.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Η Ιπτάμενη Μηχανή - RAY BRADBURY


Ήταν στα 400 π.Χ. Ο αυτοκράτορας Γιουάν είχε το θρόνο του πλάι στο Μέγα Σινικό Τείχος, κι η γη είχε πρασινίσει απ' τη βροχή κι ετοιμαζόταν για το θερισμό, ειρηνικά, κι οι άνθρωποι μες στο βασίλειο του δεν ήταν ούτε ευτυχείς ούτε θλιμμένοι.
Νωρίς το πρωί, την πρώτη μέρα της πρώτης βδομάδας του δεύτερου μήνα του καινούργιου χρόνου, ο αυτοκράτορας Γιουάν έπινε τσάι και ζεσταινόταν, όταν ένας υπηρέτης φάνηκε να τρέχει προς τη μεριά του, περνώντας μες απ' τα κόκκινα και γαλάζια τούβλα που χώριζαν τον κήπο, και φωνάζοντας: «Βασιλιά μου, βασιλιά μου θαύμα!»
«Ναι, είναι ένα θαύμα», είπε ο αυτοκράτορας: «Ο αέρας σήμερα φυσάει απαλά».
«Όχι, όχι, εννοώ θαύμα!» είπε ο υπηρέτης και υποκλίθηκε.
«Κι αυτό το τσάι μες στο στόμα μου, είναι πραγματικά ένα θαύμα».
«Όχι, όχι Μεγαλειότατε».
«Άσε με τότε να μαντέψω... Για να δούμε: ανέτειλε ο ήλιος χαρίζοντας μας μια καινούργια μέρα Η, κάτι άλλο: η θάλασσα είναι γαλάζια. Αυτό είναι το ωραιότερο απ' όλα τα θαύματα».
«Μεγαλειότατε, ένας άνθρωπος πετάει!»
«Πως;» έκανε ο αυτοκράτορας.
«Τον είδα στον αέρα! Ένας άνθρωπος που πετάει με φτερά. Άκουσα κάποια φωνή απ' τον ουρανό, κι όταν κοίταζα ψηλά, τον είδα! Ένας δράκοντας στους ουρανούς μ' έναν άνθρωπο στο στόμα του, ένας δράκοντας από χαρτί και μπαμπού, στο χρώμα του ήλιου και της πρασινάδας».
«Είναι νωρίς ακόμα», είπε ο αυτοκράτορας, «ξύπνησες, και δε συνήλθες απ' τ' όνειρο που έβλεπες».
«Είναι νωρίς, αλλά εγώ το είδα αυτό που είδα! Έλα μαζί μου, και θα το δεις κι εσύ».
«Κάθισε κοντά μου», είπε ο αυτοκράτορας: «Πιες λίγο τσάι. Πρέπει να 'ναι κάτι παράξενο, αν αληθεύει. Ένας άνθρωπος που πετά... Πρέπει να 'βρεις χρόνο να το σκεφτείς, όπως κι εγώ πρέπει να βρω το χρόνο να προετοιμαστώ για το θέαμα».
Ήπιανε τσάι.
«Σε παρακαλώ», είπε τέλος ο υπηρέτης, «έλα, αλλιώς θα τόνε χάσουμε απ' τα μάτια μας».
Ο αυτοκράτορας σηκώθηκε βυθισμένος σε σκέψεις: «Τώρα μπορείς να μου δείξεις ό,τι είδες».
Βάδισαν μέσα στον κήπο, περνώντας πλάι από 'να λιβάδι σκεπασμένο με γρασίδι, ανέβηκαν σ' ένα μικρό γιοφύρι μες από μια πυκνή συστάδα δέντρων κι ανέβηκαν στο μικρό λόφο.
«Νάτος!» είπε ο υπηρέτης.
Κι ο αυτοκράτορας κοίταζε ψηλά στον ουρανό.
Κι εκεί στον ουρανό, γελώντας από τόσο ύψος που μόλις και μπορούσες να τον ακούσεις, ένας άνθρωπος! Ένας άνθρωπος ντυμένος με ελαφρό χαρτί και λεπτό καλάμι — τα φτερά του — και με μια πανέμορφη κίτρινη ουρά, πετούσε ολόγυρα κι έμοιαζε θεόρατο πουλί, το πιο μεγάλο μες στο βασίλειο των πουλιών, κι έμοιαζε με νιογέννητο δράκοντα σε μια πανάρχαιη γη από δράκους.
«Πετάω! Πετάω!» τους φώναξε από ψηλά ο άνθρωπος μέσα στο δροσερό αγέρι του πρωινού.
«Σε βλέπουμε! Σε βλέπουμε!» χειρονομούσε ο υπηρέτης.
Ο αυτοκράτορας Γιουάν δε σάλεψε. Κοίταζε τώρα το μεγάλο Σινικό Τείχος που αναδυόταν μες απ' τη μακρινή καταχνιά των πράσινων λόφων, κι έπαιρνε σχήμα και μορφή, και γινόταν εκείνο το περίφημο πετρόφιδο, που κουλουριάζονταν με μεγαλοπρέπεια και χανόταν βαθιά σ' ολόκληρη τη χώρα. Κείνο το υπέροχο τείχος που τους είχε προστατέψει αιώνες τώρα από τις εχθρικές ορδές, και διατηρούσε την ειρήνη για πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Είδε την πόλη, που φώλιαζε πλάι σ' ένα ποτάμι και σ' ένα δρόμο και σ' ένα λόφο, κι άρχιζε να ξυπνά.
«Πες μου», είπε στον υπηρέτη, «είδανε κι άλλοι αυτόν τον ιπτάμενο άνθρωπο;»
«Είμαι ο μόνος που τον είδε Μεγαλειότατε», είπε ο υπηρέτης, χαμογελώντας και γνέφοντας προς τον ουρανό.
Ο αυτοκράτορας κοίταζε συλλογισμένος τα ουράνια για ένα λεπτό, κι έπειτα είπε, «Πες του να κατεβεί. Τον θέλω».
«Έι, κατέβα κάτω! Ο αυτοκράτορας θέλει να σου μιλήσει !» φώναξε ο υπηρέτης, κάνοντας χωνί τα χέρια του στο στόμα.
Ο αυτοκράτορας κοίταζε γύρω του, παντού, καθώς ο ιπτάμενος άνθρωπος έκανε κάθετη βουτιά στον πρωινό αέρα. Είδε ένα γεωργό στα χωράφια του, που κοίταζε κι αυτός στον ουρανό. Ο αυτοκράτορας σημείωσε την τοποθεσία όπου στεκόταν ο γεωργός.
Ο Ιπτάμενος άνθρωπος πάτησε στο χώμα μ' ένα θρόισμα από ανάμικτο ήχο χαρτιού και λεπτού ξύλου. Πλησίασε περήφανα τον αυτοκράτορα, βαδίζοντας άτσαλα μες στην εξάρτηση του, και τέλος υποκλίθηκε μπροστά στο γηραλέο άνθρωπο.
«Τι είν' αυτό που έκανες;» ρώτησε ο αυτοκράτορας.
«Πέταξα στον ουρανό Μεγαλειότατε», απάντησε αυτός.
«ΤΙ ε ι ν' αυτό που έκανες;» ξαναρώτησε ο αυτοκράτορας.
«Σάς είπα Μεγαλειότατε!» φώναξε ο άνθρωπος πουλί.
«Δε μου είπες απολύτως τίποτα!» Ο αυτοκράτορας άπλωσε τώρα το λεπτό χέρι του ν' αγγίζει το όμορφο χαρτί και την απάνω όψη της συσκευής που έμοιαζε μ' αρματωσιά πουλιού. Μύριζε δροσιά και ανοιχτό αέρα.
«Δεν είναι όμορφο Μεγαλειότατε;»
«Ναι, πολύ όμορφο».
«Είναι το μοναδικό στον κόσμο!» χαμογέλασε ο άνθρωπος: «Κι εγώ είμ' ο εφευρέτης».
«Το μοναδικό στον κόσμο είπες;»
«Τ' ορκίζομαι!»
«Ποιος άλλος το ξέρει;»
«Κανείς. Ούτε η γυναίκα μου η ίδια, που με περνάει για τρελό, τρελό για δέσιμο. Νόμιζε ότι ετοιμαζόμουν να φτιάξω ένα χαρταετό. Εγώ σηκώθηκα τη νύχτα κι ανέβηκα ψηλά στα βράχια. Κι όταν άρχισε να φυσά η πρωινή αύρα και βγήκε ο ήλιος, συγκέντρωσα το θάρρος μου Μεγαλειότατε και πήδηξα απ' τα βράχια. Πέταξα! Η γυναίκα μου, πάντως, δεν το ξέρει».
«Τόσο το καλύτερο γι' αυτήν», είπε ο αυτοκράτορας. «Θα 'ρθεις μαζί μου».
Και ξαναγύρισαν στο παλάτι. Ο ήλιος τώρα έλαμπε ολόκληρος στον ουρανό, κι η ατμόσφαιρα ήταν πλημμυρισμένη στο δροσιστικό άρωμα του χόρτου. Αυτοκράτορας, υπηρέτης, και άνθρωπος πουλί, στάθηκαν στη μέση του τεράστιου κήπου.
Ο αυτοκράτορας χτύπησε δυο φορές τα χέρια του: «Έ, εσείς φρουροί!»
Κι οι φρουροί φτάσανε τρέχοντας.
«Συλλάβετέ τον!» και τους έδειξε τον άνθρωπο πουλί.
Ο άνθρωπος πουλί βρέθηκε άξαφνα ανάμεσα στα χέρια τους.
«Φωνάξτε το δήμιο», είπε τώρα ο αυτοκράτορας.
«Τι σημαίνει αυτό;» ξεφώνισε ο άνθρωπος, πανικόβλητος. «Τι έχω κάνει;» Κι άρχισε να κλαίει, κι η όμορφη χάρτινη συσκευή έβγαλ' ένα ψιθυρισμό σαν παράπονο.
«Αυτός ο άνθρωπος κατασκεύασε μια ορισμένη μηχανή», είπε ο αυτοκράτορας, «κι ωστόσο μας ρωτά τι έχει κάνει. Ο ίδιος δεν το ξέρει. Δεν ξέρει γιατί τη δημιούργησε, και σε τι θα χρησιμέψει. Κι αυτό είν' απαραίτητο να το ξέρει όταν δημιουργεί κανείς κάτι».
Ο δήμιος έφτασε τρέχοντας μ' ένα κοφτερό πελέκυ που έλαμπε ασημένιο στον ήλιo. Στάθηκε εκεί, με τα γυμνά, μπρατσωμένα του χέρια έτοιμα. Το πρόσωπο του ήταν μια γαλήνια άσπρη μάσκα.
«Μια στιγμή», είπε ο αυτοκράτορας. Στράφηκε σ' ένα κοντινό τραπεζάκι. Πάνω στο τραπεζάκι ήτανε τοποθετημένο ένα μηχάνημα που το 'χε κατασκευάσει ο ίδιος. Ο αυτοκράτορας ξεκρέμασε ένα μικρό χρυσό κλειδί απ' το λαιμό του. Έβαλε το κλειδί στη μικροσκοπική ντελικάτη μηχανή κι άρχισε να την κουρδίζει. Έπειτα άφησε τη μηχανή να λειτουργήσει.

