.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ – ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Οἱ ἄνθρωποι νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα. Ἔτσι κανένας δὲ θά ῾θελε νὰ ὑποθέσει πὼς ἕνα καύκαλο μέσα στὴν ὀστεοθήκη του εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔτρεμε καθόλου τὸ χέρι τοῦ παράξενου ποιητῆ ὅταν ἦρθε μία μέρα νὰ ταράξει τὸν ὕπνο τῶν αἰώνων ποὺ κοιμόμουν μέσα στὸ μαῦρο μου κασονάκι, ὄξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ νεκροταφείου.
Τὶς δυὸ μικρὲς σπηλιὲς στὴ βάση τοῦ μετώπου μου - στὴ ζωὴ τ᾿ ὄνομά τους ἦταν γλυκὸ σὰν τὸ φῶς - τὶς γιόμιζε ἡ νύχτα τοῦ ἀσυνείδητου. Κάποια ἀράχνη ἐσάλευε ἀπάνω στὸ μηλίγγι μου κ᾿ εἶχε γίνει τὸ ὄνειρό μου. Ξυπνώντας ἔξαφνα, ἔνοιωσα νὰ μὲ σηκώνουν. Σίγουρα θὰ ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ χωνευτηρίου, ἐσκέφτηκα. Μὲ τὸ δίκιο τους θὰ κουράστηκαν οἱ δικοί μου νὰ πληρώνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ μισὸ νοῖκι ποὺ ἐξασφάλιζε τὴ θέση μου στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτό. Μ᾿ ἐτύλιξαν σὲ μίαν ἐφημερίδα, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ λίγην ὥρα ἐβρέθηκα στὸ τραπέζι τῆς μελέτης τοῦ ποιητῆ μου, ἀπάνω σ᾿ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔτυχε νά ῾ναι κάτι εὔθυμα τραγούδια ἀγάπης.
Στὴν ἀρχὴ μ᾿ ἄφησαν ἥσυχο νὰ κοιτάζω ὅ,τι μποροῦσε νὰ χωρέσει στὸ στενό του κύκλο τὸ βλέμμα μου, ποὺ δὲν ἦταν βέβαια βολετὸ νὰ τὸ διευθύνω ὅπου ἤθελα. Ἀντίκρυ μου ἄσπριζε τὸ κρεβάτι. Οἱ θύμησές μου ὁλοένα ἐζωήρευαν μὲ τὸ νὰ τὸ βλέπω. Τώρα θυμόμουν καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Δὲν ἦταν τὸ κρεβάτι τῆς τελευταίας μου ἀρρώστειας. Γιατί τὸ ξεκουραστικὸ κρεβάτι τοῦ θανάτου δὲν τὸ θυμᾶται ἕνα καύκαλο σὰν ἐμένα παρὰ μόνο γιὰ νὰ νοσταλγήσει τὴ ζωή. Θυμόμουν, ὅμως, καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Ὕστερα ἐπέρασε θαμπὸ ἀπὸ τὴ μνήμη μου κάτι ἄλλο... Δὲν μπόρεσα νὰ ξεχωρίσω τί. Πάει τόσος καιρὸς ἀπὸ τότε...
Ἐκοίταζα τὸ ἡμερολόγιο στὸν τοῖχο γιὰ νὰ ἰδῶ πόσα χρόνια ἐβάστηξε ὁ ὕπνος μου, ὅταν ἔνιωσα ἀπὸ τὸ θόρυβο πὼς κάποιος ἐμπῆκε στὴν κάμαρα. Ἦταν ἕνας φίλος τοῦ ἀπαγωγέα μου. Ἦρθε καὶ στάθηκε μπροστά μου. Ὁ ποιητὴς μ᾿ ἔδειξε λέγοντας: «Νὰ σοῦ συστήσω τὸν κύριο...», κ᾿ εἶπε τ᾿ ὄνομά μου, ποὺ τό᾿ χε διαβάσει στὴν ὀστεοθήκη. Ὁ ἄλλος ὑποκλίθηκε χωρικά, ἔβγαλε τὸ καπέλο του καὶ μοῦ τὸ φόρεσε. Ἄναψε κ᾿ ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ σφήνωσε στὰ δόντια μου. Ὕστερα ἀρχίσανε νὰ γελᾶνε. Ἐγὼ τοὺς ἐκοίταζα σοβαρά, ὅπως ταιριάζει, σ᾿ ὅσους ἔζησαν τὴ ζωή, νὰ κοιτοῦνε αὐτοὺς ποὺ θὰ τὴ ζήσουν. Δὲ μὲ πείραζε καθόλου ἕνα τέτοιο φέρσιμο, μόνε συλλογιζόμουνα τί ἁπλοϊκοὶ πού ῾ναι οἱ ἄνθρωποι νὰ νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα καὶ νὰ μὴ θέλουνε ποτὲ νὰ παραδεχτοῦνε πὼς ἕνα καύκαλο μπορεῖ νά ῾ναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά.
Δυὸ ὁλόκληρες ὧρες ἀναγκάστηκα νὰ τοὺς ἀκούω. Τὰ λόγια τους θὰ μοῦ ῾φέρναν πικρὸ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη. Μιλούσανε γιὰ τὶς γυναῖκες τους, γιὰ τὰ βιβλία τους, γιὰ κάθε τί, σὰ νὰ μὴν ἦταν τὸ κρανίο ἑνὸς ἀνθρώπου ὅμοιου μ᾿ αὐτοὺς ἡ μπάλα ἐκείνη τῆς φρίκης ποὺ τὴ ἤξεραν τόσο κοντά τους.
Ἐφύγανε.
Ἀργά, μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐγύρισε μονάχος ὁ ποιητής. Δὲν ξέρω γιατί ἔνιωσα κάτι σὰν ἕνα αἴσθημα ὑπεροχῆς νὰ μὲ κυριεύει. Καθὼς ἄναβε ἡ λάμπα, τὸ χέρι του δὲν ἦταν ὅμοια σταθερὸ ὅπως ὅταν ἄνοιγε τὸ μαῦρο μου κουτί, στὸ νεκροταφεῖο. Τὸ φῶς, πέφτοντας λοξὰ ἀπάνω μου, μοῦ ῾δωσε μίαν ὄψη παράξενα ζωντανή. Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὴν ἔκφραση τοῦ φίλου μου αὐτό. Μὲ πῆρε στὰ χέρι του. Ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Θὰ μὲ πετοῦσε στὸ δρόμο, ἂν δὲν ἐκάρφωνα πιὸ μαῦρο καὶ πιὸ βαθὺ τὸ βλέμμα μου στὸ μεταξὺ τῶν ματιῶν του. Μ᾿ ἄφησε στὸ πεζοῦλι τοῦ παραθύρου κ᾿ ἔκλεισε. Ὅλη τὴ νύχτα τὸν ἄκουγα νὰ στριφογυρίζει στὸ κρεβάτι. Ἂν ἐκοιμήθηκε, θά ῾κάνε πολὺ ταραγμένο ὕπνο.
Τὸ πρωὶ βρέθηκα μέσα στὴν ὀστεοθήκη μου. Χωρὶς ἄλλο θὰ μ᾿ ἔφερε στὴ θέση μου ὁ ἴδιος ἐκεῖνος τύπος μὲ τὰ παράξενα γοῦστα. Τώρα ἀκουμπῶ τὸ σαγόνι μου στοχαστικὰ στὸ κόκκαλο τοῦ χεριοῦ καὶ σκέφτομαι τὴν περιπέτειά μου. Μοῦ φαίνεται πὼς βλέπω ἀκόμα τὸ βιβλίο μὲ τὰ εὔθυμα ἐρωτικὰ τραγούδια καὶ τὸ ἡμερολόγιο μὲ τὴν τραγικὰ προχωρημένη ἡμερομηνία. Περσότερο ὅμως συλλογιέμαι τὸ κρεβάτι. Τὸ κρεβάτι μ᾿ ἔκαμε νὰ μισοθυμηθῶ μιὰ μικρὴ ἱστορία ποὺ ἐνόμιζα πὼς εἶχα κατορθώσει νὰ ξεχάσω ὁλότελα.




Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΑΞΗ – FOSTER BAILEY


«Ας ανοικοδομηθεί ο Ναός του Κυρίου», φώναξε ο μεγάλος έβδομος άγγελος. Τότε οι επτά μεγάλοι Γιοι του Θεού κινήθηκαν με καθορισμένο βήμα και κατέλαβαν τις θέσεις τους στο Βορρά, το Νότο, τη Δύση και την Ανατολή. Το έργο της οικοδόμησης είχε αρχίσει.
Οι θύρες ήταν κλειστές και στεγασμένες, τα Φώτα έλαμπαν αμυδρά. Ο χρόνος δεν είχε έλθει ακόμη για την εκπόρευση του Φωτός. Ο Λόγος δεν μπορούσε να εκφωνηθεί. Βασίλευε μόνον η σιωπή. Μεταξύ των επτά Μορφών το έργο συνεχιζόταν και μια σιωπηλή κλήση περνούσε από τον ένα στον άλλο. Όμως, η θύρα του Ναού παρέμενε κλειστή... Καθώς περνούσε ο Χρόνος, ακούστηκαν έξω από τη θύρα του Ναού οι ήχοι της ζωής. Η θύρα άνοιξε κι έκλεισε. Κάθε φορά που άνοιγε, ένας μικρότερος Γιος του Θεού εισερχόταν και το Φως του Ναού αύξανε. Κάθε φορά το Φως γινόταν πιο δυνατό. Με αυτόν τον τρόπο, ένας-ένας, οι γιοι των ανθρώπων μπήκαν στο Ναό. Διήλθαν από το Βορρά προς το Νότο και από τη Δύση προς την Ανατολή και στο κέντρο, στην Καρδιά, βρήκαν φως κατανόηση και δύναμη για εργασία. Μπήκαν από τη θύρα, πέρασαν μπροστά από τους επτά, ανασήκωσαν το πέπλο του ναού και εισήλθαν στο Φως.
Ο Ναός αυξήθηκε σε κάλλος. Οι γραμμές, οι τοίχοι, το εύρος, το βάθος και το ύψος του, αργά-αργά αναδύθηκαν στο φως της ημέρας.
Από την Ανατολή ήλθε ο λόγος: «Ανοίξτε τη θύρα σε όλους τους γιους των ανθρώπων, οι οποίοι έρχονται από τις σκοτεινές κοιλάδες και ας αναζητήσουν το Ναό του Κυρίου. Δώστε τους το Φως. Αποκαλύψτε το εσώτερο ιερό και με την εργασία όλων των Οικοδόμων του Κυρίου, αυξήστε το ναό και ακτινοβολήστε τους κόσμους. Ηχήστε τον Δημιουργικό Λόγο και ανυψώστε τους νεκρούς στη Ζωή».
Με αυτόν τον τρόπο ο Ναός του Φωτός θα μεταφερθεί από τον Ουρανό στη Γη, οι τοίχοι του θα υψωθούν επάνω στις κοιλάδες της γης, το φως θα αποκαλύψει και θα θρέψει όλα τα όνειρα των ανθρώπων.
Τότε θα ξυπνήσει ο Κύριος της Ανατολής αυτούς που κοιμούνται. Τότε ο Φύλακας της Δύσης θα δοκιμάσει όλους τους αναζητητές του Φωτός. Ο Φύλακας του Νότου θα καθοδηγήσει και θα βοηθήσει τους τυφλούς και θα παραμείνει ορθάνοιχτη η πύλη του Βορρά, επειδή εκεί στέκει ο αόρατος Κύριος, με χέρι που καλοδέχεται και καρδιά που κατανοεί, προκειμένου να οδηγήσει τον υποψήφιο στην Ανατολή, εκεί όπου λάμπει το αληθινό Φως...
«Γιατί, όμως, αυτό το άνοιγμα των θυρών του Ναού», ρώτησε η μεγαλύτερη επτάδα, τους καθήμενους Τρεις.
«Επειδή ο Χρόνος ωρίμασε και οι Τεχνίτες είναι έτοιμοι. Ο Θεός δημιούργησε το Φως και τώρα οι Γιοι Του μπορούν να δημιουργήσουν. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο για να γίνει».
«Αυτό ας είναι το ελάχιστο», ήρθε η απάντηση από τη μεγαλύτερη επτάδα στους καθήμενους Τρεις.
«Η εργασία μπορεί τώρα να προχωρήσει. Ας αφεθούν όλοι οι γιοι της γης να εργασθούν».



