.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Ουράνια Αρχέτυπα Περιοχών, Ναών και Πόλεων – Mircea Eliade


Σύμφωνα με τις δοξασίες των κατοίκων της Μεσοποταμίας, ο Τίγρης έχει το πρότυπό του στο άστρο Anunit και ο Ευφράτης στο άστρο του Χελιδονιού. Ένα σουμερικό κείμενο μιλά για τον «τόπο της δημιουργίας των θεών» που βρίσκεται «η [θεότητα των] κοπαδιών και των σιτηρών». Για τους ουραλο-αλταϊκούς λαούς, τα βουνά, με τον ίδιο τρόπο, έχουν ένα ιδανικό πρότυπο στον ουρανό. Στην Αίγυπτο τόποι και περιοχές έπαιρναν ονόματα ουράνιων «περιοχών»: στην αρχή ήταν γνωστές οι ουράνιες περιοχές και στη συνέχεια ταυτίστηκαν με τη γήινη γεωγραφία.
Στην Ιρανική κοσμολογία της ζερβανικής παράδοσης, «κάθε επίγειο φαινόμενο, είτε αφηρημένο, είτε συγκεκριμένο, αντιστοιχεί σε ένα ουράνιο, υπερβατικό, αόρατο τέλος, σε μια «ιδέα» με την πλατωνική σημασία. Κάθε πράγμα, κάθε κίνηση παρουσιάζεται με διπλή όψη: εκείνη του menok και εκείνη του getik. Υπάρχει ένας ορατός ουρανός: επομένως, υπάρχει και ένας menok ουρανός, που είναι αόρατος (Bundahism, κεφ. Ι). Η γη μας αντιστοιχεί σε μια ουράνια γη. Κάθε αρετή, που πραγματοποιείται εδώ κάτω, στην getah, έχει ένα ουράνιο αντίστοιχο, που αποτελεί την αληθινή πραγματικότητα… Το έτος, η προσευχή… με λίγα λόγια, ό,τι εκδηλώνεται στην getah, είναι ταυτόχρονα menok. Η δημιουργία είναι διπλή. Από την κοσμογονική άποψη η κοσμική σκηνή, που ονομάζεται menok, προηγείται ττηςσκηνής getik(1).
Ο ναός ειδικά – ο κατ’ εξοχήν ιερός χώρος – έχει ένα ουράνιο πρωτότυπο. Στο Όρος Σινά, ο Γιαχβέ δείχνει στον Μωυσή τη «μορφή» του θυσιαστηρίου που θα οικοδομήσει για εκείνον ο Μωυσής: «Θα τα φτιάξετε όλα σύμφωνα με το σχέδιο της σκηνής και με τα πρότυπα όλων των σκευών της, που εγώ θα σου δείξω… Πρόσεξε να γίνουν όλα σύμφωνα με το σχέδιο που σου έδειξα εδώ πάνω στο βουνό» (Εξοδ. 25:9,40). Και όταν ο Δαβίδ δίνει στο γιο του Σολομώντα το σχέδιο για τα οικοδομήματα του ναού, για τη σκηνή και για όλα τα σκεύη τους, τον βεβαιώνει ότι «Όλα αυτά… περιέχονται λεπτομερώς στο σχέδιο που καταγράφηκε σύμφωνα με την έμπνευση που μου έδωσε ο Κύριος, ο Θεός, για να εκτελέσω όλο αυτό το έργο» (Α’ Χρονικών 28:19). Επομένως, είχε δει το ουράνιο πρότυπο.
Η αρχαιότερη μαρτυρία, που αναφέρεται στο αρχέτυπο του θυσιαστηρίου, είναι η επιγραφή του Γουδέα για το ναό που οικοδόμησε στο Lagash της Χαλδαίας. Σ’ ένα όνειρο ο βασιλιάς βλέπει τη θεά Nidaba, που του δείχνει μια πλάκα, πάνω στην οποία ονομάζονταν τα αγαθοεργά άστρα, και έναν θεό, που αποκαλύπτει σ’ αυτόν το σχέδιο του ναού. Οι πόλεις επίσης έχουν τα θεϊκά τους πρωτότυπα. Όλες οι βαβυλωνιακές πόλεις είχαν τα αρχέτυπά τους στους αστερισμούς. Η Σιππάρα στον Καρκίνο, η Νινευί στη Μεγάλη Άρκτο, η Ασσούρ στον Αρκτούρο κλπ. Ο Σεναχειρίμ έκτισε τη Νινευί, σύμφωνα με «σχέδιο… σχεδιασμένο, προ αρχαιοτάτων χρόνων, με τα αστέρια του ουρανού». Δεν προϋπάρχει μόνο ένα πρότυπο επίγειας αρχιτεκτονικής, αλλά το πρότυπο βρίσκεται επίσης σε μια ιδεατή (ουράνια) περιοχή της αιωνιότητας. Αυτό είναι ό,τι ο Σολομών αναγγέλει: «Μου είπες να χτίσω ναό στο άγιό σου βουνό όμοιον με την αγία σκηνή σου, που είχες αρχικά, και θυσιαστήριο στην πόλη όπου κατοικείς».
Μια ουράνια Ιερουσαλήμ δημιουργήθηκε από το Θεό πριν να οικοδομηθεί η πόλη απ’ το χέρι του ανθρώπου΄ είναι στο προηγούμενο που ο προφήτης αναφέρεται στη Συριακή Αποκάλυψη του Βαρούχ ΙΙ, 4:2-7: «Νομίζεις ότι αυτή είναι η πόλη για την οποία είπα: «Στις παλάμες των χεριών Μου σε έχω χαράξει»: Αυτό το οικοδόμημα που βρίσκεται ανάμεσά σας δεν είναι εκείνο που αποκάλυψα, εκείνο που εκ των προτέρων ετοιμάστηκε προ των αιώνων, όταν αποφάσισα να φτιάξω τον Παράδεισο, και το έδειξα στον Αδάμ πριν αμαρτήσει…». Η ουράνια Ιερουσαλήμ κέντρισε την έμπνευση όλων των Εβραίων προφητών: Τωβίτ 13:16, Ησαϊας 59:11εξ., Ιεζεκιήλ 60 κλπ. Για να του δείξει την πόλη της Ιερουσαλήμ, ο Θεός παίρνει τον Ιεζεκιήλ με ένα εκστατικό όραμα και τον μεταφέρει σ’ ένα πολύ ψηλό βουνό. Και τα Σιβυλλικά Οράματα διατηρούν την ανάμνηση της Νέας Ιερουσαλήμ, στο κέντρο της οποίας λάμπει «ένας ναός… με ένα γιγάντιο πύργο που αγγίζει τα ίδια τα σύννεφα και είναι ορατός από όλους…». Αλλά η ωραιότερη περιγραφή της ουράνιας Ιερουσαλήμ συναντάται στην Αποκάλυψη (21:2 εξ.): «Κι είδα την αγία Πόλη, τη νέα Ιερουσαλήμ, να κατεβαίνει από τον ουρανό, από το Θεό, έτοιμη σαν τη νύφη που στολισμένη περιμένει τον άντρα της».
Την ίδια θεωρία βρίσκουμε στην Ινδία: όλες οι ινδικές βασιλικές πόλεις, ακόμη και οι νεότερες, οικοδομούνται με τα μυθικά πρότυπα της ουράνιας πόλης, όπου, στη χρυσή εποχή (in illo tempore), κατοικούσε ο Παγκόσμιος Ηγεμόνας. Και, όπως αυτός, ο βασιλιάς προσπαθεί να αναγεννήσει τη χρυσή εποχή, να κάνει παρούσα πραγματικότητα μια τέλεια βασιλεία – μια ιδέα την οποία θα συναντήσουμε ξανά στην πορεία αυτής της μελέτης. Έτσι, για παράδειγμα, το παλάτι-φρούριο της Sigiriya, στην Κεϋλανη, οικοδομήθηκε σύμφωνα με το πρότυπο της ουράνιας πόλης Alakamanda και είναι «δύσκολο στην ανάβαση για τους ανθρώπους» (Mahavastu, 39,2). Η ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα έχει επίσης ένα ουράνιο αρχέτυπο (Πολιτεία, 592b. Βλ. 500e). Οι πλατωνικές «μορφές» δεν είναι αστρικές΄ αλλ’ όμως η μυθική περιοχή τους βρίσκεται σε εξωγήινα σχέδια (Φαίδρος, 247, 250).