Ήταν ένας κήπος από μέταλλο και ζαφείρια. Όταν την έβαζες μπροστά, πουλιά κελαηδούσαν σε μικροσκοπικά μετάλλινα δέντρα, λύκοι ξεχύνονταν μέσα σε κουκλίστικα δάση, και μικροσκοπικά ανθρωπάκια έτρεχαν εδώ κι εκεί, σε ήλιο και σε σκιά, κάνοντας αέρα με τοσοδούτσικες βεντάλιες, ακούγοντας να κελαηδούν μικρά σμαραγδένια πουλιά πλάι σε απίθανα μικρές αλλά κουδουνιστές δροσοπηγές.
«Δεν είναι όμορφο;» είπε ο αυτοκράτορας: «Αν με ρωτούσες τι είν' αυτό εδώ που δημιούργησα, θα μπορούσα να σου απαντήσω μια χαρά. Δημιούργησα πουλιά που κελαηδούν, έφτιαξα δάση που ψιθυρίζουν. Έβαλα ανθρώπους να περπατούν μέσα σ' αυτά τα σκιερά δάση, και να χαίρονται τα φύλλα, και να χαίρονται τη σκιά και το κελάηδημα των πουλιών. Αυτό θα σου απαντούσα ότι δημιούργησα».
«Μα κι εγώ Μεγαλειότατε, ώ Θεέ μου !» ικέτεψε ο άνθρωπος πουλί, γονατιστός, και δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο του: «Κάτι παρόμοιο έκανα κι εγώ ! Βρήκα την ομορφιά. Πέταξα μέσα στον πρωινό αγέρα. Είδα από κει ψηλά τα σπίτια να κοιμούνται, είδα τα περιβόλια! Οσμίστηκα τον αέρα της θάλασσας, είδα την ίδια τ η θάλασσα, μπορώ να πω, πέρα απ' τους λόφους, από κει ψηλά που ήμουν. Και βούτηξα μες στον αέρα σαν πουλί. Ό, δεν μπορώ να σου πω τι όμορφα που 'ναι εκεί ψηλά, στον ουρανό, με τον άνεμο να σε χαϊδεύει από παντού, με τον άνεμο να σε παρασέρνει σαν πούπουλο βεντάλιας, δεν μπορώ να σου πω πόσο όμορφα μυρίζει ο ουρανός την αυγή! Και πόσο λεύτερος νιώθει ο άνθρωπος! Κι αυτό είν' όμορφο Μεγαλειότατε, κ ι αυτό!»
«Ναι», είπε θλιμμένα ο αυτοκράτορας: «Ξέρω πως πρέπει να 'ναι αλήθεια. Γιατί κι εγώ ένιωσα την καρδιά μου να σκιρτάει μαζί σου εκεί ψηλά, κι αναρωτήθηκα: πως να 'ναι άραγε; Πώς νιώθεις εκεί πάνω; Πώς φαίνονται από κει ψηλά οι λίμνες και τα ποτάμια; Πώς τα παλάτια μου κι οι υπηρέτες; Σα μυρμήγκια; Και πως οι μακρινές πολιτείες που δεν έχουν ακόμα ξυπνήσει;»
«Τότε λυπήσου με!»
«Υπάρχουν όμως φορές», είπε ο αυτοκράτορας, ακόμα πιο θλιμμένος, «που πρέπει να χάνει κανείς μια τόση δα μικρή ομορφιά αν θέλει να κρατήσει αυτή τη λίγη ομορφιά που έχει κιόλας. Δε φοβάμαι εσένα συγκεκριμένα, φοβάμαι κάποιον άλλο άνθρωπο».
«Ποιόν άλλο;»
«Κάποιον που, βλέποντας εσένα να πετάς, θα φτιάξει κι αυτός κάτι παρόμοιο με ελαφρό χαρτί και καλάμι. Μα κείνος ο άλλος θα "χει πρόσωπο κακό, και καρδιά μοχθηρή, κι η ομορφιά θα 'ναι φευγάτη. Αυτό τον άνθρωπο φοβούμαι».
«Μα γιατί; Γιατί;»
«Ποιος λέει ότι, μια μέρα, ένας τέτοιος άνθρωπος ακριβώς, με μια τέτοια συσκευή από χαρτί και καλάμι, δε θα πετάξει στον ουρανό για να ρίξει θεόρατες πέτρες πάνω στο Μεγάλο Σινικό Τείχος;» είπε ο αυτοκράτορας.
Κανείς δε σάλεψε. Κανείς δεν είπε ούτε μια λέξη.
«Πάρτου το κεφάλι», είπε ο αυτοκράτορας.
Ο δήμιος στριφογύρισε το ασημένιο πελέκυ του.
«Να κάψετε και το χαρταετό, και το κορμί του εφευρέτη, και να θάψετε τις στάχτες όλες μαζί», ξανάπε ο αυτοκράτορας.
Οι υπηρέτες αποσύρθηκαν για να εκτελέσουν τη διαταγή.
Ο αυτοκράτορας στράφηκε στον πιστό του υπηρέτη που είχε δει τον άνθρωπο να πετάει: «Κράτα το στόμα σου κλειστό. Ήταν όλα ένα όνειρο, ένα πολύ λυπητερό και όμορφο όνειρο. Κι εκείνος ο γεωργός στο χωράφι του, που τον είδε κι αυτός να πετάει, πέστου ότι θα πληρωθεί αδρά για να το θεωρήσει όνειρο. Αν βγει μια λέξη από το στόμα σας, κι εσύ κι ο γεωργός θα πεθάνετε στη στιγμή».
«Είσαι σπλαχνικός Αυτοκράτορα!»
«Όχι, όχι σπλαχνικός», είπε ο γέρος βασιλιάς. Πέρα απ' τον τοίχο του κήπου είδε τους φρουρούς να καίνε κείνο το όμορφο πράγμα από καλάμι και χαρτί. Η μυρωδιά του πλημμύρισε την πρωινή ατμόσφαιρα. Είδε κατάμαυρο τον καπνό να υψώνεται στον ουρανό: «Όχι, όχι σπλαχνικός. Πανικόβλητος μόνο, και τρομοκρατημένος». Είδε τους φρουρούς να σκάβουν ένα μικρό λάκκο για να θάψουνε τις στάχτες: «Τι είναι η ζωή ενός μόνο ανθρώπου μπροστά στη ζωή εκατομμυρίων; Πρέπει να παρηγορηθώ μ' αυτή τη σκέψη».
Ξεκρέμασε το χρυσό κλειδί άπ’ το λαιμό του, και κούρδισε ακόμα μια φορά τον όμορφο κουκλίστικο κήπο. Και στάθηκε ατενίζοντας τη γη, πέρα στο Μεγάλο Τείχος, ατενίζοντας την ήσυχη πολιτεία, τα πράσινα λιβάδια, τους ποταμούς και τα ρυάκια. Αναστέναζε. Ο κουκλίστικος κήπος, με τον κρυφό και ντελικάτο μηχανισμό του, μπήκε μπροστά. Κουκλίστικοι άνθρωποι περπατούσαν στο δάσος, κουκλίστικες αλεπούδες χοροπηδούσαν στα ξέφωτα που ήταν πλημμυρισμένα ήλιο, κι άστραφτε η όμορφη γούνα τους, κι ανάμεσα απ' τα μικροσκοπικά δέντρα, υψώνονταν μικρές φωνούλες, αρμονικοί κελαηδισμοί, και λαμπερά, γαλάζια και κίτρινα χρώματα που πετούσαν, πετούσαν και πλημμύριζαν τον κουκλίστικο ουρανό.
«Θεέ μου!» είπε ο αυτοκράτορας κλείνοντας τα μάτια του: «Κοίταξε τα πουλιά! Κοίταξε τα πουλιά!»


