.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

ΑΛΛΑΧ – ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ


Η φωτιά κατάτρωγε τα παλιά του χωριού σπίτια. Είχε αρχίσει από μια άκρη, την ανατολική, του μεγάλου δρόμου και προχωρούσε καίοντας τα στπίτια της μιας πλευράς, για να φτάσει την άλλη άκρη, που τελείωνε κοντά σ' ένα λόφο γυμνό, ξερό από κάθε βλάστηση.
Τα σπίτια της άλλης πλευράς, αυτουνού του δρόμου έμεναν άγγιχτα και κατάκλειστα. Ερημιά σ' όλο το χωριό. Και μόνο στο δρόμου που οι φλόγες κατέτρωγαν τα σπίτια βρίσκονταν αρκετά πρόσωπα. Δύο στρατιώτες που προσπαθούσαν να διορθώσουν χαλασμένο αυτοκίνητο και πιο πέρα απ' αυτούς κάτι άλλοι παράδοξοι στρατιώτες με ξεκουμπωμένα αμπέχονα και με όπλα πεταμένα στη σκόνη του δρόμου ανάκατα, που καθισμένοι κάτω στη γη μοίραζαν αναμεταξύ τους διάφορα μικροπράγματα αξίας.
-Ασ' τα κάτω ρε!...
-Μη βάζεις χέρι.
-Ο καθένας θα πάρει το μερτικό του.
Άλλοι δεν υπάρχουν. Στα πόδια όμως του λόφου του γυμνού από βλάστηση, πλήθος γυναίκες, κορίτσια καθισμένα κάτω, κοίταζαν τα σπίτια που καίονταν, τις φλόγες, χωρίς να μιλούν, βουβά και ακίνητα. Έμοιαζαν με κοπάδι προβάτων καθισμένων, και που κάπου προσέχει. Λίγα βήματα εμπρός τους, όρθιος, σαν τσοπάνος, στεκόταν ένας γέρος μουσουλμάνος.
Η φωτιά τριζοβολούσε. Καπνός, υψωνόταν και μαύριζε το γαλανό χρώμα τ' ουρανού. Άνεμος τώρα άρχισε να φυσά. Ο καπνός έφευγε γρήγορα και οι φλόγες πιο ζωηρά δούλευαν, κατέτρωγαν τα ξύλα... Πάνω σ' αυτό, στην ανατολική άκρη του δρόμου φάνηκε ένας ανθυποφαρμακοποιός. Οι στρατιώτες, που 'χαν πάψει τη μοιρασιά κι είχαν αρχίσει κάποιο παιχνίδι τυχερό, μόλις τον είδαν, σηκώθηκαν, πήραν τα όπλα τους κι έφυγαν. Οι στρατιώτες που διόρθωναν το αυτοκίνητο, όταν πέρασε από κοντά τους, σήκωσαν τα κεφάλια τους, τον κοίταξαν και πάλι ξακολούθησαν τη δουλειά τους.
Ο φαρμακοποιός πέρασε τα σπίτια που καίονταν με γρήγορο βήμα, αλλ' όταν είδε τις γυναίκες και τα κορίτσια μαζεμένα στα πόδια του λόφου, στάθηκε. Τις κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, κι ύστερα κινήθηκε και τις πλησίασε αργά και με τα σκέλια σφιγμένα, ώστε ν' αγγίζει το 'να στ' άλλο ή να τρίβεται το 'να στ' άλλο καθώς προχωρούσε. Στάθηκε πάλι και κοίταζε σα να έψαχνε να βρει κάτι που 'χασε...
Οι Τούρκισσες άλλες τον κοίταζαν και άλλες έριξαν τα μάτια κάτω στη γη. Ο γερο-μουσουλμάνος είχε στραφεί και τον έβλεπε καλά. Ο φαρμακοποιός σα να βρήκε τι ζητούσε, προχώρησε γρήγορα και άρπαξε ένα έμορφο κορίτσι από το χέρι. Η κυρά φώναξε, το κοπάδι των γυναικών ταράχτηκε, αλλ' έμεινε στη θέση του σα να του ήταν αδύνατο να φύγει, σα να 'ταν δεμένο στη γη, όπως τα στάχυα, οι θάμνοι. Ο γερο-μουσουλμάνος μπήκε στη μέση.
-Κορίτσι, κορίτσι, του είπε παρακλητικά, να, να τούτα!
Κι έδειξε τις γυναίκες. Ο φαρμακοποιός ούτε τον πρόσεξε, έσυρε την κόρη με δύναμη και τη σήκωσε από κάτω. Κι αυτή, έπειτα, τον ακολούθησε που την έσερνε, σαν το μοσχαράκι που, όσο κι αν δε θέλει ν' ακολουθήσει το σφάχτη, πάει από κοντά του. Ο γερο-μουσουλμάνος ακολουθούσε κι αυτός πίσω κάτι λέγοντας τουρκικά και ελληνικά.