Ο κόσμος που μας περιβάλλει λοιπόν, ο κόσμος στον οποίο η παρουσία και η εργασία του ανθρώπου γίνονται αισθητές – τα βουνά στα οποία ανεβαίνει, οι κατοικημένες και καλλιεργημένες περιοχές, οι πλωτοί ποταμοί, οι πόλεις, τα θυσιαστήρια – όλα αυτά έχουν ένα εξωγήινο αρχέτυπο, είτε αυτό εννοηθεί ως ένα σχέδιο, ως μια μορφή ή καθαρά και απλά ως μια «διπλή» ύπαρξη σε ένα υψηλότερο κοσμικό επίπεδο. Αλλά οτιδήποτε υπάρχει στον κόσμο που μας περιβάλλει δεν έχει ένα πρωτότυπο αυτού του είδους. Για παράδειγμα, έρημες περιοχές που κατοικούνται από τέρατα, ακαλλιέργητες εκτάσεις, άγνωστες θάλασσες, στις οποίες κανένας θαλασσοπόρος δεν έχει τολμήσει να ταξιδέψει, δεν μοιράζονται, με την πόλη της Βαβυλώνας ή την περιοχή της Αιγύπτου, το προνόμιο ενός διαφοροποιημένου πρωτοτύπου. Αυτά αντιστοιχούν σε ένα μυθικό πρότυπο, αλλά διαφορετικής φύσης: όλες αυτές οι άγριες, ακαλλιέργητες περιοχές και τα παρόμοια αφομοιώνονται με το χάος΄ αυτά συμμετέχουν ακόμη στην αδιαφοροποίητη, άμορφη κατάσταση πριν τη Δημιουργία. Γι’ αυτόν το λόγο, όταν καταλαμβάνεται μια περιοχή – όταν δηλαδή αρχίζει η εκμετάλλευσή της – πραγματοποιούνται τελετές που συμβολικά επαναλαμβάνουν την πράξη της Δημιουργίας: η ακαλλιέργητη ζώνη πρώτα «κοσμίζεται» (δηλαδή γίνεται «κόσμος») και ύστερα κατοικείται. Θα επιστρέψουμε σύντομα στο νόημα τέτοιων τελετουργιών για την κατοίκηση πρόσφατα ανακαλυφθέντων περιοχών. Προς το παρόν, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι το γεγονός ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει, εκπολιτισμένος από το χέρι του ανθρώπου, δεν έχει καμιά άλλη αξία πέρα απ’ αυτή που οφείλεται στο εξωγήινο πρωτότυπο το οποίο χρησιμεύει ως πρότυπό του. Ο άνθρωπος κατασκευάζει σύμφωνα με ένα αρχέτυπο. Δεν έχει μόνο η πόλη του ή ο ναός του ένα ουράνιο πρότυπο΄ το ίδιο ισχύει για ολόκληρη την περιοχή που κατοικεί, με τα ποτάμια που την ποτίζουν, τους αγρούς που δίνουν τροφή κλπ. Ο χάρτης της Βαβυλώνας δείχνει την πόλη στο κέντρο μιας απέραντης κυκλικής περιοχής που ορίζεται από έναν ποταμό, ακριβώς όπως οι Σουμέριοι οραματίζονταν τον Παράδεισο. Αυτή η συμμετοχή των πόλεων σε ένα αρχέτυπο πρότυπο είναι εκείνο που δίνει σ’ αυτές την πραγματικότητα και την αξία τους.
Η εγκατάσταση σε μια νέα, άγνωστη, ακαλλιέργητη περιοχή είναι ισοδύναμη με μια πράξη Δημιουργίας. Όταν οι Σκανδιναβοί άποικοι εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία, Landanama, και άρχισαν να την καλλιεργούν, δεν θεώρησαν αυτή την πράξη, ούε ως ένα πρωτότυπο εγχείρημα, ούτε ως μια ανθρώπινη και ανίερη εργασία. Η επιχείρησή τους ήταν γι’ αυτούς μόνο μια επανάληψη κάποιας αρχέγονης πράξης: η μεταμόρφωση του χάους σε κόσμο από τη θεϊκή πράξη της Δημιουργίας. Με την καλλιέργεια του άγονου εδάφους αυτοί πραγματικά επαναλαμβάνουν την πράξη των θεών, που οργάνωσαν το χάος δίνοντάς του μορφές και κανόνες. Καλύτερα, μια εδαφική κατάκτηση δεν γίνεται πραγματική έως – ακριβέστερα, διαμέσου – της τελετής εγκατάστασης, που είναι μόνο ένα αντίγραφο της αρχέγονης πράξης της Δημιουργίας του Κόσμου. Στη βεδική Ινδία η ανέγερση ενός βωμού αφιερωμένου στον Άγνι αποτελούσε νομική πράξη κατοχής μιας περιοχής. «Κάποιος εγκαθίσταται (avasyati) όταν οικοδομεί το garhapatya, και οποιοιδήποτε είναι οι οικοδόμοι των βωμών-φωτιάς είναι «εγκατεστημένοι» (avasitah)” λέει η Satapatha Brahmana (VI. 1.1,1-4). Αλλά η ανέγερση ενός βωμού αφιερωμένου στον Άγνι είναι απλά μια μικροκοσμική μίμηση της Δημιουργίας. Πολύ περισσότερο, κάθε θυσία, με τη σειρά της, είναι μια επανάληψη της πράξης της Δημιουργίας, όπως σαφώς γράφουν τα ινδικά βιβλία. Ήταν στο όνομα του Ιησού Χριστού που οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι κατακτητές εγκαταστάθηκαν στα νησιά και στις ηπείρους τις οποίες είχαν ανακαλύψει και κατακτήσει. Η καθιέρωση του σταυρού ήταν ισότιμη με μια δικαίωση και καθαγίαση μιας νέας περιοχής, με μια «νέα γέννηση», έτσι επανελάμβαναν το βάπτισμα (πράξη της Δημιουργίας). Με τη σειρά τους οι Άγγλοι θαλασσοπόροι εγκαταστάθηκαν στις περιοχές που κατέκτησαν, στο όνομα του βασιλιά της Αγγλίας, του νέου Κοσμοκράτορα.
Η σημασία των βεδικών, σκανδιναβικών ή ρωμαϊκών τελετών θα εμφανιστεί πιο καθαρά, όταν αφιερώσουμε μια ιδιαίτερη έρευνα στο νόημα της επανάληψης της Δημιουργίας, την κατ’ εξοχήν θεϊκή πράξη. Προς το παρόν, ας έχουμε υπόψη μας το γεγονός: κάθε περιοχή με σκοπό να κατοικηθεί ή να χρησιμοποιηθεί ως Labensraum (ζωτικός χώρος), κατ’ αρχήν μεταμορφώνεται από χάος σε κόσμο΄ δια μέσου δηλαδή της δράσης της τελετής παίρνει μια «μορφή», που την κάνει να γίνεται πραγματική. Προφανώς, για την αρχαϊκή διάνοια, η πραγματικότητα εκδηλώνεται ως δύναμη, αποτελεσματικότητα και διάρκεια. Γι’ αυτό η κύρια πραγματικότητα είναι το ιερό΄ γιατί μόνο το ιερό είναι μια απόλυτη μορφή, ενεργεί αποτελεσματικά, δημιουργεί πράγματα και τους δίνει διάρκεια. Οι αναρίθμητες χειρονομίες καθαγιασμού – εκτάσεων και περιοχών, αντικειμένων, ανθρώπων κλπ. – αποκαλύπτουν τη μανία του πρωτόγονου για το πραγματικό, τη δίψα του για το είναι.