RAY BRADBURY
To Δ του Διαστήματος
Μετάφραση από τα αγγλικά: ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΑντιΚοσμοι 1975

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Οἱ Μάγισσες - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


Ὅταν κατηρχόμεθα πρὸς τὸ παλαιὸν χωρίον λίαν πρωί, ἄλλοι πεζοί, ἄλλοι εἰς γαϊδουράκια καβάλα· οἱ ἄνδρες μὲ τὰ ἐπανωφόρια ἐπ᾽ ὤμου, αἱ γυναῖκες ἀνυπόδητοι, μὲ τὰ πασουμάκια τους μέσα εἰς τὸ καλαθάκι, τὸ ὁποῖον ἐκρέματο ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ ἀγκῶνός των· τὰ παιδία τρέχοντα, θορυβοῦντα, ψάχνοντα νὰ εὕρωσι φωλεάς, κυνηγοῦντα εἰς τοὺς θάμνους τὶς πεταλοῦδες, προτρέχοντα, ἢ ἀποπλανώμενα καὶ μένοντα ὀπίσω· πάντοτε ὁ κορυφαῖος τῆς συνοδίας μας, ὁ παπα-Γιακουμής, ἵστατο εἰς μέρος τι ἄνωθεν μικροῦ κρημνοῦ, παρά τινα χαράδραν, ἐγγὺς συστάδος τινὸς δένδρων, κ᾽ ἔλεγε δεικνύων μικρὰν πτυχὴν τοῦ ἐδάφους:
― Νά, ἐδῶ, σ᾽ αὐτὴν τὴ γούρνα, ηὗραν τὴν Μυρμήγκαινα πεθαμένη μὲ τ᾽ ἄφρια* στὸ στόμα.
Εἶτα ἡ Γερακὼ τῆς Σουσάννας, μία τῶν γυναικῶν τῆς συνοδίας, προσέθετε:
― Ναί· ὣς πόσα χρόνια νὰ εἶναι, παπά;
Ὁ παπὰς ἔλεγε μίαν χρονολογίαν:
―Ὣς εἰκοσιοκτὼ χρόνια.
Ἀκολούθως ἡ Μαλαμὼ τοῦ Παπακωσταντῆ, ἄλλη συνοδός μας, ἐπέφερε:
― Κ᾽ εἶχε φαρμακωθῆ μοναχή της, ἡ ἄμοιρη! Κάνει νὰ λέμε Θεὸς σχωρέσ᾽ τηνε, παπά;
Ὁ ἱερεὺς ἔκαμνε κίνημα ἀμηχανίας καὶ ἐνδοιασμοῦ, ὡς νὰ ἔλεγεν, «ἔτσι κ᾽ ἔτσι».
Καὶ τέλος συνεπλήρου ἡ Κυρατσούλα τὸ Διοματαράκι, ἄλλη γυνὴ μετέχουσα τῆς ἐκδρομῆς μας:
― Γιατὶ τὴν ἔπιασαν τὴ νύχτα νὰ κάνῃ μάγια. Ὁ γερο-Παρθένης εἶπαν πὼς τὴν ηὗρε.
Καὶ μετὰ τοῦτο ἐξηκολουθοῦμεν τὸν δρόμον μας.
Ἡ πτωχὴ φαρμακωμένη, ὣς τόσον, ἂν δὲν εἶχαν προσφέρει κόλλυβα εἰς τὴν μνήμην της, καὶ δὲν εἶχαν κάμει συλλείτουργα ὑπὲρ τῆς ψυχῆς της, ἰδοὺ ὅτι εἶχεν ἐκλέξει, ἀκουσίως βέβαια, μίαν τοποθεσίαν διὰ νὰ πέσῃ ν᾽ ἀποθάνῃ τοιαύτην, ὥστε ὁ παπα-Γιακουμὴς πολὺ συχνά, ὅταν ἐξετέλει τὰς τερπνὰς ἐκδρομὰς ταύτας διὰ νὰ λειτουργήσῃ ―ὑπῆρχον πολλὰ διατηρούμενα παλαιὰ παρεκκλήσια κάτω, εἰς τὸ τέρμα τῆς κατωφερείας ἐκείνης, ὅπου ἐσώζετο τὸ παλαιὸν ἀκατοίκητον σήμερον χωρίον― ἰδοὺ ὅτι ἀκουσίως, καὶ ἀνεπισήμως, τὴν ἐμνημόνευε, τὸ πρωί, πρὶν «πάρῃ καιρὸν»* ἀκόμα διὰ νὰ προσκομίσῃ. Καὶ ἰδοὺ ὅτι τρεῖς ἐνορίτισσές του, ἡ Γερακὼ τῆς Σουσάννας, κ᾽ ἡ Μαλαμὼ τοῦ Παπακωνσταντῆ, κ᾽ ἡ Κυρατσούλα τὸ Διοματαράκι, συνετέλουν εἰς τὸ μνημόσυνον τοῦτο, ἡ μία ἀπευθύνουσα χρονολογικὰς ἐρωτήσεις, ὡς νὰ ἤθελε ν᾽ ἀπαριθμήσῃ τὰ «χρόνια»* καὶ τὰ «ξεχώματα» καὶ τὰ ἄλλα ψυχικά, ποὺ δὲν τῆς εἶχαν κάμει, ἡ ἄλλη προσθέτουσα ὅτι εἶχε φαρμακωθῆ μονάχη της, καὶ ἡ τρίτη πληροφοροῦσα ὅτι τὴν εἶχαν εὕρει νὰ κάμνῃ μάγια. Ἦτον ὡς νὰ ἐπεθυμοῦσαν νὰ τὴν «ξεκολάσουν», καὶ ὡς νὰ τῆς ἔκαναν συχώρια καὶ κόλλυβα.
*
* *
Παρῆλθον πολλοὶ χρόνοι, κι ὁ γερο-Παρθένης δὲν ἐζοῦσε πλέον. Ἀλλ᾽ ἤκουσα ἀπὸ τὸν Νικολάκην τοῦ Διανέλλου, τὸν ὕστερον γενόμενον Νήφωνα μοναχόν, ὅστις ἦτον ἀναδεξιμιὸς τοῦ μακαρίτου, νὰ διηγῆται τὴν ἱστορίαν ὅπως τὴν εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸν γερο-Παρθένην τὸν ἴδιον.
Σελήνη ἦτον, μεσάνυκτα. Ὁ γερο-Παρθένης εἶχεν οἰκίσκον εἰς μίαν ἄκρην τῆς πολίχνης, καὶ δίπλα εἰς τὸν οἰκίσκον ἦτον ἕνα χάλασμα ἢ κατάλυμα, καὶ παρέκει ἕνα πηγάδι, καὶ δυὸ ἀλυγαριές, κ᾽ ἕνας ἀπήγανος, καὶ δύο ἄλλα δένδρα. Ὁ γέρων εἶχε κοιμηθῆ ἐνωρίς, ὅπως ἐκοιμῶντο τότε οἱ ἄνθρωποι, καὶ εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον. Ἐσηκώθη, ἐφόρεσεν ἕνα ροῦχο, διότι δροσιὰ καὶ Μάιος ἦτον, κ᾽ ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὸ καλύβι του.
Ἡ νύχτα †ὅλη†, ὁλοφέγγαρο, νύχτα βαθιά. Ἐκοιμᾶτο ὅλη ἡ πλάσις, γυαλισμένη ἀπὸ τὸ φεγγάρι, καθὼς ἡ Νεράιδα ὁποὺ πλαγιάζει καὶ καθρεφτίζεται στὴν βρύσιν, βαθιὰ στὰ ρέματα. Γλύκα καὶ δροσιὰ κ᾽ εὐωδία, ἦχος μυστικὸς ἔβγαινεν ἀπ᾽ τὰ βουνά, ἀπ᾽ τοὺς λόγγους, ἀπ᾽ τοὺς κήπους τριγύρω. Ὁ γερο-Παρθένης ἐστάθη κ᾽ ἐκοίταξε κ᾽ ἐπόθει κάτι ν᾽ ἀγροικήσῃ, κάτι ν᾽ ἀπολαύσῃ ἀπ᾽ ὅλην αὐτὴν τὴν γλύκα. Ἀλλὰ δὲν ᾐσθάνετο πλέον βαθιά. Μόνον ποὺ ἐθαύμαζε νὰ βλέπῃ.
Μόνον μίαν στιγμὴν ἐστάθη· εἶτα ἔκαμε δύο βήματα κατὰ τὸ ἐρείπιον, τὸ κατάλυμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἀριστερά, βορειότερα ἀπὸ τὴν ἰδίαν καλύβην του.
Τὸ κατάλυμα εἶχε δύο τοίχους ὀρθίους ἀκόμη, ἦτον ὑπαίθριον καὶ ἀνώροφον, εἶχε τρίτον τοῖχον μισόν, καὶ ὁ τέταρτος ἔλειπεν ἐξ ὁλοκλήρου. Παρέκαμψε τὸν τοῖχον τὸν μεσημβρινόν, τὸν ἀκέραιον, καὶ διευθύνθη πρὸς τὸ μέρος τοῦ τοίχου τοῦ βορεινοῦ, τοῦ ἐντελῶς πεσμένου.
Ὅταν ἔφθασεν ἔξωθεν τοῦ τοίχου τοῦ ἀνατολικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐσώζετο κατὰ τὸ ἥμισυ, ἔξαφνα τοῦ ἐφάνη ὅτι ἤκουσε μικρὸν ψίθυρον, κάτι ὡς πνοήν. Ἐστάθη κ᾽ ἐκοίταξε.
Βλέπει διὰ μέσου καὶ ὄπισθεν τοῦ τοίχου τούτου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος ἦτον ὑπὲρ τὸ ἀνάστημα, εἰς δὲ τὸ μεσαῖον μέρος ἔφθανεν ἕως τὸ στόμα καὶ τὸν πώγωνα τοῦ γερο-Παρθένη, βλέπει, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸν τοῖχον, καὶ ἵσταντο τρία πρόσωπα.
Ἦσαν γυναῖκες· τρεῖς γυναῖκες γυμναί, ὁλόγυμνοι. Ὅμοιαι μὲ τὴν προμήτορα Εὔαν, καθ᾽ ὃν χρόνον δὲν εἶχον χρησιμοποιηθῆ ἀκόμη τὰ φύλλα τῆς συκῆς, καὶ δὲν εἶχον ραφῆ οἱ δερμάτινοι χιτῶνες. Εἰς τὴν σκιὰν τοῦ ἐρειπίου, ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς νυκτός, τὸν περιαργυρούμενον καὶ διατμιζόμενον ἀπὸ τὸ φέγγος τῆς σελήνης.
Ἵσταντο ἐκεῖ, κ᾽ ἔκυπτεν ἡ μία κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, σχεδὸν γονυκλινής, ἡ ἄλλη μισοσκυμμένη, ἡ τρίτη ὀρθία ἀκόμη. Εὑρίσκοντο ὡς εἰς μυστήριον ἐκεῖ.
Δὲν ἦσαν φαντάσματα. Ἦσαν ὁλόσωμοι. Δὲν ἦσαν γυμναὶ σαρκὸς καὶ ὀστέων, διαφανῆ «περιπνεύματα», ὅπως ἦσαν γυμναὶ ἐνδυμάτων. Τί ἤθελαν;