Οι στρατιώτες που διόρθωναν το αυτοκίνητο είχαν αφήσει τη δουλειά τους και όρθιοι κοίταζαν. Το κοπάδι των γυναικών, βουβό πάντα, κοίταζε κι αυτό. Ο φαρμακοποιός, χωρίς να δίνει προσοχή σε κανέναν, σα να 'ταν μόνος με την κόρη, αυτός ο Αδάμ και αυτή η Εύα, την έσερνε και την έμπασε σ' ένα σπίτι απ' τ' αντικρινά της πυρκαϊάς, τ' άγγιχτα, που η πόρτα του βρέθηκε ανοιχτή. Κι έκλεισε έπειτα την πόρτα καλά. Με το κλείσιμο όμως της πόρτας φωνές ακούστηκαν μέσα. Ο γέρος απ' έξω μιλούσε, έλεγε κάτι, κοίταζε τους στρατιώτες, ύψωνε τα μάτια του στον ουρανό και κάποτε του ερχόταν κοιτάζοντας τους στρατιώτες ένα γέλιο παράδοξο, ένα γέλιο και κλάμα μαζί.
Να όμως, στην άκρη του δρόμου πάλι, την ανατολική, να στρατιώτες με τα όπλα στον ώμο, μαυρισμένοι απ' τον ήλιο και απ' την καλοπέραση, να 'ρχονται. Δεν ήταν πολλοι, καμιά εικοσαριά. Με βήμα ρυθμικό περνούσαν το δρόμο. Καθώς όμως έφθασαν έξω απ' το σπίτι που 'χε κλείσει την κόρη ο φαρμακοποιός, σταμάτησαν απ' τις φωνές τις σπαραχτικές που 'βγαιναν απ' αυτό.
-Τι τρέχει συνάδελφοι; ρώτησαν τους στρατιώτες του αυτοκινήτου.
Αυτοί που 'χαν αφήσει τη δουλειά τους τους απάντησαν:
-Ένας ανθυποφαρμακοποιός άρπαξε κι έκλεισε μέσα μια Τουρκοπούλα.
-Τι λες!
-Βρε τον άτιμο!
-Ε ρε το σπετσέρη!
Κι ένας πλησιάζοντας χτύπησε δυνατά την πόρτα με τον υποκόπανο του όπλου του, φωνάζοντας:
-Ασ' το κορίτσι, ρε!
Κι άλλοι τον μιμήθηκαν και χτύπησαν την πόρτα δυνατά. Η πόρτα σείστηκε, πήγε να πέσει.
-Ασ' το κορίτσι, βρε.
Και πάλι η πόρτα κινήθηκε άγρια απ' τα χτυπήματα. Οι φωνές έπαψαν μέσα. Οι στρατιώτες παρατάχτηκαν δίπλα στην πόρτα σε μια γραμμή, σα να περίμεναν να τους κάνει επιθεώρηση κείνος που θα 'βγαινε. Πατήματα στην αυλή... Η πόρτα άνοιξε και ο φαρμακοποιός φάνηκε. Έριξε μια πλάγια ματιά στους στρατιώτες που ήταν παρατεταγμένοι και που τον κοίταζαν με σκυθρωπή, άγρια ματιά, κι έφυγε γρήγορα. Στο 'να του χέρι κρατούσε απ' τα πόδια μια όρνιθα.
-Στον αγύριστο! έκανε ένας στρατιώτης.
Και ο γερο-μουσουλμάνος, υψώνοντας τα μάτια στον ουρανό:
-Αλλάχ! Είπε.


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ
Ο ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (1935)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ 2014


Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Το Δίλεπτο Μίσους – George Orwell


