόσμων που αλληλοδιαπερνούνται, αλλά που ούτε καν υποπτεύεται ο ένας την ύπαρξη του άλλου.

«Οποία διαφορά στις τύχες του χριστιανισμού, αν ο Ιησούς αντί να σταυρωνόταν, λιθοβολούνταν».
Benda. Mon Premier Testament.

Ακόμα κι αν ξεχάσω τις ιδέες μου και υιοθετήσω την άποψη του Benda, έχει άδικο. Ξεχνά το αλλόκοτο του γυμνού Χριστού στις εκκλησίες, καθώς και το όργανο του βασανισμού του που μας θυμίζει την γκιλοτίνα.
Ο Χριστός λιθοβολιμένος θα έδινε μια καταπληκτική εικόνα: όρθιος, τα χέρια σταυρωτά (ο Χριστός έχοντας γίνει ο ίδιος σταυρός), το πρόσωπο που αιμορραγεί.
Η σπηλιά: έδωσε τροφή στο μυστήριο του εξαφανισθέντος Ιησού. Στις εκκλησίες: ο Ιησούς ανεβαίνει στους ουρανούς πλαισιωμένος από αγγέλους.
Ο Χριστός καρατομημένος: πεθαίνει από το σπαθί (το σταυρό). Στις εκκλησίες: ένα σπαθί σε σχήμα σταυρού.

Δεν καταδικάζω τη λεκτική μουσικότητα κι όλα αυτά που συνεπιφέρει με την παραφωνία, την τραχύτητα και την καινοφανή γλυκύτητά της. Όμως μια πλαστικότητα ψυχής με προσελκύει πολύ περισσότερο. Να αντιτάσσεις τη ζωντανή γεωμετρία στη διακοσμητική γοητεία των προτάσεων. Να έχεις στιλ και όχι κάποιο στιλ. Ένα στιλ που δεν θα επέτρεπε την αντιγραφή του από κανέναν. Που να μην ήξερε κανείς από που να το πιάσει. Ένα στιλ που θα γεννιόταν από το κόψιμο ενός κομματιού μου, από μια σκλήρυνσητης σκέψης κατά το δύσκολο πέρασμά της από τον εσώκοσμο στον εξώκοσμο. Μ' ένα σαστισμένο σταμάτημα όπως του ταύρου όταν μπαίνει στην αρένα. Να εκθέσουμε τα φαντάσματα μας στο νερό μιας αποκρυσταλλωτικής πηγής, όχι να μάθουμε πως να ψιλοδουλεύουμε πολύπλοκα αντικείμενα, αλλά να απολιθώσουμε, καθώς περνά, καθετί όμορφο που βγαίνει από μέσα μας. Να δώσουμε όγκο στις αφηρημένες έννοιες.
Το όπιο μας κάνει ικανούς να δώσουμε μορφή στο άμορφο. Δυστυχώς εμποδίζει τη μετάδοση αυτής της γνώσης. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει χάσιμο ύπνου, θα καιροφυλακτώ για τη μοναδική εκείνη στιγμήτης αποτοξίνωσης, όταν αυτή η μορφοπλαστική ικανότητα που θα λειτουργεί για λίγο ακόμα, συμπέσει [ακούσια] με την επιστροφή της δυνατότητας για επικοινωνία.

Από τη στιγμή που ένας ποιητής ξυπνά, γίνεται βλάκας. Θέλω να πω έξυπνος. «Που βρίσκομαι;» ρωτά σαν τις γυναίκες που λιποθύμησαν. Οι σημειώσεις ενός ποιητή που έχει πια ξυπνήσει δεν αξίζουν πολλά πράγματα. Τις προσκομίζω μονάχα για ό,τι αξίζουν, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο και την ευθύνη. Μαι ακόμη εμπειρία.

Πρέπει να γιατρευτεί κανείς με κάθε μέσο απ' τη μανιακή φροντίδα του γραψίματος. Το στιλ που δεν προέρχεται από τα μέσα μας είναι μέτριο, ακόμα κι όταν μοιάζει με εσωτερικό γράψιμο. Το μόνο δυνατό στιλ είναι η σκέψη που υλοποιείται. Διαβάστε διοικητικές αναφορές, το γράψιμο των μαθηματικών, των γεωμετρών, των ειδικών σε οιονδήποτε κλάδο. Καταπνίξτε κάθε άλλο διάβασμα.
Ανατόλ Φρανς: το κλασικό σύμφωνα με τους κλασικούς. Η τέχνη σύμφωνα με την τέχνη. Ποτέ πριν ένα τέτοιο ταλέντο δεν υπηρέτησε με τέτοια πίστη την κοινοτοπία.

