.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Τα Πυθαγόρεια «σύμβολα» ή «ακούσματα» - Κωστής Μπάλλας


Μέσα στα πλαίσια του Πυθαγορικού συστήματος περιλαμβάνονται διάφοροι κανόνες αποχής και άλλες απαγορευτικές διατάξεις, («σύμβολα» ή «ακούσματα»), που πολλές από αυτές έχουν αποδοθεί από μεταγενέστερους συγγραφείς στον ίδιο τον Πυθαγόρα. Και πραγματικά, η αποδοχή και υιοθέτηση ορισμένων από τους κανόνες αυτούς θα πρέπει να αναχθεί στο Διδάσκαλο αφού μόνο ο ίδιος θα μπορούσε με το κύρος του να τους επιβάλλει. Η αρχαιότητα των «συμβόλων» ή «ακουσμάτων» αποδείχνεται και από το γεγονός, πως ο Ηρόδοτος ήδη ανάγει στους Αιγυπτίους την απαγόρευση της ταφής μαλλίνων ειδών μαζί με τους νεκρούς ή την εισαγωγή τους στους ναούς. Απαγόρευση που τηρούσαν και οι Πυθαγόρειοι.
Έχει υποστηριχθεί, πως τα «ακούσματα» ή «σύμβολα» δεν αποτελούν παρά την απόρροια της δοξασίας των Πυθαγορείων για τη συγγένεια όλων των εμψύχων. Η ερμηνεία αυτή, που είχε άλλοτε ευρεία αποδοχή, έχει αρχαιότατη προέλευση και μπορεί να αναχθεί σε αυτούς τούτους τους Πυθαγορείους. Μετά το θάνατο του ιδρυτή η αδελφότητα, φαίνεται, διασπάσθηκε σε δύο πτέρυγες, από τις οποίες η μια, των «Ακουσματικών» η «Πυθαγορείων», διατήρησε και καλλιέργησε το εσωτερικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του, ενώ η άλλη, των «Μαθηματικών», συγκέντρωσε την προσοχή της στην επιστημονική του διδαχή.
Οι συντηρητικοί Ακουσματικοί θεωρούσαν, όπως δείχνει και το όνομά τους, τα «ακούσματα» σαν την πεμπτουσία της διδασκαλίας του ιδρυτή και τα τηρούσαν με ευλάβεια. Οι «προοδευτικοί» και επιστημονικά προσανατολισμένοι «Μαθηματικοί», απέρριψαν το γράμμα αυτών των κανόνων και προσπάθησαν να τους αποδώσουν σημασία αλληγορική και ηθική, προσπάθεια «εξευγενιστική» που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.
Η αρχαιότερη αξιόπιστη μαρτυρία για τα «ακούσματα» ανάγεται στον Αναξίμανδρο τον Μιλήσιο, που έγραψε «Συμβόλων Πυθαγορείων εξήγησιν». Αυτό δείχνει πως η παράδοση σχετικά με αυτά ήταν Προ-Πλατωνική και ακόμα, πως εφόσον χρειάζονταν ήδη ερμηνεία στον 4ο π.Χ. αιώνα, πρέπει να ήταν παλαιότερα και ίσως να ανήκουν στην προκλασσική ή την αρχαϊκή εποχή. Μια συλλογή ακουσμάτων, αποδινόμενη στον Αριστοτέλη, έχει διασωθεί από τον Ιάμβλιχο, που διαιρεί τα ακούσματα αυτά σε τρεις ομάδες που δίνουν απαντήσεις στα ερωτήματα: «τι έστιν», «τι μάλιστα» και «τι πρακτέον».
Ο Ιάμβλιχος ακολουθεί τους Ακουσματικούς, υποστηρίζοντας πως τα «ακούσματα» πρέπει να τηρούνται άμεσα και κατά γράμμα. Η άλλη τάση ερμηνείας, η έμμεση, ακολούθησε δύο κατευθύνσεις, την αλληγορική και την ιστορική. Σύμφωνα με την πρώτη, τα «ακούσματα» δεν είναι παρά «αινίγματα», που ζητούν τη λύση τους: «...Ώστε... αυτόθεν έχειν φως και χαρακτήρα τοις συνήθεσι το φραζόμενον, τυφλόν και άσημον είναι τοις απείροις...». Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο Αριστοτέλης έδειξε ένα διαφορετικό δρόμο, ένα δρόμο ιστορικής, πιο πολύ, ερμηνείας. Κατέδειξε τις ομοιότητες των «ακουσμάτων» με λαϊκές δοξασίες πρωτόγονων λαών, που διατηρούν την πρακτική των προγόνων τους. «...Καθάπερ έτι και νυν οι βάρβαροι», λέγει ο Ιάμβλιχος.
Ο Αλέξανδρος Πολυΐστωρ, εξ άλλου, προσθέτει το σημαντικό σχόλιο, πως οι Πυθαγορικοί κανόνες αποχής ανταποκρίνονται στους κανόνες των τυπικών μύησης στους ναούς. Μαζί με το νέο τύπο ερμηνείας εμφανίζεται και μια αλλαγή στην ορολογία. Η λ. «άκουσμα», που μαζί της πηγαίνουν οι όροι «ομακοείον» και «ομάκοοι», χρησιμοποιείται ως μοναδικός όρος για τους Πυθαγορείους κανόνες μόνο στη μονογραφία του Αριστοτέλους, ενώ έξω από την Αριστοτελική παράδοση επικρατεί η λ. «σύμβολο», που έχει την έννοια της συμβολικής σημασίας. Στην πραγματικότητα όμως, τα «σύμβολα» είναι αρχαιότερα από οποιαδήποτε προσπάθεια «εξήγησης» και πρέπει να αναχθούν στη σφαίρα των μυστηριακών θρησκειών, όπου τα σύμβολα αποτελούν «συνθήματα», «λέξεις διέλευσης» δηλαδή των μυημένων. Στη χρησιμοποίηση «συμβόλων» ως «συνθημάτων» από τους Πυθαγορείους αναφέρεται ο Αριστόξενος: «[Πυθαγόρας] ει τινα πύθοιτο των συμβόλων αυτού κενοινωνηκότα ευθύς τε προσηταιρίζετο και φίλου κατασκευάζειν». Κάθε είδος κοινότητας, που τα μέλη της συνδέονται με ένα κοινό «τυπικό», έχει την εσωτερική της διδασκαλία, είτε για θρησκευτική ή πολιτική εταιρεία πρόκειται, είτε για συντεχνία, όπως ήταν η συντεχνία των Ασκληπιάδων γιατρών. Το τελετικό τους ερμηνεύεται πάντοτε με ένα «ιερό λόγο», ιερό με την έννοια του «ουχ όσιον λέγειν», του «απορρήτου» και για την αναγνώριση των μελών μεταξύ τους χρησιμοποιούν «συνθήματα». Αυτό ίσχυσε και στην περίπτωση του Πυθαγορείου ομακοείου, που είχε «απόρρητα», που δεν έπρεπε να αποκαλυφθούν στους αμύητους: «Μη είναι προς πάντας πάντα ρητά».
Στη σύγχρονη εποχή, το βασικό υλικό των «ακουσμάτων» συλλέχθηκε από τον Diels, η ερμηνεία, όμως, της πραγματικής φύσης τους επιχειρήθηκε για πρώτη φορά από τον Boehm. Ο Boehm τα ταξινόμησε σύμφωνα με το περιεχόμενό τους, αναζήτησε την εμφάνισή τους στον ελληνικό και άλλους πολιτισμικούς περίγυρους και επιχείρησε την ερμηνεία τους με βάση τα ανθρωπολογικά δεδομένα της εποχής του και ειδικότερα τις απόψεις του Frazer. Η πιο βαρύνουσα όμως και πιο πρόσφατη κριτική έχει γίνει από τον Nilsson, ενώ μια ανθρωπολογική ανάλυση του θέματος έκανε και ο δικός μας Πηνιάτογλου. Οι εργασίες έδειξαν το δρόμο για την κατανόηση των «ακουσμάτων» ως φαινομένων πολιτισμικών, που μόνο συμπτωματικά ήταν Πυθαγόρεια. Τον πρωτόγονο, μαζικό χαρακτήρα τους τονίζει και ο Guthrie, καθώς και ο Burkert.
Τα «ακούσματα» ή «σύμβολα» δεν εικονίζουν παρά κατακράτηση αρχαϊκού υλικού και αποτελούν επιβίωση αρχαίων συνηθειών ή προλήψεων, που πολλές απ' αυτές έχουν μια παγκόσμια διάδοση. Είναι πολύ παλαιότερα από τον Πυθαγορισμό και παράλληλά τους ανευρίσκονται όχι μόνο σε πρωτόγονες κοινωνίες, αλλά και στον Όμηρο, τον Ησίοδο και τα Δελφικά θέσφατα. Ο τύπος αυτός των επιτακτικά επιβαλλομένων εντολών και απαγορεύσεων, που δεν αποσκοπούν στο να ερμηνευθούν, αλλά να τηρηθούν, είναι πρωτόγονος και ανάγεται σ' αυτές τούτες τις ρίζες του θρησκευτικού τελετουργικού τυπικού (ritual). Σ' αυτό που κάποιος κάνει ή δεν κάνει, σ' αυτή την «άσκηση» που ρυθμίζει κάθε εκδήλωση της ζωής, εκδηλώνεται η ταυτότητα της ομάδας, η συμμετοχή των μελών και ο αποκλεισμός των ξένων. Έτσι, αναπόφευκτο είναι το συμπέρασμα, πως τα «σύμβολα» που υιοθετήθηκαν και συστηματοποιήθηκαν από τον Πυθαγόρα, ήταν αυτά που ταίριαζαν στη δική του κοσμοθεωρία και στον τρόπο ζωής που αυτός επέλεξε και επέβαλλε στους μαθητές του.

