.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ «ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΜΥΗΣΗΣ» - H. P. BLAVATSKY


Η αρχαιότητα της Μυστικής Δοξασίας μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτή, όταν φανεί σε ποιο σημείο της ιστορίας τα Μυστήρια είχαν ήδη υποβαθμιστεί, αφού είχαν υποταχθεί στην προσωπική φιλοδοξία του δεσπότη-κυβερνήτη και του πανούργου ιερατείου. Αυτά τα βαθιά φιλοσοφικά και επιστημονικά διαμορφωμένα θρησκευτικά δράματα, στα οποία αναπαριστάνονταν οι μεγαλύτερες αλήθειες του Απόκρυφου ή Πνευματικού Σύμπαντος και η κρυμμένη κληρονομιά της γνώσης, είχαν γίνει αντικείμενο καταδίωξης πολυ πριν από τις μέρες της ακμής του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα. Ωστόσο, οι πρωταρχικές αποκαλύψεις που δόθηκαν στην Ανθρωπότητα, δεν πέθαναν μαζί με τα Μυστήρια. Διατηρούνται ακόμη σαν κληρονομιά για τις μελλοντικές και περισσότερο πνευματικές γενιές.
Στην Αποκαλυμμένη Ίσιδα, έχει ήδη αναφερθεί ότι και από την εποχή του Αριστοτέλη τα μεγάλα Μυστήρια είχαν χάσει το αρχικό μεγαλείο και τη σοβαρότητά τους. Οι τελετές τους είχαν αχρηστευθεί και ως ένα μεγάλο βαθμό είχαν υποβαθμιστεί σε απλά ιερατικά θεάματα ή είχαν γίνει θρησκευτικές μιμήσεις. Είναι περιττό να αναφέρουμε πότε εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, αφού υπάρχει μια αξεδιάλυτη χρονολογική σύγχυση, τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Αριστοτέλη. Αρκεί να πούμε ότι στην Αίγυπτο τα Μυστήρια ήταν γνωστά από την εποχή του Μήνη και ότι οι Έλληνες τα πήραν μόνο όταν τα έφερε ο Ορφέας από την Ινδία. Σε ένα άρθρο με τίτλο «Ήταν η γραφή γνωστή πριν από τον Πανίνι;», αναφέρεται ότι οι Παντού είχαν αποκτήσει παγκόσμια κυριαρχία και δίδασκαν τα «θυσιαστικά» Μυστήρια σε άλλες φυλές από το 3300 π.Χ. Πράγματι, όταν ο Ορφέας, ο γιος του Απόλλωνα ή Ήλιου, δέχθηκε από τον πατέρα του τη φόρμιγγα – την επτάχορδη λύρα, σύμβολο του επταπλού μυστηρίου της Μύησης – τα Μυστήρια ήταν ήδη πανάρχαια στην Κεντρική Ασία και την Ινδία. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Ορφέας είναι πολύ αρχαιότερος του Ομήρου και του Ησίοδου. Έτσι, ακόμη και στις μέρες του Αριστοτέλη, ελάχιστοι ήταν οι αληθινοί Μύστες που είχαν μείνει στην Ευρώπη, ακόμη και στην Αίγυπτο. Οι κληρονόμοι εκείνων που αφανίστηκαν από τα κατακτητικά ξίφη διαφόρων εισβολέων της αρχαίας Αιγύπτου, είχαν και οι ίδιοι εξαφανιστεί με τη σειρά τους. Όπως πριν από 8000 ή 9000 χρόνια το ρεύμα της γνώσης κυλούσε αργά από τα οροπέδια της Κεντρικής Ασίας στην Ινδία και προς την Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική, έτσι 500 χρόνια περίπου π.Χ. άρχισε να κυλάει πίσω προς την παλιά του πατρίδα και τόπο γέννησης. Στη διάρκεια των επόμενων δύο χιλιάδων χρόνων, η γνώση της ύπαρξης των μεγάλων Μυστών είχε σχεδόν χαθεί στην Ευρώπη. Ωστόσο, σε μερικά μυστικά μέρη, τα Μυστήρια εξακολουθούσαν να τελούνται με όλη την πρωταρχική τους αγνότητα. Ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης» εξακολουθούσε να ρίχνει το φως του στο νυχτερινό ουρανό. Ενώ το σκοτάδι είχε καλύψει το πρόσωπο ενός αμαθή κόσμου, το αιώνιο φως άναβε μέσα στα Άδυτα τις νύχτες της Μύησης. Τα αληθινά Μυστήρια δεν έγιναν ποτέ γνωστά. Η Ελευσίνα και η Άγρα για τα πλήθη, ο Θεός Ευβουλεύς, «της καλής συμβουλής», η μεγάλη Ορφική θεότητα για το νεόφυτο.
Ποιος ήταν άραγε αυτός ο μυστηριώδης Θεός, τον οποίο πολλοί ερευνητές συγχέουν με τον Ήλιο; Όποιος έχει κάποια ιδέα για την αρχαία αιγυπτιακή εξωτερική πίστη, ξέρει πολύ καλά ότι για τα πλήθη ο Όσιρις ήταν ο Ήλιος στον Ουρανό, «ο Ουράνιος Βασιλιάς», ο Ρο-Ιμφαμπ. Οι Έλληνες ονόμαζαν τον Ήλιο «Οφθαλμό του Διός», όπως ο σύγχρονος ορθόδοξος Πάρσης έχει τον «Οφθαλμό του Ορμούζ». Ονομαζόταν, επίσης, «Παντεπόπτης Θεός» (πολυόφθαλμος), «Θεός Σωτήρας» και «αίτιον της σωτηρίας». Διαβάστε τον πάπυρο του Παφέρονμες στο Βερολίνο, καθώς και τη στήλη, όπως αποδόθηκε από τον Μαριέτ-Μπεΐ:

Δόξα σε σένα, ω Ήλιε, θείο τέκνο!... οι ακτίνες σου χαρίζουν ζωή στους αγνούς και σε όσους είναι έτοιμοι... Οι Θεοί [οι «Υιοί του Θεού»] που σε πλησιάζουν τρέμουν από αγαλλίαση και δέος... Εσύ είσαι ο πρωτογεννημένος, ο Υιός του Θεού, ο Λόγος.