Ο πνεύμονας είναι ένας σάκος σφαιριδίων. Κάθε σφαιρίδιο διαιρείται σε κυψελίδες που οδηγούν ίσια στους βρόγχους. Ένα σφαιρίδιο αντιγράφει ολόκληρο τον πνεύμονα ενός βατράχου. Η λεία εσωτερική επιφάνεια είναι καλυμμένη από ένα αιμάτινο δίκτυο τριχοειδών αγγείων. Έτσι, αν ξεδιπλώναμε και σιδερώναμε τον πνεύμονα, θα κάλυπτε διακόσια τετραγωνικά μέτρα. Σωστά διαβάσατε.
Ο καπνός λοιπόν, διαποτίζει με μια ρουφηξιά εκατόν πενήντα τετραγωνικά μέτρα της πνευμονικής επιφάνειας.
Η αιμάτινη μάζα του πνεύμονα, που είναι πυκνότητας μονάχα επτά χιλιοστά του χιλιοστού, αντιστοιχεί σ' ένα λίτρο αίματος.
Δοθείσης της ταχύτητας της πνευμονικής κυκλοφορίας, μπορεί να φανταστεί κανείς την ποσότητα του αίματος που περνά μέσα από το αναπνευστικό μηχάνημα.
Απ' όπου και τα στιγμιαία αποτελέσματα του οπίου στον καπνιστή.
Ο καπνιστής υψώνεται αργά σαν μια μογγολφιέρα, γυρίζει αργά και ξαναπέφτει αργά πάνω σ' ένα νεκρό φεγγάρι που η έλξη του τον εμποδίζει να ξεφύγει.
Ακόμα κι αν σηκώνεται, κι αν μιλά, κι αν δρα, κι αν γίνεται κοινωνικός, κι αν εμφανίζεται να ζει, ακόμα και τότε, οι χειρονομίες του, η περπατησιά του, το δέρμα του, το βλέμμα και τα λόγια του δεν καθρεφτίζουν λιγότερο μια ζωή υποταγμένη σε νόμους διαφορετικούς, μιας άλλης ελαφράδας και βαρύτητας.
Το ταξίδι της επιστροφής θα γίνει με δικό του κίνδυνο κι ευθύνη. Ο καπνιστής θα πληρώσει πρώτα πρώτα τα λύτρα του. Το όπιο τον απελευθερώνει, η επιστροφή όμως είναι απογοητευτική.
Παρ' όλα αυτά, έχοντας επιστρέψει στον πλανήτη του, διατηρεί μια νοσταλγία.

Ο θάνατος διαχωρίζει οριστικά τα βαριά μας υγρά από τα ελαφρά μας υγρά. Το όπιο τα διαχωρίζει λιγάκι.

Το όπιο είναι η μόνη φυτική ουσία που μας κάνει κοινωνούς της φυτικής κατάστασης. Χάρη σ' αυτό παίρνουμε μια ιδέα της ταχύτητας των φυτών.

Μπορείς να πεις: ο ήλιος είναι μεγάλος, αυτός ο κόκκος σκόνης μικρός, γιατί και τα δύο εξαρτώνται απ' την κλίμακα των αξιών μας. Ενώ είναι βλακεία να πεις: ο Θεός είναι μεγάλος, ένα άτομο μικρό. Είναι πολύ παράξενο ότι σχεδόν κανείς δεν αισθάνεται τους αιώνες που περνούν ανάμεσα σε κάθε αναπνοή μας, τους κόσμους που δημιουργούνται και καταστρέφονται από το κορμί μας, ότι το σκότος του κορμιού μας κρύβει τις φωτιές που το κατοικούν, και πως τελικά μια διαφορά στο μέγεθος είναι αυτή που κάνει ακατανόητο το γεγονός ότι αυτοί οι κόσμοι πιθανόν να είναι πολιτισμένοι ή νεκροί. Με δυό λόγια, ότι το απείρως μικροσκοπικό μπορεί να είναι μια αποκάλυψη αντί ένα ένστικτο.
Το ίδιο ισχύει και για το απείρως μεγάλο (μεγάλο, αλλά μικρό σε σχέση μ' εμάς), μιας και δεν καταλαβαίνουμε ότι ο ουρανός μας, το φως μας, ο χώρος μας δεν είναι παρά μια μαύρη κουκίδα γι' αυτόν που το σώμα του περιέχει και του οποίου η ζωή (σύντομη για τον ίδιο) για μας είναι αιώνες.
Παρ' όλη την πίστη, ο Θεός θα μας αρρώσταινε. Η σοφία του Μωυσή ήταν να περιορίσει τους ανθρώπους στα σπιτάκια τους.
Ο ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Γιατί ζεις αυτή την ύπαρξη, ω, εσύ τοξικομανή ως το κόκαλο. Καλύτερα να πηδήξεις απ' το παράθυρο.
Ο ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ: Αδύνατον, επιπλέω.
Ο ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Το κορμί σου θα φτάσει γρήγορα κάτω.
Ο ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ: Κι εγώ θα φτάσω αργότερα, στο κατόπι του.

Έχοντας γνωρίσει το όπιο, είναι δύσκολο να ζήσεις δίχως του γιατί έχοντάς το γνωρίσει είναι πια δύσκολο να πάρεις τη γη στα σοβαρά. Και, εκτός κι αν είσαι άγιος, είναι δύσκολο να ζήσεις χωρίς να παίρνεις τη γη στα σοβαρά.
Μετά την αποτοξίνωση. Η χειρότερη στιγμή, ο χειρότερος κίνδυνος. Η υγεία μ' ένα κενό και μια απέραντη θλίψη. Οι γιατροι σε οδηγούν νόμιμα στην αυτοκτονία. Το όπιο, που ξελασκάρει λιγάκι τις πιο μαγκωμένες πτυχώσεις χάρη στις οποίες πιστεύουμε ότι θα ζήσουμε για πολύ, για αρκετά λεπτά και για αρκετά γεγονότα, μας αφαιρεί πρώτα απ' όλα τη μνήμη.
Επιστροφή της μνήμης και της αίσθησης του χρόνου (ακόμα και σ' εμένα που μόλις υπάρχουν σε φυσιολογική κατάσταση).
Το πνεύμα του καπνιστή σαλεύει ακίνητο, σαν το μουαρέ.


JEAN COCTEAU
ΤΟ ΟΠΙΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ 2007