_______________________________
1.H.S. Nyberg. “Questions de cosmogonie et de cosmologie mazdeennes”, Journal Asiatique (Paris), CCXIX (July-Sept., 1931), σς. 35-36. Αλλά, όπως σωστά παρατηρεί ο Corbin, «πρέπει να προσέξουμε να μην ανάγουμε την αντίθεση που [τα menok και τα getik] εκφράζουν σε ένα πλατωνικό σχήμα απλά και καθαρά. Δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με μια αντίθεση μεταξύ ιδέας και ύλη ή μεταξύ ιδεατού και αισθητού. Το menok πρέπει μάλλον να μεταφραστεί ως ουράνια, αόρατη, πνευματική, αλλά εντελώς συγκεκριμένη κατάσταση. Το getik προσδιορίζει μια γήινη, ορατή, υλική κατάσταση, από μια ύλη όμως, που καθ’ εαυτή είναι φωτεινή, μια άυλη ύλη σε σχέη με την ύλη που γνωρίζουμε στην πράξη»: Corbin, “Cyclical time in Mazdaism and Islamism”, στο: Man and time (New YorkLondon 1957), σ. 118


MIRCEA ELIADE
ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο Μύθος της Αιώνιας Επιστροφής
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΡΑΤΗ ΨΑΛΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1999

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Η Οδός των Τεσσάρων Ανέμων – Robert W. Chambers


«Μισόκλεισε τα μάτια σου,
Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος
Και από την κοιμισμένη σου καρδιά
Εξόρισε για πάντα τις σκέψεις του θανάτου.

