.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΒΡΙΛ – EDWARD BULWER LYTTON


Ι

Η θρησκεία αυτής της φυλής έχει δύο αλλόκοτα χαρακτηριστικά: πρώτον, όλοι πιστεύουν στο δόγμα της και δεύτερον, όλοι εφαρμόζουν τις αρχές που απορρέουν από αυτό το δόγμα. Οι Βρίλ-για λατρεύουν τον ένα θείο Δημιουργό και Συντηρητή του σύμπαντος. Πιστεύουν ότι μια από τις ιδιότητες της βριλ, που διαπερνά και διαποτίζει τα πάντα, είναι να μεταβιβάζει στην πηγή της ζωής και της νοημοσύνης κάθε σκέψη που συλλαμβάνει ένα ζωντανό πλάσμα. Δεν πιστεύουν πως η ιδέα της Θεότητας είναι έμφυτη. Ωστόσο, λένε, ότι από όσα πλάσματα είχαν τη δυνατότητα να μελετήσουν, ο Αν (άνθρωπος) είναι το μοναδικό που είναι προικισμένο με την ικανότητα να συλλαμβάνει αυτή την ιδέα, καθώς και τον ειρμό της σκέψης που συνεπάγεται. Υποστηρίζουν πως αυτή η δυνατότητα είναι ένα προνόμιο που δεν μπορεί να χορηγήθηκε μάταια και πως για αυτό η προσευχή κι η ευχαριστία ευαρεστούν το θείο Δημιουργό και είναι απαραίτητα για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του ανθρωπίνου όντος. Προσεύχονται δημόσια όσο και κατ’ ιδίαν. Καθώς, φυσικά, δε με θεωρούσαν μέλος της φυλής τους, δε μου επέτρεπαν την είσοδο στο κτίριο ή ναό όπου τελούν τη δημόσια λατρεία. Με πληροφόρησαν, όμως, ότι η λειτουργία είναι εξαιρετικά σύντομη και απαλλαγμένη από τελετουργικά στοιχεία. Αποτελεί δόγμα για τους Βριλ-για ότι, η εστίαση που απαιτεί η ένθερμη προσευχή ή η ολοκληρωτική απόσυρση από τον έξω κόσμο, δεν είναι δυνατό να διατηρηθεί από τον ανθρώπινο νου για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα σε δημόσιο χώρο και ότι κάθε τέτοια απόπειρα οδηγεί στο φανατισμό ή την υποκρισία. Κατ’ ιδίαν προσεύχονται είτε μόνοι τους, είτε μαζί με τα μικρά παιδιά της οικογένειας.
Λένε, ότι στην αρχαιότητα υπήρχαν πάμπολλα βιβλία με στοχασμούς γύρω από τη φύση της Θεότητας και τους τρόπους πίστης ή λατρείας, που υποτίθεται, ότι οδηγούσαν σε τόσο έντονες κι οργισμένες αντιπαραθέσεις, που όχι μόνο διατάρασσαν τη γαλήνη της κοινότητας και δίχαζαν ακόμα και τις πιο αγαπημένες οικογένειες αλλά, στην πορεία της συζήτησης των ιδιοτήτων της Θεότητας, έφθασαν να αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη του Θείου ή, ακόμα χειρότερα, άρχισαν να Του αποδίδουν τα πάθη και τις αδυναμίες των αντιδικούντων. «Διότι», είπε ο οικοδεσπότης μου, «όταν ένα πεπερασμένο πλάσμα όπως ο Αν, που αδυνατεί να ορίσει το Απεριόριστο, προσπαθεί να αντιληφθεί την ιδέα της Θεότητας, το μόνο που καταφέρνει είναι να υποβιβάζει τη Θεότητα στα μέτρα του». Έτσι, τους επόμενους αιώνες οι θεολογικές συζητήσεις, αν και δεν απαγορεύονταν, αποτρέπονταν τόσο επίμονα που τελικά εξέλειψαν εντελώς.
Οι Βρίλ-για πιστεύουν σε μια μελλοντική κατάσταση ύπαρξης, πιο ευτυχισμένη και τελειότερη από τη σημερινή. Αν οι αντιλήψεις τους περί ανταμοιβής και τιμωρίας χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ασάφεια, αυτό οφείλεται, πιθανόν, στο γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία είναι άγνωστα στην κοινωνία τους. Δεν υπάρχουν εγκλήματα, κατά συνέπεια ούτε και τιμωρίες, ενώ όλοι έχουν κατακτήσει το ίδιο ηθικό επίπεδο, έτσι που κανένας Αν δε θεωρείται πιο ηθικός από τον άλλο. Αν κάποιος τύχει να υπερτερεί σε κάποια αρετή, κάποιος άλλος υπερτερεί εξίσου σε μιαν άλλη. Αν κάποιος έχει κάποιο ελάττωμα, τότε κάποιος άλλος έχει το αντίστοιχο δικό του. Γεγονός είναι ότι, χάρη στον εκπληκτικό τρόπο ζωής τους, είναι τόσο σπάνιοι οι πειρασμοί που είναι καλοί (σύμφωνα πάντα με τις δικές τους αντιλήψεις περί καλοσύνης) μόνο και μόνο επειδή ζουν και αναπνέουν. Οι ιδέες τους σχετικά με τη συνέχιση της ζωής, ακόμα και για το φυτικό κόσμο, είναι αρκετά παράξενες, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στο επόμενο κεφάλαιο.

