Δίψασα κι οι φτέρες είχαν ξεραθεί. Κίτρινα τα φυτά στις γλάστρες, σαν καλαμποκιές, και τ’ αδειανά μπουκάλια: πτώματα κουτσουρεμένα με κύκλωναν ανήμπορα. Μονάχα ο ήλιος μου έμεινε. Και τότε να ο λογαριασμός για το νοίκι: άψογα, επηρμένα κίτρινος. Αν χρειαζόταν κάτι κείνη την ώρα, ήτανε ένας ωραίος κωμικός, απ’ τους παλιούς, κάνας καραγκιόζης, να σπάει πλάκα με τον παραλογισμό του πόνου: ο πόνος είναι παράλογος μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Ξυρίστηκα προσεκτικά μ’ ένα παλιό ξυράφι. Ανήκε σε κάποιον που κάποτε υπήρξε νέος και τον πέρασαν για ιδιοφυΐα. Όμως εδώ έγκειται η τραγωδία των φύλλων: οι ξεραμένες φτέρες, τα ξεραμένα φυτά. Τελικά βγήκα στο σκοτεινό διάδρομο. Η σπιτονοικοκυρά μου στεκόταν ορθή, αγριεμένη, αποφασισμένη. Με διαολόστειλε κουνώντας τα παχιά κάθιδρα μπράτσα της. «Το νοίκι!» ούρλιαξε. Ούρλιαξε , γιατί η ζωή μας είχε πια τσακίσει.
η γυναίκα μου είχε φύγει
Charles Bukowski Τρόμου και Αγωνίας Γωνία Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας Εκδόσεις Απόπειρα 1994
Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της
Αμερικής συνοδευόμενος από τρεις άντρες
της μυστικής υπηρεσίας, προχώρησε στη
λιμουζίνα του, μπήκε μέσα και κάθισε
στη συνηθισμένη θέση του στο πίσω μέρος.
Ήταν ένα μελαγχολικό και γεμάτο ομίχλη
πρωινό. Κανείς από τους άντρες δεν
μίλησε. Το αμάξι ξεκίνησε. Μοναδικός
ήχος που ακουγότανε ήταν τα λάστιχα του
αυτοκινήτου πάνω στη βρεγμένη από τη
βροχή της περασμένης νύχτας άσφαλτο. Η
σιωπή ήταν ασυνήθιστη. Πιο ασυνήθιστη
από άλλες φορές. Μετά από ένα διάστημα
ο Πρόεδρος ξερόβηξε για να μιλήσει:
"Για πείτε μου κάτι, αυτός εδώ δεν
είναι ο δρόμος που πάει στο αεροδρόμιο...
"
Οι πράκτορες δεν του έδωσαν καμιά
απάντηση. Στο πρόγραμμα του Προέδρου
υπήρχε μια σύντομη διακοπή για ξεκούραση.
Δυο εβδομάδες στο κτήμα του στο Κη
Μπισκαίην. Το ιδιωτικό του αεροπλάνο
τον περίμενε στο αεροδρόμιο.
Η βροχή ξανάρχισε σιγανά. Όλα έδειχναν
ότι σύντομα θα γινόταν μπόρα. Ο Πρόεδρος
και οι συνοδοί του ήταν ντυμένοι με
χοντρά παλτά και φόραγαν όλοι καπέλα,
οι χοντρές κοψιές τους έκαναν το εσωτερικό
της λιμουζίνας να φαντάζει μικροσκοπικό.
Έξω είχε σηκωθεί δυνατός αέρας.
"Σωφέρ", είπε ο Πρόεδρος, "νομίζω
ότι έχετε κάνει λάθος στο δρόμο".
Ο οδηγός δεν φάνηκε να άκουσε. Οι υπόλοιποι
συνέχισαν να κοιτάζουν κατευθείαν
μπροστά τους.
"Για ακούστε εδώ", είπε ο Πρόεδρος,
"ίσως θα μπορούσε κάποιος από σας να
πει σ' αυτόν τον άνθρωπο πώς πρέπει να
πάει στο αεροδρόμιο ...! "
"Δεν πάμε στο αεροδρόμιο", είπε ο
πράκτορας που καθότανε στ' αριστερά του
Προέδρου.
"Πώς; Δεν πάμε στο αεροδρόμιο;"
ρώτησε ο Πρόεδρος.
Ο πράκτορας σώπαινε. Η βροχή δυνάμωσε.
Ο οδηγός έβαλε σε λειτουργία τους
υαλοκαθαριστήρες.
"Βρέχει συνέχεια εδώ και βδομάδες",
είπε ο πράκτορας που καθότανε δίπλα
στον οδηγό. "Σκέτο ψυχοπλάκωμα.
Χαίρομαι πραγματικά που πάμε επιτέλους
στον ήλιο".
"Το ίδιο κι εγώ", είπε από μπροστά
ο οδηγός.
"Κάτι δεν πάει καλά εδώ πέρα", είπε
ο Πρόεδρος. "Απαιτώ να μου εξηγήσετε
αμέσως ... !"
"Τέρμα πια με τις απαιτήσεις", είπε
ο πράκτορας που καθότανε δεξιά από τον
Πρόεδρο.
"Μήπως θέλετε να πείτε ότι...!!!"
"Ακριβώς αυτό", είπε ο πράκτορας.
"Δεν πιστεύω να πρόκειται για
απόπειρα!!;"
"Μπα. Τέτοια πράγματα δεν είναι πια
της μόδας".
"Τότε τι σημαίνουν όλα ... "
"Σας παρακαλώ! Έχουμε κι εμείς τις
εντολές μας. Δεν μας επιτρέπεται να
μιλάμε γι’ αυτό".
Συνεχίσανε για ώρες. Έβρεχε χωρίς
διακοπή. Κανένας δεν μιλούσε.
"Μάλιστα", είπε τελικά ο πράκτορας
που καθότανε στ' αριστερά του Προέδρου,
"τώρα πάρε τη στροφή εκεί κάτω και
μετά συνεχίζουμε ευθεία".
"Κανείς δεν μας ακολούθησε. Η βροχή
μας ήρθε λουκούμι".
Η λιμουζίνα πήρε τη στροφή και μπήκε σ'
ένα χωματόδρομο. Το χώμα ήταν μουσκεμένο
και μαλακό και πότε πότε οι ρόδες γύριζαν
τρελά και γλίστραγαν. Ένας άντρας με
κίτρινο αδιάβροχο τους περίμενε. Στο
χέρι κρατούσε ένα φακό και τους έδειχνε
το δρόμο που οδηγούσε σ’ ένα ανοιχτό
γκαράζ.
Μισοκρυμμένο πίσω από πυκνά δέντρα ήταν
ένα εγκαταλειμμένο αγρόκτημα. Οι
πράκτορες κατέβηκαν από τ' αυτοκίνητο.
"Κατεβήτε κάτω", είπε ο ένας απ'
αυτούς στον Πρόεδρο. Ο Πρόεδρος ακολούθησε
την εντολή. Οι πράκτορες τον βάλανε στη
μέση, παρόλο που εκτός από τον άνθρωπο
με το φακό και το κίτρινο αδιάβροχο δεν
φαινότανε ψυχή για πολλά χιλιόμετρα
γύρω.
"Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν τελειώνουμε
μια κι έξω", είπε ο άνθρωπος με το
κίτρινο αδιάβροχο. "Για τον αρχηγό
πρέπει να' ναι πολύ επικίνδυνο".
"Έτσι το θέλησε", είπε ένας από τούς
πράκτορες. "Ξέρεις τώρα πώς σκέφτεται.
Έχει εμπιστοσύνη στην έκτη αίσθησή του.
Κι έχει δίκιο".
"Απαίσιο κρύο σήμερα. Έχετε λίγη ώρα
να πιείτε ένα καφεδάκι. Το έχω έτοιμο".
"Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Ο δρόμος
ήτανε κουραστικός. Με το άλλο αμάξι
ελπίζω να' ναι όλα εντάξει".
"Ε, βέβαια. Το ελέγξαμε δυο και τρεις
φορές. Για να ακριβολογούμε είμαστε
δέκα λεπτά μπροστά απ' το πρόγραμμα. Γι’
αυτό σας πρότεινα το καφεδάκι. Ξέρετε
καλά άλλωστε πως εκείνος παίρνει σοβαρά
υπόψη του την τήρηση της ακρίβειας σε
όλα".
"Άκου λέει, μπρος, πάμε μέσα".
Βάλανε τον Πρόεδρο στη μέση και πήγανε
στο σπίτι.
"Εσείς καθίστε εκεί πέρα", είπε
ένας απ' αυτούς στον Πρόεδρο.
"Ωραία μυρίζει ο καφές", είπε αυτός
με το αδιάβροχο, "τον αλέθω μόνος".
Γύρισε γύρω από το τραπέζι κι έβαλε σ'
όλα τα φλιτζάνια καφέ.
Μετά γέμισε κι ένα για τον εαυτό του και
κάθισε. Έβγαλε την κουκούλα του και την
πέταξε κοντά στη σόμπα. Το αδιάβροχο
δεν το έβγαλε.
''Ααχ, κάνει καλό", είπε ο ένας απ' τους
πράκτορες.
"Γάλα και ζάχαρη ;" ρώτησε κάποιος
τον Πρόεδρο.
"Ναι, ευχαριστώ "
Στο παλιό αυτοκίνητο ήταν πολύ στενόχωρα
αλλά κατάφεραν να χωρέσουν όλοι. Δύο
κάθισαν στο πίσω μέρος κι είχαν τον
Πρόεδρο πάλι ανάμεσά τους. Το αμάξι
προχώρησε στο λασπωμένο δρόμο γλιστρώντας
πότε από δω πότε από κει κι έφτασε τελικά
στην άσφαλτο. Κι αυτή τη φορά πηγαίνανε
χωρίς να μιλάει κανείς. Ένας πράκτορας
άναψε τσιγάρο.
"Στο διάολο, δεν μπορώ να το κόψω με
τίποτα!"
"Ε, βέβαια, πολύ δύσκολα το ξεσυνηθίζεις.
Δε βαριέσαι".
