.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ – ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΧΩΣ ΤΙΠΟΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ – RAINER MARIA RILKE


Παίρναμε τσάι στο σπίτι της κυρίας von S… Το επιβλητικό ρωσικό σαμοβάρι πάνω στο κατάλευκο τραπεζομάντηλο συνόδευε τη συζήτηση με το μελωδικό του σφύριγμα. Τα γεγονότα της ημέρας είχαν σχολιαστεί ξανά και ξανά. Οι εκθέσεις έργων τέχνης και τα θέατρα δεν πρόσφεραν πλούσιο υλικό στις αρχές του φθινοπώρου. Κινδυνεύαμε να βουλιάξουμε σε μια από κείνες τις σιωπές που στενοχωρούν και πνίγουν σαν τον βαρύ αέρα και που όσο διαρκούν, ο χτύπος από τα κουτάλια και τα φλυτζάνια αντηχεί πιο δυνατός και διαπεραστικός.
Αλλά η οικοδέσποινα αντιλήφθηκε τον κίνδυνο. Η κυρία von S…, μια χήρα ακόμη νέα, με κοκκινωπά μαλλιά, πρότεινε καθένας από τη συντροφιά να διηγηθεί το πιο σημαντικό γεγονός της ζωής του. Χειροκροτήματα.
Άρχισε ένας νεαρός, βαρώνος από τύχη και πρωτύτερα για το χατήρι του πατέρα του…
Μιλώντας με τη μύτη μόχθησε ν’ ανασύρει μέσα από τη μνήμη του μερικές περιπέτειες, και κάθε τόσο σταματούσε από τα γέλια που του προκαλούσε η φινέτσα των ίδιων του των αστείων. Περιπέτειες που είχανε πάντα για φόντο «σκηνές θεάτρου» ή «θεωρεία», και πρωταγωνίστριες εκείνες τις κυρίες με τις κοντές φουστίτσες και το λιγοστό μυαλό, τα ελαφριά πόδια και την ακόμα ελαφρότερη καρδιά. Κάμποσες φορές η οικοδέσποινα αναγκάστηκε να ξεροβήξει, όταν ο καλοξυρισμένος βαρώνος, κλείνοντας το μάτι πονηρά, έσπευδε ν’ αναφερθεί σε εξονυχιστικές λεπτομέρειες. Ύστερα, ντροπαλά σχεδόν στένεψε τα μάτια του κοκκινίζοντας μέχρι τ’ αραιά ξεθωριασμένα μαλλιά του.
Επιτέλους ολοκλήρωσε τη διήγησή του, ανταλλάσσοντας ένα μικρό γελάκι με τον εαυτό του. Οι κύριοι της συντροφιάς γέλασαν κι αυτοί μαζί του, άλλος δυνατά κι άλλος πιο συγκρατημένα, ενώ οι κυρίες έφεραν στα χείλη τους τα φλυτζάνια του τσαγιού έτσι που να μην ξεχωρίζει η έκφραση του προσώπου τους.
Κατόπιν, ένας ταγματάρχης ζωντάνεψε ξανά θορυβώντας κάποιες αναμνήσεις του. Μιλούσε, γελούσε, έβριζε, συνέχιζε να δίνει διαταγές χωρίς σταματημό, σαν ομοβροντία του πεζικού…
Κι ύστερα, ήρθε η σειρά ενός άλλου και μετά ενός άλλου.
Ένας μίλησε ακόμα και για την Αίγυπτο. Περιέγραψε με ζωηρά χρώματα τα ταξίδια στην έρημο, όλους τους φόβους και τους κινδύνους τους.
Ύστερα ακουμπώντας πίσω μίλησε με μαλακιά, σιγανή φωνή για τις φεγγαρόλουστες νύχτες στο Νείλο και τη μεγαλοπρέπεια των λωτών.
Όταν έπαψε να μιλάει, ένα ονειρικό συναίσθημα φτερούγιζε πάνω στη συντροφιά.
«Και τώρα η σειρά σας, κύριε Savant” είπε η οικοδέσποινα γυρίζοντας σ’ ένα τριαντάρη χλωμό άντρα.
Σαν απάντηση στο αίτημα της κυρίας αυτός σήκωσε τα μεγάλα γκρίζα μάτια του.
Πάνω στα χείλη του τρεμόπαιξε ένα ανήσυχο χαμόγελο.
Ένα χαμόγελο νευρικό, κουριασμένο. Σαν μια φεγγαρίσια αχτίνα φθινοπωρινής νύχτας σ’ ένα χωράφι με ασπραγκάθια.
Ολονών τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω του.
Τώρα βάλθηκε να κοιτάζει τα νύχια του.
Βαριαναστέναξε.
Κι ύστερα άρχισε να μιλάει δίχως να σηκώνει το βλέμμα.
«Δεν θα με πιστεύατε αν σας έλεγα ότι μέχρι τώρα δεν έχω… ζήσει τίποτα.
Ποτέ.
Η ζωή μου κυλάει σαν τις σταγόνες της βροχής απ’ τις σκεπές. Κανονική, ανούσια, μονότονη.
Πάντα έτσι ήτανε.
Κι είναι φοβερά που ήταν πάντα έτσι.
Κι όμως…
Όπως βλέπετε, αγαπητή κυρία, δεν θα μπορούσα να σας διηγηθώ τίποτα ευχάριστο, γι’ αυτό επιτρέψτε μου να σιωπήσω».
Τότε όμως ακούστηκαν ζωηρές διαμαρτυρίες.
Και η οικοδέσποινα μέσα στο γενικό θόρυβο είπε χαριτολογώντας: «Πρέπει να συνεχίσετε, κύριε Savant. Τώρα μας έχετε κεντρίσει την περιέργεια και εμείς οι γυναίκες αυτό δεν μπορούμε ποτέ να το αφήσουμε ατιμώρητο».
Ο νεαρός άντρας στύλωσε το βλέμμα του σ’ ένα απόμακρο σημείο σαν να μην έβλεπε κανέναν.
«Ας είναι», μουρμούρισε στεγνά.
«Πρέπει ν’ αρχίσω από παλιά. Αλλά θα είμαι σύντομος.
Στην καρδιά μου υπάρχει μια λαχτάρα για καθετί μεγάλο, δυνατό, ασυνήθιστο! Την ένιωθα από πάντα, από παιδί. Διάβαζα τα παραμύθια και έβλεπα μέσα τους εμένα τον ίδιο. Και με τα κομμάτια που μου φαίνονταν πιο όμορφα σκάρωσα το παραμύθι της παιδικής μου ηλικίας. Όχι αυτής που έζησα αλλά εκείνης που ονειρεύτηκα. Επειδή οι μέρες της πρώτης μου νεότητας κυλούσαν ανιαρές σαν ένα ρυάκι στον κάμπο. Καμιά ενόχληση, κανένα ατύχημα, κανένα γεγονός που θα μπορούσε να συναρπάσει την ψυχή μου. Η μητέρα μου ήταν γλυκιά και ευαίσθητη κι αυτός που μ’ έσπειρε μονόχνωτος και μελαγχολικός. Ένιωθα γι’ αυτούς μια κάποια φυσική στοργή που θα μου άρεσε να ονομάσω αγάπη. Πέθαναν και οι δύο νωρίς. Έκλαψα. Μα δίχως πόνο. Μονάχα γιατί αισθανόμουν μια πίεση στα βλέφαρα. Το ίδιο βάρος που φαντάζομαι νιώθει κανείς όταν πέφτει στα μάτια του βίαια ένα πολύ δυνατό φως.
Άφησα με μεγάλη ευχαρίστηση το πατρικό σπίτι: τις σκοτεινές του κάμαρες, που ήταν γεμάτες με μικρές αυστηρές μελαγχολικές πολυθρόνες».
Ο βαρώνος έβηξε. Μα οι άλλοι ήταν προσεχτικοί και έριξαν ένα σχεδόν θυμωμένο βλέμμα στον ενοχλητικό. Εκείνος σώπασε.
«Τώρα είσαι έξω», συνέχισε ο αφηγητής, που δεν είχε καταλάβει τίποτα, «έξω σκέφτηκα, τώρα μπαίνεις στον κόσμο, στη ζωή, που όλοι πάντα τη λένε ορμητική, περιπετειώδη, πολυτάραχη. Μπορείς λοιπόν να παλαίψεις! Κι έτσι τράβηξα το δρόμο μου. Μα δεν χρειάστηκε να παλαίψω. Η μοίρα δεν το θέλησε. Βρήκα φίλους του πατέρα μου πολύ πρόθυμους να γίνουν προστάτες μου. Με βοήθησαν να συνεχίσω το σχολείο, με έθρεψαν, μου έδωσαν ρούχα και στέγη και ξανά η μονοτονία, βαριά σαν μολύβι, άπλωσε την ομίχλη της πάνω μου. Έμενα μόνο σε δωμάτια πιο φωτεινά, απολάμβανα λίγο περισσότερο κρέας απ’ ό,τι στο σπίτι και σούπα με μπαχαρικά που δεν άρεσε στον πατέρα μου.
Και ήρθε το πανεπιστήμιο. Για ένα διάστημα ήμουν επιμελής, δεν κατόρθωσα όμως να πάρω ψηλούς βαθμούς. Παράτησα το διάβασμα. Μα δεν απορρίφθηκα. Όχι, κατέληξα ολόισια πάνω στις μονότονες σιδηροτροχιές της υπαλληλικής εργασίας.
Νοίκιασα την κάμαρα στην οποία μένω μέχρι σήμερα. Η τυπική εργένικη κάμαρα, με τις κρεμάστρες, και ένα μικροσκοπικό μεταλλικό νιπτήρα».