ΙΙ

Αν και, όπως προανέφερα, οι Βρίλ-για αποθαρρύνουν κάθε θεωρητική συζήτηση γύρω από τη φύση του Υπέρτατου Όντος, τρέφουν από κοινού μια πεποίθηση, η οποία πιστεύουν ότι λύνει το μεγάλο πρόβλημα της ύπαρξης του κακού, που τόση σύγχυση προκαλεί στους φιλόσοφους του επάνω κόσμου. Πιστεύουν, λοιπόν, ότι όπου Εκείνος χορήγησε μια φορά την πνοή της ζωής, όσο αμυδρή κι αν μοιάζει, όπως στα φυτά, η ζωή αυτή ποτέ δε χάνεται. Περνά σε καινούργιες, πιο εξελιγμένες μορφές ύπαρξης, όχι όμως σε τούτο τον πλανήτη (σε αυτό το σημείο η πίστη τους διαφέρει από τη γνωστή διδασκαλία της μετεμψύχωσης). Το έμβιο πλάσμα διατηρεί συναίσθηση της ταυτότητάς του, έτσι που η περασμένη του ζωή συνδέεται με την επόμενη και έχει συνείδηση της προοδευτικής ανόδου του στην κλίμακα της ευτυχίας. Λένε, μάλιστα, ότι δίχως αυτή τη θεωρία, αδυνατούν, με τα φώτα της ανθρώπινης νόησης με την οποία είναι προικισμένοι, να διακρίνουν την τέλεια δικαιοσύνη, που αποτελεί συνισταμένη του Πάνσοφου και του Πανάγαθου. Τρεις είναι, λένε, οι αιτίες της αδικίας: έλλειψη σοφίας στην αντίληψη περί δικαίου, έλλειψη αγαθότητας στην επιθυμία του, έλλειψη δύναμης στην εκπλήρωση του. Ωστόσο, καθεμία από τούτες τις ελλείψεις είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Πάνσοφου και Πανάγαθου και του Παντοδύναμου. Προσθέτουν ότι παρ’ όλο που και στην παρούσα ζωή η σοφία, η αγαθότητα και η δύναμη του Υπέρτατου Όντος διαφαίνονται αρκετά καθαρά, ώστε να τις αναγνωρίζουμε, η δικαιοσύνη που απορρέει από τούτες τις ιδιότητες επιβάλλει την αναγκαιότητα μιας άλλης ζωής, όχι μόνο για τον άνθρωπο, μα για όλα τα έμβια πλάσματα των κατώτερων εξελίξεων. Τόσο στο ζωικό, όσο και στο φυτικό βασίλειο, βλέπουμε συχνά κάποιο πλάσμα, από περιστάσεις πέρα από τον έλεγχο του, να βρίσκεται σε πολύ μειονεκτικότερη θέση από τους γείτονές του – το ένα πλάσμα να πέφτει θύμα του άλλου. Ακόμα και ένα φυτό μπορεί να καταστραφεί πρώιμα από κάποια αρρώστια, ενώ το διπλανό του να είναι υγιές και δυνατό και να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του δίχως την παραμικρή δυσκολία. Υποστηρίζουν, λοιπόν, ότι η θεώρηση εκείνη, που θέλει τη Θεότητα να δρα μόνο μέσω γενικών νόμων, αποτελεί εσφαλμένη απόδοση ανθρώπινων αδυναμιών στο Υπέρτατο Ον, αμαυρώνοντας έτσι τη θεμελιώδη καλοσύνη της Γενεσιουργού Αιτίας. Θεωρούν ακόμα πιο σκληρόκαρδη και ανόητη εκείνη την αντίληψη περί Πανάγαθου, που απορρίπτει περιφρονητικά κάθε θεώρηση δικαίου για τις μυριάδες μορφές ζωής, όπου Εκείνος εμφύσησε την πνοή της ζωής και θέλει τη δικαιοσύνη αποκλειστικό προνόμιο του Αν. Για το θείο Ζωοδότη δεν υπάρχει μικρό και μεγάλο. Εάν δεχθούμε ότι κανένα πλάσμα ικανό να συναισθάνεται τη ζωή και τα βάσανά της, όσο ταπεινό κι αν είναι, δε χάνεται με το πέρασμα των αιώνων. Ότι όσα υποφέρει εδώ, από τη στιγμή της γέννησής του μέχρι τη μετάβασή του σε μιαν άλλη μορφή ζωής, διαρκούν, συγκριτικά με την αιωνιότητα, όσο το κλάμα του νεογέννητου μπρος στο σύνολο της ζωής του ανθρώπου. Αν, ακόμα, υποθέσουμε ότι τούτο το ζωντανό πλάσμα διατηρεί κατά τη μετάβασή του συναίσθηση της ταυτότητάς του (γιατί δίχως τη συναίσθηση αυτή δε θα είχε συνείδηση της εξέλιξής του) τότε, παρά το γεγονός ότι η απονομή της θείας δικαιοσύνης είναι πέρα από τα όρια της αντίληψής μας, μπορούμε, ωστόσο, να καταλήξουμε πως είναι ενιαία και συμπαντική και όχι μερική και διαφορετική κατά περίπτωση, όπως θα ήταν εάν δρούσε σύμφωνα μόνο με γενικούς και δευτερογενείς νόμους. Γιατί η δικαιοσύνη που απορρέει από την τέλεια σοφία που τη συλλαμβάνει, την τέλεια αγάπη που την επιθυμεί και την τέλεια δύναμη που την εκπληρώνει μόνο τέλεια μπορεί να είναι.
Όσο αλλόκοτη κι αν μοιάζει, νομίζω ότι τούτη η πεποίθηση των Βρίλ-για αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφία του πολιτικού τους συστήματος, που ενώ επιτρέπει διάφορες διαβαθμίσεις πλούτου, εγκαθιδρύει, ωστόσο, απόλυτη ταξική ισότητα, εξαιρετική λεπτότητα στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών και ευαισθησία προς κάθε δημιούργημα, που το γενικό καλό δεν επιβάλλει την εξόντωσή του. Κι αν οι αντιλήψεις τους, σχετικά με την ηθική αποζημίωση ενός βασανισμένου εντόμου ή ενός λουλουδιού, που το χτύπησε η αρρώστια, φαντάζουν στα μάτια μας εξωφρενικές, τουλάχιστον δεν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε κακόβουλες. Ίσως, μάλιστα, θα έπρεπε να μας γεμίζει αισιοδοξία το γεγονός ότι μια τόσο φωτεινή πεποίθηση για την ανείπωτη καλοσύνη του Δημιουργού, τρύπωσε εκεί, όπου ποτέ δεν έφτασαν οι ακτίνες των υλικών φωστήρων, στα βάθη των αβύσσων της γης, τούτη η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση πως οι γενικοί νόμοι, βάσει των οποίων εκδηλώνεται η θεία βούληση, δεν επιτρέπουν την αδικία ή το κακό, και άρα είναι αδύνατο να γίνουν κατανοητοί, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η δράση τους σε ολάκερη τη σφαίρα του χώρου και του χρόνου. Και αφού, όπως θα έχω την ευκαιρία να καταδείξω στη συνέχεια, το νοητικό επίπεδο και το κοινωνικό σύστημα τούτης της υπόγειας φυλής, συμπεριλαμβάνουν και εναρμονίζουν μεγάλες και φαινομενικά αντικρουόμενες φιλοσοφικές διδασκαλίες και θεωρίες, που κατά καιρούς εμφανίστηκαν, συζητήθηκαν, απορρίφθηκαν και αργότερα αναδύθηκαν εκ νέου μεταξύ των διανοούμενων και των ονειροπόλων του πάνω κόσμου, ίσως θα μπορούσα να κλείσω τούτη την αναφορά σχετικά με την πίστη των Βρίλ-για, ότι δηλαδή η αυτοσυνείδητη ή νοήμων ζωή, τόσο των κατώτερων πλασμάτων, όσο και του ανθρώπινου όντος είναι άφθαρτη, μ’ ένα απόσπασμα από το έργο του διακεκριμένου ζωολόγου, του Λουίς Αγκασίζ, που διάβασα μόλις πρόσφατα, πολλά χρόνια αφότου κατέγραψα τούτες τις αναμνήσεις από το ταξίδι μου στον κόσμο των Βρίλ-για και που τώρα οργανώνω σε μια πιο συστηματική καταγραφή: «Οι σχέσεις μεταξύ των εμβίων όντων θα έπρεπε από καιρό να είχαν θεωρηθεί σαφής απόδειξη πως οι ζωντανοί οργανισμοί δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα της άμεσης επέμβασης ενός σκεπτόμενου νου. Αυτό το γεγονός συνηγορεί εμφατικά υπέρ της ύπαρξης, σε κάθε ζωντανό πλάσμα, μιας άυλης αρχής, όμοια με εκείνη που η υπεροχή και τα ανώτερα χαρίσματά της εξυψώνουν τον άνθρωπο πολύ πιο πάνω από τα ζώα. Η ύπαρξη αυτής της αρχής είναι αναμφισβήτητη και όπως και αν την ονομάσουμε – αίσθημα, νόηση ή ένστικτο – εκδηλώνει σε όλα τα έμβια όντα μια σειρά φαινομένων που σχετίζονται στενά μεταξύ τους. Σε τούτη την αρχή οφείλονται όχι μόνον οι ανώτερες εκδηλώσεις του νου, αλλά ακόμα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που διαφοροποιούν τους ζωντανούς οργανισμούς μεταξύ τους. Η πλειονότητα των επιχειρημάτων που συνηγορούν υπέρ της αθανασίας του ανθρώπου ισχύουν, εξίσου, για την ύπαρξη τούτης της αρχής σε όλα τα έμβια όντα. Χρειάζεται, μήπως, να τονίσω το μέγεθος της τραγικής απώλειας που θα συνιστούσε για τον άνθρωπο η στέρηση στη μέλλουσα ζωή, της σημαντικής πηγής ψυχαγωγίας, αλλά και νοητικής και ηθικής βελτίωσης που του προσφέρει η ενατένιση της αρμονίας του ζωικού και του φυτικού βασιλείου; Νομίζω πως το όραμα της πνευματικής εναρμόνισης των συνδυασμένων βασιλείων και όλων των κατοίκων τους ενώπιον του Δημιουργού τους, αποτελεί την ύψιστη θεώρηση του παράδεισου». Πραγματεία περί ταξινόμησης. Κεφ. Xvii, σελ. 97-99.


EDWARD BULWERLYTTON
Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΦΥΛΗ
Ο Μύθος της Κούφιας Γης
Μετάφραση Νατάσα Βαρσάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 2000


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Η μεταφυσική του Χάους – Alexander Dugin