Τα Πυθαγόρεια ταμπού σχετίζονται στενά με τα τελετουργικά τυπικά, είτε προέρχονται από αυτά, είτε έχουν θεσμοθετηθεί σαν αντίδραση προς σ' αυτά. Έτσι, οι Πυθαγορικοί κανόνες διαιτητικής αποχής, αρχικά και για μακρό χρονικό διάστημα αποσκοπούσαν, φαίνεται, μόνο στην προπαρασκευή για το «ιερό γεύμα». Αυτό καταφαίνεται και από το γεγονός, πως στα μυστήρια της Δήμητρας και του Διονύσου τα πιο σημαντικά ζώα θυσίας ήταν ακριβώς αυτά που, κατά τον Αριστόξενο, προτιμούσε ο Πυθαγόρας: «αλέκτορες», «έριφοι γαλαθήνοι» και «αμνοί». Έτσι, η ωμοφαγία και η φυτοφαγία, αν και φαίνονται διαφορετικές είναι συμπληρωματικές – αποτέλεσμα του ίδιου τυπικού.
Ο Πυθαγορισμός, παρατηρεί ο Burkert, περιέχει ένα ισχυρό μαγικό στοιχείο, που μερικές φορές είναι δύσκολο να συμφιλιωθεί με το διανοητικό του βάθος. Οι Έλληνες διανοητές, που εργάσθηκαν στο μεταίχμιο φιλοσοφίας και θρησκείας, βάσισαν συνειδητά τη σκέψη τους πάνω σε ένα υλικό παλαιών παραδοσιακών ιδεών, που συχνά είχαν μια πρωτόγονη, ακατέργαστη υφή και μεταβαλλόμενη, συχνά, σημασία. Έτσι, στάθηκαν ικανοί να οικοδομήσουν μερικές από τις πιο βαθυστόχαστες και με πλατειά και διάρκειας επίδραση διανοητικές αντανακλάσεις της ανθρώπινης ζωής και της ανθρώπινης μοίρας.
Γενικά, τα Πυθαγορικά «σύμβολα» ή «ακούσματα» που διασώθηκαν ως τις μέρες μας από διάφορους συγγραφείς, δεν ανήκουν στον ίδιο τύπο κανόνων, αλλά μπορούν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες:
1) Μερικά είναι άμεσα ηθικά παραγγέλματα ή αποτελούν αλληγορίες ή γρίφους, που απηχούν τις θρησκευτικές, ηθικές ή πολιτικές ιδέες των Πυθαγορείων: «Μη λέγειν άνευ φωτός». «Γαμψώνυχον μηδέν παράτρεφε». «Οδόντας μη καταγνύει» κ.λπ.
2) Άλλα «σύμβολα» αποτελούν θετικά μαγικά παραγγέλματα (μαγγανείες): «Άμα βροντήση της γης άψασθαι». «Σπεύδειν τοις θεοίς κοντά το ους των εκπτωμάτων» κ.λπ.
3) Τα περισσότερα, όμως, Πυθαγόρεια «σύμβολα» δεν είναι, όπως προαναφέρθηκε, παρά επιβιώσεις αρχαϊκών ταμπού, που αντικατοπτρίζουν την αρχέγονη νοητικότητα του ανθρώπου. Τα ταμπού, που σε κάποια αρχαϊκή περίοδο της εξέλιξης της ανθρωπότητας είχαν, κατά τον Frazer, επικρατήσει σε όλη τη γη, πρέπει να ενταχθούν μέσα στα πλαίσια της αρνητικής μαγείας. Δεν αποσκοπούν, δηλαδή, στην επίτευξη θετικού όφελους, αλλά στην αποτροπή επαπειλούμενου κακού και μια τέτοια σκοπιμότητα απηχούν και τα Πυθαγόρεια «σύμβολα».
Η αρχή τους ανάγεται στη συμπαθητική μαγεία, που δέχεται την ύπαρξη μιας στενής, σχεδόν φυσικής, σχέσης ανάμεσα σε πράγματα και καταστάσεις, που για τη λογική σκέψη δεν έχουν καμμιά τέτοια σχέση. Χαρακτηρίζει την τοτεμική οργάνωση της κοινωνίας, όπου η φυλή (το clan) συνειδητοποιεί μια συγγένεια, ακόμα και μια ταυτότητα, ανάμεσα σ' αυτή και το τοτεμικό ζώο – σχέση που την επεκτείνει.
Ανάλογα με τη φύση τους, τα Πυθαγορικά ταμπού μπορούν να διακριθούν στις παρακάτω μεγάλες κατηγορίες, κατά Πηνιάτογλου:
α. Ταμπού ομοιοπαθητικής ή μιμητικής μαγείας: «Από ολοκλήρου άρτου μη εσθίην» (αποφυγή θραύσης, που επιδρώντας μιμητικά θα μπορούσε, σύμφωνα με την προλογική σκέψη, να προκαλέσει ευνουχισμό). «Άρτον μη καταγνύειν» (η ίδια σημασία). «Μη φορείν στενόν δακτύλιον» (με ομοιοπαθητική δράση το δακτυλίδι καθηλώνει την ενέργεια του ατόμου και παρεμποδίζει την ελεύθερη βουλητική δράση του). «Θύειν χρη ανυπόδητον» (για να επιτευχθεί άμεση επαφή μετις χθόνιες δυνάμεις, πράγμα άλλωστε που επεδίωκαν και οι «ανιπτόποδες και χαμαιεύναι» Σελλοί). «Ζυγόν μη υπερβαίνειν» (η υπέρβαση θα επηρέαζε μιμητικά) κ.α.
β. Ταμπού μεταδοτικής μαγείας ή επαφής: «Τας τε λεωφόρους μη βαδίζειν» (αποφυγή μίανσης από επαφήμε μιαρή τοποθεσία). «Αλεκτρυόνος μη άπτεσθαι λευκού» (αποφυγή μίανσης από επαφή με κάθαρμα). «Ομωροφίους χελιδόνας μη τρέφειν» (η ίδια σημασία). Ταμπού επαφής είναι κατ' εξοχήν και τα γνωστά «σύμβολα». «Τα στρώματα αεί συνδεδεμένα έχειν», «Αποχωρίσμασι και κουραίς μη εφίστασθαι» και «Χύτρας ίχνος συγχείν εν τη τέφρα». Ανάμεσα στον άνθρωπο και στην εικόνα του υπάρχει ένας άρρηκτος δεσμός. Ο δεσμός αυτός υφίσταται ακόμα και ανάμεσα στον άνθρωπο και στα ίχνη του σώματός του στο κρεββάτι, σε κάθε τι που υπήρξε κάποτε μέρος του (όπως στα κομμένα μαλλιά ή νύχια) ή ακόμα και στα κατάλοιπα του φαγητού του. Οι «προεκτάσεις» του αυτές δεν πρέπει να αφήνονται εκτεθειμένες, γιατί αν πέσουν στα χέρια των εχθρών του, αυτοί θα μπορούσαν να του προκαλέσουν κακό, χρησιμοποιώντας τες για πράξεις μεταδοτικής μαγείας.
γ. Ταμπού μεικτής φύσης (ομοιοπαθητικής και μεταδοτικής, σύγχρονα, μαγείας): «Οξεία μάχαιραν απστρέφειν». «Πυρ μαχαίρα μη σκαλεύειν». «Στέφανον μη τίλλειν». «Πεσόντα μη αναιρείσθαι». «Αποδημών της οικίας μη επιστρέφου» κ.α.
δ. Ταμπού διαιτητικά. Ένας περιορισμένος αριθμός Πυθαγορείων ακουσμάτων μπορεί να θεωρηθούν σαν διαιτητικά ταμπού και να αποδοθούν, είτε στην Πυθαγόρεια δοξασία για τη συγγένεια όλων των εμψύχων – αναφορά στην οποία θα γίνει διεξοδικά πιο κάτω –, είτε σε απηχήσεις τοτεμικών απαγορεύσεων: «Μη μόνον των εμψύχων απέχεσθαι». «Μη εσθίην όσα μη θέμις». «Μη καρδίαν εσθίειν». «Απέχεσθαι κυάμων» κ.α. Δεν πρέπει, όμως να γίνουν δεκτά χωρίς καμμιά αμφισβήτηση τα διαιτητικά ταμπού των Πυθαγορείων. Κι αυτό γιατί, καθώς ο Αριστόξενος υποδείχνει, οι αρχικοί Πυθαγόρειοι δνε γνώριζαν τίποτα σχετικά με τη βρώση κρέατος ή κουκιών. Πάντως ενώ η βρώση κρέατος ήταν αυστηρά απαγορευμένη – τουλάχιστον μεταξύ των νεότερων γενεών Πυθαγορείων –, στη διάρκεια ορισμένων εορτών το τελετουργικό τυπικό επέβαλε τη βρώση κρέατος. Αυτό θα πρέπει να συσχετισθεί με το τοτεμικό δείπνο, απ' το οποίο προήλθε ο οικονομικός θεσμός της θυσίας με μετάληψη και που στη διάρκειά του το απαγορευμένο κρέας του τοτεμικού ζώου τρώγεται υποχρεωτικά από όλα τα μέλη της τοτεμικής ομάδας.
ε. Ταμπού γύρω από το όνομα του Πυθαγόρα. Καθώς πολύ ορθά παρατηρεί ο Πηνιάτογλου, το περίφημο «Αυτός έφα», με το οποίο επιλύνονταν οι διαφορές, που αναφύονταν ανάμεσα στις διάφορες τάσεις της κοινότητας, αποτελεί απλή επιβίωση αρχαιότατου ταμπού που αφορά στο όνομα. Οι μαθητές δεν πρόφεραν το όνομα του Διδασκάλου («άφατον όνομα») και έλεγαν «Αυτός έφα», αντί «Πυθαγόρας έφα», ακολουθώντας την επικρατούσα στους πρωτόγονους δοξασία, πως το όνομα αποτελεί θεμελιώδες και αναπόσπαστο συστατικό της προσωπικότητας και γι' αυτό πρέπει να προστατεύεται από τους εχθρούς που απειλούν τον φορέα του.



ΚΩΣΤΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ
ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ 2001

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΝΕΡΑΪΔΑΣ – EDGAR ALLAN POE


Nullus emin locus sine genio est
SERVIUS(1)