Η Εκκλησία αναγνώρισε σε αυτούς τους όρους και είδε σε αυτές τις εκφράσεις των μυητικών τελετών και τα προφητικά λόγια των Παγανιστικών Χρησμών προφητείες για την έλευση του Χριστού. Η αλήθεια είναι πως αναφέρονταν για κάθε άξιο Μυημένο. Αρκετές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούνταν στα ιερατικά κείμενα και ιερογλυφικά, χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή μας, βρίσκονται τώρα στους ύμνους και τις προσευχές των χριστιανικών εκκλησιών. Δύσκολα η Εκκλησία θα παραδεχόταν κάτι τέτοιο, μια και μέσα στους αιώνες επήλθε καταστροφή των πανάρχαιων χειρογράφων. Αναμφίβολα η Χριστιανοσύνη είχε τους δικούς της μεγάλους Ενορατικούς και Προφήτες, όπως κάθε άλλη θρησκεία. Τα επιχειρήματά τους όμως δεν ενισχύονται περισσότερο με το να αρνούνται τους προκατόχους τους.
Ακούστε τι λέει ο Πλάτωνας:

Γνώριζε, λοιπόν, Γλαύκε, πως όταν μιλάω για τη δημιουργία του αγαθού, εννοώ τον Ήλιο. Ο Γιος βρίσκεται σε τέλεια αναλογία με τον Πατέρα του.

Ο Ιάμβλιχος αποκαλεί τον Ήλιο «εικόνα της θείας διάνοιας ή Σοφίας». Ο Ευσέβιος επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Φίλωνα, ονομάζει τον ανατέλλοντα Ήλιο (ανατολή) Αρχάγγελο, αρχαιότερο από όλους, προσθέτοντας ότι ο Αρχάγγελος που είναι πολυώνυμος (έχει πολλά ονόματα) είναι ο Λόγος ή Χριστός. Η λέξη Sol (Ήλιος) προέρχεται από τη λέξη solus, ο Ένας ή ο «Μόνος» και το ελληνικό του όνομα Ήλιος σημαίνει ο «Ύψιστος» και έτσι το σύμβολο γίνεται κατανοητό. Παρ' όλα αυτά οι αρχαίοι έκαναν μια διάκριση ανάμεσα στον Ήλιο και στο πρωτότυπό του.

Ο Σωκράτης χαιρετούσε τον ανατέλλοντα Ήλιο, όπως, ακόμη και στις μέρες μας, κάνει ένας αληθινός Πάρσης ή Ζωροαστριστής. Ο Όμηρος και ο Ευριπίδης, όπως και ο Πλάτωνας, αναφέρουν μερικές φορές το Δία-Λόγο, τη «Λέξη» ή τον Ήλιο. Ωστόσο οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι αφού το μαντείο όταν ρωτήθηκε για το Θεό Ιάω απάντησε: «Είναι ο Ήλιος», επομένως:

Ο Γιεχοβά των Ιουδαίων ήταν πολύ γνωστός στους Παγανιστές και τους Έλληνες.

Και ο «Ιάω είναι ο δικός μας Γιεχοβά». Το πρώτο μέρος της πρότασης φαίνεται ότι δεν έχει καμιά σχέση με το δεύτερο. Πολύ λιγότερο δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει το συμπέρασμα σαν σωστό. Αλλά αν υπάρχει τόση ανάγκη να αποδειχτεί η ταυτότητα, εμείς δε διαφωνούμε καθολου. Μόνο που σε μια τέτοια περίπτωση, ο Γιεχοβά θα είναι επίσης ο Βάκχος. Είναι πολύ περίεργο που οι σύγχρονοι χριστιανοί μελετητές εξαρτώνται από τις πίστεις των Ιουδαίων – που ήταν Σαβαΐτες και λάτρεις του Ήλιου, όπως ο όχλος της Χαλδαίας – και με αυτό τον τρόπο δεν καταφέρνουν να δουν ότι ο μετέπειτα Γιεχοβά δεν είναι παρά μια ιουδαϊκή ανάπτυξη του Για-βά, ή του Ιαώ των Φοινίκων. Με λίγα λόγια, πρόκειται για το μυστικό όνομα ενός Μυστηριακού Θεού, ενός από τους πολλούς Κάβειρους. Παρ' όλο που ήταν ο «Ύψιστος Θεός» για ένα μικρό έθνος, ποτέ δεν θεωρήθηκε σαν τέτοιος από τους Μυημένους που τελούσαν τα Μυστήρια. Για αυτούς δεν ήταν παρά ένα Πλανητικό Πνεύμα προσκολημμένο στον ορατό Ήλιο, ο οποίος είναι το κεντρικό Άστρο και όχι ο κεντρικός πνευματικός Ήλιος.

Και είπεν αυτώ ο Άγγελος Κυρίου, [στον Μανωά] «εις τι τούτο ερωτάς, το όνομά μου και αυτό εστίν θαυμαστόν».