Ένα ρίγος τον κούνησε απ’ τη θέση του. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια κι ύστερα ξανάρχισε: «Ήρθε η μέρα που πίστεψα ότι ήμουνα κοντά στο πρώτο γεγονός της ζωής μου. Πίστεψα ότι αγάπησα μια γυναίκα. Της το ομολόγησα με μια κάποια συγκίνηση. Εκείνη δεν είχε αντιρρήσεις. Αρραβωνιαστήκαμε.
Ω, ας υπήρχε μια αντίφαση, ένα εμπόδιο!
Ας μου αρνιότανε μονάχα και ας μ’ ανάγκαζε να δώσω την υπέροχη, γλυκιά μάχη που θα’ χε σαν έπαθλο το κορμί και την ψυχή της. Όμως όχι, όχι. Και εγώ με τη σκέψη μου φανταζόμουνα πως όλα αυτά θα κυλούσαν ανεμπόδιστα πάνω στις παλιές φθαρμένες ράγες της καθημερινότητας. Αυτή η σκέψη με τρομοκρατούσε. Κι ένα απόγευμα, καθώς έπαιρνα τον καφέ μου – εδώ και δέκα χρόνια, καθημερινά από τις τέσσερις μέχρι τις έξι βρίσκομαι στο καφενείο – της έγραψα ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. Μερικές λέξεις πάνω σε μια απλή κάρτα, φράσεις αδέξιες που χύνονταν βρώμικες από τη χρησιμοποιημένη πένα του μαγαζιού. Ένιωθα πως σίγουρα δεν ήταν αυτό που οι άλλοι ονομάζουν αγάπη. Ήμουνα τόσο ήρεμος όλο αυτό τον καιρό! Όχι, αναμφίβολα, εκείνη μου ήταν τελείως αδιάφορη. Μάλιστα, με μια άγρια, τρελλή χαρά φανταζόμουνα τον πανικό που θα της προκαλούσαν αυτές οι αράδες. Την απαρηγόρητη οδύνη στην οποία η απόρριψή μου θα μπορούσε ίσως να ρίξει την γυναικεία καρδιά…
Θα ερχότανε ύστερα σε μένα γεμάτη κατηγορίες, θα μου ζητούσε εξηγήσεις κι εγώ θα την απέκρουα με ψυχρότητα και υπεροψία, μονάχα για να μπορέσω επιτέλους, επιτέλους να ζήσω κάτι.
Βυθισμένος σ’ αυτές τις σκέψεις έφυγα από το καφενείο και γύρισα σπίτι. Πάνω στο τραπέζι μου βρισκότανε μια επιστολή. Ο δικός της γραφικός χαρακτήρας! Έσκισα το φάκελο: διέλυε τον αρραβώνα με μια επιστολή, ψυχρή, απαθή και ήρεμη, όπως η δική μου που έπρεπε να βρίσκεται στο δρόμο».
Ο κύριος Savant στήριξε το κεφάλι του μέσα στα χέρια και σώπασε.
Ο θόρυβος από τα σερβίτσια είχε γίνει σχεδόν ντροπαλός. Το σαμοβάρι είχε βουβαθεί, σάμπως κι αυτό ν’ άκουγε τη διήγηση.
Κανείς δεν είχε διάθεση να πει λέξη.
Μόνο ο ταγματάρχης μουρμούρισε κάτι μέσα απ’ τα πυκνά του γένια.
Ο νεαρός βαρώνος έσερνε το φορτωμένο δαχτυλίδια χέρι του πέρα δώθε πάνω στο φαλακρό του κεφάλι. Είχε ένα ύφος ολότελα ηλίθιο.
Μετά από μερικά λεπτά ο νέος ξανασήκωσε το κεφάλι. Κοίταξε ολόγυρα με μάτια ορθάνοιχτα κι ύστερα είπε σάμπως να ονειρευότανε:
«Τίποτα λοιπόν. Για μια φορά ακόμη… τίποτα.
Ξαναπήραν να κυλούν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια.
Τόσο όμοια που δεν θα μπορούσες να τα ξεχωρίσεις.
Κάθε μέρα γυρνούσα στο σπίτι το απόγευμα την ίδια ώρα.
Κάθε μέρα ήξερα: το κλειδί θα κάνει ένα ξερό ήχο καθώς θα το βάζω στην κλειδαριά. Για μια στιγμή δεν θα γυρίζει, μα σε λίγα δευτερόλεπτα η πόρτα θ’ ανοίξει υποτακτικά και εύκολα. Πάνω στο τραπέζι θα με περιμένουν ένα ή δύο ασήμαντα γράμματα. Οι παντόφλες αντί να βρίσκονται κάτω από το κρεβάτι, θα είναι πλάι στην πολυθρόνα, όπου έδωσα εντολή να τις βάζει η υπηρέτρια.
Και κάθε μέρα το ίδιο.
Κάποτε μια διακοπή. Μου κοινοποιήθηκε ένα ένταλμα συλλήψεως. Δεν πίστευα πως είχα διαπράξει παράβαση αλλά τα πάντα πανηγύριζαν μέσα μου: ένα γεγονός. Ντύθηκα με μεγαλύτερη επισημότητα απ’ το συνηθισμένο για να παρουσιαστώ στο δικαστήριο συνοδεία του χωροφύλακα που με περίμενε έξω. Μα πριν καλά καλά ντυθώ μπήκε στο σπίτι ένας υπάλληλος που είπε κάτι για παρεξήγηση λόγω συνωνυμίας και μου ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση…
Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια…
Πόσες, μα πόσες φορές θέλησα να διαπράξω ένα έγκλημα.
Με συγχωρείτε αγαπητή κυρία», διέκοψε ο Savant, όταν αντιλήφθηκε ότι τον παρακολουθούσε τρομαγμένη η κυρία von S… «Εσείς μου ζητήσατε να μιλήσω και εγώ δεν θέλω να κρύψω τίποτα. Μάλιστα βρέθηκα συχνά στο σημείο να διαπράξω ένα έγκλημα. Γιατί θέλω, πάση θυσία, να εισβάλει επιτέλους ένα γεγονός στη γκρίζα, φριχτή ζωή μου!» Τα μάτια του καίγανε όπως τα μάτια ενός πληγωμένου ζώου.
«Να σκοτώσω το διπλανό μου! Αυτή η σκέψη συχνά με βασανίζει όταν βρίσκομαι στο δρόμο. Αλλά μου λείπουν τα μέσα και η δύναμη. Και έτσι απομένω ακίνητος σαν ένα μαθητούδι που πρέπει να γράψει μια άσκηση και έχει ξεχάσει την πένα στο σπίτι…
Συχνά πάλι βγαίνω με το πιστόλι στην τσέπη. Μα συναντώ μονάχα ανθρώπους που πάνω τους αηδιάζω να ρίξω. Μικρές ζαρωμένες φιγούρες που παραμένουν ζωντανές με την ίδια ισχνή ζωτική δύναμη που συγκρατεί την αράχνη στον ιστό της. Κι ακόμη, γεροδεμένους εργάτες που κουβαλάνε το δικαίωμά τους στη ζωή πάνω στα ροζιασμένα χέρια τους και στο σκυθρωπό καπνισμένο τους μέτωπο.
Ας έχανα τουλάχιστο τα λογικά μου. Αυτή είναι η προσευχή μου όταν μένω ξάγρυπνος τις νύχτες.
Και μερικές φορές μου φαίνεται πως συμβαίνει το εξής: κάτι σέρνεται εκεί έξω. Πνιγηρό και τρομακτικό. Και τώρα με κοροϊδεύει χαιρέκακα μέσα στο κρανίο μου, με περιγελάει… γελάει. Ξεσπάω σ’ ένα δυνατό διαπεραστικό γέλιο. Μα δεν είναι τίποτα. Παίρνω μια σελίδα από την εφημερίδα, διαβάζω δυο τρεις αράδες και αντιλαμβάνομαι πως εξακολουθώ να τα καταλαβαίνω όλα, τη μια λέξη μετά την άλλη, τη μια φράση μετά την άλλη. Όχι, δεν μου επιτρέπεται ούτε καν να τρελλαθώ! Ούτε αυτό».
Ο Savant τρόμαξε να πνίξει τα δάκρυά του.
Όλοι κάθονταν σιωπηλοί και παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι τον αφηγητή. Μονάχα ο ταγματάρχης, κατακόκκινος σαν αστακός, με το σπιρούνι του αριστερού του ποδιού έξυνε σιγανά τις σανίδες του πατώματος. Έμοιαζε με το θόρυβο που κάνει το ρολόι του θανάτου.
Ένα ρίγος διαπέρασε την κάμαρα.
Ούτε ένα φλυτζάνι δε σάλευε.
«Τελείωσα» ψιθύρισε τώρα ο δύστυχος με φωνή αδύναμη, σχεδόν σβησμένη.
«Ένας άλλος θα μπορούσε να είναι ικανοποιημένος μ’ αυτή την επίπεδη, άχρωμη ζωή. Θα μπορούσε να τρώει καλά και πολύ, να εξακολουθεί να έχει καλή χώνεψη και να γίνεται όλο και πιο παχύς.
Μα εμένα, εμένα που κουβαλάω μέσα μου μια ζεστή βασανιστική λαχτάρα από τα παιδικά μου χρόνια για ένα γεγονός, εμένα με σκοτώνει.
Τα μάγουλά μου καίνε από νοσταλγία, αλλά η καταιγίδα της ζωής δεν έρχεται να τα δροσίσει».
                                                                                                                                                           1896


RAINER MARIA RILKE
ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΟΥΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΥΦΑΝΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ 1999

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ


Ας μην ξενίση ο ανωτέρω τίτλος…
Είχε και η αρχαία Ελλάς τα «ευαγγέλιά» της…
Είτε υπό μορφήν συγγραμμάτων, είτε ως σύμβολα, ή αλληγορίας, ως ποιήματα, ή νομοθεσίας, ή βιογραφίας… Τα «ευαγγέλια» της αρχαίας Ελλάδος απέβλεπον, όπως και τα χριστιανικά κατόπιν, να βελτιώσουν τον άνθρωπον, να τον καταστήσουν ενάρετον.
Εις τα «ευαγγέλια» της αρχαίας Ελλάδος αποκαλύπτεται ολόκληρος η εξέλιξις του ανθρώπου. Από της στιγμής της αφυπνίσεώς του εις την επίγνωσιν της διπλής του άγνοιας(1) (της σχετικής προς την σωματικήν του, ψυχικήν, διανοητικήν και πνευματικήν μόλυνσιν, ακαθαρσίαν και νόσον) και της ενάρξεως του έργου της καθάρσεως και εξυγιάνσεως του, μέχρι της τελικής νίκης του. Της επιτεύξεως δηλαδή, της τετραπλής(2) υγείας: σωματικής, ψυχικής, διανοητικής και πνευματικής.
Την επίτευξιν, άλλωστε, της τετραπλής ταύτης υγείας είχον ως σκοπόν τα μορφωτικά μέσα των αρχαίων Ελλήνων(3). Είχον ούτοι διαγνώσει, ότι μόνον με αυτήν πραγματοποιείται η υπόσχεσις της Θεάς Παιδείας(4).
«Λήσει δε σε ούτε παλαιόν ουδέν, ούτε νυν γενέσθαι δέον, αλλά και τα μέλλοντα προόψει μετ’ εμού και όλως άπαντα, οπόσα εστί, τα τε θεία τ’ ανθρώπινα ουκ εις μακράν σε διδάξομαι».
[Της προσοχής σου δ’ ουδέν των παρελθόντων θα διαφεύγη., ούτε οφείλον να γίνη νυν. Αλλά και τα μέλλοντα θα προβλέπης εγκολπούμενος εμέ (= την παιδείαν) και, εν μια φράσει, δεν θα παρέλθη πολύς χρόνος προτού σε διδάξω την συνολικότητα της Γνώσεως, και την ανθρωπίνην και την θείαν].
Ευαγγέλια λοιπόν, διότι επεδίωκον κατά ταύτα, συμφώνως προς την χριστιανικήν τεχνολογίαν, την πλήρη επιστροφήν του ανθρώπου εις την «αγκάλην του Πατρός»…
Και έχει να μας προτάξη η αρχαία Ελλάς «Ευαγγέλια» εξ εκάστου είδους των μορφωτικών της μέσων. Ούτω εξ όσων μας διεσώθησαν από την τρικυμίαν και τα ναυάγια του πανδαμάτορος χρόνου, σπουδαιότατα, με λακωνικήν ενταύθα διαγραφήν των γενικών γραμμών, είναι:

Α’. Εκ των συμβόλων και αλληγοριών

α’) Οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλέους. Κάθε σύμβολο, κάθε αλληγορία, επιδέχεται διαφόρους εξηγήσεις(5). Μία τούτων εν προκειμένω είναι, ότι ο Ηρακλής και οι άθλοι του συμβολίζουν τον Ήλιον και τα 12 ζώδια. Συμβολίζει ακόμη ο Ηρακλής τον αιώνιον άνθρωπον, τον μαχόμενον κατά της πολυειδούς κακίας και εξερχόμενον εν τέλει νικητήν και μετατρεπομενον, μετά την επίτευξιν της νίκης, της απολύτου κυριαρχίας και κατανικήσεως όλων των πειρασμών, εις επίγειον θεόν εις άνθρωπον δηλ. φθάσαντα εις την τετραπλήν υγείαν(6).