...Εκείνη τη στιγμή ο Ο' Μπράιαν κοίταξε το ρολόι του χεριού του, είδε ότι κόντευε έντεκα η ώρα και φαίνεται πως αποφάσισε να μείνει στο Τμήμα Αρχείων ώσπου να τελειώσει το Δίλεπτο Μίσους. Κάθησε σε μια θέση στιν ίδια σειρά με τον Ουίνστον λίγα καθίσματα πιο πέρα. Μεταξύ τους καθόταν μια μικρόσωμη κοκκινομάλλα γυναίκα που εργαζόταν στο διπλανό δωματιάκι απ' του Ουίνστον. Η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά καθόταν ακριβώς πίσω τους.
Την επόμενη στιγμή, αντήχησε από την τηλεόραση μια φρικιαστική, συριστική φωνή – σαν από κάποια τερατώδη μηχανή που δεν είχε λαδωθεί κι έτριζε απαίσια – Ήταν ένας ήχος που σου τρυπούσε το μυαλό και σ' έκανε ν' ανατριχιάζεις σύγκορμος. Το Μίσος είχε αρχίσει.
Όπως συνήθως, παρουσιάστηκε στην οθόνη το πρόσωπο του Εμμανουήλ Γκολντστάιν του Εχθρού του λαού. Ακούστηκαν σφυρίγματα αποδοκιμασίας εδώ κι εκεί, μέσα στο ακροατήριο. Η μικρόσωμη κοκκινομάλλα γυναικούλα άφησε μια στριγγλιά φόβου ανάμικτου με αηδία. Ο Γκολντστάιν ήταν ο αποστάτης, ο παραβάτης που κάποτε, πριν από πολύ καιρό (πόσον καιρό, κανένας δεν θυμόταν με ακρίβεια), υπήρξε μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες του Κόμματος, σχεδόν στο επίπεδο του Μεγάλου Αδελφού, και μετά ανακατεύτηκε σε αντεπαναστατικές ενέργειες, καταδικάστηκε σε θάνατο, και κατά μυστήριο τρόπο δραπέτευσε κι εξαφανίστηκε. Τα προγράμματα του Δίλεπτου Μίσους άλλαζαν από μέρα σε μέρα, αλλά δεν υπήρχε κανένα που να μην είχε τον Γκολντστάιν σαν κύριο πρόσωπο. Ήταν ο μεγαλύτερος προδότης, ο πρώτος που κηλίδωνε την αγνότητα του Κόμματος. Όλα τα κατοπινά εγκλήματα εναντίον του Κόμματος, όλες οι προδοσίες, τα σαμποτάζ, οι αιρέσεις, οι αποσκιρτήσεις προέρχονταν κατ' ευθείαν απ' τις διδασκαλίες του. Εκεί ή κάπου αλλού, ζούσε ακόμα και προετοίμαζε μυστικά τις συνωμοσίες του. Ίσως κάπου στο εξωτερικό με την προστασία ξένων χρηματοδοτών, ή ακόμα – όπως κατά καιρούς έλεγαν οι φήμες – σε κάποιο μέρος στην ίδια την Ωκεανία.
Του Ουίνστον, του κόπηκε η ανάσα. Δεν κατάφερε ποτέ να αντικρύσει το πρόσωπο του Γκολντστάιν χωρίς να νιώσει ανάμικτα οδυνηρά αισθήματα. Ήταν ένα λεπτό εβραϊκό πρόσωπο πλαισιωμένο μ' ένα πλούσιο φωτοστέφανο από αιθέρια άσπρα μαλλιά, κι ένα λεπτό τραγίσιο γενάκι – μια έξυπνη φυσιογνωμία που είχε παρ' όλ' αυτά, κάτι έμφυτα αξιοκαταφρόνητο με μια έκφραση ξεμωραμένου γέρου, στη μακριά λεπτή μύτη του που στην άκρη της στηριζόταν ένα ζευγάρι γυαλιά. Το πρόσωπό του είχε κάτι προβατίσιο. Και η φωνή του ακόμα θύμιζε κάπως βέλασμα. Ο Γκολντστάιν εξαπέλυε την συνηθισμένη του φαρμακερή επίθεση ενάντια του Κόμματος – μια επίθεση που την υπερβολή και την κακεντρέχειά της κι ένα μωρό θα μπορούσε να διακρίνει – παράλληλα όμως αρκετά εύλογη ώστε να προξενεί ένα αίσθημα φόβου ότι θα μπορούσε να επηρεάσει και να παρασύρει ανθρώπους ενός κατωτέρου διανοητικού επιπέδου. Έβριζε τον Μεγάλο Αδελφό, κατήγγειλε τη δικτατορία του Κόμματος, απαιτούσε την άμεση σύναψη ειρήνης με την Ευρασία, υπερασπιζόταν την ελευθερία του λόγου, της Ελευθεροτυπίας, της ελευθερίας των συγκεντρώσεων, της ελευθερίας της σκέψης. Κραύγαζε υστερικά ότι η επανάσταση προδόθηκε – κι όλ' αυτά με μια ομιλία ταχύτατη, πολυσύλλαβη, που ήταν μια παρωδία του συνηθισμένου ύφους των ρητόρων του Κόμματος, και ακόμα περιείχε λέξεις της Νέας Ομιλίας, μάλιστα πολύ περισσότερες λέξεις της Νέας Ομιλίας απ' όσες θα χρησιμοποιούσε στη ζωή ένα μέλος του Κόμματος. Και σ' όλο αυτό το διάστημα για να μην υπάρξει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την πραγματικότητα που υπήρχε στις αερολογίες του Γκολντστάιν, πίσω από το κεφάλι του στην τηλεοθόνη περνούσαν ατέλειωτες σειρές του Ευρασιατικού στρατού – μια σειρά κατόπιν της άλλης, ρωμαλέοι άνδρες με ανέκφραστα Ασιατικά πρόσωπα, που εξαφανίζονταν για να δώσουν τη θέση τους σε άλλους, ακριβώς όμοιους. Η φωνή του Γκολντστάιν πλαισιωνόταν από το μονότονο, ρυθμικό θόρυβο που έκαναν οι μπότες των στρατιωτών.
Πριν περάσουν τριάντα δευτερόλεπτα Μίσους, το μισό ακροατήριο ξέσπασε κι όλας σε έξαλλες κραυγές λύσσας. Ήταν πάρα πολύ γι' αυτούς να βλέπουν το αυτάρεσκο προβατίσιο πρόσωπο μαζί με την τρομακτική δύναμη του Ευρασιατικού στρατού. Εξ άλλου η θέα, ή έστω και η σκέψη μόνο του Γκολντστάιν προκαλούσε αυτόματα φόβο και οργή. Ήταν αντικείμενο μίσους πολύ πιο σταθερό κι από την Ευρασία ή την Ανατολία μια και συνήθως όταν η Ωκεανία ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τη μιά, βρισκόταν σε ειρηνικές σχέσεις με την άλλη. Αλλά το περίεργο ήταν ότι παρ' όλο που ο Γκολντστάιν ήταν ένα μισητό πρόσωπο που το περιφρονούσαν όλοι, παρ' όλο που κάθε μέρα και χίλιες φορές την ημέρα, στις εξέδρες, στην τηλεοθόνη, στις εφημερίδες, στα βιβλία, οι θεωρίες του διαψεύδονταν, καταρρίπτονταν, γελοιοποιούνταν, και η αξιολύπητη ηλιθιότητά τους εκθέτονταν στα μάτια όλων – παρ' όλ' αυτά, η επιρροή του θαρρείς και δε λιγόστευε ποτέ. Πάντα υπήρχαν καινούργια θύματα έτοιμα να παραπλανηθούν απ' αυτόν. Δεν περνούσε μέρα που να μην ανακαλύψει η Αστυνομία της Σκέψης κατασκόπους και σαμποτέρ που ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ήταν ο αρχηγός ενός τεράστιου σκοτεινού στρατού, ενός μυστικού δικτύου συνωμοτών που είχαν σκοπό την ανατροπή της Κυβέρνησης. Υποτίθεται πως το όνομα αυτού του στρατού ήταν Αδελφότης. Ψιθυρίζονταν ακόμα ιστορίες για ένα τρομερό βιβλίο, μια σύνοψη όλων των αιρέσεων, που το είχε γράψει ο Γκολντστάιν και κυκλοφορούσε κρυφά εδώ κι εκεί. Το βιβλίο δεν είχε τίτλο. Ο κόσμος, όταν το ανέφερε ποτέ, το ονόμαζε απλώς ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. Όλ' αυτά όμως, κυκλοφορούσαν μόνο σαν αόριστες φήμες. Ούτε η Αδελφότης, ούτε ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ήταν θέματα που θα ανέφερε ποτέ ένα κανονικό μέλος του Κόμματος, αν μπορούσε να το αποφύγει.