"Μπα, δεν στενοχωριέμαι, αλλά, να, τα
βάζω με τον εαυτό μου".
"Ξέχνα το καλύτερα. Σήμερα είναι μια
μεγάλη μέρα για την ιστορία".
"Μα το Θεό, ναι!" είπε αυτός με το
τσιγάρο και μετά τράβηξε μια βαθιά
ρουφηξιά ευχαριστημένος.
Παρκάρανε το αυτοκίνητο μπροστά σε μια
παλιά πανσιόν. Η βροχή συνεχιζόταν.
Μείνανε για λίγο στ' αμάξι αμίλητοι.
"Άντε λοιπόν", είπε ο πράκτορας που
καθότανε δίπλα στον οδηγό. "Μπορείτε
να τον πάρετε τώρα. Όλα είναι εντάξει.
Δεν φαίνεται ψυχή πουθενά".
Στριμωγμένοι γύρω απ' τον Πρόεδρο
διασχίσανε την είσοδο κι άρχισαν ν'
ανεβαίνουν τις σκάλες. Στο τρίτο πάτωμα
μπροστά στην πόρτα με το νούμερο 306
στάθηκαν κιένας χτύπησε συνθηματικά.
Η πόρτα άνοιξε κι οι άντρες σπρώξανε
γρήγορα γρήγορα τον Πρόεδρο μέσα. Η
πόρτα έκλεισε και κλειδώθηκε πίσω τους.
Μέσα περίμεναν τρεις άντρες. Οι δυο ήταν
πενηντάρηδες. Ο τρίτος καθόταν σε μια
κουνιστή πολυθρόνα. Φόραγε ένα παλιό
πουκάμισο της δουλειάς, παντελόνι
τριμμένο που του ερχόταν μεγάλο καθώς
και φτηνιάρικα τελείως φθαρμένα παπούτσια
που σίγουρα δεν είχαν δει βερνίκι για
πολύ καιρό. Είχε πια περάσει τα ογδόντα.
Χαμογέλαγε ... και τα μάτια ήταν ολόιδια,
το ίδιο κι η μύτη, το σαγόνι, το μέτωπο
... το πρόσωπό του δεν είχε αλλάξει πολύ.
"Καλώς τον κύριο Πρόεδρο. Ξέρετε,
περίμενα πάρα πολύ καιρό - την Ιστορία,
την Επιστήμη και Σας. Σήμερα συναντιόνται
όλα αυτά μαζί, ακριβώς έτσι όπως είχαν
προγραμματιστεί!!!"
Ο Πρόεδρος κοίταξε καλά το γέρο που
καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα.
"Μεγαλοδύναμε!... Εσείς είστε ... "
"Αχά, με αναγνωρίσατε λοιπόν! Μερικοί
από τους συμπατριώτες σας αναφερόντουσαν
συχνά στην ομοιότητά μας χαριτολογώντας.
Φυσικά ήταν πολύ ηλίθιοι για να μπορέσουν
ποτέ να σκεφτούν ότι εγώ ... "
"Όμως τότε είχαν διαπιστώσει ότι
ήσασταν ... "
"Φυσικά και το διαπίστωσαν. Καγκελαρία,
30 Απριλίου 1945. Φυσικά, έτσι το θελήσαμε.
Υπήρξα πολύ υπομονετικός. Η επιστήμη
ήταν πάντα στο πλευρό μας, παρόλα αυτά
όμως έπρεπε να βάλω ξανά ένα χεράκι στην
Ιστορία ... χρειαζόμασταν το σωστό
άνθρωπο. Κι εσείς είσαστε αυτός που
έπρεπε. Όλοι οι άλλοι δεν ήταν κατάλληλοι
- πολύ απομακρυσμένοι από τη δική μου
πολιτική φιλοσοφία ... ενώ εσείς
ανταποκρίνεστε με το παραπάνω στις
δικές μου ιδέες. Χρησιμοποιώντας εσάς
θα είναι για μένα πιο εύκολα τα πράγματα.
Πάντως, όπως σας έλεγα, έπρεπε κι εγώ να
βοηθάω τη μεγάλη ρόδα της Ιστορίας να
γυρίζει κατά πώς ήθελα ... βλέπετε η πολύ
μεγάλη ηλικία μου ... καταλαβαίνετε τι
εννοώ ... "
"Θέλετε να πείτε μήπως ... "
"Μάλιστα. Εγώ κανόνισα να παραμεριστεί
ο Πρόεδρός σας Κένεντι. Και μετά έκανα
το ίδιο με τον αδελφό του".
"Και γιατί αυτός ο δεύτερος φόνος ...
;"
"Γιατί οι πληροφορίες μας έλεγαν ότι
ο αδελφός θα κέρδιζε τις προεδρικές
εκλογές".
"Μα, τέλος πάντων, τι σκοπεύετε να
κάνετε μαζί μου; Ήδη με βεβαίωσαν ότι
δεν πρόκειται να με σκοτώσετε ... "
"Μου επιτρέπετε να σας παρουσιάσω
τους δυο καθηγητές της ιατρικής; Ο δόκτωρ
Γκραφ ... ο δόκτωρ Φέλκερ".
Οι δυο κύριοι υποκλίθηκαν. Ο Πρόεδρος
χαμογέλασε βεβιασμένα. "Τι πρόκειται
να μου κάνετε;" ρώτησε τότε.
"Μην αδημονείτε. Πρέπει πρώτα να κάνω
μια συζήτηση με τους κυρίους. Καρλ, τι
γίνεται με το σωσία, πήγαν όλα καλά;"
"Μάλιστα, περίφημα. Τηλεφωνήσαμε από
το αγρόκτημα. Ο σωσίας έφτασε την
προκαθορισμένη ώρα στο αεροδρόμιο και
τότε ανακοινώθηκε ότι η πτήση ματαιώνεται
για αύριο λόγω των καιρικών συνθηκών.
Αντί γι’ αυτό θα έκανε μια μικρή βόλτα
με τ’ αυτοκίνητο... Είχε δηλώσει ότι του
αρέσει πολύ να κάνει βόλτες στη βροχή
".
"Κι έπειτα;" ρώτησε ο γηραλέος.
''Ο σωσίας είναι νεκρός".
"Ωραία. Στρωνόμαστε στη δουλειά,
λοιπόν. Σήμερα είναι μια αποφασιστική
μέρα ...για την Επιστήμη και για την
Ιστορία ... "
Οι πράκτορες οδήγησαν τον Πρόεδρο σ'
ένα από τα δύο χειρουργικά τραπέζια που
υπήρχαν στο δωμάτιο. Τον διέταξαν να
βγάλει τα ρούχα του και να ξαπλώσει. Το
γεροντάκι ξάπλωσε στο άλλο τραπέζι. Ο
δόκτωρ Γκραφ και ο δόκτωρ Φέλκερ φόρεσαν
τις ιατρικές μπλούζες και τις αποστειρωμένες
μάσκες ...
Ο νέος άντρας σηκώθηκε σβέλτα από το
χειρουργικό τραπέζι. Φόρεσε τα ρούχα
του Προέδρου και μετά κατευθύνθηκε σ’
ένα μεγάλο καθρέφτη του τοίχου. Έμεινε
να κοιτάζεται για πέντε ολόκληρα λεπτά.
Γύρισε και είπε:
"Είναι πραγματικό θαύμα! Ούτε καν
φαίνονται οι ουλές της εγχείρησης!
Κύριοι, σας συγχαίρω! Πώς τα καταφέρατε;"
"Μάιν Φύρερ", είπε ο ένας από τους
δυο γιατρούς, "έχουμε μάθει αρκετά
από τότε που ... "
"Στοπ! Από δω και στο εξής να έχετε
υπόψη σας ότι δεν θα με αποκαλείτε πια
έτσι!... Μέχρι να έρθει η ώρα ... Μέχρι να
σας πω εγώ!... Κι ως τότε δεν θα ξαναπούμε
λέξη στα γερμανικά!... Τώρα είμαι Πρόεδρος
των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής!
... "
"Γιες, Μίστερ Πρέζιντεντ!"
Ο Πρόεδρος σήκωσε το χέρι του και ψηλάφισε
το πάνω χείλος του.
"Καλώς, θα πρέπει να ομολογήσω όμως
ότι το μουστάκι θα μου λείψει... "
Οι δυο κύριοι χαμογέλασαν.
Τότε εκείνος ρώτησε: "Και ο γέρος τι
θ' απογίνει; Πότε θα συνέλθει;"
"Είναι ακόμη βαθιά ναρκωμένος",
είπε ο δόκτωρ Γκραφ. "Θα συνέλθει σε
24 ώρες. Κάθε ίχνος εγχείρησης έχει
εξαφανιστεί. Εμείς μπορούμε να φύγουμε.
Μόνο ... να, επιμένω ότι θα έπρεπε αυτόν
τον άνθρωπο... "
"Κι εγώ σας λέω ότι δεν μπορεί πια να
μας βλάψει. Όχι! Και επιπλέον πρέπει να
υποφέρει! Έτσι όπως υπέφερα κι εγώ!"
Προχώρησε στο κρεβάτι και κοίταξε τον
άνθρωπο που ήταν ξαπλωμένος. Ένας
ασπρομάλλης γέρος πάνω από τα ογδόντα
...
"Αύριο θα είμαι στο σπίτι του.
Αναρωτιέμαι πώς θα το πάρει η γυναίκα
του. Θέλω να πω, αν θα τα καταφέρω να
εκπληρώσω τα συζυγικά μου καθήκοντα",
είπε μ' ένα πικρό χαμογελάκι.
"Είμαι βέβαιος, Μάιν Φύρερ ... ωχ,
παρντόν! Είμαι βέβαιος, Μίστερ Πρέζιντεντ,
ότι θα είστε για κείνη μια ευχάριστη
έκπληξη!"
"Άντε λοιπόν, να πηγαίνουμε. Πρώτα θα
φύγουν οι κύριοι δόκτορες. Οι υπόλοιποι
έπειτα. Ο καθένας μόνος του. Θ' αλλάξουμε
αυτοκίνητα ακριβώς όπως έχουμε
συνεννοηθεί. Επιτέλους, ύστερα από τόσο
αγώνα έρχεται η επιβράβευση, η πρώτη
μου ήσυχη νύχτα στο Λευκό Οίκο ... "
Το ασπρομάλλικο γεροντάκι ξύπνησε. Ήταν
ολομόναχος στο δωμάτιο. Η απόδραση ήταν
λοιπόν εφικτή. Σηκώθηκε από το κρεβάτι
για να ψάξει τα ρούχα του και να ντυθεί
κι όπως πέρασε μπροστά από τον καθρέφτη
του τοίχου είδε μέσα το είδωλο ενός
γέρου.
" Όχι, δεν είναι δυνατόν", σκέφτηκε,
"Θεέ μου, ΟΧΙ!!!"
Σήκωσε το ένα χέρι. Ο γέρος στον καθρέφτη
έκανε την ίδια κίνηση. Έκανε ένα βήμα
μπροστά. Ο γέρος στον καθρέφτη προχώρησε
προς το μέρος του. Χαμήλωσε το βλέμμα
και κοίταξε τα χέρια του ... ήταν γερασμένα
και γεμάτα ρυτίδες ... αυτά δεν ήταν τα
δικά του χέρια! Μα και τα πόδια του ...
ούτε αυτά τα πόδια ήταν τα δικά του!
Δεν ήταν το δικό του σώμα αυτό ... !"
"Θεέ μου", ψέλλισε. ''ΑΧ ΘΕΕ ΜΟΥ!"
Αυτή η φωνή. Ούτε η φωνή δεν ήταν η δική
του φωνή. Του είχαν αλλάξει ακόμη και
τις φωνητικές χορδές. Ψηλάφισε το λαιμό
του και το κεφάλι του. Πουθενά ίχνη
εγχείρησης. Φόρεσε τα ρούχα που ανήκαν
στο γέρο και κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά.
Χτύπησε την πρώτη πόρτα που βρήκε μπροστά
του. Μια ταμπέλα έγραφε: "Θυρωρείο".
Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε μια γριά
γυναίκα. "Μάλιστα, κύριε Τίλσον;"
του είπε.
"Ποιος κύριος Τίλσον;; ... Κυρία μου,
είμαι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών!
Βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου
ανάγκης!"
"Ελάτε τώρα, κύριε Τίλσον! Το ξέρετε
ότι δεν μ' ενοχλούν τ' αστειάκια σας,
αλλά όχι κι έτσι όμως ..."
"Αφήστε τα αυτά! Πού είναι το τηλέφωνό
σας;"
"Εκεί που πάντα ήτανε, αριστερά όπως
μπαίνουμε …"
Έψαξε τις τσέπες του σακακιού του. Του
είχαν αφήσει μερικά ψιλά. Άνοιξε το
πορτοφόλι. Είχε μέσα δεκαοχτώ δολάρια.
Έριξε ένα κέρμα των δέκα σεντς στο
τηλέφωνο.
"Kυρία μου, ποια είναι η διεύθυνση
εδώ;"
"Ελάτε τώρα, κύριε Τίλσον, τη διεύθυνση
την ξέρετε πολύ καλά. Κάθεστε εδώ και
χρόνια στο σπίτι μου. Είσαστε πολύ
περίεργος σήμερα, πράγματι, κύριε Τίλσον.
Και με την ευκαιρία θα 'θελα να σας πω
και κάτι άλλο .. ."
"Μάλιστα ... τι θέλετε;"
"Θα 'θελα να σας υπενθυμίσω ότι σήμερα
είναι η ημέρα πληρωμής του ενοικίου!"
"Κυρία μου, θα μου πείτε επιτέλους τη
διεύθυνση του σπιτιού εδώ;"
"Αφού επιμένετε, 2435, Σόρχαμ Ντράιβ
... σαν να μη το ξέρετε, καλέ! ... "
"Εμπρός", είπε στο τηλέφωνο. "Ταξί;
Ναι, θα 'θελα να στείλετε ένα ταξί στη
Σόρχαμ Ντράιβ, νούμερο 2435. Πρώτος όροφος.
Τ’ όνομά μου; Τ’ όνομά μου; ... Καλώς, τ'
όνομά μου είναι Τίλσον ... "
Να πάει στο Λευκό Οίκο, δεν θα είχε πια
νόημα, σκέφτηκε.
Εκείνοι θα είχαν πάρει τα μέτρα τους
... Θα πάω στη μεγαλύτερη εφημερίδα, σ'
αυτούς θα πάω και θα τα διηγηθώ όλα. Θα
τα πω όλα στον εκδότη ... όλα όσα μου
συνέβησαν.
Οι άλλοι ασθενείς κάνανε πλάκα μαζί
του. "Βλέπεις αυτόν εκεί; Αυτόν εκεί
που μοιάζει με κάποιο δικτάτορα, πώς
τον λέγανε; ... Μόνο που είναι πιο γέρος
από κείνον. Αυτός που λες, όταν τον
φέρανε, πριν κανά μήνα, ισχυριζότανε
ότι ήταν ο Πρόεδρος της Αμερικής. Αυτά
πριν από ένα μήνα. Τώρα πια δεν το λέει
τόσο συχνά. Κάθεται κει και καταβροχθίζει
τη μια εφημερίδα μετά την άλλη. Δεν έχω
ξαναδεί στη ζωή μου άνθρωπο τόσο μανιακό
με τις εφημερίδες. Καταλαβαίνει πάντως
ένα σωρό πράγματα από πολιτική. Μάλλον
απ' αυτό το έπαθε. Απ' την πολιτική!"
Χτύπησε καμπανάκι για φαγητό. Σηκώθηκαν
όλοι εκτός από έναν. Ένας νοσοκόμος
πλησίασε: "Κύριε Τίλσον;"
Καμιά απάντηση.
"ΚΥΡΙΕ ΤΙΛΣΟΝ!"
"Α. .. ναι; ... "
"Ώρα για φαγητό, κύριε Τίλσον!"
Το ασπρομάλλικο γεροντάκι σηκώθηκε
αργά κι έσυρε τα βήματά του προς την
τραπεζαρία.
«Ρεντ», είπα στον νεαρό, «για τα θηλυκά
έχω πάψει πια να υπάρχω. Αλλά φταίω κι
εγώ. Έχω σταματήσει πια να πηγαίνω σε
χορούς, σε φιλανθρωπικές αγορές, ποιητικές
βραδιές, παρτούζες και όλα αυτά τα
νυφοπάζαρα που κλωθογυρίζουνε οι
περισσότερες καργιόλες.
Παλιότερα, πάντα κάρφωνα κάτι, στα Μπαρ
που γύρναγα, στο τραίνο, στην επιστροφή
απ' το Ντελμάρ, παντού όπου ήτανε στα
σκαριά κανένα μεθύσι. Αλλά σήμερα δεν
τ' αντέχω πια τα Μπαρ. Όλοι αυτοί οι
σκατότυποι που κάθονται σαν χαμένοι
και σκοτώνουνε την ώρα τους, ελπίζοντας
ότι όπου να 'ναι θα ξεφυτρώσει καμιά
ψωραλέα γκόμενα και θα 'ρθει να τους
καθήσει στα γόνατα. Αυτή όλη η κατάσταση
είναι ντροπή για την ανθρωπότητα.
Ο Ρεντ στριφογύρισε ένα μπουκάλι μπύρας
στον αέρα τ' άρπαξε και ξεκόλλησε το
καπάκι στην άκρη του τραπεζιού μου.
«Όλ' αυτά, συμβαίνουνε στα κεφάλια
διαφόρων Μπουκόβσκι, κι εσύ δε τα έχεις
ανάγκη αυτά».
«Όλ, αυτά συμβαίνουνε στο κεφάλι της
ψωλής μου, Ρεντ. Κι εγώ τα 'χω απόλυτη
ανάγκη».
«Άκου τώρα δω, κάποτε πιάσαμε μια
αλκοολικιά και την δέσαμε σ' ένα κρεβάτι.
Παίρναμε 50 σεντς στο γαμήσι. Υπολογίζω
ότι όλοι οι σακάτηδες κι οι παρανοϊκοί
απ' την γειτονιά, την καβαλήσανε. Πρέπει
να ξεπετάξαμε γύρω στους 500 πελάτες, σ'
αυτές τις 3 μέρες και 3 νύχτες».
«Άνθρωπε! Ρεντ μ' ανακατεύεις!»
«Πως; εγώ νόμιζα ότι μιλάω με το γνωστό
Βρωμόγερο;»
«Μπα, αυτό τ' όνομα μου 'μεινε επειδή δεν
αλλάζω κάθε μέρα κάλτσες, κι αυτό είναι
όλο. Την αφήνατε τουλάχιστο πότε-πότε
να πάει για χέσιμο;»
«Γιατί;»
«Άχου, Θεία σκατά. Της έδωσες τίποτα να
φάει;»
«Το είδος αυτό δεν τρώει. Της δίναμε
κρασί κι έπινε».
«Θα με τρελάνεις»
«Μα γιατί;»
«Γιατί, γιατί αυτό δεν είναι ανθρώπινο,
κατάλαβες; Κάτι τέτοιο είναι θηριωδία.
Μα τι λέω, κάτι τέτοιο ούτε τα θηρία δεν
το κάνουνε».
«Κι όμως βγάλαμε 250 δολάρια απ' αυτή την
ιστορία».
«Πόσα της έδωσες εκεινής;»
«Τίποτα. Την αφήσαμε εκεί ξαπλωμένη. Το
νοίκι έτσι κι αλλιώς θα το πλήρωνε, μετά
από δύο μέρες».
«Την έλυσες;»
«Εμ, βέβαια. Αλλιώς μπορεί να μας κολλάγανε
κανένα φόνο, που ξέρεις τι γίνεται».
«Τι αδιαφορία, τι απανθρωπιά!»
«Μιλάς σαν παπάς».
«Παράγγειλε, αν θες καμιά μπύρα ακόμη».
«Μήπως θέλεις να σου προμηθεύσω κανένα
μουνί να γαμήσεις;»
«Πόσο; για 50 σεντς πάντα;»
«Όχι, θα πρέπει να επενδύσεις κάτι
παραπάνω».
«Ευχαριστώ, να μου λείπει».
«Βλέπεις, στην πραγματικότητα δεν θέλεις
γυναίκα».
«Σαν να 'χεις δίκιο».
Άνοιξε νέα μπύρα. Ήπιε μονορούφι. Και
μετά σηκώθηκε. «Κοίταξε δω, βλέπεις; Έχω
πάντα μαζί μου αυτό το ξυράφι, εδώ κάτω
απ' τη ζώνη μου. Για τους περισσότερους
Χόμπος το ξύρισμα είναι πρόβλημα. Για
μένα, όχι. Κι όταν ταξιδεύω φοράω πάντα
δύο παντελόνια – εδώ βλέπεις; – κι όταν
φτάσω σε μια πόλη, βγάζω το έξω παντελόνι
και το μπλε ναυτικό μου πουκάμισο. Από
κάτω φοράω ένα άσπρο νάυλον, το βγάζω
κι αυτό και το περνάω μια φορά στο νεράκι
και σε καμιά ώρα είναι στεγνό. Φοράω και
τη γραβάτα, γυαλίζω τα παπούτσια και
μετά ψάχνω για το κατάλληλο μαγαζί.
Τσιμπάω το σακκάκι που μου πάει πιο πολύ
και σε δυό μέρες μέσα έχω μια φίνα
δουλίτσα στο χέρι, «χαρτογιακάς» να
πούμε, όπως ο κάθε ευυπόληπτος αστός.
Κανένας δεν υποπτεύεται ότι ο Κύριος
αυτός, δηλαδή εγώ, είναι ο ίδιος που έχει
πηδήσει πριν δυό μέρες απ' το τραίνο,
αφού ταξίδεψε όλο τον δρόμο μες στο
βαγόνι που στοιβάζουνε τα ζώα. Αλλά από
την άλλη μεριά πάλι, τις δουλειές αυτές
δεν τις αντέχω για πολύ. Κι έτσι, μέχρι
να ξαναρχίσουν οι γάτες να γαμιούνται,
εγώ ετοιμάζομαι για τον καινούργιο
γύρο».
Δεν ήξερα αν έπρεπε να συμπληρώσω κάτι
σ' όλα αυτά. Γι' αυτό το βούλωσα και
συνέχισα να κρατιέμαι στην μπύρα μου.
«Έχω πάντα μαζί μου κι αυτό εδώ το
στιλέτο, εδώ κάτω απ' τη μασχάλη στερεωμένο
μ' ένα ελατήριο, το βλέπεις;»
«Ναι, το είδα. Ένας φιλαράκος μου 'λεγε
τις προάλλες ότι κι ένα ανοιχτήρι για
μπουκάλια κρασί να γίνει εξαίρετο όπλο».
«Κι έχει δίκιο ο φίλος σου. Έτσι λοιπόν,
κι όταν καμιά φορά με πιάνουνε οι μπάτσοι,
ελευθερώνω στα γρήγορα το ελατήριο,
σηκώνω τα χέρια και φωνάζω: ΜΗΝ
ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ!...» (κι ο Ρεντ, μου παρουσιάζει
με παντομίμα την σκηνή), «...κι έτσι μ'
αυτή την κίνηση η κάμα πέφτει κάτω. Δεν
βρίσκουνε ποτέ τίποτα επάνω μου. Ούτε
ξέρω πια πόσες κάμες έχω εξαφανίσει
έτσι».
«Έχεις ποτέ σου καθαρίσει καμιά υπόθεση
με την κάμα, Ρεντ;»
Μου 'ριξε μια παράξενη ματιά.
«Καλά, ξέχασέ το», του είπα. «Πες ότι δεν
ειπώθηκε τίποτα».
Πιαστήκαμε πάλι στις μπύρες μας.
«Είδα κάποτε σ' ένα σταθμό μια εφημερίδα
που 'γραφε ένα ολόκληρο άρθρο για σένα.
Ξέρεις σ' έχω για σπουδαίο συγγραφέα...»
«Σ' ευχαριστώ», του είπα.
«Προσπάθησα κι εγώ που λες να γράψω,
αλλά δεν τα κατάφερα».
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Εικοσιένα».
«Ε, έχεις καιρό μπροστά σου».
Καθόταν εκεί και σκεφτόταν το πως θα
μπορούσε να γίνει συγγραφέας. Μετά έβαλε
το χέρι στην κωλότσεπη.
«Αυτό μου το 'χουν δώσει κάποτε, για να
κρατήσω κλειστό το στόμα μου».
Στο χέρι κρατούσε ένα πλεχτό πέτσινο
πορτοφόλι.
«Ποιος;»
«Έτυχε να δω δυό τύπους που καθαρίζανε
κάποιον, κι αυτοί είναι που μου δώσανε
το πορτοφόλι για να μην πω τίποτα».
«Και γιατί τον βγάλανε από τη μέση;»
«Να γι' αυτό το πορτοφόλι που 'χε 7 δολάρια
όλα κι όλα μέσα».
«Και πως έγινε;»
«Του ανοίξανε το κεφάλι με μια πέτρα.
Εκεί που καθότανε κι έπινε, του σπάσανε
το κεφάλι. Του πήρανε το πορτοφόλι. Κι
εγώ τα είδα όλα».
«Και τι κάνανε μετά το πτώμα;»
«Πρωί-πρωί μόλις σταμάτησε το τραίνο
για να βάλουνε νερό στη μηχανή, εκείνοι
τραβήξανε το πτώμα έξω απ' το βαγόνι και
το ρίξανε κάτω απ' την πλατφόρμα που
φορτώνουν τα ζώα. Μετά ξανανεβήκανε στο
βαγόνι και το τραίνο έφυγε».
«Χμμμ», είπα.
«Αργότερα βρίσκουνε οι μπάτσοι το πτώμα,
κοιτάζουνε τα ρούχα, βλέπουνε και το
πρόσωπο ενός αλκοολικού, χαρτιά ο
άνθρωπος δεν έχει, κι έτσι η υπόθεση
κλείνει. Άντε ένας χόμπο ακόμη. Ποιον
ενδιαφέρει, τώρα κάτι τέτοιο;»
Συνεχίσαμε να πίνουμε για μερικές ώρες
ακόμη. Του 'πα κι εγώ μερικές απ' τις πιο
καλές μου ιστορίες, που φυσικά ούτε στο
μισό απ' τις δικές του δε φτάνανε. Μετά
δεν είχαμε πια τι να πούμε, ο καθένας
μας σκεφτότανε τα δικά του.
Κάποια στιγμή ο Ρεντ σηκώθηκε.
«Λοιπόν, φίλε πρέπει να φύγω τώρα.
Περάσαμε ωραία οι δυό μας».
Σηκώθηκα κι εγώ.
«Ναι, πρέπει να τ' ομολογήσω, ήταν πολύ
ωραία Ρεντ».
«Άντε και γαμώ τα σκατά, μπορεί να
ξαναβρεθούμε μια μέρα».
«Ναι γαμώ τα σκατά, Ρεντ».
Κατά κάποιο τρόπο, διστάζαμε να χωρίσουμε
και επιβραδύναμε αυτή τη στιγμή. Γιατί
μας είχε δέσει αυτή η βραδιά που περάσαμε
μαζί και που ήταν πράγματι κατά κάποιο
τρόπο ωραία.
«Στο επανιδείν μικρέ».
«Έγινε, Μπουκόβσκι!»
Τον παρακολουθούσα από πίσω καθώς
έφευγε, έστριψε μπροστά απ' το φράχτη
του σπιτιού κι απομακρύνθηκε πηγαίνοντας
στη Νόρμαντη κι ακόμη πιο πέρα στο
Βέρμοντ όπου και θα 'βρισκε δωμάτιο για
τις επόμενες τρεις – τέσσερις μέρες,
τώρα δεν φαινότανε πια κι ένα υπόλοιπο
του φεγγαριού έφεγγε εκεί ψηλά ενώ εγώ
κλείδωσα την πόρτα κι άδειασα μια
τελευταία άνοστη μπύρα. Έσβησα το φως
και σύρθηκα στο κρεβάτι, έβγαλα τα ρούχα
και ξάπλωσα, ενώ όλοι αυτοί οι τύποι
εκεί έξω στους σταθμούς εμπορευμάτων,
περπατούν με βαριά βήματα πάνω στις
σιδερογραμμές, ψάχνοντας τα τραίνα και
σημειώνοντας τους τόπους προορισμού.
Ελπίδα για καλύτερες πόλεις, για
ομορφότερους καιρούς, για περισσότερη
αγάπη ή ευτυχία ή κάτι τέτοιο τέλος
πάντων. Δεν θα το βρούνε ποτέ. Αλλά κι
ούτε θα σταματήσουν ποτέ να ψάχνουν γι'
αυτό.
Ο ζάπλουτος
μανδαρίνος κάθησε σταυροπόδι μέσα στη
σάουνα του σπιτιού του και ούρλιαξε.
Είχε μαζέψει ολόκληρο το έργο του Γ. Σ.
Μπαχ, σε δίσκους αλλά αυτό δεν τον
βοηθούσε. Είχε σ' ολόκληρο το σπίτι
βιτρώ, είχε τη φωτογραφία μιας καλόγριας
που σήκωνε το φουστάνι της και κατούραγε
σε ανδρικά ουρητήρια αλλά κι αυτό δεν
βοηθούσε καθόλου.
Κάποτε στην
έρημο της Νεβάδα μια νύχτα με πανσέληνο
είχε βάλει να βασανίσουν μέχρι θανάτου
έναν ταξιτζή ενώ αυτός κοίταζε. Αυτό
κάπως τον ανακούφιζε, αλλά μετά από μισή
ώρα είχε χάσει κι αυτή η ιστορία τη
γοητεία της. Έπιασε σκύλους και αφού
τους έδεσε πάνω σε παλιούς σταυρούς
τάφων τους έκαιγε με τα πούρα του – των
πέντε δολαρίων – τα μάτια. Σούπα
ξαναζεσταμένη. Είχε διακορεύσει τόσες
και τόσες αθώες πιτσιρίκες που κι αυτό
δεν τον ερέθιζε πια. Τώρα ένιωθε
αξιολύπητος και πικραμένος. Ενώ πλενότανε,
έκαιγε ακριβά λιβάνια. Ο βαθύπλουτος
μανδαρίνος ήταν πια ένας άθλιος
σκατόγερος.
Τότε ήρθε και
κάθισε αντίκρυ μου στο τραπέζι που
'γραφα. Τα δάκρυα συνέχιζαν να κυλάνε
στο πρησμένο πρόσωπό του. Άναψα ένα από
τα πανάκριβα πούρα του.
«Κάνε κάτι
επιτέλους, για τ' όνομα του ΘΕΟΥ βοήθα
με!» ούρλιαζε.
Είχε έρθει η
ώρα για την παράστασή μου.
«Μια στιγμή»,
είπα.
Άνοιξα ένα
ειδικό μπαούλο και πήρα από μέσα τη
χοντρή, μαύρη δερμάτινη ζωστήρα. Την
κράτησα με τέτοιο τρόπο που η χοντρή
μεταλλική αγκράφα να κρέμεται προς τα
κάτω. Εκείνος έβγαλε το μπουρνούζι του
μπάνιου που φόραγε και ξάπλωσε πάνω
στο τραπέζι, μ' όλα αυτά τα αρρωστημένα
κρέατά του σαν άσπρο αφρολέξ, ο αηδιαστικός
τρεμουλιαστός και μαλλιαρός κώλος...
Πήρα φόρα και μ' όλη μου τη δύναμη του
κατέβασα με την αγκράφα...
ΦΑΠ! ΦΑΠ!
ΦΑΠ! ΦΑΠ! ΦΑΠ!
Έπεσε κάτω από
το τραπέζι. Σερνότανε με τα τέσσερα πάνω
στο πάτωμα σαν κάβουρας. Εγώ τον
ακολουθούσα με τη ζωστήρα.
ΦΑΠ!
ΦΑΠ!
ΦΑΠ!
Μετά έσκυψα
πάνω του κι ενώ εκείνος ούρλιαζε, έσβησα
κάπου πάνω του το πούρο μου.
Έμεινε ξαπλωμένος
και δεν έβγαζε άχνα. Είχε ένα μακάριο
χαμόγελο στο πρόσωπο. Πήγα μέχρι την
κουζίνα. Ο δικηγόρος του καθότανε κι
έπινε τον καφέ του.
«Τελειώσατε;»
ρώτησε.
«Μάλιστα».
Δίπλα στο
φλυτζάνι του καφέ του ήταν ένα μάτσο
χαρτονομίσματα. Τράβηξε πέντε δεκαδόλαρα
και τα 'σπρωξε πάνω στο τραπέζι προς το
μέρος μου. Μόνο τότε κατάλαβα ότι κρατούσα
ακόμη το σβησμένο πούρο στο χέρι. Το
πέταξα στο νεροχύτη.
«Το μεροκάματο»,
είπα γω. «Σκατά και πάλι σκατά».
«Μάλιστα», είπε
ο δικηγόρος. «Ο προηγούμενος άντεξε
μόνο για ένα μήνα».
Γέμισα ένα
φλυτζάνι με καφέ. Η κουζίνα ήταν πολύ
άνετη.
«Άντε λοιπόν
μέχρι την άλλη Τετάρτη», είπε εκείνος.
«Δεν θέλετε να
το κάνετε εσείς στη θέση μου;»
«ΕΓΩ; Α! όχι,
είμαι πολύ ευαίσθητος...!»
Γελάσαμε και
οι δύο. Κι έριξα δυο κομματάκια ζάχαρη
στον καφέ μου.
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say, stay in there, I'm not going
to let anybody see
you.
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I pur whiskey on him and inhale
cigarette smoke
and the whores and the bartenders
and the grocery clerks
never know that
he's
in there.
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say,
stay down, do you want to mess
me up?
you want to screw up the
works?
you want to blow my book sales in
Europe?
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too clever, I only let him out
at night sometimes
when everybody's asleep.
I say, I know that you're there,
so don't be
sad.
then I put him back,
but he's singing a little
in there, I haven't quite let him
die
and we sleep together like
that
with our
secret pact
and it's nice enough to
make a man
weep, but I don't
weep, do
you?
Φωτογραφίες των στριπτιζέζ σε γυάλινες προθήκες. Αγόρασα ένα εισιτήριο. Η κοπέλα του ταμείου ήταν πιο όμορφη από τις αρτίστες. Τώρα πια, μου απόμεναν μόνο 38 σεντς. Μπήκα στη σκοτεινή αίθουσα και κάθισα στην όγδοη σειρά. Στις πρώτες τρεις σειρές δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα.
Ήμουν άτυχος. Η ταινία είχε τελειώσει και μόλις είχε βγει η πρώτη στριπτιζέζ. Η Νταρλήν. Η πρώτη που εμφανιζόταν ήταν συνήθως η χειρότερη. Γερασμένες κοκότες που τίναζαν ψηλά τα ποδάρια τους, μαζί με τ' άλλα κορίτσια του μπαλέτου. Προφανώς, κάποια είχε δολοφονηθεί ή είχε πάθει κρίση υστερίας κι αυτό αποτελούσε μοναδική ευκαιρία για την Νταρλήν να ξαναεμφανιστεί σε σόλο νούμερο.
Κι όμως η Νταρλήν ήταν υπέροχη. Αδύνατη με μεγάλα βυζιά. Κορμί λυγερό σαν ιτιά. Κι ένας κώλος τεράστιος. Ένα θαύμα που μπορούσε να σε τρελάνει.
Η Νταρλήν φορούσε ένα μακρύ βελούδινο μαύρο φόρεμα, σκισμένο στα πλάγια. Τα μπούτια της ήταν κάτασπρα, αλάβαστρο πάνω σε μαύρο φόντο. Χόρευε και μας κοιτούσε με τα έντονα βαμμένα της μάτια. Η ευκαιρία της. Η μοναδική της ευκαιρία. Ήθελε να ξαναγίνει χορεύτρια σε σόλο νούμερα. Συμφωνούσα απόλυτα μαζί της. Κατέβαζε σιγά σιγά το φερμουάρ και μας έδειχνε όλο και περισσότερη σάρκα. Άσπρη σάρκα. Γρήγορα έμεινε μ' ένα ροζ σουτιέν κι ένα κορδονάκι γύρω από τους γοφούς της – τα ψεύτικα διαμάντια λαμποκοπούσαν καθώς χόρευε.
Η Νταρλήν πισωπάτησε χορεύοντας, μέχρι την άκρη της βελούδινης κουρτίνας. Η κουρτίνα ήταν σκισμένη, κατασκονισμένη. Την άρπαξε και κουνώντας το πάντα το κορμί της στο ρυθμό της μουσικής, άρχισε να την γαμάει. Η ορχηστρα των τεσσάρων έπαιζε, η Νταρλήν γαμούσε. Το ροζέ φως έγινε ξαφνικά βαθυκόκκινο. Η ορχήστρα είχε φτάσει στο αποκορύφωμα, η Νταρλήν έχυνε επί σκηνής. Το κεφάλι της έπεσε χαλαρά προς τα πίσω. Το στόμα της άνοιξε διάπλατα σε μια σιωπηλή κραυγή.
Συνήλθε και ήρθε στο κέντρο του πάλκου. Την άκουγα να τραγουδάει στον εαυτό της. Πέταξε με μια κίνηση το σουτιέν της, κι ένας μάγκας τρεις σειρές πιο κάτω από μένα άναψε τσιγάρο. Το μόνο της ρούχο τώρα ήταν το κορδονάκι με τα ψεύτικα διαμάντια. Έβαλε δάχτυλο στον αφαλό της και βόγκηξε.
Η ορχήστρα έπαιζε έναν απαλό σκοπό. Η Νταρλήν χόρευε αόριστα. Τώρα, μας γαμούσε όλους μαζί. Τα διαμάντια κουνιόντουσαν πέρα δώθε με κάποια γλύκα. Κι η ένταση της τετραμελούς ορχήστρας άρχισε ν' ανεβαίνει για μια ακόμα φορά. Φτάναμε στο ναδίρ της πράξης (σκηνικής ή ερωτικής, δεν είχε πια σημασία). Ο ντράμερ έπαιζε σα να περίμενε να αρχίσουν από στιγμή σε στιγμή τα πυροτεχνήματα. Χριστέ μου, πόσο κουρασμένοι κι απελπισμένοι ήταν οι μουσικοί...
Η Νταρλήν ζούπηξε τα γυμνά της στήθια, πασπάτεψε τη ρόγα της. Τα 'πιασε στα χέρια της και μας τα 'δειξε, μας τα πρόσφερε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει όνειρα, τα χείλια της έμοιαζαν υγρά μισάνοιχτα μπουμπούκια. Ξαφνικά, γύρισε και μας κούνησε με μπρίο το μεγάλο της κώλο. Οι χάντρες άστραψαν σαν παλαβές, απόκτησαν τη δικιά τους ζωή. Η φωτεινή κηλίδα του προβολέα έπιασε να χορεύει το χορό του ήλιου. Η τετραμελής ορχήστρα βαρούσε τα όργανα σ' έναν παλαβό σκοπό. Η Νταρλήν κλωθογύριζε στο πάλκο. Πέταξε το κορδονάκι με τις χάντρες. Κοίταξα, κοίταξάν. Οι μουνότριχες της ξεπρόβαλλαν κάτω από το λεπτό μπικινάκι στο χρώμα του δέρματος. Η μπάντα ξυλοκοπούσε με μανία τον κώλο της.
...Ηταν γραμματέας του διευθυντή. Την έλεγαν Κάρμεν, μα παρά το ισπανικό όνομα ήταν ξανθιά και φορούσε στενά μάλλινα φορέματα, παπούτσια με τακούνι στιλέτο, μεταξωτές κάλτσες και ζαρτιέρες, τα χείλια της τα βάραινε το έντονο κραγιόν, αλλά – ω Χριστέ μου – πως κουνιόταν, πως τρεμούλιαζε ο κώλος της, σειόταν ολόκληρη καθώς μας έφερνε τις παραγγελίες στο γραφείο και τα παιδιά γούρλωναν τα μάτια τους και τρίβαν τα αχαμνά τους καθώς τα λαχταριστά βυζιά της προσπαθούσαν να σκίσουν τα φουστάνια της και να πεταχτούν ελεύθερα έξω. Ποτέ δεν ήμουν μέγας μπήχτης. Για να είσαι μπήχτης πρέπει να τα καταφέρνεις και στο ψηστήρι. Εγώ, από ψηστήρι ήμουν τελείως άσχετος. Αλλά τόσο πολύ με πίεσε η Κάρμεν, που μια μέρα την πήρα στα όρθια, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Ηταν όμορφα, ήταν ζεστά. Σκεφτόμουν γαλάζιους ουρανούς και ατέλειωτες κατακάθαρες ακρογιαλιές, μα είχε και μια θλίψη, μια έλλειψη ζεστασιάς και ανθρωπιάς που δεν καταλάβαινα, ούτε μπορούσα να τα βγάλω πέρα μαζί της. Της είχα σηκώσει ψηλά το φουστάνι και την κάρφωνα με το καυλί μου, φιλώντας το βαμμένο άλικο στόμα της και τελικά έχυσα ανάμεσα σε δύο κιβώτια, με τ' αποκαϊδια να γεμίζουν τον αέρα και με την γκόμενα κολλημένη στο βρόμικο τοίχο, μέσα στο ευεργετικό σκοτάδι.
-.-
...Εφτασα στην αποθήκη στις 10.30 π.μ. Κανονικά θα έπρεπε να ήμουν εκεί στι 8. Ηταν η ώρα του πρωινού διαλείμματος και όλος ο κόσμος περίμενε στην ουρά στο κυλικείο να πιεί καφέ. Παρήγγειλα ένα διπλό καφέ κι ένα λουκουμά με μαρμελάδα. Αντάλλαξα δυό κουβέντες με την Κάρμεν, τη γραμματέα, τη γνωστή κυρία του “όρθιου στη γωνία”. Οπως συνήθως, η Κάρμεν φορούσε ένα απίστευτα στενό μάλλινο φόρεμα, που της έμπαινε όπως το οξυγόνο σ' ένα μπαλόνι. Είχε ξοδέψει τουλάχιστον μισό κραγιόν για τα χείλια της, και τριβόταν ολόκληρη πάνω μου καθώς μου μιλούσε. Η Κάρμεν ήταν τόσο επιθετική, που σε τρόμαζε, αισθανόσουν την ανάγκη να φύγεις για ν' αποφύγεις την τόση πίεση. Όπως και οι περισσότερες γυναίκες, ποθούσε αυτό που δεν μπορούσε να έχει, μια και η Τζαν μου ρουφούσε ό,τι απόθεμα είχα και δεν είχα σε σπέρμα. Η Κάρμεν πίστευε ότι το 'παιζα δύσκολος. Εγώ έτρωγα το λουκουμά μου κι αυτή ήθελε να φάει εμένα. Κάποτε το διάλειμμα τελείωσε και πήγαμε όλοι στα πόστα μας. Κι εγώ -ο βιτσιόζος- είχα ένα στιγμιαίο όραμα: τα ελαφρά λεκιασμένα από σκατά βρακιά της Κάρμεν να ανεμίζουν στερεωμένα στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού μου, ενώ εγώ της τον έμπηγα στο διαμέρισμα της κεντρικής οδού. Ο κύριος Χάνσεν, ο διευθυντής, με περίμενε έξω από το γραφέιο του: “κύριε Τσινάσκι”, γαύγισε. Τον ήχο τον ήξερα: τέρμα κύριοι. Να τι σήμαινε.
Τον πλησίασα και στάθηκα μπροστά του. Φορούσε καλοσιδερωμένο ελαφρύ καλοκαιριάτικο κοστούμι, γραβάτα (πράσινη), μεταξωτό πουκάμισο, παπούτσια ακριβά και γυαλισμένα σαν καθρέφτες. Ξαφνικά, ένιωσα τα καρφιά των παπουτσιών μου να χώνονται στις πατούσες μου. Τρία κουμπιά έλειπαν από το βρόμικο πουκάμισό μου. Το φερμουάρ του παντελονιού μου ήταν μισοχαλασμένο. Η αγκράφα της ζώνης μου, σπασμένη.
“Μάλιστα;” ρώτησα.
“Είμαι υποχρεωμένος να σε απολύσω”.
“Εντάξει”, είπα.
“Είσαι πολύ καλός υπάλληλος, αλλά πρέπει να σε απολύσω”.
Στενοχωριόμουν με την αμηχανία του.
“Εδώ και έξι μέρες έρχεσαι στις 10.30. Οι άλλοι εργάτες δεν τα βλέπουν με καλό μάτι αυτά, όταν εκείνοι δουλεύουν κανονικό οκτάωρο”.
“Είμαι εντάξει, σας είπα, πιστέψτε με, δεν υπάρχει πρόβλημα”.
“Ακουσέ με: όταν είχα τα χρόνια σου, ήμου κι εγώ ζόρικο αγόρι. Μια φορά την εβδομάδα τουλάχιστον, έφτανα στη δουλειά μου με μαυρισμένο μάτι. Μα ποτέ δεν άργησα. Ετσι έφτασα εδώ που βρίσκομαι σήμερα”.
Δεν απάντησα.
“Τι συμβαίνει; Γιατί δεν μπορείς να 'ρχεσαι στην ώρα σου;”
Ξαφνικά μου πέρασε η ιδέα ότι αν του έλεγα την αλήθεια, μπορεί και να με κρατούσε. “Μόλις παντρεύτηκα, ξέρετε. Είμαι ακόμα στο μήνα του μέλιτος. Κάθε πρωί, εκεί που πάω να ντυθώ, με τραβάει στο κρεβάτι για μια τελευταία πίπα”.
Τρίχες. Δεν έγινε τίποτα. “Θα πω στο λογιστήριο να ετοιμάσουν την αποζημίωσή σου”. Ο Χάνσεν μπήκε στο γραφείο του, και τον είδα κάτι να ψιθυρίζει στην Κάρμεν. Μου ήρθε ακόμα μια ξαφνική έμπνευση και του χτύπησα το τζάμι. Ο Χάνσεν με πλησίασε. “Τι είναι πάλι;”
“Ακούστε”, του είπα. “Δεν το έχω κάνει ποτέ με την Κάρμεν. Λόγω τιμής. Είναι ωραία γυναίκα, αλλά δεν είναι ο τύπος μου. Μπορώ να έχω αποζημίωση για όλη την εβδομάδα;”
Ο Χάνσεν ξαναμπήκε στο γραφέιο του. “Να του δώσετε αποζημίωση για όλη την εβδομάδα”. Κι ήταν μόνο Τρίτη, ακόμα. Δεν περίμενα να μου κάνει το χατίρι, μα τότε θυμήθηκα ότι αυτός κι ο Αλαμπαμ μοιράζονταν από μισά 20.000 πεντάλια ποδηλάτων. Η Κάρμεν μου έδωσε την επιταγή. Μου πέταξε ένα αδιάφορο χαμόγελο, καθώς ο Χάνσεν τηλεφωνούσε στο γραφείο ευρέσεως εργασίας.
Πάλι μ' αλλάξανε δρομολόγιο. Ο Στόουν μ'έβαζε πάντοτε στα δύσκολα, αλλά καμιά φορά αναγκαζόταν απ' τις περιστάσεις να με βάλει και σε κανένα λιγότερο εξαντλητικό. Το δρομολόγιο 511 φαινόταν ομαλό κι έτσι μου ήρθε πάλι η ιδέα να φάω μεσημεριανό, αυτό το μεσημεριανό που δεν το πρόφταινα ποτέ.
Ητανε μια μέση συνοικία με μονοκατοικίες. Οχι πολυκατοικίες. Μόνο σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο με περιποιημένους κήπους. Ομως το δρομολόγιο ήταν καινούριο. Βάδιζα κι αναρωτιόμουν που ήταν κρυμμένη η παγίδα. Ακόμα κι ο καιρός ήταν καλός.
Μα το θεό, σκέφτηκα, θα τα καταφέρω! Μεσημεριανό κι επιστροφή, σύμφωνα με το πρόγραμμα! Επιτέλους, η ζωή γινόταν υποφερτή.
Αυτοί εδώ δεν είχαν ούτε σκυλιά. Κανείς δεν περίμενε τον ταχυδρόμο στην πόρτα. Ωρες ολόκληρες δεν άκουσα ανθρώπινη φωνή. Ισως είχα ωριμάσει ταχυδρομικά – ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Σουλατσάριζα όλο ενεργητικότητα, με αφοσίωση σχεδόν.
Τότε θυμήθηκα έναν από τους παλιότερους ταχυδρόμους. Μου είχε πει κάποτε δείχνοντας την καρδιά του: “Τσινάσκι, μια μέρα θα την πληρώσεις ακριβώς εδώ!”
“Καρδιακή προσβολή;”
“Αφοσίωση στην υπηρεσία. Θα το δεις. Θα είσαι υπερήφανος γι' αυτό”.
“Αρχίδια!”
Αλλά ο άνθρωπος μου 'λεγε την αλήθεια.
Τον σκεφτόμουν καθώς προχωρούσα.
Είχα ένα συστημένο με απόδειξη παραλαβής για τον αποστολέα.
Ανέβηκα και χτύπησα το κουδούνι. Το τζαμάκι της πόρτας άνοιξε. Πρόσωπο δεν έβλεπα.
“Συστημένο!”
“Κάνε πίσω!” ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. “Κάνε πίσω να δω το πρόσωπό σου!”
Να τα μας πάλι, σκέφτηκα, άλλη παλαβιάρα.
“Ακου κυρά μου, δε χρειάζεται να δεις το πρόσωπό μου. Θ' αφήσω μια ειδοποίηση στο κουτί και θα πας στα γραφεία να πάρεις το γράμμα σου”.
Εβαλα την ειδοποίηση στο κουτί κι έκανα να φύγω.
Η πόρτα άνοιξε κι η τύπισσα όρμησε έξω. Φορούσε ένα διάφανο νεγκλιζέ χωρίς σουτιέν. Μόνο ένα σκούρο μπλε κιλοτάκι. Ηταν αχτένιστη, τα μαλλιά της πέταγαν σαν να 'θελαν ν' απογειωθούν. Ηταν πασαλειμμένη κρέμες, κυρίως κάτω απ' τα μάτια. Το δέρμα της ήταν άσπρο σαν να μην το 'χε δει ποτέ ο ήλιος και το προσωπό της είχε μαι αρρωστιάρικη όψη. Το στόμα της έχασκε. Φορούσε λίγο κραγιόν κι ήταν ψεύτικη απ' την κορφή ως τα νύχια.
Ολα αυτά τα 'πιασα καθώς χίμηξε πάνω μου. Εβαζα το συστημένο πάλι στο σάκο μου.
“Δωσ' μου το γράμμα μου!” τσίριξε.
“Κυρία μου, θα πρέπει να...” είπα.
Αρπαξε το γράμμα κι έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.
Να πάρει ο διάολος, δεν μπορούσες να γυρίσεις χωρίς γράμμα και χωρίς υπογραφή! Επρεπε να υπογράφεις για ό,τι έδινες και έπαιρνες.
“Εϊ!”
Την πήρα στο κατόπι και πρόφτασα να χώσω το πόδι μου στην πόρτα.
“Εϊ! ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ!”
“Φύγε! Φύγε! Είσαι κακός άνθρωπος!”
“Ακου κυρά μου, προσπάθησε να με καταλάβεις! Πρέπει να υπογράψεις γι' αυτό το γράμμα! Δεν μπορώ να σ' το δώσω έτσι! Κλέβεις το ταχυδρομείο των Ηνωμένων Πολιτειών!”
“Φύγε παλιάνθρωπε!”
Εσπρωξα την πόρτα μ' όλο μου το βάρτος και μπήκα στο δωμάτιο. Ηταν σκοτάδι εκεί μέσα. Ολα τα στόρια ήταν κατεβασμένα. Ολα τα στόρια του σπιτιού ήταν κατεβασμένα!
“ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ! ΒΓΕΣ ΕΞΩ!”
“Κι εσύ δεν έχεις δικαίωμα να κλέβεις το ταχυδρομείο. Ή δώσε μου πίσω το γράμμα ή υπόγραψε. Αλλιώς δε φεύγω”.
“Εντάξει! Εντάξει! Θα υπογράψω!”
Της έδειξα που να υπογράψει και τηςέδωσα το στυλό. Κοίταζα το στήθος της κι όλα της τα υπόλοιπα και σκεφτόμουν, κρίμα, είναι τρελή, κρίμα, κρίμα.
Μου γύρισε την πένα και την υπογραφή της. Καθώς έκανα να φύγω, άνοιξε το γράμμα κι άρχισε να το διαβάζει.
Ξαφνικά βρέθηκε στην πόρτα με τα χέρια ανοιγμένα και το γράμμα πεσμένο στο πάτωμα.
“Παλιάνθρωπε, παλιάνθρωπε! Ηρθες εδω να με βιάσεις!”
“Βρε κυρά μου, άσε με να περάσω!”
“Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ!”
“Λες να μην το ξερω; Ασε με τώρα να βγω από δω μέσα!”
Προσπάθησα να την παραμερίσω με το ένα χέρι. Εκείνη μου κατεβάζει μια γερή νυχιά στο μάγουλο. Παρατάω κάτω το σάκο, μου πέφτει το κασκέτο, και καθώς σκούπιζα τα αίματα με το μαντήλι, εκείνη μου ξεσκίζει και το άλλο μάγουλο.
“ΜΟΥΝΙ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΑ, ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ Σ' ΕΠΙΑΣΕ ΡΕ!”
“Βλέπεις; Βλέπεις; Είσαι κακός!”
Είχε πέσει πάνω μου. Την αρπάζω απ' τον κώλο και κολλάω το στόμα μου πάνω στο στόμα της. Εκείνα τα τεράστια βυζιά είχαν πέσει πάνω μου, ολόκληρη είχε πέσει πάνω μου. Τράβηξε το κεφάλι της – μακριά μου.
“Βιαστή! Βιαστή! Βρωμοβιαστή!”
Χαμάλωσα το στόμα μου έπιασα μια ρόγα, μετά την άλλη.
“Βιασμός! Βιασμός! Με βιάζουν!”
Είχε δίκιο. Της κατέβασα το βρακί, ξεκούμπωσα το παντελόνι μου, της τον έχωσα και μετά την πήγα με την όπισθεν στον καναπέ.
Σήκωσε τα πόδια της.
“ΒΙΑΣΜΟΣ!” τσίριξε.
Την αποτελείωσα, κουμπώθηκα, πήρα το σάκο μου και βγήκα αφήνοντάς την ν' ατενίζει ήσυχα το ταβάνι.
Εχασα το μεσημεριανό, και πάλι όμως είχα μείνει πίσω στο πρόγραμμα.
“Είσαι 15 λεπτά καθυστερημένος”, είπε ο Στόουν.
Δεν είπα τίποτα.
Ο Στόουν με κοίταξε: “Υψιστε θεέ, τι έπαθε το πρόσωπό σου;” ρώτησε.
“Το δικό σου τι έπαθε;” τον ρώτησα.
“Τι θες να πεις;”
“Ξέχνα το”.
Είχα ένα κεφάλι καζάνι από το πιοτό, νέα περίοδος καύσωνα είχε αρχίσει -40 βαθμοί μια βδομάδα ολόκληρη. Συνέχιζα να τα κοπανάω κάθε βράδυ, και νωρίς το πρωί και όλη την υπόλοιπη μέρα είχα το Στόουν και το παράλογο του καθετί.
Μερικά απ' τα παιδιά πήραν κάσκες αφρικάνικες και καπέλα, αλλά εγώ πάντα ο ίδιος, ήλιος και βροχή – κουρέλια τα ρούχα μου και τα παπούτσια μου σε τέτοιο χάλι που μπαίναν τα καρφιά στα πόδια μου. Τους έβαλα χαρτόνια. Αλλά αυτή η λύση ήταν προσωρινή – τα καρφιά θ' άρχιζαν όπου να 'ναι να μου τρώνε πάλι τις φτέρνες.
Το ουίσκι και η μπύρα έτρεχαν από πάνω μου, ξεχείλιζαν απ' τις μασχάλες και κουβάλαγα κι αυτό το φορτίο στην πλάτη σαν σταυρό, τράβαγα έξω τα περιοδικά, μοίραζα χιλιάδες γράμματα, παραπατώντας, κολλημένος στα πλευρά του ήλιου.
Μια γυναίκα μου φώναξε:
“ΤΑΧΥΔΡΟΜΕ, ΤΑΧΥΔΡΟΜΕ, ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΔΩ!”
Κοίταξα. Στεκόταν ένα τετράγωνο πίσω μου στην κατηφόρα κι εγώ είχα ήδη αργήσει.
“Ακου κυρά μου, άσε το γράμμα έξω απ' το γραμματοκιβώτιο σου. Το παίρνουμε αύριο!”
“ΟΧΙ! ΟΧΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ ΤΩΡΑ!” τ' ανέμιζε στον αέρα.
“Μα κυρία μου!”
“ΝΑ 'ΡΘΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΔΩ!”
Ω θεέ μου!
Παράτησα τον σάκο. Έβγαλα το καπέλο και το πέταξα στο χορτάρι. Κύλησε στο δρόμο. Το παράτησα και κατηφόρισα προς τη γυναίκα. Μισό τετράγωνο.
Εφτασα, της άρπαξα το μαραφέτι απ' τα χέρια, γύρισα και ξανανέβηκα.
Ηταν μια διαφήμηση! Ταχυδρομείο τέταρτης κατηγορίας. Κάποιο ξεπούλημα ρούχων στη μισή τιμή.
Μάζεψα το καπέλο μου απ' το δρόμο και το φόρεσα. Φορτώθηκα ξανά το σάκο στην αριστερή μεριά της σπονδυλικής μου στήλης και ξεκίνησα. Σαράντα βαθμοί!
Πέρασα από ένα σπίτι και μια γυναίκα έτρεξε πίσω μου.
“Ταχυδρόμε! Ταχυδρόμε! Δεν έχεις γράμμα για μένα;”
“Αν δεν έβαλα τίποτα στο κουτί σας, σημαίνει πως δεν έχετε γράμμα, κυρία μου”.
“Μα το ξέρω πως έχεις γράμμα για μένα!”
“Πως το ξέρετε;”
“Η αδελφή μου μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι θα μου έγραφε”.
“Δεν έχω γράμμα για σας, κυρία μου”.
“Ξέρω πως έχεις! Ξέρω πως έχεις! Να εκεί μέσα είναι!”
Εκανε να πιάσει μια χούφτα γράμματα.
“ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΚΥΡΑ ΜΟΥ! ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ!”
Γύρισα να φύγω.
“ΤΟ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ!”
Μια άλλη γυναίκα στεκόταν στη βεράντα της.
“Αργησες σήμερα”.
“Ναί άργησα”.
“Τι εγινε ο κανονικός;”
“Πεθαίνει από καρκίνο”.
“Πεθαίνει από καρκίνο; Ο Χάρολντ πεθαίνει από καρκίνο;”
“Ακριβώς”, της είπα. Της έδωσα το ταχυδρομείο της.
Λες κι εταιγα εγώ που είχαν τηλέφωνο, γκάζι, ηλεκτρικό, κι αγόραζαν όλα τους τα πράματα με δόσεις. Οταν τους έφερνα τους λογαριασμούς, τα 'βαζαν μαζί μου – λες και τους ζήτησα εγώ να βάλουν τηλέφωνο ή ν' αγοράσουν τηλεόραση 350 δολαρίων με παράδοση κατ' οίκον χωρίς προκαταβολή.
Η επόμενη στάση ήταν ένα σχεδόν καινούριο διώροφο με δέκα δώδεκα διαμερίσματα. Το γραμματοκιβώτιο ήταν μπροστα κάτω από τη βεράντα. Επιτέλους λίγη σκιά. Εβαλα το κλειδί στο κουτί κι άνοιξα.
“Ε ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΘΕΙΕ ΣΑΜ, ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;”
Ηταν δυνατό λαρύγγι. Δεν την περίμενα αυτή την αντρική φωνή πίσω μου. Σε μένα φώναζε, κι όπως ήμουν χάλια απ' το μεθύσι ήμουνα και νευρικός. Αναπήδησα τρομαγμένος. Αυτό πήγαινε πολύ. Εβγαλα το κλειδί και γύρισα. Είδα μονάχα το δικτυωτό της πόρτας. Κάποιος ήταν από πίσω. Κλιματιζόμενος κι αόρατος.
“Να σε πάρει και να σε σηκώσει!” είπα, “μη με φωνάζεις θείο Σαμ! Δεν είμαι ο θείος Σαμ!”
“Α, είσαι απ' τους ξύπνιους εσύ ε; Για δύο σέντσια βγαίνω έξω και σου μαυρίζω τον κώλο!”
Πιάνω τον σάκο μου και τον βροντάω κατάχαμα. Περιοδικά και γράμματα σκόρπισαν ολόγυρα. Θα 'πρεπε να ξαναβάλω στη σειρά όλο το υρο. Βγάζω το καπέλο μου και το πετάω στο τσιμέντο.
“ΒΓΕΣ ΕΞΩ ΡΕ ΚΑΘΗΚΙ! Ω ΘΕ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΕ, ΣΕ ΙΚΕΤΕΥΩ! ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΚΕΙ! ΒΓΕΣ ΕΞΩ! ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΚΕΙ!”
Μου 'ρχόταν να τον σκοτώσω.
Κανείς δεν βγήκε. Τίποτα δεν ακουγόταν. Κοίταξα την πόρτα με το δικτυωτό. Τίποτα. Σαν να 'ταν άδειο το διαμέρισμα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να μπω μέσα. Αλλά γύρισα πίσω, γονάτισα κι αρχισα να βάζω στη σειρά περιοδικά και γράμματα. Είναι ζόρικο άμα δεν έχεις θυρίδες. Εκανα είκοσι λεπτά μέχρι να τελειώσω. Εχωσα κάτι γράμματα στο κουτί, πέταξα κάτι περιοδικά στην αυλή, κλείδωσα το κουτί, γύρισα και κοίταξα την πόρτα με το δικτυωτό. Ούτε ανάσα.
Τέλειωσα το δρομολόγιο. Περπατούσα και σκεφτόμουν, να δεις που θα τηλεφωνήσει στον Τζονστοουν να του πει ότι τον απείλησα. Καλύτερα να είμαι προετοιμασμένος για το χειρότερο στο γυρισμό.
Έσπρωξα την πόρτ. Ο τζονστόουν καθόταν στο γραφείο του, κάτι διάβαζε. Στάθηκα μπροστά του, τον κοίταξα και περίμενα.
Ο Στόουν σήκωσε μια στιγμή τα μάτια του, με κοίταξε και ξαναγύρισε σ' αυτό που διάβαζε.
Εγώ στεκόμουνα εκεί, και περίμενα.
Ο Στόουν καθόταν εκεί και διάβαζε.
“Λοιπόν;” είπα τελικά, “τι έγινε;”
“Τι έγινε;” Π Στόουν σήκωσε τα μάτια του.
“ΜΕ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ! ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΑ ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ! ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΑΙ ΚΕΙ ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ!”
Υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα με τους συγγραφέις. Εάν κάποιος απ' αυτούς γράψει κάτι κι αυτό το κάτι πουλήσει κάμποσες χιλιάδες αντίτυπα, αμέσως εκείνος αρχίζει να πιστεύει πως έγινε μέγας συγγραφέας. Αν πουλήσει μόνο μερικές χιλιαδούλες, πάλι εκείνος το παίζει φίρμα. Αν πουλήσει μερικά μόνον αντίτυπα, έ, τότε είναι που πιστεύει ότι έγινε πολύ σπουδαίος. Αν πάλι, κανείς δεν του δημοσιέψει τίποτα, και δεν μπορεί να τα δημοσιέψει μόνος του, έ, τότε είναι που το πίστεψε πως είναι στ' αλήθεια κάποιος. Κακά τα ψεμματα, ελάχιστο μεγαλείο υπάρχει σ' ό,τι γράφεται σήμερα. Σχεδόν αόρατο το ρημάδι! Για το μόνο πράγμα που μπορεί κανείς να είναι σίγουρος είναι το ότι οι χειρότεροι συγγραφείς αμφισβητούν λιγότερο από κάθε άλλον τον εαυτό τους. Οντας απόλυτα βέβαιοι για την ποιότητα της δουλειάς τους, την πλασάρουν -κι όποιον πάρει ο Χάρος. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει ν' αποφεύγει κανείς -στο βαθμό που είναι δυνατό- όσους ασχολούνται με το γράψιμο σαν την πανούκλα. Εγώ ο δυστυχής σπάνια τα καταφέρνω. Οι συγγραφείς θέλουν να δημιουργήσουν κάτι σαν αδελφότητα. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν βοηθάει πραγματικά στο γράψιμο, τον αγώνα πάνω στη γραφομηχανή.
Ο Μπόμπι είχε λίγη μαριχουάνα, κάκιστης ποότητας, παρόλ' αυτά την καπνίσαμε. Ο Μπόμπι είχε ένα σωρό κασέτες, και μάλιστα Ράντι Νιούμαν, που είναι και ο αγαπημένος μου τραγουδιστής. Εβαλε λοιπόν Ράντι Νιούμαν, αλλά σε χαμηλή ένταση, όπως ακριβώς του το ζήτησα.
Ακούγαμε τον Ράντι, καπνίζαμε και η Βάλερι αποφάσισε να μας το παίξει επίδειξη μόδας. Είχε μια ντουζίνα σέξυ ρουχάκια από του Φρέντερικ και τουλάχιστον 30 ζευγάρια παπούτσια, σωριασμένα πίσω από την πόρτα του μπάνιου.
Βγήκε φορώντας τακούνια τουλάχιστον 20 πόντων. Δεν μπορούσε καλά καλά να περπατήσει. Ο κώλος της πετιόταν προκλητικά προς τα έξω και οι μικροσκοπικές της ρώγες διακρίνονταν καθαρά μέσα από τη διάφανη μπλούζα της. Στον αστράγαλό της είχε περάσει μια λεπτή χρυσή αλυσίδα. Κουνιόταν αισθησιακά μπροστά μας.
“Χριστέ μου” είπε ο Μπόμπι. “Ω Χριστέ μου”.
“Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά!” είπα εγώ.
Απλωσα το χέρι μου και της έπιασα τον κώλο. Ζούσα. Ενιωθα υπέροχα. Η Βάλερι μου ξέφυγε και χώθηκε στον καμπινέ για να αλλάξει το κοστούμι της.
Κάθε φορά που έβγαινε από 'κει μέσα, ήταν και πιό όμορφη,πιό σέξυ, πιό τρελή. Η όλη διαδικασία βάδιζε στην κλιμάκωσή της.
Εμείς πίναμε, καπνίζαμε, η Βάλερι άλλαζε συνέχεια ρούχα. Τι παράσταση, Θεέ μου.
Κάθησε στην αγκαλιά μου και ο Μπόμπι μας τράβαγε φωτογραφίες.
Η νύχτα προχωρούσε. Κάποια στιγμή κοίταξα γύρω μου. Ο Μπόμπι και η Βάλερι είχαν εξαφανιστεί. Πήγα στην κρεβατοκάμαρά τους. Η Βάλερι ήταν αραγμένη στο κρεβάτι, ολόγυμνη εκτός από τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της. Το κορμί της ήταν λυγερό και σφιχτό.
Ο Μπόμπι δεν είχε γδυθεί ακόμη. Σκυμμένος, βύζαινε τις ρώγες της. Πήγαινε από την μία στην άλλη κι εκείνες στέκονταν ντούρες.
Γύρισε και με κοίταξε. “Γέρο μου” είπε, “μιά ζωή σ' ακούω να καυχιέσαι για το τι γλύψιμο κάνεις. Πως σου φαίνομαι εγώ;”
Γονάτισε μπροστά της και της άνοιξε τα πόδια. Οι μουνότριχές της ήταν μακριές και σγούρές. Ο Μπόμπι άρχισε να της γλείφει την κλειτορίδα. Ηταν καλός, μα του 'λειπε ο ενθουσιασμός.
“Για μισό λεπτό Μπόμπι. Δεν το κάνεις σωστά. Αφησε με να σου δείξω.”.
Τον παραμέρισα. Αρχισα να φιλάω και και να δαγκάνω τα μπούτια της. Μετά πήρα στο στόμα μου την κλειτορίδα της. Η Βάλερι ανταποκρινόταν. Με πάθος. Τύλιξε τα πόδια της γύρω από το κεφάλι μου, κόντεψε να μου αφανίσει τ' αυτιά.
“Κατάλαβες τι εννοούσα Μπόμπι;”
Ο Μπόμπι δεν απάντησε. Γύρισε και μπήκε στο μπάνειο. Είχα βγάλει τα παπούτσια και το πανελόνι μου. Οταν ήμουν μεθυσμένος μου άρεσε να επιδεικνύω τα πόδια μου. Η Βάλερι με τράβηξε δίπλα της στο κρεβάτι. Πήρε τον πούτσο μου στο στόμα της. Δεν ήταν και τόσο καλή στο τσιμπούκι. Με βύζαξε για κάμποση ώρα, μα εγώ ένιωθα πως δεν θα 'χυνα. Της σήκωσα το κεφάλι και τη φίλησα. Την καβάλησα. Πριν καλά καλά τον βάλω μέσα, είδα τον Μπόμπι να στέκεται πίσω μου.
“Μάγκα μάζεψε τα και δίνε του”.
“Τί συμβαίνει ρε Μπόμπι;”
“Θέλω να φύγεις”.
Σηκώθηκα, ντύθηκα, πήγα στο σαλόνι με τον Μπόμπι ξοπίσω μου.
“Δεν καταλαβαίνω τι στο διάβλολο έπαθες!”
“Φύγε σου είπα, μ' άκουσες;”
“Καλά, εντάξει...”
Γύρισα σπίτι μου.