Η σύγχρονη Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία άρχισε με την έννοια του λόγου και τη λογική τάξη της ύπαρξης. Για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια η έννοια αυτή εξαντλήθηκε πλήρως. Όλες οι δυνατότητες και αρχές εντός αυτού του λογοκεντρικού τρόπου σκέψης έχουν μέχρι τώρα εξερευνηθεί πλήρως, εκτεθεί και εγκαταλειφθεί από τους φιλοσόφους.
Εντούτοις, το πρόβλημα του χάους και της φύσης του παραμελήθηκε και παραμερίστηκε από την αρχή αυτής της φιλοσοφίας. Η μόνη φιλοσοφία που ξέρουμε σήμερα είναι η φιλοσοφία του λόγου. Αλλά το χάος είναι κάτι αντίθετο του λόγου, η απόλυτη εναλλακτική λύση του.
Από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, οι σημαντικότεροι και λαμπρότεροι Ευρωπαίοι φιλόσοφοι (όπως ο Friedrich Nietzsche και ο Martin Heidegger) άρχισαν να υποψιάζονται ότι ο λόγος πλησίαζε γρήγορα προς το τέλος του. Μερικοί από αυτούς τόλμησαν να προτείνουν ότι, από τώρα και στο εξής, ζούμε στην εποχή του τέλους της φυγοκεντρικής φιλοσοφίας και πλησιάζουμε κάτι άλλο.
Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία βασίστηκε στη φυγοκεντρική αρχή που αντιστοιχεί στην αρχή του αποκλεισμού, στη διαφοροποίηση, στην ελληνική διαίρεση. Όλα αυτά αντιστοιχούν αυστηρά στην αρσενική στάση και απεικονίζουν μια πατριαρχική, αυταρχική, κάθετη και ιεραρχική τάξη της ύπαρξης και της γνώσης.
Αυτή η αρσενική προσέγγιση επιβάλλει, στην πραγματικότητα, την τάξη και την αρχή της αποκλειστικότητας παντού. Αυτό εκδηλώνεται τέλεια στη λογική του Αριστοτέλη, όπου οι αρχές της ταυτότητας και της αποκλίσεως τίθενται σε κεντρική θέση με τον δεοντολογικό τρόπο σκέψης. Το Α είναι ίσο με το Α, όχι ίσο με το μη-Α. Αυτή η ταυτότητα αποκλείει τη μη-ταυτότητα (ετερότητα) και αντίστροφα. Εδώ είναι το αρσενικό που μιλά, σκέφτεται, ενεργεί, πολεμά, διαιρεί, διατάσσει κ.ο.κ.
Σήμερα όλη αυτή η λογοκεντρική φιλοσοφία έχει τερματιστεί και πρέπει να εξετάσουμε έναν άλλο δρόμο για τη σκέψη, όχι με τον λογοκεντρικό, ιεραρχικό και αποκλειστικό τρόπο.
Εάν ο λόγος δεν μας ικανοποιεί, συναρπάζει ή κινητοποιεί πια, τότε έχουμε την τάση να δοκιμάσουμε το κάτι άλλο και να ασχοληθούμε τελικά με το πρόβλημα του χάους.
Υπάρχουν δύο διαφορετικές έννοιες του χάους. Η σύγχρονη Φυσική και η Φιλοσοφία αναφέρονται σε σύνθετα συστήματα, διακλαδώσεις ή μη ολοκληρωτικές εξισώσεις και διαδικασίες, χρησιμοποιώντας την έννοια του «χάους» κατανοούν όχι την απουσία τάξεως, αλλά μια πιο περίπλοκη μορφή τάξης που είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή αυτή καθεαυτή και αποτελεί στην πραγματικότητα την ουσία του. Ένα τέτοιο χάος ή αναταραχή είναι μετρήσιμο στη Φύση, αλλά με πιο πολύπλοκα θεωρητικά και μαθηματικά εργαλεία και διαδικασίες από αυτά που χρησιμοποιεί η κλασική φυσική επιστήμη.
Ο όρος «χάος» χρησιμοποιείται εδώ με έναν μεταφορικό τρόπο. Στη σύγχρονη επιστήμη συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με έναν ουσιαστικά λογοκεντρικό τρόπο έρευνας της πραγματικότητας. Έτσι το «χάος» εδώ δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια διαλυτική δομή του λόγου, το τελευταίο αποτέλεσμα της παρακμής, πτώσης και αποσύνθεσής του. Η σύγχρονη επιστήμη ασχολείται όχι με κάτι άλλο από τον λόγο, αλλά με ένα είδος μετα-λόγων, ή πρώην-λόγων, στην κατάσταση της έσχατης διάλυσης και ενέλιξης. Η διαδικασία της τελικής καταστροφής και διάλυσης του λόγου λαμβάνεται εδώ για το «χάος».
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτό δεν έχει καμία σχέση με το χάος καθεαυτό, με την αρχική ελληνική έννοια του όρου. Είναι μάλλον ένα είδος μέγιστης σύγχισης. Ο Rene Guenon έχει αποκαλέσει τη σημερινή εποχή «εποχή της σύγχισης». «Σύγχιση» σημαίνει η κατάσταση της ύπαρξης που τρέχει παράλληλα με την τάξη, αλλά και προηγείται αυτής. Πρέπει, έτσι, να κάνουμε μια σαφή διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών εννοιών. Αφ’ ενός έχουμε τη σύγχρονη έννοια του χάους που αντιπροσωπεύει τη μετα-τάξη, ή ένα μείγμα αντιφατικών αποκομμάτων ύπαρξης χωρίς οποιαδήποτε ενότητα και τάξη, που συνδέονται μεταξύ τους με πολύ περίπλοκες μετα-λογικές αντιστοιχίες και αντιθέσεις. Ο Gilles Deleuze έχει αποκαλέσει αυτά τα φαινόμενα ένα «μη-συμπιθανό» (ή «μη συν-δυνατό») σύστημα, αποτελούμενο από το πλήθος των μονάδων (χρησιμοποιώντας την έννοια των μονάδων και της συμπιθανότητας του Leibniz) που γίνονται για τον Deleuze οι «νομάδες».
Ο Deleuze περιγράφει τον Μεταμοντερνισμό ως ένα άθροισμα μη-συμπιθανών αποκομμάτων που μπορούν να συνυπάρχουν. Αυτό δεν ήταν δυνατό στο όραμα του Leibniz για την πραγματικότητα με βάση την αρχή της συμπιθανότητας. Μέσα, όμως, στον Μεταμοντερισμό μπορούμε να δούμε τον αποκλεισμό της συνύπαρξης στοιχείων. Οι μη διατεταγμένες μη συμπιθανές μονάδες ή «νομάδες» που συρρέουν τριγύρω θα μπορούσαν να φανούν χαοτικές, και με αυτή την έννοια χρησιμοποιούμε συνήθως τη λέξη χάος στην καθημερινή ομιλία. Μιλώντας όμως αυστηρά, πρέπει να κάνουμε μια διάκριση.
Πρέπει να διακρίνουμε δύο είδη χάους, το μεταμοντερνιστικό «χάος» ως ένα ισοδύναμο της σύγχυσης, ένα είδος μετα-τάξης, και το ελληνικό χάος ως μια προ-τάξης, σαν κάτι δηλαδή που υπάρχει πριν δημιουργηθεί η διατεταγμένη πραγματικότητα. Μόνο το δεύτερο μπορεί να θεωρηθεί ως χάος με τη σωστή έννοια της λέξης. Αυτή η δεύτερη, αλλά στην πραγματικότητα η πρωταρχική ιδέα του χάους πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά και μεταφυσικά.
Το επικό όραμα της ανόδου και της πτώσης του λόγου στην πορεία της ανάπτυξης της Δυτικής Φιλοσοφίας και της Δυτικής Ιστορίας υιοθετήθηκε αρχικά από τον Martin Heidegger, ο οποίος υποστήριξε ότι στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού ή Δυτικού Πολιτισμού ο λόγος είναι όχι μόνο μια πρωταρχική φιλοσοφική αρχή, αλλά και η βάση της θρησκευτικής συμπεριφοράς, σχηματίζοντας τον πυρήνα του Χριστιανισμού. Μπορούμε, επίσης, να παρατηρήσουμε ότι η έννοια της Κάλαμ ή διάνοιας είναι κεντρική στην Ισλαμική Φιλοσοφία και Θεολογία. Το ίδιο ισχύει στον Ιουδαϊσμό (τουλάχιστον στο όραμ του Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, και προπάντων στον Μεσαιωνικό Ιουδαϊσμό και την Καμπάλα). Έτσι στον έντονο Μοντερνισμό που ζούμε, βοηθάμε στην πτώση του λόγου που συνοδεύεται από την αντίστοιχη πτώση του κλασικού Ελληνορωμαϊκού Πολιτισμού και της μονοθεϊστικής επίσης θρησκείας.
Αυτές οι διαδικασίες της παρακμής είναι απολύτως αντίστοιχες με αυτό που ο Martin Heidegger θεωρεί ως τη σημερινή κατάσταση του Δυτικού Πολιτισμού συνολικά. Ο ίδιος προσδιορίζει την προέλευση αυτής της πτωτικής κατάστασης σε μερικά κρυμμένα και δύσκολα αναγνωρίσιμα λάθη, στη διάρκεια των αρχικών φάσεων της ελληνικής σκέψης. Κάτι πήγε στραβά στην αρχή της Δυτικής Ιστορίας και ο Heidegger βλέπει αυτή τη λανθασμένη στροφή ακριβώς στη βεβαίωση της αποκλειστικής θέσης ενός αποκλειστικού λόγου. Αυτή η μεταστροφή έγινε από τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη, αλλά προπάντων από τον Πλάτωνα, με την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης που οραματίστηκε δύο κόσμους ή επίπεδα της πραγματικότητας, όπου η ύπαρξη γινόταν αντιληπτή ως εκδήλωση του κρυμμένου επιπέδου. Αργότερα, αυτό το κρυμμένο στοιχείο αναγνωρίστηκε ως ο λόγος, η ιδέα, το πρότυπο, το παράδειγμα. Από αυτό το σημείο αρχίζει η αναφορική θεωρία της αλήθειας.
Η αλήθεια βρίσκεται στο γεγονός της άμεσης αντιστοιχίας μεταξύ της δοθείσας με την υποτιθέμενη αόρατη ουσία ή της φύσης «που αγαπά να κρύβεται», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι ήταν στην πρώτη γραμμή αυτής της φιλοσοφίας. Η απελευθερωμένη έκρηξη της σύγχρονης τεχνικής είναι το λογικό της αποτέλεσμα. Ο Heidegger την ονομάζει Ge-Stell και θεωρεί ότι είναι ο λόγος για την καταστροφή και τον εκμηδενισμό της Ανθρωπότητας που αναπόφευκτα πλησιάζει. Σύμφωνα με αυτόν, η ίδια η ιδέα του λόγου ήταν λάθος και πρότεινε, έτσι, να αναθεωρήσουμε ριζικά τη στάση μας στην ουσία της φιλοσοφίας και τη διαδικασία της σκέψης, και να βρούμε έναν άλλο δρόμο, τον οποίο ονόμασε «η άλλη αρχή».
Ο λόγος εμφανίστηκε αρχικά με τη γέννηση της Δυτικής Φιλοσοφίας. Η πρώιμη ελληνική φιλοσοφία περιελάμβανε ήδη τον αποκλεισμό του χάους. Την ίδια ακριβώς στιγμή, ο λόγος άρχισε να ακμάζει αποκαλύπτοντας ένα είδος ισχυρής θέλησης για εξουσία και την απολυτότητα της αρσενικής στάσης απέναντι στην πραγματικότητα. Η γένεση του λογοκεντρικού πολιτισμού εκμηδένισε οντολογικά το πολικό αντίθετο προς τον λόγο – το θηλυκό χάος. Έτσι το χάος, ως κάτι που προηγήθηκε του λόγου, καταργήθηκε από αυτόν και η αποκλειστικότητά του εκδηλώθηκε και απορρίφθηκε συγχρόνως. Ο αρσενικός λόγος εκτόπισε το θηλυκό χάος. Η αποκλειστικότητα και ο αποκλεισμός καθυπόταξαν τη συμπερίληψη και τον συνυπολογισμό. Έτσι, γεννήθηκε ο κλασικός κόσμος που επέκτεινε τα όριά του για 2.500 χρόνια, μέχρι τον Μοντερνισμό και τη ρασιοναλιστική επιστημονική εποχή. Αυτός ο κόσμος έχει φτάσει στο τέλος του. Παρόλα αυτά, ζούμε ακόμα στα περίχωρά του. Συγχρόνως, στον διαλυόμενο μεταμοντέρνο κόσμο, όλες οι δομές της τάξης υποβαθμίζονται, διασκορπίζονται και γίνονται όλοι και πιο συγκεχυμένες. Είναι το λυκόφως του λόγου, το τέλος της τάξης, η τελευταία χορδή της αρσενικής αποκλειστικής κυριαρχίας. Εντούτοις, εξακολουθούμε να είμαστε μέσα στη λογική δομή, παρά έξω από αυτήν.