β’) Το σύμπλεγμα Απόλλων-Πυθώ. Περί τούτου ομιλούν οι ομηρικοί ύμνοι και κυρίως ο ύμνος προς Δήλιον Απόλλωνα και ο ύμνος προς Πύθιον Απόλλωνα.

γ’) Ο Σάτυρος. Συμβολίζει το σύμπλεγμα κτήνος-άνθρωπος-θεός, ως τόσον ωραία έχει διαισθανθή και απεικονίσει ο Κωστής Παλαμάς εις το διήγημά του ο Σάτυρος.
Τα αιώνια αυτά συμπλέγματα είναι αι Κλείδες της Γνώσεως! Μας διδάσκουν, μας αποκαλύπτουν, ότι ο άνθρωπος έχει εν ταυτώ μέσα του, ως εκ της φύσεώς του, την απαισίαν δράκαιναν Πυθώ, την Κόπρον του Αυγείου, την λαγνείαν και παντοειδή ηδυπάθειαν και κτηνωδίαν του Σατύρου, του κτήνους! Συγχρόνως όμως και τα σπέρματα, τα οποία μιαν ημέραν θα τον θεοποιήσουν, θα τον μετατρέψουν εις αρμονίαν, επιστήμην, φως, υγείαν και παντοδυναμίαν, αιωνίαν νεότητα και κάλλος, όπως μας αποκαλύπτει ο Απόλλων, το σύμβολον τούτο του νου, του πνεύματος. Με άλλους λόγους, ο άνθρωπος, εκκινών εκ του κατωτάτου άκρου σημείου της εξελίξεώς του, όπερ συμβολίζεται από την Πυθώ, το κτήνος, εξελίσσεται εις το ανώτατον άκρον σημείον,, εις θεόν, εικονιζόμενον υπό του Απόλλωνος, εις τέλειον δηλαδή άνθρωπον, χαίροντα της τετραπλής υγείας.
Το δυσκολώτατον όμως πράγμα, δια τον συνήθη άνθρωπον είναι, ν’ αφυπνισθή εις την επίγνωσιν της διπλής αγνοίας του και ν’ αντιληφθή, ότι, παρ’ όλην την πέριξ του – φαινομενικήν δυστυχώς – πρόοδον, εξέλιξιν, πολιτισμόν, παρ’ όλα τα διπλώματά του, παρ’ όλην του την οίησιν και αυτοκολακείαν, είναι πράγματι και κατά βάθος κτήνος, εξελισσόμενον εις άνθρωπον.

Β’. Εκ των νομοθεσιών

α’) Η νομοθεσία του Λυκούργου(7), του μυστηριώδους της Σπάρτης νομοθέτου. Κύριος σκοπός της η λατρεία της φύσεως και η διαμόρφωσις των πολιτών εις ανθρώπους ισορροπημένους, φρονίμους, ολιγολόγους, αρμονικωτάτους, έχοντας εστραμμένην την προσοχήν των προς τα ουσιώδη: την τετραπλήν υγείαν, την ανεξαρτησίαν από κάθε πρόληψιν και την απαλλαγήν από κάθε φόβον.

β’) Η νομοθεσία του Σόλωνος(8), του ποιητού, εμπόρου και σοφού. Δια της «σεισαχθείας» και άλλων μέτρων επέτυχε να επαναδώση εις τους διαμαχομένους και ερίζοντας συμπολίτας του την μεταξύ των ψυχικήν επαφήν. Το κύριον χαρακτηριστικόν και ο σκοπός, προς τον οποίον έτεινεν η νομοθεσία του Σόλωνος, ήτο το ισοζύγιον, η ισορροπία, το μέτρον και ο λόγος, εξασφαλιζόμενα δια της θεάς Δίκης και της θεαίνης Πειθούς. Εφρόντισε να προσδώση τοιαύτην πειστικήν δύναμιν εις την νομοθεσίαν του, ώστε και αυτός ο διαδεχθείς εις την διαχείρισιν των κοινών τον Σόλωνα τύραννος Πεισίστρατος να μη δύναται να πράξη άλλο, παρά να σεβασθή την πάνσοφον εκείνην νομοθεσίαν, την περί όλων μεριμνήσασαν.
Εφρόντισε να εξουδετερώση την πίεσιν των πλουσίων και την τοκογλυφίαν κατά των πτωχών, δια της αποσείσεως των τόκων και του περιορισμού των οφειλομένων χρεών. Αφ’ ετέρου, όμως, περιέστειλλε και την αυθάδειαν των πολλών, δια της ιδρύσεως σώματος εξ 100 ανδρών, οι οποίοι προεπεσκέπτοντο και κατόπιν έφερον εις την εκκλησίαν τα εκάστοτε προς ψήφισιν ζητήματα.
Ενώ ο Λυκούργος εξεδίωξεν από την πολιτείαν του την χειρωναξίαν, την βιοτεχνίαν και την καλλιέργειαν, στρέψας την προσοχήν των πολιτών προς την στρατιωτικήν εξάσκησιν και βελτίωσιν της ψυχής, ο Σόλων δια νόμου υπεχρέωσεν όλους τους πολίτας, να μαθαίνουν εις τα τέκνα των μια βιοποριστικήν τέχνην, προτρέπων τους πολίτας εις την καταπολέμησιν της πενίας, δια της χρησιμοποιήσεως όλων των υπαρχόντων πόρων και μέσων. Εις τούτο δ’ οφείλεται κυρίως η προαγωγή της βιομηχανίας και της καλλιτεχνίας εις τον ύψιστον βαθμόν εις τον ύψιστον βαθμόν εν Αθήναις.
Κατεπολέμησεν ο Σόλων, όσον ηδύνατο, την δοκησισοφίαν, επαναλαμβάνων πάντοτε «γηράσκω αεί διδασκόμενος». Και περισσότερον των νόμων του, αυτός ο ίδιος ων η ενσαρκωμένη σοφία και βοηθούμενος και υπό του καθιδρύματος των Ελευσινίων Μυστηρίων, συνετέλεσεν, όσον ολίγοι εκ των διαδόχων του, εις το να διαιωνίσουν αι Αθήναι την επί σοφία φήμην των και το εξανθρωπιστικόν των έργον.

Γ’. Εκ της ποιήσεως

α’) Τα Ομηρικά έπη, ενέχοντα τοιαύτην σοφίαν και κάλλος, τοιαύτην αποκαλυπτικότητα και πλαστουργόν δύναμιν, ώστε να θεωρώνται τα ύπατα ευαγγέλια της αρχαίας Ελλάδος, και δικαίως περί του Ομήρου(9) να λέγεται, ότι εξεπαίδευσε την Ελλάδα πάσαν:

- η «Οδύσσσεια», η κατ’ εξοχήν «τον άνδρα» (= την συνολικήν εξέλιξιν του ανθρώπου. Την αφύπνισιν. Την κάθαρσιν. Την τελείωσίν του) διαλαμβάνουσα.

- η «Ιλιάς», εις την οποίαν εξεικονίζεται «η μήνις» (= η επανάστασις του Αχιλλέως, όστις αντιπροσωπεύει τον αφυπνιζόμενον άνθρωπον, εναντίον των κακώς εχόντων, της πολλαπλής δηλαδή κακίας και αφροσύνης, πέριξ του, αλλά κυρίως εντός του. Πείθεται, εν τέλει, ο Αχιλλεύς, (μετά την απώλειαν του Πατρόκλου), ότι ο εχθρός εντός ημών έστιν, και όχι έξωθεν, όπως αρχικώς εφαντάζετο

- οι «Ομηρικοί ύμνοι», προς τους κυριωτέρους των θεών της αρχαίας Ελλάδος, οι οποίοι απαστράπτουν από φως, επιστήμην, κάλλος.
Εις τούτους, και γενικώς εις τα ομηρικά έπη, ευρίσκονται τα μέγιστα μυστήρια της μυήσεως, αυτή αύτη η εν τω παντί αλήθεια! Κανείς μέχρι σήμερον δεν υπώπτευσε, ότι εις τους ύμνους τούτους υπάρχει αυτή αύτη η χρυσή κλεις της Γνώσεως και των Μυστηρίων!...

β’) Τα Ησιόδεια έπη. Παραλλήλως προς τον Όμηρον, γίγας του κάλλους και της αποκαλυπτικότητος, μεμυημένος εις όλα τα μυστήρια και φιλανθρωπότατος, μέγας διδασκαλος και μυσταγωγός, είναι ο Ησίοδος(10) χειριζόμενος το σύμβολον και την αλληγορίαν με ανυπέρβλητον δεξιοτεχνίαν, ανωτέραν ίσως και αυτού του Ομήρου. Τα κύρια έργα του Ησιόδου είναι:

- η «Θεογονία», εις την οποίαν αποκαλύπτεται η σημασία των Μουσών και του Μουσηγέτου Απόλλωνος, ολόκληρος δηλαδή ο νοητός Κόσμος και αυτούσιος η Επιστήμη, καθώς και ολόκληρος η ιστορία του Πλανήτου μας και της ανθρωπότητος. Η κοσμογονία, δηλαδή, και η ανθρωπογονία. Από απόψεως συντομίας και αποκαλυπτικότητος. Ευαγγέλιον ανώτερον της «Θεογονίας», δεν έχει να επιδείξει η αρχαία Ελλάς. Αποτελεί δε ούτω η «Θεογονία» μοναδικόν κειμήλιον της παγκοσμίου φιλολογίας!

- «Έργα και ημέραι», όπου ο Ησίοδος, μεταξύ άλλων μας αποκαλύπτει την Έριδα και την Πανδώραν – τας μεγίστας δηλαδή αιτίας της συμφοράς και της δυστυχίας της ανθρωπότητος – και τα πέντε γένη, ήτοι ολόκληρον, αυτούσιον το παρελθόν της ανθρωπότητος. Δύναται και το έργον τούτο να λογισθή ως εν των υπάτων ευαγγελίων της αρχαίας Ελλάδος.
γ’) Ο «Προμηθεύς Δεσμώτης» του Αισχύλου. Διαλαμβάνει ολόκληρον την εξέλιξιν του ανθρώπου, αποκαλύπτει – και τούτο είναι το κύριον χαρακτηριστικόν του – όχι μόνον ολόκληρον το παρελθόν, αλλά και το μέλλον της ανθρωπότητος!

δ’) «Τα των Πυθαγορείων έπη τα χρυσά». Οι 71(11) στίχοι των μας αποκαλύπτουν την οδόν, την άγουσαν προς την τετραπλήν υγείαν και την θεουργίαν! Δυναμικωτέραν και αποτελεσματικωτέραν της διδασκαλίας του Πυθαγόρου(12) δεν έχει να επιδείξη η αρχαία Ελλάς. Τρεις των μαθητών του, ο Εμπεδοκλής, Απολλώνιος ο Τυανεύς, (ο μέγιστος των θεουργών της αρχαίας Ελλάδος), και ο Ιάμβλιχος, αποδεικνύουν περιτράνως, ότι οι ακολουθήσαντες την οδόν, την χαραχθείσαν και παραδοθείσαν υπό του Πυθαγόρου, αναποφεύκτως φθάνουσιν εις αυτήν ταύτην την Θεουργίαν.

Δ’. Εκ των προσωκρατικών φιλοσόφων

Πλείστα έργα, και δη τα του Ηρακλείτου (540- π.Χ.) και του Παρμενίδου (313- π.Χ.) αλλά ψιχία εκ της πλουσιωτάτης των πνευματικής τραπέζης έχουν μόνον περισωθή.

Ε΄. Εκ των ιστορικών, συγχρόνων του Σωκράτους

α’) Ηρόδοτος (484-406 π.Χ.), όστις παρέχει πλείστας πληροφορίας περί της νομοθεσίας και του βίου των Σπαρτιατών, των Αθηναίων, ως και άλλων λαών.

β’) Θουκιδίδης (471-401 π.Χ.), όστις συνεχώς υποδεικνύει εις την ιστορίαν του Πελοποννησιακού πολέμου, τας πληγάς, τα ελαττώματά μας, την αφροσύνην και την οδόν, την άγουσαν προς την υγείαν και την φρόνησιν.

ΣΤ’. Εκ της Σωκρατικής παραδόσεως

α’) Τα έργα τα εξικνούμενα από τα «Απομνημονεύματα του Σωκράτους, του Ξενοφώντος και τους «Διαλόγους» του Πλάτωνος (429-347 π.Χ.) μέχρι των επί του Πλάτωνος σχολίων και σχεδόν ειπείν του συνολικού έργου του τελευταίου των εθνικών φιλοσόφων Προκλου και Διαδόχου (412-485 μ.Χ.) και των επί του Πλάτωνος σχολίων του Ολυμπιοδώρου (ΣΤ’ μ.Χ. αιών).

β’) Ο «Πίναξ του Κέβητος»(13), όπου γίνεται η αντιδιαστολή μεταξύ ψευδοπαιδείας, δοκησισοφίας και σοφίας, κατά το ευαγγελικόν: «Προσέχετε δε από τους ψευδοπροφήτας…»

γ’) Του Αριστοτέλους(14):

- «Ηθικά Νικομάχεια», θεωρούμενον το ωριμώτατον των έργων του Σταγειρίτου. Αι άριστοι και μέγισται έννοιαι με τας οποίας ησχολήθη ο Σωκράτης, ο Πλάτων και η εν συνόλω Σωκρατική Παράδοσις, ως η αρετή, η σωφροσύνη, η ανδρεία, η δικαιοσύνη, η φρόνησις, ο νους και η άνοια, ο βίος και η θεωρία, ευρίσκουν εις τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλους την ανωτάτην αυτών έκφανσιν και αποκάλυψιν.

- «Πολιτικά», μας παρουσιάζουν την ιδεατήν πολιτείαν του Αριστοτέλους, όπου τον πρωτεύοντα ρόλον παίζει η παιδεία, η αποβλέπουσα εις την τετραπλήν υγείαν με τον τελικόν σκοπόν της, την δυσαπόκτητον ευδαιμονίαν.

- «Μεταφυσική», μας αποκαλύπτει τον κόσμον των αιτίων, εν αντιθέσει προς τον κόσμον των φαινομένων.

δ’) Του Πλουτάρχου(15):

- «Παράλληλοι Βίοι». Από τα πολυτιμότατα συγγράμματα της αρχαίας Ελλάδος και μοναδικόν κειμήλιον, διότι παραλλήλως προς τους Έλληνας μεγάλους άνδρας, αντιπαρατίθεται και συγκρίνεται και παραβάλλεται και ανά εις ρωμαίος. Την αρετήν ενσαρκωμένην, ζώσαν, δρώσαν, προσπαθεί να μας παρουσιάση ο θείος Πλούταρχος.

- «Ηθικά», τα τόσον δυστυχώς ολίγον μελετηθέντα, τα σχεδόν άγνωστα εις τους Έλληνας και Ελληνιστάς, περιέχουν εις τους παρημελημένους και ανυπόπτους των κόλπους, ολόκληρον την μυστηριακήν διδασκαλίαν, διότι ο Πλούταρχος είναι εις των μεγίστων μεμυημένων της αρχαίας Ελλάδος.

ε’) Του Νουμηνίου(16):
Όσα, ολίγα δυστυχώς, εσώθησαν από τα έργα του, «Περί του αγαθού», «Περί αφθαρσίας ψυχής», «Περί αριθμών» κλπ. Ο Νουμήνιος, ο άγνωστος σχεδόν Αλεξανδρινός, όστις υπήρξε, μετά του Αμμωνίου Σακκά, εκ των ιδρυτών του Νεοπλατωνισμού και της Ελληνικής Θεοσοφίας.

στ’) Του Πλωτίνου(17):

- «Αι Εννεάδες». Το ανώτατον, μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, σύγγραμμα της αρχαίας Ελλάδος, όπου αποκαλύπτεται ο νοητός κόσμος και το πέραν τούτου δυσδιάκριτον και κρυφιόμυστον Εν, η πηγή του Παντός.

ζ’) Του Πορφυρίου(18):

- «Το άντρον των Νυμφών». Μας δίδει ολόκληρον την εξέλιξιν της ψυχής και μας αποκαλύπτει τον κύριον χαρακτήρα της Οδυσσείας, ως του κατ’ εξοχήν Ευαγγελίου της Αρχαίας Ελλάδος.

- «Αφορμαί εις τα νοητά». Περιέχουν τα σπουδαιότατα δόγματα και αποκαλύψεις της αποκρύφου διδασκαλίας της Ακαδημίας του Πλάτωνος και των Ελευσινίων Μυστηρίων.

- «Περί αποχής εμψύχων». Εις το επίσης αποκαλυπτικώτατον τούτο σύγγραμμα ο Πορφύριος υποστηρίζει και αποδεικνύει, ότι η τροφή του πραγματικού ανθρώπου, του εφιεμένου την επίτευξιν της τετραπλής υγείας, δέον να είναι φυτοφαγική, όχι αίματα και πτώματα. Ακριβώς ως εδίδαξεν ο Πυθαγόρας.

η’) Του Ιαμβλίχου(19):
- «Προτρεπτικός εις φιλοσοφίαν», εν ω ευρίσκει τις την λεγομένην «προτρεπτικήν ή ερωτικήν μέθοδον» του Σωκράτους, εν όλω της των κάλλει και επιβολή.

- «Βίος Πυθαγόρου», όστις είναι ο υπό τεχνήεντα συμβολισμόν διαδραματισμός των λαμβανόντων χώραν κατά την μύησιν. Παρεμφερείς προς αυτόν τον «βίον» είναι και οι Άθλοι του Ηρακλέους.

- «Τα Αιγυπτιακά Μυστήρια», τα αποκαλύπτοντα την λεγομένην «θεουργίαν».

- «Περί της Νικομάχου αριθμητικής», εν ω και πάλιν αποδεικνύεται, ότι η αρχαία Ελλάς, και δη η Πυθαγορική και Σωκρατική παράδοσις, είχον εστραμμένον το όμμα της ψυχής προς τα μαθηματικά, ως μέσον καθάρσεως και αναγωγής εις τον Νοητόν Κόσμον.

θ’) Του Φιλοστράτου(20):

- «Ο Βίος Απολλωνίου του Τυανέως». Και ο βίος ούτος κατά το υπόδειγμα του βίου του Πυθαγόρου. Διότι όλοι οι βίοι των μεμυημένων είναι οι αυτοί. Η πραγματική ζωή των άρχεται από της «δευτέρας των γεννήσεως», αφ’ ής στιγμής δηλαδή ενίκησαν τελειωτικώς τον πειρασμόν, την αφροσύνην, και η ψυχή των δια παντός πλέον συνεδέθη με την φρόνησιν.


