.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Περί Θεού – Harlan Ellison


...Ο Καρλ Σραγκ σήκωσε το κεφάλι καθώς ο άντρας από το Μπελόιτ έδενε τη ζώνη του. «Το αστείο σας ήταν πολύ κακόγουστο κύριε», είπε ψυχρά.
«Συμφωνώ», αποκρίθηκε ο άλλος. «Όμως επιτρέψτε μου να σας κάνω μια θεωρητική ερώτηση, καθαρά υποθετική».
Ο ιερέας έκλεισε το περιοδικό στο πτυσσόμενο τραπεζάκι, σημαδεύοντας τη σελίδα με το στυλό του. Αναστέναξε καρτερικά και κοίταξε τον συνταξιδιώτη του με μια έκφραση που μαρτυρούσε ότι ετοιμαζόταν να παραδώσει μαθήματα χρηστομάθειας. «Μάλιστα. Και ποια είναι η ερώτηση;»
«Πιστεύετε στο Θεό;», είπε ο άντρας.
«Σοβαρολογείτε;»
«Ρωτάω για να ξεκινήσω από κάπου. Είστε ιερέας, άρα η απάντηση είναι ναι. Όμως τι γίνεται με τους θεούς, τους άλλους θεούς, όχι το Θεό όπως τον ξέρουμε;»
«Υπάρχει μόνον ένας Θεός και ο μονογενής του Υιός».
«Ναι, βέβαια, συμφωνώ απολύτως. Αλλά ας πάρουμε για μια στιγμή εκείνους τους κακόμοιρους αδαείς, σκλάβους των ειδωλολατρικών τους πεποιθήσεων. Τους Αιγύπτιους που πίστευαν στον Πτα, στον Θωθ, στον Άμμωνα. Τους Μάγους που λάτρευαν τον Ράξα Κακουλά και τον Κεραυνό. Τους Βίκινγκ με τον Οντίν, τον Λόκι και τους υπόλοιπους. Τους λαούς του Κίτρινου Ποταμού και τον Κουάν Τι, το θεό του πολέμου, και την Κουάν Γιν τη θεά του ελέους. Την Αλτιτζίρα των Αβοριγίνων, τον Πάπα Λέγκμπα των Αϊτινών, τον Κιβάτι των Ινδιάνων, τον Κρόνο των Ελλήνων. Θεοί, όλοι τους. Ισχυροί θεοί, ωραίοι θεοί, αποτελεσματικοί θεοί. Τι κάνουμε μ' αυτούς τώρα που πέρασε η εποχή τους;»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ τον κοίταξε ήρεμα. Ένιωθε σιγουριά τώρα που η κουβέντα είχε έρθει στα δικά του χωράφια. «Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε, κύριε. Όπως σας είπα: υπάρχει μόνον ένας Θεός και τ' όνομά του είναι Ιεχωβάς. Κι έχει μόνον ένα Υιό, τον Ιησού Χριστό, το Σωτήρα μας. Όλα τα υπόλοιπα είναι πρωτόγονη δαιμονολογία, φτηνές δεισιδαιμονίες, ειδωλολατρικές προλήψεις».
«Ναι, βεβαίως», είπε ο άντρας, σκύβοντας στο διάδρομο για να μαζέψει και να δώσει στον ηλικιωμένο μαύρο τη φθαρμένη κουβερτούλα που είχε πετάξει η κόρη του στη μοκέτα. «Αλλά θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μου τα φώτα σας ως θεολόγου, ως ανθρώπου του Θεού που έχει στοχαστεί σε βάθος αυτά τα πράγματα. Χρειάζομαι... πως να το πω... κάποια καθοδήγηση, ορισμένες αποσαφηνίσεις.
»Πάρτε για παράδειγμα τη μετάβαση από τον ελληνορωμαϊκό πολυθεϊσμό στο μεσαιωνικό χριστιανισμό. Όταν διαβάζουμε γι' αυτή την κατακλυσμιαία αλλαγή στην ιστορία του δυτικού κόσμου, μας εντυπωσιάζει η κυρίαρχη, αυτάρεσκη αίσθηση του θριάμβου, είτε τη συναντούμε σε χριστιανούς ιστορικούς όπως ο Ευσέβιος της Καισαρείας είτε σε χριστιανούς απολογητές όπως ο Αυγουστίνος, που άγιασε επειδή υπήρξε κλακαδόρος του Ιησού–»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ γούρλωσε τα μάτια, προσπάθησε να μιλήσει, έβηξε, έβγαλε άναρθρους ήχους και τέλος τραύλισε «κ-κ-κ», το πρώτο γράμμα του κλακαδόρου. Ο άντρας από το Μπελόιτ προσπέρασε την αντίδρασή του μ' ένα ανυπόμονο κυμάτισμα του χεριού και συνέχισε στον ίδιο τόνο: «Είμαστε και οι δύο άνθρωποι του κόσμου, δεν χρειάζεται να υπεκφεύγουμε. Ο Αυγουστίνος δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από δημόσιες σχέσεις για την πολιτική της ορθοδοξίας. Η άποψη ότι ο χριστιανισμός έφτασε να γίνει επίσημη κρατική θρησκεία, αποδεκτή και σεβαστή απ' όλους, χωρίς αντιδράσεις και ανταγωνισμούς, είναι... για να το πω επιεικώς μονολιθική. Αλλά δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Ακόμη και το 385 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος δυσκολεύτηκε να απαγορεύσει την πίστη στο πάνθεον–»
Μιλούσε τόσο γρήγορα και τόσο στρωτά που μετά βίας κατάφερε ο αιδεσιμότατος Σραγκ να διακόψει αυτόν τον περίκομψο λεκτικό ποταμό.
«Ειδωλολατρεία! Να τι ήταν! Ανίδεες, απολίτιστες ορδές που παραπατούσαν στα σκοτάδια πριν λάμψει το φως του Χριστού!»
«Μα ναι, φυσικά, συμφωνώ ανεπιφύλακτα και μ' όλη μου την καρδιά», είπε ο άντρας από το Μπελόιτ, διακόπτοντας το λογύδριο του αιδεσιμότατου σαν να μην είχε προσέξει ότι τα μάτια του Σραγκ κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. «Αλλά βλέπετε πως χρησιμοποιείτε τη λέξη «ειδωλολατρεία»; Σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που, στην αρχή τουλάχιστον, δεν υιοθέτησαν οι παγανιστές για τον εαυτό τους, αλλά επικράτησε για να διακρίνονται οι μη χριστιανοί επιζώντες, οι λεγόμενοι και «εθνικοί», μετά το βαθμιαίο εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και την επακόλουθη...»
«Ήταν βάρβαροι... ούτε τα κορδόνια τους δεν μπορούσαν να δέσουν... έβαφαν τα οπίσθιά τους γαλάζια και ξερίζωναν ο ένας την καρδιά του άλλου. Χόρευαν γυμνοί γύρω από φωτιές, ξεκοίλιαζαν τους εχθρούς τους κι έτρωγαν τα σπλάχνα τους... Ειδωλολάτρες... βάρ-βα-ροι!» Η φωνή του είχε υψωθεί, τραβώντας την προσοχή των συνεπιβατών. Ο άντρας από το Μπελόιτ χαμογέλασε αμήχανα στον ηλικιωμένο μαύρο απέναντι, αλλά εκείνος βιάστηκε να στραφεί στην κόρη του που επαναλάμβανε επίμονα δύο λέξεις: «Κάνει πιπί». Ο άντρας γύρισε στον αιδεσιμότατο Σραγκ και είπε: «Μα ούτ' εγώ επικροτώ τέτοιες συμπεριφορές, ιδίως το βάψιμο των κώλων, αλλά το γεγονός ότι τους αποκαλείτε βαρβάρους φανερώνει ότι δεν γνωρίζετε την ιστορία τους».

«Π-π-ποια ιστορία;»
«Για παράδειγμα, οι αρχαιολόγοι που σκάβουν στην Πάμπα-ντε-λας-Λιάμα Μοξέκε και στο Σετσίν Άλτο στις περουβιανές Άνδεις, δέκα χιλιάδες παγωμένα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ανακάλυψαν έναν πολιτισμό που προηγείται εκείνου των Μάγιας κατά δύο χιλιάδες χρόνια και των Αζτέκων κατά τρεις.
»Τεράστιοι ναοί σε σχήμα U με δέκα ορόφους. Μια απέραντη αποθήκη, μεγαλύτερη από γήπεδο του μπέιζμπολ φιλοξενούσε τις σοδειές τους. Τα κτίρια ήταν υπέροχα διακοσμημένα με ζωγραφιές ιαγουάρων, αραχνών, ερπετών». Έγειρε μπροστά και ψιθύρισε: «Τα ζωηρά τους χρώματα διατηρήθηκαν άθικτα χάρη στο ψυχρό και ξηρό κλίμα των Άνδεων. Γιατί νομίζετε ότι εγκαταστάθηκαν σε τέτοιο υψόμετρο, σ' ένα τόσο εχθρικό για τον άνθρωπο περιβάλλον, και ανέπτυξαν το θαυμαστό τους πολιτισμό την ίδια εποχή που οι Αιγύπτιοι έχτιζαν τις πυραμίδες και οι πόλεις-κράτη των Σουμερίων άκμαζαν;
»Μήπως για να βρίσκονται κοντύτερα στους θεούς που λάτρευαν; Το θεωρείτε πιθανό; Βάλτε για μια στιγμή στην άκρη την «ειδωλολατρεία» και το μπογιάτισμα των κώλων και απαντήστε μου».
«Θα σταματήσετε επιτέλους να επαναλαμβάνετε αυτή τη λέξη!»
«Ποια, την ειδωλολατρεία;”
«Όχι, την άλλη».
«Α, λέτε για τους κω–»
«Ναι! Ναι, αυτήν!»
«Πρόθεσή μου δεν ήταν να προσβάλλω τις ευαισθησίες σας, αιδεσιμότατε. Εγώ απλώς μιλούσα για εναλλακτικούς θεούς. Εσείς μιλήσατε για το βάψιμο των ...»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ βιάστηκε να επέμβει. «Δεν υπήρξαν ποτέ αυτοί οι θεοί», είπε. «Μέχρι να αποκαλυφθεί ο Λόγος, οι ειδωλο-ε... οι παγανιστές πίστευαν σε περίεργα και απίθανα πράγματα».
«Μμμ, καταλαβαίνω. Οπότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι «εθνικοί» μάρτυρες, όπως η Υπατία της Αλεξάνδρειας, πέθαναν για το τίποτα. Αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω–» κι έριξε μια φευγαλέα ματιά απέναντι όπου η προετοιμασία για το «πιπί» συνεχιζόταν «τι θα έκανε ένας τέτοιος θεός, ένας παρωχημένος θεός, ένας παρωχημένος θεός, στην περίπτωση που έχανε όλους τους οπαδούς του, μ' όλες του τις Υπατίες λιθοβολημένες μέχρι θανάτου από καλούς χριστιανούς, έχοντας μείνει χωρίς πιστούς, εκτός από κάνα-δυο σατανιστές εδώ κι εκεί, κάτι άπληστα υποκείμενα που προσπαθούν να τον επαναφέρουν για να διαλέξει τα τυχερά νούμερα του Λότο; Ε; τι θα έκανε τότε;»
«Δεν μποροώ να κάνω τέτοιου είδους εικασίες κύριε», είπε ψυχρά ο Σραγκ.
«Τίποτα;»
«Απολύτως».
«Δεν πιστεύετε ότι ίσως η Ήρα να το 'ριχνε στο κρασί και να κατέληγε μια αντιπαθέστατη μπέκρω;»
«Μα τι αήδιες είναι αυτές!»
«Μήπως ο Τζίζο, αυτή η παντοδύναμη ιαπωνική θεότητα, έπεφτε σε κατάθλιψη και σκεφτόταν σοβαρά να κάνει χαρακίρι;»
«Ποιος; Τι;»
«Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: μου λέτε ότι δεν το θεωρείτε πιθανό να συνέχισε ο Δίας να υπάρχει αφού ο Κωνσταντίνος εξανάγκασε τους Ρωμαίους να αλλαξοπιστήσουν και, καθώς κανείς δεν του απηύθυνε πια προσευχές, ούτε καν πασάλειβε με μια στάλα μπογιάς τα πισινά του, να βαρέθηκε τη ζωή του και να τίναξε τα ολύμπια μυαλά του στον αέρα;»
Ο ιερέας τον κοίταξε έξαλλος από θυμό. Κι έπειτα γύρισε επιδεικτικά το κεφάλι, πήρε το περιοδικό, το άνοιξε και έπιασε πάλι το σταυρόλεξο.
«Δεκαέξι κάθετα», είπε χαλαρά ο άντρας από το Μπελόιτ, «λέξη με εννέα γράμματα, συνώνυμο του “ανεκτός”: υποφερτός».
Ο ιερέας δεν απάντησε ούτε στράφηκε να τον κοιτάξει όταν ο άντρας από το Μπελόιτ έλυσε τη ζώνη του και σηκώθηκε για ν' ακολουθήσει τον ηλικιωμένο μαύρο που συνόδευε την κόρη του στις τουαλέτες στο πίσω μέρος του αεροπλάνου.
Περίμενε όσο ο πατέρας ψιθύριζε στην κοπέλα: «Πήγαινε τώρα να κάνεις πιπί Έβελιν. Ξέρεις εσύ. Μπράβο το κοριτσάκι μου». Της άνοιξε την πόρτα λέγοντας: «Πρόσεξε μην ακουμπήσεις το σύρτη, γλυκιά μου. Θα μπεις, θα κάνεις το πιπί σου και θα βγεις. Εντάξει, καρδούλα μου;»
Η κοπέλα μπήκε κι εκείνος έκλεισε την πόρτα, χαμογελώντας αμήχανα στον άντρα που περίμενε πίσω του για να περάσει στο διπλανό κουβούκλιο.
Ο άντρας από το Μπελόιτ μπήκε στην τουαλέτα που συγκοινωνούσε μ' εκείνη όπου η Έβελιν κατέβαζε αργά και προσεκτικά πρώτα την κιλότα της και μετά την πάνα βρακάκι. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, πέρασε το χέρι του από το διάκενο ανάμεσα στα δύο WC και άγγιξε την Έβελιν στο κεφάλι. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια.
«Κοιμήσου καλό μου παιδί. Σ' αγαπούν μ' όλη τους την καρδιά, αλλά δεν τους έχουν μείνει πολλά χρόνια. Άφησέ τους να ζήσουν».
Και δημιούργησε το ανεύρυσμα και το έκανε να εκραγεί και το κορίτσι έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και σωριάστηκε στο δάπεδο.
Ο άντρας τράβηξε το καζανάκι, βγήκε από την τουαλέτα και πέρασε δίπλα από τον ηλικιωμένο μαύρο που γονάτιζε στο διάδρομο και φώναζε το όνομα της κόρης του.
Επέστρεψε στη θέση του. Η μάνα τινάχτηκε καθώς μια αεροσυνοδός έσκυβε από πάνω της για να της ψιθυρίσει κάτι. Πανικόβλητη, προσπάθησε να σηκωθεί, διαπίστωσε πως φορούσε ακόμη τη ζώνη, βάλθηκε να την τραβολογάει χωρίς να καταφέρνει να τη λύσει μέχρι που η αεροσυνοδός τη βοήθησε κι έπειτα έτρεξαν και οι δύο κατά τις τουαλέτες.
Ο άντρας από το Μπελόιτ έκλεισε τα μάτια και προσποιήθηκε τον κοιμισμένο. Δεν περίμενε βέβαια να του ξαναμιλήσει ο αιδεσιμότατος Καρλ Σραγκ, αλλά ήθελε ν' αποτραβηχτεί όσο γινόταν. Ν' αποτραβηχτεί και να σκεφτεί με την ησυχία του την ανακούφιση που θα ένιωθαν, έστω και στιγμιαία, οι γονείς του κοριτσιού πριν αρχίσουν να διαχειρίζονται την οδύνη της απώλειας.
Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και από κάτω τους τα σύννεφα τραβούσαν το δρόμο τους.


Harlan Ellison
Το Πουλί του Θανάτου και Άλλες Ιστορίες
Μετάφραση Χρύσα Τσαλικίδου
Εκδόσεις – Βιβλιοπωλείο «Η Άγνωστη Καντάθ» 2013

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Όνειρα – Edgar Allan Poe


Ω, πόσο η ζωή στα νιάτα μου ήταν ατέλειωτο όνειρο!
Το πνεύμα μου δεν έβγαινε απ' τον ύπνο, αν η αχτίνα
Μιας Αιωνιότητας δεν έφερνε την αύριο,
Κι αν ήταν κείνο τ' όνειρο μια θλίψη ανέλπιδη,
Καλύτερο ήταν από την ψυχρή έξω απ' τον ύπνο
Πραγματικότητα για κείνον που η καρδιά του
Υπήρξε στην αγαπημένη γη και είναι ακόμη
Από τη γέννησή του, χάος βαθύ του πάθους
Κι αν πάλι εστάθηκε ό,τι για μένα τα όνειρα
Των παιδικών μου χρόνων – γραμμένο της μοίρας μου,
Θα 'τανε τρέλα να ελπίζω ακόμη την Παράδεισο.
Γιατί εγώ εγλέντησα όταν ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό
Του θέρους μέσα σε όνειρα
Ομορφιάς και ζωντανού φωτός – κι ας ήτανε
Η καρδιά στραμμένη σε τόπους μακρινούς
Πολύ απ' το σπίτι μου μαζί με υπάρξεις
Που είχε πλάσει ο στοχασμός – τι άλλο περισσότερο
Να έβλεπα;
                   Και μια φορά, μια φορά μόνο – άγρια ώρα,
Που στη μνήμη μου να μην περάσει – μια δύναμη,
Ένα γήτεμα με έδεσε.
                                  Ήταν ο κρύος άνεμος,
Που ήρθε τη νύχτα επάνω μου, μέσα
Στο πνεύμα μου αφήνοντας τη μορφή του;
Ήτανε η σελήνη, που στο αγέρωχο μεσημέρι της
Έλαμψε μεσ' στον ύπνο μου; Ήτανε τ' άστρα;
Ό,τι κι αν ήτανε τ' όνειρο εκείνο έμοιαζε
Νύχτιος άνεμος – και το άφησα κι επέρασε.
Υπήρξα ευτυχής, μα μέσα στ' όνειρο.
Υπήρξα ευτυχής – κι ένα θέμα αγάπησα:
Τα όνειρα! Με τα λαμπρά τους χρώματα της ζωής
Στη φευγαλέα, σκιερή, καταχνιασμένη πάλη τους
Με ό,τι τους μοιάζει μέσα στην πραγματικότητα,
Πάλη που φέρνει στο ξέφρενο μάτι πράγματα
Της Αγάπης και της Παράδεισος
Πιο όμορφα απ' όσα εγνώρισε η μικρή Ελπίδα
Στην πιο ηλιόλουστη ώρα της – κι όλα δικά μου!

                                                                  Μετάφραση: Στέφανος Μπεκατώρος


Πόε
Τομος Α'
Ποιήματα – Κριτική – Επιστολές
Εκδόσεις Πλέθρον/Λογοτεχνία 1991

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

ΤΑ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΥ – DION FORTUNE


Τι είναι αποκρυφισμός; Να ένα ερώτημα που κάλλιστα μπορεί να θέσουμε όταν αποφασίζουμε να αφιερώσουμε σε αυτόν χρόνο για σκέψη, εγκαταλείποντας την αδιάφορη ηρεμία μας. Μήπως πρέπει να αρκεστούμε στις διαδόσεις που κυκλοφορούν για στοιχειωμένα σπίτια, στις διάφορες μαρτυρίες για τηλεπάθεια μεταξύ πρωτόγονων φυλών και στις έρευνες της εσωτερικής φιλολογίας του παρελθόντος; Αυτά τα πράγματα, φυσικά έχουν την αξία τους. Όλα τα διαθέσιμα απόκρυφα φαινόμενα, θα πρέπει να ερευνώνται προσεκτικά, όχι μόνο για να αποκτήσουμε γνώσεις, αλλά και για να ξεσκεπάσουμε τους τσαρλατάνους. Όσο για τα αποτελέσματα που είχαν οι έρευνες κατά το παρελθόν, έχουν κι αυτά αξία, γιατί μπορούμε να τα αντιπαραβάλουμε με τα αποτελέσματα των σημερινών ερευνών.
Αρκεί αυτό όμως; Μήπως έτσι η στάση μας προς την απόκρυφη επιστήμη είναι παρόμοια με αυτήν προς τις αρχαίες γλώσσες, που τις θαυμάζουμε για τα αριστουργήματά τους, ενώ εμείς οι ίδιοι δε δημιουργούμε ζωντανή λογοτεχνία σήμερα; Γνωρίζουμε ότι τα Μυστήρια άσκησαν βαθιά επίδραση στους αρχαίους πολιτισμούς και ότι ορισμένοι από τους πιο εξελιγμένους ηγέτες των διάφορων φυλών, εμπνέονταν από αυτά και τα αντιμετώπιζαν με σεβασμό και δέος. Μήπως, τάχα, τα φαινόμενα που αποκαλούμε απόκρυφα, είναι απλά και μόνο αποτελέσματα κάποιων πνευματιστικών συγκεντρώσεων που γίνονταν σε πλατιά κλίμακα; Ή μήπως εκτός από τους σχεδόν άγνωστους νόμους της Φύσης, στη λειτουργία των οποίων προσπαθούμε να διεισδύσουμε, υπάρχει και μια ενεργοποιός πνευματική επίδραση, όπως αυτή που ανύψωνε τη συνείδηση των μυημένων στην αρχαιότητα και τους έδινεμια βαθύτερη κατανόηση των θεών τους.
Ας μελετήσουμε τη φύση των φαινομένων που μπορούν να ονομαστούν απόκρυφα, όπως το εκτόπλασμα, η διόραση σε όλες τις μορφές της, η τηλεπάθεια, οι διάφορες μορφές μαντείας, οι οποίες κάθε άλλο παρά απατηλές είναι, οι μυστικιστικές εμπειρίες, η έκσταση, ο υπνωτισμός, η υποβολή και η αυθυποβολή, η μεταθανάτια ζωή και τελικά, αλλά όχι λιγότερο σημαντικά, ορισμένα είδη νοητικών ασθενειών. Όλα αυτά τα πράγματα παραμένουν κρυφά στη φύση τους, δεν μπορούν να ερευνηθούν με τις κοινές επιστημονικές μεθόδους και, εύλογα, αποτελούν το πεδίο έρευνας της απόκρυφης επιστήμης.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη όψη της απόκρυφης επιστήμης, εκτός της καθαρά επιστημονικής, και αυτή είναι το βασίλειο της εσωτερικής εμπειρίας και της πρακτικής της εφαρμογής, που ξανοίγεται μπροστά μας σαν μια τέχνη για να τη μάθουμε. Η πύλη προς το Αόρατο μπορεί να βρεθεί με την πρακτική εφαρμογή των αρχών του αποκρυφισμού και όσοι ενδιαφέρονται να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις για να το ριψοκινδυνεύσουν, θα ζήσουν σε αυτό το μονοπάτι τις περιπέτειές τους. Οι δυνάμεις που επικαλούνταν οι αρχαίοι στις τελετουργίες τους, εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα. Και η αναζήτησή τους δεν είναι δύσκολη για όσους συνδυάζουν τη γνώση, την πίστη και το θάρρος.
Αν, όμως επιθυμούμε να επιχειρήσουμε αυτή την περιπέτεια, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι οι αρχαίες τελετουργίες ήταν αναπόσπαστο μέρος ενός θρησκευτικού συστήματος και ότι κανένας μυημένος των αρχαίων Μυστηριακών Σχολών δεν διανοήθηκε ποτέ να πειραματιστεί με αυτές για να ικανοποιήσει απλά την περιέργειά του ή τον θαυμασμό του για τα ανεξήγητα φαινόμενα. Τις προσέγγιζε με σεβασμό, έπειτα από αυστηρή πειθαρχία του χαρακτήρα του και σκληρή δοκιμασία της καταλληλότητάς του. Η λατρεία του φαλλού και η μαύρη μαγεία άνθισαν μόνο όταν έπεσαν τα υψηλά ιδανικά.
Αν θέλουμε να εισδύσουμε στα βαθύτερα ζητήματα του αποκρυφισμού, δεν αρκεί σαν κίνητρο η νοητική περιέργεια. Αυτή θα μας αποκαλύψει μόνο την εξωτερική μορφή. Η Ατραπός του Αποκρυφισμού δεν είναι τόσο θέμα μελέτης, όσο τρόπος ζωής. Αν δεν υπάρχει το στοιχείο της αφοσίωσης και της θυσίας, το κλειδί που ανοίγει την πόρτα των Μυστηρίων δεν θα γυρίσει ποτέ μέσα στην κλειδαριά. Αν δεν προσεγγίσουμε την Ιερή Επιστήμη όπως οι μυημένοι παλιά, δεν θα βρούμε σε αυτήν ό,τι βρήκαν εκείνοι. Δεν αρκεί να εργαζόμαστε για να μάθουμε τα μυστικά της, όπως δουλεύουν οι άνθρωποι για να πάρουν την αμοιβή του μεροκάματού τους. Πρέπει να ζούμε για αυτήν, όπως οι άνθρωποι θα ζούσαν για ένα πνευματικό ιδανικό. Μονάχα ένα κίνητρο μπορεί να μας βγάλει με ασφάλεια από το λαβύρινθο της αστρικής εμπειρίας: η επιθυμία για το φώς πάνω στην ατραπό της πνευματικής ανάπτυξης, η οποία ολοκληρώνεται στο τέλος με τη Θεία Ένωση. Αυτός ήταν ο σκοπός των Μυστηρίων, στην πιο ευγενική τους μορφή, και μονάχα αν αναζητήσουμε το ίδιο ιδανικό θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε την ύψιστη μορφή τους.
Η απόκρυφη επιστήμη είναι πανίσχυρη. Αρκετοί περίεργοι που πειραματίζονται με αυτήν, προστατεύονται από την ίδια τους την ανοησία. Αν πετύχαιναν σε ορισμένες από τις εργασίες τους, θα διαλύονταν εσωτερικά εξαιτίας της απειθάρχητης και μη εξαγνισμένης φύσης τους. Δεν επέρχεται, όμως, καμία καταστροφή, επειδή ακριβώς δεν είναι ικανοί να εφελκύσουν καμία δύναμη. Αν θέλουμε να εξερευνήσουμε τα Μυστήρια με ασφάλεια, πρέπει αρχικά να προσεγγίσουμε την πιο ευγενική μορφή τους, σαν μέρος ενός συστήματος πνευματικής αναγέννησης. Και μόνο όταν έχουμε δεχτεί την πειθαρχία τους, έχουμε αφιερώσει τον κατώτερο εαυτό στον ανώτερο, και η αφιέρωση αυτή έχει γίνει δεκτή, τότε, και μόνο τότε μπορούμε να μελετήσουμε με ασφάλεια εκείνες τις μαγικές όωςι του αποκρυφισμού, που συνήθως ελκύουν τους μη φωτισμένους.

Οι διανοητικές μας αναζητήσεις μπορούν να βρουν ανταπόκριση μόνο με την πνευματική φώτιση. Η απόκρυφη επιστήμη, με τη σωστή της έννοια, είναι ο δεσμός μεταξύ θρησκείας και ψυχολογίας. Δίνει τα μέσα για μια πνευματική προσέγγιση της επιστήμης και μια επιστημονική προσέγγιση της πνευματικής ζωής. Οι εμπειρίες στις οποίες μας οδηγεί, αν τις κατανοήσουμε σωστά, σχηματίζουν μια γέφυρα που συνδέει τη λογική (την εγκεφαλική συνείδηση που εξαρτάται από τις 5 φυσικές αισθήσεις) με τις άμεσες συλλήψεις της πνευματικής διαίσθησης. Ο αποκρυφισμός ποτέ δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Ανοίγει έναν πλατύτερο ορίζοντα, που όσο τον πλησιάζουμε, πλαταίνει περισσότερο. Βρισκόμαστε ακόμα στο βασίλειο των φαινομένων και των φαντασμάτων. Ωστόσο, ο αποκρυφισμός μπορεί να αποτελέσει ένα ανεκτίμητο μέσο για την κατάκτηση πολλών σκοπών. Η γνώση της φιλοσοφίας του μπορεί να αποτελέσει τον μίτο της Αριάδνης για τις φυλακισμένες στη λογική έρευνες του επιστήμονα και, αντίστοιχα, να ισορροπήσει την ανεξέλεγκτη έκσταση του μυστικιστή. Επίσης, είναι πολύ πιθανό, με τις δυνατότητες της τελετουργικής μαγείας, να ανακαλύψουμε έναν ανεκτίμητο θεραπευτικό παράγοντα για ορισμένες μορφές νοητικών παθήσεων. Η ψυχανάλυση, αν και έχει προσφέρει πολλά αποδεικνύοντας ότι οι αρρώστιες αυτές δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια, σπάνια μπορεί να τις θεραπεύσει. Εδώ είναι που ο αποκρυφιστής, με τη γνώση που κατέχει για την εσωτερική όψη των πραγμάτων, μπορεί να διδάξει πολλά στον ψυχολόγο.
Ο αποκρυφισμός είναι μια Ιερή Επιστήμη και θα πρέπει να προσεγγίζεται με σεβασμό. Μπροστά μας ορθώνεται η πύλη και το στενό μονοπάτι που οδηγεί στους ιερούς της τόπους, αλλά λίγοι είναι αυτοί που θα τους βρουν. Ο Άγγελος με το Φλεγόμενο Ξίφος φυλάει ακόμα την πύλη των Μυστηρίων και δεν είναι σοφό να εκθέσουμε τις ψυχές μας στη δύναμή Του, μέχρι να εξαγνιστούμε αρκετά και να βεβαιωθούμε ότι θα μπορέσουμε να δώσουμε το σωστό «παρασύνθημα» όταν μας ζητηθεί.
Έρχεται καιρός που κάθε μαθητής αρχίζει να νιώθει την επίδραση των ιδεών που τον απασχολούν. Τότε ο Αόρατος Κόσμος για τον οποίο έχει διαβάσει τόσα πολλά, αρχίζει να ανατέλλει στον ορίζοντα της συνείδησής του και το λεπτεπίλεπτο «άυλο» γίνεται απτό. Θα βρεθεί στην πολύ πραγματική νοητική «Χώρα του Κανένα», και θα πρέπει τότε να κάνει ένα από τα δύο (και μάλιστα γρήγορα): είτε να οπισθοχωρήσει και να κλειστεί στο καβούκι του, όπως το κουνέλι στη φωλιά του, είτε να συνεχίσει και να αναδυθεί στην ανώτερη συνείδηση. Όμως, ένα πράγμα δεν πρέπει να κάνει, και αυτό είναι ότι δεν πρέπει να χρονοτριβήσει στη χώρα των φαντασμάτων που είναι στα σύνορα του υποσυνείδητου και του υπερσυνείδητου, γιατί εκεί καραδοκεί η τρέλα.
Σαν φτάσει, όμως, στην πύλη της ανώτερης συνείδησης, θα συναντήσει τον Άγγελο στο Κατώφλι. Αυτός θα του θέσει το πανάρχαιο ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσει για να περάσει. Και η ερώτησή του δεν θα ζητάει κανένα περίπλοκο παρασύνθημα που να επιτρέπει την είσοδο σε μυστηριώδεις τάχα συνελεύσεις. Το ερώτημα που του απευθύνει είναι το ίδιο με αυτό που θέτει κανείς σε κάθε ξένο όταν χτυπά την πόρτα του: «Τι θέλεις;».
Η απάντηση δεν εξαρτάται από τη γνώση, αλλά από το χαρακτήρα του αναζητητή. Αν απαντήσει σωστά, ο δρόμος της προόδου του θα γίνει ολοφάνερος. Αν απαντήσει λαθεμένα, θα αφεθεί να βρει το δρόμο της επιστροφής πίσω στο γήινο κόσμο μόνος του, όπως μπορεί καλύτερα. Και αυτή η εμπειρία, της ατελέσφορης επιστροφής, δεν είναι ούτε πολύ ευχάριστη, ούτε πολύ ασφαλής.
Μελετώντας κανείς τον αποκρυφισμό, είναι σα να συνδέεται με ένα μεγάλο ηλεκτροπαραγωγικό εργοστάσιο που βρίσκεται στον Αόρατο Κόσμο. Μπορεί να μην υπάρξουν ποτέ απτά αποτελέσματα, είτε επειδή η φύση του μελετητή είναι ίσως φτιαγμένη από μη αγώγιμα υλικά, είτε επειδή η αμφιβολία του σχετικά με την πραγματικότητα των φαινομένων που ερευνά, εμποδίζει τους ακροδέκτες της ψυχικής επαφής να τοποθετηθούν κανονικά στις πρίζες. Η Γνώση και η Δύναμη συνθέτουν τα δύο άκρα του κυκλώματος. Όταν ενώνονται, το ρεύμα κυκλοφορεί ελεύθερα. Η φύση που δεν περιέχει δύναμη μπορεί να μελετάει την Ιερή Επιστήμη χωρίς να επέρχονται αποτελέσματα, όπως και η φύση που δεν κατέχει γνώση, θα αδυνατεί να χρησιμοποιήσει τη δύναμή της. Όταν, όμως, υπάρχουν και τα δύο, ο ερχομός κάποιας διαφωτιστικής ιδέας που θα αποκαλύψει ξαφνικά τη σπουδαιότητα της εσωτερικής ζωής είναι ζήτημα χρόνου. Η φώτιση αυτή ολοκληρώνει το κύκλωμα. Και αυτό το πρόσωπο που συμμετέχει στο κύκλωμα, καλό ή κακό, βρίσκεται πια σε επαφή με την αόρατη γεννήτρια. Γιατί η απόκρυφη επιστήμη αυτή καθαυτή, δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Όλα εξαρτώνται από το πως χρησιμοποιείται. Να γιατί είναι τόσο αναγκαίο να την προσεγγίζει κανείς με καθαρά χέρια, αγνή καρδιά και πειθαρχημένη αφοσιωμένη θέληση.
Ο αποκρυφισμός δεν είναι παιχνίδι για παιδιά και δεν αποτελεί κρησφύγετο από την καθημερινότητα. Η έρευνά του προϋποθέτει δύναμη και αγνότητα. Όλοι όσοι έχουν αγγίξει το βαθύτερό του όραμα, ισχυρίζονται ότι δεν πρόκειται για χίμαιρα, αλλά για ένα πολύ αληθινό μονοπάτι προς το Φως. Ένα μονοπάτι στενό σαν την κόψη του ξυραφιού!


DION FORTUNE
ΥΓΙΗΣ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΗΛΙΑΣ ΜΑΜΑΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1984

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΑΛΟΓΟ – ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ


«Ο Λ. έχει πετύχει στη ζωή του», άκουσε μια μέρα να λένε γι' αυτόν.
Και του φάνηκε παράξενο που η κολακευτική διαπίστωση των άλλων τον γέμισε με θλίψη. Όχι γιατί ζητούσε περισσότερα. Κάθε άλλο. Είχε το ευρύχωρο σπίτι του, το αυτοκίνητό του, τη μόνιμη δουλειά του με καλό μισθό και με βέβαιη σύνταξη. Τι άλλο ήθελε;
Αυτό σκέφτηκε για μια στιγμή. Μάλλον για να ειρωνευτή τον εαυτό του, επειδή οι νοικυρίστικες σκέψεις δεν του ταίριαζαν. Κάτω στη λεωφόρο περνοδιάβαινε πλήθος από αυτοκίνητα, κι ένας αχός από βουητό μηχανών έφτανε ως τ' αυτιά του, και τα τυραννούσε. Θυμήθηκε τον αχό που έβγαινε από το ποτάμι του χωριού του: πολλαπλασιάζονταν στα διπλανά φαράγγια κι ανέβαινε από δασωμένες πλαγιές ως τις ψηλές κορυφές των βουνών. Μικρός στην εκκλησία, όταν άκουγε το «επί των ορέων στήσονται ύδατα», ακριβώς αυτή την εικόνα έφερνε στο νου του.
Αλήθεια, πόσο μακριά πλέον βρίσκεται αυτός ο μυθικός κόσμος των παιδικών χρόνων; Έσπασε μέσα του η μυστική φλέβα της μνήμης. Πρόβαλαν θαμπά κάτι κατανυχτικά πρωινά: «Ανοίξαντός σου την χείρα τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος. Αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται». Μια ιδέα του πέρασε από το μυαλό και ταράχτηκε κι αυτός.
Μακροχρόνιες σπουδές στα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης νυχτοήμερες απασχολήσεις με την οργάνωση της Υπηρεσίας του, επανωτές φροντίδες για το χτίσιμο και τον εξοπλισμό του σπιτιού του, τον απέκοψαν από τον πρωτινό του εαυτό. Είναι η πρώτη φορά που το διαπιστώνει. Κι αυτό που μέχρι τώρα το θεωρούσε έργο του, του φάνηκε ανοσιούργημα. Βεβήλωση του ιερού χώρου της πρώτης του ζωής.
Αναλύθηκε μέσα του μια συγκίνηση ευχάριστη κι οδυνηρή μαζί. Βαθιές σχισματιές άνοιξαν την κρούστα των τελευταίων χρόνων, που επικάλυψε ανεπίγνωστα τον εφηβικό του εαυτό. Και άρχισαν να ελευθερώνωνται οι σκλαβωμένες από ένα χρόνο μάργωμα, λησμονημένες μνήμες. Ψέλλισε: «Όριον έθου...». Σιώπησε. Και επανέλαβε, εγκαταλειμμένος στην καινούργια του αίσθηση: «Όριον έθου, ο ου παρελεύσονται, ουδέ επιστρέψεουσι καλύψαι την γην...». Έρριξε τη ματιά του ολόγυρα: Όλη η γη καλυμμένη από άσφαλτο, από πολυκατοικίες , από αυτοκίνητα. Στον ουρανό αεροπλάνα. Η ματιά του ακινήτησε. Δεν έβλεπε έξω, αλλά μέσα. «Ο εξαποστέλλων πηγάς εν φάραγξιν, ανά μέσον των ορέων διελεύσονται ύδατα». Τα ύδατα... τα ποτάμια, οι πηγές του χωριού του. Και τώρα σκέφτηκε πως κάθε φροά που άνοιγαν τα θεμέλια μιας πολυκατοικίας έτρεχε να δη αν βρήκαν νερό. Και ευφραινόταν να βλέπη το νερό να αναβλύζη από τα σκαμμένα σπλάχνα της γης. Και είδε οι μηχανικοί να το μάχωνται, αυτό να επιμένη. Στο τέλος να νικιέται. Θυμήθηκε πως μια πολυκατοικία στου Μακρυγιάννη έμεινε μισή επειδή δεν μπόρεσαν να υποτάξουν το νερό. Και το είχε κρυφή χαρά. «...Ποτιούσι πάντα τα θηρία του αγρού, προσδέξονται όναγροι εις δίψαν αυτών».
Μια ιδέα του πέρασε σαν αστραπή και αναφώνησε: Οι όναγροι! Οι όναγροι!

*

Είχε μαζεμένα κάτι λεφτά για να επισκευάση το αυτοκίνητό του, που είχε παλιώσει. Τα πήρε και έφυγε για το γειτονικό χωριό.
-Τι επιθυμεί ο κύριος;
-Ένα άλογο!
-Δεν έχει το χωριό μας άλογα. Δεν τα χρειαζόμαστε πια. Έχομε τρακτέρ.
-Και δεν θέλετε να πηγαίνετε στα χωράφια σας καβάλλα σε άλογο;
-Κοστίζει η συντήρησή του και δεν αποδίδει.
Πάει σε άλλο χωριό. Έλαβε την ίδια απάντηση. Ωστόσο, ένας χωρικός σκέφτηκε πως ο κυρ-Ευγένιος που πέθανε τελευταία άφησε την κτηματική του περιουσία στα ανίψια του κι αυτά τη βγάλανε στο σφυρί, για να αγοράσουν ένα διαμέρισμα «ρετιρέ» στην Αθήνα. Του έδειξε το σπίτι. Πήγε.
Η ανιψιά του μακαρίτη τον οδήγησε στο στάβλο, προσέχοντας πάντα να μη βρωμιστή από τις κοπριές. Γυάλισαν τα μάτια του αλόγου μέσα στο σύθαμπο του στάβλου, κι ένα χλιμίντρισμα ζεστό ακούστηκε. Ήταν άλογο ιππασίας, λεπτό, λευκό, περήφανο.

*

-Τι το θέλεις αυτό το πράμα στην αυλή μας; ρώτησε η γυναίκα του βαθύτατα απορημένη.
-Μ' αυτό θα πηγαίνω κάθε πρωί στο γραφείο μου, απάντησε.
Η κατάπληξη της γυναίκας ήταν τόση, που σώπασε. Σκέφτηκε μήπως έπαθε τίποτα ο άντρας της. «Καλά έλεγα εγώ πως αυτού του ανθρώπου κάτι του λείπει», είπε μέσα της. Κι εξαφανίστηκε.
Την άλλη μέρα τω πρωί σέλωσε το άλογο, ανέβηκε καβάλα, το σπιρούνισε και ξεκίνησε. Ένα χαμόγελο εορταστικό άνθισε στο πρόσωπό του, τα μάτια του σπίθιζαν. Έβλεπε τον κόσμο από δυό μπόγια ψηλότερα. Ένοιωσε κάποια μικρή απογοήτευση όταν διαπίστωσε πως το άλογο δε βολευόταν καλά στην άσφαλτο με τα πέταλα. «Όταν το μεσημέρι γυρίσω πίσω», σκέφτηκε, «θα του τα βγάλω και θα του φτιάξω λαστιχένια». Χάιδεψε τη χαίτη και το μέρος όπου χτυπούσε η καρδιά του. Ζεστάθηκε το χέρι του. Ευχαριστήθηκε.
Βγήκε στην κεντρική λεωφόρο. Ένα αυτοκίνητο πέρασε σαν αστραπή. Το άλογο ξαφνιάστηκε, μα το συγκράτησε. Καθώς πλησίαζε προς το κέντρο κατάλαβε πως ένα σωρό μάτια τον κοιτούσαν. Σταμάτησε μπροστά στο κόκκινο φανάρι, μαζί με τα αυτοκίνητα.
-«Το άλογό σου κοπρίζει τη λεωφόρο», του φώναξε ένας περιγελαστικά, βγάζοντας το κεφάλι του από το στενό παραθυράκι ενός μικρού αυτοκινήτου.
-«Το δικό σου το παλιοσίδερο τη βρωμίζει με τα καυσαέριά του», του απάντησε από τα ύψη του, με περιφρόνηση.
Ωστόσο, ένας αδιόρατος φόβος τον κυρίεψε. Αλλά συνέχισε.
Του φάνηκε πως τον κοιτούσαν από τα παράθυρα των μεγάρων, από τα πεζοδρόμια, από τα μαγαζιά, από τα αυτοκίνητα. «Με κοροϊδεύουν, με κοροϊδεύουν». Δεν ξέρουν τι όμορφα είναι να ξεκινάς για το γραφείο σου καβάλα σε άλογο. Αυτοί χώνονται μέσα στους τενεκέδες τους σαν πόντικες. Δεν ξέρουν τι κάνουν». Από κάπου ακούστηκε ένα κοροϊδευτικό σφύριγμα. Και ο κρυφός φόβος δεν του έφευγε. Κοίταξε γύρω του με προσποιητή γαλήνη.
«Κανένας αστυφύλακας δεν με είδε ακόμη. Να δούμε πως θα του φανή. Ποιος ξέρει τι λένε οι κανονισμοί της τροχαίας για την κυκλοφορία στις πόλεις με άλογα. Ίσως να μη το έχουν προβλέψει. Το διοικείν σου λένε είναι προβλέπειν. Και τους διαφεύγουν τόσα βασικά πράγματα. Θα τους δώσω την ευκαιρία να συμπληρώσουν τον κανονισμό τους...». Ένα σφοδρό τίναγμα του αλόγου διέκοψε απότομα τις σκέψεις του. Τ' αυτιά του τα έσκισε μια σειρήνα ασθενοφόρου, που πανικόβαλε όλη τη λεωφόρο, και ήταν η αιτία που ξάφνιασε το άλογο. «Οι άνθρωποι είναι άρρωστοι», σκέφτηκε με συμπάθεια. Ωστόσο, το άλογο κάλπαζε. Πιάστηκε από τη χαίτη του και τραβούσε τα γκέμια με μανία, αλλά το άλογο ολοένα και περισσότερο εξαγριωνόταν. Έτρεχε ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, που φρενάρανε τσιριχτά και σφυρίζανε, πέρασε στο πεζοδρόμιο, ο κόσμος χύθηκε προς τις γωνιές αλαφιασμένος, σκόρπισε τα καφάσια με τα φρούτα που βρέθηκαν έξω από τα μαγαζιά, και γέμισε την άσφαλτο από μήλα και πορτοκάλια. Οι αστυφύλακες βάλανε τις φωνές.
-«Άγγελος Κυρίου!», είπε ένα θεοφοβούμενος και σταυροκοπήθηκε. Του φάνηκε πως ήρθε η ώρα όπου χύμηξαν έφιπποι οι άγγελοι της αποκαλύψεως επάνω από τις αμαρτωλές κοσμοπόλεις.
-«Ένας ηλίθιος!» φώναξε ο αρχιφύλακας και έμασε μια δράκα αστυφύλακες για να τον καταδιώξη.
Τη στιγμή εκείνη το άλογο ξέφρενο έστριψε σ' ένα κατηφορικό δρόμο, γλίστρησε και έπεσε χτυπώντας θανάσιμα. Ο αναβάτης πετάχτηκε αρκετά μέτρα μακρύτερα. Ο κόσμος σμάριασε γύρω τους. Το μάτι του αλόγου θόλωσε, έσβησε. Έσυρε το κεφάλι του πέρα δώθε σκουπίζοντας με την πάλλευκη χαίτη του τη βρώμικη λεωφόρο και ψόφησε.
-Είσαι γελοίος, του λέγει ένας φίλος του, που βρέθηκε εκεί κοντά και τον περιμάζεψε με το αυτοκίνητό του. Αλλά αυτός δεν καταλάβαινε. Είχε χτυπήσει σοβαρά. Παραμιλούσε: «Διψάω, διψάω, και τα θηρία του αγρού διψάνε, που θα βρεθή νερό να ποτιστούμε. Νερό, νερό...»
...Η νοσοκόμα έσπευσε και του έφερε ένα ποτήρι νερό.




ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ – ΤΟΜΟΣ 3
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ 2010

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΠΛΕΗΚ – T. S. ELIOT



Ι

Αν παρακολουθήσει κανείς το νου του Μπλέηκ στη διάρκεια των πολλών σταδίων της ποιητικής του ανάπτυξης, είναι αδύνατο να τον βλέπει σαν ένα αφελή, έναν άγριο, ένα άγριο ζωάκι για τους υπερ-καλλιεργημένους. Το παράδοξο εξατμίζεται, η ιδιοτυπία φαίνεται καλά ότι είναι η ιδιοτυπία της κάθε μεγάλης ποίησης – κάτι που βρίσκεται (όχι παντού) στον Όμηρο και τον Αισχύλο και τον Δάντη και τον Villon, και βαθύ και κρυμμένο στο έργο του Σαίξπηρ – κι ακόμα σε μιαν άλλη μορφή στον Montaigne και στον Σπινόζα. Είναι απλώς μια ιδιότυπη ειλικρίνεια που, μέσα σ’ έναν κόσμο πολύ τρομαγμένο για νάναι ειλικρινής, είναι ιδιότυπα τρομακτική. Είναι μια ειλικρίνεια που ενάντιά της συνωμοτεί όλος ο κόσμος, επειδή είναι δυσάρεστη. Η ποίηση του Μπλέηκ έχει τη δυσαρέσκεια της μεγάλης ποίησης. Τίποτα απ’ όσα μπορούν να ονομαστούν νοσηρά ή ανώμαλα ή διεστραμμένα, κανένα από τ’ αντικείμενα αυτά που με κάποιαν ασυνήθιστη εργασία απλοποίησης εκθέτουν τη βασική ασθένεια ή δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Κι η ειλικρίνεια αυτή δεν υπάρχει δίχως μεγάλη τεχνική κατάρτιση. Το ζήτημα για τον Μπλέηκ σαν άνθρωπο είναι το ζήτημα των περιστάσεων που σύντρεξαν να επιτρέψουν αυτή την ειλικρίνεια στο έργο του, και των περιστάσεων που προσδιορίζουν τα όρια του έργου του: Οι ευνοϊκές συνθήκες ίσως περιέχουν αυτές τις δύο: ότι, με το ν’ απασχοληθεί από νωρίς μ’ ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, δεν ήταν υποχρεωμένος ν’ αποκτήσει οποιοδήποτε άλλη λογοτεχνική παιδεία απ’ αυτή που ήθελε – και ότι, με το νάναι ένας ταπεινός χαράκτης, δεν είχε καμμιά δημοσιογραφικο-κοινωνική καρριέρα που να του ανοίγεται.
Δηλαδή δεν υπήρχε τίποτα να τον αποσπάσει από τα ενδιαφέροντά του ή να διαφθείρει τα ενδιαφέροντα αυτά, ούτε οι φιλοδοξίες των γονιών ή της συζύγου, ούτε τα πρότυπα της κοινωνίας, ούτε οι πειρασμοί της επιτυχίας – ούτε ήταν εκτεθειμένος στη μίμηση του εαυτού του ή οποιουδήποτε άλλου. Οι περιστάσεις αυτές – όχι η υποθετική εμπνευσμένη και αδίδακτη αυθορμητικότητά του – είναι αυτό που τον κάνει αθώο. Τα πρώτα του ποιήματα δείχνουν αυτό που έπρεπε να φανερώνει ένα μεγαλοφυές αγόρι, την απέραντη δύναμη της αφομοίωσης. Αυτά πρώτα ποιήματα δεν είναι, όπως υποτίθεται ότι είναι, ακατέργαστες απόπειρες για να κατορθωθεί κάτι περισσότερο απ’ ότι μπορεί η ικανότητα του αγοριού – στην περίπτωση ενός αγοριού που υπόσχεται πραγματικά πολλά, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι εντελώς ώριμες και πετυχημένες απόπειρες να γίνει κάτι μικρό. Στην περίπτωση του Μπλέηκ, τα’ αρχικά του ποιήματα είναι αξιοθαύμαστα από τεχνική άποψη, και η πρωτοτυπία τους υπάρχει σ’ έναν όχι κανονικό ρυθμό.
Οι στίχοι του ποιήματος Εδουάρδος ο 3ος αξίζουν να μελετηθούν. Αλλά αυτή η αγάπη για ορισμένους Ελισαβετιανούς δεν είναι τόσο εκπληκτική όσο η σχέση του με τα καλύτερα έργα του αιώνα του. Μοιάζει πολύ με τον Collis, ανήκει πολύ στο περιβάλλον του δέκατου όγδοου αιώνα. Το ποίημα Αν και στη σκιερή άκρη της Ίδας είναι δουλειά του δέκατου όγδοου αιώνα, η κίνηση, το βάρος του, η σύνταξη, το διάλεγμα των λέξεων.

Οι νωθρές χορδές μόλις που κινούνται!
Ο ήχος είναι βιασμένος, οι νότες είναι λίγες!

Αυτό είναι σύγχρονο με το έργο του Gray και του Collins, είναι η ποίηση μιας γλώσσας που έχει υποστεί τη πειθαρχία της πρόζας. Ο Μπλέηκ μέχρι τα είκοσί του είναι αναντίρρητα παραδοσιακός.
Τότε στη περίπτωση αυτή, ο τρόπος που άρχιζε να εκφράζεται ποιητικά ο Μπλέηκ είναι τόσο κανονικός σαν και τον τρόπο που άρχισε να εκφράζεται ποιητικά ο Σαίξπηρ. Η μέθοδος της σύνθεσής του, στο ώριμό του έργο, είναι η ίδια ακριβώς με τη μέθοδο των άλλων ποιητών. Έχει μια ιδέα (ένα συναίσθημα, μια εικόνα), την αναπτύσσει με μια επαύξηση η μιαν επέκταση, αλλάζει συχνά τον στίχο του, και συχνά διστάζει στην τελική εκλογή(1). Βέβαια η ιδέα έρχεται, αλλά μόλις φτάνει υπόκειται σε μια παρατεταμένη επεξεργασία. Στη πρώτη φάση ο Μπλέηκ είναι απασχολημένος με την ομορφιά των λέξεων. Στην δεύτερη φάση γίνεται ο φανερά αφελής, στην πραγματικότητα η ώριμη νοημοσύνη. Μόνο όταν οι ιδέες έρχονται με περισσότερο αυτόματο τρόπο, όταν έρχονται πιο ελεύθερα και χειρίζονται λιγότερο,, αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε τη προέλευσή τους, να υποψιαζόμαστε ότι ξεπηδούν από μια πηγή που δεν έχει βάθος.
Τα Τραγούδια της Αθωότητας και της Πείρας, και τα ποιήματα από το χειρόγραφο Rossetti, είναι ποιήματα ενός ανθρώπου που τα γνωρίζει βαθειά. Τα συναισθήματα παρουσιάζονται με μιαν υπερβολικά απλοποιημένη, αφηρημένη μορφή. Η μορφή αυτή είναι ένα παράδειγμα της αιώνιας πάλης του λογοτέχνη με τον συνεχή εκφυλισμό της γλώσσας.
Είναι σπουδαίο το ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πολύ εκπαιδευμένος στην τέχνη του. Αλλά η εκπαίδευσή του έχει μάλλον εμποδιστεί αντί να βοηθηθεί από τις συνηθισμένες λειτουργίες της κοινωνίας που αποτελούν την εκπαίδευση για τον συνηθισμένο άνθρωπο. Γιατί οι λειτουργίες αυτές αποτελούνται κατά μεγάλο τους τμήμα από την απόκτηση απρόσωπων ιδεών που επισκιάζουν αυτό που είμαστε και που αισθανόμαστε στην πραγματικότητα. Βέβαια αυτό που είναι βλαβερό δεν είναι οι ίδιες οι γνώσεις που αποκτώνται, αλλά ο κομφορμισμός που έχει την τάση να επιβάλλει η συσσώρευση των γνώσεων. Ο Τέννυσον είναι ένα πολύ δίκαιο παράδειγμα ποιητή που ήταν σχεδόν ολόκληρος σκεπασμένος με παρασιτικές γνώμες, σχεδόν εντελώς βουλιαγμένος μέσα στο περιβάλλον του. Απεναντίας, ο Μπλέηκ γνώριζε αυτό που τον ενδιέφερε, και σα συνέπεια παρουσιάζει μόνο το βασικό, αυτό μόνο που μπορεί να παρουσιαστεί και που δεν χρειάζεται εξήγηση. Και καταλάβαινε επειδή δεν ήταν ταραγμένος, ή τρομαγμένος ή απασχολημένος μ’ οτιδήποτε άλλο εκτός από τις ακριβείς λέξεις. Ήταν γυμνός, και είδε τον άνθρωπο γυμνό, και από το κέντρο του δικού του κρύσταλλου. Δεν υπήρχε γι’ αυτόν κανείς λόγος γιατί ο Swedenborg θάπρεπε νάναι παράλογος σε σύγκριση με τον Locke. Παραδέχτηκε τον Swedenborg, και τελικά τον αρνήθηκε για προσωπικούς λόγους. Πλησίαζε το κάθε τι μ’ ένα νου ανεπηρέαστο από τις γνώμες της εποχής. Δεν υπήρχε τίποτα στον Μπλέηκ που να τον κάνει να φαίνεται ανώτερος. Αυτό τον κάνει τρομακτικό.


ΙΙ

Αλλά αν δεν υπήρχε τίποτα που να τον αποσπάσει από την ειλικρίνεια, υπήρχαν απεναντίας οι κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένος ο γυμνός άνθρωπος. Η φιλοσοφία του, όπως οι οραματισμοί του, όπως η ενόρασή του, όπως και η τεχνική του, ήταν δικές του. Άρα, είχε την τάση να δίνει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο γεγονός αυτό απ’ ό,τι θάπρεπε να δίνει ένας καλλιτέχνης – αυτό είναι που τον κάνει εκκεντρικό, και τον κάνει νάχει μια τάση προς την έλλειψη μορφής.

Μα ακούω περισσότερο τα μεσάνυχτα στους δρόμους
Πως η κατάρα της νεαρής πόρνης
Μαραίνει το δάκρυ του νεογέννητου,
Και καταστρέφει μ’ ενοχλήσεις την άμαξα του γάμου

είναι το γυμνό όραμα – Το

Ο έρωτας ζητά να ευχαριστήσει τον εαυτό του,
Να δεσμεύσει κι άλλον στην απόλαυσή του,
Χαίρεται στο χάσιμο της ελευθερίας του άλλου,
Και χτίζει μια Κόλαση αντί για Παράδεισο,

είναι η ωμή παρατήρηση – και οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης είναι η παρουσίαση της ωμής φιλοσοφίας. Αλλά οι κατά καιρούς γάμοι της ποίησης και της φιλοσοφίας, που έκανε ο Μπλέηκ, δεν είναι τόσο ευτυχισμένοι.

Αυτός που θάθελε να κάνει καλό στον άλλο πρέπει
να το κάνει σε Πολύ Μικρές Λεπτομέρειες,
Το Γενικό Καλό είναι η πρόφαση του παλιάνθρωπου,
του υποκριτή και του κόλακα –
Γιατί η Τέχνη και η Επιστήμη δεν μπορούν να
υπάρξουν παρά μόνο σε πολύ μικρές οργανωμένες
Λεπτομέρειες.

Αισθάνεται κανείς ότι η μορφή δεν είναι καλοδιαλεγμένη. Η φιλοσοφία που είναι δανεισμένη από τον Δάντη και τον Λουκρήτιο ίσως να μην είναι τόσο ενδιαφέρουσα, αλλά βλάφτει λιγότερο τη μορφή των στίχων. Ο Μπλέηκ δεν είχε αυτό το πιο Μεσογειακό δώρο της μορφής που γνωρίζει πώς να δανείζεται όπως ο Δάντης δανείστηκε τη θεωρία του για τη ψυχή. Πρέπει ν’ αναγκάζεται να δημιουργήσει και ποίηση και φιλοσοφία. Μια παρόμοια έλλειψη μορφής δρα καταστροφικά στη σχεδιαστική του ικανότητα. Βέβαια, το λάθος είναι πολύ φανερό στα περισσότερο εκτεταμένα ποιήματα – ή μάλλον, στα ποιήματα που η δομή είναι ζωτικό ζήτημα. Δεν μπορείτε να δημιουργήσετε ένα πολύ μεγάλο ποίημα δίχως να εισάγετε σ’ αυτό μια περισσότερο απρόσωπη άποψη, ή δίχως να το κομματιάζετε σε διάφορες προσωπικότητες. Αλλά ασφαλώς η αδυναμία των εκτεταμένων ποιημάτων δεν είναι το γεγονός ότι είναι πολύ οραματικά, πολύ απομακρυσμένα από τον κόσμο. Είναι ότι ο Μπλέηκ δεν διάκρινε αρκετά, ότι ήταν πολύ απασχολημένος με ιδέες.
Έχουμε την ίδια εκτίμηση για τη φιλοσοφία του Μπλέηκ (και ίσως για τη φιλοσοφία του Σάμουελ Μπάλτερ) με την εκτίμηση που έχουμε για ένα καλοφτιαγμένο έπιπλο που φτιάχτηκε στο σπίτι μας. Θαυμάζουμε τον άνθρωπο που το κατασκεύασε από απομεινάρια που υπήρχαν σ’ όλο το σπίτι. Η Αγγλία έχει παράγει έναν μεγάλο αριθμό από αυτούς τους πολυμήχανους Ροβινσώνες Κρούσους. Αλλά δεν είμαστε τόσο απομακρυσμένοι από την Ευρωπαϊκή ήπειρο, ή από το παρελθόν μας, ώστε να στερηθούμε από τα πλεονεκτήματα του πνευματικού πολιτισμού στην περίπτωση που το επιθυμούμε.
Μπορούμε να διαλογιζόμαστε, για διασκέδαση, το αν δεν θα ήταν ωφέλιμο για τη Βόρεια Ευρώπη γενικά, και ιδιαίτερα για τη Βρετανία, να είχε μια περισσότερο συνεχή θρησκευτική ιστορία. Οι τοπικές θεότητες της Ιταλίας δεν εξολοθρεύτηκαν εντελώς από τη Χριστιανική θρησκεία, και δεν είχαν μειωθεί στη μοίρα του νάνου που είχα οι υπερφυσικοί γίγαντες και οι νεράιδες μας. Ίσως οι νεράιδες μαζί με τις σπουδαιότερες Σαξονικές θεότητες, να μην ήταν μεγάλη απώλεια. Αλλά η θέση που άφησαν δεν συμπληρώθηκε – και ίσως η μυθολογία μας έγινε ακόμα περισσότερο φτωχή με το διαζύγιό μας από τη Ρώμη. Οι περιοχές του ουρανού και της κόλασης του Μίλτωνα είναι μεγάλα, μα όχι εντελώς επιπλωμένα διαμερίσματα γεμάτα μ’ έντονες ομιλίες – και παρατηρεί κανείς στη Πουριτανική μυθολογία κάποιαν ιστορική διαφάνεια. Και δεν μπορούμε να μη παρατηρήσουμε μια κάποια έλλειψη πολιτισμού ή καλλιέργειας, για τις υπερφυσικές περιφέρειες του Μπλέηκ, όσο και για τις υποθετικές ιδέες που κατοικούν εκεί. Δείχνουν τη μονομανία, την εκκεντρικότητα που επηρεάζει συχνά τους συγγραφείς που είναι απομακρυσμένοι από τις Λατινικές παραδόσεις, και που θα τους επιτιμούσε ασφαλώς ένας κριτικός όπως ο Arnold. Και δεν είναι βασικές για την έμπνευση του Μπλέηκ.
Ο Μπλέηκ ήταν προικισμένος με την ικανότητα να καταλαβαίνει αρκετά καλά την ανθρώπινη φύση, είχε μια πρωτότυπη και αξιοσημείωτη αίσθηση της γλώσσας και της μουσικής της γλώσσας, και το δώρο να βλέπει οράματα. Αν αυτά είχαν ελεγχθεί από έναν σεβασμό για την απρόσωπη λογική, για τον κοινό νου, για την αντικειμενικότητα της επιστήμης, θα ήταν καλύτερα γι αυτόν. Αυτό που χρειαζόταν η μεγαλοφυία του, και που είναι κρίμα που δεν το είχε, είταν ένα πλαίσιο από παραδεκτές και παραδοσιακές ιδέες που θα τον εμπόδιζαν να εντρυφήσει σε μια δική του φιλοσοφία, και που θα συγκέντρωναν τη προσοχή του στα προβλήματα του ποιητή. Σύγχυση στη σκέψη, στη συγκίνηση και στο όραμα είναι ό,τι βρίσκουμε σ’ ένα έργο σαν το Τάδε έφη Ζαρατούστρας. Δεν είναι μια κατ’ εξοχή Λατινική αρετή. Η συγκέντρωση που προκύπτει από ένα πλαίσιο μυθολογίας και θεολογίας και φιλοσοφίας είναι ένας από τους λόγους που ο Δάντης είναι κλασσικός, και ο Μπλέηκ μόνο μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως να μην φταίει ο ίδιος ο Μπλέηκ, αλλά το περιβάλλον που δεν μπόρεσε να του δώσει αυτό που χρειαζόταν ένας τέτοιος ποιητής – ίσως οι περιστάσεις τον υποχρέωσαν να επινοήσει, ίσως ο ποιητής – απαιτούσε τον φιλόσοφο και τον μυθολόγο – αν και ο συνειδητός Μπλέηκ πιθανόν να μην είχε καθόλου συνείδηση των κινήτρων.

_________________________
1. Δεν γνωρίζω γιατί ο κ. Berger θάλεγε, δίχως την αρμοδιότητα, στο βιβλίο του Γουίλλιαμ Μπλέηκ: μυστικισμός και ποίηση, ότι: «Ο σεβασμός του για το πνεύμα που έπνεε μέσα του και του υπαγόρευε τα λόγια του, το εμπόδιζε να τα διορθώνει κάποτε». Ο Δρ. Sampson στην Οξφορδιανή έκδοση του Μπλέηκ, μας δίνει να καταλάβουμε ότι η Μπλέηκ πίστευε πως πολλά από τα γραφτά του ήταν γραμμένα μ’ ένα αυτόματο τρόπο, αλλά παρατηρεί: «η υπερβολικά λεπτόλογη προσοχή του Μπλέηκ στη σύνθεση φαίνεται παντού στα ποιήματα που διατηρήθηκαν σε μια ατελή μορφή… αλλοιώσεις, μεταβολές της θέσης των λέξεων, σβυσίματα, προσθέσεις κι αντιστροφές…»



T. S.ELIOT
ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΑΣΟΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΙΡΕΤΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΦΡΟΣ 1971

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Η «Βαβυλώνια αιχμαλωσία» στην Καρθαγένη και Οι Μανιχαϊκές επιρροές του ι. Αυγουστίνου – ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ



1. Η «Βαβυλώνια αιχμαλωσία» στην Καρθαγένη
Με την άφιξή του στην Καρθαγένη (371) ο νεαρός Αυγουστίνος παραδόθηκε στις υλικές απολαύσεις. Χαιρόταν να βλέπει θεατρικές παραστάσεις «...με τους εραστές όταν έσμιγαν για ν' απολαύσουν τις ένοχες χαρές τους, όσο κι αν αυτές ήταν φανταστικές και σκηνοθετημένες...».
Πέρα από τη γνωριμία του με την εξουσία της σάρκας, ο Αυγουστίνος έκανε παρέα με τους «ανατροπείς», μαθητές που αναστάτωναν με πειράγματα τους καινούριους, παιδιά συνεσταλμένα και δειλά.
Το θράσος του, όπως γράφει, δεν είχε όρια όταν κατά τη διάρκεια κάποιας ακολουθίας, σε ναό της Καρθαγένης (372), γνώρισε την ανεπίσημη γυναίκα του (Concubine η συνείσακτη), από την οποία προέκυψε θνητός καρπός, ο γιος τους Αδεοδάτος. Αν και στη σχέση αυτή τον είχαν οδηγήσει οι ανήσυχες ορμές και η απερισκεψία του, ο ίδιος, όπως γράφει, παρέμεινε πιστός στη γυναίκα αυτή, από την οποία έμαθε πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα στο συμβόλαιο του γάμου, με σκοπό τη δημιουργία οικογένειας, και σε ένα δεσμό με σκοπό τον σεξουαλικό έρωτα. Στην τελευταία περίπτωση, γράφει, τα παιδιά είναι συνήθως ανεπιθύμητα, ανεξαρτήτως αν μετά τη γέννησή τους καθίστανται αγαπητά. Η αναφορά του προφανώς αφορά το γιό του Αδεοδάτο. Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι οι δοκιμασίες του έρωτα είναι πάρα πολλές. Δεν είναι μόνο εκείνες που περιγράφουν οι κωμωδιογράφοι, όταν ακούμε στα θέατρα «Παντρεύθηκα μια γυναίκα, τι συμφορά! Γεννηθήκανε παιδιά, άλλα βάσανα». Οι δοκιμασίες είναι πολύ περισσότερες. Οι προσβολές, οι υποψίες, η έχθρα, ο πόλεμος και πάλι η ειρήνη.
Παρόλα αυτά, ελάχιστοι άνθρωποι παραμένουν αλώβητοι από τις προκλήσεις της εφηβείας, καταπνίγοντας το σαρκικό δέλεαρ. Πολλοί μάλιστα, αφού φθάσουν στην ηλικία που ο άνθρωπος δέχεται τις εντολές του Θεού και είναι σε θέση να υποταγεί στην κυριαρχία του νόμου Του, αφήνουν τον εαυτό τους να παρασύρεται από τα ελαττώματα «...και καθίστανται παραβάται του νόμου, αλλά κατόπιν προσφεύγουν εις την χάριν, ήτις τους βοηθεί δια της πικράς οδού της μετανοίας, και δι' αγώνος σφοδροτέρου και λυσσωδεστέρου κατάγουν την νίκην, καθυποτάσσουν το πνεύμα αυτών (sic-αυτών) εις τον Θεόν και εξουσιάζουν προς χάριν Αυτού την σάρκα των».
Την ευμάρεια της Καρθαγένης μπορούσε κάποιος να τη δει σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου της πόλης. Πλήθος μυθικών παραστάσεων, που προκάλεσαν ιδιαίτερη εντύπωση στο νεαρό Αυγουστίνο, ήταν ιστορημένες στα μωσαϊκά του λιμανιού της Καρθαγένης, γεγονός το οποίο ο ίδιος καταγράφει στην Πολιτεία του Θεού. Από τη διασκέδαση της εποχής φαίνεται ότι δεν έλειπαν ούτε οι κοκκορομαχίες.
Ανάμεσα στα πολλά καθημερινά περιστατικά της Καρθαγένης, που τον επηρέασαν, ήταν η συναναστροφή του με μάγους, αλλά και με έναν αστρολόγο ο οποίος τον απέτρεψε από την ανούσια μελέτη των άστρων, διαβεβαιώνοντάς τον ότι τα περισσότερα πράγματα οφείλονται στον παράγοντα «τύχη», αφού «...δεν πρέπει να απορεί κανείς αν η ανθρώπινη ψυχή μπορεί, χάρη σε κάποιο ανώτερο ένστικτο που η ίδια αγνοεί, να δίνει μιαν απάντηση – όχι βέβαια χάρη στο ωροσκόπιο, αλλά στην τύχη – που να ταιριάζει με το πρόβλημα ή τη ζωή του ενδιαφερομένου».
Διηγείται όμως μια πραγματική ιστορία με τη γέννηση του Φιρμίνου, φίλου του ι. Αυγουστίνου, την οποία άκουσε από τον πατέρα του Φιρμίνου. Ο Φιρμίνος ήταν γιος πλουσίου κι όταν η μητέρα του έμεινε έγκυος σε αυτόν, έμεινε ταυτόχρονα και μια σκλάβα ενός φίλου του Πατέρα του. Μέσω αγγελιοφόρων μπόρεσαν να μάθουν ότι τα δύο παιδιά που γεννήθηκαν ακριβώς την ίδια ώρα και επομένως τα άστρα είχαν ακριβώς την ίδια θέση, το μεν παιδί του πλούσιου, ο Φιρμίνος, προχώρησε απρόσκοπτος στη λεωφόρο της κοινωνικής επιτυχίας, σε αντίθεση με τον γιο του σκλάβου ο οποίος για μια ζωή εξακολουθούσε να υπηρετεί το αφεντικό του.
Το συμπέρασμά του, λοιπόν, αναφορικά με την αστρολογία και τη δύναμή της, την οποία καταδικάζει στην Πολιτεία του Θεού, είναι ότι «...αν οι προφητείες των ανθρώπων που μελετάν τα άστρα βγαίνουν αληθινές, αυτό δεν οφείλεται στη μαντική τέχνη, αλλά στην τύχη. Και όταν βγαίνουν ψεύτικες δεν είναι από λάθος της μεθόδου, αλλά από ψεύδος της τύχης».
Σχετικά μάλιστα με την οιωνοσκοπία, είχε διαβάσει τον Κικέρωνα, ο οποίος έγινε οιωνοσκόπος στα 55 χρόνια του. Αργότερα στα 64 χρόνια του, ακόμα κι αυτός ο Κικέρων θα διακωμωδούσε τους οιωνοσκόπους στα έργα του.
Παρά τη «Βαβυλώνια αιχμαλωσία», ο ι. Αυγουστίνος ήταν ο πρώτος στη σχολή της ρητορικής. Εκτός του προκαθορισμένου προγράμματος σπουδών του, διάβαζε τον Ορτένσιο (Hortensius) του Κικέρωνα, διαπιστώνοντας ότι μέσα του είχε ανάψει η φωτιά για την αιώνια σοφία. Σύμφωνα με τον Ι. Θεοδωρακόπουλο, ο ι. Αυγουστίνος μελετούσε αδιάκοπα το βιβλίο του Κικέρωνα «...όχι για να τελειοποιήση τη γλωσσική του ικανότητα, αλλά για να κατανοήση το περιεχόμενό του». Προηγουμένως, διαβάζοντας τις χριστιανικές Γραφές, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα «...ότι δεν μπορούσαν να συγκριθούν με το μεγαλείο του Κικέρωνα».
Η επαφή του νεαρού Αυγουστίνου με τη φιλοσοφία ήταν το έναυσμα για την επιστροφή του στο Θεό. Ένα μήνυμα του Θεού και μια προειδοποίηση.

2. Οι Μανιχαϊκές επιρροές
Ο νεαρός Αυγουστίνος, έχοντας απαρνηθεί τις Γραφές, έπεσε «...σε ανθρώπους που ληρολογούσαν αλαζονικά, σκέφτονταν υλικά και ρητόρευαν ακατάσχετα». Ήταν οι μανιχαίοι της Καρθαγένης,που επαναλάμβαναν βαρύγδουπα το όνομα του Θεού, του Χριστού και του Παράκλητου που είχαν εσφαλμένες απόψεις για τα στοιχεία του κόσμου και για όλα αυτά που εκείνοι θεωρούσαν ως αλήθεια. Αυτή όμως ήταν μια ύστερη κρίση του ι. Αυγουστίνου σχετικά με τους μανιχαίους. Εκείνη την εποχή στην Καρθαγένη, στα δεκαεννιά του χρόνια, είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από αυτούς, οι οποίοι μάλιστα είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Βόρεια Αφρική.
Αν και ο νεαρός Αυγουστίνος παρέμεινε οπαδός της αίρεσης έως τα εικοσιοκτώ του χρόνια, πολύ αργότερα οι θεολογικοί του αντίπαλοι τον κατηγόρησαν ότι ακόμα δεν είχε ξεφύγει από τη μανιχαϊκή αίρεση. Χαρακτηριστική είναι μια από τις ερωταποκρίσεις μεταξύ Αυγουστίνου και Ιουλιανού Αικλάνων (386-455) στο ημιτελές έργο, Contra Adimantum, του ι. Αυγουστίνου. Ο Ιουλιανός, επίσκοπος μικρής πόλης κοντά στο Benevento, απευθυνόμενος στον τότε επίσκοπο Αυγουστίνο, στηλιτεύει το μανιχαϊκό παρελθόν του (για το οποίο ο Ιουλιανός είχε μάθει εκ του σύνεγγυς κατά την βραχύχρονη παραμονή του στην Ιππώνα και την Καρθαγένη προ του 417), και υπαινίσσεται ότι ο Αυγουστίνος δεν είχε κατορθώσει ακόμα να απαλλαγεί από τον δυαλισμό του μανιχαϊσμού. Για το λόγο αυτό, στην 42η ερώτηση, του γράφει περιπαιχτικά: «Si mutabit Aethiops pellem suam, aut pardus narietatem (Jereme, XIII, 23); ita et tu a Manichaeorum mysteriis elueris» δηλαδή, «Εάν αλλάξει ο Αιθίοπας το δέρμα του ή η λεοπάρδαλη το (κατάστικτο) δέρμα της (Ιερεμ. 13, 23) έτσι και εσύ θα ξεπλυείς από τα Μυστήρια των Μανιχαίων».
Οι μανιχαίοι είχαν να προτείνουν στον Αυγουστίνο τη δική τους εξήγηση για την ιστορία του κόσμου. Ο Μάνης (216-276) θεωρούσε ότι ήταν ο τελευταίος μεγάλος Προφήτης μετά το Βούδα, τον Ζωροάστρη και το Χριστό. Ταύτιζε τον εαυτό του με τον Παράκλητο και σε κάθε περιοχή τόνιζε τα παραλαμβανόμενα από κάθε τυπική θρησκεία ιδιαίτερα στοιχεία. Η αρχή του καλού και η αρχή του κακού, οι αιώνες του φωτός και του σκότους, ο πρώτος άνθρωπος, η κλήση του πνεύματος και η απόκριση του ανθρώπου σε μια αλληλουχία τριών δημιουργιών, ήταν τα κύρια συστατικά του μανιχαϊσμού. Οι περισσότεροι από τους οπαδούς των μανιχαϊστικών κοινοτήτων, λόγω του αυστηρότατου ασκητισμού, «...παρέμεναν στην τάξη των κατηχουμένων, για να μη τηρούν όσα ήσαν υποχρεωτικά για τους τελείους».
Ποια ήταν όμως η επιρροή της μανιχαϊκής εξήγησης της ιστορίας του κόσμου και τι είχε απορρίψει ο ι. Αυγουστίνος; Νηφάλιος έπειτα από χρόνια καθώς έγραφε στις Εξομολογήσεις του, δήλωνε μετανιωμένος που αυτός και οι φίλοι του ως θύματα κουβαλούσαν προσφορές στους αγίους και εκλεκτούς των μανιχαίων (ενν. τους τελείους), ομολογώντας με μια φράση: «Ήμασταν υπερφίαλοι στη γνώση, δαιμονόπληκτοι στην πίστη και άδειοι σε όλα». Στην Πολιτεία του Θεού, αναφερόμενος ο ίδιος στο στάδιο ενηλικίωσης των ανθρώπων, παρατηρεί συναφώς: «Αναμφιβόλως, εμφανή ελαττώματα κατανικώνται ενίοτε υπό κρυπτών ελαττωμάτων, άτινα φημίζονται ως αρεταί. Επί κεφαλής αυτών ευρίσκεται η υπεροψία και ποια τις καταστρεπτική αυταρέσκεια».
Στο έργο του De Genesi contra Manichaeos, ο ι. Αυγουστίνος αναφέρεται εμφαντικά στην ελεύθερη βούληση του Θεού για τη δημιουργία του δίπτυχου Άνθρωπος-Κόσμος, αφού ο Θεός δεν ήταν υποχρεωμένος από κάποια άλλη δύναμη να διασπείρει μέρος της φωτεινής φύσης του στο εχθρικό σκοτάδι (όπως οι μανιχαίοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη δημιουργία του κόσμου), και εν συνεχεία στην πρόταση, στην επιθυμία και στο λόγο.
Πολύ αργότερα, βέβαια, θα απέρριπτε όλες αυτές τις απόπειρες αναζήτησης του μανιχαϊκού καλού και κακού, ορίζοντάς τις στη σφαίρα της δικής του ανθρώπινης βούλησης και διδάσκοντας το ποίμνιό του. Σε αντίθεση μάλιστα προς τη θεϊκή βούληση, η ανθρώπινη κρίνεται από τον ίδιο άλλοτε ως καλή, άλλοτε ως κακή, εξαρτώμενη κυρίως από τις καλές ή κακές κινήσεις της ψυχής.
Με αφορμή τα παραπάνω, ο Πατέρας της Δύσης φθάνει πολύ αργότερα στο σημείο να διατυπώσει τη θέση περί της καλής χρήσης των παθών από τους χρηστούς ανθρώπους, καθιστώντας σαφές ότι του αμαρτήματος του Αδάμ προηγήθηκε η κακή βούλησή του.



ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
Ο ΙΕΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Ε' ΑΙΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ OSTRACON 2014