»Εξυμνώ τη φύση,
Τ’ αστέρια της νύχτας, τα δάκρυα της αυγής,
Τον ήλιο που δύει στο μακρινό ορίζοντα,
Τον ουρανό που μιλάει στην καρδιά σου για τη
Μεταθανάτια ζωή!»

Το ζώο κοντοστάθηκε στο κατώφλι, αβέβαιο, άγρυπνο, έτοιμο να τραπεί σε φυγή αν χρειαζόταν. Ο Σέβερν άφησε την παλέτα του και άπλωσε το χέρι του για να το καλωσορίσει. Η γάτα παρέμεινε ακίνητη, με τα κίτρινα μάτια της καρφωμένα πάνω του.
«Έλα μέσα ψιψίνα», της είπε με τη χαμηλή, χαϊδευτική φωνή του.
Αυτή κούνησε αναποφάσιστα την άκρη της αδύνατης ουράς της.
«Έλα μέσα», της είπε ξανά.
Η φωνή του της φάνηκε προφανώς καθησυχαστική, διότι θρονιάστηκε αργά στα τέσσερά της πόδια, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του, κι έχωσε την ουρά κάτω από τα κάτισχνα σκέλια της.
Εκείνος σηκώθηκε από το καβαλέτο του χαμογελώντας.
Η γάτα τον περιεργάστηκε ήρεμα και όταν την πλησίασε τον κοίταξε, καθώς έσκυβε από πάνω της, χωρίς να ζαρώσει φοβισμένα τα μάτια της ακολούθησαν το χέρι του ώσπου άγγιξε το κεφάλι της. Τότε έβγαλε ένα τραχύ νιαούρισμα.
Ο Σέβερν συνήθιζε εδώ και πολύ καιρό να κουβεντιάζει με ζώα, πιθανόν επειδή ζούσε ολομόναχος΄ και τώρα είπε, «Τι τρέχει ψιψίνα;»
Τα μάτια της αναζήτησαν συνεσταλμένα τα δικά του.
«Κατάλαβα», της είπε τρυφερά, «θα το έχεις αμέσως».
Με ήρεμες κινήσεις ανέλαβε τα καθήκοντα του οικοδεσπότη, ξέπλυνε ένα πιατάκι, το γέμισε με το γάλα που είχε απομείνει στο μπουκάλι που ήταν πάνω στο περβάζι του παράθυρου και, αφού γονάτισε, θρυμμάτισε ένα ψωμάκι μες στην παλάμη του.
Το ζώο σηκώθηκε και πλησίασε αργά προς το πιατάκι.
Ο Σέβερν ανακάτεψε τα ψίχουλα και το γάλα με τη λαβή μιας σπάτουλας και, όταν η γάτα έχωσε τη μύτη της στο φαϊ, έκανε ένα βήμα πίσω. Την κοίταξε σιωπηλός. Το πιατάκι αντηχούσε που και που στο πλακόστρωτο πάτωμα, καθώς εκείνη άγγιζε το χείλος του για να πιάσει κάποιο κομματάκι. Όταν έφαγε επιτέλους όλο το ψωμί, η πορφυρή γλώσσα της πλανήθηκε σε όλα τα σημεία που δεν είχε γλύψει, ώσπου το πιατάκι έλαμψε σαν γυαλισμένο μάρμαρο. Τότε ανακάθισε, του γύρισε αδιάφορα την πλάτη και άρχισε να νίβεται με ιεροτελεστία.
«Συνέχισε της είπε ο Σέβερν με ενδιαφέρον, «το έχεις ανάγκη».
Εκείνη τέντωσε το ένα της αυτί, μα δε γύρισε ούτε σταμάτησε την τουαλέτα της. Καθώς έφευγε σιγά σιγά η βρόμα, ο Σέβερν παρατήρησε ότι η φύση την είχε προορίσει για άσπρη γάτα. Η γούνα της είχε μαδήσει σε διάφορα σημεία, από κάποια αρρώστια ή από τις συγκυρίες του πολέμου, η ουρά της ήταν κοκαλιάρικη και στη ράχη της ξεχώριζε η σπονδυλική της στήλη. Το ζωηρό γλείψιμο ωστόσο άρχισε να αναδεικνύει τα όποια θέλγητρά της κι αυτός την περίμενε να τελειώσει για να της ξαναπιάσει την κουβέντα. Όταν έκλεισε επιτέλους τα μάτια της και μάζεψε τα μπροστινά της πόδια κάτω από το στήθος της, άρχισε να της λέει πάλι πολύ τρυφερά: «Πες μου τα βάσανά σου, ψιψίνα».
Ακούγοντας τη φωνή του έβγαλε ένα τραχύ λαρυγγώδη ήχο κι εκείνος κατάλαβε ότι προσπαθούσε να γουργουρίσει. Έσκυψε για να της τρίψει το μάγουλο κι η γάτα νιαούρισε ξανά, ένα φιλικό, ερωτηματικό νιάου, στο οποίο εκείνος απάντησε: «Μα βέβαια, είσαι πολύ πιο όμορφη τώρα και όταν ξαναβγεί το φτέρωμά σου θα είσαι ένα ωραιότατο πουλί». Εκείνη σηκώθηκε ιδιαίτερα κολακευμένη κι άρχισε να βαδίζει γύρω απ’ τα πόδια του, έχωνε το κεφάλι της ανάμεσά τους, έκανε σχόλια που φανέρωναν την ευχαρίστησή της κι αυτός της απαντούσε με ευγενική σοβαρότητα.