Τί ἐμελέτων, τί ἐπεκαλοῦντο ἆρα ἀπὸ τὴν ὠχρὰν Ἑκάτην, τὴν μητέρα των, τὴν πλέουσαν ὑψηλὰ εἰς τὸν αἰθέρα, αἱ τρεῖς αὗται ἄπεπλοι, ἀναμφίεστοι ἱέρειαι; Ποίας ἔλεγον ἐπῳδάς;
Ἱκέτευον τὴν †ὑπέρπλωον†, τὴν ὑπέρῳον ἀργυρᾶν Σελήνην, μὲ τὰς μαύρας κηλῖδας ἐπάνω της, μὲ τὸν Κάιν τὸν ἀδελφοκτόνον, πλακωμένον τὴν κεφαλὴν ἀπὸ πελώριον βράχον· τὴν ἱκέτευον καὶ τὴν ἐξελιπάρουν, αὐτήν, ἥτις τόσον ὑψηλὰ βαίνει καὶ τόσον χαμηλὰ βλέπει, νὰ εὐδοκήσῃ, νὰ κατέλθῃ χαμηλότερα, νὰ συγκαταβῇ εἰς τὴν ἀδυναμίαν των, ν᾽ ἀκούσῃ τὰς ἐπῳδάς των, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς εὐχάς των.
Ἡ μία ἁπλῶς ἐπεθύμει νὰ λύσῃ τὴν μαγείαν ποὺ τῆς εἶχαν κάμει. Εἰς τὸν γάμον της, τὴν ὥραν τῆς ἀλλαγῆς τῶν δακτυλίων, τῆς εἶχαν «ρίξει τὰ κορίτσια»*. Ἐγέννα διαρκῶς θήλεα. Πέντε τῆς εἶχαν γεννηθῆ ἕως τώρα, κι οἱ γριές, ποὺ γνωρίζουν ἀπ᾽ αὐτά, ἔλεγαν ὅτι ἐννέα ἔμελλε νὰ γεννήσῃ τὸ ὅλον.
Ἡ ἄλλη ἤθελε νὰ βλάψῃ μίαν ἐχθράν της, μίαν ποὺ ἐμελέτα κακὰ δι᾽ αὐτήν, καὶ τὴν ἀπειλοῦσε, μὲ τὰ μάγια, νὰ τὴν ἐξολοθρεύσῃ, αὐτὴν καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τὰ παιδιά της. Ἀπεφάσισε κι αὐτὴ νὰ διδαχθῇ τὰς μαγικὰς τέχνας, ἀμυνομένη διὰ ν᾽ ἀποδώσῃ τὰ ἴσα. Ἡ μαγεία διὰ τῆς μαγείας λύεται.
Ἡ τρίτη, ὤ! δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ τί ἐπεθύμει. Ἴσως εἶχε μνηστῆρα, ἢ ἐραστήν, ὅστις δυνατὸν νὰ ἦτο καὶ μνηστήρ, πιθανὸν νὰ ἐγίνετο καὶ σύζυγος, πλὴν φεῦ! δὲν τὴν ἠγάπα πλέον· ἐκοίταζεν ἀλλοῦ, τοῦ εἶχαν χαλάσει τὰ μυαλὰ ἄλλαι γυναῖκες. Κι αὐτὴ ἐπροσπάθει νὰ κατασκευάσῃ φίλτρα ὑπὸ τὸ φέγγος τὸ μελιχρόν, τῇ βοηθείᾳ τῆς εὐμενοῦς Ἑκάτης, διὰ νὰ τοῦ γυρίσῃ τὰ μυαλὰ πρὸς τὸ μέρος της. «Αἰ δὲ μὴ φιλεῖ, ταχέως φιλάσει». Ψάλλε, γλυκεῖα Σαπφώ, παρηγόρει τὰς ὁμοφύλους σου.
Καὶ ἔκυπτον ὅλαι, κ᾽ ἐμελέτων, κ᾽ ἐψιθύριζον, κ᾽ ἔμελπον μὲ πραεῖαν φωνὴν τὰς ἐπικλήσεις καὶ τὰς ἐπῳδάς των, εἰς μυστηριώδη γλῶσσαν τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ποιητὴς δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ οὐδεὶς μουσικὸς δύναται νὰ σημαδογραφήσῃ.
Ἵλεως, ἵλεως γενοῦ αὐταῖς, καλὴ Ἑκάτη! ἵλεως, τὴν νύκτα ταύτην, ἀλλ᾽ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως;
*
* *
Ὁ γερο-Παρθένης, φιλόθρησκος ἄνθρωπος, ὅστις ἀνεγίνωσκε καὶ ἔψαλλεν ἐπ᾽ ἐκκλησίας, εἶδεν, ἐξέστη, κατεπλάγη. Ἀφῆκε πεπνιγμένην κραυγήν.
Καταρχὰς τοῦ ἐφάνη ὅτι ἦσαν φαντάσματα. Μὲ τὸ δεύτερον βλέμμα ἐνόησεν ὅτι ἦσαν μάγισσαι.
Ἐδοκίμασε ν᾽ ἀποσείσῃ τὴν κεραυνοβόλον νάρκην, ν᾽ ἀποτινάξῃ τὸν ἐγρηγορότα ἐφιάλτην, νὰ κινήσῃ τὰς μολυβδίνους κνήμας, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν οἰκίσκον του.
Ἀλλ᾽ ἦτον ἀργά. Ἡ βραχεῖα κραυγή του εἶχεν ἀκουσθῆ εἰς τὴν σιγὴν καὶ τὸ σκότος. Ἡ μία ἐκ τῶν μαγισσῶν, ἡ ἀντικρύζουσα αὐτόν, τὸν εἶδε, καὶ ἔνευσεν εἰς τὰς ἄλλας.
Καὶ αἱ τρεῖς ἔκαμαν ἄτακτον κίνημα. Ἴσως ἐζήτησαν νὰ φύγουν, νὰ κρύψουν τὴν στίλβουσαν γυμνότητά των, ἀπὸ τοῦ φέγγους τῆς σελήνης, τὸ ὁποῖον προσέθετε τὴν λευκὴν ὤχραν του εἰς τὸν χρῶτά των. Πλὴν ὁ γερο-Παρθένης τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπίστευσεν ὅτι θὰ ἐχυμοῦσαν ἐπάνω του καὶ αἱ τρεῖς, νὰ τὸν πνίξουν.