Με αυτή τη δήλωση έχουμε παράγει μερικές βασικές λύσεις σχετικά με το μέλλον. Η πρώτη πιθανή λύση είναι η επιστροφή στο βασίλειο του λόγου, η Συντηρητική Επανάσταση, η αποκατάσταση της πλήρους αρσενικής κλίμακας κυριαρχίας σε όλα τα πεδία της ζωής – στη φιλοσοφία, τη θρησκεία και την καθημερινή ζωή. Αυτό θα μπορούσε να γίνει πνευματικά, κοινωνικά ή τεχνικά. Αυτός ο τρόπος, όπου η τεχνική συναντά την πνευματική τάξη, εξερευνήθηκε πλήρως και μελετήθηκε από τον οικείο του Heidegger, Ernst Juenger. Είναι μια επιστροφή στον Κλασικισμό, συνοδευόμενη από μια έκκληση στην τεχνολογική πρόοδο. Είναι μια προσπάθεια να σώσουμε τον παρακμάζοντα λόγο, να αποκατασταθεί η παραδοσιακή κοινωνία και η αιώνια νέα Τάξη.
Η δεύτερη πιθανή λύση είναι να γίνουν αποδεκτές οι σύγχρονες τάσεις και να ακολουθήσουμε την κατεύθυνση της σύγχυσης, εμπλεκόμενοι όλο και περισσότερο στη διάλυση της δομής, στον Μετα-Δομισμό, και προσπαθώντας να πάρουμε ευχαρίστηση από τη βολική ολίσθηση στην ανυπαρξία. Αυτή είναι η επιλογή που επιλέγει η Αριστερά και οι φιλελεύθεροι εκπρόσωποι του Μεταμοντερνισμού. Είναι ο σύγχρονος μηδενισμός στο καλύτερό του, αναγνωρισμένος αρχικά από τον Nietzsche και εξερευνημένος λεπτομερώς από τον Heidegger.
Εντούτοις, θα μπορούσαμε να επιλέξουμε έναν τρίτο δρόμο να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε τα σύνορα του λόγου και να βγούμε από την κρίση του μεταμοντέρνου κόσμου που είναι κυριολεκτικά μεταμοντέρνος, δηλαδή βρίσκεται πέρα από τον Μοντερνισμό, όπου η διάλυση του λόγου φθάνει στο ανώτατο όριό της. Έτσι, το ζήτημα αυτού του ίδιου του ορίου είναι κρίσιμο. Αν το δούμε από την άποψη γενικά του λόγου, μαζί με τις πιο αποσυντεθειμένες όψεις του, πέρα από την περιοχή της τάξης δεν υπάρχει τίποτα. Έτσι, η διάσχιση του ορίου της ύπαρξης είναι οντολογικά αδύνατη. Το ανύπαρκτο δεν υπάρχει: έτσι μιλά όλη η λογοκεντρική Δυτική Οντολογία μετά τον Παρμενίδη. Αυτή η αδυνατότητα βεβαιώνει την απειρία των περιχώρων του λόγου και χορηγεί στην αποσύνθεση, μέσα στο βασίλειο της τάξης, την αιώνια συνέχεια. Πέρα από το όριο της ύπαρξης δεν βρίσκεται τίποτα, και η κίνηση προς αυτό το όριο είναι αναλυτικά άπειρη και ατελεύτητη (Οι Απορίες του Ζήνωνα του Ελεάτη ισχύουν εδώ πλήρως). Έτσι κανένας δεν μπορεί να διασχίσει αυτά τα όρια για να εισέλθει στη μη-ύπαρξη, η οποία απλά δεν υπάρχει.
Εάν, εντούτοις, επιμένουμε να το κάνουμε αυτό, τότε πρέπει να προσφύγουμε στο χάος υπό την αρχική ελληνική σημασία του, ως κάτι προ-οντολογικό.
Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πραγματικά σημαντικό και κρίσιμο πρόβλημα. Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων σήμερα είναι ανικανοποίητος με αυτό που συμβαίνει γύρω μας, με την απόλυτη κρίση των αξιών, των θρησκειών, της φιλοσοφίας, της πολιτικής και κοινωνικής τάξης, τις μεταμοντέρνες συνθήκες, τη σύγχυση και τη διαστροφή, και με αυτή την εποχή της μέγιστης γενικά αποσύνθεσης.
Εξετάζοντας, όμως, την ουσία της πτώσης του πολιτισμού μας στην παρούσα κατάσταση, δεν μπορούμε να κοιτάξουμε στις προηγούμενες φάσης της λογοκεντρικής τάξης και των κρυφών δομών της, επειδή ήταν ακριβώς ο ίδιος ο λόγος που έχει φέρει τα πράγματα στη σημερινή τους κατάσταση, μεταφέροντας μαζί του τα σπέρματα της παρούσας αποσύνθεσης. Ο Heidegger προσδιόρισε με πλέρια αξιοπιστία τις ρίζες της τεχνικής στην προσωκρατική επίλυση του προβλήματος της ύπαρξης μέσω του λόγου. Ο λόγος δεν μπορεί να μας σώσει από μια κατάσταση για την οποία ο ίδιος είναι η αιτία. Ο λόγος είναι πια άχρηστος σ’ εμάς.
Μόνο το προ-οντολογικό χάος μπορεί να μας δώσει μια νύξη για το πώς να ξεπεράσουμε την παγίδα του Μεταμοντερνισμού. Αυτό παραμερίστηκε ως ακρογωνιαίος λίθος την παραμονή της δημιουργίας της λογικής δομής της ύπαρξης. Τώρα είναι η σειρά του να μπει στο παιχνίδι. Διαφορετικά θα καταδικαστούμε να δεχτούμε τον μετα-λογικό διαλυμένο Μεταμοντερνισμό που προσποιείται ότι είναι, κατά κάποιον τρόπο, αιώνιος, επειδή εκμηδενίζει τον χρόνο. Ο Μοντερνισμός έχει σκοτώσει την αιωνιότητα και ο Μεταμοντερνισμός σκοτώνει τον χρόνο. Η αρχιτεκτονική του μεταμοντέρνου κόσμου είναι απολύτως κατακερματισμένη, διεστραμμένη και συγκεχυμένη. Είναι ένας λαβύρινθος χωρίς έξοδο, διπλωμένος και στριμμένος σαν μια ζώνη του Μέμπιους.
Ο λόγος, που ήταν ο εγγυητής της αυστηρότητας και της τάξης, χρησιμεύει εδώ για να παρέχει κυρτότητα και στρεβλότητα, χρησιμοποιούμενος για να διατηρήσει το αδιάβατο των οντολογικών συνόρων με το ανύπαρκτο από τους έσχατους και αναπόφευκτους καταπατητές που αναζητούν να δραπετεύσουν στο υπερπέραν.
Έτσι, ο μόνος τρόπος για να σώσουμε τον εαυτό μας, για να σώσουμε την Ανθρωπότητα και τον Πολιτισμό από αυτό το δόκανο, είναι να προχωρήσουμε μπροστά, πέρα από τον λογοκεντρικό πολιτισμό προς το χάος.
Δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε τον λόγο και την τάξη, διότι φέρουν μέσα τους την αιτία για τη δική τους αιώνια καταστροφή. Με άλλα λόγια, για να σώσουμε τον αποκλειστικό λόγο, πρέπει να προσφύγουμε στην εναλλακτική συμπεριληπτική στιγμή, που είναι το χάος.
Πως θα μπορούσαμε, όμως, να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του χάους και να βασίσουμε τη φιλοσοφία μας σε αυτήν, όταν μέχρι τώρα η φιλοσοφία υπήρξε εξ ορισμού πάντα κάτι λογικό για μας;