Στο δεύτερο λεπτό, το μίσος εξελίχτηκε σε παραλήρημα. Το ακροατήριο χοροπηδούσε πάνω στις καρέκλες, και ούρλιαζε όσο πιο δυνατά μπορούσε προσπαθώντας να πνίξει το βέλασμα που σε τρέλαινε απ' την τηλεοθόνη. Η μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα είχε αναψοκοκκινίσει και ανοιγόκλεινε το στόμα της σαν ψάρι έξω απ' το νερό. Ακόμα και το παχύ πρόσωπο του Ο' Μπράιεν είχε γίνει κατακόκκινο. Καθόταν στητός στην καρέκλα του, και το δυνατό του στήθος φούσκωνε και τρανταζόταν σαν ν' αντιστεκόταν σ' ένα δυνατό κύμα. Η μελαχρινή κοπέλα πίσω από τον Ουίνστον άρχισε να ξεφωνίζει. «Γουρούνι! Γουρούνι! Γουρούνι!» και ξαφνικά άρπαξε ένα βαρύ λεξικό της Νέας Ομιλίας και το εξεσφενδόνισε πάνω στη τηλεοθόνη. Το λεξικό χτύπησε στη μύτη του Γκολντστάιν και έκανε γκελ. Η φωνή συνεχίστηκε αδυσώπητη. Σε μια στιγμή διαύγειας, ο Ουίνστον είδε τον εαυτό του να φωνάζει κι αυτός μαζί με τους άλλους και να κλωτσάει βίαια με το τακούνι του τα πόδια της καρέκλας. Το φοβερό ου συνέβαινε στο Δίλεπτο Μίσους δεν ήταν το ότι ήσουν υποχρεωμένος να συμμετέχεις, αλλ αντίθετα ότι δεν μπορούσες να αποφύγεις να συμμετέχεις. Μέσα στη διάρκεια των τριάντα δευτερολέπτων, δε χρειαζόταν καμιά προσποίηση. Μια αποτρόπαιη έκσταση φόβου και εκδίκησης, μια φονική μανία, μια διάθεση να βασανίσεις, να χτυπήσεις, να σπάσεις κεφάλια μ' ένα σφυρί, φαινόταν να διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα το ακροατήριο και να το μεταμορφώνει παρά τη θέλησή του σε παράφρονες που μόρφαζαν και ούρλιαζαν. Αλλά η λύσσα που αισθανόσουν ήταν ένα αίσθημα αφηρημένο χωρίς συγκεκριμένο στόχο, που μπορούσε να στραφεί απ' το ένα αντικείμενο στο άλλο, σαν φλόγα σε λάμπα θυέλλης. Έτσι σε κάποια στιγμή το μίσος του Ουίνστον δε στρεφόταν καθόλου εναντίον του Γκολντστάιν, αλλά απεναντίας, εναντίον του Μεγάλου Αδερφού, του Κόμματος και της Αστυνομίας της Σκέψης. Και σε τέτοιες στιγμές η ψυχή του ήταν με το μέρος αυτού του μοναχικού αιρετικού, στην οθόνη που τόσο χλεύαζαν, που ήταν ο μοναδικός φρουρός της αλήθειας και της λογικής σ' ένα κόσμο φτιαγμένο από ψέματα. Κι όμως, την επομένη αμέσως στιγμή, ήταν με το μέρος των ανθρώπων που ήταν γύρω του, και όλα όσα έλεγαν εναντίον του Γκολντστάιν του φαινόταν αλήθεια. Σ' αυτές τις στιγμές η κρυφή απέχθειά του για τον Μεγάλο Αδερφό μεταβάλλονταν σε λατρεία. Ο Μεγάλος Αδερφός του φαινόταν ένας ακαταμάχητος ατρόμητος προστάτης, που ορθωνόταν σαν βράχος ενάντια στις Ασιατικές ορδές, και ο Γκολντστάιν, παρ' όλη την απομόνωσή του, την αδυναμία του και την αμφιβολία που πλανιόταν γι' αυτήν την ίδια την ύπαρξή του έμοιαζε σαν ένας τρομερός Λαοπλάνος ικανός να καταστρέψει τον πολιτισμό και μόνο με τη δύναμη της φωνής του. Μπορούσε κανείς ακόμα να κατευθύνει το μίσος του όπου ήθελε ο ίδιος. Ξάφνου, με μια βίαιη προσπάθεια ανάλογη με κείνη που κάνει κάποιος για να ξυπνήσει από έναν εφιάλτη ο Ουίνστον κατάφερε να μεταφέρει το μίσος του από το πρόσωπο της οθόνης στη μελαχρινή κοπέλα πίσω του. Γοργές, όμορφες παραισθήσεις έλαμψαν μεσ' στο μυαλό του. Τη μαστίγωνε μέχρι θανάτου. Την έδενε γυμνή σ' ένα στύλο και τη σημάδευε με βέλη σαν τον Άγιο Σεβαστιανό. Την εβίαζε, και στο κορύφωμα της ηδονής της έκοβε το λαρύγγι. Τώρα καταλάβαινε καλύτερα από πριν, για ΠΟΙΟ λόγο τη μισούσε. Τη μισούσε γιατί ήταν νέα, όμορφη και ανέραστη, γιατί ήθελε να κοιμηθεί μαζί της κι αυτό δε θα γινόταν ποτέ γιατί γύρω από τη λυγερή μεσούλα της, που λες και σε προκαλούσε να την αγκαλιάσεις, υπήρχε αυτός ο σιχαμένος ζωστήρας, επιθετικό σύμβολο αγνότητας.
Το μίσος έφτασε στο κορύφωμα. Η φωνή του Γκολντστάιν έγινε αληθινό βέλασμα, και για μια στιγμή το πρόσωπο του έμοιασε με πρόσωπο αρνιού. Τότε το αρνίσιο πρόσωπο αναμίχθηκε με τη σιλουέτα ενός Ευρασιανού στρατιώτη, που προχωρώντας πελώριος και τρομερός, μεσ' τη βροντή του πολυβόλου του φάνηκε σαν να ξεπήδησε απ' την οθόνη, έτσι, που μερικοί από τους μπροστινούς θεατές, ζάρωσαν στις καρέκλες τους. Αλλά την ίδια στιγμή, μ' ένα στεναγμό ανακούφισης είδαν την εχθρική σιλουέτα να διαλύεται μέσα στο πρόσωπο του Μεγάλου Αδερφού, με τα μαύρα μαλλιά και το μουστάκι του, γεμάτο δύναμη και μυστική γαλήνη, και τόσο μεγάλο, ώστε γέμισε σχεδόν ολόκληρη την οθόνη. Κανείς δεν άκουσε τι έλεγε ο Μεγάλος Αδερφός. Ήταν απλώς λίγα λόγια ενθαρρυντικά, αυτά που λένε μεσ' την αντάρα της μάχης. Κανείς δεν ξεχωρίζει ακριβώς τι λένε αλλά μόνο στο άκουσμά τους η εμπιστοσύνη ξαναστηλώνεται. Ύστερα το πρόσωπο του Μεγάλου Αδερφού άρχισε να σβήνει και στη θέση του εμφανίστηκαν τα τρία συνθήματα του Κόμματος με μεγάλα κεφαλαία γράμματα:

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ


GEORGE ORWELL
1984
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ν. ΜΠΑΡΤΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ 1978

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΧ – Η ΜΥΗΣΙΣ – Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ – Μυητικαί τελετουργίαι – Σκοπός αυτών – ELIPHAS LEVI


Η Επιστήμη συντηρείται δια της σιγής και διαβιβάζεται δια της μυήσεως. Ο νόμος λοιπόν της σιγής είναι απόλυτος και απαράβατος απέναντι του μη μεμυημένου πλήθους. Η Επιστήμη μόνον δια του λόγου δύναται να μεταβιβασθή. Άρα οι σοφοί έχουν καθήκον ενίοτε να ομιλούν.
Μάλιστα οι σοφοί δέον να ομιλούν απο καιρού εις καιρόν. Όχι δια να αναπτύξουν εν ζήτημα, αλλά δια να οδηγήσουν τους άλλους να ανακαλύψουν. HOLI IRE, FAC VENIRE (Μολών λαβέ) ήτο το έμβλημα του RABELAIS, όστις κατέχων όλας τα γνώσεις της εποχής του, δεν ήτο δυνατόν να αγνοή την μαγείαν.
Μέλλομεν λοιπόν ν' αναπτύξωμεν ενταύθα τα μυστήρια της μυήσεως.
Προορισμός του ανθρώπου είναι, ως είπομεν, η διαμόρφωσις και η διάπλασις εαυτού, είναι και θα είναι το τέκνο των έργων του παντού και πάντοτε. Πάντες οι άνθρωποι είναι κεκλημένοι εις το αγώνισμα αυτό, αλλ' ο αριθμός των εκλεκτών, δηλαδή, εκείνων που θα επιτύχουν, είναι πάντοτε μικρός. Η διακυβέρνησις όμως του κόσμου ανήκει δικαιωματικώς εις τους εκλεκτούς ανθρώπους, όταν δε τυχαίον περιστατικόν σφετερισμού της εξουσίας, αναφυή, προκαλείται ολόκληρος πολιτικός ή κοινωνικός σάλος και κατακλυσμός.
Όσοι είναι κύριοι εαυτών, καθίστανται ευκόλως και κύριοι των άλλων, επί τη βάσει των φυσικών νόμων και της οικουμενικής ιεραρχίας. Αλλ' ίνα υποταχθώμεν εις μίαν ιεραρχίαν, πρέπει να συμμεριζόμεθα τας ιδέας και τους πόθους αυτής, εις τον τοιούτον δε συμμερισμόν ιδεών, μόνον δια τινος κοινής θρησκείας δύναταί τις να αχθή στηριζομένης επί βάσεων λογικών.
Η τοιαύτη θρησκεία ανέκαθεν υπήρξε εν τω κόσμω, είναι δε η μόνη ήτις δύναται να κληθή μια, αλάθητος, αδιαίρετος και αληθώς καθολική. Η θρησκεία αύτη, της οποίας πάσαι αι άλλαι υπήρξαν πέπλοι και σκιαί, είναι εκείνη ήτις αποδεικνύει το ον δια του όντος, την αλήθειαν δια της λογικής, την λογικήν δια της κοινής αντιλήψεως και του προφανούς. Είναι εκείνη ήτις αποδεικνύει εμπράκτως τον λόγον υπάρξεως των υποθέσεων και η οποία δεν επιτρέπει τους συλλογισμούς επί υποθέσεων ανεξαρτήτων της λογικής και των πραγμάτων.
Είναι εκείνη ήτις έχει ως βάσιν το δόγμα της καθολικής αναλογίας, αλλά και η μη συγχέουσα τα ζητήματα της επιστήμης μετά των της πίστεως. Δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζεται ως ζήτημα πίστεως ότι δύο και τρία κάμνουν πέντε, ή ότι το περιέχον είαν μεγαλείτερον του περιεχομένου, ή ότι εν σώμα στερεόν, δύναται να συμπεριφερθή ως ρευστόν ή αέριον, ότι δηλαδή εν ανθρώπινον π.χ., σώμα δύναται να διέλθη δια κλειστής θύρας, χωρίς να ανοίξη αύτη ή να μεσολαβήση αποσύνθεσις εκείνου. Το να εκλαμβάνωμεν ως δόγματα πίστεως τοιαύτα γεγονότα είναι ως να σκεπτώμεθα ως παιδία ή ως παράφρονες. Αλλά δεν είναι ολιγότερον αφελές το να προσπαθώμεν να δίδωμεν επιστημονικούς ορισμούς του αγνώστου και να συλλογιζώμεθα δι' αλληλοδιαδόχων υποθέσεων, μέχρις ότου απαρνηθώμεν A PRIORI το προφανές και παραδεχθώμεν τολμηράς υποθέσεις. Ο σοφός βεβαιοί ό,τι γνωρίζει εκ του ασφαλούς και πιστεύει ό,τι αγνοεί.
Αλλά τοιαύτη λογική θρησκεία, δεν είναι δυνατόν να ανήκη εις το πλήθος, το οποίον ορέγεαι μύθων, μυστήρια, ελπίδας και τρομοκρατίαν. Ένεκα τούτου έλαβεν γένεσιν το ιερατείον. Το ιερατείον όμως στρατολογείται δια της μυήσεως.