«Η μουσική», λέει ο Μαρμοντέλ, σ’ εκείνα τα «Contes Moraux»(2) που σ’ όλες τις μεταφράσεις μας επιμέναμε να τα ονομάζουμε «Ηθικές Ιστορίες», σαν να περιπαίζαμε το πνεύμα τους – «η μουσική είναι η μόνη από τις τέχνες που δε χρειάζεται και τρίτους για την απόλαυσή της». Εδώ συγχέει την απόλαυση που απορρέει απ’ τους μελωδικούς ήχους, με την ικανότητα να τους δημιουργεί κανείς. Όπως όλες οι άλλες τέχνες, έτσι και η μουσική δύσκολα απολαμβάνεται σ’ όλη της την ένταση όταν δεν υπάρχει άλλος να την ακούσει. Και μόνο μαζί με άλλες τέχνες παράγει αποτελέσματα που πιθανόν να ικανοποιούν απόλυτα στη μοναξιά. Η ιδέα που ο αφηγητής απέτυχε ν’ αποσαφηνίσει ή θυσίασε στον πολυαγαπημένο του βωμό της ακριβολογίας, είναι αναμφίβολα η πολύ λογική ότι η μουσική εκτιμάται καλύτερα όταν είμαστε μόνοι. Έτσι η πρόταση αυτή θα γίνει αμέσως αποδεκτή απ’ αυτούς που αγαπούν τη λύρα για την ίδια τη λύρα, και για τις πνευματικές της χρήσεις. Υπάρχει, ωστόσο, μια ακόμη ηδονή στα όρια της θνήσκουσας θνησιμόμότητας – κι ίσως μόνο μια – που χρωστά πολύ περισσότερα απ’ ό,τι η ίδια η μουσική στο επικουρικό αίσθημα της μοναξιάς. Μιλάω για την απόλαυση της θέασης ενός φυσικού τοπίου. Πραγματικά, αυτός που θα αντικρίσει τη δόξα του Κυρίου επί της γης θα πρέπει να την αντικρίσει μόνος. Γιατί, για μένα τουλάχιστον, η παρουσία – όχι μόνο ανθρώπινης ζωής, αλλά ζωής με οποιαδήποτε άλλη μορφή εκτός απ’ εκείνη των πρασινωπών πραγμάτων που φυτρώνουν στο χώμα κι είναι σιωπηλά – είναι ένας λεκές πάνω στο τοπίο και βρίσκεται σε αμάχη με το στοιχειό του τόπου. Μ’ αρέσει, πραγματικά, να κοιτάζω τις σκοτεινές κοιλάδες και τους γκρίζους βράχους, και τα νερά που χαμογελούν σιωπηλά, και τα δάση που αναστενάζουν στον ανήσυχο ύπνο τους, και τα ακοίμητα περήφανα βουνά που μας κοιτάζουν αφ’ υψηλού – μ’ αρέσει να τα βλέπω σαν τα κολοσσιαία μέλη ενός έμψυχου κι αισθαντικού σύμπαντος – ενός σύμπαντος που το σχήμα του (εκείνο της σφαίρας) είναι το πιο τέλειο και το πιο περιεκτικό απ’ όλα. Που η τροχιά του περνά ανάμεσα από γειτονικούς πλανήτες. Που το μειλίχιο τσιράκι του είναι το φεγγάρι, που ο έμμεσος ηγεμών του είναι ο ήλιος. Που η ζωή του είναι η αιωνιότητα. Που η σκέψη του είναι εκείνη θεού. Που η διασκέδασή του είναι η γνώση που τα πεπρωμένα του είναι χαμένα στην αιωνιότητα. Που η γνώση του για μας είναι παρόμοια μ’ εκείνη που έχουμε εμείς για το σαράκι που τρώει το νου – ένα ον που εμείς θεωρούμε άψυχο και από σκέτη ύλη, όπως ακριβώς θα μας θεωρεί και το σαράκι.
Τα τηλεσκόπια κι οι μαθηματικές μας αποκαλύψεις δε μας αφήνουν καμιά αμφιβολία – αν εξαιρέσουμε τους αμόρφωτους υποκριτές του κλήρου – ότι αυτός ο χώρος και αυτός ο όγκος, είναι μια σπουδαία υπόθεση στα μάτια του Παντοδύναμου. Οι κύκλοι που κινούνται τ’ αστέρια είναι εκείνοι που υιοθετούνται για τους επιτυχείς ελιγμούς όσο το δυνατόν περισσότερων σωμάτων. Τα σχήματα αυτών των σωμάτων είναι σχεδιασμένα ώστε να περιέχουν τη μεγαλύτερη δυνατή ύλη – την ίδια στιγμή που οι ίδιες οι επιφάνειες είναι διαρρυθμισμένες διαφορετικά. Ούτε υπάρχει καμιά διαφωνία ότι ο όγκος αυτός είναι ένα επιχείρημα για το Θεό, όπως ο χώρος για το αχανές. Γιατί το αχανές μπορεί να πληρωθεί. Και όσο θεωρούμε ότι η προικοδότηση της ύλης με ζωή είναι μια αρχή – κι απ’ ό,τι μπορούμε να κρίνουμε, βασική αρχή για τη λειτουργία της θεότητας – πολύ απέχει απ’ τη λογική το να τη θεωρήσουμε περιορισμένη στις περιοχές των λεπτών όπου την εγκλωβίζουμε καθημερινά, κι όχι σ’ εκείνες του αιώνιου.
Όπως βρίσκουμε τον έναν κύκλο μέσα στον άλλο, δίχως τέλος – κι ωστόσο όλους να περιστρέφονται γύρω απ’ το ίδιο μακρινό εκείνο κέντρο που είναι ο Νους του Θεού, μπορούμε να μην υποθέσουμε με τον ίδιο τρόπο τη ζωή μες στη ζωή, τη μικρότερη μες στη μεγαλύτερη κι όλες μες στο Άγιο Πνεύμα; Κοντολογίς, σφάλλουμε οικτρά από αυτοεκτίμηση, αν πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος είτε στην τωρινή είτε στη μελλοντική του κατάσταση είναι έστω και για μια στιγμή στην οικουμένη, τίποτε περισσότερο απ’ το «σβόλο στο λιβάδι» που καλλιεργεί και περιφρονεί και στον οποίο αρνείται την ψυχή όχι, για κανένα βαθύτερο λόγο, παρά γιατί δεν τον βλέπει να ενεργεί.
Αυτές οι παρομοιώσεις κι άλλες τέτοιες παρόμοιες έδιναν πάντα στις σκέψεις μου, ανάμεσα απ’ τα βουνά και τα δάση, πλάι στα ποτάμια και τον ωκεανό, μια χροιά αυτού που ο καθημερινός κόσμος θα ονόμαζε φανταστικό. Οι περιπλανήσεις μου ανάμεσα σε τέτοια τοπία υπήρξαν πολλές και μακρινές και συχνά μοναχικές. Και το ενδιαφέρον με το οποίο είτε περιπλανήθηκα ανάμεσα σε πολλές βαθιές και σκοτεινές κοιλάδες είτε κοίταξα να καθρεφτίζεται ο ουρανός στις κρυστάλλινες λίμνες, ήταν ένα ενδιαφέρον που γινόταν ακόμη εντονότερο με τη σκέψη ότι περιπλανιόμουν και ρέμβαζα μονάχος. Ποιος αστόχαστος Φραντσέζος ήταν εκείνος που είπε σχετικά με μια πολύ γνωστή δουλειά του Ζίμερμαν ότι «la solitude est une belle chose? Maiw il fout quelqu’ un pour tous dire que la solitude est une belle chose». Το επίγραμμα δεν αμφισβητείται. Η αναγκαιότητα, ωστόσο, είναι κάτι που δεν υφίσταται.
Σ’ έναν απ’ τους μοναχικούς μου περιπάτους, σε κάποια μακρινή κοιλάδα αποκλεισμένη από βουνά, με θλιβερά ποτάμια και μελαγχολικές λιμνούλες που ριγούσαν ή κοιμόντουσαν βαθιά – έπεσα πάνω σ’ ένα ποταμάκι μ’ ένα μικρό νησί στη μέση. Έπεσα πάνω τους τυχαία τον φυλλοσκεπή Ιούνη, και ξάπλωσα πάνω στη χλόη, κάτω απ’ τα κλαδιά ενός άγνωστου αρωματικού θάμνου, και ίσως ν’ αποκοιμήθηκα καθώς παρατηρούσα το τοπίο. Μονάχα έτσι πίστευα πως θα ‘πρεπε να το κοιτάζω – τέτοιο ήταν το στοιχειό που το κατοικούσε.
Γύρω γύρω – εκτός από τη δύση, όπου βασίλευε ο ήλιος – υψώνονταν οι πράσινοι τοίχοι του δάσους. Το ποταμάκι που έστριβε απότομα για να χαθεί στη στιγμή, έδειχνε να μην έχει διέξοδο απ’ τη φυλακή του και να το απορροφούν τα σκοτεινά πράσινα φυλλώματα της ανατολής – ενώ στην απέναντι πλευρά (έτσι μου φάνηκε καθώς κοίταζα ξαπλωμένος) έπεφταν αθόρυβα και αδιάκοπα στην κοιλάδα οι πορφυρόχρυσοι καταρράκτες του ηλιοβασιλέματος.

Στη μισή περίπου απόσταση απ’ όπου εμφανίστηκε το όραμά μου, υπήρχε ένα μικρό κυκλικό νησάκι, με άφθονη βλάστηση, ξαπλωμένο στον κόρφο του ρέματος.