Για να ξεπεράσουμε αυτή τη δυσκολία, πρέπει να πλησιάσουμε το χάος όχι από τη θέση του λόγου, αλλά από εκείνη του ίδιου του χάους. Αυτό μπορεί να συγκριθεί με τη θηλυκή όραση, τη θηλυκή κατανόηση του Άλλου (Ετέρου), που δεν αποκλείεται αλλά, αντίθετα, περιλαμβάνεται σ’ αυτό.
Ο λόγος θεωρεί τον εαυτό του ως αυτό που είναι και ως αυτό που ισοδυναμεί με τον εαυτό του. Μπορεί να δεχτεί τις διαφορές μέσα στον εαυτό του, επειδή αποκλείει το Άλλο που βρίσκεται έξω. Έτσι λειτουργεί η θέληση για δύναμη, ο νόμος της κυριαρχίας. Πέρα από τον λόγο, βεβαιώνει ο λόγος, δεν υπάρχει τίποτα. Έτσι ο λόγος, αποκλείοντας τα πάντα εκτός από τον εαυτό του, αποκλείει το χάος. Το χάος χρησιμοποιεί μια διαφορετική στρατηγική. Περιλαμβάνει μέσα του όλα όσα υπάρχουν, αλλά συγχρόνως και όλα όσα δεν υπάρχουν. Έτσι, το χάος που συμπεριλαμβάνει τα πάντα μέσα του, περιλαμβάνει επίσης και το μη συμπεριληπτικό, δηλαδή αυτό που αποκλείει το ίδιο. Επομένως, το χάος δεν θεωρεί τον λόγο ως το Άλλο (Έτερο), αλλά ως τον εαυτό του ή ως κάτι μη υπάρχον. Ο λόγος ως η πρώτη αρχή του αποκλεισμού, συμπεριλαμβάνεται στο χάος, είναι παρών σε αυτό, περιβάλλεται από αυτό και έχει μια χορηγημένη θέση μέσα σε αυτό, όπως η μητέρα που φέρει το μωρό, η οποία φέρει μέσα της αυτό που είναι ένα μέρος της και που, συγχρόνως, δεν είναι μέρος της. Ο άνδρας θεωρεί τη γυναίκα ως μια εξωτερική ύπαρξη και αναζητά να τη διαπεράσει. Η γυναίκα θεωρεί τον άνδρα ως κάτι εσωτερικό και αναζητά να του δώσει γέννηση.
Το Χάος είναι η Αιώνια Γέννηση του Ετέρου, δηλαδή του Λόγου.
Για να συνοψίσουμε, η χαοτική φιλοσοφία είναι δυνατή επειδή το ίδιο το χάος περιλαμβάνει τον λόγο ως κάποια εσωτερική δυνατότητα. Μπορεί ελεύθερα να τον αναγνωρίσει, να τον περιβάλει με στοργή και να αναγνωρίσει την αποκλειστικότητα του που περιλαμβάνεται στην αιώνια ζωή του. Έτσι ερχόμαστε στη μορφή του πολύ ειδικού, χαοτικού λόγου, δηλαδή ενός εντελώς και απολύτως νέου λόγου που αναζωογονείται αιώνια από τα ύδατα του χάους. Αυτός ο χαοτικός λόγος είναι συγχρόνως αποκλειστικός (γι’ αυτό είναι ορθά λόγος) και συμπεριληπτικός (όντας χαοτικός). Αντιμετωπίζει διαφορετικά την ομοιότητα και την ετερότητα.
Το χάος μπορεί να σκεφτεί. Πρέπει να ρωτήσουμε πως το κάνει αυτό. Έχουμε ρωτήσει τον λόγο. Τώρα είναι η σειρά του χάους. Πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε μαζί με το χάος και μέσα στο χάος.
Θα μπορούσα να προτείνω, για παράδειγμα, τη φιλοσοφία του Ιάπωνα φιλοσόφου Kitaro Nishida, ο οποίος έχει κατασκευάσει τη «λογική του μπασό» ή τη «λογική των τόπων», αντί της λογικής του Αριστοτέλη.
Πρέπει να ερευνήσουμε άλλους πολιτισμούς, παρά τον Δυτικό Πολιτισμό, να προσπαθήσουμε να βρούμε διαφορετικά πρότυπα συμπεριληπτικής φιλοσοφίας, συμπεριληπτικής θρησκείας κ.ο.κ.
Ο χαοτικός λόγος δεν είναι μόνο μια αφηρημένη κατασκευή. Εάν γίνει καλή αναζήτηση, μπορούμε να βρούμε τις πραγματικές μορφές τέτοιων πνευματικών παραδόσεων στις αρχαϊκές κοινωνίες, καθώς και στην Ανατολική Θεολογία, και στα μυστικιστικά ρεύματα.
Το να κάνουμε μια έκκληση στο χάος είναι ο μόνος τρόπος για να σώσουμε τον λόγο. Ο λόγος χρειάζεται έναν σωτήρα, δεν μπορεί να σώσει μόνος του τον εαυτό του. Χρειάζεται κάτι αντίθετο από τον εαυτό του για να αποκατασταθεί στην κρίσιμη κατάσταση του Μεταμοντερνισμού. Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον Μεταμοντερνισμό. Δεν μπορούμε να τον νικήσουμε χωρίς να προσφύγουμε σε κάτι που υπήρξε πριν από την αιτία της αποσύνθεσής του. Έτσι, πρέπει μάλλον να προσφύγουμε σε άλλες φιλοσοφίες, παρά στη Δυτική Φιλοσοφία.
Εν κατακλείδι, δεν είναι σωστό να συλλάβουμε το χάος ως κάτι που ανήκει στο παρελθόν. Το χάος είναι αιώνιο, αλλά αιώνια συνυπάρχον με τον χρόνο. Επομένως, το χάος είναι πάντα εντελώς νέο, φρέσκο και αυθόρμητο. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πηγή οποιουδήποτε είδους επινόησης και φρεσκάδας, επειδή η αιωνιότητά του περιλαμβάνει μέσα της πάντα κάτι περισσότερο από ό,τι υπήρξε, υπάρχει ή θα υπάρξει στον χρόνο. Ο ίδιος ο λόγος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το χάος, όπως τα ψάρια δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς νερό. Όταν βγάλουμε ένα ψάρι έξω από το νερό, αυτό πεθαίνει. Όταν το ψάρι αρχίζει να επιμένει ότι υπάρχει κάτι άλλο εκτός από το νερό γύρω του, ακόμα κι αν είναι αληθινό, βγαίνει στην ακτή και πεθαίνει εκεί. Πρόκειται για ένα είδος τρελού ψαριού.
Όταν το ξαναβάζουμε στο νερό, πηδά πάλι έξω. Αφήστε το λοιπόν να πεθάνει, εάν αυτό θέλει. Υπάρχουν άλλα ψάρια βαθιά μέσα στο νερό. Ας τα ακολουθήσουμε.
Η αστρονομική εποχή που τελειώνει είναι η εποχή του Αστερισμού των Ιχθύων. Τα ψάρια στην ακτή. Τα θνήσκοντα ψάρια. Έτσι, χρειαζόμαστε τώρα νερό σε έντονο βαθμό.
Μόνο μια εντελώς νέα στάση απέναντι στη σκέψη, μια νέα Οντολογία και μια νέα Γνωσιολογία μπορούν να σώσουν τον λόγο έξω από το νερό, στην ακτή, στην έρημο που διαρκώς αυξάνεται, όπως προέβλεψε ο Nietzsche.
Μόνο το χάος και η εναλλακτική φιλοσοφία που βασίζεται στη συμπεριληπτικότητα μπορούν να σώσουν τη σύγχρονη Ανθρωπότητα και τον κόσμο από τις συνέπειες της υποβάθμισης και της αποσύνθεσης της αποκλειστικής αρχής που ονομάζεται λόγος. Ο λόγος έχει εκπνεύσει, και όλοι μας θα θαφτούμε κάτω από τα ερείπιά του, αν δεν προσφύγουμε στο χάος και στις μεταφυσικές αρχές του, χρησιμοποιώντας τες ως βάση για κάτι νέο. Ίσως αυτό να είναι «η άλλη αρχή» για την οποία μίλησε ο Heidegger.