Τότε χωρὶς νὰ σκεφθῇ, περίτρομος, λυθείσης τῆς γλώσσης του, ἐφώναξε:
― Σᾶς εἶδα, σᾶς ἐγνώρισα, παλιόστριγλες, μάγισσες! Σᾶς γνωρίζω… Αὔριο θὰ σᾶς μαρτυρήσω στοὺς ἄντρες σας!
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐψεύδετο, ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τὸν φόβον του καὶ καμμίαν ἐκ τῶν τριῶν δὲν εἶχε γνωρίσει· ἡ δὲ φωνὴ ἐξῆλθε μὲ φρικώδη σπασμὸν τῆς σιαγόνος καὶ τοῦ στόματος.
Αἱ τρεῖς μάγισσαι τὰ ἔχασαν. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ γερο-Παρθένης ἠμπόρεσε ν᾽ ἀνακτήσῃ τὴν χρῆσιν τῶν ποδῶν του, καὶ πηδῶν, καὶ παραπαίων, μὲ θόρυβον τόσον τῶν κνημῶν, ὡς νὰ ἦσαν ξυλιασμέναι αὗται, ἔφθασεν εἰς τὴν θύραν τῆς καλύβης του, ἐπήδησε μέσα, σχεδὸν χωλός, κ᾽ ἐμανδάλωσε τὴν θύραν μὲ βαρὺν κρότον.
*
* *
Τὴν ἐπαύριον, ἡ Μυρμήγκαινα, νεαρὰ σύζυγος καὶ μήτηρ τέκνων, δι᾽ ὅλης τῆς ἡμέρας ἔλειπεν ἀπὸ τὴν οἰκίαν της. Οἱ οἰκεῖοί της τὴν ἐζητοῦσαν παντοῦ, ἀλλὰ δὲν τὴν εὕρισκαν. Τὴν ἄλλην ἡμέραν εὑρέθη τὸ πτῶμά της εἰς τὸν κατηφορικὸν ἐκεῖνον δρόμον πρὸς τὸ Παλαιὸν Χωρίον, ἐντὸς τῆς μικρᾶς χαράδρας, ὑπὸ τὰ δένδρα.
Φαίνεται ὅτι εἶχε λάβει τὸ φάρμακον εἰς τὴν πολίχνην, κ᾽ ἐκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν δρόμον πρὸς τὸ Παλαιὸν Χωρίον, ὅπου τὴν εἵλκυον αἱ ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας της, ἴσως καὶ διότι ἐφοβεῖτο νὰ συναντήσῃ ἀνθρώπους. Ἐφαντάζετο ὅτι τὴν ἐδακτυλοδεικτοῦσαν ὅλοι πρὸς ἀλλήλους. Καθ᾽ ὁδὸν τὸ δηλητήριον ἐνήργησε, καὶ τὴν ἔρριψε νεκρὰν εἰς τὴν χαράδραν.
Μετὰ τὴν εὕρεσιν τοῦ πτώματος τῆς γυναικός, διεσπάρησαν ἀνὰ τὴν πολίχνην ἀόριστοι φῆμαι, ὅτι τρεῖς μάγισσαι εἶχον ἀνακαλυφθῆ ποιοῦσαι μαγείας, πρὸς τὸ φέγγος τῆς σελήνης, τὴν νύκτα.
Ὁ γερο-Παρθένης τὰς εἶχεν εὕρει, ἔλεγαν. Ποῖαι ἦσαν;
Κατὰ τοὺς μέν, ἡ μία τούτων ἦτον ἡ Μυρμήγκαινα, ἡ ἄλλη ἡ Γούσκαινα, καὶ ἡ τρίτη ἡ Ἀσημίνα ἡ Μαυβατού. Κατὰ τοὺς δὲ ἡ μία ἦτον ἡ Μυρμήγκαινα, ἡ ἄλλη ἡ Μαυρουδίτσα, καὶ ἡ τρίτη ἡ Καψούραινα. Κατ᾽ ἄλλους πάλιν, πρώτη ἦτο πάντοτε ἡ Μυρμήγκαινα, δευτέρα ἡ Λιολιώτα, καὶ τρίτη ἡ Πουλαρού.
Φαίνεται, ὡς εἰκός, ὅτι ὁ γερο-Παρθένης, περίτρομος καθὼς ἦτον, διηγήθη τὸ ὅραμα ἀμέσως, τὴν νύκτα ἐκείνην, εἰς τὴν γυναῖκά του. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, αἱ δύο ἄλλαι, ὁποῖαι καὶ ἂν ἦσαν, ἐπὶ ἡμέρας ἀκόμη θὰ εἶχον τὸν φόβον· ὕστερον βλέπουσαι ὅτι οἱ σύζυγοί των δὲν τὲς ἔκοπτον τὸν λαιμόν, οὔτε τὰς ἐκυνηγοῦσαν μὲ τὸν μπαλτά, ἡσύχασαν.
Ἐν τούτοις ἄδηλον εἶναι τί ἐσκέπτοντο καθ᾽ ἑαυτάς. Μόνον ἓν ἀόρατον οὖς τὰς ἤκουσε ποὺ ἔλεγαν ἡ μία εἰς τὴν ἄλλην:
― Καλὰ ἔκαμε καὶ φαρμακώθηκε· τόσο φοβιτσάρα ποὺ ἦτον, θὰ μᾶς ἐπρόδωνε κ᾽ ἐμᾶς.
― Κι ἕνα ἄλλο, προσέθηκεν ἡ ἄλλη· ὁ γερο-Παρθένης τώρα, καὶ νὰ μᾶς ξέρῃ, ἐπειδὴς ἡ ἄλλη πῆγε ἀδικοθάνατη, θὰ φοβᾶται νὰ μᾶς μαρτυρήσῃ.
― Ἀλήθεια, εἶπεν ἡ πρώτη· μὰ νὰ σοῦ πῶ, δὲν πιστεύω νὰ μᾶς ἐγνώρισε!