Τόσο συνταίριαζαν η όχθη με το σκότος
που έμοιαζαν να αιωρούνται στον αέρα…

τόσο γυάλινο ήταν το νερό που δύσκολα θα ΄λεγε κανείς που άρχιζαν τα κρυστάλλινά του βασίλεια.
Η θέση μου, μου επέτρεπε να ελέγχω ολόκληρο το νησάκι και να παρατηρώ τις αντιδράσεις του. Η δυτική του όχθη ήταν ένα φλογερό χαρέμι από ουρί του παραδείσου. Έλαμπε και κοκκίνιζε κάτω απ’ το φως του σούρουπου, πνιγμένη στα λουλούδια. Το γρασίδι ήταν κοντό, ανοιξιάτικο, ευωδιαστό και διάσπαρτο από ασφόδελους. Τα δέντρα ήταν ευλύγιστα και χαρωπά, ίσια και φωτεινά, λυγερά και γεμάτα ευγνωμοσύνη – με σχήμα και φύλλωμα ανατολίτικο, με κορμό μαλακό, στιλπνό και ποικιλόχρωμο. Μια βαθιά αίσθηση ζωής και χαράς έμοιαζε να βασιλεύει. Κι αν και αγέρηδες δε φυσούσαν απ’ τα ουράνια, ωστόσο όλα φαίνονταν να κινούνται απ’ το απαλό φτερούγισμα των αμέτρητων πεταλούδων, που θα μπορούσε κανείς να τις περάσει για τουλίπες με φτερά.
Η άλλη, η ανατολική όχθη, ήταν βουτηγμένη στο μαύρο σκοτάδι. Ένα γκρίζο, ωστόσο, όμορφο και ειρηνικό φως σκέπαζε τα πάντα. Τα δέντρα είχαν σκοτεινό χρώμα και θλιμμένη όψη και κορμοστασιά, τυλιγμένα σε θλιβερά, μοναχικά και φασματικά σχήματα που γεννούσαν ιδέες κάποιας επιθανάτιας λύπης και παράκαιρου θανάτου. Το γρασίδι είχε το χρώμα του κυπαρισσιού και κρεμόταν μαραμένο. Ανάμεσά του ξεφύτρωναν αραιά και που, μικροί, αθέατοι σχεδόν, λοφίσκοι, χαμηλοί και στενοί, κι όχι πολύ επιμήκεις, που έμοιαζαν τάφοι κι όμως δεν ήταν. Ωστόσο, πάνω τους σκαρφάλωνε ο απήγανος και το δεντρολίβανο. Ο ίσκιος των δέντρων έπεφτε βαρύς πάνω στο νερό κι έμοιαζε σαν να θαβόταν ο ίδιος εκεί μέσα, μουσκεύοντας τα βάθη του νερού στα σκοτάδια. Φαντάστηκα πως κάθε ίσκιος, καθώς ο ήλιος χαμήλωνε ολοένα, ξεκοβόταν απ’ τον κορμό που τον γεννούσε και χανόταν στο ποταμάκι, την ίδια στιγμή που άλλοι ίσκιοι ξεπηδούσαν απ’ τα δέντρα κι έπαιρναν τη θέση των πνιγμένων προκατόχων τους.
Αυτή η σκέψη δεν άργησε να γίνει έμμονη ιδέα κι άρχισα να ρεμβάζω. «Αν υπάρχει ποτέ νησί στοιχειωμένο», μονολόγησα, «δεν είν’ άλλο απ’ αυτό εδώ. Εδώ συχνάζουν οι λιγοστές νεράιδες που έχουν απομείνει απ’ την καταστροφή του είδους τους; Πεθαίνοντας μήπως δε χάνονται γεμάτες θλίψη, επιστρέφοντας στο Θεό, αργά αργά, την ύπαρξή τους, καθώς αυτά τα δέντρα τις σκιές τους βυθίζοντας την ύπαρξή τους στην ανυπαρξία; Και τι να σημαίνει άραγε για το νερό το δέντρο που τον ίσκιο του ρουφά, σκοτεινιάζοντας έτσι ολοένα περισσότερο, μήπως ακριβώς ό,τι και η ζωή της νεράιδας για το θάνατό της;»
Έτσι καθώς ρέμβαζα με μισόκλειστα τα μάτια, κι ενώ ο ήλιος έδυε βιαστικά κι άπνοες αύρες αγκάλιαζαν το νησί, φέρνοντας πάνω στον κόρφο τους φλούδες απ’ τον κορμό των σφενδάμων – φλούδες που, χάρη στα χίλια σχήματά τους πάνω στο νερό, μια σπιρτόζα φαντασία θα ‘φτιαχνε ό,τι ήθελε – έτσι, λοιπόν, καθώς ρέμβαζα, μου φάνηκε ότι η μορφή μιας απ’ αυτές τις νεράιδες που μόλις πριν είχα στο νου μου, έκανε την εμφάνισή της γλιστρώντας προς τα σκοτάδια της ανατολικής όχθης. Στεκόταν αλύγιστη σ’ ένα εύθραυστο κανό, που το ‘σπρωχνε με τη βοήθεια ενός φασματικού κουπιού. Μες απ’ τις ηλιαχτίδες που αργόσβηναν, η στάση της έδειχνε χαρά – που ωστόσο θλίψη την εκάλυψε καθώς εμπήκε στα σκοτάδια. Δίχως βιασύνη κωπηλατούσε ώσπου στο τέλος έκανε το γύρο και φάνηκε πάλι μες στο φως. «Η περιστροφή που τώρα μόλις ολοκλήρωσε», μονολόγησα ρεμβάζοντας, «είναι ο κύκλος ενός σύντομου χρόνου της ζωής της».
Γλίστρησε μες απ’ το χειμώνα και το καλοκαίρι της. Τώρα πια βρίσκεται ένα χρόνο πιο κοντά στο θάνατο. Γιατί το είδα καθαρά, καθώς μπήκε στα σκοτάδια, η σκιά της έπεσε από πάνω της και γλίστρησε μες στα νερά του ποταμού, κάνοντάς τα ακόμη πιο σκοτεινά».
Και ξανά εμφανίστηκε το κανό μαζί με τη νεράιδα. Η στάση ωστόσο της τελευταίας ήταν πιο προσεκτική και με λιγότερη χαρά. Γλίστρησε πάλι απ’ το φως στο σκοτάδι (που βάθυνε αμέσως) και πάλι η σκιά της έπεσε από πάνω της στα εβένινα νερά κι απορροφήθηκε απ’ τη σκοτεινιά της.
Ξανά και ξανά έκανε το γύρο του νησιού (καθώς ο ήλιος χανόταν στους κοιτώνες του) και σε κάθε έξοδό της στο φως υπήρχε περισσότερη θλίψη στο πρόσωπό της, που γινόταν χλομότερο κι αδύνατο και πιο συγκεχυμένο. Και κάθε που περνούσε στα σκοτάδια, μια περισσότερο σκοτεινή σκιά έπεφτε από πάνω της, βάφοντας τα πάντα πιο ζοφερά. Στο τέλος, όμως, κι όταν ο ήλιος είχε πια χαθεί, η Νεράιδα, φάντασμα πια του παλιού της εαυτού, μπήκε μελαγχολικά με τη βαρκούλα της στα βασίλεια του μαύρου ποταμού – κι αν ξαναφάνηκε ποτέ δεν ξέρω να σας πω, γιατί σκοτάδι κάλυψε τα πάντα, και πια τη μαγική φιγούρα δεν ξανάδα.


____________________________
(1)Ο κάθε τόπος έχει και το στοιχειό του. ΣΕΡΒΙΟΣ
(2)Το «Moraux» εδώ παράγεται απ΄οτο moeurs και σημαίνει «της μόδας» ή, καλύτερα, «των καλών τρόπων».

EDGAR ALLAN POE
ΜΗ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΙΖΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΟΥ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ (ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ 1983-2000

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΠΕΤΡΑΔΙ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) – ROBERT BLOCH


Στάθηκε μπροστά μου με σφιγμένες γροθιές. «Κάποτε είχα σπουδάσει ζωγραφική, ξέρεις. Ο δάσκαλός μου – ο γερο-Γκίφορντ, ο ζωγράφος πορτραίτων – είχε κρεμασμένο στο στούντιό του έναν συγκεκριμένο πίνακα. Ήταν το αριστούργημά του. Στον πίνακα απεικονιζόταν με λάδι μια χειμωνιάτικη σκηνή. Μια χειμωνιάτικη σκηνή με ένα αγροτόσπιτο.
»Τώρα δώσε βάση. Ο Γκίφορντ είχε δύο ζευγάρια γυαλιά. Το ένα ήταν ευαίσθητο στις υπέρυθρες και το άλλο στις υπεριώδεις ακτίνες. Πρώτα έδειχνε σε κάποιον φιλοξενούμενο τη χειμωνιάτικη σκηνή, κι έπειτα του ζητούσε να φορέσει το πρώτο ζευγάρι γυαλιών και να κοιτάξει ξανά. Με τα γυαλιά, στον πίνακα έβλεπε κανείς το ίδιο αγροτόσπιτο αλλά μια καλοκαιρινή μέρα. Το δεύτερο ζευγάρι αποκάλυπτε μια άποψη του αγροτόσπιτου το φθινόπωρο. Είχε ζωγραφίσει τρεις στρώσεις τη μια πάνω στην άλλη. Και με τους κατάλληλους φακούς αποκαλυπτόταν κάθε φορά μια διαφορετική εικόνα».
«Και λοιπόν;» τόλμησα να ρωτήσω.
Ο Νάιλς άρχισε να μιλάει γρηγορότερα, ολοένα και πιο ενθουσιασμένος.
«Λοιπόν, αυτό. Θυμάσαι τον πόλεμο; Οι Γερμανοί συνήθιζαν να καμουφλάρουν τις φωλιές πολυβόλων και τις συστοιχίες πυροβολικού τους. Το έκαναν με μεγάλη επιμέλεια. Έβαφαν τα κανόνια με μπογιά στο χρώμα των φύλλων και χρησιμοποιούσαν τεχνητά φυτά για να τα σκεπάσουν. Ως απάντηση, οι παρατηρητές του Αμερικανικού Στρατού άρχισαν να χρησιμοποιούν υπεριώδεις φακούς στα επιχειρησιακά κιάλια τους ώστε να εντοπίζουν το καμουφλάζ. Μέσα από τους φακούς τα φυσικά φύλλα παρουσιάζονταν με εντελώς διαφορετικά χρώματα σε σύγκριση με τα τεχνητά, από τα οποία έλειπαν οι υπεριώδεις χρωστικές».
«Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω που το πας».
«Με τη χρήση υπεριωδών και υπέρυθρων φακών στη φωτογραφία, μπορούμε να εξασφαλίσουμε το ίδιο αποτέλεσμα», είπε γεμάτος έξαψη.
«Μα δεν πρόκειται απλώς για μια επέκταση της βασικής αρχής που ισχύει και για το φάσμα του ορατού φωτός;» ρώτησα.
«Πιθανώς. Όμως μπορούμε να συνδυάσουμε αυτή την τεχνική μαζί με ειδικά λειασμένους φακούς διαφόρων τύπων – φακούς που θα δημιουργούν οι ίδιοι μια στρέβλωση της προοπτικής. Μέχρι στιγμής, αυτό που έχουμε στρεβλώσει είναι απλώς η μορφή, το σχήμα των αντικειμένων. Αν όμως καταφέρουμε να στρεβλώσουμε τόσο το χρώμα όσο και τη μορφή, θα έχουμε τον τύπο εκείνο φωτογραφίας που αγωνίζομαι τόσο απεγνωσμένα να πετύχω – μιλάμε για τη σύλληψη της ίδιας της φαντασίας, καθαρά και ξάστερα. Θα εστιάσουμε πάνω στη φαντασία και θα την αναπαραστήσουμε πιστά, δίχως την παραποίηση που προκαλεί η χρήση οποιωνδήποτε αντικειμένων. Μπορείς να φανταστείς πως θα μοιάζει αυτό το δωμάτιο με τα χρώματά του αντεστραμμένα, κάποια, μάλιστα, ίσως και εντελώς εξαφανισμένα. Με τα οχήματα των επίπλων να έχουν αλλάξει, τους ίδιους τους τοίχους να έχουν παραμορφωθεί».
Δεν μπορούσα, όμως πολύ σύντομα είχα το προνόμιο να το δω με τα ίδια μου τα μάτια. Γιατί ο Νάιλς ξεκίνησε αμέσως έναν νέο κύκλο δραστηριοτήτων. Πειραματιζόταν ασταμάτητα με ένα σωρό νέους φακούς που κουβαλούσε σε καθημερινή βάση. Παράγγελνε να τους λειάνουν με ειδικό τρόπο, ξόδευε πολύ χρόνο στη μελέτη των φυσικών νόμων της οπτικής, μπερδευόταν με τεχνικές λεπτομέρειες που δεν μπορώ καν να προσποιηθώ πως καταλαβαίνω. Τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά.
Οι ανορθόδοξες οπτικές που μου είχε υποσχεθεί υλοποιήθηκαν. Ύστερα από μια τελευταία μέρα εργασίας πίσω από τη μηχανή και μέσα στο σκοτεινό θάλαμο, βρεθήκαμε να ατενίζουμε μαζί έναν εκπληκτικό καινούργιο κόσμο που είχε δημιουργηθεί εκεί ακριβώς στο στούντιό μας. Θαύμασα ορισμένα από τα εφέ που είχε πετύχει ο Νάιλς.
«Λαμπρά», κόμπασε. «Και όλα μοιάζουν να δένουν με τις γενικά αποδεκτές επιστημονικές θεωρίες. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; αναφέρομαι στις απόψεις του Αϊνστάιν για τη συνύπαρξη εναλλακτικών πραγματικοτήτων. Για την ιδέα του χωροχρονικού συνεχούς».
«Την Τέταρτη Διάσταση;» σιγοντάρισα.
«Ακριβώς. Νέοι κόσμοι παντού γύρω μας – παντού μέσα μας. Κόσμοι που ούτε στα όνειρά μας φανταστήκαμε ποτέ πως θα μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα με τον δικό μας ακριβώς σ’ αυτό το σημείο υπάρχουν άλλες υπάρξεις. Άλλα έπιπλα, άλλοι άνθρωποι, ίσως. Και άλλοι φυσικοί νόμοι. Νέες μορφές, νέα χρώματα».
«Αυτό μου ακούγεται περισσότερο μεταφυσικό παρά επιστημονικό», παρατήρησα. «Αναφέρεσαι στο Αστρικό Πεδίο – ένα συνεχές που διαποτίζει την ύπαρξη και συνδέει όλα τα πράγματα μεταξύ τους».
Είχαμε επιστρέψει ξανά στο αιώνιο θέμα αντιπαράθεσης – επιστήμη ή αποκρυφισμός; Υλική ή υπεραισθητική πραγματικότητα;
«Η Τέταρτη Διάσταση είναι ο τρόπος της Επιστήμης να ερμηνεύει τις μεταφυσικές αλήθειες», ισχυρίστηκα.
«Οι μεταφυσικές αλήθειες, είναι τα ψυχολογικά ψεύδη όσων πάσχουν από σχιζοφρένεια», με διαβεβαίωσε.
«Οι φωτογραφίες σου δεν ψεύδονται», του απάντησα.
«Οι φωτογραφίες μου έχουν τραβηχτεί με αναγνωρισμένα επιστημονικά μέσα», επέμεινε εκείνος.
«Οι φωτογραφίες σου έχουν τραβηχτεί με μέσα παλιότερα της επιστήμης», ανταπάντησα. «Έχεις ακούσει ποτέ για τη λιθομαντεία; Πρόκειται για τη μαντεία με τη χρήση πολύτιμων λίθων. Για την κρυσταλλοσκοπία; Για αιώνες οι άνθρωποι προσήλωναν το βλέμμα τους στα βάθη των πολύτιμων λίθων, ατένιζαν μέσα από επεξεργασμένα, ειδικά κομμένα και λειασμένα γυαλιά, και έβλεπαν νέους κόσμους».
«Γελοιότητες. Όλοι οι αποκρυφιστές θα σου πουν ότι – »
«Δεν χρειάζεται να ολοκληρώσεις», τον διέκοψα. «Όλοι οι αποκρυφιστές θα σου πουν ότι στην πραγματικότητα βλέπουμε τα πάντα αντεστραμμένα. Και είναι ο εγκέφαλός μας εκείνος που ερμηνεύει την εικόνα του αμφιβληστροειδούς, που την τοποθετεί με τη σωστή πλευρά προς τα πάνω. Όλοι οι αποκρυφιστές θα σου πουν ότι, από μυϊκής απόψεως, ο μύωπας είναι στην πραγματικότητα πρεσβύωπας, ενώ ο πρεσβύωπας μύωπας».
Συνέχισα ακόμη πιο ζωηρά. «Όλοι οι αποκρυφιστές θα σου πουν ότι η λειτουργία της όρασης ελάχιστη σχέση έχει με αυτή καθεαυτή την αντίληψη της πραγματικότητας, είτε με τους νόμους και τους κανόνες της οπτικής.
»Πάρε για παράδειγμα τη γάτα – αντίθετα με τη γενική πεποίθηση, η όρασή της στο σκοτάδι είναι οξύτατη. Και ο άνθρωπος, όμως, μπορεί να εκπαιδευτεί να λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Η ανάγνωση είναι επίσης ζήτημα του μυαλού περισσότερο παρά της σχολαστικής παρατήρησης. Κι έτσι λοιπόν, σου λέω να μην είσαι τόσο σίγουρος για τους νόμους της οπτικής σου και για τις επιστημονικές θεωρίες σου για το φως. Βλέπουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα θα εξηγήσουν ποτέ οι νόμοι της φυσικής. Η Τέταρτη Διάσταση μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσα από τα πρίσματα – αυτό η επιστήμη οφείλει τουλάχιστον να το παραδεχτεί θεωρητικά. Και οι φακοί σου είναι κομμένοι με παρόμοιο τρόπο. Τελικά, όλα οδηγούν πίσω στον αποκρυφισμό – όχι στην οπτική ή στην οφθαλμολογία».

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Ήταν λοιπόν, από τον ιδιοκτήτη του παλαιοπωλείου, τον Ισαάκ Βούρντεν που περίμενα βοήθεια στην έρευνά μου κι εκείνος δεν με απογοήτευσε. Του διηγήθηκα την ιστορία μου σχετικά με τα φωτογραφικά προβλήματα του Νάιλς. Ο παλαιοπώλης με το ωχρό πρόσωπο και τα λεπτά χείλη με άκουσε με προσοχή και, όση ώρα εγώ μιλούσα, τα φρύδια του ανεβοκατέβαιναν σαν ξαφνιασμένα μαύρα σκαθάρια.
«Πολύ ενδιαφέρον», είπε μόλις ολοκλήρωσα. Η βραχνή φωνή και το σκεπτικό του βλέμμα υποδήλωναν έναν εσωστρεφή και λόγιο χαρακτήρα – ο Ισαάκ πάντα είχε το ύφος καθηγητή που κάνει διάλεξη.
«Πολύ-πολύ ενδιαφέρον», επανέλαβε. «Ο Ντέιβιντ Νάιλς θα έπρεπε να ξέρει πως υπήρξαν πολλοί επιφανείς πρόδρομοι αυτών των πρακτικών. Οι ιερείς της Ιστάρ επιζητούσαν στα Μυστήριά τους να δουν πίσω από το πέπλο, και για να το πετύχουν αυτό κοίταζαν μέσα από κρυστάλλους. Τα πρώτα πρωτόγονα τηλεσκόπια της Αιγύπτου κατασκευάστηκαν από ανθρώπους που επιδίωκαν να δουν πέρα από τα άστρα και να ξεκλειδώσουν τις πύλες του Απείρου. Οι Δρυίδες διαλογίζονταν πάνω από λιμνούλες νερού και στην Κίνα οι παράφρονες αυτοκράτορες αναζητούσαν την Ουράνια Κλίμακα, την οποία προσδοκούσαν να ανέβουν ατενίζοντας περιστρεφόμενα ρουμπίνια υπό την επήρεια ναρκωτικών.
»Ναι, ο φίλος σου ο Νάιλς εύχεται κάτι που πολλοί έχουν ευχηθεί ανά τους αιώνες, και προσπαθεί να το εξασφαλίσει με τη χρήση παμπάλαιων μεθόδων. Είναι το ίδιο που αναζητούσε και ο πολυπράγμων Απολλώνιος, και ο Παράκελσος, κι εκείνος ο γελοίος παλιάτσος ο Καλιόστρο. Οι άνθρωποι ανέκαθεν ποθούσαν ν’ αντικρίσουν το Άπειρο. Να βαδίσουν ανάμεσα στους κόσμους – και κάποιες φορές ο πόθος τους αυτός εκπληρωνόταν».
Τον διέκοψα. Παρόλο που είχα τον Βούρντεν στη διάθεσή μου για όλο το απόγευμα, ανυπομονούσα να πάρω τις πληροφορίες μου.
«Λένε πως υπάρχουν πετράδια που χαρίζουν αλλόκοτα οράματα», μουρμούρισα. Ασυναίσθητα, είχα υιοθετήσει το στομφώδες στυλ ομιλίας του Βούρντεν. Εκείνος χαμογέλασε απαλά.
«Τα έχω εδώ», απάντησε.
«Ο Νάιλς δεν το πιστεύει», τον τσίγκλησα.
«Πολλοί δεν πιστεύουν. Όμως υπάρχει ένας λίθος που κάποτε χρησιμοποίησε ο Μοναχός Μπέικον(1), ένα σετ κρυστάλλων που είχαν διεγείρει την περιέργεια του Θεόφραστου και μαντικά πετράδια που ατένιζαν οι Αζτέκοι πριν τις αιματηρές τους θυσίες. Τα πετράδια, ξέρεις, είναι μαθηματικές εκφράσεις του φωτός – αντανακλούν το φως στο εσωτερικό τους μέσω των εδρών τους. Και ποιος μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση οι γωνίες τους να εισβάλουν με μυστηριώδεις τρόπους, σε άλλους κόσμους; Ίσως τα πολυεδρικά πετράδια να έρχονται σε επαφή με το πολυδιαστατικό σύμπαν κι έπειτα να το μεταστοιχειώνουν, έτσι ώστε, όταν ατενίζουμε το εσωτερικό τους, εμείς να το αντιλαμβανόμαστε τρισδιάστατα. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τις γωνίες στη μαγεία. Οι σύγχρονοι κάνουν το ίδιο πράγμα και το αποκαλούν «μαθηματικά». Ο ντε Σίτερ(2) αναφέρει…»
«Μπορώ να έχω τα πετράδια για τους φακούς της φωτογραφικής μηχανής;» διέκοψα.
«Με συγχωρείς, φίλε μου, παρασύρθηκα. Φυσικά και μπορείς. Θαρρώ μάλιστα πως έχω ένα που θα αποδειχθεί εξόχως κατάλληλο για τη δουλειά που το θέλεις. Το Άστρο της Σεχμέτ. Πολύ αρχαίο, αλλά όχι ακριβό. Κλάπηκε από το διάδημα της Θεάς Λέαινας κατά τη διάρκεια μιας ρωμαϊκής εισβολής στην Αίγυπτο. Μεταφέρθηκε στη Ρώμη, όπου τοποθετήθηκε στην παρθενική ζώνη της Πρωθιέρειας της Ντιάνα. Αργότερα έπεσε στα χέρια βαρβάρων, οι οποίοι έκοψαν το πετράδι και του έδωσαν στρογγυλή μορφή. Τελικά το κατάπιαν οι μαύροι αιώνες.
«Είναι, όμως, γνωστό ότι ο Άξενος ο Πρεσβύτερος το εμβάπτιζε σε κόκκινες, κίτρινες και γαλάζιες φλόγες στην προσπάθειά του να το χρησιμοποιήσει σαν ένα είδος Φιλοσοφικής Λίθου. Εικάζεται πως με τη βοήθεια του είχε δει πίσω από το Πέπλο και είχε αποκτήσει εξουσία πάνω στους Γνώμους, τις Συλφίδες, τις Σαλαμάνδρες και τις Νηρηϊδες(3). Αποτέλεσε τμήμα της συλλογής του Τζιλ ντε Ράις(4) για τον οποίο έλεγαν πως, κοιτάζοντας τα βάθη του πετραδιού, είχε οραματιστεί την ιδέα του Homunculus(5). Έπειτα το μαγικό αντικείμενο εξαφανίστηκε ξανά, όμως μια μονογραφία αναφέρει πως συμπεριλαμβανόταν στην κρυφή συλλογή του Κόμητος του Σαιν Ζερμαίν, την περίοδο που πρόσφερε τις τελετουργικές του υπηρεσίες στο Παρίσι. Εγώ το αγόρασα στο Άμστερνταμ από έναν Ρώσο ιερέα, τα μάτια του οποίου είχαν καεί από τον ζοφερό καλόγερο Ρασπούτιν. Ισχυριζόταν πως με το πετράδι είχε κάνει μαντείες και προβλέψεις-»
Στο σημείο αυτό τον διέκοψα ξανά. «Επομένως θα κόψεις τον λίθο ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν φωτογραφικός φακός. Πότε μπορώ να τον έχω;»

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
«Αυτό είναι αλήθεια. Όμως τα τελευταία πράγματα που είδαμε ήταν διαφορετικά για τον καθένα μας. Δεν καταλαβαίνω».
«Εγώ νομίζω πως καταλαβαίνω», είπα. «Αν ο Βούρντεν έχει δίκιο, αυτό το πετράδι είναι ένα κλειδί. Οι γωνίες του ανοίγουν τις πύλες του Αστρικού Πεδίου. Το Αστρικό Πεδίο – και μην κουνάς το κεφάλι σου – είναι το αντίστοιχο της επιστημονικής έννοιας της Τέταρτης Διάστασης, αν και οι μελετητές της μεταφυσικής το αντιλαμβάνονται ως επέκταση του τρισδιάστατου κόσμου. Υποτίθεται πως, όταν ένας άνθρωπος πεθάνει, η ψυχή του εισέρχεται στο Αστρικό Πεδίο και μέσω αυτού μεταβαίνει σε μια ανώτερη μορφή ύπαρξης, σε μια ανώτερη διάσταση. Το Αστρικό Πεδίο είναι ένα είδος Ουδέτερης Ζώνης που μας περιβάλλει από παντού, όπου χαμένες ψυχές και κατώτερες οντότητες που δεν κατόρθωσαν ποτέ να αποκτήσουν ζωή περιφέρονται αιωνίως σε μια λανθάνουσα κατάσταση».
«Αρλούμπες»
«Φοβερή κριτική. Να ξέρεις, πάντως, πως πρόκειται για πανάρχαια πεποίθηση, χιλιάδες παραλλαγές της οποίας μπορεί κανείς να βρει σε όλες τις θρησκείες. Κι ακόμα δεν έχω φτάσει στο ψητό. Έχεις ακούσει ποτέ για τα Στοιχειακά;»
«Αποσπασματικές αναφορές μονάχα. Δεν είναι κάποιου είδους πνεύματα;»
«Όχι, είναι δυνάμεις. Μη ανθρώπινες οντότητες, που όμως συνδέονται με την ανθρωπότητα. Είναι οι διάβολοι, τα δαιμόνια, τα ινκούμπους και τα τζιν των θρύλων. Πλάσματα που κινούνται αόρατα τριγύρω μας και επιζητούν την επικοινωνία με τον άνθρωπο. Οργανισμοί έξω από το πλαίσιο της τρισδιάστατης μορφής ζωής, για να χρησιμοποιήσω και πιο επιστημονική ορολογία. Κατοικούν σε ένα άλλο χωροχρονικό συνεχές, που ωστόσο συγχρονίζεται και συνυπάρχει με το δικό μας. Ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να δούμε αυτούς τους υπερδιαστασιακούς κατοίκους είναι μέσω των γωνιών. Οι γωνίες, οι έδρες αυτού εδώ του πετραδιού, μας επιτρέπουν μια τέτοια θέαση. Μας παρέχουν ένα σημείο εστίασης πάνω στο άπειρο. Αυτά που είδαμε, λοιπόν, ήταν Στοιχειακά».
«Εντάξει μεγάλε γκουρού της μεταφυσικής, όμως τότε γιατί είδαμε διαφορετικά πλάσματα;» επέμεινε εκείνος.
«Επειδή, αγαπητέ μου φίλε, διαθέτουμε διαφορετικούς εγκεφάλους. Στην αρχή είδαμε και οι δύο γεωμετρικές μορφές. Πρόκειται για τις πιο καθαρές μορφές ύπαρξης που μπορούν να προσλάβουν τα Στοιχειακά.
»Όμως ο εγκέφαλός μας έχει την τάση να μεταφράζει αυτές τις μορφές σε πιο οικεία σχήματα. Εγώ είδα έναν συγκεκριμένο τύπο τέρατος εξαιτίας των μελετών μου στο πεδίο της μυθολογίας. Σ’ εσένα δημιουργήθηκε μια διαφορετική εντύπωση – και, από τα λίγα σχόλιά σου (τώρα δείχνεις αρκετά σίγουρος για τον εαυτό σου, φίλε μου, όμως μόλις πριν από λίγο κραύγαζες δυνατά και ξέρω πως αυτό που αντίκρισες σ’ εντυπωσίασε πραγματικά) συμπεραίνω πως ανέσυρες εικόνες από όνειρα και εφιάλτες που είδες στο παρελθόν. Υποθέτω πως αν κάποιος Ούγγρος χωρικός κοίταζε μέσα από το πετράδι, θα έβλεπε βαμπίρ και λυκάνθρωπους.
»Είναι ψυχολογικό. Κατά κάποιον τρόπο, ο δίαυλος επικοινωνίας που καταφέρνει να δημιουργήσει το πετράδι δεν είναι μόνο οπτικός. Φαίνεται πως επιτρέπει και σ’ εκείνα τα πλάσματα να αντιλαμβάνονται την παρουσία μας – και να μας επιβάλλουν να τα βλέπουμε σύμφωνα με τις βασικές ιδέες που έχουμε για τέτοιου είδους οντότητες. Στην πραγματικότητα, εδώ θα πρέπει να βρίσκεται και η καταγωγή των διαφόρων προλήψεων. Στις περιστασιακές επαφές αυτών των πλασμάτων με τους ανθρώπους».
Ο Νάιλς έκανε μια χειρονομία γεμάτη δυσφορία. «Ας αφήσουμε για μια στιγμή κατά μέρος τις ψυχολογίες και τις παλαβομάρες», είπε. «Αυτόν το φίλο σου τον Βούρντεν, θα πρέπει να του βγάλω το καπέλο. Ανεξάρτητα από τη γνησιότητα της ιστορίας του για το πετράδι και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα των δικών σου – μάλλον αφελών – εξηγήσεων, είναι ολοφάνερο πως εδώ έχουμε πέσει πάνω σε κάτι εντυπωσιακό. Το εννοώ. Οι φωτογραφίες που μπορούμε να τραβήξουμε με τη μηχανή θα είναι μοναδικές και ανεπανάληπτες. Δεν έχω διαβάσει ποτέ για κάποια πειραματική εργασία που να προσεγγίζει έστω κάτι τέτοιο. Αυτό ξεπερνάει και τα πιο τρελά όνειρα των ντανταϊστών και των σουρεαλιστών. Θα τραβήξουμε αληθινές φωτογραφίες – αν και ανάθεμά με κι αν μπορώ να προβλέψω τίνος πράγματος. Οι λεγόμενες πνευματικές προβολές σου διέφεραν από τις δικές μου».
Κούνησα το κεφάλι καθώς θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει ο Βούρντεν.
«Λοιπόν, κοίτα εδώ, Νάιλς. Ξέρω πως δε με πιστεύεις, όμως μπορείς να πιστέψεις αυτό που βλέπεις στο φακό. Σε είδα που έτρεμες. Πρέπει να παραδεχτείς τη φρίκη εκείνων των πλασμάτων – είτε επιλέξεις να πιστέψεις ότι πρόκειται για αποκυήματα της φαντασίας σου, είτε δεχτείς τη δική μου θεωρία του Αστρικού Πεδίου, οφείλεις να αναγνωρίσεις ότι αποτελούν απειλή για την πνευματική υγεία του οποιουδήποτε ανθρώπου.
»Αν δεις υπερβολικά πολλά τέτοια πράγματα, στο τέλος θα τρελαθείς. Δεν προσπαθώ να γίνω μελοδραματικός. Θα σε συμβούλευα ειλικρινά να μην κοιτάζεις από πολύ κοντά εκείνον το φακό, ούτε να περνάς πολλή ώρα μπροστά του».
«Μη γίνεσαι ανόητος», είπε ο Νάιλς.
«Είναι Στοιχειακά», επέμεινα, «και – αυτό πρέπει να το πιστέψεις – λαχταρούν τη ζωή. Είναι κοσμικά γκουλ, που τρέφονται με τα κουφάρια των νεκρών ψυχών. Όμως ο διακαής πόθος τους είναι να δελεάσουν έναν ζωντανό άνθρωπο να έρθει κοντά τους μέσα από την πεδιάδα. Σκέψου όλους εκείνους τους θρύλους – απλές αλληγορίες, στην πραγματικότητα. Ιστορίες για ανθρώπους που εξαφανίζονται, που πουλάνε την ψυχή τους στο διάβολο, που επισκέπτονται άλλους κόσμους. Όλες περιστρέφονται γύρω από την ιδέα των Στοιχειακών που αναζητούν ανθρώπινο θήραμα και το σέρνουν στην επικράτειά τους».
«Κόφ’ το, μ’ ενοχλεί». Ο Νάιλς προσπαθούσε ν’ ακουστεί άνετος, όμως τα μάτια του μαρτυρούσαν μια μικρή αμφιβολία που μεγάλωνε όσο εγώ συνέχιζα να αγνοώ το σκεπτικισμό του.
«Λες πως όλα αυτά είναι δεισιδαιμονίες», συνέχισα απτόητος. «Εγώ λέω πως είναι επιστήμη. Οι μάγισσες, οι μάγοι, οι λεγόμενοι θαυματοποιοί, οι σοφοί εκείνοι που με τα μυστικά του έχτισαν τις πυραμίδες – όλοι τους χρησιμοποιούσαν ξόρκια που περιλάμβαναν τι νομίζεις; Γεωμετρικά σχήματα. Ζωγράφιζαν γωνίες και πεντάγωνα και καβαλιστικούς κύκλους. Μέσω των γραμμών καλούσαν τις δυνάμεις από το Αστρικό Πεδίο, όπου πλήρωναν με τη ζωή τους το οποιοδήποτε όφελος είχαν αποκομίσει. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, η μαγεία και η γεωμετρία συνεργάζονται στενά, κι αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο.
»Έτσι λοιπόν σε προειδοποιώ. Μπορεί εσύ να βλέπεις πλάσματα μέσα από το φακό του πετραδιού, όμως κι εκείνα σε βλέπουν, σε αισθάνονται, νιώθουν με κάποιον τρόπο την παρουσία σου. θα αναζητήσουν την ψυχή σου – και όπως εσύ μπορείς να τα δεις, έτσι κι εκείνα μπορούν ν’ απλώσουν τα πλοκάμια τους δια μέσου του πετραδιού και να σε ρουφήξουν στην πλευρά τους. Υπνωτιστικές δυνάμεις ή ίσως κάποιο είδος ψυχολογικής λειτουργίας που δεν έχει ακόμα ερευνηθεί. Μαγνητισμός, τηλεπάθεια. Αυτές είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούν οι ψυχολόγοι για να περιγράψουν πράγματα που δεν κατανοούν πλήρως. Όπως ακριβώς οι αρχαίοι αποκαλούσαν αυτές τις δυνάμεις μαγεία. Μην κοιτάς μέσα από αυτό το πετράδι από πολύ κοντά ή για πολλή ώρα».