ALEXANDER DUGIN
Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
(ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΟΠΤΡΟΝ 2013

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Η περιπέτεια ενός ποιητή – Italo Calvino


Το νησάκι είχε απόκρημνες βραχώδεις όχθες. Η πυκνή και χαμηλή βλάστηση του έφτανε ως το ύψος της θάλασσας. Στον ουρανό πετούσαν οι γλάροι. Ήταν ένα μικρό νησί, όχι μακριά από την παραλία, έρημο και άγονο. Μέσα σε μισή ώρα μπορούσες να το γυρίσεις γύρω γύρω με μια λαστιχένια βάρκα, όπως έκαναν εκείνοι οι δύο, ο άντρας που τραβούσε ήσυχα κουπί, η γυναίκα που ξαπλωμένη έκανε ηλιοθεραπεία. Πλησιάζοντας το νησάκι ο άντρας έστησε αυτί.
-Άκουσες τίποτα; ρώτησε η γυναίκα.
-Τη σιωπή, απάντησε εκείνος. Τα νησιά έχουν μια σιωπή που ακούγεται.
Κάθε σιωπή σχηματίζεται από ένα σωρό ανεπαίσθητους θορύβους που την τυλίγουν. Η σιωπή του νησιού ήταν διαφορετική από τη σιωπή της ήρεμης θάλασσας που το περιτριγύριζε, γιατί τη διαπερνούσαν το θρόισμα των θάμνων, τα τιτιβίσματα των πουλιών ή το ξαφνικό τους φτερούγισμα.
Στα βράχια, χαμηλά, το νερό εκείνες τις ημέρες, τις χωρίς ούτε ένα κύμα, είχε ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα, ήταν ολοκάθαρο και το διαπερνούσαν απ’ άκρη σ’ άκρη οι ακτίνες του ήλιου. Οι δύο επιβάτες της λαστιχένιας βάρκας εξερευνούσαν τεμπέλικα τις σπηλιές που άνοιγαν τα στόματά τους εκεί ανάμεσα στα βράχια.
Ήταν μια παραλία του Νότου, που ακόμα δεν την είχε καταστρέψει ο τουρισμός, και αυτοί οι δύο ήταν παραθεριστές που είχαν έρθει από μακριά. Αυτός ήταν κάποιος Ουσνέλι, ένας αρκετά γνωστός ποιητής, κι εκείνη η Ντέλια Η., μια πολύ όμορφη γυναίκα.
Η Ντέλια ήταν μια παθιασμένη, σχεδόν φανατική, θαυμάστρια του Νότου, και μιλούσε ξαπλωμένη στη βάρκα με πάθος για όλα όσα έβλεπε, ίσως μάλιστα και με μια διάθεση κριτικής προς τον Ουσνέλι που, νιόφερτος σε τούτα τα μέρη, της φαινόταν ότι δε συμμεριζόταν όσο έπρεπε το δικό της ενθουσιασμό.
-Περίμενε, έλεγε ο Ουσνέλι. Περίμενε.
-Ναπεριμένω τι; έκανε εκείνη. Τι περισσότερο θέλεις;
Εκείνος δύσπιστος (από τη φύση του αλλά και από φιλολογική παιδεία) σε όλες τις εύκολες συγκινήσεις και τις λέξεις των άλλων ανθρώπων, συνηθισμένος περισσότερο να ανακαλύπτει μόνος του κρυμμένες και όχι συνηθισμένες ομορφιές παρά να χαίρεται τις εύκολες και πασιφανείς, ήταν οπωσδήποτε σε κάποια ένταση. Η ευτυχία για τον Ουσνέλι ήταν πάντα μια αβέβαιη κατάσταση, που έπρεπε να ζει κανένας κρατώντας την αναπνοή του. Από τον καιρό που άρχισε να αγαπάει την Ντέλια, έβλεπε να κινδυνεύει η φρόνιμη, σχεδόν τσιγκούνικη σχέση του με τον κόσμο, αλλά από την άλλη μεριά δεν ήθελε να απαρνηθεί τίποτα από την ευτυχία που ανοιγόταν μπροστά του. Τώρα ήταν αρκετά ταραγμένος, λες και μετά από κάθε βαθμό τελειότητας που του πρόσφερε η φύση – το βαθύ χρώμα του νερού, η πρασινάδα του νησιού που ξεθώριαζε κι έπαιρνε το χρώμα της τέφρας, η κίνηση ενός ψαριού εκεί όπου η κατηφοριά του βυθού γινόταν πιο ομαλή – ακολουθούσε ένας ακόμα μεγαλύτερος βαθμός τελειότητας σε μια ατέλειωτη κλίμακα, λες και η μακρινή αδιόρατη γραμμή του ορίζοντα θα άνοιγε ξαφνικά σαν όστρακο και θα του αποκάλυπτε ένα διαφορετικό πλανήτη, μια καινούρια λέξη.
Μπήκαν στη σπηλιά. Στην αρχή ήταν ευρύχωρη, σαν πράσινη λίμνη, με πέτρινο, ψηλό ουρανό. Παραμέσα κατέληγε σε ένα σκοτεινό υπόγειο διάδρομο. Ο άντρας χρησιμοποιώντας το κουπί άρχισε να γυρίζει τη λαστιχένια βάρκα γύρω από τον άξονά της, για να απολαύσει τις παιγνιδιάρικες ανταύγειες του φωτός. Το φως, που περνούσε μέσα από τις ακανόνιστες σχισμές της εισόδου, σε θάμπωνε με τα χρώματά του, που το σκοτάδι της σπηλιάς τα έκανε πιο ζωντανά. Το νερό λαμποκοπούσε και οι ανταύγειες πρόβαλλαν πάνω στα βράχια πολεμώντας τις υγρές σκιές του βάθους της σπηλιάς και μεταδίδοντας στα τοιχώματα την αστάθεια του υγρού στοιχείου.
-Εδώ αντικρίζεις τους θεούς, είπε η γυναίκα.
-Χμμ…, έκανε ο Ουσνέλι. Ήταν νευρικός. Η σκέψη του, συνηθισμένη να μεταφράζει τις αισθήσεις σε λέξεις, τώρα δεν μπορούσε να διατυπώσει τίποτα, ούτε μια λέξη.
Προχώρησαν πιο μέσα. Η βάρκα προσπέρασε μια ξέρα, ένα κομμάτι βράχο σταματημένο στην επιφάνεια του νερού. Τώρα προχωρούσαν μέσα από τις αραιές ανταύγειες που έκαναν την εμφάνισή τους και μετά χάνονταν σε κάθε κίνηση του κουπιού μέσα στο νερό. Όλα τα υπόλοιπα τα σκέπαζε μια πυκνή σκιά και το κουπί κάθε τόσο χτυπούσε πάνω σε κάποιο βράχο. Η Ντέλια γυρισμένη προς τα πίσω έβλεπε το γαλανό μάτι του ουρανού να αλλάζει συνεχώς θέση.
-Ένας κάβουρας! Τεράστιος! Εκεί! φώναξε και πετάχτηκε όρθια.
-…ουρας! …ειειιι! ακούστηκε η ηχώ.
-Η ηχώ! έκανε χαρούμενη κι άρχιζε να απαγγέλλει δυνατά στίχους από ποιήματα, να διατυπώνει ευχές.
-Κι εσύ! Φώναξε κι εσύ! Πες μια επιθυμία σου! φώναξε στον Ουσνέλι.
-Ωωωω…, έκανε ο Ουσνέλι. Έιιιι… ηχώωωωω…
Η βάρκα περνούσε κάθε τόσο ξυστά από το τοίχωμα της σπηλιάς. Το σκοτάδι γινόταν πιο βαθύ.
-Φοβάμαι. Ποιος ξέρει πόσα ζώα θα υπάρχουν εδώ!
-Μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμα.
Ο Ουσνέλι διαπίστωνε ότι προχωρούσε μέσα στο σκοτάδι σαν ένα ψάρι που μέσα στην άβυσσο αποφεύγει τα φωτεινά νερά.
-Φοβάμαι, ας γυρίσουμε πίσω, επέμενε εκείνη.
Τελικά, ούτε αυτός διασκέδαζε με την αίσθηση του φόβου. Οδήγησε τη βάρκα πίσω, εκεί όπου η σπηλιά άνοιγε και η θάλασσα γινόταν καταγάλανη.
-Λες να υπάρχουν χταπόδια; ρώτησε η Ντέλια.
-Θα φαίνονταν. Το νερό είναι καθαρό.
-Τότε θα κολυμπήσω.