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ 1984

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Δύο ιστορίες Ντάρμα και Σατ – Joseph Campbell


...θα σας διηγηθώ δύο μικρές ιστορίες. Τα ινδικά ανέκδοτα είναι πολύ γλαφυρά, μένουν εύκολα στη μνήμη και διευκρινίζουν την ουσία του πράγματος με πολύ έντονο τρόπο.
Η πρώτη ιστορία έχει να κάνει με το σατ, την επιτέλεση του καθήκοντος. Χρονολογείται από το 2ο π.Χ. αιώνα και απαντάται σε ένα βουδιστικό έργο που ονομάζεται Μιλινταπάνχα. Στην Ινδία υπάρχει μια λαϊκή σχεδόν δοξασία σύμφωνα με την οποία το άτομο που σε όλη του τη ζωή κάνει τέλεια και ανελλιπώς το καθήκον του είναι σε θέση να κάνει μαγικές πράξεις. Έτσι, λέγοντας απλά «Αν σε όλη μου τη ζωή έχω κάνει αυτό κι αυτό χωρίς άλλο, αληθινά και πραγματικά τότε ας γίνει το και το», αυτό που λέει γίνεται. Αυτό λέγεται Πράξη Αλήθειας.
Η ιστορία μας λοιπόν, εξελίσσεται τον 3ο αιώνα π.Χ. κατά την περίοδο της βασιλείας του μεγάλου Βουδιστή αυτοκράτορα Ασόκα, μια χρονία που οι μουσώνες ήταν ιδιαίτερα φορτωμένοι και ο Γάγγης φούσκωνε και απειλούσε να πλημμυρίσει τον πρωτεύουσα Παταλιπούτρα, τη σημερινή Πάτνα. Ο αυτοκράτορας κατέβαινε καθημερινά στις όχθες του ποταμού για να παρακολουθεί τη στάθμη των υδάτων. Όλος ο κόσμος ήταν μαζεμένος εκεί και τον ρωτούσε με αγωνία: «Το ποτάμι φουσκώνει, τι θα απογίνουμε;»
Κάποια στιγμή που η στάθμη είχε ανέβει σε πολύ επικίνδυνο επίπεδο, ο Ασόκα φώναξε: «Υπάρχει κανείς εδώ που μπορεί να κάνει μια Πράξη Αλήθειας και να πει στα νερά του Γάγγη να γυρίσουν προς τα πίσω;»
Οι βραχμάνοι, οι ιερείς συσκέφτηκαν μεταξύ τους κανείς όμως δεν ήταν σε θέση να κάνει μια Πράξη Αλήθειας. Ήταν μεν βραχμάνοι επειδή είχαν ζήσει τέλειες ζωές στις προηγούμενες ενσαρκώσεις, σε αυτήν όμως κανείς τους δεν ήταν τέλειος. Οι ξατρίγια, μια από τα ίδια – ούτε καν ο ίδιος ο αυτοκράτορας – όπως και οι βαϊσίγια.
Κάπου, στο βάθος της ουράς ήταν μια γριά πόρνη που το όνομά της ήταν Μπιντουμάτι, και ψέλλιζε διαρκώς: «Εγώ έχω μια Πράξη Αλήθειας».
«Άντε, Μπίντι, τι περιμένεις;», της φώναζαν οι γείτονες, «για όνομα του Θεού!»
Η Μπιντουμάτι τότε άρχισε να εστιάζεται μέσα της και μέσα από τη δική της ψυχή πρόφερε την Πράξη της Αλήθειας, και φυσικά, όπως αντιλαμβάνεστε, ο ποταμός άρχισε όντως να κυλάει αντίστροφα.
Για ευνόητους λόγους όλοι ήταν κατενθουσιασμένοι. Όταν ο Ασόκα ρώτησε ποιος είχε κάνει αυτή την Πράξη Αλήθειας, το όνομα της Μπιντουμάτι, της ταπεινότερης των υπηκόων του, πετούσε ψιθυριστά από στόμα σε στόμα μέχρι που έφτασε και στα αυτιά του ίδιου. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε σαστισμένος, γιατί συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο με τα δόγματα της θρησκείας. Όλοι ξέρουν τα τι και τα πως, κανείς όμως δεν πιστεύει ότι λειτουργούν πραγματικά. Ο αυτοκράτορας πάντως κατηφόρισε το δρόμο και κάποια στιγμή πλησίασε την Μπιντουμάτι και άρχισε να τη στολίζει με ένα σωρό κοσμητικά: «Εσύ ποταπή και επάρατη γριά πόρνη, εννοείς ότι έχεις κάνει μια Πράξη Αλήθειας;»
Αυτή με αρκετά ήρεμο και ταπεινό ύφος αποκρίθηκε: «Έχω μια Πράξη Αλήθειας που θα μπορούσε να φέρει τον κόσμο των θεών τα πάνω-κάτω, αν το ήθελα πραγματικά».
Με ένα τσίμπημα φόβου, ο αυτοκράτορας είπε: «Ποια είναι η Πράξη της Αλήθειας σου;»
Η Μπιντουμάτι, η σούντρα, του απάντησε: «Η Πράξη Αλήθειας μου είναι η εξής: αν στην τέλεση του καθήκοντόςμου δεν “έγλειφα” τους πλούσιους, τους όμορφους ή εκείνους της ανώτερης κάστας, ούτε “έφτυνα” τους φτωχούς, τους ταπεινής καταγωγής και τους άσχημους, αλλά προσέφερα πάντα τις υπηρεσίες που όφειλα να προσφέρω για τα λεφτά που έπαιρνα, τότε τα νερά του ποταμού ας αρχίσουν να ρέουν ανάστροφα». Έτσι, λοιπόν, το ποτάμι άρχισε να κυλάει ανάποδα υπακούοντας στη δική της διαταγή, επειδή ήταν ένα αγνό και καθαρό ντάρμα. Σάτι: Η γυναίκα αυτή υπήρχε. Εκεί δεν υπήρχε κανείς. Αυτή η γυναίκα ήταν ένα κομμάτι μάλαμα. Δεν είχε καμία απολύτως κρίση, έκανε μόνο το καθήκον της. Αυτός είναι ο τρόπος που πρέπει να λειτουργεί η Ινδία.
Η γυναίκα αυτή, λοιπόν, έκανε το καθήκον της. Ο αυτοκράτορας τι έκανε; Μήπως την κάλεσε να της πει «Μπιντουμάτι, έσωσες την πόλη! Έλα, κάθισε εσύ στο θρόνο, σήμερα θα είσαι η βασίλισσα της ημέρας και εμείς θα στου στήσουμε ένα άγαλμα;» Καμία σχέση, βέβαια, τίποτε από όλα αυτά – σε αυτή τουλάχιστον τη ζωή. Στην επόμενη θα μπορούσε να ήταν η βασίλισσα του Μπεναρές, τότε όμως όχι. Ήταν και παρέμενε μια σούντρα. Αυτός είναι ο ρόλος της – τα ποντίκια δεν μπορούν να γίνουν λιονταρίνες. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ αναφορικά με το σύστημα των καστών. Όταν το άτομο επιτελεί το καθήκον του ανεξάρτητα του που είναι, τότε συμμετέχει στη δόξα και στη δύναμη του σύμπαντος και γίνεται αγωγός της δύναμης αυτής. Κανείς δεν επιλέγει να κάνει οτιδήποτε. Όλοι κάνουν αυτό που οφείλουν να κάνουν και έτσι γυρίζει όλο αυτό το γιγάντιο πράγμα που λέγεται σύμπαν.
Ο επισκέπτης που θα βρεθεί στην Ινδία, θα αντικρύσει άπειρα τρομακτικά και αποκρουστικά στιγμιότυπα. Οι λέξεις περί ένδειας και εξαθλίωσης που χρησιμοποιούμε ούτε καν αγγίζουν την εκεί πραγματικότητα. Όταν πάντως βρεθείς εκεί και καταφέρεις να ξεπεράσεις το πρώτο σοκ, αρχίζει να αναδύεται σταδιακά η συνείδησ της γαλήνης και του ακτινοβόλου φωτός.
Ο Λιούις Μάμφορντ (Lewis Mumford) είχε πει κάποτε: «Από όλα τα επίπεδα της ζωής αναδύονται αξίες». Δεν θα αναδυθούν, όμως, αν τις κριτικάρεις. Θα αναδυθούν μόνο αν εναρμονιστείς μαζί τους. Αυτή είναι η παραδοσιακή αντίληψη. Έρχεσαι στο άλφα ή βήτα επίπεδο, το ζεις, κάνεις το καθήκον σου – τώρα μιλάω από τη σκοπιά των Ινδών. Δεν λες «Πω πω, εγώ έπρεπε να ήμουν εκεί πάνω, ή έπρεπε να είμαι εκεί κάτω, κάποιος μου την έχει φέρει, να, αυτός εκεί παίρνει περισσότερα από μένα» – το ζεις. Κρίνε τη ζωή σου όχι με βάσει το τι παίρνει ο διπλανός σου, αλλά με βάση το πόσο καλά κάνεις αυτό που οφείλεις να κάνεις. Αυτή είναι η δόξα της Ινδίας, η αντίληψη που κάποτε την έκανε μεγαλειώδη, και αυτή που τη στηρίζει σήμερα στη φρίκη που βιώνει. Αυτά λοιπόν περί της ιδέας του σατ, του να είσαι κάτι: είσαι κάτι στο βαθμό που λειτουργείς ως κοινωνικό ον το οποίο φροντίζει να κάνει σωστά το καθήκον του. Και στην Ινδία φροντίζουν να το κάνουν και να το κάνουν σωστά.

