.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - Jorge Luis Borges

Το μπουντρούμι είναι βαθύ και πέτρινο· το σχήμα του, ενός σχεδόν τέλειου ημισφαίριου, αν και το πάτωμα (που είναι επίσης πέτρινο) είναι λίγο μικρότερο από έναν μεγάλο κύκλο, γεγονός που εντείνει κάπως τα αισθήματα της καταπίεσης και της απεραντοσύνης. Ένας μεσότοιχος το χωρίζει στα δύο· ο τοίχος αυτός, παρόλο που είναι πανύψηλος, δεν φτάνει ως την κορυφή του θόλου· από τη μια μεριά είμαι εγώ, ο Τζινακάν, μάγος της πυραμίδας του Καολόμ, που πυρπολήθηκε απ' τον Πέδρο δε Αλβαράδο· από την άλλη, είναι ένας ιαγουάρος, που με τον μυστικό και ισοσκελή βηματισμό του μετράει τον χρόνο και τον χώρο της αιχμαλωσίας του. Ένα μεγάλο παράθυρο με κάγκελα, σύρριζα στο πάτωμα, κόβει τον κεντρικό τοίχο. Την ώρα που δεν έχει σκιά [=το μεσημέρι], ανοίγει στο ταβάνι μια καταπακτή, κι ένας δεσμοφύλακας, που τον έχουν ξεθωριάσει πια τα χρόνια, πιάνει να γυρίζει μια σιδερένια τροχαλία και μας κατεβάζει, στην άκρη ενός σκοινιού, κανάτες με νερό και
κομμάτια κρέας. Τότε, στο μπουντρούμι μπαίνει φως· εκείνη τη στιγμή, μπορώ να δω τον ιαγουάρο.
Δεν ξέρω πια πόσα χρόνια κείτομαι εδώ κάτω στα σκοτάδια· εγώ, που κάποτε, ήμουν νέος και μπορούσα να πηγαινοέρχομαι σ' αυτή τη φυλακή, τώρα δεν έχω τίποτα να κάνω παρά να περιμένω παίρνοντας τη στάση του θανάτου μου, το τέλος που μου προορίζουν οι θεοί. Κάποτε, με το βαθύ οψιδιανό μαχαίρι μου άνοιγα τα στήθια των θυμάτων μου και τώρα μου είναι αδύνατον χωρίς τα μάγια να σηκωθώ απ' το χώμα.
Την προηγουμένη της πυρπόλησης της Πυραμίδας, οι άνθρωποι που ξεπέζεψαν απ' τα θεόρατα άλογα με βασάνισαν με πυρακτωμένα σίδερα για να τους αποκαλύψω την κρυψώνα του θησαυρού. Γκρέμισαν, μπροστά στα μάτια μου, το είδωλο του θεού, εκείνος όμως δεν μ' εγκατέλειψε στα βασανιστήρια και με κράτησε σιωπηλό. Με μαστίγωσαν, μου έσπασαν τα κόκαλα, με παραμόρφωσαν, κι ύστερα ξύπνησα σ' αυτή τη φυλακή, απ' όπου δεν θα ξαναβγώ ποτέ στη διάρκεια της θνητής ζωής μου.
Ωθούμενος απ' την ανάγκη να κάνω κάτι, να γεμίσω τελοσπάντων τον χρόνο μου, θέλησα να θυμηθώ, μες στο σκοτάδι μου, όλα όσα γνώριζα. Νύχτες ολόκληρες σπατάλησα για να θυμηθώ τη σειρά και τον αριθμό ορισμένων ερπετών σκαλισμένων σε πέτρα ή το σχήμα ενός φαρμακευτικού δέντρου. Έτσι υπέταξα τα χρόνια, έτσι ανέκτησα ό,τι μου ανήκε. Μια νύχτα ένιωσα ότι προσέγγιζα μια πολύτιμη ανάμνηση· πριν ακόμη δει τη θάλασσα, ο ταξιδιώτης νιώθει μια αναταραχή στο αίμα του. Λίγες ώρες αργότερα, άρχισα να διακρίνω καθαρότερα αυτή την ανάμνηση· ήταν μία από τις παραδόσεις του θεού. Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε την μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ' την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα την διαβάσει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ' έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί και να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα· μπορεί και να 'χα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω.
Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε ς' ένα είδος ιλίγγου. Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα και αιώνια· οποιοδήποτε απ' αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να 'ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται συνήθως κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή, κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ' άστρα είναι άτομα — και τ' άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο. Σκέφτηκα τα γένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να 'ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. Σ’ αυτή την αγωνία βρισκόμουν, όταν θυμήθηκα ότι ο ιαγουάρος ήταν μία από τις ιδιότητες του θεού.
Και τότε η ψυχή μου γέμισε ευσπλαχνία. Φαντάστηκα το πρώτο πρωινό του χρόνου, φαντάστηκα τον θεό μου να εμπιστεύεται το μήνυμα στο ολοζώντανο δέρμα των ιαγουάρων, που θα ζευγάρωναν και θα γεννοβολούσαν αδιάκοπα, σε σπήλαια, σε φυτείες ζαχαροκάλαμου, σε νησιά, μέχρι να δεχθούν το μήνυμα οι τελευταίοι άνθρωποι. Φαντάστηκα αυτό το δίκτυο των τίγρεων, αυτόν τον έμπυρο λαβύρινθο των τίγρεων, που σκορπούσε τον τρόμο στις βοσκές και στα κοπάδια, μόνο και μόνο για να φυλάξει ένα σχέδιο. Στο διπλανό κελί υπήρχε ένας ιαγουάρος· εξέλαβα αυτή τη γειτνίαση ως επιβεβαίωση της εικασίας μου και ως μυστική χάρη.
Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να μάθω τη σειρά και τη διάταξη των κηλίδων. Κάθε τυφλή μέρα που περνούσε, μου παραχωρούσε μια στιγμή φως, κι έτσι μπόρεσα να εντυπώσω στη μνήμη μου τα μαύρα σχήματα πάνω στο κίτρινο τρίχωμα. Άλλα ήταν στίγματα· άλλα σχημάτιζαν εγκάρσιες ραβδώσεις στο μέσα μέρος των πελμάτων· άλλα, δακτυλιωτά, επαναλαμβάνονταν. Μπορεί και να ήταν ένας μόνον ήχος ή μια μόνη λέξη. Πολλά είχαν κόκκινο περίγραμμα.
Δεν θα πω πόσο κοπιαστικό ήταν το έργο μου. Πολλές φορές ούρλιαξα μέσα στο μπουντρούμι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να το αποκρυπτογραφήσει κανείς. Σιγά σιγά, το συγκεκριμένο αίνιγμα που με βασάνιζε άρχισε να με ανησυχεί λιγότερο από το γενικό: Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν· όταν λες «ο τίγρης», λες τις τίγρεις που τον γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη. Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει μ' έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο· όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης ή βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μία λέξη και, μ' αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι έλασσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όλα, κόσμος, σύμπαν, δεν είναι παρά απόηχοι ή ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μία γλώσσα.
Μια μέρα ή μια νύχτα — ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;— ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος· ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα· ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω απ' αυτό το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ' έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ' ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ' άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ' αλήθεια.
Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα. Με ξύπνησε μια λάμψη. Στην κορυφή του σκοταδιού, διαγραφόταν ένας φωτεινός κύκλος. Είδα το πρόσωπο του δεσμοφύλακα, τα χέρια του, την τροχαλία, το σκοινί, το κρέας και τις κανάτες. Κάθε άνθρωπος συγχέεται, βαθμιαία, με τη μορφή της μοίρας του· κάθε άνθρωπος είναι, πάνω απ' όλα, οι περιστάσεις του. Πάνω από αποκρυπτογράφος ή εκδικητής, πάνω από ιερέας του θεού, ήμουν ένας φυλακισμένος. Γύρισα στη σκληρή μου φυλακή απ' τον ανεξάντλητο λαβύρινθο των ονείρων, σαν να επέστρεφα στο σπίτι μου. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα τον τίγρη της, ευλόγησα τον φεγγίτη, ευλόγησα το γέρικο, βασανισμένο μου κορμί, ευλόγησα το σκότος και την πέτρα.
Και τότε συνέβη αυτό που δεν μπορώ ούτε να ξεχάσω ούτε να περιγράψω. Συνέβη η ένωσή μου με το θείον, με το σύμπαν (δεν ξέρω αν αυτές οι λέξεις διαφέρουν). Η έκσταση δεν επαναλαμβάνει τα σύμβολά της· υπάρχουν κάποιοι που είδαν τον Θεό σε μία λάμψη, υπάρχουν άλλοι που τον διέκριναν σ' ένα σπαθί ή στους κύκλους ενός ρόδου. Εγώ είδα έναν θεόρατο Τροχό, που δεν ήταν μπρος στα μάτια μου, ούτε πίσω, ούτε στο πλάι μου, αλλά παντού, ταυτόχρονα. Ο Τροχός αυτός ήταν φτιαγμένος από νερό, αλλά και από φωτιά, παρόλο δε που φαινόταν το περίγραμμά του, ήταν άπειρος. Τον αποτελούσαν, το 'να μέσα στ' άλλο, όλα τα πράγματα που θα είναι, που είναι και που ήταν· εγώ ήμουν μία ίνα μέσα σ' εκείνον τον ολοκληρωτικό μίτο, και ο Πέδρο δε Αλβαράδο, που με βασάνιζε, μια άλλη. Εκεί ήταν τα αίτια και τ' αποτελέσματα, και δεν χρειαζόταν παρά να δω αυτόν τον Τροχό για να τα καταλάβω όλα, μέχρι τέλους. Ω χαρά τού να καταλαβαίνεις, πόσο πιο μεγάλη είσαι απ' τη χαρά τού να φαντάζεσαι ή του να αισθάνεσαι! Είδα το σύμπαν και είδα τα κρυφά σήματα του σύμπαντος. Είδα τις απαρχές, όπως τις περιγράφει η Βίβλος των Κοινών. Είδα τα βουνά που αναδύθηκαν απ' το νερό, είδα τους πρώτους ανθρώπους από ξύλο, είδα τα πιθάρια που χιμήξαν στους ανθρώπους, είδα τα σκυλιά που τους ρήμαξαν τα πρόσωπα. Είδα τον απρόσωπο θεό που υπάρχει, πίσω απ' τους θεούς. Είδα άπειρες διεργασίες που κατέληγαν σε μία και μόνη μακαριότητα και, καταλαβαίνοντας τα πάντα, μπόρεσα να καταλάβω και τη γραφή του τίγρη.
Είναι ένας τύπος, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις τυχαίες λέξεις (από δεκατέσσερις λέξεις που δείχνουν τυχαίες)· θα μου έφτανε να τον εκφέρω με δυνατή φωνή για να γίνω παντοδύναμος. Θα μου έφτανε να τον εκφέρω για να γκρεμίσω αυτό το πέτρινο μπουντρούμι, για να εισχωρήσει η μέρα μες στη νύχτα μου, για να γίνω νέος, για να γίνω αθάνατος, για να ξεσκίσει ο τίγρης τον Αλβαράδο, για να βυθίσω το άγιο μου μαχαίρι σε στήθια ισπανικά, για να παλινορθώσω την πυραμίδα, για να παλινορθώσω την αυτοκρατορία. Σαράντα συλλαβές, δεκατέσσερις λέξεις, και εγώ, ο Τζινακάν, θα κυβερνούσα τα εδάφη που κάποτε κυβέρνησε ο Μοκτεζούμα. Κι όμως το ξέρω πως δεν θα τις πω ποτέ αυτές τις λέξεις, γιατί τον Τζινακάν δεν τον θυμάμαι πια.
Ας πεθάνει μαζί μου το μυστήριο που είναι γραμμένο στους τίγρεις. Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι' αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι' αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι.
                                                Στην Έμα Ρίσσο Πλατέρο
Jorge Luis Borges
Άπαντα Πεζά 
(Το Άλεφ)
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2005








Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023

ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ - ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Θέλησε να λύσει τα αινίγματα
να φωτίσει το σκοτάδι
που μέσα του βολεύονται όλοι
όσο κι αν τους βαραίνει.
Δεν τρόμαξε από τα όσα είδε
μ' από την άρνηση των άλλων να τα παραδεχτούν.
Θα 'μενε πάντα η εξαίρεση;
Δεν άντεχε πια τη μοναξιά.
Και για να βρει τους διπλανούς του
έχωσες μες στα μάτια του βαθιά
τις δυό περόνες.
Πάλι ξεχώριζε με την αφή τα πράγματα
πού κανείς δεν ήθελε να βλέπει.
                                                           Γενάρης ‘71

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ 1981

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

Το Σύμπαν ενός ανώνυμου συγγραφέα - Γιώργος Γραμματικάκης

 
Στην αρχή ή στο τέλος αυτού του αιώνα έζησε ένας συγγραφέας που οι βιογράφοι του αμφιβάλλουν ακόμη για το πραγματικό του όνομα. Μήτε άλλωστε για το έργο ή τις λεπτομέρειες της ζωής του είναι γνωστά πολλά πράγματα. «Τα εξωτερικά γεγονότα», ισχυριζόταν ο ίδιος, «δεν έχουν πολλή σημασία. Βιογραφία είναι ό,τι γίνεται μέσα μας, και ό,τι γίνεται μέσα μας δεν εκφράζεται με τη γλώσσα δεν εκφράζεται». Μετά τον θάνατο του συγγραφέα, που δεν είναι σίγουρο αν και πότε ακριβώς επισυνέβη, βρέθηκαν στα συρτάρια του πολλά ανέκδοτα έργα, σημειώσεις μιας ψυχολογικής πραγματείας και ένας κενός φάκελος με την ένδειξη «αλληλογραφία». Βρέθηκε επίσης το ακόλουθο ποίημα, που, απ' ό,τι φαίνεται, έγραψε με αφορμή μια διάλεξη για το Σύμπαν. 

Στο Σύμπαν περιέχεται το κάθε τι, είπε ο Καθηγητής της Κοσμολογίας.
Ο Ήλιος, η Σελήνη και οι ωκεανοί της Γης
γύρω από τον Ήλιο περιστρέφονται οι πλανήτες
οι φέροντες τα ονόματα αρχαίων Θεών.
Πιο μακριά εκτείνονται οι Αστερισμοί του Αιγόκερω και του Τοξότη.
Το Σύμπαν περιέχει επίσης τους γαλαξίες και τους κομήτες
ωχρούς αστέρες νετρονίων και τα νεφελώματα
και ακόμη, Μαρία, περιέχει
εσένα, εμένα και λέξεις όπως «αγάπη» ή «της απουσίας».
Λάμψεις ακανόνιστες φωτίζουν τις γωνιές του Σύμπαντος
άγνωστα σωματίδια διαπερνούν την έκτασή του
και το φως των άστρων, είπε ο κύριος Καθηγητής,
φθάνει σε μας ύστερα από εκατομμύρια χρόνια·
το άστρο μπορεί να έχει κιόλας σβήσει ή εκραγεί
σ' έναν καταιγισμό φωτός και ύλης
εμείς ανυποψίαστοι παρατηρούμε το παρελθόν τον.
Θαυμαστά πράγματα, Μαρία,
όμως εγώ δυσκολεύομαι να τα πιστέψω
πρέπει μάλιστα να ομολογήσω ότι ο Καθηγητής μου φάνηκε λιγάκι ύποπτος
οι κινήσεις του είχαν κάτι το ανεξήγητα ήρεμο, σχεδόν μελαγχολικό
κι επίσης απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση του μικρού παιδιού που καθόταν στη σειρά των επισήμων.
Γυρίζοντας στο σπίτι, Μαρία, περιπλανώμενος
ανάμεσα στα ελαιόφυτα και τις λεωφόρους των ιχνεντών
άγνωστο για ποιους λόγους, ήρθε στη μνήμη μου η εποχή που ήμαστε εξόριστοι
― ποιος να θυμάται τώρα πια τους λόγους ή τον τόπο της εξορίας.
Το γεγονός είναι ότι κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα του δωματίου,
δεν είχαν ακουστεί βήματα ή ήχος κουδουνιού·
στο δωμάτιο μπήκε ένας άνθρωπος με τα μαλλιά στη σκόνη ή την αρμύρα
κρέμασε το παλτό του και κάθισε αμίλητος κοντά στη λάμπα.
Όσοι βρεθήκαμε στον τόπο αυτό της εξορίας θορυβηθήκαμε.
Ο επισκέπτης έμεινε εκεί ώρες ατέλειωτες και νύχτες
και κάποιος ισχυρίζεται αιώνες·
την όγδοη στιγμή σηκώθηκε, μας κοίταξε προσεκτικά και είπε:
«Με λένε Μαξ ή Ίβηρο ή Οδυσσέα»
φόρεσε το παλτό του, το φως θαμπό απ' τον καπνό της πίπας και έφυγε.
Στο δωμάτιο επεκράτησε αμέσως ένας μικρός πανικός
ο ένας κατηγορούσε τον άλλο για τις δολοφονίες του παρελθόντος
και για τα όσα μας επιφυλάσσει το μέλλον
και μερικοί που έφθασαν από τα σύνορα είπαν πως σύνορα πια δεν υπάρχουν.
Ίσως σου φαίνεται παράλογο, Μαρία, όμως
καθώς περιπλανιέμαι μάταια στους δρόμους με τους αμπελώνες και τα ελαιόφυτα,
καθώς με σημαδεύει ο καιρός και από το βάθος του ο Αστερισμός του Ταύρου,
έχω την αίσθηση ότι ο κύριος Καθηγητής είχε κάτι κοινό με τον επισκέπτη.
Τα μάτια του ήταν ανεξήγητα ήρεμα, σχεδόν μελαγχολικά.
Και ούτε ήταν σύμπτωση ότι οι εφημερίδες
παρέλειπαν τον τόπο γεννήσεως ή την ηλικία του
ή πώς εξηγείς το γεγονός ότι στο τέλος της διάλεξης κάποιος ακούστηκε να κλαίει.
Αν δεν επακολούθησε πανικός είναι γιατί επενέβησαν οι ψυχραιμότεροι.
Δεν έχω τρόπους να το αποδείξω
κι άλλωστε από μακριά ακούγεται ο ήχος γραφομηχανής που ίσως είναι και πυροβόλων
και τί σημασία έχει άραγε, αφού ο πλανήτης μας είναι σε κίνδυνο να αναφλεγεί.
Πάντως ο κύριος Καθηγητής, Μαρία,
μου φάνηκε το ίδιο πρόσωπο με τον επισκέπτη
και το πραγματικό του όνομα, έτσι καθώς περιπλανιέμαι,
χωρίς τη δυνατότητα πια της επιστροφής,
ξέρω πως είναι Μαξ ή Ίβηρος ή Οδυσσέας.



Γιώργος Γραμματικάκης
Η Κόμη της Βερενίκης
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ 1990

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

Επιστροφή στο σπίτι – Dino Buzzati

Η καγγελόπορτα ήταν ανοιχτή και ο Ντρόγκο μύρισε μεμιάς την παλιά σπιτική μυρωδιά, όπως όταν, παιδί, ξαναγύριζε στην πόλη μετά τους καλοκαιρινούς μήνες στο εξοχικό. Ήταν γνώριμη και φιλική μυρωδιά, κι όμως, μετά από τόσο καιρό, είχε κάτι το αποκρουστικό. Του θύμιζε, ναι, τα περασμένα, τη γλυκύτητα κάποιων Κυριακών, τα χαρούμενα δείπνα, τη χαμένη παιδικότητα, αλλά μιλούσε και για τα κλειστά παράθυρα, για τα μαθήματα, την πρωινή καθαριότητα, τις αρρώστιες, τους καβγάδες, τα ποντίκια.
«Ω, ο μικρός κύριος!» του φώναξε περιχαρής η καλή Τζοβάνα που του είχε ανοίξει την πόρτα. Κι αμέσως ήρθε η μητέρα του. Δόξα τω Θεώ, δεν είχε γεράσει ακόμη.
Καθισμένος στο σαλόνι, ενώ προσπαθούσε να απαντήσει στις πολλές ερωτήσεις, ένιωθε την ευτυχία του να μετατρέπεται άθελά του σε θλίψη. Το σπίτι του φαινόταν άδειο σε σύγκριση με άλλοτε, από τα αδέρφια του ένας είχε πάει στο εξωτερικό, ένας άλλος ταξίδευε ποιος ξέρει που, ο τρίτος ήταν στην εξοχή. Μόνο η μητέρα του απέμενε και μετά από λίγο χρειάστηκε κι εκείνη να βγει για μια λειτουργία στην εκκλησία, όπου την περίμενε μια φίλη.
Το δωμάτιό του είχε μείνει ίδιο, έτσι όπως το είχε αφήσει, ούτε ένα βιβλίο δεν είχε μετακινηθεί, κι όμως, του φάνηκε διαφορετικό. Κάθισε στην πολυθρόνα, άκουσε τον θόρυβο από τις άμαξες στον δρόμο, την αδιάκοπη βαβούρα που ερχόταν από την κουζίνα. Μόνος ήταν στο δωμάτιό του, η μητέρα του προσευχόταν στην εκκλησία, τα αδέρφια του ήταν μακριά, όλος  ο κόσμος, λοιπόν, ζούσε χωρίς να έχει καμία ανάγκη τον Τζοβάνι Ντρόγκο. Άνοιξε ένα παράθυρο, είδε τα γκρίζα σπίτια, τη μια στέγη μετά την άλλη, τον καταχνιασμένο ουρανό. Έψαξε σε ένα συρτάρι τα παλιά σχολικά τετράδια, ένα ημερολόγιο που κρατούσε για χρόνια, κάποια γράμματα. Ξαφνιάστηκε που είχε γράψει αυτός εκείνα τα πράγματα, δεν το θυμόταν καθόλου, όλα αναφέρονταν σε παράξενα, ξεχασμένα γεγονότα. Κάθισε στο πιάνο, δοκίμασε να παίξει μια συγχορδία, ξανακατέβασε το καπάκι των πλήκτρων. Και τώρα; αναρωτιόταν.

Σαν ξένος τριγύριζε στην πόλη, αναζητώντας τους παλιούς φίλους,  τους βρήκε πολύ απασχολημένους με τις δουλειές τους, τις μεγάλες επιχειρήσεις, την πολιτική σταδιοδρομία. Του μίλησαν για πράγματα σοβαρά και σημαντικά, εργοστάσια, σιδηροδρόμους, νοσοκομεία. Κάποιοι τον κάλεσαν σε γεύμα, άλλοι είχαν παντρευτεί, όλοι είχαν πάρει διαφορετικούς δρόμους και μέσα σε τέσσερα χρόνια είχαν ήδη αποξενωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε (αλλά ίσως κι αυτός δεν ήταν πια ικανός), δεν μπορούσε να αναβιώσει τις αλλοτινές τους συζητήσεις, τα αστεία, τους κώδικές τους. Τριγύριζε στην πόλη αναζητώντας τους παλιούς φίλους – και ήταν πολλοί –, αλλά κατέληγε  μόνος του σε ένα πεζοδρόμιο, με πολλές άδειες ώρες μπροστά του πριν έρθει το βράδυ.
Τις νύχτες έβγαινε μέχρι αργά, αποφασισμένος να διασκεδάσει. Κάθε φορά ξεκινούσε με τις συνήθεις αόριστες  νεανικές ελπίδες για έρωτα και κάθε φορά γύριζε απογοητευμένος. Ξανάρχισε να μισεί τον δρόμο που τον οδηγούσε στο μοναχικό σπίτι, ίδιο πάντα κι έρημο.
Εκείνες τις μέρες δόθηκε ένας μεγάλος χορός και ο Ντρόγκο, μπαίνοντας στο μέγαρο παρέα με τον φίλο του τον Βέσκοβι, τον μοναδικό που είχε ξαναβρεί, αισθανόταν εξαιρετικά ευδιάθετος. Παρότι ήταν άνοιξη, η νύχτα θα ήταν μεγάλη, ένα κομμάτι του χρόνου σχεδόν απεριόριστο. Μέχρι το ξημέρωμα μπορούσαν να συμβούν πολλά πράγματα, ο Ντρόγκο δεν ήταν σε θέση να τα προσδιορίσει επακριβώς, αλλά ασφαλώς τον περίμεναν αρκετές ώρες άκρατης ευχαρίστησης. Πράγματι, είχε αρχίσει να αστειεύεται με μια κοπέλα ντυμένη στα μωβ και δεν είχε πάει ακόμη μεσάνυχτα, ίσως πριν χαράξει γεννιόταν κάποιος έρωτας. Και τότε τον φώναξε ο οικοδεσπότης για να του δείξει λεπτομερώς το μέγαρο, τον έσυρε μέσα από λαβυρίνθους και γαλαρίες, τον ξεμονάχιασε στη βιβλιοθήκη,τον υποχρέωσε να εξετάσει κομμάτι το κομμάτι μια συλλογή όπλων, του μιλούσε για στρατηγικά ζητήματα, του έλεγε φανταρίστικα καλαμπούρια, ανέκδοτα από τον βασιλικό οίκο, και στο μεταξύ η ώρα περνούσε, τα ρολόγια είχαν βαλθεί να τρέχουν με τρομακτική ταχύτητα. Όταν ο Ντρόγκο κατάφερε να ελευθερωθεί, ανυπομονώντας να ξαναγυρίσει στον χορό, η αίθουσα είχε μισοαδειάσει, η κοπέλα που ήταν ντυμένη στα μωβ είχε εξαφανιστεί, πιθανότατα είχε ήδη γυρίσει στο σπίτι της.
Μάταια ο Ντρόγκο προσπάθησε να το ρίξει στο ποτό, μάταια χασκογελούσε χωρίς λόγο, ούτε καν το κρασί δεν βοηθούσε πια. Και η μουσική των βιολιών γινόταν όλο και πιο υποτονική, κάποια στιγμή έπαιζαν κυριολεκτικά στον βρόντο, γιατί κανένας δεν χόρευε πια. Ο Ντρόγκο βρέθηκε, με το στόμα πικρό, ανάμεσα στα δέντρα του κήπου, άκουγε τη διστακτική ηχώ ενός βαλς ενώ η μαγεία της γιορτής χανόταν κι ο ουρανός αχνόφεγγε, κόντευε πια να ξημερώνει.
Καθώς έδυαν τα αστέρια, ο Ντρόγκο έμεινε ανάμεσα στις μαύρες σκιές των δέντρων να βλέπει τη μέρα να γεννιέται, ενώ οι επίχρυσες άμαξες απομακρύνονταν μια μια από το μέγαρο. Τώρα πια είχε σωπάσει και η ορχήστρα, κι ένας βαλές άρχισε να γυρίζει στις αίθουσες σβήνοντας τα φώτα. Από ένα δέντρο, ακριβώς πάνω από τον Ντρόγκο, έφτασε διαπεραστική και ζωηρή η τρίλια ενός μικρού πουλιού. Ο ουρανός σιγά σιγά φωτιζόταν, όλα αναπαύονταν σιωπηλά περιμένοντας με εμπιστοσύνη μια ωραία μέρα. Εκείνη τη στιγμή – σκέφτηκε ο Ντρόγκο – οι πρώτες ακτίνες του ήλιου θα είχαν ήδη φτάσει στις επάλξεις του Οχυρού και στους ξεπαγιασμένους φρουρούς. Μάταια το αυτί του περίμενε ένα σάλπισμα.
Διέσχισε τη νωθρή πόλη, που ήταν ακόμη βυθισμένη στον ύπνο, και άνοιξε με υπερβολικό θόρυβο την εξώπορτα. Στο σπίτι ήδη τρύπωνε από τις σχισμές των περσίδων λιγοστό το φως της μέρας.
«Καληνύχτα, μαμά» είπε καθώς περνούσε από τον διάδρομο και από το δωμάτιό της, πίσω από την πόρτα, του φάνηκε ότι όπως συνήθως, όπως τις μακρινές εκείνες μέρες που γύριζε αργά τη νύχτα, του απάντησε ένας συγκεχυμένος ήχος, η νυσταγμένη μα γεμάτη στοργή φωνή της. Και συνέχισε σχεδόν γαληνεμένος προς την κρεβατοκάμαρά του, όταν συνειδητοποίησε ότι κι εκείνη μιλούσε. «Τι έχεις μαμά;» ρώτησε μέσα στη βαθιά σιωπή. Την ίδια στιγμή κατάλαβε ότι είχε περάσει το τσούλημα μιας άμαξας κάπου μακριά για την αγαπημένη φωνή. Στην πραγματικότητα, η μητέρα του δεν είχε απαντήσει, τα νυχτερινά βήματα του γιου της πλέον δεν μπορούσαν να την ξυπνήσουν όπως άλλοτε, είχαν γίνει σαν ξένοι, λες και ο ήχος τους είχε με τον καιρό αλλάξει.
Κάποτε τα βήματα του έφταναν στον ύπνο της σαν συμφωνημένο κάλεσμα. Όλοι οι άλλοι θόρυβοι της νύχτας, αν και πολύ πιο δυνατοί, δεν αρκούσαν για να την ξυπνήσουν, ούτε τα κάρα κάτω στον δρόμο ούτε το κλάμα ενός μωρού, ούτε τα αλυχτίσματα των σκύλων ούτε οι κουκουβάγιες, ούτε το παντζούρι που χτυπάει ο αέρας που σφυρίζει μέσα στα λούκια, ούτε η βροχή ή το τρίξιμο των επίπλων. Μόνο το βήμα του ξυπνούσε, όχι επειδή ήταν θορυβώδες (ο Τζοβάνι απεναντίας περπατούσε στις μύτες των ποδιών). Κανένας ιδιαίτερος λόγος δεν υπήρχε, μονάχα ότι αυτός ήταν ο γιόκας της.
Αλλά τώρα πια τίποτε. Τώρα είχε χαιρετήσει τη μητέρα του όπως άλλοτε, με τον ίδιο τόνο στη φωνή του, βέβαιος ότι θα ξυπνούσε στον γνώριμο θόρυβο των βημάτων του. Απεναντίας, κανείς δεν του είχε απαντήσει εκτός από το τσούλημα της άμαξας κάπου μακριά. Μια ανοησία, σκέφτηκε, μια γελοία σύμπτωση, μπορεί και να ‘ταν έτσι. Κι όμως του έμεινε, ενώ ετοιμαζόταν να πέσει στο κρεβάτι, μια πικρή εντύπωση, λες και η αλλοτινή αγάπη είχε θαμπώσει, λες και μεταξύ τους ο χρόνος και η απόσταση είχαν απλώσει αργά ένα διαχωριστικό πέπλο.
Dino Buzzati
Η Έρημος των Ταρτάρων
Μετάφραση Μαρία Οικονομίδου
Εκδόσεις Μεταίχμιο 2019