FOSTER BAILEY
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1999

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

«Πρωτόγονη» Διανόηση και «Πολιτισμένος» Νους – Claude Levi-Strauss


Ο τρόπος σκέψης των λαών που συνήθως, αλλά και λανθασμένα, ονομάζουμε «πρωτόγονους» – ας τους περιγράψουμε καλύτερα σαν λαούς «χωρίς γραφή», γιατί νομίζω πως αυτός είναι ο παράγοντας που τους διακρίνει από εμάς – έχει ερμηνευθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους, που και οι δύο κατά τη γνώμη μου είναι εξίσου λανθασμένοι. Ο πρώτος τρόπος ήταν εκείνος που θεώρησε ένα τέτοιο τρόπο σκέψης σαν μια χονδροειδέστερης ποιότητας σκέψη, και στη σύγχρονη ανθρωπολογία το παράδειγμα που μου έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι το έργο του Malinowski. Πρέπει αμέσως να πω ότι διατηρώ γι' αυτόν τον μεγαλύτερο σεβασμό και τον θεωρώ ένα πολύ μεγάλο ανθρωπολόγο, και δεν περιφρονώ καθόλου τη συμβολή του. Αλλά παρόλα αυτά υπήρχε στον Malinowski το αίσθημα πως η σκέψη των λαών που μελετούσε – και, μιλώντας γενικά, η σκέψη όλων των λαών που δεν έχουν γραφή και οι οποίοι αποτελούν το θέμα της ανθρωπολογίας – καθοριζόταν, η και καθορίζεται, από τις βασικές ανάγκες της ζωής. Αν γνωρίζετε πως ένας λαός, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, καθορίζεται από τις στοιχειώδεις ανάγκες της επιβίωσης – την εξασφάλιση των μέσων συντήρησης, την ικανοποίηση των σεξουαλικών ορμών και ούτω καθεξής – τότε μπορείτε να εξηγήσετε τους κοινωνικούς θεσμούς αυτού του λαού, τις πίστεις του, τη μυθολογία του, και όλα τα σχετικά. Αυτή η πολύ διαδεδομένη αντίληψη στην ανθρωπολογία τοποθετείται κάτω από το όνομα του φονξιοναλισμού (λειτουργισμού).
Ο άλλος τρόπος ερμηνείας δεν θεωρεί τόσο πολύ τη σκέψη των λαών εκείνων ένα κατώτερο είδος σκέψης, αλλά ένα θεμελιώδες διαφορετικό είδος σκέψης. Παράδειγμα αυτής της προσέγγισης αποτελεί το έργο του Levy-Bruhl, ο οποίος θεώρησε πως η βασική διαφορά ανάμεσα στην «πρωτόγονη» σκέψη – βάζω πάντα τη λέξη «πρωτόγονος» μέσα σε εισαγωγικά – και στη σύγχρονη σκέψη είναι ότι η πρώτη καθορίζεται εντελώς από συγκινησιακές και μυστικές παραστάσεις. Έτσι, ενώ του Malikowski η αντίληψη βασίζεται στη λειτουργικότητα, η άλλη αντίληψη βασίζεται στη συγκίνηση και το συναίσθημα. Και αυτό που εγώ προσπάθησα να τονίσω είναι πως στην πραγματικότητα η σκέψη των λαών που δεν έχουν γραφή είναι, ή μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι, από το ένα μέρος ανιδιοτελής – και αυτό αποτελεί μια διαφορά σε σχέση με την αντίληψη του Malikowski – και, από το άλλο μέρος, διανοητική – πράγμα που αποτελεί μια διαφορά σε σχέση με την άποψη του Levy-Bruhl.
Αυτό που προσπάθησα να δείξω στον Τοτεμισμό σήμερα και την Άγρια Σκέψη είναι ότι εκείνοι οι λαοί που συνήθως τους θεωρούμε δέσμιους της ανάγκης να μη πεινάσουν και να εξακολουθούν να μπορούν να επιβιώνουν μέσα σε πολύ σκληρές συνθήκες, αυτοί οι λαοί είναι απόλυτα ικανοί να σκεφτούν ανιδιοτελώς. Παρακινήθηκαν, δηλαδή, από μια ανάγκη ή επιθυμία να κατανοήσουν τον κόσμο που τους περιέβαλλε, τη φύση και την κοινωνία τους. Από την άλλη μεριά, για να πετύχουν αυτόν το σκοπό, ακολουθούν διαδικασίες και χρησιμοποιούν μέσα νοητικά, ακριβώς όπως ένας φιλόσοφος, ή ακόμη, μέχρι ένα βαθμό, ένας επιστήμονας θα χρησιμοποιούσαν. Αυτή είναι η βασική μου υπόθεση.
Θα ήθελα να διαλύσω μια παρεξήγηση τώρα αμέσως. Λέγοντας ότι ένας τρόπος του σκέπτεσθαι είναι ανιδιοτελής και διανοητικός, δεν εννοώ καθόλου ότι ισοδυναμεί με το επιστημονικό σκέπτεσθαι. Φυσικά παραμένει διαφορετικός γιατι ό σκοπός του είναι να πετύχει με τα συντομότερα δυνατά μέσα μια γενική κατανόηση του σύμπαντος – και όχι μόνο μια γενική, αλλά μια ολική κατανόηση. Είναι, δηλαδή, ένας τρόπος του σκέπτεσθαι που αναγκαστικά συνεπάγεται ότι εάν δεν κατανοούμε τα πάντα τότε δεν εξηγούμε τίποτε. Είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που κάνει το επιστημονικό σκέπτεσθαι που προχωρά βήμα προς βήμα προσπαθώντας να δώσει εξηγήσεις για πολύ περιορισμένα φαινόμενα, και μετά συνεχίζοντας με άλλα είδη φαινομένων, και ούτω καθεξής. Όπως έχει πει ήδη ο Ντεκάρτ, το επιστημονικό σκέπτεσθαι είχε ως σκοπό να διαιρέσει τη δυσκολία σε τόσο πολλά μέρη όσο ήταν απαραίτητο για να βρεθεί η λύση.
Έτσι, αυτή η φιλοδοξία του πρωτόγονου νου για το ολοκληρωτικό είναι εντελώς διαφορετική από τις διαδικασίες του επιστημονικού σκέπτεσθαι. Φυσικά, η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός, ότι αυτή η φιλοδοξία δεν πραγματοποιείται. Γινόμαστε ικανοί μέσω του επιστημονικού σκέπτεσθαι να πετύχουμε μια κυριαρχία πάνω στη φύση – δεν χρειάζεται να επιμείνω σ' αυτό το σημείο, είναι αρκετά προφανές – ενώ αντίθετα ο μύθος δεν κατορθώνει να δώσει στον άνθρωπο περισσότερη υλική δύναμη πάνω στο περιβάλλον. Εντούτοις δίνει στον άνθρωπο, και τούτο είναι σημαντικό, την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να κατανοήσει το σύμπαν και ότι πράγματι το κατανοεί. Πρόκειται, φυσικά, μόνο για μια ψευδαίσθηση.