Όπως και αν έχει το πράγμα, δύσκολα μπορεί να απορριφθεί η ταυτότητα του Γιεχοβά του όρους Σινά με το Θεό Βάκχο και ο τελευταίος – όπως ήδη αναφέραμε στην Αποκαλυμμένη Ίσιδα – είναι ο Διόνυσος. Όπου λατρευόταν ο Βάκχος υπήρχε μια παράδοση για την πόλη Νύσα και ένα σπήλαιο όπου ανατρεφόταν. Έξω από την Ελλάδα, ο Βάκχος ήταν ο πανίσχυρος «Ζαγρέας, ο ανώτερος των Θεών», στην υπηρεσία του οποίου βρισκόταν ο Ορφέας, ο ιδρυτής των Μυστηρίων. Τώρα, λοιπόν, αν δε γίνεται αποδεκτό ότι ο Μωυσής ήταν ένας μυημένος ιερέας, ένας Μύστης, οι πράξεις του οποίου αναφέρονται αλληγορικά, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι λάτρευε το Βάκχο μαζί με τους Ισραηλίτες.

Και ωκοδόμησεν ο Μωυσής θυσιαστήριον, και εκάλεσεν το όνομα αυτού Γιεχοβά Νισσί [ ή Ιαώ-νισί, ή πάλι Διόνυσο].

Για να ενισχύσουμε αυτό τον ισχυρισμό πρέπει να θυμηθούμε ότι ο τόπους που γεννήθηκε ο Όσιρις, ο Αιγύπτιος Ζαγρέας ή Βάκχος, ήταν το όρος Σινά, το οποίο από τους Αιγυπτίους ονομάζεται Νίσα. Το χάλκινο φίδι ήταν ένα ναχάς, και ο μήνας του ιουδαϊκού Πάσχα ονομάζεται Νισάν.



H. P. BLAVATSKY
ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΑΚΑΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1989

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ


Ήταν εκείνο το υγρό χωριό στη μέση του βάλτου, το τελείως επίπεδο, που γιόρταζε πάντα μετά το Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και γίνονταν ιπποδρομίες. Μας έκανε πάντα τραπέζι με κοτόσουπα η αγαπημένη μου θεία, η μαμά του εξαδέρφου που πέθανε στην Αμερική κι έστειλε το είδωλό του να με αποχαιρετήσει στην αητοφωλιά που έμενα (Αραχώβης και Ιπποκράτους), εκείνη τη σκληρή χρονιά (1987) που απολύθηκα από το στρατό και πάλευα με τη φτώχεια, την ανέχεια, τους ασύστατους γονείς και τους κακεντρεχείς (λοιπούς) πρώην συγγενείς μου. Και λέω πρώην γιατί με συκοφάντησαν και με κατέτρεξαν τόσο πολύ που οι εχθροί περίττευαν. Και πραγματικά, εκτός από περιστασιακές επαγγελματικές αντιπαλότητες, δεν είχα ποτέ πραγματικούς εχθρούς, γιατί ήμουνα ταπεινός, προσηνής, ευγενικός κι αγαπούσα – πραγματικά και έμπρακτα – τους άλλους. Είχα βασανιστεί τοσο πολύ, μέσα μου κι έξω μου, που πίστευα πως όλοι οι άνθρωποι έχουν δίκιο κι όλα τα όντα είναι καλά – ακόμα και τα «κακά» και τα γκρίζα... ειδικά εκείνα. Γιατί είχαν στερηθεί την αγάπη και την αποδοχή. Είχαν βιώσει τη σκληρότητα της επιβίωσης κι αυτό τα έκανε τραχιά και χοντρόπετσα. Σαν τη γιαγιά τη Γιαννού. Όμως γι αυτήν θα μιλήσω σε ένα άλλο κεφάλαιο αυτού του ιδιόρυθμου συγγράματος.
Τώρα όμως ας ευθυμήσουμε λίγο. Σ' εκείνο το χωριό επικρατούσε μια ελευθεριότητα κι οι κάτοικοι τελούσαν σε κατάσταση διαρκούς ευθυμίας. Για να μην πω διαρκούς... ιθυφαλλικότητας (δική μου λέξη, μην την ψάξετε στα λεξικά). Κάτι το γλυκόπιοτο κρασί από τα παχιά αμπέλια, κάτι οι απαγορευμένες ουσίες (ξέρετε...) κάτι το τεμπελοχανιό κι η αργομισθία, κάτι η παραδοσιακή ραθυμία του κάμπου που τον δέρνει αλύπητα ο ήλιος τριακόσιες μέρες το χρόνο... Έρχονταν οι πόθοι και κόρωναν κι έφτανε ο αχός των σωμάτων μέχρι τον ουρανό. Όταν λερώνονταν βιάζονταν να πέσουν στα κρύα νερά του ποταμού Πάμισου, για να ξεπλυθούν από τα πειστήρια της απιστίας τους (όχι όμως κι από τις αμαρτίες τους – αφού δεν φαινόταν να θεωρεί κανείς αμαρτία το εκτόνωμα τωναισθησεων – ούτε καν ο παπάς της μονίμως άδειας εκκλησίας με τα κακόγουστα βιτρώ).
Ακόμα και στη γιορτή του χωριού, του Αγίου Γεωργίου, ακόμα και τότε, προτιμούσαν να στέκονται έξω από την εκκλησία, να χαζολογάνε τις γυναίκες των άλλων και τα κορίτσια της παντρειάς, να ξερογλείφονται τηρώντας την ψητή γουρουνοπούλα (με το λεμόνι ολόκληρο στο στόμα της)... Τέτοια ήταν η ευλάβειά τους που με το ένα χέρι έκαναν το σταυρό τους και με το άλλο κάπνιζαν χόρτο από την προσωπική τους φυτεία. Η άλλη θεία μου, η πρωτευουσιάνα, έλεγε ότι σιχαινόταν αυτό το κωλοχώρι και την υγρασία του, εκεί όμως κατέληξε, γριά, παρκισονική, καρδιοπαθής και άπορη (με μια μικρή σύνταξη) αφού τα τρία παιδιά της την εγκατέλειψαν άσπλαχνα, κι ας είχε υποστεί τα πάντα για να τα αναθρέψει όταν ορφάνεψαν. Εκείνα ήταν αχάριστα κι έπασχαν αό το αμάρτημα της αλαζονείας. Ψωροπερήφανοι, αρχοντοχωριάτες, πονηροί, υποκριτές, καλοί Σαμαρείτες για την μικρή κοινωνία. Γραμματείς και Φαρισαίοι όμως εκεί που η ανωνυμία τους ήταν εξασφαλισμένη. Όταν δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες έκαναν το κακό χωρίς αναστολές κι αν κάποιος τους έπαιρνε μυρωδιά κατά λάθος, έσπευδαν εκείνοι να τον βγάλουν τρελό και αναξιόπιστο. Τέλος πάντων... Περασμένα ξεχασμένα. Περυσινά ξινά σταφύλια, που λέει ο λόγος...