___________________________
(Σ.τ.Μ.)
1. Χαρακτήρας του ελισσαβετιανού θεατρικού έργου The Honourable History of Friar Bacon and Griar Bungay. Σε αυτό ο Μοναχός Μπέικον, παρουσιάζεται ως σκοτεινός μάγος.
2. Βίλεμ ντε Σίτερ (1872 – 1934). Γνωστός Ολλανδός μαθηματικός, φυσικός και αστρονόμος 3. Τα τέσσερα Στοιχειακά που κυβερνούν αντίστοιχα τη Γη, τον Αέρα, τη Φωτιά και το Νερό, σύμφωνα με τις αλχημιστικές πεποιθήσεις του Παράκελσου.
4. Γάλλος ιππότης του Μεσαίωνα(1404-1440). Υπηρέτησε στο στρατό της Ιωάννας της Λωραίνης και θεωρείται ένας από τους πλέον διαβόητους κατά συρροή δολοφόνους της ιστορίας.
5. Κατά λέξη «ανθρωπάκος». Σύμφωνα με τις δοξασίες των αλχημιστών, με κατάλληλες μεθόδους μπορούσε να κατασκευαστεί τεχνητά ένας μικρού μεγέθους ζωντανός άνθρωπος.


ROBERT BLOCH
Η ΣΚΙΑ ΣΤΟ ΚΩΔΩΝΟΣΤΑΣΙ
Και άλλες ιστορίες της Μυθολογίας Κθούλου
Μετάφραση: Γιάννης Στολτίδης

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΝΤΑΘ 2014

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ




Τι να τα κάνουμε αυτά τα κακοσυναρμοσμένα θραύσματα εικόνων;
Οι πόλεις της ανάμνησης περιμένουν τον άνεμο των ερειπίων
Στα χέρια σου οι τοίχοι ράγισαν
Το όνειρο ανεβαίνει πάλι στην επιφάνεια
Χάιδευε τις φλόγες του βλέμματός σου!
Ανάπνεε το άρωμά τους!
Ας παίξουμε με το αναντικατάστατο!
Η λήθη μπορεί να διογκώσει τα πάντα
Για σένα όλα είναι μεγάλα
Τα ζάρια της απώλειας απαντούν στην επίκλησή μου
Και κάνουν τη σκιά άμπωτη μιας ζωής
Οι μανιασμένες επιστροφές σπάνε τα κύματα
Όλη η άμμος της γης δε θα 'φτανε πλέον να σκεπάσει τα νυσταγμένα μάτια
Η τρομακτική διαδοχή των ονείρων δε θ' αρκούσε πλέον να εποικήσει τη νύχτα μου
Ποιο όνειρο ποια αισχρότητα ποια μετάνοια θα μπορούσε να μας σώσει;
Αν σε φοβίζουν οι ελπίδες δώσ' τες μου!
Αν σε φοβίζουν τα λόγια μου ας απλώσουμε τη σιωπή!
Αν σε φοβίζει η παρουσία μου ας καταλύσουμε την απεραντοσύνη
Η λήθη δραπέτευσε στο βάθος ενός καθρέφτη
Και πίνει τη δρόσο από το μέτωπό σου
Ζει στο μέλλον και σ' ό,τι εγκατέλειψες
Το άγχος του παρελθόντος αψηφά τους χειρότερους εφιάλτες
Τη σιωπή σου
Την έρημο όπου προχωράω
Τους ιλίγγους της επιστροφής
Εξουδετερώνει τα ελάχιστα γεγονότα της ημέρας!
Ήδη ένα όνομα έκπληκτο μέσα στο άγνωστο συλλογίζεται σαν κακή ανάμνηση
(Παρίσι 1938 – Νέα Υόρκη 1940)


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ
ΔΕΚΑΕΞΙ ΓΑΛΛΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΣΧΟΛΙΑ ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ 2002

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

ΑΙ ΕΠΤΑ «ΜΥΗΣΕΙΣ» ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Σ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ


Η ΠΡΩΤΗ «ΜΥΗΣΙΣ»: «ΜΕΛΧΙΖΕΔΕΚ ΥΙΟΣ»
Εις κάθε «Μύησιν» ο Ιησούς, ως κοινός ιδιώτης, ή μέλος Τάξεως τινός, ανελάμβανε νέον όνομα, νέαν εξυπηρέτησιν και ουδείς εγνώριζε την πραγματικήν αυτού ιδιότητα. Κατά την πρώτην «Μύησιν» παρουσιάσθη ως μέλος της Τάξεως Μελχιζεδέκ – «Μελχιζεδέκ Υιός» – και εξυπηρέτησεν επί εκατόν έτη. Οποίον ήτο το Σύστημα ή η πόλις εις την οποίαν η «Μύησις» αύτη έλαβεν χώραν δεν γνωρίζομεν. Είναι γνωστόν όμως ότι τρεις ημέρας μετάτην αναχώρησίν του εκ Σάλβιγκτον, πρωτεύουσαν του σύμπαντος Νέβαδον εξηγγέλθη δια του ραδιοφώνου, εκ της Σφαίρας των Μελχιζεδέκ ότι «εν μέλος της Τάξεώς μας αφίχθη σήμερον, το οποίον αν και δεν ανήκει εις το Τοπικόν μας Τμήμα, εν τούτοις είναι εις των Μελχιζεδέκ. Φέρει πιστοποιητικά ταυτότητος, υπεγεγραμμένα παρά του Εμμανουήλ της Σάλβινκτον, των «Αρχαίων των ημερών» και από μέλη της Havona».
Κατά την απουσίαν του εκ Σάλβινκτον, ο πρεσβύτερος αδελφός του Εμμανουήλ, εκ Havona ανέλαβε την διοίκησιν του Νέβαδον. Τον σκοπόν της απουσίας του μόνον ο Εμμανουήλ, ο Γαβριήλ, και δύο ή τρεις άλλοι την εγνώριζον. Εις διάγγελμα, προ της αναχωρήσεώς του ο Ιησούς είπεν ότι θα απουσιάση όπως εκτελέση ωρισμένην εξυπηρέτησιν δια τον Θεόν Πατέρα. Η επιστροφή του ήτο αιφνίδιος και ουδείς είχεν την ελαχίστην νύξιν επ' αυτού.

Η ΔΕΥΤΕΡΑ «ΜΥΗΣΙΣ»: «ΣΩΤΗΡ ΗΓΕΜΩΝ»
Επί 150 εκατομμύρια έτη, μετά την πρώτην «Μύησιν» όλα έβαινον κατ' ευχήν, εις το Τοπικόν Σύμπαν Νέβαδον, ότε αποστασία του Ηγεμόνος – Κυβερνήτου του Συστήματος Παλόνια, εν τω 37ω Αστερισμώ έλαβε χώραν. Τούτο ήτο το πρώτον τοιούτον κρούσμα όπερ ποτέ συνέβη εις το Σύμπαν και μεγάλως διετάραξεν τους ιθύνοντας εις τε τον Αστερισμόν ως και την Σάλβινκτον.
Κατ' εκείνην την εποχήν ο Ιησούς προετοιμάζετο δια την Δευτέραν «Μύησιν» και η ανταρσία του Κυβερνήτου Λοντένια, του έδωκε την ευκαιρίαν προς εξυπηρετικήν εκπλήρωσίν της. Ούτως, εν μια των ημερών, όλως απροσδοκήτως, ενεφανίσθη εις την Παλόνια, με ξένην ιδιότητα, και αφού έδωσε όλα τα αναγκαιούντα πιστοποιητικά, επίσημα έγγραφα, υπογεγραμμένα παρά του Εμμανουήλ, εν Σάλβινκτον, και των «Αρχαίων των Ημερών», εν Uversa, εγνωστοποίησεν εις τον αποστάτην Λουτένια ότι αναλαμβάνει, προσωρινώς, την διαχείρισιν του Συστήματος, μέχρι του διορισμού νέου Ηγεμόνος – Κυβερνήτου.
Επί 75 γήινα έτη, ο μυστηριώδης διοικητής εκυβέρνησε το Σύστημα, με σοφίαν, αγάπην και άμεμπτον δικαιοσύνην. Έλεος και ευσπλαχνία ήσαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Προσωπικώς προσεπάθει να βοηθήση κοινούς ιδιώτας και ο λαός τόσον τον ηγάπησεν ώστε να τον θεωρεί ημίθεον. Η καλωσύνη του ήτο απέραντος. Αυτόν τούτον τον έκπτωτον Λουτένια, του προσέφερεν συνδιοίκησιν του Συστήματος εάν ανεγνώριζε το σφάλμα του και μετηνόει.
Εν τέλει ο καιρός ήλθεν όπου ο νέος Ηγεμών – Κυβερνήτης αφίχθη, και η προσωρινή κυβέρνησις του παρέδωσε την διοίκησιν. Ολόκληρος η Παλόνια επένθησε την αποχώρησιν του λατρευτού της κυβερνήτου – του ευγενέστερου, του πλέον σοφού και του δικαιότατου. Ακόμη και αυτός ο Λουτίνια δεν ηδύνατο παρά να τον επαινέση, καίτοι ενδομύχως εγνώριζεν ότι ο προσωρινός κυβερνήτης ήτο ο ίδιος ο Ιησούς.
Ήτο η τρίτη ημέρα μετά την άφιξη εν Παλόνια του νέου κυβερνήτου όπου ο Ιησούς επέστρεψεν εις Σάλβινκτον και ανέλαβε εκ νέου την διοίκησιν του Νέβαδον.

Η ΤΡΙΤΗ «ΜΥΗΣΙΣ»: «MATERIAL SON» - «ΥΛΙΚΟΣ ΥΙΟΣ»
Εκατομμύρια έτοι παρήλθον μετά την παλινόρθωσιν του Συστήματος Παλόνια όπου εν νέον κρούσμα αποστασίας εσημειώθη εις το Νέβαδον. Τούτο ήτο τοπικόν και αφεώρα τον Πλανήτην 217 του Συστήματος 87, του Αστερισμού 61 όστις, εν όωει τον εξ εκεί ειδήσεων εις Σάλβινκτον, εις της Τάξεως των «Material Sons», έπρεπε να αποσταλή προς επανόρθωσιν και βελτίωσιν της καταστάσεως.
Εις τοιαύτας περιπτώσεις, ο διορισμός των τοιούτων διοικητών δεν ενέχει μεγάλην δαπάνην χρόνου. Περιέργως όμως, εν προκειμένω το αντίθετον ελάμβανε χώραν. Τούτο, εν όλοις ανώμαλον, ήτο καταφανές ότι κάτι το ασύνηθες εγκυμονείτο, αλλά τι το τοιούτον ήτο ουδείς εγνώριζεν. Η εκκρεμότης δεν διήρκεσε επί πολύ και όταν εγνώσθη ότι ο Ιησούς μετέφερεε την διοίκησιν του Σύμπαντος εις τον Εμμανουήλ, την δε κυβέρνησιν των Ουρανίων Δυνάμεων εις τον Γαβριήλ, ήτο πρόδηλον ότι μια νέα «Μύησις» ευρίσκετο εν πορεία.
Ήτο η τρίτη ημέρα, μετά την αναχώρησίν του εκ Σάλβινκτον όπου ο Ιησούς, ως «Material Son», παρουσιάσθη προ του Ηγεμόνος – Κυβερνήτου, του Συστήματος 87, του Αστερισμού 61 και έδωσε τα πιστοποιητικά της ταυτότητός του, υπογεγραμμένα παρά του Εμμανουήλ και των «Αρχαίων των Ημερών». Εν όψει τούτων, αμέσως εδιωρίσθη «Πλανητικός Πρίγκηψ» του κόσμου 217, γεγονός το οποίον επεκυρώθη παρά των «Υψηλοτάτων» - «Mosto High» - του αστερισμού 61.
Επί μίαν ολόκληρον ενσάρκωσιν ο μυστηριώδης ούτος «Material Son», ειργάσθη αόκνως να επαναφέρη εις την ευθείαν γραμμήν τον πεπτωκότα πλανήτην, άνευ βοηθείας παρ' ουδενός, στερούμενος έτι και συγκοινωνίαν με τον έξω κόσμον, λόγω του ότι αύτη, με την απαρχήν της ανταρσίας, διεκόπη.
Όταν εν τέλει, οι μόνιμοι « Material Son» και «Daughter» - «Υλικός Υιός και Θυγάτηρ» - αφίχθησαν, τοις παρέδωσε τα ηνία της κυβερνήσεως και, ως πρότερον, κατά την τρίτην ημέραν, όλως αιφνιδίως, παρουσιάσθη εις Σάλβινκτον.
Ολίγας ημέρας αργότερον, το ραδιόφωνον της Uversa, πρωτεύουσα του Υπερ-Σύμπαντος Orvonton, ανήγγειλε την νέαν προαγωγήν του «Μιχαήλ του Νέβαδον».