Αφέθηκε να κυλήσει από τη βάρκα και άρχισε να κολυμπά στα νερά αυτής της υπόγειας λίμνης. Το σώμα της άλλοτε έδειχνε κάτασπρο (λες και το φως την έγδυνε από κάθε δικό της χρώμα) και άλλοτε γαλαζωπό, στο χρώμα του νερού.
Ο Ουσνέλι είχε σταματήσει να τραβά κουπί. Συνέχιζε να κρατά την αναπνοή του. Ζούσε πάντα τον έρωτά του για την Ντέλια ακριβώς όπως αυτή τη στιγμή, μέσα στον καθρέφτη της σπηλιάς: σαν να έμπαινε σ’ έναν κόσμο που υπήρχε πέρα από τις λέξεις. Άλλωστε, σε όλα του τα ποιήματα, δεν είχε γράψει ποτέ ούτε έναν ερωτικό στίχο. Ούτε έναν.
-Πλησίασε, φώναξε η Ντέλια. Συνεχίζοντας να κολυμπά είχε βγάλει το κουρελάκι που της κάλυπτε το στήθος. Το πέταξε μέσα στη βάρκα. – Μια στιγμή. Έβγαλε και το άλλο κομμάτι ύφασμα που συνήθως έδινε στις περιφέρειές της και το έδωσε στον Ουσνέλι.
Τώρα ήταν γυμνή. Το κάτασπρο στο στήθος και στις περιφέρειες δέρμα της σχεδόν δεν ξεχώριζε, γιατί όλο το σώμα της ανάδινε εκείνη τη γαλαζωπή λάμψη της μέδουσας. Κολυμπούσε με αργές κινήσεις γέρνοντας ελαφρά στο πλάι, το κεφάλι (με την αγέρωχη και λίγο ειρωνική αγαλμάτινη έκφρασή του) έξω από το νερό, όπως ένα μέρος της ωμοπλάτης και του τεντωμένου χεριού της. Το άλλο της χέρι, με μια κίνηση σαν χάδι, έκρυβε και φανέρωνε το στητό, ωραίο της στήθος. Τα πόδια χτυπούσαν ελαφρά το νερό στηρίζοντας τη λεία της κοιλιά, τη σημαδεμένη από τον αφαλό της που θύμιζε πατημασιά στην άμμο και το αστέρι της που θύμιζε φρούτο της θάλασσας. Οι ακτίνες διαπερνούσαν το νερό και τη χάιδευαν, άλλοτε την έντυναν με ένα φόρεμα και άλλοτε την ξεγύμνωναν πάλι από την αρχή.
Οι κινήσεις της θύμιζαν χορό. Μετέωρη μέσα στο νερό του χαμογελούσε και τέντωνε τα χέρια της με μια απαλή κίνηση της πλάτης και των καρπών της. Κάθε τόσο, με ένα τίναγμα του γόνατου έβγαζε στην επιφάνεια το πόδι της που θύμιζε μικρό ψάρι.
Ο Ουσνέλι, πάνω στη βάρκα, είχε γίνει ολόκληρος ένα ζευγάρι μάτια. Καταλάβαινε πως αυτό που του χάριζε η ζωή εκείνη τη στιγμή, ήταν κάτι που δεν μπορούσαν όλοι να το χαρούν με ορθάνοιχτα μάτια, όπως ποτέ κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει κατευθείαν τη λαμπερή καρδιά του ήλιου. Και στην καρδιά αυτού του ήλιου υπήρχε μονάχα η σιωπή. Ό,τι έβλεπε εκείνη τη στιγμή δεν ήταν δυνατό να μεταφραστεί σε τίποτα άλλο, ίσως ούτε καν σε απλή ανάμνηση.
Τώρα η Ντέλια κολυμπούσε ανάσκελα στην είσοδο της σπηλιάς, αγγίζοντας τις αχτίνες του ήλιου. Προχωρούσε με μια ελαφριά κίνηση των χεριών της προς τα ανοικτά, ενώ από κάτω το νερό άλλαζε σιγά σιγά απόχρωση και γινόταν πιο φωτεινό.
-Πρόσεξε, καλύψου! Πλησιάζουν βάρκες εκεί έξω!
Η Ντέλια κολυμπούσε έξω από τη σπηλιά, ανάμεσα στα βράχια. Αμέσως γλίστρησε κάτω από την επιφάνεια του νερού, πλησίασε, άπλωσε το χέρι της, πήρε από τον Ουσνέλι εκείνα τα μικροσκοπικά κομμάτια ύφασμα, τα φόρεσε συνεχίζοντας να πλέει στο νερό και ανέβηκε στη λαστιχένια βάρκα.
Τα πλεούμενα που πλησίαζαν ήταν ψαρόβαρκες. Ο Ουσνέλι τους αναγνώρισε: ήταν κάτι κακόμοιροι ψαράδες που, αυτή την περίοδο την τόσο κατάλληλη για ψάρεμα, ζούσαν εκεί στην παραλία, και κοιμόντουσαν πάνω στα βράχια. Προχώρησε να τους συναντήσει. Ο άντρας που τραβούσε κουπί ήταν ένας νεαρός, κατσούφης από τον πονόδοντο, το άσπρο του ναυτικού καπελάκι χαμηλωμένο στο ύψος των μικρών του ματιών, το κουπί του να ανεβοκατεβαίνει συνεχώς, λες και η κάθε του κίνηση μπορούσε να του απαλύνει τον πόνο. Ήταν πατέρας πέντε παιδιών. Απελπισμένος. Ο γέρος καθόταν στην πρύμνη. Το μεξικάνικο καπέλο του έζωνε σαν ξεφτισμένο φωτοστέφανο το ισχνό του πρόσωπο, τα ανέκφραστα μάτια του που κάποτε πρέπει να είχαν γουρλώσει από μια ψευτοπαλικαρίστικη περηφάνια, τώρα έμεναν γουρλωμένα από το πολύ πιοτό, το μισάνοικτο στόμα συνόδευε τα ακατάστατα και ακόμα μαύρα μουστάκια. Με ένα μαχαίρι καθάριζε τους κέφαλους που είχαν ψαρέψει.
-Πήγε καλά το ψάρεμα; φώναξε η Ντέλια.
-Αυτό το λίγο που υπάρχει, απάντησαν. Η χρονιά βλέπετε.
Στην Ντέλια άρεσε να μιλά με τους χωριάτες. Στον Ουσνέλι όχι. (Μπροστά τους, έλεγε, δεν αισθάνομαι ήσυχη τη συνείδησή μου. Σήκωνε τους ώμους και η συζήτηση σταματούσε εκεί).
Τώρα η λαστιχένια βάρκα είχε πλευρίσει την ψαρόβαρκα, με την ξεθωριασμένη μπογιά που είχε αρχίσει να ξεκολλάει σε μικρά κομματάκια, με το κουπί που ήταν δεμένο με σκοινί στον πάσσαλο του σκαρμού και έτριζε σε κάθε κίνηση, με τη μικρή σκουριασμένη άγκυρα και ένα σωρό σταχτοπράσινα φύκια που είχαν μπερδευτεί στους τέσσερις γάντζους κάτω από το μικρό κάθισμα, ποιος ξέρει από πόσο καιρό εγκαταλειμμένα εκεί πέρα, με τα βαμμένα με ταννίνη δίχτυα, που είχαν στις άκρες τους μικρές στρογγυλές φέτες φελλού και έλαμπαν από τα λέπια των γκρίζων ή ασπρογάλαζων ψαριών που ψυχορραγούσαν και αποκάλυπταν κάτω από τα σπάργανα ένα μικρό τρίγωνο γεμάτο αίμα.
Ο Ουσνέλι έμενε σιωπηλός, αυτή όμως η αγωνία του ανθρώπινου κόσμου ήταν το αντίθετο της αγωνίας που λίγο πριν τον κοινωνούσε στις ομορφιές της φύσης. Κι ενώ πριν δεν ήταν αναγκαίες, τώρα σωρό οι λέξεις συσσωρεύονταν στο μυαλό του: λέξεις ικανές να εκφράσουν κάθε κρεατοελιά, κάθε τρίχα της αδύνατης κακοξυρισμένης φάτσας του γέρου ψαρά, κάθε ασημένιο λέπι των κεφάλων.
Μακριά από το νησάκι, στην ακτή, μια άλλη βάρκα ήταν αναποδογυρισμένη και στηριγμένη πάνω σε μικρούς πασσάλους. Κάτω από τη βάρκα, έβλεπες να προεξέχουν τα γυμνά πόδια των κοιμισμένων αντρών που ψάρευαν όλη τη νύχτα. Δίπλα τους μια μαυροφορεμένη γυναίκα, χωρίς πρόσωπο, έβαζε ένα τηγάνι πάνω στη φωτιά που είχε ανάψει με ξερά φύκια, κι ο καπνός ανέβαινε ψηλά. Σ’ εκείνον τον όρμο η παραλία ήταν γεμάτη γκρίζες πέτρες, και τα ξεθωριασμένα χρώματα ήταν τα ρούχα των παιδιών που έπαιζαν, τα μικρότερα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των πιο μεγάλων και κατσουφιασμένων αδελφάδων τους, τα μεγαλύτερα και πιο ζωηρά ντυμένα μονάχα με κοντά βρακιά φτιαγμένα από παλιά παντελόνια των πατεράδων τους. Πιο εκεί απλωνόταν μια παραλία με άμμο, άσπρη και έρημη, που χανόταν στο βάθος μέσα σε αραιές καλαμιές και άγονα εδάφη. Ένας νεαρός, με τα γιορτινά του κατάμαυρα ρούχα, την τραγιάσκα, το μπαστούνι και ένα σακούλι κρεμασμένο στην πλάτη του, περπατούσε κατά μήκος της θάλασσας, αφήνοντας τα σημάδια των παπουτσιών του στην εύθραυστη επιφάνεια της άμμου: σίγουρα θα ήταν αγρότης ή βοσκός που κατέβηκε από το χωριό του στην παραλία για να αγοράσει κάτι και τώρα περπατούσε κοντά στη θάλασσα για να χαρεί την αύρα. Η σιδηροδρομική γραμμή, με τα σύρματα, τους πασσάλους, το φράχτη, χανόταν σε ένα τούνελ, εμφανιζόταν πιο εκεί και εξαφανιζόταν πάλι, σαν τη βελονιά μιας κακοραμμένης ραφής. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, μετά από τις άσπρες και μαύρες πέτρινες κολονίτσες, άρχιζαν οι ελαιώνες, ενώ πιο πάνω τα βουνά ήταν γυμνά, με μερικούς θάμνους ή μόνο πέτρες. Ένα χωριό σφηνωμένο σε μια χαράδρα ανηφόριζε στην πλαγιά, το ένα σπίτι κτισμένο πάνω στο άλλο να χωρίζουν μεταξύ τους από σκάλες και δρομάκια λιθόστρωτα, φτιαγμένα έτσι ώστε στο μέσο να μπορούν να κυλούν τα κόπρανα των μουλαριών, ενώ στο κατώφλι του κάθε σπιτιού κάθονταν γριές ή πρόωρα γερασμένες γυναίκες, και στους πέτρινους φράχτες όρθιοι στη σειρά οι άντρες, γέροι και νέοι, όλοι με άσπρο πουκάμισο, και καταμεσής του δρόμου με το μάγουλο πάνω σ’ ένα σκαλοπάτι, γιατί έξω ήταν πιο δροσερά από ό,τι μέσα στο σπίτι και βρομούσε λιγότερο, και παντού έβλεπες να πετούν ή να στέκονται σύννεφο οι μύγες, πάνω σε κάθε τοίχο, σε κάθε φύλλο εφημερίδας, σε κάθε καπνοδόχο, αφήνοντας παντού ασταμάτητα τα περιττώματά τους. Στο μυαλό του Ουσνέλι συνέχισαν να έρχονται λέξεις, πυκνές, ατέλειωτες, διασταυρωμένες η μια με την άλλη, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς σειρά, ώσπου σιγά σιγά δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει, ένας χείμαρρος λέξεων που εξαφάνιζε το άσπρο της σελίδας και άφηνε μόνο το μαύρο, ένα μαύρο απόλυτο, αδιαπέραστο, απελπισμένο σαν κραυγή.