Η αστεία μας ιστορία τώρα. Εκεί λοιπόν, σε αυτό το ακατονόμαστο χωρίο, έμενε και μια χήρα με εφτά αγόρια. Ο πρώτος νταβατζής και καβαλάρης (στα άλογα, αλλά και στις ξένες γυναίκες). Οι άλλοι πήγαιναν από πίσω του σαν τα κολλητήρια ξωπίσω από τον Καραγκιόζη του Σπαθάρη, που έστηνε συχνά τον μπερντέ του στο καφενείο του χωριού, ντουμάνι πάντα από τους λουλέδες, τους ναργιλέδες και τα τυλιχτά τσιγάρα. Η τουρκοκρατία είχε περάσει προ πολλού, και το φεουδαρχικό σύστημα των τσιφλικάδων είχε προ πολλού εκπνεύσει, εκεί όμως στον μεσσηνιακό κάμπο φαινόταν να μην το είχε συνειδητοποιήσει ακόμα κανείς. Εν έτει 1975 έμοιαζαν όλα απαράλλαχτα. Κι ας έπεσε η χούντα κι ας έγινε μεταπολίτευση κι ας εμφανίζονταν τώρα πιο ελεύθερα οι πρωην πολιτικοί εξόριστοι, ο κοινωνικός αποκλεισμός του διαφορετικού καλά κρατούσε. Παπάδες και χωροφύλακες, αγροφύλακες και εισπράκτορες, οδηγοί λεωφορείου, τραίνου και νταλίκας, πηδούσαν ό,τι περπατούσε κι ό,τι κινιόταν, χωρίς να ρωτάνε πολλά πολλά για το φύλο, την ηλικία, την εθνότητα ή τα ...φρονήματα, φτάνει να έπλεναν μετά τα αχαμνά τους και τα χέρια τους (σαν τον Πόντιο Πιλάτο) και να μην μίλαγαν ποτέ για το ...φονικό. Γιατί και φονικά γίνονταν βεβαίως ουκ ολίγα, αλλά καλύπτονταν γρήγορα από τη στάχτη του χρόνου και τη στωικότητα των χωρικών που ήξεραν πως όλοι εκεί θα καταλήξουμε , επομένως δεν χρειάζεται να τα συζητάμε και πολύ αυτά τα πράγματα, γιατί όσο τα σκαλίζεις τόσο βρωμάνε...
Η χήρα λοιπόν δεν είχε καταθέσει τα ...όπλα. Οι κακές γλώσσες (οι γεροντοκόρες φαρμακομύτες γειτόνισσες με το ...μουστάκι) έλεγαν ότι και με τον ίδιο της το γιο κοιμόταν, ότι αυτή τον έβγαλε στο κλαρί και του έλεγε όλα τα κόλπα, πως μπορείς να σκλαβώσεις μια γυναίκα για πάντα. Μέχρι και με έναν καλόγερο πήγε η αθεόφοβη, από εκείνους που πούλαγαν κομποσχοίνια. Τον έβαλε στο κελάρι του σπιτιού και του δίδαξε τι εστί βερίκοκο. Αφού λοιπόν του πέταξε τα μάτια έξω και τον ξεζούμισε, του άρπαξε και όλη την είσπραξη, τον πέταξε αδέκαρο στο δρόμο με κλωτσιές ο νταβατζής γιος της, κατηγορώντας τον κακόμοιρο ότι διέφθειρε τη μητέρα του, αν και άνθρωπος της εκκλησίας. Δεν έπρεπε, λέει, να κάνει ένα τέτοιο πράγμα. Ειδεχθές έγκλημα το χαρακτήρισε, καταπώς τον είχε δασκαλέψει η κακούργα η μάννα του.
Όμως ο θεός τους τιμώρησε και τους δύο. Εκείνος πρώτα έπεσε από το μηχανάκι και μετά μια παντρεμένη του έριξε βιτριόλι και του έκανε τα ...αμελέτητα αγνώριστα. Κραυγή τρόμου έβγαλε η μάννα του όταν τον έπλενε στον τέντζερη. Μετά όμως και η ίδια γνώρισε τη θεία τιμωρία για τα ανομήματά της. Ένα απόγευμα που έλυσε τον κώτσο της για να λούσει τα μαλλιά της με ξίδι για τις ψείρες. Είχε γίνει η κόνιδα πίτουρο στο κεφάλι της, ανακάλυψε με φρίκη ότι οι κατσαρίδες είχαν χτίσει φωλιά στο κρανίο της και της είχαν μαδήσει ολόκληρες περιοχές τρώγοντας το κρέας της κεφαλής της. Εκείνη όμως απασχολημένη με τις ερωτοδουλειές του γιου της και τις δικές της παρασπονδίες δεν είχε χρόνο για τέτοιες λεπτομέρειες. Μετά τον κάματο της μέρας έπεφτε ξερή, χωρίς να λύσει καν τον κώτσο της. Ήταν τόση η λάτρα του σπιτιού, το κοτέτσι, η δουλειά στο χωράφι, τα κουνελάκια βρώμιζαν το σύμπαν κι έσκαβαν λαγούμια παντού... Που να βρει χρόνο να ψάξει τα λαγούμια στο ίδιο της το κεφάλι; Έτσι δικαιολογήθηκε στις γειτόνισσες που πήγαν να την συνδράμουν, όταν άκουσαν τις ουρανομήκεις κραυγές της. Έκανε χρόνια να γιατρευτεί. Το βάμμα ιωδίου άφησε όμως πληγές στο καύκαλό της και κυκλοφορούσε πάντα με μαντήλι, ακόμα και μέσα στο σπίτι. Κι όταν είχε εραστή φορούσε την περούκα που είχε αγοράσει από μια γύφτισα, που την είχε κλέψει από μια μεγαλοκυρία που έπεσε ξερή στη μέση του δρόμου. Της είχε έρθει κόλπος της κακομοίρας από το πολύ το πάχος. Αυτά για την ώρα αγαπητοί μου. Τα ευτράπελα και τα λαογραφικά. Θα επανέλθω δριμύτερος με άλλες περιπέτειες. Σας το υπόσχομαι. Καληνύχτα και καλή αυγινή που έλεγε η γιαγιά μου.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ
Το τζιτζίκι της Περσεφόνης
(Ανάλεκτα. Δραματικά και... άλλα)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ 2015

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Δήμητρα, η … ΘΕΣΜΟΦΟΡΟΣ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ


Η λέξις και μόνη «Θεσμοφόρος, η εισαγαγούσα δηλαδή εις την Αττικήν τους Θεσμούς, αποκαλύπτει τι μεγίστας ευεργεσίας προσέφερεν αύτη εις τας Αθήνας, θεμελιώσασα δια των Νόμων της, μεταξύ των οποίων και η Νομιμοποίησις του Μυστηρίου του Γάμου, το μεγαλείον των Αθηνών, ως της κοιτίδος του Πολιτισμού και της Ευνομίας και ως της Διδασκάλου και Παιδαγωγού της Οικουμένης. Αυτή η ιδρύτρια τωμ Μυστηρίων της Ελευσίνος και του Θειοτάτου Μυστηρίου της Σποράς η αποκαλύπτρια, έχουσα συμπαραστάτην της τον Τριπτόλεμον. Αυτή η αποκαλύπτρια, ως και το όνομά της δηλοι, του Μυστηρίου των Τεσσάρων Μητρών!
Η πρώτη Μήτρα είναι το «πανδεχές δοχείον», η «πανδεχής ύλη», εις την οποίαν πίπτει ο σπόρος ή το είδος του συλλήπτορος Δημιουργού ή Κρόνου Χρόνου του Αγκυλομήτου. Η Ψυχή του Παντός η δεχομένη τον Θείον Σπόρον και εκ της οποίας φύεται το Σύμπαν, αποτελούσα την Φύσιν.
Ο άρχων και έφορος των Ελευσινίων Μυστηρίων είναι η Θεά Δημήτηρ η κατ' εξοχήν Θεά της κυοφορίας και του Γάμου, της βλαστήσεως ή γεννήσεως, της καλλιεργείας ή μορφώσεως, της ανθίσεως, της καρποφορίας, της ωριμάνσεως, της τελειότητος, της ανακυκλήσεως ή μετενσαρκώσεως. Συμπαραστάτην της έχουσαν τον κρυφιόμυστον Κρόνον (Χρόνον του Ορφέως), τον δρεπανηφόρον, τον εμπνευστήν και συλλήπτορα πάσης Σποράς, διότι ο Κρόνος – κατά την Αρχαίαν Ελληνικήν Παράδοσιν – είναι ο Μέγας του Παντός Αρχιτέκτων, ο Υπέρθεος Νους, ο Δημιουργός και Κυβερνήτης του Παντός, του οποίου ο κύριος ρόλος είναι να συλλαμβάνη και να σπείρη εις τόδε το Παν, την συνολικότητα των Σπόρων, Ειδών, Ιδεών, Μορφών, Τύπων, και να προαγάγη τούτους εις την ωρίμανσιν και τελείωσιν.
Η δευτέρα Μήτρα είναι η Ανθρωπίνη Ψυχή, η υπό των Ελευσινίων Μυστηρίων συμβολιζομένη δια της λέξεως «η Κόρη» και «Περσεφόνη», εις δε την Καινήν Διαθήκην δια της λέξεως «Μαρία». Εις δε την Οδύσσειαν δια της λέξεως «Πηνελόπη». Εις δε την Ιλιάδα δια της λέξεως «Ελένη». Εις δε την Ελληνικήν Θεολογίαν δια της λέξεως «Αφροδίτη», της οποίας τέκνον είναι ο Έρως. Ενώ της «Κόρης» ή Περσεφόνης σύζυγος είναι ο Άδης ή ο Πλούτων, ο συμβολίζων την νέκρωσιν της σαρκός ή … την Φιλοσοφίαν ή Κάθαρσιν. Διότι... μόνον δια της Καθάρσεως ή Βαπτίσματος, είναι δυνατή η Θεοποίησις του Ανθρώπου και η τελική αυτού είσοδος εις την Βασιλείαν των Ουρανών: δηλαδή μόνον δια της κατανικήσεως και καταλύσεως της κυριαρχίας του Σατανά επί της ψυχής μας είναι δυνατή η θεοποίησις του ανθρώπου και η μετατροπή αυτού από κωφού και τυφλού δαιμονιζομένου, εις Προφήτην και Άγιον Θαυματουργόν! Δια να επιτευχθή δε τούτο χρειάζεται να πέση εις αυτήν ο Θείος Σπόρος, τα Θεία δηλαδή Ρήματα. Την Θείαν αυτήν Σποράν υπαινίσσεται ο Λουκιανός εις το Ενύπνιόν του, δια της ακολούθου περικοπής: «Αρθείς δε εις ύψος εγώ επεσκόπουν από της έω αρξάμενος άχρι προς τα εσπέρια πόλεις και έθνη και δήμους, καθάπερ ο Τριπτόλεμος, αποσπείρων τι εις την γην».
Η τρίτη Μήτρα είναι η των ζώων, δια την διαιώνισιν του γένους. Αλλοίμονον δ' εις τον άνθρωπον εκείνον, όταν κάμη κατάχρησιν του Θείου του Γάμου και της Σποράς Μυστηρίου, μετατρέπων και βεβηλώνων αυτό εις την εσχάτην κτηνωδίαν, παράκρουσιν και ανομίαν: θα παραμείνει αιωνίως τυφλός και κωφός δαιμονιζόμενος και εις τούτον τον «αιώνα» ή βίον και εις τον μέλλοντα: διότι επιτελεί την μεγίστην αμαρτίαν και βλασφημίαν, την κατά του Πνεύματος του Αγίου.
Η τέταρτη Μήτρα είναι ο ύπερος ή γυναικών, το θήλυ του άνθους ή φυτού όργανον. Ενώ οι στήμονες είναι τα άρρενα του φυτού όργανα, οίτινες κατά το ελεύθερον άκρον αυτών φέρουσι τους ανθήρας, περικλείοντας την γονιμοποιόν κόνιν ή γύριν.
Βεβαίως τα Ελευσίνια Μυστήρια περιέχουν εις τους κόλπους των ολόκληρον την Διδασκαλίαν και τα μέσα δια των οποίων ο μυούμενος κατώρθωνε από δαιμονιζόμενος κωφός και τυφλός, να μετατραπή εις Διαλεκτικόν, Καλχικόν, Μαντικόν, Ορατικόν, Προφήτην, Θείον Άνδρα, και Θεουργόν! Εις Πάνσοφον δηλαδή και τέλειον. Εκ των Αρχαίων Συγγραφέων ο Πλάτων – απ' αρχής μέχρι τέλους του συγγραφικού του έργου – τα τελούμενα και διδασκόμενα εις τα Ελευσίνια Μυστήρια αποκαλύπτει. Και μόνον εις, όντως αμύητος εις την εν τω Παντί Αλήθειαν, δεν δύναται να το διαπιστώση. Ημείς, εις ολόκληρον το συγγραφικόν μας έργον, την μεγάλην αυτήν αλήθειαν διακηρύττομεν. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και εις την προκειμένην μας συγγραφήν: διότι ο Ίππαρχος του Πλάτωνος την μεγάλην δυναμικότητα του Μυστηρίου της Σποράς αποκαλύπτει, την οποίαν αντιληφθείς ο Ίππαρχος, ενστερνισθείς και εφαρμώσας (δια των προτρεπτικών προς την Αρετήν ρημάτων και παροιμιών και δια των Ομηρικών Επών), κατέστησεν ως είπομεν τας Αθήνας τον Διδάσκαλον και Παιδαγωγόν της Οικουμένης.
Άλλος εκ των Αρχαίων, όστις αποκαλύπτει τα διδασκόμενα εις τα Ελευσίνια Μυστήρια, είναι ο μέγας από θεάτρου Μυσταγωγός: ο Αισχύλος, όστις εις όλα του τα περισωθέντα έργα, και δη εις τον Προμηθέα Δεσμώτην, μας αποκαλύπτει αφ' ενός μεν τα Μυστήρια της Εβδομάδος (περί την οποίαν περιστρέφεται ολόκληρος η Αποκάλυψις του Ιωάννου)(1). Αφ' ετέρου δε της Ιούς ή της Δεκάδος: δηλαδή ολόκληρον την δια μέσου των Αιώνων εξέλιξιν «της Πόρνης της Μεγάλης», της καθημένης επί θηρίον κόκκινον, γέμον ονομάτων βλασφημίας, έχον κεφαλάς 7 και κέρατα 10, της Αποκαλύψεως.
Και τέλος, ο σοφώτατος Ισοκράτης, όστις εις την ακόλουθον περικοπήν εκ του Πανηγυρικού του προς το άστυ της Παλλάδος, μας αποκαλύπτει και πάλιν το Μυστήριον της Σποράς, στενώτατα και αναποσπάστως συνδεδεμένον με τα Ελευσίνια Μυστήρια και το μεγαλείον των Αθηνών: «Δήμητρος γαρ αφικομένης εις την πόλιν ημών, ότε επλανήθη, της κόρης αρπαγείσης και προς τους προγόνους τους ημετέρους ευμενώς διατεθείσης εκ των ευεργεσιών, ας ουχ οίον τε άλλοις ή τοις μεμυημένοις ακούειν, και δούσης δωρεάς διττάς, αι περ μέγισται τυγχάνουσιν ούσαι. Τους τε καρπούς, οι του μη θηριωδώς ζην ημάς αίτιοι γεγόνασιν, και την τελετήν, ης οι μετέχοντες περί τε της του βίου τελευτής και του σύμπαντος αιώνος, ηδίους τας ελπίδας έχουσιν»(2).
Ο σοφός Ισοκράτης αποδίδει το μεγαλείον των Αθηνών εις δύο πράγματα: α) Διότι η Δήμητρα προσέφερεν εις τας Αθήνας – και δια των Αθηνών εις την λοιπήν ανθρωπότητα – το Μυστήριον της Σποράς (τόσον δηλαδή το έχον σχέσιν με τον Γάμον και διαιώνισιν του γένους και του είδους: των ζώων και φυτών. Όσον και την σποράν των Θείων Ρημάτων εις την τρίτην μήτραν: την Ψυχήν. Και των ειδών εις την Ύλην ή το πανδεχές αγγείον). Και β) Την τελετήν, η οποία ως στόχον της έχει την μετάδοσιν εις τον μυούμενον, όσα ο Πλάτων μας μεταδίδει δια του συνολικού του έργου: δηλαδή τα μέσα δια των οποίων επιτυγχάνεται η κάθαρσις της ψυχής, και η μετατροπή αυτής από πόρνης Ελένης, ερωτοτροπούσης προς παν άνομον, δηλαδή προς τον Πάριν, τονα συμβολίζοντα «τον οίστρον της ακολασίας» και «τον ζοφώδη και ασέληνον έρωτα της αμαρτίας». Εις Ελένην, αξίαν του Νυμφίου, δηλαδή του Μενελάου, του συμβολίζοντος το εν ημίν Θείον. Όταν δε η Ψυχή δια της καθάρσεως (δηλαδή δια της νεκρώσεως της σαρκός, που συμβολίζει ο Πλούτων), κατορθώση και «δέση τον οικοδεσπότην της» δηλαδή τον κυριαρχούντα επ' αυτής Σατανάν. Όταν παύση να είναι «ο δαιμονιζόμενος κωφός και τυφλός εις παν το Πνευματικόν και εις παν αφορών τον Αόρατον Κόσμον». Τότε καταστάσα Παρθένος ή Κόρη, είναι πλέον αξία να ακούση, όπως η Θεοτόκος, τον κάλλιστον των ύμνων και προσφωνήσεων: «Χαίρε κεχαριτωμένη! Ο Κύριος μετά Σου». Διότι μόνον εις κεκαθαρμένην και πνευματοποιημένην Ψυχήν δύναται να ενοικήση ο Κύριος και να καταλάβη εν αυτή θέσιν, μετατρεπομένης της Ψυχής εις Ναόν Θεού, δια της πλήρους καταργήσεως επ' αυτής της κυριαρχίας του Σατανά. Και τότε η Ψυχή εκείνη καθίσταται Βασίλισσα, Παντογνώστης, Πάνσοφος, Παντοδύναμος, περιβεβλημένη την Δόξαν ή το λεγόμενον «Αυγοειδές», δηλαδή το απαστράπτον από αίγλην και φωτοβολίαν Αθάνατον Σώμα, το Πνευματικόν Σώμα, περί του οποίου ομιλεί αφ' ενός μεν ο Απόστολος Παύλος, αφ' ετέρου δε ο Ιωάννης εις την Αποκάλυψίν του(3), δι' όσα λέγει εις το προτελευταίον κεφάλαιόν του, δηλαδή το κα' περί της «Καινής Ιερουσαλήμ»: «Και την Πόλιν την Αγίαν Ιερουσαλήμ καινήν είδον καταβαίνουσαν από του Θεού, ητοιμασμένην ως νύμφην, κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής».
Το να περιβληθή η Ψυχή το Αυγοειδές, την Καινήν Ιερουσαλήμ, είναι ο τελικός στόχος των μόχθων και αγώνων του «ο Νικών» (=ο=70+ν=50+ι=10+κ=20+ω+800+ν=50=1.000) της Αποκαλύψεως. Ο δε «ο Νικών» είναι η Ψυχή, η αποφασίσασα άπαξ διά παντός δια του Βαπτίσματος δηλαδή δια της Καθάρσεως ή Μετανοίας και Νεκρώσεως της σαρκός ή καταργήσεως της κυριαρχίας επ' αυτής του Σατανά, να καταστή τόσον αγνή όσον η Παρθένος Μαρία, διότι η γλυκυτάτη Παναγία μας είναι ο αιώνιος τύπος της θεοποιημένης Ψυχής και της Τελειότητος, προς την οποίαν Αυτός ο Υιός Της, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μας προτρέπει να φθάσωμεν, δια της Ρήσεώς Του: «γίνεσθαι τέλειοι, όπως ο Πατήρ υμών ο Ουράνιος τέλειός εστιν».
Μεταξύ των Νεωτέρων εκείνος, όστις εισέδυσε πληρέστατα εις το Μυστήριον της Σποράς είναι ο έτερος των δύο Γιγάντων Ποιητών της Γερμανίας: ο Friedrich von Schiller, εις το θαυμάσιον ποίημά του: «Das Eleusinische Fest». Παραθέτομεν δύο μόνον στροφάς εξ αυτού, με σχετικήν μας μετάφρασιν:

«Die Bezähmerin wilder Sitten,
Die den Menschen zum Menschen gesellt,
Und in friedliche, feste Hütten
Wandelte das bewegliche Zelt.


Mit dem Wurfspieß, mit dem Bogen
Schritt der Jäger durch das Land;
Weh dem Fremdling, den die Wogen
Warfen an den Unglücksstrand!»


«Ήρθεν η Δήμητρα στην Ελευσίνα
κι έφυγ' εκείθεν αμέσως η πείνα.
Στη Χώρα απλώθηκε θεία ευλογία,
που πριν την έδερνεν η δυστυχία.

Με το τόξο, με το βέλος περπατούσ' ο κυνηγός...
Θάνατος άφευκτος και χωρίς μνήμα
τον ξένον εύρισκε που άγριο κύμα
έρριχνε στην αφιλόξενη χώρα!
Κάλλιο στην θάλασσα να σβυνε ο ναυαγός...

Τ' άγρια ήθη ημερώθηκαν τώρα:
κ' είναι η Δήμητρα ο ημερευτής,
η αφθονία κι η ευτυχία
των ανθρώπων και της Γης.
Αυτή τον Πόλεμο έδιωξε κι έφερε την Ειρήνη,
και στου ανθρώπου την καρδιά τρισπόθητη γαλήνη:
σπίτι ατράνταχτο έκαμε το κινητό τσαντήρι
και την τροφή εξασφάλισε μ' αθώο σκαλιστήρι...»


________________________
1.Ιδέ έργον μου: «Η Αποκάλυψις του Ιωάννου», Κλεις της κατανοήσεως της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Του κατά Χριστόν Μυστηρίου. Της Αρχαίας Ελληνικής Μυστηριακής Παραδόσεως. Και της σημερινής και μελλοντικής Διεθνούς καταστάσεως. Αθήναι 1953
2.Όταν η Δήμητρα έφθασεν εις την χώραν ημών, όταν περιεπλανήθη λόγω της αρπαγής υπό του Πλούτωνος της Κόρης της (=δηλ. της Περσεφόνης), διετέθη ευμενώς προς τους ημετέρους προγόνους της εποχής της, εξ αιτίας των παρασχεθεισών υπ' αυτών εις αυτήν ευεργεσιών, περί των οποίων όμως μόνον οι μεμυημένοι επιτρέπεται να ακούσουν και προσέφερεν εις αυτούς δύο δωρεάς, αι οποίαι και τυγχάνουσιν αι μέγισται δωρεαί δια τους ανθρώπους και αι οποίαι είναι αφ' ενός μεν οι καρποί, που γίνονται αίτιοι να μη ζώμεν θηριωδώς, και η μυητική τελετή, εις την οποίαν οι μετέχοντες και περί της τελευτής του βίου και περί της συμπάσης εξελίξεως του ανθρώπου δεν δύνανται παρά να έχουν τας γλυκυτάτας των ελπίδων.
3.Ιδέ όσα εξηγώ εις το έργον μου: «Η Αποκάλυψις του Ιωάννου» περί του μυστηρίου της Δόξης ή του Αυγοειδούς ή του Πνευματικού Σώματος.


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΙΟΤΑΤΟΝ ΤΗΣ ΣΠΟΡΑΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΒΛΑΣΦΗΜΟΥΜΕΝΟΝ
ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΠΕΤΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ Α.Ε. 1954

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Η ΛΙΜΝΗ - Alphonse de Lamartine


Πάντα λοιπόν θα τρέχωμε προς άγνωστο ακρογιάλι, 
θα καταποντιζώμεθα στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτ’ εν’ απάνεμο μες στην ανεμοζάλη, 
ουτ’ ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά!

Κύτταξε, λίμνη, κύτταξε! Δεν έκλεισ ένας χρόνος 
πόπαιζε με το κύμα σου χαρούμενη, τρελλή, 
και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος 
στην πέτρα εδ’ οπού πάντοτε μας έβλεπες μαζί.

Καθώς και τώρα εμούγκριζες και τότε αγριεμένη
κ’ εξέσχιζες τα στήθη σου στου βράχου τα πλευρά, 
ανήσυχη επαράδερνες στην άκρη θυμωμένη 
κ’ εράντιζες τα πόδια της με τον αφρό συχνά.

Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κ’ εκείνη 
ελάμνανε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα σου τα νερά, 
τ’ αγέρι δεν ανάσαινε, είχες και συ γαλήνη, 
στον ύπνο σου, δεν άκουες παρά τα δυό κουπιά.

Με μιας τραγούδι ουράνιο, πρωτάκουστο, δροσάτο 
το γέρο τον αντίλαλο τριγύρω μας ξυπνά.
Έμειν’ ευθύς παράλυτο το κύμα σου το αφράτο, 
και τέτοια λόγια ακούστηκαν, θυμάμαι, αρμονικά:

«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου, 
ώρες γλυκές, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή, 
και συ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου, 
τώρα που ζευγαρώσαμε ειν’ όμορφη η ζωή.

»Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια, 
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά-γοργά, 
χρόνε μου, πέτα κι’ άφησε στου έρωτα τα βρόχια 
τα δυό μας να χορτάσωμε τόσο γλυκεία σκλαβιά.

»Του κάκου. Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει… 
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή… 
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει, 
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή…

»Του κάκου. Όλα ξεγέλασμα είν’ όνειρα και πλάνη, 
ζωή μας είν’ η αγάπη μας, και μοναχή χαρά, 
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι, 
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.

»Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται, 
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς, 
καθώς περνούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται 
κ’ οι μαύρες, κ’ οι ολόπικρες στιγμές της συμφοράς;

»Απ’ τη βαθειά την άβυσσον, όπου μας καταπίνει, 
απ’ την αιωνιότητα, όπου μας πλημμυρεί, 
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει, 
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.

»Λοιπόν, απ’ όσα εχάρηκα, δε θ’ απομείνη τρίμμα, 
δεν θα ν’ αφήσω τίποτε σ’ αυτήν τη μαύρη γη! 
Απ’ το γοργό μας πέρασμα δεν είναι τάχα κρίμα 
να μη σωθή ένα πάτημα, ω Χρόνε αδικητή;»

Ω λίμνη, ω βράχοι μου άφωνοι, ω σεις σπηλιές και δάση, 
που βλέπετε τον πόνο μου, μια χάρη σας ζητώ.
Εσείς, όπου δε σκιάζεσθε κανείς να σας χαλάση, 
ποτέ μη μας ξεχάσετε, στο μνήμ’ αν πάω κι’ εγώ.

Κι’ όταν σε δέρνη ο σίφουνας, κι όταν βαθειά κοιμάσαι, 
ω λίμνη μου αφροστέφανη, να μη μας λησμονής, 
εσ’ είδες την αγάπη μας, και μόνη εσύ θυμάσαι 
πως άναφταν τα στήθη μας και θα μας συμπονής.

Θέλω τα πεύκα, τα έλατα, οι βράχοι, η ρεματιά σου, 
τ’ αφρού σου το μουρμούρισμα, τ’ αντίλαλου η φωνή, 
τα δροσερά σου σύγνεφα, τ’ αγέρι, η καταχνιά σου, 
η βρύση, ο καλαμιώνας σου, το χόρτο, το πουλί,

Τ’ άστρο το ασημομέτωπο, η μυρωδιά που χύνει 
το γαλανό το κύμα σου, ω λίμνη μου γλυκεία, 
ό,τι στην πλάση έχει αίσθηση, πνοή, νοημοσύνη, 
όλα να λένε: «Αγάπησαν τα μαύρα φλογερά!»

Μετάφραση Αριστοτέλης Βαλαωρίτης