Η ΤΕΤΑΡΤΗ «ΜΥΗΣΙΣ»: «ΣΕΡΑΦΕΙΜ»
Η «Μυησις» αύτη διέφερε των άλλων καθ' ότι δεν ήτο διοικητική. Πάντοτε μυστηριώδης, παρουσιάσθη μιαν ημέραν ως Σεραφείμ, φέρων επίσημα πιστοποιητικά ταυτότητος και αμέσως ανέλαβε υπηρεσίαν ως ιδιαίτερος γραμματεύς διαφόρων διδασκάλων εις 22 πλανήτας. Το τελευταίον ανατεθέν εις αυτόν έργον ήτο σύμβουλος και βοηθός ενός των «Trinity Διδασκάλων» εις τον πλανήτην 462, του Συστήματος 84, του Αστερισμού 3, του Νέβαδον. Καθ' όλην την περίοδον ταύτην, ως και εις τας προηγηθείσας, ουδείς εγνώριζε την πραγματικήν ιδιότητα του μυστηριώδους τούτου Σεραφείμ όστις, εις οιανδήποτε υπηρεσίαν ετίθετο ήτο εξαιρετικώς δραστήριος και ικανός. Η «Μύησις» αύτη διήρκεσε 200 γήινα έτη.


Η ΠΕΜΠΤΗ «ΜΥΗΣΙΣ»: «ΘΝΗΤΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ»
Προ 300 εκατομμυρίων ετών εις μιαν εκπομπήν του ραδιοφώνου της Uversa, ο Κόσμος επληροφορείτο ότι αφίχθη εκεί εις προσκηνητής, θνητής προελεύσεως, με πιστοποιητικά ταυτότητος επεβεβαιούμενα παρά του Εμμανουήλ. Ο εν λόγω προσκυνητής εσυνωδεύετο παρά του Γαβριήλ του Νέβαδον και παρουσιάζει προσωπικότητα αληθούς «πνεύματος». Περισσότερα δεν εδόθησαν καθότι το γεγονός δεν ηνείχε σπουδαιότητα.
Ούτως η Πέμπτη «Μύησις» είχεν την απαρχήν της εν Uversa όπου, υπό το ψευδώνυμον Evented, ο άγνωστος προσκυνητής έζησε και ειργάσθη επί 55 γήινα έτη, εν προπαρασκευή δι' ευρυτέραν πείραν πάσης ζωής, εκ του ύψους των Μελχιζεδέκ μέχρι του τελευταίου θνητού ιδιώτου.
Εν Uversa, ως κοινός αναληφθείς θνητός, ετέθη εις την ιδίαν κατηγορίαν και προπαίδειαν όπως όλοι, της ιδίας τάξεως, θνητής προελεύσεως, και εδοκιμάσθη κατά διαφόρους τρόπους και υφ' όλας τας απόψεις. Εις κάθε περίπτωσιν ευρέθη, όχι μόνον αντάξιος της εμπιστοσύνης ήτις του εδίδετο αλλ' επί πλέον, λόγω της ικανότητός του και των ανωτέρων προτερημάτων του είλκυε την αγάπην και τον σεβασμόν όλων των συνεργατών του.

Η ΕΚΤΗ «ΜΥΗΣΙΣ»: «MORONTIA ΘΝΗΤΟΣ»*
Η Έκτη «Μύησις» διαφέρει των προηγουμένων λόγω του ότι, εις την παρούσαν περίπτωσιν η αναχώρησις και σκοπός της εγίνετο πλήρως γνωστή όχι μόνον εις τους αμέσως ενδιαφερομένους, αλλ' εις ολόκληρον την Σάλβινκτον. Ο Ιησούς εκάλεσε όλον τον λαόν και, δια πρώτην φοράν ανεκοίνωσε το σχέδιον της επερχομένης ενσαρκώσεως ήτις θα ελάμβανε σώμα και ζωήν ενός «Morontia θνητού», εις την Αυλήν των «Υψηλοτάτων Πατέρων», εις την πρωτεύουσαν του 5ου Αστερισμού. Επίσης, τότε, κατ' εκείνην την γενικήν συνάθροισιν, ο Ιησούς, δια πρώτην φοράν είπε ότι η Εβδόμη «Μύησις» θα λάβη ζωήν, σώμα και οστά, κοινού θνητού. Δεν ωνόμασε όμως τον πλανήτην όπου τούτο θα ελάμβανε χώραν.
Η αναχώρησίς του, προς ανάληψιν της νέας «Μυήσεως» εγένετο εν πλήρει όψει του λαού. Εσυνωδεύετο παρά του Γαβριήλ και ενός σεραφείμ και, ως πρότερον, ο Εμμανουήλ ανέλαβε την πλήρη διοίκησιν του Σύμπαντος. Όταν έφθασε την έδραν του 5ου Αστερισμού, την Αυλήν των «Υψηλοτάτων Πατέρων», έφερε σώμα και τελείαν μορφήν «Morontia θνητού», με το όνομα Endantum.
Λεπτομέρειαι επ' αυτής της «Μυήσεως» δεν εδόθησαν, και ο Mantutia Μελχιζεδέκ, εις τον οποίον οφείλομεν το ιστορικόν των «Μυήσεων», λέγει ότι περισσότερα επ' αυτού του θέματος δεν δύναται να δώση – δεν του επετράπη.

Η ΕΒΔΟΜΗ «ΜΥΗΣΙΣ»: «ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»
Η εκλογή της Γης, ως το θέατρον της Εβδόμης «Μυήσεως» δεν εγένετο γνωστή εις την Σάλβινκτον μέχει και μετά την «Πτώσιν του Αδάμ και της Εύας», προ 35.000 ετών περίπου. Ήτο τότε όπου αύτη έλαβεν γενικήν διαφήμησιν, καθ' όλον το Σύμπαν και ήτο τότε που ο Ιησούς ανεκοίνωσε, επισήμως ότι η Εβδόμη «Μύησις» θα ελάμβανε χώραν εις την «Urtantia» - το όνομα της Γης εις τα αρχεία του Νέβαδον – και ότι θα επιτελείτο δια βρεφικής γεννήσεως, ως κάθε άλλη ύπαρξις εν τη Γη. Μετά την ανακοίνωσιν ταύτην, αι εκπομπαί του ραδιοφώνου της Σάλβινκτον έδιδον σοβαρότητα εις κάθε φάσιν της ζωής του κόσμου της Γης, ιδιαιτέρως δε μετά την γέννησιν του Ιησού εν Βηθλεέμ.
Εις όλας τα προηγηθείσας «Μυήσεις» ο Ιησούς ως ιδιώτης επαρουσιάζετο πλήρως, φυσικώς ανεπτυγμένος και όχι ως βρέφος. Ήτο το τελευταίονπου παρετηρείτο μετά φόβου εν Σάλβινκτον, λογω του ότι τούτο διεκινδύνευε ολόκληρον την «Μύησιν», ένεκα της αβεβαιότητος και ακροσφαλείας της ζωής ενός βρέφους. Πάντως ανεγνωρίζετο ότι προστασία ήτο προσιτή και θα εδίδετο εν ανάγκη.
Παρήλθον εν δις-εκατομμύρια γήινα έτη πριν ή αι Επτά «Μυήσεις» περατωθώσι και ο Ιησούς εδραιώση την θέσιν του ως ο ανώτατος και απόλυτος Κυβερνήτης του Σύμπαντος το οποίον ο ίδιος εδημιούργησε. Ως «Μιχαήλ Υιός» εγεννήθη δημιουργός, εξεπαιδεύθη ως διαχειριστής, εξεγυμνάσθη ως εκτελεστικός διοικητής και τώρα, ίνα λάβη τελείαν επικυριαρχίαν του Σύμπαντός του, έπρεπε να αποβή κοινός θνητός του κόσμου της Γης και να διέλθη όλας τας φάσεις της ζωής της ανθρωπότητος**. Τούτο ήτο αναγκαίον και απαιτείται παρ' όλων των «Δημιουργών Υιών του Παραδείσου», αλλ' όχι όμως και η Σταύρωσις. Αύτη δεν επιφυλάσσετο ούτε και δια τον Ιησούν, και ηδύνατο να την αποφύγη εάν ήθελεν – αλλά την επροτίμησε.
Courtesy: «The Urantia Foundation» from: «The Urantia Book»

_______________________________
*«Μορόντια Θνητός». Τούτο είναι μια κατάστασις εις την οποίαν ο ιδιώτης δεν θεωρείται ούτε θνητός αλλ' ούτε τέλειον πνεύμα. Ευρίσκεται εις διαρκή μεταθανάτιον εξέλιξιν ήτις απαριθμεί 570 σταθμούς προαγωγής προτού φθάσει την έδραν του Τοπικού Σύμπαντος – την Σάλβινκτον.

**Καίτι έμφασις ενταύθα δίδεται επί της τελευταίας ενσαρκώσεως, αλλαχού αναφερόμεθα (Κεφ. 24) ο Ιησούς είχεν και άλλας διαβιώσεις επί της Γης. Τούτο εγένετο, όχι προς εξιλέωσιν καρμικών ευθυνών, αλλ' όπως αποκτήση περισσοτέραν πείραν και γνώσιν του κόσμου επί του οποίου εγνώριζεν ότι θα ελάμβανε την Εβδόμην και τελευταίαν «bestowal» - «Μύησιν».


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Σ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ
Ο ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΓΝΩΣΙΣ
ΑΘΗΝΑΙ 1978