«Λοιπόν, τι σ’ έστειλε εδώ», της είπε, «εδώ, στην Οδό των Τεσσάρων Ανέμων και πέντε ορόφους πάνω απ’ το δρόμο, στην πόρτα που θα ήσουν καλοδεχούμενη; Τι σε εμπόδισε να το βάλεις στα πόδια όπως συλλογιζόσουν, όταν στράφηκα από τον καμβά μου και αντίκρυσα τα κίτρινα μάτια σου; Είσαι γάτα της Λατινικής Συνοικίας, όπως είμαι κι εγώ άνθρωπος της Λατινικής Συνοικίας; Και γιατί φοράς γύρω απ’ το λαιμό σου μια ροζ λουλουδάτη καλτσοδέτα;» Η γάτα είχε ανέβει στα γόνατά του και τώρα καθόταν εκεί γουργουρίζοντας, ενώ εκείνος χάιδευε το αραιό τρίχωμά της.
«Με συγχωρείς αν είμαι αδιάκριτος», συνέχισε με αργό, ήρεμο τόνο για να εναρμονιστεί με το γουργούρισμά της, «μα δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ γι’ αυτήν τη ροζ καλτσοδέτα με τα παράξενα σχέδια των λουλουδιών, που κλείνει με ασημένια πόρπη. Διότι η πόρπη είναι ασημένια΄ βλέπω την καινούργια σφραγίδα στην άκρη, όπως ορίζει ο νόμος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Λοιπόν, γιατί έχεις αυτήν την καλτσοδέτα από ροζ μετάξι, με το λεπτοδουλεμένο κέντημα, γιατί έχεις αυτήν τη μεταξωτή καλτσοδέτα με την ασημένια πόρπη γύρω από το λαιμό σου που είναι τόσο αδύνατος από την πείνα; Θα είμαι αδιάκριτος άμα ρωτήσω αν η ιδιοκτήτριά της είναι και δική σου; Είναι κάποια ηλικιωμένη κυρία που ζει με τις αναμνήσεις της νεανικής ματαιοδοξίας της, που σε λατρεύει, που σου έχει υπερβολική αδυναμία και σε στολίζει με τα προσωπικά είδη της ενδυμασίας της; Αυτό υποδηλώνει η περιφέρεια της καλτσοδέτας, επειδή ο λαιμός σου είναι αδύνατος και σου ταιριάζει. Από την άλλη όμως προσέχω – λίγα είναι τα πράγματα που διαφεύγουν της προσοχής μου – ότι η καλτσοδέτα μπορεί να ανοίξει κι άλλο. Το αποδεικνύουν αυτά τα ασημένια καψούλια, που απ’ ό,τι βλέπω είναι πέντε. Και τώρα παρατηρώ ότι το πέμπτο καψούλι είναι φθαρμένο, λες και η γλωττίδα της πόρπης ήταν συνήθως περασμένη εκεί. Αυτό μάλλον δείχνει πως είναι παχουλή γυναίκα.
Η γάτα κουλούριασε τα δάχτυλα των ποδιών της με ικανοποίηση. Έξω στο δρόμο επικρατούσε απόλυτη ησυχία.
Εκείνος συνέχισε να μουρμουρίζει: «Γιατί να σε στολίσει η κυρά σου με κάτι που της είναι απόλυτα απαραίτητο όλη την ώρα; Έστω, την περισσότερη ώρα. Πως έτυχε να φορέσεις αυτό το στολίδι από μετάξι και ασήμι στο λαιμό σου; Ήταν καπρίτσιο της στιγμής, όταν, πριν χάσεις το πυκνό σου τρίχωμα, μπήκες τραγουδώντας στην κρεβατοκάμαρά της να της ευχηθείς καλημέρα; Μα φυσικά, εκείνη ανακάθισε ανάμεσα στα μαξιλάρια, με τις μπούκλες να χύνονται στους ώμους της, κι εσύ πήδησες πάνω στο κρεβάτι γουργουρίζοντας: «Καλημέρα κυρά μου». Α, είναι πολύ εύκολο να το καταλάβει κανείς», είπε μ’ ένα χασμουρητό κι ακούμπησε το κεφάλι του στην πλάτη της καρέκλας. Η γάτα συνέχισε να γουργουρίζει, ενώ έσφιγγε και χαλάρωνε τα μαλακά της πέλματα πάνω στο γόνατό του.
«Να σου μιλήσω γι’ αυτήν, γάτα; Είναι πολύ όμορφη, η κυρά σου», μουρμούρισε νυσταγμένα, «και τα μαλλιά της είναι βαριά σαν λαμπερό χρυσάφι. Θα μπορούσα να την ζωγραφισω – όχι σε καμβά – αφού θα χρειαζόμουν σκιές, τόνους, αποχρώσεις και χρώματα πιο λαμπρά κι από το πιο λαμπρό ουράνιο τόξο. Μόνο με κλειστά μάτια θα μπορούσα να την ζωγραφίσω, επειδή μονάχα στα όνειρα μπορούν να βρεθούν χρώματα σαν αυτά που χρειάζομαι. Για τα μάτια της, θα πρέπει να έχω το γαλανό των ουρανών που δεν τους σκιάζει ούτε ένα σύννεφο, των ουρανών μιας ονειροχώρας. Για τα χείλη της, ρόδα από τα παλάτια της χώρας του ύπνου και για το μέτωπό της χιονοθύελλες από βουνά που ορθώνονται σαν φανταστικές πυραμίδες ως τα φεγγάρια, α, πολύ ψηλότερα από το δικό μας φεγγάρι, τα κρυστάλλινα φεγγάρια της ονειροχώρας. Είναι… πολύ… όμορφη, η κυρά σου».
Οι λέξεις έσβησαν στα χείλη του και τα βλέφαρά του έκλεισαν.
Η γάτα είχε επίσης αποκοιμηθεί, το μάγουλό της ακουμπούσε στο μαδημένο της λαγόνι, οι πατούσες της ήταν ακίνητες και χαλαρές.