Υπάρχει μια ακόμα ιστορία που χρησιμεύει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης του εγώ με το ντάρμα. Είναι μια ιστορία πιο ήπια από την άλλη και αφορά ένα μέλος ενός αξιοσέβαστου επαγγέλματος, αυτό του δασκάλου. Η ινδική λέξη για τον δάσκαλο είναι γκουρού, λέξη, ωστόσο, που έχει τελείως διαφορετική έννοια από αυτή που της αποδίδουμε εμείς στη Δύση. Δάσκαλος για εμάς σήμερα σημαίνει κάποιον που σου μεταβιβάζει κάποιες πληροφορίες και σε καθοδηγεί με έναν ορισμένο τρόπο στη ζωή σου, προσφέροντας τη βοήθειά του σε κάθε είδους κρίση που μπορεί να παρουσιαστεί αναπάντεχα στη ζωή σου. Γκουρού σημαίνει το πρόσωπο που λειτουργεί ως μοντέλο, ως πρότυπο για σένα. Ο μαθητής οφείλει να ταυτιστεί με τον δάσκαλό του, να γίνει όπως αυτός. Ο δάσκαλος έγινε όπως ο δάσκαλός του, και έτσι δεν υπάρχει πια κανείς εκεί. Ο δάσκαλος μεταβιβάζει απλώς το ιδανικό, το ντάρμα, στις γενιές που ακολουθούν.
Η ιστορία που θα σας αφηγηθώ αφορά έναν μαθητή που μια μέρα έφτασε στον δάσκαλό του καθυστερημένος. Ο δάσκαλός του είπε: «Άργησες. Που ήσουν, τι τρέχει;»
«Να», απάντησε ο μαθητής. «Δεν μπορούσα να φτάσω εδώ. Ζω στην άλλη μεριά του ποταμού. Το ποτάμι πλημμύρισε, δεν υπήρχε βάρκα να με περάσει απέναντι, η περαταριά είχε βαθύνει πολύ, γι' αυτό και δεν κατάφερα να φτάσω στην ώρα μου».
«Τώρα πάντως, είσαι εδώ. Τι έγινε; Ήρθε τελικά η βάρκα; Έπεσε η στάθμη του ποταμού;»
Ο μαθητής κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά. «Όχι, όχι, τίποτε δεν άλλαξε στο ποτάμι».
«Και πως έφτασες ως εδώ;»
Ο μαθητής απάντησε: «Σκέφτηκα τον δάσκαλό μου. Σκέφτηκα: “Ο δάσκαλός μου είναι για μένα το όχημα της αλήθειας, είναι ο θεός μου, είναι η αυθεντία μου. Θα σκεφτώ λοιπόν τον δάσκαλό μου και θα περπατήσω πάνω στο νερό”. Και αυτό έκανα. Έλεγα μέσα μου “Δάσκαλε, δάσκαλε, δάσκαλε”, και περπατούσα πάνω στα φουσκωμένα νερά, και να 'μαι».
Πω πω, σκέφτηκε ο δάσκαλος, δεν ήξερα ότι έχω τη δύναμη να κάνω τέτοια πράγματα. Φυσικά, ο ίδιος ο δάσκαλος δεν είχε κάνει τίποτε απολύτως.
Όταν ο μαθητής έφυγε, ο δάσκαλος σκέφτηκε ότι αυτός έκανε το «θαύμα». Είπε λοιπόν: «Θα δοκιμάσω κι εγώ να το κάνω. Πρέπει να δω πως γίνεται». Στην αρχή έριξε μια ματιά γύρω του για να δει αν τον βλέπει κανείς. Αφου βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος, κατέβηκε στο ποτάμι και στάθηκε εκεί χαζεύοντας τα χειμαρρώδη νερά που κυλούσαν αφρισμένα. Θα το κάνω, σκέφτηκε. Και ξεκίνησε λέγοντας μέσα του «Εγώ, εγώ, εγώ». Έκανε το βήμα για να πατήσει πάνω στο νερό και την επόμενη στιγμή έπεσε στο βυθό του ποταμού σαν πέτρα.
Η μόνη περίπτωση όπου μπορεί κάποιος να περπατήσει πάνω στο νερό είναι όταν δεν υπάρχει κανείς εκεί, όταν είναι κανείς καθαρό πνεύμα, spiritus, άνεμος. Στα Σανσκριτικά, αυτό λέγεται πράνα. Ο δάσκαλος αυτός ήταν στο μυαλό του μαθητή του ένας κοινωνός της αλήθειας. Στο δικό του μυαλό, ωστόσο, ήταν ένα «εγώ» και το «εγώ» έχει βάρος και βουλιάζει.



Joseph Campbell
Μύθοι του Φωτός
Μετάφραση Στέλιος Μεταξάς
Εκδόσεις Αρχέτυπο 2006

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΔΟΞΑΣΙΑ - GIULIANO KREMMERZ


Για να καταλάβουμε, απλά, ξεκάθαρα, όλα τα γραπτά που αναφέρονται στις απόκρυφες επιστήμες, στην μαγεία κ.λ.π., πρέπει να καταλάβουμε αυτό που βρίσκεται στη βάση της θεωρίας και της πρακτικής της μαγείας.
Στην μαγεία, η έννοια του σύμπαντος είναι η σύνθεση παντός υπαρκτού.
Κάθε τι που υπάρχει, είναι μια ενότητα, σύνθεση τριών ουσιωδών στοιχείων: ύλης, ζωής και ενέργειας.
Το μέγα όλο έχει μια πλήρη αναλογία στα μέρη του.
Εάν πας πάνω σε ένα βουνό όπου δεν βρίσκεται καθόλου χορτάρι, όπου δεν πετάει κανένα πουλί, θα πιστέψεις πως είσαι μόνος. Εσύ, οι πέτρες, ο αέρας που αναπνέεις, τα αστέρια στον ουρανό αποτελείτε ένα με ολόκληρο το σύμπαν. Την ανθρώπινη λογική σου, διεύρυνέ την μέσ' την λογική του κόσμου όλου και θάχεις την αίσθηση της λογικής του κόσμου. Από εδώ προέκυψε η Αστρολογία, που είναι ο λόγος των άστρων.
Ο Ερμής, στον Σμαράγδινο Πίνακα, λέει πως ό,τι είναι επάνω είναι όπως ό,τι είναι κάτω. Η γνώση αυτού του γεγονότος αρκεί ήδη για να επιτευχθεί ένα θαύμα.
Μελέτησε τον άνθρωπο και γνωρίζεις το σύμπαν. Μελέτησε το σύμπαν και γνωρίζεις τον άνθρωπο. Από το σύμπαν κατέβα ως τον άνθρωπο και εφάρμοσέ του τους παγκόσμιους νόμους, από τον άνθρωπο άνελθε προς το σύμπαν και ανακάλυψε εκεί τους απόκρυφους νόμους. Ο άνθρωπος έχει μια ψυχή, μια σκέψη, μια τάση, ένα τέλος: ακριβώς όπως το σύμπαν. Το σύμπαν έχει μια κίνηση, μια αναπνοή, μια εξέλιξη, έναν κύκλο: ακριβώς όπως ο άνθρωπος. Το παν είναι λογικό και η κατ' εξοχήν μαγική διαδικασία είναι η αναλογία. Το ιερό σύμβολο που δοκιμάζουν μερικοί άσκοπα να ερμηνεύσουν δια της ομοιότητας, είναι επίσης αναλογικό. Αναλογικός είναι ο νόμος των θαυμάτων και των μαγικών διαδικασιών, η δε μελέτη της αναλογίας οδηγεί στη γνώση της μαγείας ή σοφίας του Σολομώντα.