Italo Calvino
ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΑΡΤΗ 1985

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Ο Αυγουστίνος και η μνήμη – Jacques Le Goff


Ο Αυγουστίνος θα κληροδοτήσει στο μεσαιωνικό χριστιανισμό μια εμβάθυνση και μια χριστιανική διασκευή της θεωρίας της αρχαίας ρητορικής πάνω στη μνήμη. Στις Εξομολογήσεις του, έχει ως αφετηρία την αρχαία αντίληψη για τους τόπους και τις εικόνες της μνήμης, αλλά τους δίνει εκπληκτικό ψυχολογικό βάθος και ψυχολογική ρευστότητα, κάνοντας λόγο για την «τεράστια αίθουσα της μνήμης»: «Πηγαίνω στις χώρες και τα πελώρια παλάτια της μνήμης, όπου βρίσκονται οι θησαυροί αμέτρητων εικόνων, που κομίσαμε έλκοντάς τες από όλα τα πράγματα που έχουν συλλάβει οι αισθήσεις, εκεί έχουν αποτεθεί όλα τα προϊόντα της σκέψης μας, αποκτημένα ενισχύοντας ή εξασθενίζοντας τις αντιλήψεις των αισθήσεων, ή μεταμορφώνοντάς τες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βρίσκω επίσης εκεί όλα αυτά που έχουν τεθεί ως παρακαταθήκη και προς φύλαξη και δεν έχουν ακόμη καταβροχθισθεί και ταφεί από τη λήθη. Αν εισχωρώ εκεί, ανακαλώ άλλες εικόνες που θέλω. Ορισμένες εμφανίζονται αμέσως, άλλες με κάνουν να τις επιθυμήσω περισσότερο, λες και τις έλκω από πιο σκοτεινά δοχεία. Ορισμένες προστρέχουν μαζικά και, ενώ αναζητώ και αποζητώ κάποιες άλλες, μπαίνουν μπροστά σαν να λένε: “Δεν είμαι εγώ;” Κι εγώ, με το χέρι του μυαλού μου, τις διώχνω από το πρόσωπο της θύμησης, μέχρις ότου εκείνη που αναζητώ αποκαλυφθεί και αφήσει την κρύπτη της για να παρουσιασθεί στα μάτια μου. Άλλες έρχονται υπάκουα, σε διατεταγμένες ομάδες, στο μέτρο που τις καλώ. Οι πρώτες αποχωρούν μπροστά στις επόμενες και, καθώς αποτραβιούνται, κρύβονται από τη ματιά μου, έτοιμες να επιστρέψουν όταν το θελήσω. Πράγματα που εμφανίζονται όταν πω κάτι απ' έξω» (Εξομολογήσεις Χ, 8, πρθμ. στο, F. Yates, σελ. 58-59).

Η Frances Yates έγραψε πως οι χριστιανικές εικόνες για τη μνήμη είναι εναρμονισμένες με τις μεγάλες γοτθικές εκκλησίες, στις οποίες θα πρέπει ίσως να δούμε ένα συμβολικό τόπο μνήμης. Εκεί όπου ο Panofsky έκανε λόγο για γοτθικό και σχολαστικιστικό, πρέπει ίσως να μιλήσουμε και για αρχιτεκτονική και μνήμη.
Ο Αυγουστίνος, όμως, προχωρώντας «στα χωράφια και στα άντρα, στα αμέτρητα σπήλαια της μνήμης» του (Εξομολογήσεις, Χ, 17), αναζητά το Θεό στο βάθος της μνήμης, αλλά δεν τον βρίσκει σε καμία εικόνα και σε κανέναν τόπο (Εξομολογήσεις, Χ, 25-26). Με τον Αυγουστίνο, η μνήμη απορροφάται στον εσωτερικό άνθρωπο, στους κόλπους αυτής της χριστιανικής διαλεκτικής του εσώτερου και του εξώτερου από όπου θα προκύψουν η εξέταση της συνείδησης, η ενδοσκόπηση, αν όχι και η ψυχανάλυση.
Ο Αυγουστίνος κληροδοτεί ωστόσο στο μεσαιωνικό χριστιανισμό μια χριστιανική εκδοχή της αρχαίας τριλογίας των τριών δυνάμεων της ψυχής: memoria, intelligentia, providentia* [Κικέρων, De inventione, II, LIII, 160]. Στην πραγματεία του De trinitate, η τριάδα γίνεται memoria, intellectus, voluntas**, οι οποίες και είναι, μέσα στον άνθρωπο, οι εικόνες της Αγίας Τριάδας.


____________________
* Λατινικά στο κείμενο: μνήμη, διάνοια, πρόνοια(Σ.τ.Μ.)
** Μνήμη, νους, βούληση (Σ.τ.Μ.)


Jacques Le Goff
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΜΠΟΥΡΛΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ 1998