Θα 'πρεπε, όμως, να σημειώσουμε ότι ως επιστήμονες χρησιμοποιούμε ένα πολύ περιορισμένο ποσό της διανοητικής μας δύναμης. Χρησιμοποιούμε ό,τι απαιτείται από το επάγγελμά μας, την απασχόλησή μας, ή την ειδική κατάσταση στην οποία έχουμε εμπλακεί σε μαι δεδομένη στιγμή. Έτσι, εάν κάποιος εμπλακεί επί είκοσι και περισσότερα χρόνια στον τρόπο που οι μύθοι και τα συγγενικά συστήματα λειτουργούν, τότε χρησιμοποιεί αυτό το μέρος της νοητικής του δύναμης. Αλλά δεν μπορούμε να ζητάμε καθένας από εμάς να δείχνει ενδιαφέρον για τα ίδια ακριβώς πράγματα. Έτσι, καθένας από εμάς χρησιμοποιεί ένα ορισμένο ποσό της νοητικής του δύναμης ανάλογα και με αυτό το οποίο χρειάζεται ή τον ενδιαφέρει.
Σήμερα χρησιμοποιούμε και λιγότερη και περισσότερη από τη διανοητική μας ικανότητα από ό,τι κάναμε στο παρελθόν. Και δεν πρόκειται, επίσης, ακριβώς για το ίδιο είδος διανοητικής ικανότητας. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούμε σε σημαντικό βαθμό λιγότερο μέρος από τις αισθητηριακές μας αντιλήψεις. Όταν έγραφα την πρώτη μορφή των Μυθολογικών, αντιμετώπισα ένα πρόβλημα που για μένα ήταν εξαιρετικά μυστηριώδες. Φαίνεται ότι υπήρξε μια συγκεκριμένη φυλή που μπορούσε να δει τον πλανήτη Αφροδίτη με το φως της μέρας, κάτι που για μένα θα ήταν εντελώς αδύνατο και απίστευτο. Ρώτησα του επαγγελματίες αστρονόμους. Μου απάντησαν, φυσικά, ότι δεν είναι δυνατό, αλλά, όμως, όταν ξέρουμε την ποσότητα του φωτός που εκπέμπεται από την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν μας φαίνεται ακατανόητο που μερικοί άνθρωποι μπορούσαν κάτι τέτοιο. Αργότερα κοίταξα σε παλιές πραγματείες περί ναυσιπλοΐας που ανήκουν στον δικό μας πολιτισμό και όχι στην περιοχή της «πρωτόγονης» σκέψης, και από κει μέσα φαίνεται ότι ναυτικοί εκείνων των καιρών μπορούσαν με τέλειο τρόπο να δουν τον πλανήτη μέσα σε πλήρες φως της μέρας. Πιθανώς θα μπορούσαμε και εμείς επίσης να το καταφέρουμε αν είχαμε εξασκημένο μάτι.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τη γνώση μας για τα φυτά ή τα ζώα. Λαοί που δεν έχουν αναπτύξει τη γραφή κατέχουν μαι φανταστικά ακριβή γνώση του περιβάλλοντός τους και των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών. Όλες αυτές τις ιδιότητες τις έχουμε χάσει, αλλά δεν τις έχουμε χάσει για το τίποτα. Τώρα, για παράδειγμα, είμαστε ικανοί να οδηγούμε αυτοκίνητο χωρίς να συγκρουόμαστε κάθε στιγμή, ή είμαστε ικανοί το βράδυ ν' ανοίξουμε την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Αυτό συνεπάγεται μιαν εξάσκηση των διανοητικών ικανοτήτων που οι «πρωτόγονοι» δεν διαθέτουν γιατί δεν την χρειάζονται. Νομίζω πως, με τις δυνατότητες που έχουν, θα μπορούσαν να αλλάξουν την ποιότητα του νου τους, αλλά αυτό δεν θα τους χρειαζόταν για το είδος της ζωής που έκαναν και τη σχέση που είχαν με τη φύση. Δεν μπορούμε να αναπτύξουμε όλες τις διανοητικές ικανότητες που ανήκουν στο ανθρώπινο είδος μονομιάς. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μόνο ένα τμήμα, και αυτό το τμήμα ποικίλλει ανάλογα με τον πολιτισμό.
Είναι πιθανώς ένα από τα πολλά συμπεράσματα της ανθρωπολογικής έρευνας ότι παρ' όλες τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του ανθρωπίνου είδους, ο ανθρώπινος νους είναι παντού ένας και ο αυτός και διαθέτει τις ίδιες ικανότητες. Αυτό νομίζω είναι κοινά αποδεκτό.
Δεν νομίζω ότι οι πολιτισμοί προσπάθησαν συστηματικά ή μεθοδικά να διαφοροποιηθούν ο ένας από τον άλλον. Το γεγονός είναι ότι για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι δεν ήταν πολυάριθμοι πάνω στη γη. Μικρές ομάδες ζούσαν σε απομόνωση, έτσι ώστε ήταν φυσικό να αναπτύξουν δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και να διαφοροποιηθούν μεταξύ τους. Αυτό δεν ήταν ο σκοπός τους. Ήταν μάλλον το απλό αποτέλεσμα των συνθηκών που επικρατούσαν για ένα εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τώρα, δεν θα 'θελα να νομίσετε ότι τούτο είναι αυτό καθαυτό επιζήμιο και ότι αυτές οι διαφορές θα έπρεπε να εξαφανιστούν. Γεγονός, βέβαια, είναι ότι οι διαφορές είναι εξαιρετικά γόνιμες. Ακριβώς μέσω της διαφοράς είναι που η πρόοδος έχει επιτελεστεί. Αυτό που μας απειλεί ακριβώς τώρα είναι πιθανώς αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε υπερεπικοινωνία – δηλαδή η τάση να γνωρίζουμε σε ένα σημείο του κόσμου με ακρίβεια τι συμβαίνει σε όλα τα άλλα μέρη του κόσμου. Ένας πολιτισμός για να αποκτήσει ιδιαιτερότητα και να δημιουργήσει κάτι, πρέπει αυτός και οι φορείς του να πειστούν για την πρωτοτυπία τους κι ακόμα, μέχρι ένα βαθμό, για την υπεροχή τους πάνω στους άλλους. Αλλ' όμως κάτω από συνθήκες υποεπικοινωνίας είναι που ένας πολιτισμός μπορεί να δημιουργήσει οτιδήποτε. Σήμερα απειλούμαστε από την προοπτική να γίνουμε μόνο καταναλωτές, ικανοί να καταναλώνουμε οτιδήποτε από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου και από οποιονδήποτε πολιτισμό, χάνοντας όμως κάθε πρωτοτυπία.