Το ζωτικό ρεύμα είναι μοναδικό.
Η εξελικτική και εισελικτική διαδικασία της δράσης της παγκόσμιας ζωής είναι συνεχής. Αυτή η δύναμη ή ζωτικό ρεύμα μεταμορφώνεται δια του μέσου που την τρέφει και την εμψυχώνει κι αποκτά νέα μορφή.
Ο Papus λέει(1).
«Το παν είναι αναλογικό, ο νόμος που διέπει τους κόσμους, διέπει, επίσης, τη ζωή του εντόμου. Η μελέτη του τρόπου με τον οποίο τα κύτταρα ομαδοποιούνται για να σχηματίσουν ένα όργανο, είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο τα Βασίλεια της φύσης ομαδοποιούνται για να σχηματίσουν τη Γη, όργανο του κόσμου μας, είναι ο τρόπος μελέτης του πως ενώνονται οι άνθρωποι, για να σχηματίσουν μια οικογένεια, όργανο της ανθρωπότητας».

Η μελέτη του σχηματισμού ενός κόσμου δια των οργάνων του, αντιστοιχεί με την εκμάθηση του πως σχηματίζεται ένας κόσμος από τους πλανήτες κι ένα έθνος από τις οικογένειες, ή με την εκμάθηση της σύστασης του σύμπαντος ξεκινώντας από τους κόσμους, και της Ανθρωπότητας από τα έθνη.
Το παν είναι ανάλογο: εάν γνωρίσεις το μυστικό του κυττάρου, γνωρίζεις το μυστικό του Θεού.
Το απόλυτο είναι το παν. Το παν είναι μέσα στο παν.
Από τα προηγούμενα, βλέπουμε ότι η αποδοχή του όρου ζωή, που φαίνεται εύκολη από την πρώτη ματιά, είναι πολύ πιο γενική απ' ό,τι νομίζουμε συνήθως.
Για τους ανθρώπους η ζωή είναι η δύναμη που μεταφέρεται από τα αιμοσφαίρια που έρχονται να αναγεννήσουν τα όργανα. Αυτό, όμως, στην πραγματικότητα είναι η ανθρώπινη ζωή και όχι η Ζωή.
Στην ουσία, αυτή η δύναμη δεν είναι παρά μια τροποποίηση του αέρα που περιέχει την ζωή όλων των όντων της γης.

Αν θέλει κανείς, όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι επιστήμονες, να δει την προέλευση της ζωής μέσα στην γήινη ατμόσφαιρα, μπορεί να σταματήσει εκεί.
Αλλά, η γήινη ατμόσφαιρα, όπως το ανθρώπινο αίμα, έλκει τις ζωοποιούς αρχές της από ψηλότερα, από τον ίδιο τον Ήλιο.
Μπορούμε μ' αυτόν τον τρόπο να ανεβούμε μέχρι το άπειρο. Αλλά επειδή οι επιστημονικές μας γενικές γνώσεις περιορίζονται στον κόσμο μας, δεν πάμε μακρύτερα, διαπιστώνοντας ότι η δύναμη του αίματος έρχεται από τον αέρα, η δύναμη του αέρα από τη γη και η δύναμη της γης από τον Ήλιο. Ας πούμε ότι η ζωή είναι η ηλιακή δύναμη μεταμορφωμένη.
Απ' όσα εξέθεσα, προκύπτει σαφώς η αναλογική αντίληψη περί παντός που αποτελεί μεταμόρφωση της παγκόσμιας ζωής.
Ας εξετάσουμε τώρα τον άνθρωπο, που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα.
Για τους μεν, ο άνθρωπος είναι ύλη. Για τους άλλους (θεολόγους) είναι ύλη και πνεύμα. Για την επιστήμη των μάγων, είναι η αντανάκλαση της παγκόσμιας ζωής και δοξασίας μέσα στην διάπλαση του: το σώμα, το πλαστικό διάμεσο ή αστρικό σώμα και η ψυχή.
Το αστρικό σώμα μπορεί να απομακρυνθεί συνειδητά από το φυσικό σώμα, όπως συμβαίνει με τους adepts ή τους τέλειους μυημένους, ή ακόμα και ασυνείδητα, οπότε υφίσταται τις τυχαίες επιδράσεις της στιγμής (περιφερόμενα πνεύματα), όπως συμβαίνει με τα οποιαδήποτε διάμεσα ή mediums.
Όταν το φυσικό σώμα θραύεται, σπάζει, το αστρικό σώμα αρχίζει την πτήση του και πεθαίνουμε.
Αν ένας άνθρωπος επιβάλλει το αστρικό του σώμα στο αστρικό σώμα κάποιου άλλου, το μαγνητίζει.
Θέλοντας να θέσω τις βάσεις όλων όσων διδάσκει ο αποκρυφισμός διευκρινίζοντας κάθε επιλογή μου που σας παρουσιάζω, δεν θα εισέλθω εδώ στην αναλυτική εξέταση των στοιχείων που συνθέτουν αστρικά τον άνθρωπο.

__________________
(1) Μεθοδική πραγματεία περί των Αποκρύφων Επιστημών.




GIULIANO KREMMERZ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Απροσδιόριστη χρονολογία – Μανόλης Αναγνωστάκης


Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση
Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες
(Ίσως η απαρχή ομοίων ημερών)
Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
Χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά
Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκρισην η νύχτα.

Μια μέρα τόσο διάφορη απ' τις άλλες
Χωρίς τα σύμβολα του «πλην» και του «συν»
π' αυλακώνουν τη σκέψη
Χωρίς να βαραίνει καν τη ζυγαριά της μνήμης
Πες σα μια σαπουνόφουσκα που τρυπήσαμε με
την καρφίτσα
Σαν τον καπνό τσιγάρου χωρίς άρωμα.

Έτσι έπεσε ένα φύλλο από το καλαντάρι
Δίχως τον παραμικρότερο ήχο
(Χάθηκε και δεν ψάξαμε να το βρούμε)
Έμεινε το συρτάρι μας όπως τ' αφήσαμε.

Ίσως – λες – πως δεν ήτανε καν μια μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν αρνητικά οι αριθμοί
Το ρολόι γυρισμένο ένα ακόμα εικοσιτετράωρο
Λες – πως περάσαμε ασυνείδητα τα μεσάνυχτα
´Εναν ολόισιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.

Μανόλης Αναγνωστάκης
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ 2000

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

[Μην φανερώνεις τα απαγορευμένα] – CZESLAW MILOSZ


Μην φανερώνεις τα απαγορευμένα. Να κρατάς τα μυστικά.
Διότι τα φανερωμένα βλάπτουν τους ανθρώπους.
Είναι σαν το στοιχειωμένο δωμάτιο στα παιδικά χρόνια
Όπου δεν επιτρέπεται να ανοίγεις πόρτες.
Και τι θα έβρισκα σ' αυτό το δωμάτιο;
Άλλο τότε, άλλο τώρα,
Που είμαι μεγάλος και τόση ώρα περιγράφω
ό,τι βλέπουν τα μάτια.
Μέχρι που έμαθα ότι το πιο σωστό είναι
να σωπαίνω
18η Νοεμβρίου 2002


CZESLAW MILOSZ
Έσχατα ποιήματα
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Πάβεου Κρούπκα και Γιώργος Πετρόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Momentum 2013