ΙΙ

«Ευτυχώς», είπε ο Σέβερν καθώς ανακαθόταν και τεντωνόταν, «που πέρασε η ώρα του δείπνου, διότι δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω για βραδινό, παρά μόνο ό,τι μπορώ να αγοράσω με ένα ασημένιο φράγκο».
Η γάτα σηκώθηκε πάνω στο γόνατό του, καμπούριασε τη ράχη της, χασμουρήθηκε και τον κοίταξε.
«Τι θα ήθελες; Ψητό κοτόπουλο και σαλάτα; Όχι; Μήπως προτιμάς βοδινό; Μα φυσικά – θα προσπαθήσω να πάρω κι ένα αυγό και λίγο άσπρο ψωμί. Και τώρα τι θα πιούμε; Γάλα για σένα; Ωραία. Θα πάρω και λίγο νερό, είναι φρέσκο, από το δάσος», κι έδειξε τον κουβά στο νεροχύτη.
Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε από το δωμάτιο. Η γάτα τον ακολούθησε ως την πόρτα και, όταν αυτός την έκλεισε, ξάπλωσε στο πάτωμα, μύρισε τις χαραμάδες και ανασήκωνε το αυτί της κάθε φορά που ακουγόταν κάποιο τρίξιμο από το ετοιμόρροπο παλιό κτίριο.
Η κάτω πόρτα άνοιξε κι έκλεισε. Η γάτα φάνηκε σκεφτική, για μια στιγμή αβέβαιη, και τέντωσε τα αυτιά της νευρικά κι ανυπόμονα. Σε λίγο σηκώθηκε τινάζοντας την ουρά της και βάλθηκε να κάνει μιαν αθόρυβη περιήγηση στο εργαστήρι. Φτάνοντας σε ένα δοχείο με νέφτι φτερνίστηκε και οπισθοχώρησε βιαστικά ως το τραπέζι. Σε λίγο ανέβηκε πάνω του και, αφού ικανοποίησε την περιέργειά της σχετικά με μια κυλινδρική μάζα από κόκκινο κερί για προσχέδια, γύρισε στην πόρτα, κάθισε με τα μάτια στραμμένα στη χαραμάδα μπροστά από το κατώφλι, κι άρχισε ένα σιγανό, θλιβερό νιαούρισμα.
Όταν επέστρεψε ο Σέβερν, φαινόταν ανήσυχος, μα η γάτα άρχισε να βαδίζει γύρω του, χαρούμενη και χαδιάρα, να τρίβει το αδύνατο κορμί της στα πόδια του, να σπρώχνει με νάζι το κεφάλι της στο χέρι του και να γουργουρίζει ώσπου η φωνή της έγινε οξεία σαν σκούξιμο.
Εκείνος ακούμπησε στο τραπέζι ένα κομμάτι κρέας, τυλιγμένο σε καφέ χαρτί, και με ένα σουγιά το έκοψε σε μικρά κομματάκια. Το γάλα το πήρε από ένα μπουκάλι που κάποτε περιείχε φάρμακο και το άδειασε στο πιατάκι δίπλα στο τζάκι.
Η γάτα κουλουριάστηκε μπροστά του κι άρχισε να γουργουρίζει, ενώ ταυτόχρονα έπινε με τη γλώσσα της.
Αυτός έβρασε το αυγό του και το έφαγε με μια φέτα ψωμί, κοιτάζοντας τη γάτα που έτρωγε το κομματιασμένο κρέας. Όταν τελείωσε, γέμισε και ήπιε ένα φλυτζάνι νερό από τον κουβά στο νεροχύτη, ύστερα κάθισε, την πήρε στα γόνατά του κι αυτή κουλουριάστηκε αμέσως και ξεκίνησε την τουαλέτα της. Ο Σέβερν άρχισε πάλι να της μιλάει και κάθε τόσο την άγγιζε χαϊδευτικά για να δώσει έμφαση στα λόγια του.
«Ανακάλυψα που μένει η κυρά σου, γάτα. Δεν είναι πολύ μακριά – μένει εδώ, κάτω από την ίδια στέγη που στάζει, αλλά στη βόρεια πτέρυγα που νόμιζα πως ήταν ακατοίκητη. Μου το είπε ο θυρωρός. Έτυχε να είναι σχεδόν ξεμέθυστος σήμερα το βράδυ. Ο κρεοπώλης στην οδό Ντε Σεν, όπου αγόρασα το κρέας σου σε ξέρει, και ο γερο-Καμπάν ο φούρναρης σε αναγνώρισε με περιττό σαρκασμό. Μου είπαν άσχημες ιστορίες για την κυρά σου, αλλά δεν τις πιστεύω. Λένε πως είναι αργόσχολη, ματαιόδοξη και αγαπά τις ηδονές΄ λένε πως είναι άμυαλη κι απερίσκεπτη. Ο μικρός γλύπτης του ισογείου αγόραζε ψωμάκια από τον γερο-Καμπάν κι απόψε μου μίλησε για πρώτη φορά, αν και πάντα χαιρετούσαμε ο ένας τον άλλο. Μου είπε πως ήταν πολύ καλή και πολύ όμορφη. Την έχει δει μόνο μια φορά και δε γνωρίζει το όνομά της. Τον ευχαρίστησα΄ δεν ξέρω γιατί τον ευχαρίστησα τόσο θερμά. Ο Καμπάν είπε, «Σ’ αυτήν την καταραμένη Οδό των Τεσσάρων Ανέμων, οι τέσσερις άνεμοι φέρνουν όλα τα διαβολικά πράγματα». Ο γλύπτης σάστισε, όταν όμως βγήκε έξω με τα ψωμάκια του, μου είπε, «Είμαι σίγουρος, Μεσιέ, πως δεν έχει μόνο περισσή ομορφιά, αλλά και καλοσύνη»».