Αι θρησκευτικαί μορφαί εξαφανίζονται, όταν η μάθησις παύη εν τω ναώ, είτε ένεκα αμελείας, είτε ένεκα λησμοσύνης των ιερών μυστηρίων. Αι γνωστικαί βεβηλώσεις π.χ., απομάκρυναν την Χριστιανικήν εκκλησίαν από τας υψηλάς αληθείας της Καββάλας, ήτις περικλείει όλα τα απόρρητα της υπερβατικής θεολογίας. Τοιούτοτρόπως οι τυφλοί εγένοντο οδηγοί άλλων τυφλών και προεκλήθησαν μεγάλαι συσκοτίσεις, μεγάλαι πτώσεις και μεγάλα σκάνδαλα. Περαιτέρω, τα ιερά Βιβλία, των οποίων αι κλείδες είναι εξ ολοκλήρου καββαλιστικαί, από της Γενέσεως, μέχρι της Αποκαλύψεως, εγένοντο τόσον ολίγον νοητά από τους Χριστιανούς, ώστε οι ιερείς έκριναν λογικώτατα, αναγκαίον να απαγορεύσουν την ανάγνωσίν των εις τους απλούς πιστούς. Νοούμενα κατά γράμμα και υλικώς, τα βιβλία αυτά, θα ηδύναντο να θεωρηθούν ως ακατανόητος συρφετός παραδοξολογημάτων και σκανδάλων.
Το αυτό θα ηδύνατο να λεχθή και δι' όλα τα λοιπά δόγματα των αρχαίων, με τας λαμπράς των θεογονίας και τας ποιητικάς των παραδόσεις. Το να είπη τις ότι οι αρχαίοι Έλληνες, επίστευον εις τους έρωτας του Διός, ή ότι οι Αιγύπτιοι ελάτρευον ένα κυνοκέφαλον ή ιέρακα ως πραγματικούς και ζώντας Θεούς, θα απεδείκνυε ίσην κουφότητα και κακήν πίστην προς έναν άλλον υποστηρίζοντα ότι οι Χριστιανοί λατρεύουν έναν τριπλούν Θεόν, αποτελούμενον εκ τινος γέροντος, εκ τινος εσταυρωμένου και εκ μιας περιστεράς. Πάντοτε όταν τα σύμβολα δεν κατανοούνται, γίνονται πρόξενοι συκοφαντιών. Ένεκα τούτου είναι φρόνιμον να αποφεύγωμεν την ειρωνείαν απέναντι συμβόλων των οποίων αγνοούμεν την σημασίαν, όταν εις την διατύπωσίν των νομίζωμεν ότι περιλαμβάνεται κάποιο παραδοξολόγημα, μια τοιαύτη πράξις θα ήτο ισότιμος προς το να αποδεχώμεθα αυτά χωρίς ουδεμίαν συζήτησιν και διερεύνησιν.
Ο άνθρωπος, ο αντάξιος εαυτού, δεν ημπορεί να επιθυμή ειμή εκείνο το οποίον λογικώς και δικαίως οφείλει να πράξη, ως εκ τούτου δέον να επιβάλη σιγήν επί των ορμών και επί του φόβου, τείνων το όμμα του προς την αμιγή λογικήν. Εις τοιούτος άνθρωπος είναι εκ φύσεως βασιλεύς και εκ γενετής ιερεύς δια τα περιπλανώμενα στίφη. Δια τούτο το αντικείμενον των αρχαίων μυσταγωγιών εκαλείτο αδιαφόρως ιερατική και βασιλική τέχνη.
Αι αρχαίαι μυσταγωγικαί εταιρείαι ήσαν κέντρα συγκεντρώσεως βασιλέων και ιερέων, κατόρθωνων δε να εισαχθούν εις αυτά μόνον κατόπιν έργων αληθώς βασιλικών και ιερατικών, δηλαδή, τιθέμενοι υπεράνω πασών των αδυναμιών της φύσεως.
Δεν θα επαναλάβωμεν ενταύθα όλα εκείνα τα οποία ευρίσκει τις πανταχού επί των αιγυπτιακών εταιρειών του Μεσαίωνος. Ο Χριστιανικός ραδικαλισμός στηριζόμενος επί της κακής κατανοήσεως του ρητού: «Έναν μόνο πατέρα και έναν μόνο διδάσκαλον έχετε, είσθε δε πάντες αδελφοί» έδωσεν τρομερόν χτύπημα κατά της ιεραρχίας. Έκτοτε αι ιερατικαί διαβαθμίσεις κατέστησαν το αποτέλεσμα των σκευωριών ή της τύχης, η επιδεικτική μετριότης κατώρθωσε να υποκαταστήση την μετριόφρονα υπεροχήν, την ως εκ τούτου άγνωστον. Εν τούτοις, επειδή η μύησις είναι ουσιώδης νόμος της θρησκευτικής ζωής, μια εταιρεία, εξ ενστίκτου μαγικη, εσχηματίσθη κατά την δύσιν της ισχύος των ποντιφήκων και συνεκέντρωσε προς εαυτήν εντός ολίγου ολόκληρον την δύναμιν του Χριστιανισμού, διότι μόνον αύτη κατενόησεν αμυδρώς, αλλ' εξήσκησε θετικώς, την ιεραρχικήν δύναμιν δια των δοκιμασιών της μυήσεως και δια της παντοδυναμίας της πίστεως εν τη παθητική υπακοή.

Τι έπραττε πράγματι ο δόκιμος εις τας αρχαίας μυήσεις; Εγκατέλειπεν εξ ολοκλήρου την ζωήν και την ελευθερίαν του εις τας χείρας των διδασκάλων των ναών των Θηβών και της Μέμφιδος, επροχώρει αποφασιστικά δια μέσου αναρίθμητων δοκιμασιών αι οποίαι θα ηδύναντο να τον κάμουν να πιστεύση εις σχέδιον δολοφονίας αυτού εκ προμελέτης, διήρχετο φλόγας, εκολύμβα δια μέσου υδατίνων ρευμάτων, εξηρτάτο από αιωρουμένους κρίκους κάτωθεν αβυσσαλέων σπηλαίων... Δεν ήσαν ταύτα δείγματα τυφλής όντως εμπιστοσύνης; Η στιγμιαία απάρνησις της ελευθερίας προς απόκτησιν ενός τόσον υψηλού δώρου, δεν είναι ισότιμος προς την ενάσκησιν αυτής ταύτης της ελευθερίας; Ιδού λοιπόν τι οφείλουν να πράττουν και τι ανέκαθεν έπραξαν εκείνοι όσοι απέβλεψαν προς το SACTUM REGNUM της μαγικής παντοδυναμίας. Οι μαθηταί του Πυθαγόρου κατεδικάζοντο εις αυστηράν σιγήν επί πολλά έτη, οι οπαδοί ακόμη του Επικούρου δεν ηδύναντο να νοήσουν την ηδονήν ειμή μόνον δια της αποκτηθείσης λιτότητος και της λελογισμένης εγκρατείας. Η ζωή είναι ένας πόλεμος, όπου πρέπει κανείς να ανδραγαθήση δια να προαχθή εις υψηλότερον βαθμόν: η ισχύς δεν προσφέρεται, πρέπει να την κατακτήσωμεν.
Η μύησις λοιπόν δαι των αγώνων και των δοκιμασιών είναι απαραίτητος δια να φθάσωμεν εις την πρακτικήν γνώσιν της μαγείας. Είπομεν ήδη τίνι τρόπω δυνάμεθα να θριαμβεύσωμεν επί των τεσσάρων στοιχειακών μορφών: δεν θα επανέλθομεν, παραπέμπομεν δε εκείνους οι οποίοι θα επεθύμουν να γνωρίσουν τας τελετουργίας των αρχαίων μυήσεων, εις τα έργα του βαρώνου DE TSCHOUDY, συγγραφέως του Ακτινοβόλου Αστέρος του Αδωνιραμικού Ελευθεροτεκτονισμού και πολλών άλλων αξίων προσοχής τεκτονικών συγγραμμάτων.
Οφείλομεν να σταματήσωμεν ενταύθα επί μιας σκέψεως: ότι το πνευματικόν και κοινωνικόν χάος εν μέσω του οποίου φθίνομεν, έχει ως κυρίαν αιτίαν την παραμέλησιν της μυήσεως, των δοκιμασιών και των μυστηρίων της. Άνθρωποι των οποίων ο ζήλος ήτο ισχυρότερος της Επιστήμης, παρασυρθέντες υπό των λαϊκών ρητών του Ευαγγελίου, επίστευσαν εις την πρωταρχικήν και απόλυτον ισότητα των ανθρώπων. Εις διάσημος φιλόσοφος, ο εύγλωττος και ατυχής J.J. ROUSEAU, διέδωσεν με όλην την μαγείαν του ύφους του το παράδοξον ότι η κοινωνία είναι εκείνη ήτις διαφθείρει τους ανθρώπους, ως εάν ελέγομεν ότι ο συναγωνισμός και η άμιλλα της εργασίας καθιστά τους εργάτας οκνηρούς και αέργους. Ο ουσιώδης νόμος της Φύσεως, ο της μυήσεως δια των έργων και της πολυμόχθου εργασίας και εθελουσίας προόδου, μοιραίως παρεγνωρίσθη, ο Τεκτονισμός έσχε τους ερημωτάς του, όπως και ο καθολικισμός τους ιδικούς του. Τι επήλθε; Η χαλυβδίνη στάθμη αντικατέστησε την διαννοητικήν και συμβολικήν στάθμην. Το να διδάσκη τις την ισότητα εις εκείνον όστις ευρίσκεται χαμηλότερον χωρίς να του υποδεικνύωμεν τα μέσα εξυψώσεως, είναι ως να θέλωμεν να κατέλθωμεν ημείς οι ίδιοι. Και πράγματι κατήλθον και εμεσουράνησεν η βασιλεία της λαιμητόμου, των αβράκωτων και του ΜΑRAT.
Ίνα αναζωπυρώσωμεν την πεσούσαν και ετοιμόρροπον κοινωνίαν, δέον να αποκαταστήσωμεν την ιεραρχείαν και την μύησιν. Το έργον είναι εξαιρετικά επίμοχθον, αλλ' ολόκληρος ο διανοούμενος κόσμος αντιλαμβάνεται σήμερον την ανάγκην να αναληφθή τούτο. Είναι ανάγκη προς τούτο να διέλθη ο κόσμος δια νέου κατακλυσμου; Επιθυμούμεν πολύ να μη συμβαίνη τούτο και το έργον τούτο, το μεγαλείτερον ίσως αλλ' όχι και το τελευταίον από τα τολμήματα ημών είναι μια επίκλησις προς ό,τι ζη ακόμη, προς ανασύνθεσιν της ζωής εν μέσω αυτής ταύτης της αποσυνθέσεως και του θανάτου.


ELIPHAS LEVI
ΤΥΠΙΚΟΝ ΤΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ 2005

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Μόνο μερικοί μπορούν να αναπτυχθούν – Peter Uspensky


...Αν επιστρέψουμε τώρα στην ιδέα ότι ελάχιστοι άνθρωποι μόνο μπορούν να αναπτυχθούν και να βρουν κρυμμένες δυνατότητες μέσα τους, γεννιέται φυσικά το ερώτημα: Τι καθορίζει τη διαφορά; Γιατί σε μερικούς δίνεται η ευκαιρία και σε άλλους όχι; Είναι αλήθεια ότι μερικοί άνθρωποι από την αρχή κιόλας δεν έχουν καμία πιθανότητα. Γεννιούνται σε τέτοιες συνθήκες ώστε δεν μπορούν τίποτε να μάθουν ή είναι οι ίδιοι διανοητικά καθυστερημένοι κατά κάποιο τρόπο. Έτσι αποκλείουμε τους διανοητικά καθυστερημένους, γιατί δεν μπορούμε να πούμε τίποτε γι' αυτούς. Μας αφορούν οι άνθρωποι που βρίσκονται σε ομαλές συνθήκες και πρέπει και οι ίδιοι να είναι ομαλοί, με τις συνηθισμένες δυνατότητες για μάθηση, κατανόηση και τα λοιπά. Από τους ανθρώπους λοιπόν αυτούς, ελάχιστοι θα είναι σε θέση να κάνουν έστω και το πρώτο βήμα στο δρόμο για την ανάπτυξη. Πως και γιατί συμβαίνει αυτό;
Όλοι οι άνθρωποι στις συνηθισμένες συνθήκες της ζωής βρίσκονται κάτω από δύο είδη επιδράσεων. Υπάρχουν πρώτα οι επιδράσεις που δημιουργούνται στη ζωή, η επιθυμία για πλούτη, για φήμη και τα παρόμοια, που τις ονομάζουμε επιδράσεις Α. Δεύτερον υπάρχουν άλλες επιδράσεις που έρχονται έξω από τη ζωή, που εργάζονται στις ίδιες συνθήκες μολονότι είναι διαφορετικές και τις ονομάζουμε αυτές επιδράσεις Β. Φτάνουν στον άνθρωπο με τη μορφή της θρησκείας, της λογοτεχνίας ή της φιλοσοφίας. Οι επιδράσεις αυτές του δεύτερου είδους είναι συνειδητές στην προέλευσή τους. Οι επιδράσεις Α είναι μηχανικές από την αρχή. Μπορεί ο άνθρωπος να συναντήσει αυτές τις επιδράσεις Β ή μπορεί να τις προσπεράσει χωρίς να τις προσέξει ή μπορεί να τις ακούσει και να νομίσει πως τις καταλαβαίνει, να χρησιμοποιεί τα λόγια και ταυτόχρονα να μην έχει καμία απολύτως πραγματική κατανόηση. Στην πραγματικότητα, την παραπέρα ανάπτυξη του ανθρώπου την καθορίζουν οι δύο αυτές επιδράσεις. Αν ο άνθρωπος συσσωρεύσει επιδράσεις Β, τα αποτελέσματα των επιδράσεων αυτών κρυσταλλώνονται μέσα του (χρησιμοποιώ τη λέξη κρυστάλλωση με τη συνηθισμένη έννοια) και σχηματίζουν μέσα του κάποιο είδος κέντρου έλξης που το ονομάζουμε μαγνητικό κέντρο.
Η συμπαγής μάζα μνήμης των επιδράσεων αυτων έλκει τον άνθρωπο προς μια ορισμένη κατεύθυνση ή τον κάνει να στραφεί προς μια ορισμένη κατεύθυνση. Όταν σχηματιστεί μαγνητικό κέντρο στον άνθρωπο θα του είναι ευκολότερο να προσελκύσει περισσότερες επιδράσειςΒ και να μην αποσπάται από τις επιδράσεις Α. Στους συνηθισμένους ανθρώπους οι επιδράσεις Α μπορεί να φάνε τόσο πολύ από το χρόνο τους που να μη μένει τίποτε για άλλες επιδράσεις και δεν επηρεάζονται σχεδόν καθόλου από τις επιδράσεις Β. Αλλά αν το μαγνητικό αυτό κέντρο αναπτυχθεί στον άνθρωπο, τότε μετά από λίγο διάστημα συναντάει έναν άλλο άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων, από τους οποίους μπορεί να μάθει κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν περιλαμβάνουν οι επιδράσεις Β και που το ονομάζουμε επίδραση Γ. Η επίδραση αυτή είναι συνειδητή στην προέλευση και στη δράση της και δεν μπορεί να μεταβιβαστεί παρά μόνο με άμεση καθοδήγηση. Οι επιδράσεις Β μπορεί να έρχονται μέσα από βιβλία, έργα τέχνης και τα παρόμοια, αλλά η επίδραση Γ δεν μπορεί να έρθει παρά μόνο με άμεση επαφή. Αν συναντηθεί ένας άνθρωπος, στον οποίο έχει αναπτυχθεί μαγνητικό κέντρο, με έναν άνθρωπο ή με μια ομάδα ανθρώπων μέσω των οποίων έρχεται σε επαφή με την επίδραση Γ, αυτό σημαίνει πως έκανε το πρώτο βήμα. Υπάρχει τότε η δυνατότητα ανάπτυξης γι' αυτόν.
Ερ. Τι σημαίνει το πρώτο βήμα;
Απ. Συνδέεται με την ιδέα της «ατραπού» ή του «δρόμου». Αυτό που έχει σημασία να καταλάβουμε είναι ότι ο δρόμος δεν αρχίζει από το συνηθισμένο επίπεδο της ζωής. Αρχίζει από ανώτερο επίπεδο. Τη στιγμή που θα συναντηθεί κανείς με την επίδραση Γ είναι το πρώτο βήμα. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει μια σκάλα με ορισμένα σκαλοπάτια που πρέπει να ανεβεί κανείς πριν φτάσει στο δρόμο. Ο δρόμος δεν αρχίζει από κάτω, αλλά μόνο αφού ανεβεί κανείς στο τελευταίο σκαλί.
Ερ. Τι ονομάζετε ομαλό άνθρωπο;
Απ. Μπορεί να φανεί παράδοξο, αλλά δεν έχουμε άλλο ορισμό – εννοούμε τον άνθρωπο που μπορεί να αναπτυχθεί.
Ερ. Υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στις επιδράσεις Β και στις επιδράσεις Α; Όταν έρχονται οι επιδράσεις Β στον άνθρωπο επηρεάζουν τις επιδράσεις Α και τις μετασχηματίζουν;
Απ. Μπορεί να τις επηρεάσουν, ωστόσο όμως το ένα αποκλείει αναγκαστικά το άλλο. Ο άνθρωπος ζει στη γη κάτω από τις δύο αυτές διαφορετικές επιδράσεις. Μπορεί να διαλέξει μόνο τη μία ή μπορεί να τις έχει και τις δύο. Ότνα μιλάμε για επιδράσεις Α και Β, αρχίζουμε να μιλάμε για γεγονότα. Αν αντικαταστήσουμε την έκφραση αυτή με το ένα ή με το άλλο συγκεκριμένο γεγονός, θα δούμε σε ποια σχέση βρίσκονται. Είναι απλούστατο.
Στο σημείο αυτό γεννιέται φυσικά το ερώτημα: Γιατί είναι τόσο δύσκολο για τον άνθρωπο να αρχίσει να αλλάζει τον εαυτό του, να φτάσει στη δυνατότητα της ανάπτυξης; Διότι, βλέπετε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τον άνθρωπο τον δημιουργεί η φύση με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Τον αναπτύσσει μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Μετά το σημείο αυτό πρέπει να αναπτύσσεται μόνος του. Αργότερα θα μάθουμε με κάθε λεπτομέρεια μέχρι ποιο σημείο αναπτύσσεται ο άνθρωπος και πως πρέπει να αρχίζει η παραπέρα ανάπτυξή του, και θα δούμε γιατί από την άποψη αυτή δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί ποτέ μόνος του και γιατί δεν μπορεί να τον αναπτύξει η φύση. Ως τότε όμως είναι ανάγκη να καταλάβουμε ορισμένους γενικούς όρους.


PETER USPENSKY
Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 1988