Μπορούμε εύκολα τώρα να φανταστούμε μια εποχή που θα υπάρξει μόνο ένας τεχνικός και πνευματικός πολιτισμός πάνω σε ολόκληρη την επιφάνεια της γης. Εγώ δεν πιστεύω ότι αυτό θα συμβεί, γιατί υπάρχουν πάντα σε λειτουργία αντιθετικές τάσεις – από τη μια προς την ομοιογένεια κι από την άλλη προς νέες διακρίσεις. Όσο περισσότερο ένας πολιτισμός γίνεται ομοιογενής, τόσο πιο πολύ γίνονται εμφανείς εσωτερικές τάσεις διαχωρισμού και ό,τι κερδίζεται στο ένα επίπεδο χάνεται αμέσως στο άλλο. Αυτό αποτελεί μια προσωπική γνώμη, με το νόημα ότι δεν έχω καμιά σαφή απόδειξη για τη λειτουργία αυτής της διαλεκτικής. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως η ανθρωπότητα μπορεί πραγματικά να ζήσει χωρίς κάποια εσωτερική ανομοιότητα.

Ας εξετάσουμε τώρα ένα μύθο από τον δυτικό Καναδά με θέμα το σαλάχι που προσπαθεί να δαμάσει ή να εξουσιάσει τον Νότιο Άνεμο και που το κατορθώνει. Είναι μια ιστορία για μια εποχή που προηγήθηκε της εμφάνισης του ανθρώπου πάνω στη γη, δηλαδή για μια εποχή κατά την οποία ζώα και άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν διακρίνονταν. Τα ζωντανά πλάσματα ήταν μισοανθρώπινα και μισοζωώδη. Όλα ήταν φοβερά ενοχλημένα από τους ανέμους, επειδή οι άνεμοι, και ειδικά οι δυσμενείς άνεμοι, φυσούσαν όλο τον καιρό, κάνοντας γι' αυτά αδύνατο το ψάρεμα και το μάζεμα των οστρακόδερμων στις ακτές. Έτσι, αποφάσισαν πως έπρεπε να πολεμίσουν τους ανέμους και να τους αναγκάσουν να φέρονται περισσότερο κόσμια. Έγινε μια εκστρατεία στην οποία διάφορα ανθρωπόζωα ή ζωοάνθρωποι έλαβαν μέρος, ανάμεσα στα οποία και το σαλάχι που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη σύλληψη του Νότιου Άνεμου. Ο Νότιος Άνεμος ελευθερώθηκε μόνο αφού υποσχέθηκε να μη φυσά όλο τον καιρό, αλλά μονάχα πότε-πότε, ή σε ορισμένες περιόδους. Από τότε μόνο σε ορισμένες περιόδους του έτους, ή μια μέρα από τις δύο, φυσά ο Νότιος Άνεμος. Και κατά το υπόλοιπο διάστημα οι άνθρωποι μπορούν να αφοσιωθούν στις δραστηριότητές τους.
Η ιστορία αυτή, φυσικά, δεν συνέβη ποτέ. Αλλά αυτό που πρέπει να κάνουμε δεν είναι να ικανοποιηθούμε με την ιδέα πως αυτό είναι καθαρά παράλογο ή πως είναι μόνο ένα φαντασιωτικό πλάσμα του μυαλού μέσα σε ένα είδος παραληρήματος. Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα και να θέσουμε στον εαυτό μας τα ερωτήματα: γιατί το σαλάχι και γιατί ο Νότιος Άνεμος;
Αν παρατηρήσετε με πολλή προσοχή το μυθικό υλικό ακριβώς έτσι όπως έχει παρουσιαστεί, τότε θα διακρίνετε πως το σαλάχι ενεργεί χάρη σε κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία είναι δύο ειδών. Το πρώτο είναι πως το σαλάχι είναι ένα ψάρι όπως όλα τα επίπεδα ψάρια, λείο από κάτω και αδρό στη ράχη. Και η άλλη ικανότητα, που του επιτρέπει να διαφεύγει με πολλή επιτυχία όταν πρέπει να αντιμετωπίσει άλλα ζώα, είναι πως το σαλάχι φαίνεται πολύ πλατύ όταν το βλέπουμε από πάνω ή από κάτω, και εξαιρετικά λεπτό όταν το βλέπουμε από το πλάι. Κάποιος που το κυνηγά ίσως νομίζει πως είναι πολύ εύκολο να ρίξει ένα βέλος και να σκοτώσει ένα σαλάχι επειδή είναι τόσο πλατύ. Αλλά μόλις το βέλος κατευθυνθεί προς αυτό, το σαλάχι μπορεί ξαφνικά να στραφεί ή να γλυστρήσει και να δείξει μόνο την πλάγια όψη του που, φυσικά, είναι αδύνατο να την σκοπεύσει κανείς. Και με αυτό τον τρόπο διαφεύγει. Έτσι, ο λόγος που έχει επιλεγεί σε αυτόν το μύθο το σαλάχι είναι γιατί αυτό αποτελεί ένα ζώο που, θεωρημένο είτε από τη μια είτε από την άλλη άποψη, είναι ικανό να δίνει – ας το πούμε με τους όρους της κυβερνητικής – μόνο μια «ναι» και μια «όχι» απάντηση. Είναι ικανό για δύο καταστάσεις που είναι ασυνεχείς, και η μια είναι θετική, και η άλλη είναι αρνητική. Η λειτουργία που έχει το σαλάχι μέσα στο μύθο είναι – αν και, φυσικά, δεν θα ήθελα να επεκτείνω υπερβολικά την παρομοίωση – όμοια με των στοιχείων στους σύγχρονους υπολογιστές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να λύσουν πολύ δύσκολα προβλήματα αθροίζοντας μια σειρά από «ναι» και «όχι» απαντήσεις.
Ενώ, λοιπόν, είναι φανερά λανθασμένο και αδύνατο από εμπειρική άποψη ένα ψάρι να μπορεί να τα βάλει με έναν άνεμο, από μια λογική άποψη μπορούμε να καταλάβουμε γιατί εικόνες δανεισμένες από την εμπειρία είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν με ένα τέτοιο τρόπο. Αυτή είναι η πρωτοτυπία της μυθικής σκέψης – να παίζει το ρόλο της εννοιακής σκέψης: ένα ζώο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως αυτό που θα αποκαλούσα δυαδικός τελεστής*, μπορεί να έχει, από μια λογική άποψη, μια σχέση με ένα πρόβλημα που είναι επίσης πρόβλημα δυαδικό. Αν ο νότιος άνεμος φυσά κάθε μέρα του έτους, τότε η ζωή είναι αδύνατη για τον άνθρωπο. Αλλά αν φυσά κάθε δεύτερη μέρα – «ναι» ή μια μέρα, «όχι» η άλλη μέρα, και ούτω καθεξής – τότε γίνεται δυνατό ένα είδος συμβιβασμού ανάμεσα στις ανάγκες του ανθρώπου και στις συνθήκες που επικρατούν στο φυσικό κόσμο.
Έτσι, από μια λογική άποψη, υπάρχει μια συγγένεια ανάμεσα σε ένα ζώο σαν το σαλάχι και στο είδος του προβλήματος που ο μύθος προσπαθεί να λύσει. Η ιστορία αυτή δεν είναι αληθής από επιστημονική άποψη, αλλά θα μπορούσαμε να καταλάβουμε αυτή την ιδιότητα του μύθου μόνο σε μια εποχή που η κυβερνητική και οι υπολογιστές έκαναν την εμφάνισή τους στον κόσμο της επιστήμης και μας έδωσαν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τις δυαδικές λειτουργίες που είχαν ήδη τεθεί σε χρήση με ένα πολύ διαφορετικό τρόπο σε σχέση με συγκεκριμένα αντικείμενα ή όντα από τη μυθική σκέψη. Σύμφωνα με αυτά δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ένα είδος διάστασης ανάμεσα στη μυθολογία και στην επιστήμη. Είναι η παρούσα κατάσταση της επιστημονικής σκέψης αυτή που μας δίνει την ικανότητα να κατανοήσουμε τι υπάρχει μέσα σε αυτό το μύθο και που στεκόμασταν μπροστά του εντελώς τυφλοί πριν εξοικειωθούμε με την ιδέα των δυαδικών λειτουργιών.
Δεν θα ήθελα, να νομίσετε πως βάζω την επιστημονική εξήγηση στην ίδια θέση με τη μυθική εξήγηση. Αυτό που θα έλεγα είναι πως το μεγαλείο και η υπεροχή της επιστημονικής εξήγησης δεν βρίσκεται μόνο στις πρακτικού και διανοητικού χαρακτήρα επιτεύξεις της επιστήμης, αλλά, στην πραγματικότητα – γεγονός άλλωστε του οποίου όλο και πιο πολύ γινόμαστε μάρτυρες – βρίσκεται στο ότι η επιστήμη γίνεται ικανή να εξηγήσει όχι μόνο την ίδια την εγκυρότητά της αλλά επίσης και ό,τι υπήρξε μέχρις ενός βαθμού έγκυρο στη μυθολογική σκέψη. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το γεγονός πως όλο και περισσότερο ενδιαφερόμαστε για την ποιοτική άποψη, και πως η επιστήμη, που είχε μια καθαρά ποσοτική προοπτική από τον δέκατο έβδομο μέχρι τον δέκατο ένατο αιώνα, αρχίζει να ενσωματώνει και τις ποιοτικές απόψεις της πραγματικότητας. Αυτό, αναμφίβολα, θα μας κάνει ικανούς να κατανοήσουμε πολλά στοιχεία που υπάρχουν στη μυθολογική σκέψη και που στο παρελθόν είχαμε την τάση να τα διαγράφουμε με την αιτιολογία πως δεν είχαν νόημα ή πως ήταν παράλογα. Αυτή η νέα τάση της επιστήμης θα μας οδηγήσει στην πίστη πως ανάμεσα στη ζωή και στη σκέψη δεν υπάρχει το απόλυτο χάσμα που είχε γίνει δεκτό σαν γεγονός από τον φιλοσοφικό δυισμό του δέκατου έβδομου αιώνα. Αν φτάσουμε στο σημείο να πιστέψουμε πως ό,τι λαμβάνει χώρα μέσα στον νου μας δεν είναι κάτι ουσιωδώς και θεμελιωδώς διαφορετικό από το βασικό φαινόμενο της ίδιας της ζωής, και αν μετά οδηγηθούμε στο αίσθημα πως δεν υπάρχει εκείνου του είδους το χάσμα, που είναι αδύνατο να γεφυρωθεί, ανάμεσα στον άνθρωπο από το ένα μέρος και σε όλα τα άλλα ζωντανά πλάσματα – όχι μόνο ζώα, αλλά επίσης και φυτά – από το άλλο, τότε ίσως θα επιτύχουμε πολύ περισσότερη σοφία, από όση νομίζουμε πως είμαστε ικανοί να αποκτήσουμε.


______________
*όρος των μαθηματικών


Claude Levi-Strauss
ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ 1986

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΟΣ – ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ


Ο Αριστοτέλης παρέθεσε τέσσερα επιχειρήματα, με τα οποία ο Ζήνων Ελεάτης επιδίωξε να ανασκευάσει την καθιερωμένη άποψη για την κίνηση, θεωρώντας ότι η εικόνα την οποία έχομε για την κίνηση των όντων – ότι ορισμένως, είναι δυνατόν ένα ον να μετακινηθεί από ένα σημείο στο χώρο σε κάποιο άλλο σημείο ή ότι ένα ον μπορεί να κινηθεί ταχύτερα από κάποιο άλλο ον – δεν ισχύει στην πραγματικότητα και ότι, ως εκ τούτου, η αντίληψη που έχομε για την κίνηση δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Τα τέσσερα αυτά επιχειρήματα ή παράδοξα του Ζήνωνος, όπως έχει καθιερωθεί να λέγονται, είναι: το στάδιο ή η διχοτομία, ο Αχιλλεύς, το βέλος και τα κινούμενα ίσα σώματα. Ας υποθέσομε, σύμφωνα με το παράδοξο του σταδίου ή της διχοτομίας, ότι ένας δρομέας ξεκινάει για να φθάσει στο τέλος της διαδρομής του. Τούτο, όμως, λογικά δεν θα μπορέσει να το επιτύχει ποτέ. Διότι: για να διατρέξει την εν λόγω απόσταση, πρέπει προηγουμένως να περάσει από το μέσο της, να διατρέξει δηλαδή το ½ της συνολικής απόστασης. Για να φθάσει, όμως, στο ½ της συνολικής απόστασης που θέλει να διατρέξει, θα πρέπει να περάσει από το ½ του ημίσεος, ήτοι να διατρέξει το ¼ της συνολικής απόστασης. Αλλά για να διατρέξει το ¼, θα πρέπει προηγουμένως να διατρέξει το 1/8 της συνολικής απόστασης, και πριν από το 1/8 θα πρέπει να διατρέξει το 1/16, και πριν από το 1/16 να διατρέξει το 1/32, κ.ο.κ, επ' άπειρον, δεδομένου ότι μια απόσταση και, γενικότερα, ο χώρος, κατά τον Ζήνωνα, μπορεί να διαιρείται συνεχώς, χωρίς τελειωμό. Μπορούμε να φανταστούμε το δρομέα σε μια κατάσταση συνεχούς ετοιμότητας, όπου, κάθε φορά που πάει να διατρέξει ένα τμήμα της απόστασης, αναστέλλει την απόφασή του να διατρέξει το τμήμα αυτό μπροστά στην ιδέα ότι προηγουμένως θα πρέπει να διατρέξει το ήμισυ του τμήματος αυτού κ.ο.κ.. Ας υποθέσομε, σύμφωνα με το καλούμενο παράδοξο του Αχιλλέως, ότι ο ταχύπους Αχιλλεύς και μια χελώνα, το πιο βραδυκίνητο ζώο, συμφωνούν να τρέξουν σε αγώνα δρόμου υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ξεκινήσουν από το ίδιο σημείο, αλλά ότι η χελώνα θα προηγηθεί του Αχιλλέα. Όλοι έχομε τη βεβαιότητα ότι νικητής του αγώνα αυτού θα είναι ο Αχιλλέας. Λογικά, όμως, κατά το Ζήνωνα, δεν θα συμβεί αυτό. Είναι αδύνατον να ξεπεράσει ο Αχιλλέας τη χελώνα εφόσον: πρώτον, η απόσταση χωρίζεται σε τμήματα και δεύτερον, δεν μπορεί να διατρέξει κανείς ένα τμήμα χωρίς να διατρέξει το αμέσως προηγούμενό του τμήμα. Μπορούμε να φανταστούμε, περαιτέρω, ότι η απόσταση που έχουν συμφωνήσει να διατρέξουν ο Αχιλλέας και η χελώνα χωρίζεται στα τμήματα α, β, γ, δ, ε, … ω και ότι για την κάλυψη του κάθε τμήματος απαιτείται ένας ορισμένος χρόνος – χ^1, χ^2, χ^3 …. Ας υποθέσομε, λοιπόν, ότι, ξεκινώντας τον αγώνα δρόμου, κατά το χρόνο χ ο Αχιλλέας βρίσκεται στο τμήμα α και η χελώνα στο τμήμα β. Κατά το χρόνο χ^1 η χελώνα θα έχει μετακινηθεί στο τμήμα γ και ο Αχιλλέας στο τμήμα β, κατά το χρόνο χ^2 η χελώνα θα έχει μετατοπιστεί στο τμήμα δ και ο Αχιλλέας στο τμήμα γ. Έτσι, σε κάθε χρονικό διάστημα, που θα διαρρέει, ο μεν Αχιλλέας θα καλύπτει το διάστημα στο οποίο βρίσκεται η χελώνα, η δε χελώνα θα έχει ήδη μετακινηθεί στο επόμενο τμήμα. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο αγώνας δρόμου θα λήξει με προπορευόμενη πάντοτε τη χελώνα. Ας υποθέσουμε σύμφωνα με το παράδοξο του βέλους, έναν τοξότη ο οποίος ρίχνει με το τόξο του ένα βέλος. Καθένας μας έχει την εντύπωση ότι το βέλος, διαγράφοντας την τροχιά του στον αέρα, κινείται. Είναι γεγονός, όμως, ότι το βέλος έχει ένα ορισμένο μήκος και καταλαμβάνει ορισμένη έκταση στο χώρο ανάλογη προς το μήκος του και, ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς την εντύπωση που έχομε όλοι μας, δεν κινείται. Ας υποθέσομε, τέλος, σύμφωνα με το παράδοξο των κινούμενων ίσων σωμάτων,ότι έχομε τρεις ίσων διαστάσεων κύβους, των οποίων η κάθε πλευρά έχει μήκος μ, και ότι ο ένας κύβος βρίσκεται κάτω από τον άλλο σε ευθεία γραμμή. Ο κύβος Β μένει σταθερά ακίνητος. Ο κύβος Α κινείται προς τα δεξιά του Β καλύπτοντας την ίδια απόσταση μ σε ίσο χρόνο χ. Μπορούμε, τότε, να σκεφθούμε ότι σε σχέση με τον κύβο Γ ο κύβος Α κάλυψε την απόσταση μ σε διπλάσιο χρόνο χ από όσο χρειάστηκε να καλύψει την ίδια απόσταση σε σχέση με τον κύβο Β. Έτσι, παρουσιάζεται το παράδοξο ένας δεδομένος χρόνος να ισούται με το διπλάσιό του χρόνο.


ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ
ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2004

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΕΥΘΕΙΑ ΓΡΑΜΜΗ – ALVARO DE CAMPOS [FERNANDO PESSOA]



Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να τον τσάκισαν στο ξύλο.
Όλοι μου οι γνωστοί υπήρξαν πρωταθλητές σε ολα.

Εγώ, τόσες φορές χυδαίος, φαύλος κι ελεεινός,
τόσες φορές αδιαφιλονίκητα παράσιτο,
ασυγχώρητα βρόμικος,
εγώ που τόσες φορές δεν είχα την υπομονή να κάνω μπάνιο,
εγώ που τόσες φορές υπήρξα γελοίος, παράλογος,
που πεδικλώθηκα δημοσίως στα χαλιά των καλώ τρόπων,
που υπήρξα φαιδρός, τσιγκούνης, υποταγμένος κι υπερόπτης,
που υπέφερα ταπεινώσεις σιωπηλά,
που όταν δεν σιώπησα ήμουν ακόμη πιο γελοίος,
εγώ που υπήρξα κωμικός για τις καμαριέρες,
εγώ που αισθάνθηκα το κλείσιμο του ματιού των κλητήρων,
εγώ που διέπραξα αίσχη οικονομικά, ζητώντας δανεικά χωρίς να τα ξεπληρώσω
εγώ που σαν ήρθε η ώρα της τιμωρίας κρύφτηκα πέρα από τη δυνατότητα της τιμωρίας,
εγώ που υπέφερα την αγωνία των μικρών ασήμαντων πραγμάτων,
διαπιστώνω πως δεν υπάρχει όμοιός μου στον κόσμο.

Όλος ο κόσμος που γνωρίζω και μιλάει μαζί μου
ποτέ δεν διέπραξε μια γελοία πράξη, ποτέ δεν ταπεινώθηκε,
δεν υπήρξαν παρά πρίγκιπες – όλοι τους πρίγκιπες – στη ζωή...
Και τι δεν θα 'δινα για ν' ακούσω την ανθρώπινη φωνή κάποιου
να εξομολογείται όχι μια αμαρτία αλλά μια παλιανθρωπιά,
να διηγείται όχι μια βιαιότητα αλλά μια δειλία!
Όχι, όλοι τους είναι το Ιδανικό αν ακούσω τι μου λένε.
Ποιος σ' αυτό τον απέραντο κόσμο θα μου εξομολογηθεί ότι μια φορά υπήρξε ελεεινός;
Ω πρίγκιπες, αδέλφια μου.

Άι στο καλό, βαρέθηκα τους ημίθεους!
Που υπάρχουν άνθρωποι σ' αυτό τον κόσμο;

Λοιπόν μονάχα εγώ είμαι ο ελεεινός κι ο λάθος σ' αυτή τη γή;

Μπορεί οι γυναίκες να μην τους αγάπησαν,
μπορεί να τους πρόδωσαν – αλλά ποτέ τους δεν υπήρξαν γελοίοι!
Κι εγώ που υπήρξα γελοίος χωρίς να με προδώσουν,
πως μπορώ να μιλώ με τους ανώτερούς μου χωρίς να τρέμω;
Εγώ, που υπήρξα ελεεινός, στην κυριολεξία ελεεινός,
ελεεινός με την ταπεινή και ποταπή έννοια της ελεεινότητας.



FERNANDO PESSOA
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΒΑΡΟ ΝΤΕ ΚΑΜΠΟΣ
ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG 2014

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Οι Πράκτορες του Χάους και οι Τρεις Νόμοι του Παγώματος – ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΜΠΟΣ


Η κατηγορία Ο.Φ. (Οριακών Φαινομένων) που μας ενδιαφέρει εδώ είναι εκείνη που αφορά στο σύνολο της φαινομενολογίας του Παράξενου.
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει νεράιδες, αράπηδες, χαμοδράκια, UFO, φαντάσματα, στοιχειά, τελώνια, παραφυσικά πλάσματα και όλες τις στρατιές των ανεξήγητων φαινομένων που αραδιάσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια.
Εδώ και αιώνες, ερευνητές χρησιμοποιώντας τα οπλοστάσια της επιστήμης, και της θρησκείας έχουν προσπαθήσει να “παγώσουν” όλα αυτά τα Ο.Φ. Να τα ερμηνεύσουν,να τα τακτοποιήσουν σε κουτιά και να ορίσουν νέους κλάδους γνώσης. Η πρόθεσή τους μπορεί να είναι αγαθή, αλλά ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.
Μερικές φορές τα Ο.Φ. ήταν τόσο πολυάριθμα και τόσο επίμονα, που οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να διευρύνουν την πλαστικότητα των νόμων για να τα περικλείσουν. Το κύτταρο ενεργοποίησε τη διαδικασία της φαγοκύτωσης. Έτσι τα Ο.Φ. εγκολπώθηκαν, αφομοιώθηκαν και πάγωσαν, έχοντας όμως επιτελέσει το σκοπό τους.
Όμως το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ.
Και κάποιοι ερευνητές κατάφεραν να συνειδητοποιήσουν το βασικό μηχανισμό πίσω από το παιχνίδι. Δεν έμπλεξαν ούτε στα παγωμένα βασίλεια της Επιστήμης και της Θρησκείας, ούτε στα τέλματα του Αποκρυφισμού. Έμειναν πέρα από κανόνες, πέρα από κατηγοριοποιήσεις, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορεί κανείς να εξετάσει την υφή του σκοταδιού ρίχνοντας πάνω του μια φωτεινή δέσμη. Και έπαιξαν με τα ίδια τα “όπλα” της συλλογικής παγωμένης πραγματικότητας. Έγιναν κι αυτοί με τη σειρά τους δευτερογενείς εστίες κυματισμών. Έγιναν Πράκτορες του Χάους(*).
Ο Τσαρλς Φορτ ήταν ένας απ' αυτούς. Πέρασε χρόνια σε δημόσιες βιβλιοθήκες συλλέγοντας περιπτώσεις Ο.Φ. που στοίχειωναν τα χωράφια της επιστήμης, και τις οποίες απέρριπταν απωθούσαν ή δεν παραδέχονταν οι επιστήμονες. Βροχές ψαριών, αίματος, φυσικών και τεχνητών αντικειμένων, παράξενοι ήχοι, οπτασίες, φωτεινοί όγκοι στον ουρανό και μέσα στον ωκεανό, μυστηριώδη σκάφη, αυταναφλέξεις, εμφανίσεις και εξαφανίσεις, όντα και φαινόμενα, παρελαύνουν καμαρωτά μέσα στις χιλιάδες των καλά τεκμηριωμένων περιστατικών που αναφέρει ο Φορτ στα βιβλία του. Όμως ο Φορτ δεν έπεσε στην παγίδα. Όσες θεωρίες δημιούργησε, τις κατέρριψε ο ίδιος σαρκαστικά. Ο Φορτ καταπολέμησε κάθε μορφή δόγματος.
Η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων ερευνητών του παράξενου είναι – χωρίς να το θέλουν – Πράκτορες του Παγώματος, που κατηγοριοποιούν τα φαινόμενα γύρω από θεωρίες – ή από παράξενους ελκυστές όπως θα έλεγε η Χαολογία. Και κάθε θεωρία, όσο εξωπραγματική και ανήκουστη και αν είναι, γίνεται τέλος ένα παγωμένο έγκλειστο στην πραγματικότητα. Όπως το στρείδι εναποθέτει στρώματα ασβεστολιθικού υλικού γύρω από τον κόκκο της άμμου που εισχώρησε μέσα του. Βέβαια το παράδειγμα είναι μάλλον ατυχές. Το στρείδι κατασκευάζει τελικά ένα πανέμορφο μαργαριτάρι.
Όμως πέρα από τα ομιχλώδη όρια της πραγματικότητας, ο Αλλόκοσμος είναι αφοσιωμένος στο αιώνιο έργο της ρευστοποίησης. Κι επειδή σ' αυτό το σύμπαν, κάθε τι προσπαθεί απεγνωσμένα να διατηρήσει την κινητική του κατάσταση, την καθιερωμένη του μορφή και σχήμα, υπάρχουν μηχανισμοί που μας εμποδίζουν να αντικρίσουμε τον Αλλόκοσμο σε όλη τη ζοφερή του μεγαλοπρέπεια.
Η συνείδηση αποτελεί τη γέφυρα που συνδέει το νου με τον εξωτερικό κόσμο. Και η συνείδηση, το συνειδητό εγώ, έχει έναν απλό αλλά αποτελεσματικό μηχανισμό για να διατηρεί το κατασκεύασμα της συλλογικής πραγματικότητας σταθερό. Είναι οι Τρεις Νόμοι του Παγώματος.
Πρώτος Νόμος: Οτιδήποτε είναι πιθανό να συμβεί μέσα στο υπάρχον σύμπαν, τελικά θα συμβεί, αλλά μέσα σε ένα περιορισμένο πλαίσιο αντίληψης και πίστης.
Δεύτερος Νόμος: Σαν αποτέλεσμα της διαδικασίας που ονομάζουμε μάθηση, το πλαίσιο αντίληψης και πίστης, πρέπει να επεκταθεί μέσα στα πλαίσια της συνειδητότητας του νου – συμβάλλοντας έτσι στην επέκταση και τη μεταβολή της καθιερωμένης αντίληψης που έχει ο νους για την πραγματικότητα.
Τρίτος Νόμος: Η επέκταση και η αλλαγή της φυσικής θεώρησης της πραγματικότητας, οδηγεί τελικά σε μια ακόμα μεγαλύτερη συχνότητα συμβάντων μέσα στο ήδη υπάρχον σύμπαν. (Υπάρχει δηλαδή μεγαλύτερο φάσμα πιθανοτήτων). Κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω ανάπτυξη του πλαισίου της αντίληψης και πίστης, και συνεπώς ενισχύονται οι δυο προηγούμενοι νόμοι του Παγώματος.
Είδατε πόσο εύκολα μπορεί κανείς να μπει στο παιχνίδι του παγώματος; Ήδη αναφέραμε ορισμούς, κανόνες, νόμους... Οριοθετήσαμε κι εμείς με τη σειρά μας το Αδιαμόρφωτο και το παγώσαμε σε συγκεκριμένες μορφές...
Όμως τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς όταν χρησιμοποιεί λέξεις;

______________________
(*) Κάποιοι άλλοι θα τους αποκαλούσαν Γκρίζους Αδελφούς...


ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΜΠΟΣ
ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΚΟΣΜΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ 1999