Η γάτα είχε τελειώσει την τουαλέτα της, πήδησε απαλά στο πάτωμα, πήγε στην πόρτα και μύρισε. Εκείνος γονάτισε δίπλα της, ξεκούμπωσε την καλτσοδέτα και την κράτησε για μια στιγμή στα χέρια του. Έπειτα από λίγο είπε: «Πάνω στην ασημένια πόρπη, κάτω από το κούμπωμα, είναι χαραγμένο ένα όνομα. Είναι ωραίο όνομα, Σίλβια Ελβέν. Το Σίλβια είναι γυναικείο όνομα, Ελβέν είναι το όνομα μιας πόλης. Στο Παρίσι και ιδίως σ’ αυτήν τη συνοικία, στην Οδό των Τεσσάρων Ανέμων, τα ονόματα σβήνουν και ξεχνιούνται όπως αλλάζουν οι μόδες με τις εποχές. Την γνωρίζω τη μικρή πόλη του Ελβέν, αφού εκεί συνάντησα τη Μοίρα πρόσωπο με πρόσωπο και η Μοίρα ήταν σκληρή. Το ξέρεις όμως ότι στο Ελβέν η Μοίρα είχε άλλο όνομα κι αυτό το όνομα ήταν Σίλβια;»
Ο Σέβερν ξαναπέρασε την καλτσοδέτα στη θέση της, σηκώθηκε και κοίταξε τη γάτα που ήταν κουλουριασμένη μπροστά στην κλειστή πόρτα.
«Το όνομα Ελβέν με μαγεύει. Μου φέρνει στο νου λιβάδια και διάφανα ποτάμια. Το όνομα Σίλβια με ενοχλεί σαν άρωμα από νεκρά λουλούδια».
Η γάτα νιαούρισε.
«Ναι, ναι», την καθησύχασε, «θα σε πάω πίσω. Η Σίλβια σου δεν είναι η δική μου Σίλβια΄ ο κόσμος είναι μεγάλος και το Ελβέν δεν είναι άγνωστο. Παρ’ όλα αυτά, μες στα σκοτάδια και τη βρομιά των φτωχογειτονιών του Παρισιού, μες στις θλιβερές σκιές τούτου του παμπάλαιου σπιτιού, αυτά τα ονόματα με ευχαριστούν πολύ».
Την σήκωσε στην αγκαλιά του και διέσχισε τους σιωπηλούς διαδρόμους ώσπου έφτασε στη σκάλα. Κατέβηκε τους πέντε ορόφους, βγήκε στη φεγγαρόλουστη αυλή, προσπέρασε την καμαρούλα του μικρού γλύπτη, ξαναμπήκε στο κτίριο από την πύλη της βόρειας πτέρυγας, ανέβηκε τα σαρακοφαγωμένα σκαλιά και συνέχισε να προχωρεί ώσπου έφτασε σε μια κλειστή πόρτα. Αφού χτύπησε αρκετές φορές, κάτι κουνήθηκε πίσω από την πόρτα, η πόρτα άνοιξε κι αυτός μπήκε μέσα. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Καθώς διέσχιζε το κατώφλι, η γάτα πήδησε από την αγκαλιά του και χάθηκε στις σκιές. Εκείνος αφουγκράστηκε, μα δεν άκουσε τίποτα. Η σιωπή ήταν καταθλιπτική και άναψε ένα σπίρτο. Δίπλα του υπήρχε ένα τραπέζι και πάνω στο τραπέζι ένα κερί με επίχρυσο κηροπήγιο. Το άναψε και κοίταξε γύρω του. Η κάμαρα ήταν τεράστια, οι ταπετσαρίες πνιγμένες στο κέντημα. Πάνω από το τζάκι δέσποζε μια σκαλιστή κορνίζα, γκρίζα από τις στάχτες που είχαν αφήσει οι σβησμένες φωτιές. Σε μιαν εσοχή δίπλα στα παράθυρα υπήρχε ένα κρεβάτι΄ τα κλινοσκεπάσματα, απαλά και φίνα σαν δαντέλα, σέρνονταν στο γυαλισμένο πάτωμα. Σήκωσε το κερί πάνω από το κεφάλι του. Στα πόδια του βρισκόταν πεσμένο ένα μαντήλι. Ήταν ελαφρώς αρωματισμένο. Στράφηκε προς τα παράθυρα. Μπροστά υτους βρισκόταν ένας καναπές και πάνω του ήταν άτακτα πεταμένα μια μεταξωτή ρόμπα, ένας σωρός από ενδύματα που έμοιαζαν δαντελένια, λευκά και λεπτεπίλεπτα σαν ιστός αράχνης, μακριά τσαλακωμένα γάντια και κάτω, στο πάτωμα, οι κάλτσες, τα μικρά μυτερά παπούτσια και μια καλτσοδέτα από ροζ μετάξι, με παράξενα λουλουδάτα σχέδια και ασημένια πόρπη. Γεμάτος απορία, έκανε ένα βήμα μπροστά και άνοιξε τις κουρτίνες του κρεβατιού. Η φλόγα του κεριού που κρατούσε φούντωσε για μια στιγμή΄ μετά τα μάτια του συνάντησαν δυο άλλα μάτια, ορθάνοιχτα, χαμογελαστά, και η φλόγα έριξε τη λάμψη της σε μαλλιά βαριά σαν χρυσάφι.
Ήταν χλομή, μα όχι όσο αυτός. Το βλέμμα της ήταν γαλήνιο σαν μικρού παιδιού΄ εκείνος όμως απόμεινε να την κοιτάζει, τρέμοντας από την κορφή ως τα νύχια, ενώ η φλόγα του κεριού τρεμόπαιζε στο χέρι του.
Στο τέλος ψιθύρισε: «Σίλβια, εγώ είμαι».
Και πάλι της είπε, «Εγώ είμαι».
Τότε κατάλαβε πως ήταν νεκρή και την φίλησε στο στόμα. Και τις ατέλειωτες ώρες της αγρύπνιας η γάτα γουργούριζε ολονυχτίς στα γόνατά του, έσφιγγε και χαλάρωνε τα μαλακά της πέλματα, ώσπου το χλομό φως της αυγής φώτισε τον ουρανό πάνω από την Οδό των Τεσσάρων Ανέμων.