______________________________
1.Διπλήν άγνοιαν έχει, όστις αγνοεί την αλήθειαν και αγνοεί, ότι την αγνοεί.(βλ.τεύχος 2,σελ.5)
2.Βλ. τεύχος 3, σελ. 3.
3.Βλ. τεύχος 2 «Τα μορφωτικά μέσα της αρχαίας Ελλάδος».
4.Λουκιανού «Ενύπνιον».
5.Επτά, κατά τους αποκρυφιστάς, εξηγήσεις, εν απολύτω συσχετίσει η μια προς την άλλην. Επτά είναι και αι κλείδες της Συμβολικής.
6.Βλέπε (2)
7. Θ’ π.Χ. αιών
8.Στ’ π.Χ. αιών
9.Αι γραμματολογίαι, καθώς και τα λεξικά, θέτουσι την γέννησιν του Ομήρου κατά τον Θ’ π.Χ. αιώνα. Υπάρχουν εν τούτοις ενδείξεις, ότι τα ομηρικά έπη ανήκουν εις πολύ αρχαιοτέραν εποχήν.
10.Αι γραμματολογίαι τον αναβιβάζουν εις τον Η’ π.Χ. αιώνα.
11.Συμβολικός αριθμός: 7 (= τα Σεπτά) και 1 (= Μονάς).
12.Στ’ π.Χ. αιών
13.Μαθητής του Σωκράτους. Ο Πίναξ του Κέβητος είναι γνωστότατον βιβλίον (βλ. Χρηστομάθεια Ραγκαβή και Σειρά Ελλήνων Συγγραφέων του B. C. Tenbner, Λειψίας).
14.Δ’ π.Χ. αιών.
15.Ήμαστε κατά το τέλος του Α’ αιώνος.
16.Ήκμασε κατά το 150 μ.Χ.
17.Απέθανε τω 262 μ.Χ.
18.Εγεννήθη το 233 μ.Χ.
19.Δ’ μ.Χ. αιώνα
20.Α’ μ.Χ. αιώνα


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. 1937

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Πως έγινα αναρχικός – Fernando Pessoa


«Το πραγματικό κακό, το καθαυτό κακό, είναι οι κοινωνικές συνθήκες και οι θεσμοί που καλύπτουν τα φυσικά δεδομένα, ξεκινώντας απ’ την οικογένεια και καταλήγοντας στο χρήμα, απ΄τη θρησκεία στο κράτος. Γεννιόμαστε άντρες ή γυναίκες, θέλω να πω πως γεννιόμαστε για να γίνουμε κάποτε ενήλικοι άντρες ή γυναίκες, δεν ερχόμαστε όμως στον κόσμο για να γίνουμε σύμφωνα με τους νόμους της φύσης ούτε σύζυγοι, ούτε καθολικοί, ούτε προτεστάντες, ούτε Πορτογάλοι, ούτε Άγγλοι. Γινόμαστε ό,τι γίνουμε μόνο με την επίδραση των κοινωνικών θεσμών. Γιατί όμως είναι κακοί οι κοινωνικοί θεσμοί; Επειδή πρόκειται για θεσμούς, επειδή δεν είναι φυσικοί. Το κράτος είναι τόσο μηδαμινό όσο και το χρήμα, οι θρησκείες τόσο ασήμαντες όσο και η οικογένεια. Κι αν υπήρχαν κι άλλοι θεσμοί αυτού του είδους, θα ήταν το ίδιο κακοί, ακριβώς επειδή θα ήταν θεσμοί, επειδή απλώς θα κάλυπταν και θα εμπόδιζαν τα φυσικά δεδομένα. Και κάθε σύστημα, εκτός από το καθαρά αναρχικό που θέλει να καταργήσει όλους αυτούς τους θεσμούς, δεν είναι παρά ένας θεσμός. Θα ήταν παράλογο, για να μην πω έγκλημα, να επενδύσουμε όλες μας τις επιθυμίες και να αναλώσουμε όλους μας τους κόπους, για να αντικαταστήσουμε έναν κοινωνικό θεσμό από κάποιον άλλο, γιατί αυτό θα είχε αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αναταραχή στην κοινωνία, με αποκλειστικό και μόνο στόχο να μην αλλάξει τίποτα. Κι αφού θεωρούμε τους κοινωνικούς θεσμούς άδικους επειδή καταδυναστεύουν και καταπιέζουν τη φύση του ανθρώπου, τότε γιατί να σπαταλάμε τις δυνάμεις μας να τους αντικαταστήσουμε με άλλους, όταν μπορούμε να τους καταστρέψουμε όλους;
»Μου φαίνεται ότι όλ’ αυτά είναι λογικά. Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν είναι έτσι, ας υποθέσουμε ότι κάποιος θ’ απαντούσε πως όλ’ αυτά είναι καλά κι ωραία, αλλά πως το αναρχικό σύστημα δεν είναι πραγματοποιήσιμο, κι ας εξετάσουμε με την ησυχία μας κι αυτή την πλευρά του προβλήματος.
»Γιατί να μην είναι πραγματοποιήσιμο το αναρχικό σύστημα; Εμείς οι προοδευτικοί ξεκινάμε όλοι από τη βασική αρχή ότι το υφιστάμενο σύστημα είναι άδικο, όμως πέρα απ’ αυτό υποστηρίζουμε ότι θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα δικαιότερο για να επικρατήσει δικαιοσύνη. Αν σκεφτόμασταν διαφορετικά, δε θα ήμαστε προοδευτικοί, αλλά αστοί. Από πού προκύπτουν όμως τα κριτήρια για το δίκαιο; Απ’ αυτό που είναι φυσικό κι αληθινό, σ’ αντίθεση με τους κοινωνικούς θεσμούς και τα κατά συνθήκην ψεύδη. Αλλά αν κάτι είναι φυσικό, δε θα είναι μόνο κατά το ήμισυ, το εν τέταρτο ή το εν όγδοο. Ωραία λοιπόν! Τότε θα πρέπει όμως να ισχύει ένα απ’ τα δύο ενδεχόμενα: είτε αυτό που είναι φυσικό είναι πραγματοποιήσιμο, είτε δεν είναι πραγματοποιήσιμο. Για να το πούμε διαφορετικά: είτε μια κοινωνία μπορεί να είναι φυσική, είτε είναι κατ’ ουσίαν θεσμός, οπότε είναι αδύνατο να γίνει ποτέ φυσική. Αν η κοινωνία μπορεί να είναι φυσική, τότε μπορεί να είναι δυνατή και μια αναρχική ή ελεύθερη κοινωνία, επειδή μόνο αυτή θα ήταν μια κοινωνία ολωσδιόλου φυσική. Αν όμως η κοινωνία δε γίνεται να είναι φυσική, αν πρέπει (όποια και να ‘ναι η αιτία) να είναι θεσμός, τότε είμαστε αναγκασμένοι να τη θεωρήσουμε το μικρότερο κακό και να την κάνουμε, μέσα στα θεσμικά πλαίσια, όσο μπορούμε πιο φυσική, για να είναι κι όσο το δυνατό δικαιότερη. Και ποιος είναι αυτός ο πιο φυσικός θεσμός; Κανείς δεν είναι καθεαυτού φυσικός αφού είναι θεσμός, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση φυσικότερος θα ήταν εκείνος που φαίνεται φυσικότερος, που τον αντιλαμβανόμαστε ως φυσικότερο. Και ποιος είναι βέβαια ο φυσικότερος ή ποιον αντιλαμβανόμαστε ως φυσικότερο; Εκείνους που έχουμε συνηθίσει. (Πρέπει να καταλάβετε ότι κάτι είναι φυσικό όταν είναι ενστικτώδες, κι ότι εκείνο που δεν είναι ενστικτώδες, αλλά που σε γενικές γραμμές μοιάζει να είναι, αυτό είναι η συνήθεια. Το κάπνισμα δεν είναι ούτε φυσικό ούτε ενστικτώδης ανάγκη, όμως απ’ τη στιγμή που το συνηθίζει κανείς, του φαίνεται φυσικό, το αντιλαμβάνεται ως ενστικτώδη ανάγκη). Και ποιος είναι ο κοινωνικός θεσμός που μας έγινε συνήθεια; Το παρόν σύστημα βέβαια, το αστικό σύστημα. Απ’ αυτά, αν τα δούμε λογικά, προκύπτει είτε ότι θεωρούμε τη φυσική κοινωνία δυνατή, οπότε πρέπει να πάρουμε αναρχική θέση, είτε ότι υποστηρίζουμε πως είναι αδύνατη, οπότε πρέπει να υπερασπιστούμε το αστικό σύστημα. Εναλλακτική περίπτωση δεν υπάρχει. Μέχρι εδώ μπορέσατε να με παρακολουθήσετε;…»
«Ναι, όλ’ αυτά είναι απολύτως λογικά».
«Όχι όμως εντελώς λογικά ακόμη… Οφείλουμε να εξαλείψουμε άλλη μιαν αντίρρηση τέτοιου είδους. Μπορεί κανείς να δεχτεί ότι το αναρχικό σύστημα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί, θα μπορούσε όμως και ν’ αμφισβητήσει ότι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί διαμιάς… ν’ αμφισβητήσει ότι υπάρχει μετάβαση απ’ την αστική κοινωνία στην ελεύθερη δίχως να μεσολαβήσουν κάποια στάδια ή, αν θέλετε, καθεστώτα. Όσοι φέρνουν τέτοιες αντιρρήσεις, θεωρούν μεν την αναρχική κοινωνία και καλή και δυνατή, διαισθάνονται όμως ότι πρέπει να υπάρξει κάποιο μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην αστική και στην αναρχική κοινωνία.
»Ωραία λοιπόν. Ας υποθέσουμε ότι είναι έτσι. Τι είδους μεταβατικό στάδιο θα ήταν αυτό; Στόχος μας είναι η αναρχική, η ελεύθερη κοινωνία. Άρα το μεταβατικό στάδιο θα πρέπει να είναι σαφώς τέτοιο, που να προετοιμάζει την ανθρωπότητα για την ελεύθερη κοινωνία. Και η προετοιμασία θα ‘πρεπε να είναι υλική ή πνευματική. Αυτό σημαίνει ότι θα πρόκειται για μια σειρά υλικές, δηλαδή κοινωνικές κατακτήσεις, που με τη βοήθειά τους η ανθρωπότητα θα μάθει να αποδέχεται την ελεύθερη κοινωνία, ή ότι θα πρόκειται για κάποια απλή προσπάθεια διαφωτισμού, που θα κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος και επιρροή και θα οδηγήσει πνευματικά την ανθρωπότητα στο σημείο να ευχηθεί και ν’ αποδεχθεί την ελεύθερη κοινωνία.
»Ας δεχτούμε για λίγο την πρώτη περίπτωση, την προοδευτική υλική προσαρμογή της ανθρωπότητας στην ελεύθερη κοινωνία. Αυτό είναι αδύνατο, κάτι περισσότερο από αδύνατο: παράλογο. Μόνο σε κάτι που υπάρχει μπορούμε να προσαρμοστούμε υλικά. Κανείς μας δε θα μπορούσε να προσαρμοστεί στον κοινωνικό περίγυρο του 23ου αιώνα, ακόμη κι αν γνώριζε τη σύνθεσή του, κι ο λόγος που δεν μπορεί να προσαρμοστεί σ’ αυτόν υλικά, είναι ότι ο 23ος αιώνας με τον περίγυρό του δεν έχει υπάρξει ακόμα υλικά. Έτσι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι κατά τη μετάβαση από την αστική στην ελεύθερη κοινωνία, μόνο για πνευματική προσαρμογή, μεταμόρφωση ή αλλαγή μπορεί να γίνεται λόγος, και μάλιστα έτσι που οι άνθρωποι ν’ αποδεχτούν πνευματικά συν το χρόνω την ιδέα της ελεύθερης κοινωνίας… Σχετικά με την υλική προσαρμογή υπάρχει βέβαια και η περίπτωση…»

«Στο διάβολο πια με τις περιπτώσεις σας!»
«Μα αγαπητέ! Όσοι έχουν εναργές το πνεύμα, οφείλουν να εξετάσουν πρώτα όλες τις πιθανές αντιρρήσεις, πριν ισχυριστούν πως είναι πεισμένοι απ’ τη διδασκαλία τους. Κι έπειτα, μην ξεχνάτε πως όλ’ αυτά δεν είναι παρά η απάντηση στην ερώτηση που μου θέσατε».
«Έχει καλώς».
«Πάντως, σχετικά με την υλική προσαρμογή υπάρχει, όπως σας έχω ήδη αναφέρει, ακόμη μια περίπτωση, και συγκεκριμένα η περίπτωση μιας επαναστατικής δικτατορίας».
«Τι; Μιας επαναστατικής δικτατορίας;»
«Όπως σας ανέπτυξα και πριν, δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ υλική προσαρμογή σε κάτι που δεν υφίσταται ακόμα υλικά. Αν λόγω κάποιας ξαφνικής αναταραχής γινόταν κοινωνική επανάσταση, δε θα εγκαθιδρυόταν μια ελεύθερη κοινωνία (αφού η ανθρωπότητα δε θα ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο), αλλά μια δικτατορία εκείνων που θέλουν να εγκαθιδρύσουν την ελεύθερη κοινωνία. Έτσι θα υπήρχε υλικά ήδη κάτι από την ελεύθερη κοινωνία, έστω και μόνο ως σχέδιο, ως πρόθεση. Θα υπήρχε συνεπώς κάτι υλικό, στο οποίο θα μπορούσε να προσαρμοστεί η ανθρωπότητα. Κι αυτό ακριβώς είναι το επιχείρημα που θα πρόβαλλαν οι ανόητοι που μιλάνε για τη «δικτατορία του προλεταριάτου», αν ήταν βέβαια σε θέση να επιχειρηματολογούν ή και να σκέφτονται. Είναι αυτονόητο πως το επιχείρημα δεν είναι δικό τους: είναι δικό μου. Φέρνω αντεπιχείρημα στα δικά μου λόγια. Κι όπως θα σας δείξω αμέσως, είναι λαθεμένο.
»Αν εξετάσει κανείς ένα επαναστατικό καθεστώς, όποιο στόχο κι αν θέτει, από όποιες ιδέες κι αν καθοδηγείται, από την υλική του σκοπιά, θα δει ότι όσο θα υφίσταται, δε θα είναι παρά ένα και μόνο πράγμα,,, ένα επαναστατικό καθεστώς. Επαναστατικό καθεστώς σημαίνει όμως δικτατορία των όπλων ή, για να το ορίσουμε καλύτερ, στρατιωτικό καθεστώς βίας, ακριβώς επειδή η κοινωνία κηρύσσεται από ένα μέρος της σε κατάσταση πολέμου… και μάλιστα από εκείνο το μέρος της που πήρε την εξουσία με την επανάσταση. Τι συμπεραίνουμε απ’ αυτό; Συμπεραίνουμε ότι εκείνος που στοχεύει σ’ ένα τέτοιο καθεστώς, που είναι από υλική σκοπιά ένα ανεξέλεγκτο καθεστώς βίας, στοχεύει σ’ ένα στρατιωτικό καθεστώς βίας. Η ιδέα που οδηγούσε τους επαναστάτες κι ο στόχος που είχαν θέσει, εξαφανίζονται τώρα εντελώς απ’ την κοινωνική πραγματικότητα, που τη διεκδικούν πια αποκλειστικά τα πολεμικά γεγονότα. Έτσι ξεπηδά από μια επαναστατική δικτατορία – κι αυτό τόσο περισσότερο, όσο πιο πολύ διαρκεί αυτή η δικτατορία – μια πολεμική κοινωνία δικτατορικού τύπου, με άλλα λόγια μια στρατιωτική κυριαρχία δια της βίας. Τι βγήκε απ’ τη Γαλλική Επανάσταση; Ο Ναπολέων και η στρατιωτική του κυριαρχία δια της βίας. Και θα δείτε και μόνος σας τι θα βγει απ’ τη Ρωσική Επανάσταση… Κάτι που θα καθυστερήσει την πραγματοποίηση της ελεύθερης κοινωνίας επί δεκαετίες. Αλλά τι να περιμένει κανείς από ένα λαό αναλφάβητων και μυστικιστών;
»Όμως αυτά δεν έχουν σχέση με το θέμα μας. Μπορέσατε να παρακολουθήσετε τα επιχειρήματά μου;»
«Βεβαίως»
«Τότε θα καταλάβετε και πως έφτασα στο ακόλουθο συμπέρασμα. Στόχος: η αναρχική κοινωνία, η ελεύθερη κοινωνία. Μέσο: η αδιαμεσολάβητη αλλαγή από την αστική στην ελεύθερη κοινωνία. Για να γίνει δυνατή αυτή η αλλαγή, θα έπρεπε να προετοιμαστεί με μια προσπάθεια εντατικού, απόλυτου και συνολικού διαφωτισμού, που θα έκανε τον κόσμο δεκτικό και που θα αποδυνάμωνε κάθε αντίσταση. Όταν λέω “προσπάθεια διαφωτισμού”, δεν εννοώ βέβαια μόνο τον γραπτό ή τον προφορικό λόγο, αλλά κάθε άμεση ή έμμεση ενέργεια που θα συμβάλλει για να γίνει ο κόσμος δεκτικός στην ελεύθερη κοινωνία, εμποδίζοντας όσους εναντιώνονταν στον άνοδό της. Όταν θα είχε πια εξαλειφθεί κάθε αντίσταση, τότε θα μπορεί να γίνει, αν χρειαστεί, η κοινωνική επανάσταση και να ολοκληρωθεί γρήγορα και ανεμπόδιστα, δίχως να απαιτηθεί καμιά επαναστατική δικτατορία. Εναντίον τίνος να στραφεί πια; Όμως, αν τα πράγματα δεν εξελιχθούν έτσι, αυτό θα σημαίνει τότε ότι ο αναρχισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, κι αν ο αναρχισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, τότε η μόνη αξία υπεράσπισης και δίκαιη κοινωνία θα ήταν, όπως έχω αποδείξει, η αστική.
»Βλέπετε λοιπόν γιατί και πως έγινα αναρχικός και με ποιον τρόπο απέρριψα άλλες, λιγότερο τολμηρές κοινωνικές διδασκαλίες ως λαθεμένες και αντίθετες στη φύση;
»Αυτό ήταν… Ας ξαναπιάσουμε τώρα τη δική μου ιστορία»
Πήρε φωτιά κι άναψε το πούρο του. Έπειτα κάθισε σκεφτικός, για να συνεχίσει σε λίγο.

Fernando Pessoa
Ο Αναρχικός Τραπεζίτης
Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις Εξάντας 2006

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ – ΝΤΙΜΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ


1
Το πρόβλημα της αρχής, – εννοώ της απόλυτης αρχής, – είναι το πιο μεγάλο, το πιο ανησυχητικό στο ώριμο εσωτερικό μάτι όλων των καιρών. Υπάρχει μια βαθειά λέξη που μας επιβάλλεται με μια παράξενη δύναμη όταν το μυστηριώδες αυτό ερώτημα πολιορκεί την ψυχή μας: η λέξη Θεός. Καμμιά αυστηρή επιστήμη, κανείς ακριβής μαθηματικός νόμος, κανείς ορισμός ή πειραματική απόδειξη δεν μας δίνει το αίσθημα υπέρτατης βεβαιότητας που δοκιμάζουμε όταν προφέρουμε εσωτερικά αυτή τη λέξη. Είναι σύμβολο που επισημαίνει με μια άμεση εσωτερική βεβαιότητα κάτι που μας είναι αδύνατο να καταλάβουμε και να μεταδώσουμε ορθολογικά. Είναι όνομα ενός πράγματος που έχουμε μια άμεση συνείδηση χωρίς ποτέ να μπορούμε να το παραστήσουμε ή να το περιγράψουμε. Η μελωδία της, που απηχεί ζωηρά στην ψυχή μας, μας υποβάλλει μ’ ένα τρόπο άμεσο την τελευταία και βαθύτερή της έννοια που, σε ώρες κατανύξεως – από εκείνες μάλιστα που αγαπούν να συνοδεύον – από το μελαγχολικό και μυστικό ψυθίρισμα κάποιας orgue ή κάποιων μακρυνών μόλις αντιληπτών ψαλμών – την κατέχουμε με μια πληρότητα που τίποτα δεν μπορεί να την εκφράση.
Ο Θεός… τι είναι λοιπόν; Εάν η καθαρή διάνοια μπορούσε ν’ απαντήση με μια ανάλυση ή έναν ακριβή ορισμό, τα ερωτήματα τα πιο σκοτεινά που είναι στη βάση των πιο πλούσιων και βαθύτερων μεταφυσικών συναισθημάτων μας – της αβέβαιης αγωνίας, του υψηλού δέους και του θαυμασμού, της νοσταλγίας και της προσμονής – θα μπορούσαν να διαφωτιστούν και περίπου να λυθούν. Αλλά κανείς εδώ δεν κατέχει – ούτε άλλωστε είναι δυνατό να κατέχη – μια γνώση ακριβή και οριστική. Κανείς δεν μπορεί να πη τι ακριβώς υπάρχει μέσα στη λέξη Θεός – όπως μέσα στις λέξεις αιωνιότητα, αφθαρσία, τελειότητα, αυτάρκεια, δημιουργία, ελευθερία, που τις επικαλούμεθα για να εκφράσουμε την έννοιά της την πιο βαθειά. Είμαστε εμπρός σ’ ένα απεριόριστο, σ’ ένα άγνωστο, σ’ ένα μυστήριο βαθύ και ανεξιχνίαστο που πλημμυρίζει απ’ όλες τις μεριές την ψυχή μας και που σε ώρες βαθειές, έχουμε το αίσθημα πως μπαίνουμε σε μια απειρότητα μυστηριωδών σχέσεων μαζύ του και το κατέχουμε με μια βεβαιότητα ακαταμάχητη και υπέρτατη που απαιτεί να σταματούμε, με θαυμασμό και ταπείνωση, και να σωπαίνουμε. Μάταια ζητούμε να κλείσουμε αυτό το μυστήριο σε μια αντικειμενική εικόνα. Δεν υπάρχει καμμιά παράσταση ικανή να εξωτερικεύση ακριβώς την εσωτερική μας άμεση βεβαιότητα. Ο Θεός της θρησκευτικής σκέψεως μεγάλου στυλ, ο προσωπικός, ο παντοδύναμος και δίκαιος, ο γλυκύτατος και γεμάτος πρόνοια, αγάπη, έλεος – ο Θεός «εν ω πάντες ζώμεν κινούμεθα και εσμέν», «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» – ο αρχιτέκτων που κτίζει τον κόσμο από την προϋπάρχουσα ύλη, σκύβει μ’ αγάπη επάνω στα κτίσματά του, τα προστατεύει με την αδιάκοπη πρόνοιά του, επιβλέπει την τήρηση των θείων του νόμων, κολάζει τους πονηρούς και επιβραβεύει τους αγαθούς. Ο Θεός – φύση της καλλιτεχνικής σκέψεως που ανησυχεί κρυφά μέσ’ τους μυστηριώδεις ψιθύρους των τρεχούμενων νερών και των ανέμων, αναπαύεται στο λίκνο των ειρηνικών λιμνών, ξυπνάει μεσ’ τα τριαντάφυλλα που ανοίγουν τους ανοιξιάτικους κάλυκες, χαίρεται την εορτάσιμη γαλήνη των εαρινών τοπείων και των ψηλών μυστηριωδών βουνών, αγρυπνεί στους τρίσβαθους έναστρους ουρανούς. Ο Θεός, τέλος, της αυστηρής σκέψεως, υπέρτατη σκέψη και πηγή όλων των σκέψεων – πραγματικότητα του ιδεώδους, αλήθεια, ωμορφιά, καλωσύνη – η ανώτερη μορφή των ιδεών μας, συνεπώς καθαρή ιδέα όχι ον, ιδεώδες, αφαίρεση όχι ζώσα υπόσταση, η αρχή της παγκόσμιας τάξεως ή η γενετήσια φόρμουλα των πραγμάτων, η ουσία ή η αιτία του σύμπαντος (omnium rerum causa, immanens, non vero transiens), πάντοτε δρώσα αφ’ εαυτής και δι’ εαυτής με μια άπειρη ενεργητικότητα και με μια ανεξάντλητη γονιμότητα, δεν είναι παρά διαφορετικά σύμβολα που εκφράζουν μάλλον εσωτερικά αιτήματα και αισθήματα πολύ βαθειά φόβου, απορίας, νοσταλγίας, προσμονής, θαυμασμού, παρά εκείνο που έχει ουσιώδες και πραγματικό ή ιδέα του Θεού. Εάν όμως, με μεγάλες απελπισμένες προσπάθειες, απαλλάξουμε το πνεύμα μας από τη μαγική επίδραση της μυστικής νοσταλγικής μουσικής των θρησκευτικών μύθων ή της καλλιτεχνικής σκέψεως, εάν παραμερίσουμε αποφασιστικά όλες τις αφηρημένες έννοιες της διασκεπτικής νοήσεως, και παρατηρήσουμε πίσω από τα πολύχρωμα σύννεφα της διαλεκτικής, τότε η ιδέα θα παρουσιαστή καθαρά στα μάτια μας με γιγάντιες γραμμές, με όλη της την άρρητη απλότητα και την εσωτερική της αγνότητα και θα εννοήσουμε πως όλα τα πλαίσια, όλα τα ονόματα, όλες οι παραστάσεις δεν εκφράζουν ακριβώς τίποτα, πως όλες κατά βάθος εκφράζουν μια μοναδική, τελευταία και υπέρτατη βεβαιότητα: αυτό το απερίγραπτο, αυτό το ακατανόητο και απεριόριστο, η μυστηριώδης αρχή απ’ την οποίαν αναβρύζουν οι εφήμεροι κόσμοι όπως το νερό της πηγής, όπως το άρωμα των λουλουδιών…
2
Η ιδέα του Θεού είναι τώρα πιο δυνατή από κάθε άλλη φορά. Τι παράξενο αλήθεια! Ό,τι θα έπρεπε να την εξασθενίζη την δυναμώνει, την κάνει πιο σταθερή και πιο αναγκαία, πιο ζωηρή και πιο προσφιλή. Τα χρώματά της που υπάρχουν πλούσια επάνω στην παλέττα της ψυχής μας, γίνονται πάντοτε γλυκύτερα και διαυγέστερα κι’ απ’ το χρυσάφι των μεγάλων περιόδων της θρησκευτικής πίστεως διασώζεται πάντοτε ένα βαθύ – σβυσμένο κάπως μα δυνατό – φως, που εισχωρεί στις πτυχές των δισταγμών μας και της αμφιβολίας μας και στις ώρες εκείνες, τις γεμάτες μυστικότητα, αντανακλά και αστράφτει. Οι ρίζες της είναι βαθειές στην καρδιά και καμμιά αυστηρή επιστήμη, καμμιά κατιούσα διαλεκτική δεν μπορεί να την εμποδίση να φουντώση, να καρπίση, ν’ απλώση τους κλώνους της στο νου και στη σκέψη.
Η ιδέα του Θεού έχει και σήμερα το ίδιο απαραβίαστο κύρος. Η νέα ψυχή – μολονότι φαίνεται κουρασμένη από τις μεγάλες απελπισμένες της προσπάθειες – αισθάνεται την ίδια δυνατή λαχτάρα, τις ίδιες σκοτεινές επιθυμίες για το Θεό, για την ένωση και την ταύτιση μαζί του. Ο τρόμος της μπροστά στο άπειρο, στο μακρυνό και το ασύλληπτο είναι απέραντος, είναι μεγάλος. Και ο τρόμος αυτός την κάνει να δονείται, ν’ ανατείνεται, να δοκκιμάζη ν’ ανέβη όλο και ψηλώτερα, με την ελπίδα πως θα ενωθή κάποια στιγμή με τις υπερκόσμιες δυνάμεις, στις αιώνιες πηγές.
Δεν κατέχουμε σήμερα περισσότερες αποδείξεις, περισσότερα ερείσματα λογικά γι’ αυτή την ιδέα. Δεν προσθέσαμε τίποτα στις κλασσικές αποδείξεις που η καντιανή κριτική κατέστρεψε τη δυνατή τους εσωτερική κατασκευή. Αλλά τι σημαίνει; Η ιδέα του Θεού μας επιβάλλεται με την ίδια δύναμη, με την ίδια αμείωτη εσωτερική βεβαιότητα, ανεξέλεγκτη και ασυζήτητη όπως η βεβαιότητα της υπάρξεως και της μοίρας. Πιστεύουμε πάντοτε- και η πίστη μας αυτή όταν είναι αυθεντική έχει την αξία ασφαλούς γνώσεως – στην ύπαρξη της υπέροχης Αρχής χωρίς αποδείξεις ανέπίδεκτες αναιρέσεως και παρ’ όλες τις αποδείξεις για το αντίθετο. Η ιδέα του Θεού είναι η τελευταία και η πιο υψηλή αλήθεια της ψυχής, που κανείς δεν μπορεί να την ελέγξη να τη συλλάβη μια φορά με όλη της την απλότητα και την ανέκφραστη βεβαιότητα.
3
Στην έσχατη κορυφή, την πιο υψηλή και απρόσιτη, του μητρικού χώρου, υπάρχει το απρόσωπο Ον, το χωρίς προέλευση ούτε καταγωγή, που απ’ τους μυστηριώδεις κόλπους του αναβρύζουν οι εφήμεροι «κόσμοι», εκσφενδονίζονται αποτόμως στο διάστημα όπως τα φυσίγγια των πυραύλων, αυτοαναπλάσσονται και αυτοαναπτύσσονται, εξελίσσονται και μεταμορφώνονται, εκπληρώνουν την ατομική τους μοίρα και εξαφανίζονται… σαν το νερό που ξεκινάει από τα μυστικά στέρνα του βουνού για ναύρη ορμητικά τη ρεματιά που θα το φέρη μακρυά στην απέραντη αινιγματική θάλασσα.
Δεν υπάρχει τρόπος, δεν υπάρχει μέθοδος για να διαγνώσουμετην βαθειά έννοια αυτού του αδημιούργητου όντος. Η ύπαρξή του όμως μας επιβάλλεται με μια βεβαιότητα ακαταμάχητη, που η παρατεινόμενη απήχησή της στην καρδιά και στη σκέψη, μας αποσπά τη συγκατάθεσή μας για όλες τις ιδέες, για όλες τις παραστάσεις που διεγείρει. Και όταν, σε ώρες κατανύξεως ή βαθειάς συλλογής και συγκεντρώσεως, αποκαλύπτεται στα μάτια μας με μια άρρητη απλότητα, με μια γαλήνια και υπέροχη όψη, σβύνει και η τελευταία αμφιβολία μας και το πνεύμα λυγίζει κατάπληκτο από θαυμασμό, απορία και τρόμο.

Η γη, ο ήλιος και το σύμπαν ολόκληρο των ηλιακών συστημάτων. Η ζωή με τις παλίρροιες και τις αμπώτιδές της, με τους φοβερούς σπασμούς του γίγνεσθαι της, με όλες τις καταπληκτικές της δυνατότητες. Οι μυστηριώδεις χυμοί που ανοίγουν τα’ ανοιξιάτικα «μάτια». Τα σμήνη των εντόμων. Τα σύννεφα που λάμπουν στις κορυφές των μακρυνών μυστηριωδών βουνών. Οι τρίσβαθοι ουρανοί που φαίνονται σαν να καλούν τη ζωή με μεγάλες φωνές. Όλος ο τεράστιος φυσικός πλούτος που καμμιά φαντασία δεν μπορεί να τον συλλάβη ολόκληρο και καμμιά περιγραφή – οσονδήποτε πλατειά ή τολμηρή – δεν τον εξαντλεί, σ’ αυτή την αδημιούργητη Αρχή έχουν την πρώτη πηγή τους, σ’ αυτήν – και μόνο σ’ αυτήν – οφείλουν την ύπαρξή τους.
Αιώνια, αμετάβλητη καθ’ εαυτή, αυθύπαρκτη, άπειρη, τέλεια, ανεξάρτητη από κάθε προϋπόθεση, ελεύθερη – καμμιά λέξη, κανένα όνομα, κανένας ορισμός δεν μπορεί να μας δώση μια ιδέα ακριβή και σαφή – κλίνει ένα μάξιμουμ υπέρτατης βουλήσεως και ζωής, ένα ανεξάντλητο απόθεμα τιτανικών κεντρόφυγων δυνάμεων που την ανοίγουν σε μια δημιουργία χωρίς τέλος, χωρίς σκοπό, χωρίς κατεύθυνση ωρισμένη.
Από μια αιωνιότητα προφέρει το δημιουργικό της fiat και θα το προφέρη – ποιος μπορεί να πη όχι; – άλλη μια αιωνιότητα γιατί μέσα στη θεία της φύση υπάρχει, όπως είπα, μια ανεξάντλητη πηγή ζωής, ένας άπειρος θησαυρός δυνάμεων που δεν μπορεί ποτέ να δαπανηθή.
Η δημιουργία! Αυτό είναι το αληθινό μυστήριο του Θεού. Αυτή είναι η γενετήσια ενέργεια της θείας του φύσεως. Χωρίς τη βοήθεια προϋπάρχουσας ύλης, παράγει από τον εαυτό του – δυνάμει ιδιοτήτων που δεν μπορούν να νοηθούν σε χώρο και χρόνο – το καταπληκτικό πλήθος των ζωντανών κόσμων του σύμπαντος, τους ορμητικούς χείμαρρους της παγκόσμιας ζωής, με μια αφροντισιά ωρισμένου σκοπού που μας ταράσσει και μας γεμίζει από απορία, θαυμασμό και ταπείνωση. Δημιουργεί – και δεν ασχολείται πεια με τα δημιουργήματά του, γιατί αυτό που υπάρχει δεν μπορεί να δημιουργηθή και η θεία του φύση έγκειται ακριβώς σ’ αυτό το θαύμα, σ’ αυτό το μυστήριο της αέναης δημιουργίας που παράγει αδιάκοπα κάτι πάντοτε νέο, πάντοτε μοναδικό…
Η δημιουργία είναι η πραγματοποίηση της ζωής. Είναι η πραγμάτωση νέων μορφών της μοίρας. Είναι η μετάπτωση απ’ το αιώνιο στο εφήμερο, απ’ το άπειρο στο πεπερασμένο, από την υπέρτατη ελευθερία στην υπέρτατη αναγκαιότητα, στο αμετάκλητο. Όλοι οι καρποί της έρχονται με δυνατό πόθο ζωής και παρέρχονται με μια αναγκαιότητα ασυζήτητη και ανεξέλεγκτη. Και είναι πάντοτε νέοι. Γιατί ό,τι υπάρχει στο «σύμπαν» δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε, ό,τι υπήρξε δεν επιστρέφει και δεν θα επιστρέψη ποτέ.
Η δημιουργία είναι το ελατήριο της θείας ζωής.
4
Ο Θεός – κοιταγμένος από αυτή την άποψη που είναι μακρυά απ’ το να εξαντλή το μεγάλο πρόβλημα – είναι κέντρον αέναης δημιουργίας, νεόγονης δράσεως, ελευθερίας. Είναι – πρέπει να το επαναλάβω… να το επαναλάμβανα εάν ήταν δυνατό κάθε στιγμή, σε κάθε φράση, σε κάθε ανάπλαση του στοχασμού μου – η άπειρη αιτία που προετοιμάζει και εξαπολύει στους κόλπους του μητρικού χώρου τα τεράστια κύματα της παγκόσμιας ζωής που λάμπουν με άπειρα φαινομενικά χρώματα και άπειρα φευγαλέα φώτα, εξελίσσονται, μεταμορφώνονται, εξαφανίζονται χωρίς ελπίδα επιστροφής. Αυτό μόνο ξέρουμε, γι’ αυτό μόνο είμαστε εσωτερικά βέβαιοι, σ’ αυτό μόνο καμμιά εξήγηση δεν θα είχε τίποτα ν’ αλλάξη. Κάθε άλλη ιδέα που σχηματίζουμε είναι αυθαίρετη, είναι προέκταση της εσωτερικής μας βεβαιότητας σ’ αιτήματα της ψυχής. Ο Θεός πατέρας, ο απείρως αγαθός, που μας σκεπάζει με τη σκιά του, μας προστατεύει, μας αγαπά, μας τιμωρεί ή μας συγχωρεί για τα σφάλματά μας, δεν υπάρχει. Ούτε ο Θεός του Αριστοτέλους, ο γεωμέτρης, η αγνή και παρούσα πάντοτε εις εαυτήν σκέψη που ακτινοβολεί επάνω στα πράγματα και εμψυχώνει τις ιδιαίτερες διάνοιες. Ούτε κανείς άλλος από τους ιστορικούς θεούς που από αρχή που ήσαν έγιναν οι κύριοι των ουρανών. Ο αληθινός Θεός είναι αυτός και είναι απείρως μακρυά από μας. Δεν μας ακούει, δεν αισθάνεται την αγωνία μας, το βάρος της μοίρας, τους ψυχικούς δισταγμούς που μας πιέζουν το νου και μας σφίγγουν την καρδιά. Δεν απαντά στις επικλήσεις μας, στις ελπίδες μας ή στην απελπισία μας. Δεν βλέπει τα δάκρυα της ταπεινοφροσύνης μας, και δεν αισθάνεται τη λατρεία μας και την ευγνωμοσύνη μας. Δεν θ’ ανταμείψη ποτέ τις διάφανες και ακηλίδωτες ψυχές και δεν θα τιμωρίση ποτέ, ούτε θα συγχωρήση ποτέ, το σφάλμα και το αμάρτημα. Αλλά τι σημαίνει; Πρέπει επί τέλους να συμφιλιωθούμε με την εσωτερική ιδέα όπως ακριβώς μας δίνεται, να την προσοικειωθούμε, να την αγαπήσουμε όπως ακριβώς είναι, να βαστάξουμε όλο το βάρος της που μας πιέζει την καρδιά και τη σκέψη, γιατί αλλοιώς δεν θα εννοήσουμε ποτέ την έννοια την πιο βαθειά των μεγάλων προβλημάτων που διεγείρει. Είναι τάχα αναγκαίο να θεμελιώνουμε πάντοτε την ευτυχία μας επάνω σ’ απατηλές πίστεις, σ’ απατηλές ελπίδες και προσδοκίες; Αλλά αυτό θα ήταν τρομερό. Όχι, λοιπόν. Μου αρκεί η αγνή χαρά, η αγνή μέθη που μου δίνει η ανιδιοτελής θεωρία των πραγμάτων και η θαρραλέα αντιμετώπιση της πραγματικής μας θέσεως μέσα στον κόσμο και μέσα στο σύμπαν. Δεν διστάζω εμπρός στην αλήθεια. Τοποθετώ το μέτωπο της πραγματικής μας θέσεως μέσα στον κόσμο και μέσα στο σύμπαν. Δεν διστάζω εμπρός στην αλήθεια. Τοποθετώ το μέτωπο κάτω από τη μοίρα κι απ’ το χρόνο, κάτω απ’ το εφήμερο, και το ανεπίστρεφο, το ποτέ πειά, αλλά το αισθάνομαι να υψώνεται ακόμη υπερήφανο. Δεν φοβούμαι – όχι! – τη μοίρα. Μπορώ να την κοιτάξω κατάματα, απτόητος, χωρίς να λυγίσω χωρίς να νοσταλγήσω το όνειρο της αιωνιότητας που εθέρμανε τόσους αιώνες τη μεγάλη καρδιά της ανθρωπότητας. Η αιωνιότητα! Αλήθεια, τι ωραίο όνειρο! Ο άνθρωπος αισθάνεται περίπου πάντα πως δεν του ανήκει, πως είναι όνειρο, προστατευτικό σύννεφο, η ατμόσφαιρα που του επιτρέπει να ζη και να ελπίζη κάτι απείρως ασύλληπτο και απείρως μακρυνό, κάτι απείρως μεγάλο και ανέκφραστο. Μέσα μου δεν υπάρχει πειά αυτή η ελπίδα. Το όνειρο της αιωνιότητας είναι νεκρό για μένα, σβυσμένο χωρίς ελπίδα ν’αναγεννηθή ποτέ. Έχασα βέβαια ένα μέρος – ίσως το ωραιότερο – της ευτυχίας μου και των ελπίδων μου, αλλά το υπόλοιπο έγινε πιο ζωηρό, πιο σταθερό, πιο θερμό και απλό. Εκέρδισα την ακέραιη συνείδηση του εφήμερου, της παρόδου του ανεπίστροφου και μοναδικού, του ποτέ πειά, που ρίχνει επάνω στη χαρά και στον πόνο ένα φως πολύ έντονο και πολύ μεταβαλλόμενο. Κι’ επάνω σ’ αυτή τη συνείδηση, προαισθάνομαι πως θα υψώσω μια ζωή πιο ταπεινή, χωρίς ελπίδα γι’ άλλη ζωή, χωρίς ελπίδα για κύρωση των ηθικών μας πράξεων κι ανταμοιβή μας, μια ζωή μελαγχολική ίσως πολυφρόντιδη, αλλά πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο έντονη – μια ζωή που αγαπά αλλά και περιφρονεί το παρελθόν, που ανοίγει τα διψασμένα μάτια προς το μεγάλο μέλλον, που κάποτε – ω αυτό το τρομερό κάποτε – θα φθάση σ’ ένα ακρότατο όριο που δεν θα έχει έπειτα
Επιτρέψετέ μου ακόμη – ως κατακλείδα και ως επιστέγασμα αυτού του κεφαλαίου – να προσθέσω και αυτές, τις τόσο προσφιλείς μου και τόσο οικείες, σκέψεις. Ο Θεός που αγάπησε αιώνες και χιλιετηρίδες η ανθρωπότητα ήταν ο πλησίον Θεός – ο Θεός που είναι κοντά μας, που μας σκεπάζει με τη μεγάλη του σκιά και μας προστατεύει. Ένας Θεός-πατέρας, άλλοτε αυστηρός και τρομερός, άλλοτε γαλήνιος και γλυκός, γεμάτος αγάπη και πρόνοια για τα εύθραστα και εφήμερα πλάσματά του. Ένας Θεός που μας εβάραινε τη σκέψη με την αιωνιότητά του, με την τελειότητα και την παντοδυναμία του, και που μας εγέμιζε την καρδιά αισθήματα ευλάβειας με την ατέλειωτη αγαθότητά του. Είναι καιρός ν’ αγαπήσουμε το μακρυνό Θεό – ένα Θεό πάλι πατέρα, αλλά αδιάφορο για μας και για τις λαχτάρες μας, αδιάφορο για τις μικρές μας λύπες και τις χαρές μας, για την αγάπη μας και για το μίσος μας για τις ελπίδες μας και για τα όνειρά μας.
Ο μακρυνός Θεός αξίζει ν’ αγαπηθεί με την ίδια δύναμη, με την ίδια αφιλοκέρδεια και αυταπάρνηση. Μας έδωσε ένα μεγάλο δώρο: την εφήμερη ύπαρξή μας, τη μεγάλη χαρά της ζωής, που εξουδετερώνει κάθε πίκρα για τη μοίρα της, για το χρόνο που παρασύρει στο ρεύμα του, κάθε τι που ποθήσαμε αιώνιο. Το εφήμερο η πάροδος, το ποτέ πεια – ω αυτός ο θλιμμένος και μαγικός ήχος που μας σφιγγει την ψυχή! – είναι απείρως πιο θερμό και πιο ωραίο για μας απ’ το αιώνιο. Ας το αγαπήσουμε κι ας το ευλαβηθούμε, γιατί μεσ’ το εφήμερο καθρεφτίζεται η δημιουργική θέληση και η άπειρη αγαθότητα του μακρυνού Θεού…




ΝΤΙΜΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΟΚΤΩ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Μ.Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ & ΣΙΑ 1938