ROBERT W. CHAMBERS
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΜΕ ΤΑ ΚΙΤΡΙΝΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΚΥ ΤΟΜΠΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΟΛΟΣ 2000

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Ένας διαλογισμός του Τσουάνγ Τσου – Τσουάνγκ Τσου


Δεν μπορείς να μιλήσεις για τον ωκεανό σε έναν βάτραχο – πλάσμα μιας στενότερης σφαίρας. Δεν μπορείς να μιλήσεις για τον πάγο σε ένα έντομο – πλάσμα μιας εποχής. Δεν μπορείς να μιλήσεις για το Τάο σε έναν παιδαγωγό, που η ακτίνα του είναι πολύ περιορισμένη.
Αλλά τώρα που αναδύθηκες από τη στενή σου σφαίρα και είδες τον μεγάλο ωκεανό, γνωρίζεις την ίδια τη σημασία σου και μπορώ να σου μιλήσω για τις μεγάλες αρχές...
Οι διαστάσεις είναι απεριόριστες, ο χρόνος είναι ατέλειωτος. Οι συνθήκες δεν είναι αναπόφευκτες, οι όροι δεν είναι οριστικοί.
Δεν υπάρχει τίποτε που δεν είναι αντικειμενικό' δεν υπάρχει τίποτε που δεν είναι υποκειμενικό. Αλλά είναι αδύνατον να αρχίσουμε από το αντικειμενικό. Μόνο από την υποκειμενική γνώση είναι δυνατόν να προχωρήσουμε στην αντικειμενική γνώση.
Όταν το υποκειμενικό και το αντικειμενικό είναι και τα δύο χωρίς τις αλληλεξαρτήσεις τους, αυτό είναι ο ίδιος άξονας του Τάο.
Το Τάο έχει τους νόμους και τις μαρτυρίες του. Στερείται τόσο δράσης όσο και μορφής.
Μπορείς να το αποκτήσεις, αλλά δεν μπορείς να το δεις.
Οι πνευματικές υπάρξεις αντλούν την πνευματικότητά τους από το Τάο.
Για το Τάο κανένα σημείο στον χρόνο δεν είναι παρελθόν.
Το Τάο δεν μπορεί να υπάρχει' αν υπήρχε δεν θα μπορούσε να είναι ανύπαρκτο. Το ίδιο το όνομα Τάο υιοθετείται απλώς χάριν ευκολίας. Το προκαθορισμένο και η τύχη περιορίζονται μόνο στην υλική ύπαρξη. Πως μπορούν να ισχύσουν στο άπειρο;
Το Τάο είναι κάτι πέρα από την υλική ύπαρξη. Δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ούτε με λόγια ούτε με τη σιωπή. Σε εκείνη την κατάσταση που δεν είναι ούτε ομιλία ούτε σιωπή, η υπερβατική του φύση μπορεί να κατανοηθεί.


ΠΗΤΕΡ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ
TERTIUM ORGANUM
(ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΘΕΟΣΟΦΙΑ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΝΑΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 2005

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ε΄. ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ – T. S. Eliot


Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
Αν είχε νερό
Χωρίς τα βράχια
Αν ήταν τα βράχια
Μαζί με νερό
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα μες στα βράχια
Αν ήταν ήχος μοναχά νερού
Όχι ο τζίτζικας
Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
Μα ήχος νερού πάνω από βράχο
Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
Αλλά δεν έχει νερό
Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στo πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
Ανύπαρχτες

Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή
Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο
Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή
Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου
Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι
Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές
Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.
Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά
Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι
Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.
Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,
Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.
Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι
Κου κου ρικου κου κου ρικου
Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή
Φέρνοντας τη βροχή
Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα
Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα
Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.
Μίλησε τότε ό κεραυνός
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου
Η φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει
Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας
Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες
Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος
Στις άδειες κάμαρές μας
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί
Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο
Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα
Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί
Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου
Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη
Σε κυρίαρχα χέρια
Κάθισα στην όχθη
Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;
Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει
Poi s’ ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie
Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι


T. S. Eliot
Έρημη Χώρα
Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης