And
think that these weak lines are written by him—
By him
who, as he pens them, thrills to think
His
spirit is communing with an angel’s.
1847
***
Απ’ όλους εκείνους που χαιρετούν την
παρουσία σου σαν την αυγή – απ’ όλους
εκείνους για τους οποίους η απουσία σου
είναι η νύχτα, το τέλειο σβήσιμο απ’
τον ψηλό ουρανό του ιερού ήλιου – απ’
όλους εκείνους που κλαίγοντας σε
μακαρίζουν – απ’ όλους εκείνους που,
πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι της
απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν
άξαφνα καθώς άκουσαν να ψιθυρίζεις
γλυκά αυτά τα λόγια: «Γεννηθήτω φως!»
να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που
τα συμπλήρωσε το σεραφικό βλέμμα των
ματιών σου, – απ’ όλους εκείνους που
σου οφείλουν το παν, που η ευγνωμοσύνη
τους είναι τόσο κοντά στη λατρεία – ω,
θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό
λάτρη σου, και σκέψου, πως αυτοί οι
αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ’
αυτόν, απ’ αυτόν που, χαράζοντας τους,
σκιρτάει από την σκέψη ότι το πνεύμα
του επικοινωνεί με το πνεύμα ενός
αγγέλου.
Τον καιρό που βασίλευε στη Νέα Υόρκη η φρίκη της χολέρας, είχα δεχτεί την πρόσκληση ενός συγγενή μου να περάσω μαζί του δεκαπέντε μέρες στο αναχωρητήριό του, ένα εξοχικό σπίτι στις όχθες του Χούδσωνα. Εκεί είχαμε ολόγυρά μας όλα τα συνηθισμένα μέσα καλοκαιρινής ψυχαγωγίας - και με τους περιπάτους στο δάσος, την ιχνογραφία, την κωπηλασία, το ψάρεμα, το κολύμπι, τη μουσική και τα βιβλία θα περνούσαμε αρκετά ευχάριστα τον καιρό μας, αν δεν υπήρχαν οι φοβερές ειδήσεις που έφταναν κάθε πρωί απ' την πολυάνθρωπη πόλη. Δεν περνούσε ούτε μέρα που να μη μας φέρει το νέο για το θάνατο κάποιου γνωστού μας. Σιγά - σιγά, όσο απλωνόταν η συμφορά, μάθαμε να περιμένουμε καθημερινά το χαμό κάποιου φίλου. Στο τέλος τρέμαμε κάθε φορά που ζύγωνε κάποιος μαντατοφόρος. Ακόμα κι ο αέρας που ερχόταν απ' τα νότια μας φαινόταν ότι μύριζε θάνατο. Αυτή η φοβερή σκέψη κυρίεψε πέρα για πέρα την ψυχή μου. Δεν μπορούσα να μιλήσω ούτε να σκεφτώ ούτε να ονειρευτώ τίποτ' άλλο. Ο οικοδεσπότης μου είχε λιγότερο ευσυγκίνητη ιδιοσυγκρασία, και, παρόλο που το ηθικό του ήταν πολύ πεσμένο, προσπαθούσε ν' ανυψώσει το δικό μου. Η πλούσια φιλοσοφική του διάνοια δεν επηρεαζόταν ποτέ από φανταστικά γεγονότα. Έδειχνε αρκετή ευαισθησία στο χειροπιαστό τρόμο, αλλά τη σκιά του δεν τη φοβόταν. Οι προσπάθειές του να με βγάλει από την αφύσικη κατάθλιψη, στην οποία είχα βυθιστεί, έμεναν άκαρπες, και σ' αυτό έφταιγαν σε μεγάλο βαθμό κάτι τόμοι που είχα βρει στη βιβλιοθήκη του. Οι τόμοι αυτοί ήταν ό,τι έπρεπε για να βλαστήσουν τα όποια σπέρματα κληρονομικής δεισιδαιμονίας υπήρχαν μέσα μου σε λανθάνουσα κατάσταση. Διάβαζα αυτά τα βιβλία χωρίς να το ξέρει ο οικοδεσπότης μου, κι έτσι αυτός αδυνατούσε συχνά να εξηγήσει τις ζωηρές εντυπώσεις που είχαν χαραχτεί στη φαντασία μου. Ένα από τα προσφιλή μου θέματα ήταν η λαϊκή πίστη στους οιωνούς -μια πίστη που, εκείνη την περίοδο της ζωής μου, είχα την τάση να την υπερασπίζω. Πάνω σ' αυτό το ζήτημα κάναμε πολύωρες και ζωηρές συζητήσεις- εκείνος υποστήριζε ότι η πίστη σε τέτοια πράγματα είναι ολότελα αστήριχτη, ενώ εγώ ισχυριζόμουν ότι ένα λαϊκό αίσθημα που γεννιέται τόσο αυθόρμητα -δηλαδή χωρίς τα εξωτερικά σημάδια της υποβολής- έχει μέσα του οπωσδήποτε στοιχεία αλήθειας και δικαιούται ν' απαιτεί το σεβασμό μας. Το γεγονός είναι πως, λίγο μετά την άφιξή μου στο εξοχικό, μου συνέβη ένα περιστατικό τόσο ανεξήγητο και, όπως έδειχνε, τόσο σημαδιακό, ώστε ίσως να δικαιολογούμαι που το πήρα για κακό οιωνό. Το περιστατικό αυτό με τρομοκρατούσε και ταυτόχρονα με σάστισε τόσο πολύ, που πέρασαν πολλές μέρες πριν αποφασίσω να μιλήσω στο φίλο μου γι' αυτό. Κατά το γέρμα μιας πολύ ζεστής μέρας, καθόμουν, μ' ένα βιβλίο στο χέρι, πλάι σ' ένα ανοιχτό παράθυρο, με πανοραμική θέα προς τις όχθες του ποταμού, όταν πρόσεξα ένα μακρινό λόφο, που η πιο κοντινή πλευρά του είχε απογυμνωθεί από τα περισσότερα δέντρα της εξαιτίας μιας κατολίσθησης. Από ώρα οι σκέψεις μου πετούσαν από το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου στο ζόφο και την ερήμωση της γειτονικής πόλης. Όταν σήκωσα τα μάτια μου από τη σελίδα, έπεσαν πάνω στη γυμνή πλαγιά του λόφου και πάνω σ' ένα αντικείμενο -σε κάποιο ζωντανό τέρας με φρικιαστική εμφάνιση, που κατέβαινε γρήγορα την πλαγιά, ώσπου τελικά εξαφανίσθηκε στο πυκνό δάσος που απλωνόταν πιο κάτω. Όταν πρωτοείδα αυτό το πλάσμα, ένιωσα αμφιβολίες για την πνευματική υγεία μου, ή τουλάχιστον για την αξιοπιστία των ματιών μου, και πέρασαν πολλά λεπτά πριν καταφέρω να πείσω τον εαυτό μου πως ούτε τρελός ήμουν ούτε ονειρευόμουν. Ωστόσο, αν περιγράψω το τέρας (που το είδα καθαρά και το παρακολούθησα ψύχραιμα σ' όλη του την πορεία), φοβάμαι πως οι αναγνώστες μου θα δυσκολευθούν να πεισθούν γι' αυτές τις λεπτομέρειες περισσότερο απ' όσο δυσκολεύτηκα εγώ ο ίδιος. Υπολογίζοντας το μέγεθος του πλάσματος από τη διάμετρο των χοντρόκορμων δέντρων, πλάι στα οποία πέρασε -των λιγοστών γιγάντων του δάσους που είχαν γλιτώσει από τη μανία της κατολίσθησης- συμπέρανα ότι ήταν πολύ μεγαλύτερο από κάθε πλοίο της γραμμής που υπάρχει. Λέω πλοίο της γραμμής, γιατί αυτή την εντύπωση έδινε το σχήμα του τέρατος- το κύτος ενός δίκροτου των εβδομηντατεσσάρων πυροβόλων δίνει μια αρκετά πιστή εικόνα για το γενικό περίγραμμα αυτού του πλάσματος. Το στόμα του ζώου βρισκόταν στην άκρη μιας προβοσκίδας με μάκρος εξήντα ως εβδομήντα πόδια και με πάχος όσο περίπου το κορμί ενός συνηθισμένου ελέφαντα. Κοντά στη ρίζα αυτής της προβοσκίδας υπήρχε ένα τεράστιο πλήθος από μαύρες, ανάκατες τρίχες -περισσότερες απ' όσες θα έβγαιναν από είκοσι βουβάλια- και μέσα απ' αυτό το τρίχωμα πρόβαλλαν προς τα κάτω και τα πλάγια δυο γυαλιστεροί χαυλιόδοντες, όχι ανόμοιοι με τους χαυλιόδοντες ενός αγριογούρουνου, αλλά ασύγκριτα μεγαλύτεροι. Παράλληλα στην προβοσκίδα, και σε κάθε πλευρά της, εκτεινόταν από μια γιγαντιαία κεραία, με μάκρος τριάντα ως σαράντα πόδια, που έδειχνε ν' αποτελείται από καθαρό κρύσταλλο και σχημάτιζε ένα τέλειο πρίσμα -μάλιστα αντανακλούσε με λαμπρό τρόπο τις αχτίνες του ήλιου που βασίλευε. Ο κορμός του τέρατος είχε σχήμα σφήνας, με την αιχμή προς τα κάτω. Απ' αυτόν ξεφύτρωναν δυο ζευγάρια φτερά, που το καθένα τους είχε μήκος γύρω στις εκατό γιάρδες- το ένα ζευγάρι ήταν πάνω στο άλλο κι όλα τα φτερά ήταν σκεπασμένα με πυκνά μεταλλικά λέπια- κάθε λέπι φαινόταν να έχει διάμετρο δέκα με δώδεκα, πόδια. Πρόσεξα πως τα πάνω και τα κάτω φτερά, συνδέονταν με μια γερή αλυσίδα. Αλλά το πιο παράξενο πράγμα σ' αυτό το φρικιαστικό ον ήταν η εικόνα μιας Νεκροκεφαλής, που σκέπαζε σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια του στήθους του και ήταν τόσο πιστά χαραγμένη, με άσπρο αστραφτερό χρώμα, πάνω στο μαύρο φόντο του σώματος, που θα 'λεγε κανείς πως τη ζωγράφισε εκεί μ' επιμέλεια κάποιος καλλιτέχνης. Καθώς κοίταζα αυτό το φοβερό ζώο, και ιδιαίτερα τη μορφή που υπήρχε πάνω στο στήθος του, με αίσθημα δέους και φρίκης -μ' ένα αίσθημα επερχόμενης συμφοράς, που στάθηκε αδύνατο να το υπερνικήσω με το λογικό μου- είδα τα πελώρια σαγόνια που υπήρχαν στην άκρη της προβοσκίδας ν' ανοίγουν ξαφνικά, κι από μέσα τους βγήκε ένας ήχος τόσο δυνατός και θρηνητικός, που τάραξε τα νεύρα μου σαν πένθιμη κωδωνοκρουσία, κι όταν το τέρας εξαφανίσθηκε στα ριζά του λόφου σωριάστηκα μεμιάς λιπόθυμος στο πάτωμα. Όταν συνήλθα, η πρώτη μου σκέψη ήταν φυσικά να πληροφορήσω το φίλο μου γι' αυτό που είχα δει κι ακούσει -και μου είναι σχεδόν αδύνατο να εξηγήσω ποιο αίσθημα απέχθειας μ' εμπόδισε τελικά να το κάνω. Τελικά, ένα βράδυ, τρεις ή τέσσερις μέρες έπειτα απ' το περιστατικό, καθόμασταν μαζί στο ίδιο δωμάτιο όπου είχα δει εκείνο το πλάσμα. Εγώ καθόμουν στην ίδια θέση, πλάι στο ίδιο παράθυρο, ενώ ο φίλος μου ήταν ξαπλωμένος σ' ένα ντιβάνι εκεί κοντά. Η σύμπτωση του τόπου και του χρόνου μ' έκανε να του περιγράψω το φαινόμενο που είχα δει. Αυτός μ' άκουσε ως το τέλος. Στην αρχή γέλασε με την καρδιά του, ύστερα όμως το φέρσιμό του έγινε πολύ σοβαρό, σαν να μην αμφέβαλε καθόλου ότι ήμουν τρελός. Εκείνη τη στιγμή είδα και πάλι καθαρά το τέρας, στο οποίο και έστρεψα την προσοχή του φίλου μου με μια κραυγή απερίγραπτου τρόμου. Αυτός κοίταξε καλά, αλλά ισχυρίσθηκε πως δεν έβλεπε τίποτα -αν και του περιέγραψα καταλεπτώς την πορεία εκείνου του εφιαλτικού πλάσματος, που ροβόλησε και πάλι τη γυμνή πλαγιά του λόφου. Τώρα ήμουν αναστατωμένος όσο δεν λέγεται, γιατί θεώρησα ότι το όραμα αυτό ήταν ή σημάδι του θανάτου μου, ή, πράγμα ακόμα χειρότερο, προάγγελος μιας κρίσης μανίας. Σωριάστηκα απελπισμένος στην καρέκλα μου και για κάμποση ώρα κράτησα το πρόσωπό μου κρυμμένο στα χέρια μου. Όταν ξεσκέπασα τα μάτια μου, το τερατώδες ον δεν φαινόταν πια. Ο οικοδεσπότης μου, όμως, είχε ξαναβρεί ως ένα βαθμό το ήρεμο φέρσιμό του και μου έκανε εξονυχιστικές ερωτήσεις για την εμφάνιση εκείνου του εξωπραγματικού πλάσματος. Όταν ικανοποίησα όλες τις απορίες του, αυτός αναστέναξε βαθιά, σαν να είχε ανακουφισθεί από κάποιο αβάσταχτο βάρος, και, με μια αταραξία που μου φάνηκε απάνθρωπη εξακολούθησε να μιλάει για διάφορα φιλοσοφικά ζητήματα, για τα οποία συζητούσαμε συχνά ως εκείνη τη στιγμή. Θυμάμαι ότι, ανάμεσα σ' άλλα πράγματα, επέμενε ιδιαίτερα στην ιδέα ότι η κύρια πηγή πλάνης σε κάθε ανθρώπινη έρευνα είναι η τάση του λογικού να υποτιμά ή να υπερτιμά τη σημασία ενός αντικειμένου, από κακό υπολογισμό της απόστασής του στο χώρο ή στο χρόνο. «Λόγου χάρη», είπε, «για να εκτιμήσουμε σωστά την επίδραση που θ' ασκήσει γενικά στην ανθρωπότητα η διάχυση της Δημοκρατίας, πρέπει να πάρουμε υπόψη μας την απόσταση της εποχής, στην οποία θα έχει ίσως ολοκληρωθεί αυτή η διάχυση. Μπορείς να μου πεις ένα συγγραφέα, απ' όσους ασχολούνται με το ζήτημα της διακυβέρνησης των ανθρώπων, που να καταδέχτηκε ποτέ να εξετάσει αυτή την πτυχή του ζητήματος;» Στο σημείο αυτό σταμάτησε για μια στιγμή, πήγε σ' ένα ράφι με βιβλία κι έβγαλε ένα από τα συνηθισμένα εγχειρίδια φυσικής ιστορίας. Κατόπιν, παρακαλώντας με ν' αλλάξω θέση μαζί του, για να μπορεί να διαβάσει καλύτερα τα ψιλά γράμματα του βιβλίου, τράβηξε την πολυθρόνα μου κοντά στο παράθυρο και, ανοίγοντας το βιβλίο, εξακολούθησε να μιλάει στον ίδιο τόνο όπως και πριν. «Αν δεν μου περιέγραφες με τόσες λεπτομέρειες το τέρας», είπε, «ίσως να μη μπορούσα ποτέ να σου αποδείξω τι ήταν». Πρώτα απ' όλα, όμως, άφησέ με να σου διαβάσω μια σχολική περιγραφή για το γένος σφίγγα, της οικογένειας των νυκτιιδών, της τάξης των λεπιδόπτερων, της ομοταξίας τον εντόμων. Ιδού η περιγραφή: «Τέσσερα μεμβρανώδη φτερά, σκεπασμένα με μικρά έγχρωμα λέπια που έχουν μεταλλική εμφάνιση - το στόμα σχηματίζει μια περιελιγμένη προβοσκίδα, που δημιουργείται από την επιμήκυνση των χειλέων - στα πλάγια της προβοσκίδας βρίσκονται υποτυπώδη σαγόνια και χνουδωτά εξαρτήματα- τα κατώτερα φτερά συνδέονται με τα ανώτερα χάρη σε μια σκληρή τρίχα, οι κεραίες έχουν τη μορφή επιμηκυσμένων ροπάλων και σχήμα πρίσματος- η κοιλιά είναι οξύληκτη. Η «σφίγγα - νεκροκεφαλή» σκορπίζει συχνά τον τρόμο στους αμαθείς, εξαιτίας της μελαγχολικής κραυγής που βγάζει και των συμβόλων του θανάτου που στολίζουν το θώρακά της». Σ' αυτό το σημείο ο φίλος μου έκλεισε το βιβλίο κι έγειρε προς τα εμπρός, παίρνοντας τη στάση ακριβώς που είχα όταν αντίκρισα «το τέρας». «Α, νάτο», φώναξε ξαφνικά. «Ξανανεβαίνει την πλαγιά του λόφου, κι ομολογώ πως έχει πολύ παράξενη εμφάνιση. Ωστόσο, με κανένα τρόπο δεν είναι τόσο μεγάλο ούτε τόσο μακρινό όσο φαντάστηκες - γιατί, καθώς σκαρφαλώνει τούτο δω το νήμα, που κάποια αράχνη ύφανε στο παράθυρο, διαπιστώνω πως το μήκος του είναι το πολύ γύρω στο ένα δέκατο έκτο της ίντσας, κι άλλο τόσο απέχει επίσης από την κόρη του ματιού μου».
Edgar Allan Poe Ο άγγελος του παράξενου και άλλες ιστορίες Μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ Εκδόσεις Αιγόκερως 2000
Είναι κάτι οντότητες – κάτι ασώματα πράγματα Με διπλή ζωή, τέτοια που γίνονται Κάποια δίδυμη ύπαρξη, πηγάζοντας Από την ύλη και το φως, με μορφή στερεού Και σκιάς. Είναι δύο Σιωπές – στεριά και θάλασσα – Σώμα και ψυχή. Σ’ έρημους τόπους έχει σπίτι Η μια – η χλόη εκεί μόλις πρασίνισε. Κάποιες σεπτές Χάρες, κάποιες ανθρώπινες μνήμες, κάποια υγρή Από δάκρυα σοφία, διώχνουν μακριά της τον τρόμο: «Όχι πια», τ’ όνομά της. Είναι η ενσώματη Σιωπή: μην Τη φοβάσαι! Δεν έχει δύναμη να κάμει το κακό. Αν όμως, μοίρα το θελήσει αμείλικτη κι ανέτοιμος Με τον ίσκιο της ανταμωθείς (αυτό το ανώνυμο Ξωτικό που μέρη έρημα στοιχειώνει όπου δεν πάτησε Ποτέ ο άνθρωπος), είθε να σε λυπηθεί ο Θεός!
Κάθε φορά που διαβάζω διηγήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε με βασανίζει ένα ερώτημα, που καταλήγει σε θλίψη. Το ερώτημα είναι πώς είναι δυνατόν να επικράτησε για δεκαετίες το αγγλικό αστυνομικό μυθιστόρημα, όταν προηγήθηκε ένας συγγραφέας όπως ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, και την εποχή της κυριαρχίας του αγγλικού αστυνομικού υπήρχε ένας συγγραφέας όπως ο Ζορζ Σιμενόν; Ο Πόε επηρέασε καθοριστικά το αμερικανικό αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά στην Ευρώπη παρέμεινε απλώς μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Στα τρία διηγήματα αυτού του τόμου (ΟΙ ΦΟΝΟΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΜΟΡΓΚ, ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙ ΡΟΖΕ και ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ), πρωταγωνιστές είναι ο αφηγητής και ο φίλος του, Ντιπέν. Κανείς από τους δυο δεν διαθέτει την ιδιοφυΐα του Σέρλοκ Χολμς, ή του Ηρακλή Πουαρό. Η διαφορά αυτή έχει ως αφετηρία την άποψη του Πόε περί ιδιοφυΐας. Αρκεί να διαβάσει κάποιος ένα απόσπασμα στην αρχή του πρώτου διηγήματος, «Οι φόνοι της οδού Μοργκ». «Η δύναμη της ανάλυσης δεν θα πρέπει να συγχέεται με την υπέρμετρη ευφυΐα· γιατί, παρότι ο αναλυτής είναι κατ’ ανάγκη ευφυής, ο ευφυής άνθρωπος συχνά είναι εξαιρετικά ανίκανος για ανάλυση». Όταν διαβάζω αυτή τη φράση, θυμάμαι την πολύ γνωστή ατάκα του Σέρλοκ Χολμς «elementary my dear Watson», «στοιχειώδες, αγαπητέ μου Ουάτσον». Ακολουθεί η ανάλυση του ιδιοφυούς Χολμς, κι εγώ γίνομαι έξαλλος, επειδή ο ιδιοφυής ντετέκτιβ θεωρεί τον συνεργάτη και φίλο του ηλίθιο. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη διάσταση στα διηγήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, την οποία πολλοί δεν προσέχουν, ή την αντιπαρέρχονται. Είναι η σχέση τους με το νουάρ. Έχει επικρατήσει η άποψη ότι το νουάρ μυθιστόρημα ξεκινά από τη δεκαετία του ’40 του περασμένου αιώνα. Ωστόσο στοιχεία του νουάρ υπάρχουν και στα τρία διηγήματα του Πόε, αρχίζουν μάλιστα από τον τίτλο του πρώτου διηγήματος: «The Murders in the Rue Morgue». Στα ελληνικά: «Οι φόνοι στην οδό Νεκροτομείου». Ο απόλυτος νουάρ τίτλος. Αλλά και στο διήγημα κυριαρχεί το νουάρ, από την αρχή ως την αποκάλυψη του δολοφόνου. Το άλλο συγγενικό στοιχείο ανάμεσα στα διηγήματα και στο νουάρ είναι η σχέση με την πόλη. Και τα τρία διηγήματα εκτυλίσσονται στο Παρίσι, το οποίο πρωταγωνιστεί. Δεν βρισκόμαστε στην αγγλική ύπαιθρο, την countryside της Άγκαθα Κρίστι, με τις επαύλεις πολυτελείας. Ειδικά, όταν ο Πόε μεταφέρει τη δράση στις όχθες του Σηκουάνα, έχω πολλές φορές την εντύπωση ότι διαβάζω μυθιστόρημα του Σιμενόν. Εκτός από το νουάρ, υπάρχει και ένας δεύτερος κοινός παρονομαστής που συνδέει τα τρία διηγήματα: ο τρόμος. Ο τρόμος παραπέμπει σε έναν πολύ γνωστό Γερμανό συγγραφέα του 18ου αιώνα, τον Ε. Τ. Α. Χόφμαν, ο οποίος εισήγαγε στην πεζογραφία τον «γοτθικό τρόμο». Την πόρτα γι’ αυτή τη σχέση μού την άνοιξε το απόσπασμα από τον Γερμανό ποιητή Νοβάλις, που παραθέτει ο Πόε ως προμετωπίδα στο δεύτερο διήγημά του. Ο Νοβάλις έζησε την ίδια εποχή με τον Χόφμαν και ανήκε στους ρομαντικούς όπως εκείνος. Η άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι η απουσία του ντετέκτιβ στα διηγήματα. Κατ’ αρχάς, ο αφηγητής των τριών διηγημάτων δεν είναι αυτός που ρίχνει φως στα εγκλήματα. Η διαλεύκανσή τους ανήκει στον φίλο του, Ντιπέν, έναν αποτυχημένο, που μετά βίας κατόρθωσε να περισώσει ένα σπιτάκι για να επιβιώσει. Ο πλούτος του βλέμματος στον Πόε προκύπτει από τη διαφορετικότητα των εγκλημάτων και της έρευνας που ακολουθεί. Στο πρώτο διήγημα, ο Ντιπέν κάνει μια κανονική έρευνα. Στο δεύτερο, αφετηρία είναι οι ειδήσεις και τα ρεπορτάζ των εφημερίδων. Στο τρίτο, ο Ντιπέν αγωνίζεται να ανακαλύψει το αντικείμενο του τρόμου. Όταν διαβάζει κάποιος τα διηγήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε δεν μπορεί να μη θαυμάσει το βλέμμα του πάνω στην κοινωνία και στους ανθρώπους. Η έκπληξη δεν είναι οι παγίδες που στήνει ο συγγραφέας στους αναγνώστες μέχρι την αποκάλυψη του δολοφόνου, όπως στο αγγλικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Η έκπληξη είναι η αδιάκοπη σχέση των ανθρώπων με τη βία και τον τρόμο.
Edgar Allan Poe Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ και άλλες ιστορίες Μετάφραση Βιολέττα Ζεύκη Εισαγωγή Πέτρος Μάρκαρης Εκδόσεις Διόπτρα 2023
I Thy soul shall find itself alone ’Mid dark thoughts of the gray tombstone— Not one, of all the crowd, to pry Into thine hour of secrecy.
II Be silent in that solitude, Which is not loneliness—for then The spirits of the dead who stood In life before thee are again In death around thee—and their will Shall overshadow thee: be still.
III The night, tho’ clear, shall frown— And the stars shall look not down From their high thrones in the heaven, With light like Hope to mortals given— But their red orbs, without beam, To thy weariness shall seem As a burning and a fever Which would cling to thee for ever.
IV Now are thoughts thou shalt not banish, Now are visions ne’er to vanish; From thy spirit shall they pass No more—like dew-drop from the grass.
V The breeze—the breath of God—is still— And the mist upon the hill, Shadowy—shadowy—yet unbroken, Is a symbol and a token— How it hangs upon the trees, A mystery of mysteries!
***
Α’ Θα μείνει μοναχή η ψυχή σου κι εντάφιες σκέψεις θα ’ν’ μαζί σου – δεν βλέπει από το πλήθος τώρα τη μυστική σου ούτε ένας ώρα.
Β’ Σώπασε μες στην ερημιά που όμως δεν είναι μοναξιά: τα πνεύματα των πεθαμένων που γνώρισες μες στη ζωή γύρω σου στέκουν και σε σκιάζουν με τη δική τους προσταγή.
Γ’ Η ανέφελη θα σκοτεινιάσει νύχτα και τ’ άστρα από ψηλούς θρόνους ουράνιους δεν σκορπάνε φως σαν ελπίδα στους θνητούς. Μα μες στην κούραση θα νιώσεις τους κύκλους τους τούς πορφυρούς
Δ’ Σαν πυρετό και σαν φωτιά που θα σε καίει παντοτινά – τα οράματα δεν θα σ’ αφήσουν αυτά και οι σκέψεις δεν θα σβήσουν από τον νου σου, τώρα πια, όπως στη χλόη σβήνει η δροσιά.
Ε’ Σβήνει η αύρα – η ανάσα του Θεού – κι η ομίχλη που κυλά παντού πάνω στους λόφους ησκιερή είναι ένα σύμβολο βαθύ – κοίτα τα δέντρα πως κυκλώνει και τι μυστήριο που τα ζώνει!
Edgar Allan Poe Ποιήματα Τα Νεανικά Μετάφραση Γιώργος Βαρθαλίτης Εκδόσεις Gutenberg 2015
Οι ουρανοί ήτανε σκυθρωποί και μέσα στη στάχτη. Ξερά ήσαν τα φύλλα και μαραμένα - Ωχρά ήσαν τα φύλλα και μαραμένα. Ήτανε νύχτα ενός έρημου Οκτωβρίου Του έτους του πιο μακρινού στη μνήμη. Ήταν πολύ κοντά στη θολερή λίμνη του Όμπερ Καταμεσής στις καταχνιές του Βέιρ - Στο υγρό έλος κάτω εκεί του Όμπερ, Στα δάση εκεί με τους βρυκόλακες του Βέιρ.
The skies they were ashen and sober; The leaves they were crispéd and sere— The leaves they were withering and sere; It was night in the lonesome October Of my most immemorial year; It was hard by the dim lake of Auber, In the misty mid region of Weir— It was down by the dank tarn of Auber, In the ghoul-haunted woodland of Weir.
Με την ψυχή μου εδώ κάποτε περιπλανήθηκα. Σε μια αλέα γιγάντια κυπαρισσιών - Κυπαρισσιών, με την Ψυχή, την Ψυχή μου. Ημέρες τότε που η καρδιά μου ήταν ηφαίστειο Ως ποταμοί σκουριάς που ρέουν - Ως λάβες ακατάπαυστα που ρέουν Τα ρεύματά τους τα θειώδη πλάι στο Γιάανεκ Μέσα στα πιο απόμακρα μέρη του πόλου - Που αφήνουν βογγητά διαβρέχοντας το Όρος Γιάανεκ Στο βασίλειο μέσα του βόρειου πόλου.
Here once, through an alley Titanic, Of cypress, I roamed with my Soul— Of cypress, with Psyche, my Soul. These were days when my heart was volcanic As the scoriac rivers that roll— As the lavas that restlessly roll Their sulphurous currents down Yaanek In the ultimate climes of the pole— That groan as they roll down Mount Yaanek In the realms of the boreal pole.
Τα λόγια μας ήτανε σοβαρά και ήρεμα, Μα οι σκέψεις μας παράλυτες και σκυθρωπές - Δολερές οι μνήμες μας και σκυθρωπές - Διότι, δεν γνωρίζαμε πως ήτανε Οκτώβριος, Και ποια η νύχτα αυτή του έτους (Ω, νύχτα όλων των νυχτών του έτους!) - Δεν είχαμε προσέξει τη σκιερή λίμνη του Όμπερ (Κι ας είχαμε οδοιπορήσει εδώ κάποτε) - Δε θυμηθήκαμε το υγρό έλος του Όμπερ, Μήτε τα δάση εκεί με τους βρυκόλακες του Βέιρ.
Our talk had been serious and sober, But our thoughts they were palsied and sere— Our memories were treacherous and sere— For we knew not the month was October, And we marked not the night of the year— (Ah, night of all nights in the year!) We noted not the dim lake of Auber— (Though once we had journeyed down here)— We remembered not the dank tarn of Auber, Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.
Και τώρα καθώς εγέραζε η νύχτα Και οι δείκτες των άστρων έδειχναν αυγή - Και οι δείκτες των άστρων εσήμαιναν αυγή - Ενώ τελείωνε η μικρή μας περιδιάβαση, Μια σκιερή λάμψη εφάνη στάζοντας, Κι από μέσα της θαυμαστή αναδύθηκε Ημισέληνος με διπλό κέρας - Της Αστάρτης διαμαντένια ημισέληνος Ευδιάκριτη με το διπλό της κέρας.
And now, as the night was senescent And star-dials pointed to morn— As the star-dials hinted of morn— At the end of our path a liquescent And nebulous lustre was born, Out of which a miraculous crescent Arose with a duplicate horn— Astarte's bediamonded crescent Distinct with its duplicate horn.
Κι είπα: «Είναι θερμότερη από την Αρτέμιδα: Περιστρέφεται μέσα ς’ αιθέρα αναστεναγμών - Αγάλλεται μέσα σε τόπο αναστεναγμών: Είδε να υγραίνουν ακόμη τα δάκρυα Αυτά τα μάγουλα, όταν αθάνατο ζει το σκουλήκι. Κι ήρθε σ’ εμάς από τ’ άστρα του Λέοντος Να μας δείξει το δρόμο των ουρανών - Την ειρήνη της Λήθης των ουρανών - Ήρθε ως εδώ αψηφώντας τον Λέοντα, Να μας θαμπώσει με τα λαμπερά της μάτια - Ήρθε από τη μονιά του Λέοντος Με την αγάπη μες στα φωτεινά της μάτια».
And I said—"She is warmer than Dian: She rolls through an ether of sighs— She revels in a region of sighs: She has seen that the tears are not dry on These cheeks, where the worm never dies, And has come past the stars of the Lion To point us the path to the skies— To the Lethean peace of the skies— Come up, in despite of the Lion, To shine on us with her bright eyes— Come up through the lair of the Lion, With love in her luminous eyes."
Μα η Ψυχή ανασηκώνοντας το δάχτυλο, Είπε: «Θλίβομαι, μα το άστρο αυτό δεν εμπιστεύομαι - Παράξενο, μα τη χλωμάδα του δεν εμπιστεύομαι - Ω, βιάσου! - ω, ας μην καθυστερούμε! Ω, τρέξε! - ας τρέξουμε! - έτσι πρέπει». Με τρόμο εμίλησε, αφήνοντας τα φτερά της Να σωριαστούν ώσπου εσύρθηκαν στη σκόνη - Με αγωνία εγόγγυξε, αφήνοντας τα φτερά της Να σωριαστούν ώσπου εσύρθηκαν στη σκόνη - Ώσπου θλιβερά εσύρθηκαν στη σκόνη.
But Psyche, uplifting her finger, Said—"Sadly this star I mistrust— Her pallor I strangely mistrust:— Oh, hasten! oh, let us not linger! Oh, fly!—let us fly!—for we must." In terror she spoke, letting sink her Wings till they trailed in the dust— In agony sobbed, letting sink her Plumes till they trailed in the dust— Till they sorrowfully trailed in the dust.
Αποκρίθηκα: «Δεν είναι παρά ένα όνειρο: Ας περπατήσουμε προς το τρεμάμενο φως! Ας πλυθούμε μ’ αυτό το κρυστάλλινο φως! Το θάμπος του αυτή τη νύχτα μ’ αχτίνες Συβιλλικές στέλνει Ομορφιά κι Ελπίδα! - Δες! - τρέμοντας ανεβαίνει τον ουρανό μέσα στη νύχτα! Α, σίγουροι ας εμπιστευτούμε τη λάμψη του, Κι ας είμαστε ήσυχοι, θα μας οδηγήσει σωστά - Σίγουροι ας εμπιστευτούμε μια λάμψη, Που ασφαλώς θα μας οδηγήσει σωστά, Αφού τρέμοντας ανεβαίνει τα Ουράνια μέσα στη νύχτα».
I replied—"This is nothing but dreaming: Let us on by this tremulous light! Let us bathe in this crystalline light! Its Sybilic splendor is beaming With Hope and in Beauty to-night:— See!—it flickers up the sky through the night! Ah, we safely may trust to its gleaming, And be sure it will lead us aright— We safely may trust to a gleaming That cannot but guide us aright, Since it flickers up to Heaven through the night."
Γαλήνεψα έτσι την Ψυχή και την εφίλησα, Και εξεγέλασα τη μαύρη της μελαγχολία - Τους φόβους έσβησα και τη μαύρη της μελαγχολία. Και περπατήσαμε ως το τέλος της αλέας, Όμως μας εσταμάτησε η θύρα ενός τάφου - Μια επιγραφή στη θύρα ενός τάφου. Κι είπα: «Τι γράφει εκεί, γλυκιά αδελφή μου, Η επιγραφή τι γράφει στη θύρα του τάφου;» Κι εκείνη απάντησε: «Ουλαλούμ - Ουλαλούμ - Είναι η κρύπτη της χαμένης Ουλαλούμ!»
Thus I pacified Psyche and kissed her, And tempted her out of her gloom— And conquered her scruples and gloom: And we passed to the end of the vista, But were stopped by the door of a tomb— By the door of a legended tomb; And I said—"What is written, sweet sister, On the door of this legended tomb?" She replied—"Ulalume—Ulalume— 'Tis the vault of thy lost Ulalume!"
Έγινε τότε σκυθρωπή η καρδιά μου μέσα στη στάχτη, Όπως τα φύλλα που ήσαν ξερά και μαραμένα - Όπως τα φύλλα που ήσαν ωχρά και μαραμένα, Κι εφώναξα: «Οκτώβριος ήταν δίχως άλλο Αυτή την ίδια νύχτα του άλλου χρόνου Όταν οδοιπορούσα - εδώ οδοιπορούσα - Φέρνοντας ένα φοβερό φορτίο εδώ - Αυτή τη νύχτα όλων των νυχτών του χρόνου, Α, ποιοι δαιμόνοι με παρέσυραν εδώ; Τώρα αναγνωρίζω καθαρά τη θολερή λίμνη του Όμπερ - Εδώ καταμεσής στις καταχνιές του Βέιρ - Τώρα αναγνωρίζω, τώρα, αυτό το υγρό έλος του Όμπερ, Αυτά τα δάση εκεί με τους βρυκόλακες του Βέιρ».
Then my heart it grew ashen and sober As the leaves that were crispèd and sere— As the leaves that were withering and sere, And I cried—"It was surely October On this very night of last year That I journeyed—I journeyed down here— That I brought a dread burden down here— On this night of all nights in the year, Oh, what demon has tempted me here? Well I know, now, this dim lake of Auber— This misty mid region of Weir— Well I know, now, this dank tarn of Auber— In the ghoul-haunted woodland of Weir." Μετάφραση: Στέφανος Μπεκατώρος
Edgar Allan Poe Πόε Τόμος Α’ Ποιήματα – Κριτική – Επιστολές Εκδόσεις Πλέθρον 1991
-:-
Εδώ τελειώνει η μετάφραση του Στέφανου Μπεκατώρου. Υπάρχει όμως μια στροφή ακόμη, την οποία παραθέτω κατωτέρω σε μετάφραση του Μπάμπη Ζαφειράτου.
Ε ί π α μ ε τότε — κι οι δ ύ ο — «Ω, να ’ναι Τα μακάβρια του βάλτου στοιχειά — Σπλαχνικά πικραμένα στοιχειά — Που να φράξουν το δρόμο μας πάνε Στην απόκρυφη ετούτη ερημιά — Σε ό,τι κρύβει ετούτη η ερημιά — Κι έχουν σύρει ένα φάσμα-πλανήτη Απ’ τη λίμπο θλιμμένων ψυχών — Λαμπερό κολασμένο πλανήτη Απ’ την Κόλαση πλανόδιων ψυχών;»
Said we, then—the two, then—"Ah, can it Have been that the woodlandish ghouls— The pitiful, the merciful ghouls— To bar up our way and to ban it From the secret that lies in these wolds— From the thing that lies hidden in these wolds— Had drawn up the spectre of a planet From the limbo of lunary souls— This sinfully scintillant planet From the Hell of the planetary souls?"
Αντιγράφω από το άρθρο της ΚΑΤΙΟΥΣΑ, το οποίο περιέχει όλο το ποίημα μεταφρασμένο από τον Μπάμπη Ζαφειράτο (http://www.katiousa.gr/logotechnia/poiisi/ulalume-i-megalofyis-poiitiki-syllipsi-tou-poe-gia-mia-tragodia-dihos-telos/)
Εν αρχή η τελευταία στροφή
Το Ουλαλούμ με τις 10 στροφές πρωτοδημοσιεύτηκε στο American Review, 6 Δεκ. 1847, ανώνυμα, με τον πλήρη τίτλο του: To – – –. Ulalume: a Ballad.
Τα κενά στην αφιέρωση (Στον… ή Στην…), η οποία εμφανίζεται και στη συγκεντρωτική έκδοση Works (1850), πιθανόν να αντιπροσωπεύουνε τα: C.P. Bronson ή M.E. Bronson, παραγγελιοδόχους του ποιήματος (βλ. κάτω).
Το ποίημα είναι γνωστότερο ως Ουλαλούμ (Ulalume) ή Ουλαλούμ: Μπαλάντα (Ulalume: a Ballad), όπως είχε τιτλοφορηθεί σε άλλες δημοσιεύσεις.
Η τελευταία στροφή παραλείπεται σε κάποιες εκδόσεις των έργων του Πόε (π.χ. Works, 1850), αλλά και σε πολλές συγκεντρωτικές στο εξωτερικό (π.χ. The poems of Edgar Allan Poe, Λονδίνο, 1900), όπως και σε σημερινές εκδόσεις στα καθ’ ημάς.
Η ιδέα-πρόταση για την αφαίρεση αυτής της στροφής ανήκει στη Σάρα Ουίτμαν (Σάρα Έλεν Πάουερ Ουίτμαν, 19 Ιαν. 1803 – 27 Ιουν. 1878), ποιήτρια, δοκιμιογράφο, πνευματίστρια και ρομαντικό φλερτ του Πόε, αφού το συναίσθημα είναι προφανώς άχαρο για μια αρραβωνιαστικιά. Η Σάρα Ουίτμαν, αργότερα, αναγνώρισε το λάθος της. Και ο Πόε επίσης.
Αλλά δεν ήταν εύκολο να δημοσιεύσει ένα ποίημα «δυσνόητο», αφού έτσι βιοποριζόταν και το οποίο είχε ήδη απορριφθεί στην πρώτη του απόπειρα δημοσίευσης.
Η δυσκολία πρόσληψης διαφαίνεται σε σημείωμα του ίδιου του Πόε, τον Σεπ. του 1849 (ένα μήνα πριν πεθάνει), προς την κυρία Σούζαν Ίνγκραμ (Susan V. C. Ingram, 1831–1917), την επομένη μιας απαγγελίας του στο Νόρφολκ.
Σε αυτό το σημείωμα, που συνοδεύει χειρόγραφό του της Ουλαλούμ και περιλαμβάνει την επίμαχη στροφή, δεν κρύβει την ενόχλησή του, παρά την προσπάθειά του να το διασκεδάσει, για «μικροεπεισόδιο» που έλαβε χώρα κατά την απαγγελία του, πιθανόν εξαιτίας αυτής της τελευταίας στροφής:
Δευτέρα βράδυ [10 Σεπ. 1849]
Έχω μεταγράψει το Ulalume με μεγάλη χαρά, αγαπητή κυρία Ίνγκραμ –αφού είμαι βέβαιος πως θα έκανα οτιδήποτε μου ζητούσατε– αλλά φοβάμαι ότι θα βρείτε την έκδοση ελαφρώς πιο κατανοητή σήμερα στο χειρόγραφό μου από ό,τι χθες το βράδυ στην απαγγελία μου. Θα προσπαθούσα να σας εξηγήσω αυτό που πραγματικά εννοούσα –ή τι πραγματικά φαντάστηκα ότι εννοούσα με το ποίημα– αν δεν θυμόμουν τα πικρόχολα και μάλλον απλοϊκά σχόλια του Δρ Τζόνσον σχετικά με το αν άξιζε κάτι ερμηνείας που θα έπρεπε να ερμηνευτεί. Αφήνω το Ulalume στη μοίρα του, επομένως και σε καλά χέρια,
Ειλικρινά δικός σας
Έντγκαρ Α. Πόε
Ένας λόγος ακόμη για τον οποίον ο Πόε δεν την έδινε για δημοσίευση είναι πως φοβόταν, όπως έχει αφηγηθεί αργότερα η ίδια η Σούζαν Ίνγκραμ, ότι δεν θα ήταν τόσο ξεκάθαρο το νόημα, όσο ήταν για τον ίδιον.
Τελικά πόσο δίκιο είχε η Ουίτμαν και όσοι (π.χ. Άλντους Χάξλεϋ, Γ. Χ. Ώντεν) κατηγορήσανε τον Πόε, για «ασάφεια» ή κενούς νοήματος ήχους ή για το ότι δεν προσφέρει τίποτα παραπάνω στην όλη σύνθεση;
Η στροφή (10) προσδίδει μια ιδιαίτερη –μεγάλη θα έλεγα– γοητεία, παρά τη σχετική νοηματική δυσκολία της. Στο τέλος καταθέτω τη δική μου εκδοχή.
Η μεγαλοφυής σύλληψη της Ουλαλούμ σε μια τραγωδία δίχως τέλος
Και μπαίνουμε στην επίμαχη, «λογοκριμένη» από την κυρία Ουίτμαν, αυτολογοκριμένη από τον Πόε και λοιδωρημένη από ειδήμονες, τελευταία στροφή.
Λίγο πιο πριν (στρ. 6), η Ψυχή δυσπιστεί στον λαμπρό μισοφέγγαρο μηνίσκο της ερωτικής Αστάρτης, με τις δυο χρυσές άκρες του, φοβάται ότι κάτι κακό θα δούνε και σέρνεται στη σκόνη, μαζί με την όποια ελπίδα· μα στο μυαλό η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει, ο καταραμένος ήρωας ηρεμεί την ψυχή του και την παρακαλεί να τραβήξουν το δρόμο τους, ώσπου θα βρεθούνε μπροστά στη σκληρή αλήθεια του τάφου της αγαπημένης του Ουλαλούμ (στρ. 8).
Κι ενώ στην προτελευταία στροφή (9) το ποίημα δείχνει να έχει ολοκληρωθεί με τον αμετάκλητο θάνατο, που είχε συμβεί ένα χρόνο πριν, έρχεται η ανατροπή:
Ο ήρωας αρνιέται να δεχτεί τη λογική της Ψυχής, που δεν είναι άλλη από τη φωνή της ψυχής του. Γιατί η ψυχή του πονάει έναν ολόκληρο χρόνο. Μα η «ψυχή» της λογικής του δεν αποδέχεται την απώλεια. Και δεν είναι πως δεν θυμάται. Άλλωστε, δεν τον έφεραν τυχαία τα βήματά του εκεί! «…Είχε έρθει κάποια άλλη φορά» (στρ. 3).
Γι’ αυτό και θέλει να συνεχίσει, παναπεί να περάσει στον κόσμο των νεκρών. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο Χαλογουίν, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Όπου οι ζωντανοί συναντάνε τους πεθαμένους και αντιστρόφως.
Μα δεν θα βρει ποτέ τη γιατρειά του θανάτου. Τα μακάβρια, αλλά «σπλαχνικά», προστατευτικά στοιχειά του δάσους, που ύψωσαν το φράγμα του πλανήτη της Αστάρτης-Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα, για να τον εμποδίσουν να δει τον τάφο της Ουλαλούμ, αφού αυτός την κουβαλάει μες στο μυαλό του ολοζώντανη, θα γίνουν ταυτόχρονα οι αιώνιοι τιμωροί του: Θα κρατήσουν άσβηστη τη λαχτάρα του να βρεθεί ψυχή τε και σώματι στην άλλη όχθη, στο πλευρό της νεκρής του αγάπης.
Ο ήρωας του Πόε είναι ένας νεκρός που δεν ανήκει στον κόσμο των ζωντανών και ένας ζωντανός που δεν μπορεί να περάσει στον κόσμο των νεκρών εκεί που πραγματικά (θα ήθελε να) ανήκει.
Η τραγωδία της απώλειας στην Ουλαλούμ δεν έχει τέλος!
(Αυτό το έγραψεν επάνω στον τάφον της γυναικός του ένας Άγγλος Δεσπότης).
Μυστηριώδη και άτυχε άνθρωπε!
Θαμβωμένος από την λάμψιν της ιδίας σου φαντασίας, εγκρεμίσθηκες, ενώ έλαμπαν ακόμη τα ωραία σου νειάτα. Σ' επαναβλέπω με τον νου μου!
Μου παρουσιάζεσαι ακόμη μια φορά, όχι τέτοιος, όποιος είσαι τώρα μέσα στη σκοτεινιά του Άδου, αλλά τέτοιος που έπρεπε να είσαι, σκορπίζοντας σ' όλους τους ανέμους μιαν ύπαρξι γεμάτη μεγαλοπρέπεια και όνειρα, μέσα στην σκοτεινήν πόλιν των οραμάτων, στη Βενετία σου, στον γεμάτον από άστρα αυτόν παράδεισον κοντά στη θάλασσα, με τα παλάτια της που στο πνεύμα του Παλλάδιο χρωστά, τα παλάτια της με τα μεγάλα παράθυρα, που λες και ρεμβάζουν επάνω στα μυστηριώδη και σιγηλά νερά της.
Ναι! Σου ξαναλέω, όπως έπρεπε να ήσουν!
Είναι βέβαια και άλλοι κόσμοι ξέχωρα απ' αυτόν εδώ κάτω, κι' άλλαι σκέψεις απ' της σκέψεις των πολλών κι' άλλαι θεωρίαι απ' της θεωρίες των σοφιστών.
Και τότε ποιος θα μπορούσε ν' αμφιβάλλη για το μεγαλείο της πράξεώς σου; Ποιος θα σε κατηγορούσε για της ρεμβώδεις ώρες σου; Ποιος θα έλεγε πώς σπαταλούσες την ακούραστη δραστηριότητά σου σε τρέλλες εξωφρενικές;
Εκεί στη Βενετία, κοντά στη Γέφυρα των στεναγμών, απάντησα το πρόσωπο, προς το οποίον αποτείνω αυτήν την επίκλησιν, για τρίτη ή τέταρτη φορά.
Και πώς να ξεχάσω το πώς τον συνήντησα!
Η σκοτεινιά της νύκτας, η Γέφυρα των στεναγμών, η ωμορφιά της γυναίκας, και ο αέρος του ρωμαντισμού που επλανάτο απάνω στη στενή διώρυγα.
Μαύρη, πίσσα ήταν η νύκτα.
Το μεγάλο ρολόγι της περίφημης Πιάτζα εσήμαινε την 5ην ώραν.
Η Πλατεία του Καμπανέλου ήταν έρημη και σιωπηλή και τα φώτα του παλαιού παλατιού των Δόγηδων ήσαν σβυστά σχεδόν όλα.
Γυρνώντας από την Πιατζέταν, πήγαινα σπίτι μου, μέσα απ' το Μεγάλο Κανάλι. Την στιγμήν όμως που η γόνδολά μου έστριβε στο κανάλι του Αγίου Μάρκου, μια φωνή γυναικεία ακούσθηκε ξάφνου μέσα στης νύκτας τα βάθη.
Ήταν μια φωνή αγρία, αλλόφρων και εξακολουθητική. Τρομαγμένος σηκώθηκα ολόρθος, ενώ ο γονδολιέρος μου άφινε να του ξεγλιστρήση απ' τα χέρια του το μόνο κουπί του (οι γόνδολες, καθώς ξέρετε, έχουν ένα και μόνο κουπί), το οποίον ζήτημα ήταν αν μπορούσε να ξαναύρη μέσα σε τέτοια σκοτεινιά. Κ' έτσι το ρέμμα που κυλιόταν απ' τη μεγάλη στη μικρή διώρυγα μας συνεπήρε.
Σα μεγάλο μαύρο όρνεον η γόνδολά μας παρεσύρετο σιγά σιγά προς την Γέφυραν των στεναγμών.
Ξάφνου πολλές, πολλές λαμπάδες φάνηκαν στα παράθυρα και την μεγάλην σκάλαν του παλατιού, κ' ένα φως ωχρό και τρεμοσβύνον διέλυσε την σκοτεινιά.
Ένα παιδάκι είχε ξεγλιστρήσει απ' τα χέρια της μάνας του και απ' το παράθυρο του τελευταίου πατώματος του υψηλού παλατιού γκεμίσθηκε στην σκοτεινή διώρυγα.
Τα ήσυχα νερά εσκέπασαν αδιάφορα το σωματάκι του παιδιού. Ενώ δε στην διώρυγα μόνη η γόνδολά μου βρίσκονταν, έξαφνα απ' όλες της μεριές φάνηκαν πολλοί άνθρωποι και με παλληκαριά πέφτοντας μέσ' το ρεύμα άρχισαν να ζητούν το μικρό αγγελούδι.
Μα η θάλασσα το είχε σκεπάσει και ο κόπος τους πήγαινε άδικα. Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω στο μεγάλο πλατύσκαλο από μαύρο μάρμαρο του παλατιού, που ακουμβούσε στο νερό, ολόρθια μια γυναίκα που όσοι την είδαν δεν μπόρεσαν ποτέ να την ξεχάσουν.
Ήτο η μαρκησία Αφροδίτη, η λατρευομένη υφ' όλης της Βενετίας, η ευθυμοτέρα πασών, η θαυμασιωτέρα των γυναικών της χώρας ταύτης, εν η όλαι είναι ωραίαι, η νεαρά σύζυγος, φευ! του γέροντος ραδιούργου Μεντόνι και μήτηρ του ωραίου παιδιού του πρώτου, του μοναδικού της παιδιού! που ευρίσκετο τώρα σπαργανωμένο στα βάθη του σκοτεινού νερού.
Ορθούται ευθυτενής και επιβλητική.
Τα λεπτοφυή της πόδια, γυμνά και λευκά ως ο άργυρος, κατοπτρίζονται εις τον μαρμάρινον μαύρον καθρέπτην που ήταν από κάτω της. Τα μαλλιά της, που είχε ξεπλέξει επιστρέφουσα από τον χορόν, τα μαλλιά εις ιούλους με υακινθίνας αντανακλάσεις, που ακτινοβολούν επάνω της απειρία αδαμάντων, περιειλίσσοντο πέριξ μιας κεφαλής κλασσικής καλλονής.
Ύφασμα λευκόν σαν το χιόνι και ελαφρόν σαν τον αέρα φαίνεται καλύπτον μόνον το λεπτόν της σώμα. Αλλ' όσον αερώδες και αν είναι το φόρεμα αυτό, τίποτε δεν ταράσσει τας πτυχάς του, και επαναπίπτει πέριξ της ακίνητον, όπως η βαρεία μαρμάρινη εσθίς της αρχαίας Νιόβης. Τόσον ήτο γαληνιαία, θερμή και βαρεία η ατμοσφαίρα του θερινού εκείνου μεσονυκτίου και τόσον η γυναίκα αυτή διετήρει την ακαμψίαν αγάλματος.
Αλλά, πράγμα παράδοξον, δεν χαμηλώνει τα μεγάλα φωτεινά της μάτια προς τον τάφον, εν ώ κείται σπαργανωμένη η μόνη της ελπίς. Σα στρέφει προς μίαν διεύθυνσιν παραδόξως διάφορον.
Η φυλακή της Παλαιάς Δημοκρατίας είναι βεβαίως εκ των επιβλητικωτάτων οικοδομημάτων. Διατί όμως η μαρκησία τα προσηλώνει επ' αυτής τόσον πεισματικά, ενώ πλησίον της αγωνιά το μόνον της τέκνον; Ακριβώς απέναντι των παραθύρων του κοιτώνος της ανοίγεται εκεί κάτω ένας όρμος πλήρης σκότους. Τι μπορούσε να μένη ακόμη εις την σκοτεινήν αυτήν γωνίαν, εις την αρχιτεκτονικήν του μνημείου, εις τα θαυμαστά του αετώματα, τα με κισσούς περιτυλιγμένα, που να μη το είχεν ιδεί μυριάκις η μαρκησία του Μεντόνη; Αλλά τι λέγω; Ποίος δεν γνωρίζει, ότι εις παρομοίας περιστάσεις οι οφθαλμοί μας ως καθρέπτης με πολλά πρίσματα πολλαπλασιάζουν τας εικόνας του πόνου μας και στρέφονται μακράν προς τα πλέον απίθανα μέρη, αναζητούντες την αιτίαν της θλίψεώς μας, αιτίαν συχνά εγγύτατα προς ημάς κειμένην;
Ολίγα σκαλοπάτια υψηλότερα από εκείνο εφ' ου εστέκετο η μαρκησία, και κάτω από την θολωτήν πύλην που βλέπει προς την διώρυγα, ίσταται φέρων εισέτι την ενδυμασίαν του χορού ο ακόλαστος αυτός Μεντόνι. Από καιρού εις καιρόν γρατσουνίζει μηχανικώς την κιθάραν του και μ' έναν αέρα υπερτάτης βαρεσιάς αποτείνει μερικάς συμβουλάς εις τους ανθρώπους που ασχολούνται να σώσουν το παιδί του.
Εγώ αυτός, υπό την επίδρασιν της καταπλήξεώς μου, έμεινα ανίκανος διά πάσαν κίνησιν και εις τα μάτια των καταταραγμένων ομίλων, οίτινες εθεώντο, θα εφαινόμην ως κανέν φάντασμα φέρον ατυχίαν, όταν επέρασα ανάμεσόν των, όρθιος και ωχρός εις την μαύρην μου γόνδολαν.
Πάσαι αι προσπάθειαι απέβησαν μάταιαι. Ήδη πολλοί κολυμβηταί εκ των αρίστων υπεχώρουν με βαθείαν αποθάρρυνσιν. Η τύχη του παιδιού εφαίνετο πολύ απελπιστική — αλλά μήπως και η τύχη της μητρός ήτο ολιγώτερον;
Όταν από τα βάθη της σκοτεινής γωνίας, περί της οποίας σας ωμίλησα και η οποία συνέπιπτε με τας σκιάς της φυλακής της Παλαιάς Δημοκρατίας ακριβώς προ των δικτυωτών της μαρκησίας, εξήλθεν ένας άνθρωπος περιτυλιγμένος με μανδύαν. Επεφάνη εν τη φωτισμένη ζώνη, εσταμάτησε μίαν στιγμήν παρά την απόκρημνον όχθην, και εβύθισε την κεφαλήν του εις την διώρυγα.
Μετά μίαν στιγμήν επεφαίνετο εις την μαρμαρίνην κλίμακα πλησίον της μαρκησίας κρατών εις τα χέρια του το παιδί ζωντανόν και αναπνέον ακόμη. Σότε ο μανδύας του από το βάρος του διαβρέξαντος αυτόν ύδατος υπεχώρησε και κατέπεσε προ των ποδών του. Οι θεαταί δ' εμβρόντητοι είδαν το χαριτωμένον πρόσωπον νέου, του οποίου το όνομα τότε ήτο ένδοξον καθ' όλην σχεδόν την Ευρώπην.
Ο σωτήρ δεν επρόφερεν ούτε λέξιν. Αλλ' η μαρκησία θα αρπάξη αφεύκτως το παιδί της, θα το θλίψη στην καρδιά της, θα περισφίξη το τόσον λεπτόν αυτό σώμα και θα το πνίξη με φιλιά.
Αλλοίμονον, όχι!
Άλλη το επήρε από τα χέρια του ξένου, άλλη το μεταφέρει εκεί κάτω, εις το μέγαρον.
Η δε μαρκησία! Τα χείλη της, τα ωραία της χείλη, τρέμουν. Τα μάτια της είναι φουσκωμένα από δάκρυα, τα μάτια εκείνα, τα οποία όμοια προς την άκανθον του Πλινίου είναι και γλυκά και υγρά. Ναι! τα μάτια της είναι φουσκωμένα από δάκρυα.
Η γυναίκα όλη εσκίρτησεν εις τα βάθη της ψυχής της, το άγαλμα έδωσε σημείον ζωής! Η ωχρότης του μαρμαρίνου προσώπου της, η καμπύλη του μαρμαρίνου κόλπου της, και αυτή η λευκότης των μαρμαρίνων ποδιών της, όλον το σώμα της εκαλύφθη αυθωρεί από τα κύματα ενός ακουσίου ερυθήματος και ελαφρά φρικίασις σείει το λεπτόν σώμα της, όπως ακριβώς η αύρα της Νεαπόλεως ταράσσει ελαφρά τους ωραίους λευκούς κρίνους τους σκορπισμένους επάνω εις την χλόην. Διατί η κυρία ηρυθρίασεν;
Εις την ερώτησιν αυτήν δεν υπάρχει απάντησις.
Μήπως από την μεγάλην της ταραχήν, από τον τρόμον της μητρικής της καρδίας, ελησμόνησεν αφίνουσα το εσωτερικόν του θαλάμου της να φορέση εις τα λεπτά της πόδια της παντούφλες, και μήπως διότι τελείως ελησμόνησε να καλύψη τους ωραίους βενετσιάνικους ώμους της ο πέπλος που της ήρμοζεν;
Εις ποίον άλλον λόγον ν' αποδώση κανείς αυτό το ερύθημα, την παράδοξον λάμψιν του συμπαθητικού βλέμματός της, το εξαιρετικόν ταραχώδες ανεβοκατέβασμα του κόλπου τούτου, το δυνατόν σφίξιμον του τρέμοντος χεριού της, το οποίον, ενώ ο Μεντόνι επιστρέφει εις το ανάκτορον, συναντά κατά τύχην το χέρι του ξένου;
Αλλά τότε πώς να εξηγήσωμεν την χαμηλήν φωνήν, τον εξαιρετικώς χαμηλόν τόνον των μυστηριωδών λόγων τους οποίους η κυρία αύτη επανελάμβανεν εν βία, όταν τον απεχαιρέτα;
— Ενίκησες! είπεν (εκτός εάν δεν με ηπάτησεν ο ψίθυρος του νερού). — Ενίκησες!.. Μίαν ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου… θα ενωθώμεν!.. Έστω! Ο θόρυβος είχε καταπαύσει. Τα φώτα απεμακρύνθησαν και εξηφανίσθησαν εις το εσωτερικόν των ανακτόρων. Ο ξένος όμως, τον οποίον ανεγνώρισα, ίστατο ακόμη όρθιος επάνω εις την σκάλαν. Εφαίνετο κατειλημμένος από απερίγραπτον ταραχήν, και τα αστραφτερά μάτια του αναζητούσαν εις τα πέριξ μίαν γόνδολαν.
Σο απλούστερον ήτο να του προσφέρω την γόνδολάν μου. Η δε προσφορά μου αύτη εγένετο δεκτή.
Επρομηθεύθημεν αμέσως ένα κουπί από τον σταθμόν των πλοιαρίων και διηυθύνθημεν αμέσως προς την κατοικίαν του νέου.
Ταχέως συνήλθε και με όλα τα εξωτερικά δείγματα φιλίας ωμίλησε διά την μικράν σχέσιν που είχαμεν άλλοτε μαζί.
Υπάρχουν μερικά πράγματα που λαμβάνω την ευχαρίστησιν να τα εξηγώ λεπτομερώς. Και αυτός ο ξένος — ας μου επιτραπή να τον αποκαλώ ούτω, αφού ήτο πάντοτε και δι' όλους ένας ξένος — υπάγεται εις την κατηγορίαν τούτων. Το ανάστημά του ήτο ολίγον μικρότερον του μετρίου• αλλ' υπήρχον στιγμαί ισχυρού πάθους, καθ' ας εφαίνετο ότι εμεγεθύνετο παρά πάσαν προσδοκίαν. Η ελαστική συμμετρία η ολίγον λεπτοφυής του κορμιού του ήτο καμωμένη κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να προβλέπη τις την δράσιν και την αποφασιστικότητα, της οποίας δείγματα έδωσεν εις την γέφυραν των στεναγμών.
Πολύ πλέον από τα πραγματικά κατορθώματα τα πλήρη ηρακλείου δυνάμεως, τα οποία εξετέλεσεν εις στιγμάς μάλλον επικινδύνους, είχε το στόμα και τον πώγωνα θεού, παράδοξα μάτια, άγρια, βαθειά και γλυκύτατα συνάμα, μάτια μαύρα που εκυμαίνοντο μεταξύ του βαθέος φαιού και του στιλπνοτάτου μαύρου. Η πλουσία κόμη του ήτο μαύρη και βοστρυχώδης και το μέτωπον, ασυνήθους ευρύτητος, είχε κατά διαστήματα την ακτινοβόλον λάμψιν του ελεφαντόδοντος• το σύνολον των χαρακτηριστικών του ήτο μιας τοιαύτης κανονικότητας, ώστε ν' αποτελή την τελευταίαν λέξιν του κλασσικού, παρόμοιον προς το της προτομής του Αυτοκράτορος Κομμόδου.
Ουχ' ήττον, η φυσιογνωμία του ήτο μία από εκείνας που τας συναντά κανείς εφ' άπαξ ίσως εις την ζωήν, και δεν τας επαναβλέπει πλέον. Η φυσιογνωμία αυτή δεν παρουσίαζεν ιδιαίτερον χαρακτήρα, χαρακτήρα κυριαρχούντα, όστις να την αποτυπώνη εις την μνήμην. Ήτο μία από τας φυσιογνωμίας εκείνας που τας λησμονεί κανείς μόλις τας παρατηρήση, αλλ' αι οποίαι εμπνέουν μίαν αόριστον και συνεχή επιθυμίαν να τας επαναφέρης εις την μνήμην σου.
Αναμφιβόλως αι συγκινήσεις, με την ταχείαν των πτήσιν, κατωπτρίζοντο επί του προσώπου του, αλλά το κάτοπτρον τούτο, όπως όλα τα κάτοπτρα, δεν διετήρει κανέν ίχνος της συγκινήσεως την οποίαν είχε κατοπτρίσει.
Όταν απεχωρίσθην από αυτόν, την νύκτα του επεισοδίου τούτου, με παρεκάλεσε μετ' επιμονής, η οποία μ' εξέπληξε, να μεταβώ προς επίσκεψίν του την επαύριον λίαν πρωί.
Ολίγον μετά την ανατολήν του ηλίου μετέβην εις το μέγαρόν του. Το μέγαρον τούτο ήτο έν από τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, επιβλητικού και φανταστικού συνάμα ρυθμού, τα οποία ορθούνται παρά τας όχθας της Μεγάλης Διώρυγος πλησίον του Ριάλτο.
Εισήχθην διά μιας πλατείας και γυριστής κλίμακος με δάπεδον εκ μωσαϊκών εις διαμέρισμα, του οποίου ο απροσπέλαστος πλούτος με εθάμβωσε μόλις ευρέθην εν αυτώ.
Είχα αποτυφλωθή κυριολεκτικώς και αποσβολωθή από την μεγαλοπρέπειάν του. Ήξευρα ότι ο νέος μου φίλος ήτο πλούσιος. Η κοινή φήμη ωμιλούσε περί της περιουσίας του τόσον πομπωδώς, που και εγώ αυτός με ελαφρότητα διεμαρτυρόμην διά την υπερβολήν. Αλλά από το πρώτον βλέμμα που έρριψα γύρω μου εθαύμασα, πώς ήτο δυνατόν εν Ευρώπη να υπάρχη περιουσία ικανή διά να πραγματοποιήση την πριγκηπικήν μεγαλοπρέπειαν, η οποία ανεπήδα και ήστραπτε πέριξ μου.
Αν και (όπως το είπα) ο ήλιος είχεν ήδη ανατείλει, η αίθουσα εξηκολούθει λαμπρώς φωτιζομένη με τα εσπερινά της φώτα.
Από το γεγονός αυτό και από την κόπωσιν, η οποία ήτο ζωγραφισμένη εις τα χαρακτηριστικά του φίλου μου, συνεπέρανα ότι ούτος δεν ήγγισε την κλίνην του την προηγουμένην νύκτα.
Η αρχιτεκτονική και ο διάκοσμος της αιθούσης διετράνουν την επιθυμίαν της προκλήσεως θάμβους. Οι αρχιτέκτονες πολύ ολίγον απησχολήθησαν με ό,τι καλείται εις την τεχνικήν διάλεκτον διακοσμητική ενότης, η οποία δεν είχεν εδώ τον ακριβή χαρακτήρα ουδεμιάς εθνικότητος. Το βλέμμα μετέπιπτεν από αντικειμένου εις αντικείμενον και δεν προσηλούτο ιδιαιτέρως επί ουδενός, ούτε επί των γελοιογραφιών των ελλήνων ζωγράφων, ούτε επάνω εις τα ιταλικά ανάγλυφα της καλής εποχής, ούτε εις τους αιγυπτιακούς κολοσσούς, μιας ατέχνου ακόμη τεχνοτροπίας. Από όλας τας πλευράς του δωματίου, πλούσια παραπετάσματα ερρίγουν υπό την πνοήν μιας σοβαράς και μελαγχολικής μουσικής, της οποίας δεν ανευρίσκετο η προέλευσις. Αι αισθήσεις είχον αποχαυνωθή
υπό την επίδρασιν μίγματος αρωμάτων, κατά το φαινόμενον αντιθέτων και τα οποία ανεδίδοντο από θυμιατά παραδόξων σχημάτων, οπόθεν ανέβρυον συγχρόνως γλώσσαι από φλόγας πρασίνους ή ιόχρους με ανταυγείας φωτεινάς και ποικιλοχρώμους. Αι ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου διεχύνοντο εις όλην την αίθουσαν διά μέσου παραθύρων, αποτελουμένων από μονοκόμματον ερυθράν ύαλον. Απαστράπτον πανταχόθεν και αντανακλώμενον απειράκις από τα παραπετάσματα χρώματος αργυρού, τα οποία κατέπιπτον από το ύψος των κορνιζών, το φυσικόν φως της ημέρας ανεμιγνύετο με τεχνικόν φως και κατεπλημμύρει με τους συγκερασμένους τόνους του ένα τάπητα από πλουσίαν χρυσήν τσόχαν της Χιλής, προσομοιάζοντα προς υγράν κοίτην.
— Α! α! α! — Α! α! α!
Είπε γελών ο ιδιοκτήτης του μεγάρου υποδεικνύων μοι και κάθισμα, ενώ ταυτοχρόνως ο ίδιος εξηπλούτο επί ενός σοφά. Αντιλαμβανόμενος δε ότι ο παράδοξος τρόπος, μεθ' ου με υπεδέχθη, δεν ηδύνατο ή να με εκπλήξη ολίγον: — Βλέπω, είπεν, ότι εκπλήττεσθε από τον διάκοσμον του μεγάρου μου, από τα αγάλματά μου, τας εικόνας μου, από την εκκεντρικότητα των ιδεών μου εις τα ζητήματα της αρχιτεκτονικής και των υφαντών εικόνων μου. Αυτή δα σας εκπλήττει κάπως, αυτή όλη η έκθεσις αντικειμένων. Αλλά συγγνώμην, αγαπητέ μου κύριε, — και εδώ η φωνή του προσέλαβε τον τόνον πραγματικής οικειότητος — συγγνώμην διά το ανευλαβές αυτό γέλοιο μου. Το γεγονός είναι, ότι εφαίνεσθε ολίγον σαν σαστισμένος! Πράγματά τινα είναι τόσον κωμικά, ώστε πρέπει κανείς ή να καταλαμβάνεται από γέλοια ή να πεθαίνη!... Το να πεθαίνη κανείς από γέλοιο θ' αποτελή μεταξύ των δοξασμένων θανάτων τον ενδοξότατον θάνατον. Ο σιρ Θωμάς Μουρ — δεν ήτο ο πρώτος τυχών ο σιρ Θωμάς Μουρ — λοιπόν και αυτός απέθανε γελώντας, ως θα ενθυμείσθε. Εις τα «Παράδοξα» επίσης του Ραβίζιους Τέξτωρ ευρίσκεται μακρός κατάλογος προσώπων, τα οποία έσχον τον αυτόν λαμπρόν θάνατον!... Θα το γνωρίζετε άλλως, ότι εις την Σπάρτην ανεκαλύφθη προς μεσημβρίαν της ακροπόλεως, εν μέσω χάους δυσδιακρίτων ερειπίων, βάθρον, επάνω εις το οποίον εδιάβαζε κανείς αυτά τα γράμματα: ΛΑΣΜ. Τι να εσήμαιναν αυτά τα γράμματα; Είναι εκτός αμφιβολίας ότι θα ήτανε μέρος της λέξεως: ΓΕΛΑΣΜΑ.
— Εις την πάρτην υπήρχαν πολλοί ναοί και βωμοί αφιερωμένοι σ' ένα σωρό θεούς. Κανένας δεν εσώθηκε. Δεν είναι παράδοξον να σωθή ένας και μόνος, ο βωμός εις τον Θεόν του γέλοιου;
— Για σταθήτε όμως μια στιγμή, εξηκολούθησεν ο ίδιος με ένα άλλαγμα εις την φωνήν και στο στάσιμο, είχα άδικο ν' αστειευθώ εις βάρος σας; Σο ξάφνισμά σας για ό,τι βλέπετε είναι πολύ δικαιολογημένο. Η Ευρώπη όλη δεν έχει να δείξη το ταίρι αυτού του σαλονιού, που είναι αληθινά βασιλικό. Αι άλλαι αίθουσαι του παλατιού μου δεν μπορούν να παραβληθούν προς αυτήν εδώ. Οι άλλες είναι απλούστατα η τελευταία λέξι του συρμού, του μωρού συρμού, ενώ αυτό εδώ το παλάτι είναι κάτι καλύτερον παρά ο συρμός. Αλλά, βλέπεις, ο κόσμος είναι ζηλιάρης και επειδή ημπορούσε κανείς απ' αυτούς, που τους περισσεύουν τα λεπτά, να θελήση να το μιμηθή, έλαβα τα μέτρα μου διά να προλάβω κάθε τέτοιον κίνδυνον. Εσείς, ένα άλλο πρόσωπο, ο θαλαμηπόλος μου και εγώ, φυσικά, είμεθα οι μόνοι που το θαυμάσαμε αυτό το βασιλικό πράγμα.
Ακούοντας τα λόγια αυτά, εχαιρέτησα για να δείξω την ευγνωμοσύνην μου, διότι η καταθλιπτική εντύπωσις του μεγαλείου αυτού, των αρωμάτων, της μουσικής, του εκκεντρικού τρόπου με τον οποίον μου μιλούσε, με έκαμναν ανίκανον να εκφράσω με λόγια την σημασίαν που απέδιδα σε μια τόσο κολακευτική για μένα εξαίρεσι.
Στον χαιρετισμόν μου επάνω σηκώθηκε αυτός, μ' έπιασε μπράτσο και κάμνοντάς μου τον γύρον του σαλονιού εξηκολούθησε:
Εδώ, καθώς βλέπετε, υπάρχουν εικόνες όλων των εποχών, από τα παλαιά Ελληνικά χρόνια μέχρι του Σιμαμπουέ και από του Σιμαμπουέ πάλιν ως τα σήμερα. Και η συλλογή αυτή έρχεται εις πλήρη αρμονίαν με την σάλαν αυτήν. Ιδού μερικά αριστουργήματα ενός μεγάλου ζωγράφου, τα ατελείωτα σκίτσα καλλιτεχνών που ήσαν άλλοτε ένδοξοι, οι όποιοι όμως παρεγνωρίσθησαν και έτσι ημπόρεσα και επήρα φθηνά τα έργα των.
Έπειτα εστράφη αιφνιδίως και ηρώτησε:
— Πώς βρίσκετε αυτήν την Παναγίαν τον Ελέους;
— Μα αυτό είναι γνήσιο έργο του Γουίδο! Πώς κατωρθώσατε να τ' αποκτήσετε; Η εικόνα αυτή εις την Ζωγραφικήν είναι το ίδιο ό,τι και η Αφροδίτη εις την Γλυπτικήν, ανέκραξα με μεγάλον θαυμασμόν, γιατί από πολλήν ώραν είχε προσηλωθή το μάτι μου εις το έκτακτον αυτό καλλιτέχνημα.
— Α! είπε σκεπτόμενος. Η Αφροδίτη, η ωραία Αφροδίτη των Μεδίκων, εννοείτε. Η Αφροδίτη με το λεπτό κεφαλάκι και με τα χρυσά μαλλιά. Ένα μέρος του αριστερού βραχίονος (εδώ ο τόνος της φωνής του εχαμήλωσε τόσον, ώστε με δυσκολίαν τον ήκουα) και όλος ο δεξιός είναι νεωτέρας προσκολλήσεως. Και αυτή η χειρονομία του δεξιού χεριού μου φαίνεται προσποιημένη.
Και ύστερα απ' ολίγο επρόσθεσε :
— Μιλήστε μου για τον Κανόβα! Αμ' αυτός ο Απόλλων! Μου φαίνεται απλή αντιγραφή άνευ αμφιβολίας! Πιθανόν να είμαι τρελλός και ανόητος, αλλά δεν κατορθώνω να διακρίνω εις αυτόν τον Απόλλωνα την έμπνευσιν που τόσον εξεθείασαν. Δεν ημπορώ να μη προτιμήσω απ' αυτόν τον Αντίνοον. Δεν ήταν ο Σωκράτης που έλεγεν, ότι ο αγαλματοποιός βρίσκει το άγαλμά του μέσα στο παρθένο κομμάτι του μαρμάρου; Το ίδιο δεν λέγει και ο Μιχαήλ Άγγελος στο θαυμάσιο δίστιχό του;
Non la l' ottimo artista alcun concetto
Che un marmo solo in se non circonscriva.
(Ο καλύτερος τεχνίτης καμμιά ιδέα δεν συλλαμβάνει που να μη βρίσκεται από πριν μέσα στ’ άψυχο μάρμαρο).
Ο καθένας έχει παρατηρήσει την διαφοράν που υπάρχει στο φέρσιμο ενός καλογεννημένου ανθρώπου από εκείνο ενός χωριάτη. Σην διαφοράν όμως αυτήν δεν είναι εύκολο να την ορίσωμεν. Την παρατήρησιν αυτήν την έκαμα επάνω στον άνθρωπον αυτόν, που βρισκόμουνα στο παλάτι του. Και την έκαμα μάλλον επάνω στην ηθική του υπόστασιν, στον χαρακτήρα του. Μέσα στο πνεύμα του υπήρχε πράγματι κάτι τι το εξαιρετικόν, που τον έβαζε χωρίς αμφιβολίαν στην πρώτη θέσι μεταξύ των άλλων θνητών. Δεν ημπορώ να καθορίσω αλλοιώτικα αυτό το πράγμα παρά σαν ένα ξεχείλισμα της εντεταμένης και συνεχούς σκέψεως, που είχε μέσα του και η οποία επλημμύριζε και τας πλέον ασημάντους πράξεις του και εις αυτά τα αστεία του.
Και έπειτα είχεν ένα τέτοιον ιδιαίτερον τρόπον να ομιλή! Μέσα στην ομιλία του την πλέον ήσυχη διέκρινα κάτι που έτρεμε, που εκινείτο αλλοιώτικα μέσα του και το οποίον πολλάκις μου έδιδε κάποιαν ανησυχίαν. Συχνά σταματούσε σε μια φράσι, σαν να είχε λησμονήσει τι ήθελε να ειπή και ετέντωνε ταυτιά και επρόσεχε σαν να ήκουε κάποιον να ομιλή, σαν να περίμενε κανένα.
Σε μια στιγμή τέτοιας αφηρημάδας του το βλέμμα μου έπεσε σε μια σελίδα του Ορφέως, την ωραίαν τραγωδίαν του ποιητού και σοφού Πολιτιανού, την πρώτην κατά χρονολογικήν σειράν των ιταλικών τραγωδιών.
Ήταν ριγμένο το βιβλίο αυτό επάνω σ' έναν καναπέ κοντά μου και η προσοχή μου εστράφηκε σε μια σελίδα — που ήταν σημειωμένη με το μολύβι και βρίσκονταν προς το τέλος της τελευταίας πράξεως — μια σελίδα του ισχυροτέρου πάθους, μια σελίδα η οποία, με όλον τον ανήθικον χαρακτήρα της, ξυπνά μίαν άγνωστον συγκίνησιν σε κάθε άνδρα που την διαβάζει και κάμνει όλες τις γυναίκες ν' αναστενάζουν. Ολόκληρη η σελίδα αύτη ήτο υγρά από φρέσκα δάκρυα και εύρον γραμμένους επάνω στο περιθώριο της τους εξής αγγλικούς στίχους:
Για μένα στάθηκες, αγάπη μου,
Ό,τι η ψυχή μου επόθησε...
Ένα καταπράσινο νησί στην αγκαλιά της θάλασσας,
Μια πηγή και ένας βωμός,
Πλημμυρισμένα από άνθη και μαγευμένους καρπούς,
Και όλα αυτά ήσαν δικά μου.
Όνειρο τόσο μαγικό που δεν μπορούσε να βαστάξη!
Γεμάτο άστρα ελπίδες που ανέτειλε
Για να σκεπασθή αμέσως με σύννεφα.
Από το μέλλον μου φωνάζει μια φωνή :
— Εμπρός! — Αλλά προς το Παρελθόν
— ερεβώδη άβυσσον — το πνεύμα μου πτερυγίζει,
σιωπηλόν, ακίνητον, λυπημένον.
Γιατί, ωιμέ! ωιμέ! για μένα
Το φως της ζωής έσβυσε.
«Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια,
— Λέει η θάλασσα με επίσημο τόνο στην αμμουδιά —
Το κεραυνοβολημένο δένδρο δεν θ' ανθίση.
Ο πληγωμένος αητός δεν θα ξαναπετάξη!»
Ένα συνεχές ούρλισμα είν' η ζωή μου
Και όλα των νυκτών μου τα όνειρα
Πηγαίνουν εκεί, προς την βαθειά λάμψι των ματιών σου,
Εκεί που τα πόδια σου αντανακλώνται,
Μέσα σ' ένα αιθέριο χορό
Σ' ένα Ιταλικό ποτάμι.
Ωιμέ! Καταραμένη νάν' η νύκτα
Που σε συνεπήρεν απάνω στα κύματα
Μακράν απ' τον έρωτα, κοντά σ' ένα αριστοκρατικό σύζυγο,
Γέρο και αρρωστημένο, σ' ένα κρεββάτι ανίερο.
Μακράν από με, απ' τον συννεφιασμένο ουρανό μας,
Όπου κλείει η ιτιά, η ασημένια.
Είχα πάντοτε πιστεύσει ότι ο νέος μου φίλος ηγνόει τα αγγλικά. Εν τούτοις ουδόλως εξεπλάγην αποκαλύπτων ότι είχε γράψει αγγλικούς στίχους, διότι εγνώριζα την έκτασιν των γνώσεών του και την ιδιαιτέραν ηδονήν που ησθάνετο ν' αποκρύπτη αυτάς.
Εν τούτοις ο τόπος από τον οποίον εχρονολογείτο το ποίημα αυτό με έκαμε να σκεφθώ. Αρχικώς είχε σημειώσει την λέξιν Λονδίνον, έπειτα όμως την έσβυσεν, αλλ' όχι τόσον, ώστε να μη διακρίνεται. Είπα ότι η λέξις αύτη με έκαμε να σκεφθώ, διότι ενθυμούμην ότι τον είχα ερωτήσει, αν συνήντησεν εν Λονδίνω την Μαρκησίαν Μεντόνι, ήτις είχε διαμείνει επί πολλά έτη εκεί προ του γάμου της, αυτός δε μ' απήντησεν ότι ουδέποτε επεσκέφθη την πρωτεύουσαν της Μεγάλης Βρεττανίας. Επί πλέον, προσθέτω ότι ήκουσα να λέγεται πολλάκις (χωρίς να το πιστεύσω, τόσον το
πράγμα μου εφαίνετο απίθανον), ότι ο ήρως της ιστορίας μου όχι μόνον εκ καταγωγής, αλλά και εξ ανατροφής ήτο Άγγλος
— Ιδού μία εικών, την οποίαν δεν είδατε ακόμη, μου λέγει, χωρίς να παρατηρήση ότι εγώ εφυλλολόγησα την τραγωδίαν. Υπεγείρων δε ένα παραπέτασμα μου επέδειξε μίαν εικόνα της Μαρκησίας Αφροδίτης.
Ουδέποτε η ανθρωπίνη τέχνη, προκειμένου ν' αναπαραστήση μίαν υπεράνθρωπον καλλονήν, παρήγαγε ποτε τελειότερον καλλιτέχνημα.
Το αιθέριον πλάσμα, το οποίον μου ενεφανίσθη την προηγουμένην νύκτα επί της κλίμακος του Δουκικού ανακτόρου, το επανέβλεπον μπροστά μου. Αλλ' εν τη εκφράσει της φυσιογνωμίας της, της φωτισμένης διά μειδιαμάτων, επανεύρισκέ τις (ακατανόητον μυστήριον) την σκιάν εκείνην της μελαγχολίας, η οποία είναι αχώριστος από το τέλειον κάλλος. Η μαρκησία είχε το δεξί της χέρι ακουμβημένο στο στήθος της. Με το αριστερό της έδειχνεν ένα αγγείον περίεργα ειργασμένον. Από τα μικροσκοπικά της ποδαράκια το ένα μόνον εφαίνετο, μόλις ακουμβών επάνω στο πάτωμα.
Το βλέμμα μου εστράφη από την εικόνα αυτήν προς το πρόσωπον του φίλου μου και οι στίχοι του Μπουσσύ Δ' Αμπράζ, από Σάπμαν, μου ήλθαν στο νου μου:
Στηλώνεται εκεί
Σαν αρχαίο ρωμαϊκό άγαλμα.
Θα μείνη εκεί
Έως ότου ο θάνατος
τον μεταβάλλει σε μάρμαρο.
— Εμπρός! είπε τέλος, στρεφόμενος προς ένα ατόφιο ασημένιο τραπέζι, επί του οποίου ήσαν τοποθετημένα ποτήρια παραδόξου χρώματος, καθώς και δύο μεγάλα ετρουσκικά αγγεία ειργασμένα επί του αυτού εκτρόπου υποδείγματος, το οποίον είδαμεν επί της εικόνος της Μαρκησίας.
Τα αγγεία αυτά ήσαν πεπληρωμένα, ως μοι εφάνη, με κρασίΓιοχάνισμπεργ.
— Εμπρός! είπεν αποτόμως. Ας πιούμε. Είναι ενωρίς ακόμη!
Αδιάφορον! Ας πιούμε!
Και έπειτα επρόσθεσε ρεμβώς, ενώ ένα χερουβείμ ωπλισμένον με ένα βαρύ χρυσούν ρόπαλον εκτυπούσε, στο διπλανόν δωμάτιον, την πρώτην μετά την Ανατολήν ώραν.
— Είναι πολύ ενωρίς, αλήθεια!... Μα τι μας νοιάζει; Ας πιούμε, ας χύσωμεν μίαν σπονδήν προς τιμήν του μεγαλοπρεπούς ηλίου που επεφάνη και του οποίου την λάμψιν ζητούν να σμικρύνουν αυτοί οι λαμπτήρες.
Μου εγέμισε το ποτήρι μου και ενώ έπινα στην υγείαν του, αυτός κατέβασε πολλά ποτήρια.
— Ο ρεμβασμός, είπε, επαναλαμβάνων την άνευ ειρμού ομιλίαν του και διευθύνων το ισχυρόν φως μιας λάμπας προς έν των βαρυτίμων ετρουσκικών αγγείων, ο ρεμβασμός, ιδού ο κύριος σκοπός του βίου μου. Καθώς βλέπετε δε, επίτηδες διεσκεύασα έν αναχωρητήριον κατάλληλον διά τον ρεμβασμόν μου. Μέσα στην καρδιά της Βενετίας ημπορούσα να διασκευάσω ένα πλέον χαριτωμένον από αυτό; Είναι αληθές, ότι αποτελεί τούτο έν ανακάτωμα όλων των αρχιτεκτονικών ρυθμών και κοσμημάτων. Η αγνότης του Ιωνικού ρυθμού συγκρούεται προς τα πανάρχαια ταύτα έργα και αι αιγυπτιακαί αύται σφίγγες φαίνονται ως ξένοι κόσμοι μέσα σ' αυτούς τους χρυσούς τάπητας. Μόνον όμως οι άκροι σχολαστικοί θα κακίσουν το ανακατωμένον αυτό της επιπλώσεως. Η ενότης της προελεύσεως και προ παντός η ενότης του χρόνου τρομάζουν τον άνθρωπον και τον αποτρέπουν από της πραγματικής μεγαλοπρεπείας. Άλλοτε και εγώ είχα αυτάς τας ιδέας, αλλά τας απέβαλα ταχέως, διότι αποτελούσιν αύται το άκρον άωτον της τρέλλας. Ό,τι ευρίσκεται ενταύθα είναι προσηρμοσμένον τελείως προς τας ιδικάς μου περί τέχνης ιδέας. Το πνεύμα, παρόμοιον προς τα μαυριτανικά ταύτα θυμιατήρια, συστρέφεται εν μέσω των φλογών και το παράδοξον της διακοσμήσεως ταύτης συντελεί εις το να μου παρασκευάση τελειότερον την πλήρη ατμοσφαίραν των ονειροπολήσεων, των ονείρων, προς τα οποία θα ταξιδεύσω πολύ ταχέως».
Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα εσταμάτησεν αιφνιδίως, αφήκε την κεφαλήν του να καταπέση και εφάνη ως να ήθελε ν' ακούση ένα κρότον τον οποίον δεν ηδυνάμην εγώ ν' ακούσω.
Είτα ανετινάχθη, παρετήρησε δεξιά και αριστερά και εψιθύρισε τους στίχους του Επισκόπου του Τσιστέστερ:
«Εκεί κάτω θα με περιμένης! Θα σπεύσω να σε ανεύρω εις την βαθείαν αυτήν κοιλάδα».
Μετά μίαν στιγμήν, ως να είχε ζαλισθή από το κρασί, επανέπεσε βαρύς επί του ανακλίντρου.
Βήματα γοργά ηκολούθησαν εις την κλίμακα, συνοδευθέντα από ένα κτύπημα εις την θύραν. Αμέσως δ' ηνοίχθη αύτη και υπηρέτης του μεγάρου Μεντόνι ωρμήσας εψέλλισε με φωνήν πνιγομένην από την συγκίνησιν τας ασυναρτήτους ταύτας λέξεις:
Έκφρων, έτρεξα προς τον καναπέν και προσεπάθησα να εξυπνήσω τον κοιμώμενόν διά να του ανακοινώσω την τρομεράν είδησιν. Τα μέλη του όμως ήσαν ξυλιασμένα, τα χείλη του πελιδνά… τα λαμποκοπούντα άλλοτε μάτια ήσαν σβυσμένα από τον Θάνατον.
Ωπισθοχώρησα, κλονιζόμενος, προς την τράπεζαν. Η χειρ μου τότε σκούντησε ένα σπασμένο και μαυρισμένο ποτήρι και αιφνιδίως ολόκληρος η τρομερά αλήθεια έλαμψε προ των οφθαλμών μου.
ΤΟ ΕΡΓΟ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ EDGAR ALLAN POE ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΕ ΨΗΦΙΑΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2018 ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΑΝΔΩΝΗ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΦΑΡΣΑΡΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΚΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Την τόσο εξωφρενική κι όμως τόσο απλή ιστορία που ετοιμάζομαι να συνθέσω δεν προσδοκώ ούτε επιζητώ να την πιστέψετε. τρελός θα ’μουν στ’ αλήθεια αν το προσδοκούσα, για μια υπόθεση για την οποία οι ίδιες μου οι αισθήσεις αρνούνται τη μαρτυρία τους. κι όμως, τρελός δεν είμαι – και είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν ονειρεύομαι. Ωστόσο αύριο πεθαίνω και σήμερα θα ’θελα ν’ απαλλάξω από το βάρος την ψυχή μου. Άμεσος σκοπός μου είναι να εκθέσω στον κόσμο ξεκάθαρα, συνοπτικά και χωρίς σχόλια, μια σειρά από κοινά γεγονότα που σχετίζονται με το σπίτι μου. Οι επιπτώσεις αυτών των γεγονότων με τρομοκράτησαν, με βασάνισαν, με κατέστρεψαν. αλλά δεν θα επιχειρήσω να τ’ αναπτύξω διεξοδικά. Σ’ εμένα δεν επιφύλαξαν παρά μονάχα Φρίκη – σε πολλούς θα φανούν μάλλον αλλόκοτα παρά τρομερά. Στο μέλλον, ενδεχομένως, ίσως και να βρεθεί κάποιο μυαλό που θα συρρικνώσει τα φαντάσματά μου σε κοινοτοπίες – κάποιο μυαλό πιο ήρεμο, πιο λογικό, πολύ λιγότερο εξημμένο απ’ το δικό μου, μυαλό που θα διακρίνει, στα περιστατικά που θα εξιστορήσω με δέος, απλώς μια συνηθισμένη διαδοχή απολύτως φυσικών αιτίων και αιτιατών.
Από την παιδική μου ηλικία φημιζόμουν για την ευπείθεια και την καλοσύνη του χαρακτήρα μου. Η τρυφερότητα της καρδιάς μου ήταν τόσο ευδιάκριτη, ώστε με είχε καταστήσει περίγελο στους φίλους μου. αγαπούσα ιδιαίτερα τα ζώα, και οι γονείς μου μου είχαν χαρίσει μεγάλη ποικιλία από κατοικίδια. Περνούσα μαζί τους τον περισσότερο χρόνο μου και ποτέ δεν ήμουν ευτυχέστερος απ’ όταν τα τάιζα και τα χάιδευα. αυτή η ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα μου αυξήθηκε όσο μεγάλωνα και, ενήλικος πια, αντλούσα από αυτήν ξεχωριστή ευχαρίστηση. Σε όσους περιβάλλουν με τη στοργή τους ένα πιστό και συνετό σκυλί δεν θα δυσκολευτώ να εξηγήσω τη φύση ή την ένταση της ικανοποίησης που προσφέρει μια τέτοια σχέση. Υπάρχει κάτι στην ανιδιοτελή και αυτοθυσιαστική αγάπη ενός ζώου που αγγίζει κατευθείαν την καρδιά όποιου είχε συχνά την ευκαιρία να δοκιμάσει τη ρηχή φιλία και την εύθραυστη πίστη του Ανθρώπου.
Παντρεύτηκα νωρίς και είχα την ευτυχία να βρω στο πρόσωπο της συζύγου μου διαθέσεις που δεν αντέβαιναν τις δικές μου. Παρατηρώντας την αδυναμία μου στα κατοικίδια, δεν έχανε ευκαιρία να προμηθεύεται τα πλέον ευχάριστα. Είχαμε πουλιά, χρυσόψαρα, έναν έξοχο σκύλο, κουνέλια, μια μικρή μαϊμού κι έναν γάτο. Αυτός ο τελευταίος ήταν ένα αξιοσημείωτα μεγάλο και όμορφο ζώο, ολόμαυρο, και σε εκπληκτικό βαθμό σοφό. αναφερόμενη στην ευφυΐα του η σύζυγός μου, που κατά βάθος δεν ήταν εντελώς απαλλαγμένη από δεισιδαιμονίες, μνημόνευε συχνά την παλιά λαϊκή αντίληψη που θεωρούσε όλους τους μαύρους γάτους μεταμφιεσμένους μάγους. Όχι πως σοβαρολογούσε πάντοτε στο ζήτημα αυτό – και αν αναφέρω το γεγονός είναι επειδή έτυχε αυτήν ακριβώς τη στιγμή να το θυμηθώ.
Ο Πλούτων – έτσι ονομαζόταν ο γάτος – ήταν το αγαπημένο μου κατοικίδιο, ο σύντροφός μου στα παιχνίδια. Μόνο εγώ τον τάιζα, κι εκείνος με ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινα μέσα στο σπίτι. Μετά δυσκολίας κατάφερνα να τον εμποδίζω να με ακολουθεί και στον δρόμο.
Η φιλία μας διήρκεσε μ’ αυτόν τον τρόπο αρκετά χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η ιδιοσυγκρασία και ο χαρακτήρας μου – συνεπικουρούντος και του Δαίμονα του Ποτού – είχαν (ντρέπομαι που το ομολογώ) εμφανίσει μια ριζική μεταβολή επί τα χείρω. Μέρα τη μέρα γινόμουν πιο κακόκεφος, πιο ευερέθιστος, πιο αδιάφορος για τα αισθήματα των άλλων. ανεχόμουν τον εαυτό μου να χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα προς τη σύζυγό μου. Στο τέλος, έφθασα να μετέρχομαι απέναντί της ωμή βία. τα ζώα μου, ασφαλώς, δεν θα μπορούσαν να μην υποστούν την αλλαγή των διαθέσεών μου. Όχι μόνο τα παραμελούσα αλλά και τα κακομεταχειριζόμουν. Όσον αφορά τον Πλούτωνα, ωστόσο, διατηρούσα ακόμη αρκετή αυτοσυγκράτηση ώστε να αποφύγω την κακομεταχείρισή του, ενώ, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, κακοποιούσα τα κουνέλια, τη μαϊμού, ακόμα και τον σκύλο, όποτε με πλησίαζαν από τύχη ή από αγάπη. Όμως η ασθένειά μου κυριαρχούσε πάνω μου – γιατί ποια ασθένεια είναι χειρότερη από το αλκοόλ! – και στο τέλος ακόμα και ο Πλούτων, που είχε αρχίσει να γερνάει και κατά συνέπεια να γίνεται κάπως ευέξαπτος, ακόμα και ο Πλούτων άρχισε να δοκιμάζει τις επιπτώσεις της κακής μου διάθεσης.
Μια νύχτα που είχα επιστρέψει πολύ μεθυσμένος στο σπίτι από ένα στέκι μου στην πόλη, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο γάτος απέφευγε την παρουσία μου. Tον άρπαξα απότομα κι εκείνος, φοβισμένος από τη βιαιότητά μου, μου προκάλεσε μια ασήμαντη αμυχή στο χέρι με τα δόντια του. αμέσως με κατέλαβε η μανία ενός δαίμονα. Δεν αναγνώριζα πια τον εαυτό μου. λες και η αληθινή ψυχή μου είχε πετάξει, μονομιάς, μακριά από το σώμα μου, μια καταχθόνια μοχθηρία, γεννημένη από το τζιν, δόνησε κάθε ίνα της ύπαρξής μου. Πήρα από την τσέπη του παλτού μου έναν σουγιά, τον άνοιξα, άρπαξα το φτωχό ζώο απ’ τον λαιμό, και σκόπιμα ξερίζωσα από την κόγχη του το ένα του μάτι! Kοκκινίζω, καίγομαι, τρέμω καθώς καταγράφω αυτή την απαίσια κτηνωδία.
Όταν, μαζί με το πρωί, επέστρεψε και η λογική μου –όταν πια με τον ύπνο είχαν αποβληθεί οι αναθυμιάσεις της νυχτερινής κραιπάλης– με κατέλαβε ένα αίσθημα κατά το ήμισυ φρίκης και κατά το ήμισυ μεταμέλειας για το έγκλημα για το οποίο ήμουν ένοχος∙ ήταν ωστόσο, στην καλύτερη περίπτωση, ένα αδύναμο και αόριστο συναίσθημα και η ψυχή μου παρέμεινε ανέγγιχτη. Και πάλι βυθίστηκα στις καταχρήσεις και σύντομα έπνιξα στο κρασί κάθε ανάμνηση της πράξης μου.
Στο μεταξύ ο γάτος ανάρρωνε αργά. Η κόγχη του χαμένου ματιού είχε, είναι αλήθεια, τρομακτική όψη, αλλά δεν φαινόταν πια να υποφέρει από τους πόνους. Περιφερόταν όπως πάντα στο σπίτι, αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, έσπευδε να εξαφανιστεί κατατρομοκρατημένος όταν πλησίαζα. Είχα διατηρήσει κάποιο υπόλειμμα της παλιάς καρδιάς μου ώστε στην αρχή να λυπηθώ γι’ αυτήν την προφανή απέχθεια εκ μέρους του πλάσματος που κάποτε με είχε τόσο αγαπήσει. Όμως αυτό το αίσθημα έδωσε γρήγορα τη θέση του στον εκνευρισμό. Kαι ύστερα ήρθε, σαν να ’θελε να με οδηγήσει στην τελική και ανέκκλητη πτώση μου, το πνεύμα της διαστροφής. αυτό το πνεύμα η φιλοσοφία δεν το λαμβάνει υπόψη. Kι όμως δεν είμαι περισσότερο βέβαιος ότι η ψυχή μου ζει απ’ όσο ότι η διαστροφή συνιστά μια από τις πρωταρχικές παρορμήσεις της ανθρώπινης καρδιάς – μια από τις αδιαίρετες αρχέγονες δυνατότητες, ή αισθήματα, που κατευθύνουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Ποιος δεν έχει συνειδητοποιήσει, δεκάδες φορές, ότι διαπράττει μια αποτρόπαιη ή ανόητη πράξη μόνο και μόνο επειδή δεν θα έπρεπε να τη διαπράξει; Μήπως δεν έχουμε όλοι μας την αέναη τάση, ακόμα και κατά την ηλικία που έχουμε πλήρως αναπτύξει την κριτική μας ικανότητα, να παραβιάζουμε ό,τι αποτελεί νόμο, απλώς και μόνο επειδή τον αντιλαμβανόμαστε ως τέτοιο; Aυτό το πνεύμα της διαστροφής, υποστηρίζω, συντέλεσε στην τελική μου πτώση. Ήταν εκείνη η ανεξιχνίαστη λαχτάρα της ψυχής να παρενοχλήσει την ίδια της την ουσία, να προσφέρει βία στην ίδια της τη φύση, να κάνει κακό μόνο προς χάρη του κακού, η οποία με ώθησε να συνεχίσω και τελικά να ολοκληρώσω το κακό που είχα προκαλέσει στο απροστάτευτο πλάσμα. Ένα πρωί, εν ψυχρώ, πέρασα μια θηλιά στον λαιμό του και τον κρέμασα από το κλαδί ενός δέντρου· τον κρέμασα με τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια μου και με την πικρότερη μεταμέλεια στην καρδιά μου· τον κρέμασα επειδή ήξερα ότι με είχε αγαπήσει και επειδή ένιωθα ότι δεν μου είχε δώσει καμιά αφορμή να τον αδικήσω· τον κρέμασα επειδή γνώριζα ότι κάνοντάς το διέπραττα αμάρτημα – ένα θανάσιμο αμάρτημα που εξέθετε σε κίνδυνο την ψυχή μου και την εξόριζε – αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν – πέραν του απείρου ελέους του Πλέον Ελεήμονος και Πλέον τρομερού Θεού.
Τη νύχτα της ίδιας εκείνης ημέρας που τελέστηκε αυτή η σκληρή πράξη πετάχτηκα στον ύπνο μου από τον βρυχηθμό της φωτιάς. Οι κουρτίνες του δωματίου μου φλέγονταν. Ολόκληρο το σπίτι είχε λαμπαδιάσει. Με μεγάλη δυσκολία η σύζυγός μου, ένας υπηρέτης κι εγώ κατορθώσαμε να δραπετεύσουμε από την κόλαση της πυρκαγιάς. Η καταστροφή ήταν απόλυτη. Όλα τα επίγεια πλούτη μου καταβροχθίστηκαν· έκτοτε εγκαταλείφθηκα στην απελπισία. Δεν επιδιώκω να εγκαθιδρύσω μιαν ακολουθία αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ της καταστροφής και της κτηνωδίας. Όμως αφηγούμαι με λεπτομέρειες μια αλυσίδα γεγονότων επιθυμώντας να μην αφήσω ελλιπή ούτε έναν κρίκο. την επομένη της φωτιάς επισκέφθηκα τα ερείπια. Οι τοίχοι, με μια εξαίρεση, είχαν καταρρεύσει. αυτή η εξαίρεση αφορούσε ένα ιδιαίτερο χώρισμα, όχι πολύ χοντρό, που υψωνόταν στη μέση περίπου του σπιτιού, εκεί ακριβώς όπου ακουμπούσε το κεφαλάρι του κρεβατιού μου. το ασβεστοκονίαμα είχε εδώ αντισταθεί, σε μεγάλο βαθμό, στη μανία της φωτιάς – γεγονός το οποίο απέδωσα στο ότι είχε επιχρισθεί πρόσφατα. γύρω απ’ αυτόν τον τοίχο είχε συγκεντρωθεί πυκνό πλήθος και πολλοί φαίνονταν να εξετάζουν ένα συγκεκριμένο τμήμα του με ξεχωριστό ενδιαφέρον και έντονη προσοχή. Οι λέξεις «παράξενο!», «μοναδικό!» και άλλες παρόμοιες εκφράσεις εξήψαν την περιέργειά μου. Πλησίασα και είδα, χαραγμένο σαν κοιλανάγλυφο στη λευκή επιφάνεια, το περίγραμμα ενός γιγάντιου γάτου. Η μορφή είχε αποτυπωθεί με πραγματικά θαυμαστή ακρίβεια. Kαι γύρω από τον λαιμό του ζώου υπήρχε ένα σχοινί.
Όταν είδα για πρώτη φορά αυτό το φάντασμα – γιατί μονάχα φάντασμα μπορούσα να το θεωρήσω – η κατάπληξη και η φρίκη μου ήταν απόλυτες. Όμως στο τέλος ο στοχασμός ήρθε προς αρωγή μου. Ο γάτος, θυμήθηκα, είχε απαγχονιστεί σ’ ένα παράπηγμα του κήπου πλάι στο σπίτι. Μόλις ξέσπασε η φωτιά ο κήπος γέμισε αμέσως από κόσμο – και κάποιος πρέπει να έκοψε το κλαδί όπου κρεμόταν το ζώο και να το πέταξε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο στην κάμαρά μου, πιθανότατα για να με ξυπνήσει. Οι πεσμένοι τοίχοι είχαν συμπιέσει το θύμα της σκληρότητάς μου πάνω στην επιφάνεια του φρεσκοπερασμένου ασβεστοκονιάματος∙ ο ασβέστης, σε συνδυασμό με τις φλόγες και την αμμωνία που ανέδιδε το κουφάρι, είχε ολοκληρώσει την εικόνα όπως την είδα.
Μολονότι αιτιολόγησα πρόθυμα στη λογική μου, αν και όχι στη συνείδησή μου, το εκπληκτικό γεγονός που μόλις περιέγραψα, αυτό άφησε βαθύ αποτύπωμα στη φαντασία μου. Επί μήνες δεν μπορούσα να απαλλαγώ από το φάντασμα του γάτου· και, κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, επανέκαμψε στην ψυχή μου ένα αχνό αίσθημα που έμοιαζε με μεταμέλεια – αλλά δεν ήταν. Έφτασα στο σημείο να πενθώ για την απώλεια του ζώου και να αναζητώ γύρω μου, στα καταγώγια όπου είχα πια συνηθίσει να συχνάζω, ένα άλλο κατοικίδιο του ιδίου είδους και παρόμοιο στην εμφάνιση, ώστε να αναπληρώσω τη χηρεύουσα θέση του.
Μια νύχτα, ενώ καθόμουν μισοναρκωμένος σ’ ένα κακόφημο καταγώγιο, τράβηξε την προσοχή μου ένας μαύρος όγκος που αναπαυόταν πάνω σ’ ένα από τα τεράστια βαρέλια με τζιν ή με ρούμι, τα οποία αποτελούσαν τη βασική επίπλωση του χώρου. Είχα μείνει αρκετά λεπτά με το βλέμμα μου καρφωμένο στο βαρέλι, κατάπληκτος που δεν είχα προσέξει νωρίτερα αυτό το πράγμα εκεί πάνω. Το πλησίασα και το άγγιξα με το χέρι μου. Ήταν ένας μαύρος γάτος, πολύ μεγάλος, εξίσου μεγάλος με τον Πλούτωνα, που του έμοιαζε πολύ σε όλα τα χαρακτηριστικά του, εκτός από ένα. Ο Πλούτων
δεν είχε ούτε μια άσπρη τρίχα σε όλο του το κορμί∙ όμως αυτός ο γάτος είχε μια μεγάλη λευκή κηλίδα, αν και ακαθόριστη ως προς το σχήμα, που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το στήθος. Μόλις τον άγγιξα σηκώθηκε αμέσως, γουργούρισε δυνατά, τρίφτηκε στο χέρι μου και φάνηκε ευχαριστημένος που τον πρόσεξα. αυτό λοιπόν ήταν ακριβώς το ζώο που αναζητούσα. Αμέσως προσφέρθηκα να το αγοράσω, όμως ο ταβερνιάρης δεν είχε καμιά αξίωση∙ ούτε το ήξερε ούτε το είχε ξαναδεί.
Συνέχισα να το χαϊδεύω, και όταν ετοιμάστηκα να γυρίσω σπίτι, το ζώο εκδήλωσε τη διάθεση να με συνοδεύσει. Tου το επέτρεψα, σκύβοντας πότε πότε και χαϊδεύοντάς το όσο βαδίζαμε. Όταν έφτασε
στο σπίτι, προσαρμόστηκε αυτοστιγμεί και έγινε αμέσως πολύ προσφιλές στη γυναίκα μου.
Όσο για μένα, σύντομα διαπίστωσα ότι αναδυόταν μέσα μου κάποια αντιπάθεια προς το ζώο. Ήταν ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι είχα προεξοφλήσει πως θα συνέβαινε· αλλά, δεν ξέρω ούτε πώς ούτε γιατί, η ολοφάνερη αγάπη του για μένα μάλλον με αηδίαζε και με ενοχλούσε. Βαθμιαία, αυτά τα αισθήματα αηδίας και ενόχλησης εντάθηκαν και διαποτίστηκαν από το δηλητήριο του μίσους. απέφευγα το ζωντανό∙ κάτι σαν αίσθημα ντροπής καθώς και η ανάμνηση της προηγούμενης ωμής μου πράξης με εμπόδιζαν να το κακοποιήσω σωματικά. Επί μερικές εβδομάδες ούτε το χτύπησα ούτε βιαιοπράγησα εναντίον του· όμως σταδιακά, βήμα το βήμα, έφτασα να το βλέπω με ανείπωτη αποστροφή και να αποφεύγω σιωπηλά την απεχθή του παρουσία, λες και απέπνεε θανατικό.
Αυτό, χωρίς αμφιβολία, που δυνάμωσε το μίσος μου για το ζώο ήταν η ανακάλυψη, το πρωί της πρώτης μέρας που είχε εγκατασταθεί στο σπίτι, ότι του έλειπε, όπως και του Πλούτωνα, το ένα μάτι. Αυτή η συγκυρία, ωστόσο, τον έκανε απλώς πιο αγαπητό στη σύζυγό μου, η οποία, όπως έχω ήδη πει, διέθετε σε μεγάλο βαθμό την ανθρωπιά των αισθημάτων που κάποτε ήταν ξεχωριστό μου γνώρισμα και πηγή πολλών από τις πιο απλές και αγνές χαρές μου.
Όμως, όσο μεγάλωνε η αντιπάθειά μου για τον γάτο, τόσο η αδυναμία του για μένα αυξανόταν. Ακολουθούσε τα βήματά μου με μια επιμονή, την οποία θα ήταν δύσκολο να κάνω τον αναγνώστη να την κατανοήσει. Όπου κι αν καθόμουν, κουλουριαζόταν κάτω από την καρέκλα μου ή πηδούσε στα γόνατά μου, επιδαψιλεύοντάς μου τα μισητά του χάδια. αν σηκωνόμουν να περπατήσω, μπλεκόταν ανάμεσα στα πόδια μου με κίνδυνο να με κάνει να σωριαστώ στο έδαφος, ή έμπηγε τα μακριά και μυτερά του νύχια στα ρούχα μου και έτσι σκαρφάλωνε στο στήθος μου. Κάτι τέτοιες στιγμές, μολονότι λαχταρούσα να τον συντρίψω μ’ ένα χτύπημα, συγκρατούσα τον εαυτό μου, εν μέρει εξαιτίας της ανάμνησης του προηγούμενου εγκλήματός μου, αλλά κυρίως – ας το ομολογήσω ευθέως – εξαιτίας του απύθμενου τρόμου που μου προκαλούσε το ζώο.
Αυτός ο τρόμος δεν ήταν ακριβώς φόβος απέναντι στο ενδεχόμενο να πάθω σωματικό κακό – όμως δεν βρίσκω άλλο τρόπο να τον προσδιορίσω. Σχεδόν ντρέπομαι να παραδεχτώ – ναι, ακόμα και από τούτο εδώ το επαίσχυντο κελί σχεδόν ντρέπομαι να παραδεχτώ– ότι ο τρόμος και η φρίκη που μου ενέπνεε το ζώο είχαν ενταθεί χάρη σε μια από τις πιο απίθανες χίμαιρες που μπορεί να συλλάβει ο νους του ανθρώπου. Η σύζυγός μου μου είχε επιστήσει πολλές φορές την προσοχή στην ιδιομορφία της λευκής κηλίδας, για την οποία έχω μιλήσει και η οποία συνιστούσε τη μόνη ορατή διαφορά ανάμεσα σε τούτο το παράξενο ζώο και σ’ εκείνο που είχα θανατώσει. Ο αναγνώστης θα θυμάται ότι αυτό το σημάδι, μολονότι ήταν μεγάλο, αρχικά ήταν πολύ ακαθόριστο· όμως με τον καιρό – κάτι που η λογική μου πάλευε να απορρίψει ως αποκύημα της φαντασίας μου – πολύ αργά, με ρυθμό σχεδόν ανεπαίσθητο, είχε αποκτήσει ένα αρκετά ξεκάθαρο περίγραμμα. Ήταν, τώρα, η απεικόνιση ενός αντικειμένου που φρίττω ακόμα και στην ιδέα να προφέρω το όνομά του – και για τούτο, πάνω απ’ όλα, απεχθανόμουν, φοβόμουν και ήθελα να απαλλαγώ από το τέρας, αν είχα την τόλμη να το επιχειρήσω –, ήταν τώρα, λέω, η εικόνα ενός πράγματος απαίσιου, αποτρόπαιου – της αγχόνης! Ω πένθιμο και τρομερό όργανο της Φρίκης και του Εγκλήματος, της αγωνίας και του Θανάτου!
Kαι τώρα ήμουν πράγματι άθλιος, άθλιος πέρα από κάθε ανθρώπινη αθλιότητα. και ένα άλογο ζώο – που το όμοιό του είχα αψήφιστα σκοτώσει –, ένα άλογο ζώο να απεργάζεται για μένα – για μένα τον άνθρωπο, καμωμένο κατ’ εικόνα του Ύψιστου Θεού – μια τόσο αβάσταχτη συμφορά! Αλίμονο! Ποτέ πια, ούτε μέρα ούτε νύχτα, δεν θα ξανάβρισκα την ευλογία της γαλήνης! Τη μέρα, το ζωντανό
δεν μ’ άφηνε ούτε στιγμή μόνο· τη νύχτα, ξυπνούσα κάθε τόσο από όνειρα ανείπωτου τρόμου, για να νιώσω την καυτή ανάσα του πλάσματος πάνω στο πρόσωπό μου, και το τεράστιο βάρος του –ενσάρκωση ενός Εφιάλτη που δεν είχα τη δύναμη να αποτινάξω – αέναα να πιέζει την καρδιά μου!
Κάτω από την πίεση τέτοιων μαρτυρίων, το ασθενικό υπόλειμμα του καλού μέσα μου υποχώρησε. Σκέψεις δαιμονικές μονάχα με συντρόφευαν – οι πιο ζοφερές και καταχθόνιες σκέψεις. Η συνηθισμένη μου δυστροπία εξελίχθηκε σε μίσος για όλα τα πράγματα και για όλο το ανθρώπινο γένος· ενώ το πιο συχνό και το πιο υπομονετικό θύμα των αιφνίδιων, απανωτών και ανεξέλεγκτων εκρήξεων της μανίας στην οποία τώρα πια τυφλά παραδινόμουν ήταν, αλίμονο! η γυναίκα μου, που ουδέποτε παραπονιόταν.
Μια μέρα με συνόδευσε για κάποιο θέλημα του νοικοκυριού στο κελάρι του παλιού σπιτιού, όπου μας είχε καταδικάσει η φτώχεια να κατοικούμε. Η γάτα με ακολούθησε στα απότομα σκαλιά και λίγο έλειψε να με πετάξει κάτω φαρδύ πλατύ, εξοργίζοντάς με μέχρι τρέλας. Σήκωσα ένα τσεκούρι και λησμονώντας, στην οργή μου, τον παιδιάστικο φόβο που είχε ως τότε συγκρατήσει το χέρι μου σκόπευσα το ζώο. το χτύπημα θα είχε αποδειχθεί μοιραίο αν το τσεκούρι είχε κατέβει όπως σκόπευα – όμως το εμπόδισε το χέρι της γυναίκας μου. Σαν βουκέντρα με τσίγκλησε η παρέμβασή της και, υπακούοντας σε μια οργή υπέρτερη κι από δαιμονική, τράβηξα το μπράτσο μου από το άδραγμά της και κάρφωσα το τσεκούρι στο κεφάλι της. Έπεσε νεκρή, στον τόπο, χωρίς να βγάλει ούτε βογκητό.
Μόλις διέπραξα τον ειδεχθή αυτόν φόνο, καταπιάστηκα, με απόλυτη ψυχραιμία, με το εγχείρημα της απόκρυψης του σώματος. Ήξερα ότι δεν μπορούσα να το απομακρύνω από το σπίτι, είτε τη μέρα είτε τη νύχτα, χωρίς να κινδυνεύσω να με δουν οι γείτονες. Πολλά σχέδια πέρασαν από το μυαλό μου. κάποια στιγμή σκέφτηκα να τεμαχίσω το πτώμα σε μικρά κομμάτια και να τα κάψω στο τζάκι. Μια άλλη, αποφάσισα να σκάψω έναν τάφο στο δάπεδο του κελαριού. Έπειτα στάθμισα το ενδεχόμενο να το πετάξω στο πηγάδι της αυλής, να το συσκευάσω σ’ ένα κιβώτιο σαν να ήταν εμπόρευμα, να διεξέλθω τις συνήθεις διατυπώσεις και να φωνάξω έναν αχθοφόρο να το πάρει από το σπίτι. τελικά μου ήρθε μια ιδέα που τη θεώρησα πολύ καλύτερη από τις προηγούμενες. αποφάσισα να το εντοιχίσω στο κελάρι – όπως λέγεται ότι έχτιζαν οι μοναχοί του Μεσαίωνα τα θύματά τους.
Το κελάρι ήταν ό,τι έπρεπε για έναν τέτοιο σκοπό. Οι τοίχοι ήταν κακοχτισμένοι και είχαν πρόσφατα σοβατιστεί μ’ ένα πρόχειρο ασβεστοκονίαμα, που η υγρασία της ατμόσφαιρας το είχε εμποδίσει να στεγνώσει. Επιπλέον, σε έναν από τους τοίχους υπήρχε μια εσοχή, ή από κάποια ψευδοκαμινάδα ή από κάποιο τζάκι, που είχε περιπέσει σε αχρηστία και την είχαν καλύψει κάνοντάς τη να μοιάζει με το υπόλοιπο κελάρι. Δεν αμφέβαλα ότι θα μπορούσα εύκολα να βγάλω από τη θέση τους τα τούβλα, να βάλω μέσα το πτώμα και να χτίσω τον τοίχο όπως και πριν, έτσι που κανένα μάτι να μην μπορεί να εντοπίσει τίποτα ύποπτο. και δεν είχα κάνει λάθος στους υπολογισμούς μου. Μ’ έναν λοστό χαλάρωσα εύκολα τους αρμούς των τούβλων, έστησα εύκολα το πτώμα όρθιο στον εσωτερικό τοίχο, το στήριξα στη θέση του, και χωρίς πολύ κόπο αποκατέστησα την κατασκευή όπως ήταν προηγουμένως. Έχοντας προμηθευτεί ασβέστη, άμμο και άχυρα ετοίμασα, με κάθε δυνατή προφύλαξη, έναν σοβά που δεν διέφερε καθόλου απ’ τον παλιό και τον πέρασα προσεκτικά πάνω από την καινούργια τοιχοποιία. Όταν τελείωσα, ένιωσα απόλυτη ικανοποίηση. Όλα ήταν εντάξει. Ο τοίχος δεν φαινόταν να έχει πειραχτεί καθόλου. τα απορρίμματα είχαν μαζευτεί από το πάτωμα με τη μεγαλύτερη φροντίδα. κοίταξα γύρω μου θριαμβευτικά και είπα στον εαυτό μου: «Εδώ, τουλάχιστον, ο μόχθος μου δεν ήταν μάταιος».
Το επόμενο βήμα μου ήταν να αναζητήσω το κτήνος που είχε γίνει η αιτία τέτοιας αθλιότητας· γιατί τώρα πια είχα πάρει την ακλόνητη απόφαση να το θανατώσω. αν το έβρισκα μπροστά μου την ώρα εκείνη, δεν υπήρχαν αμφιβολίες για το ποια μοίρα το περίμενε· φαίνεται όμως ότι το πανούργο ζώο είχε πανικοβληθεί από τη βιαιότητα του θυμού μου και απέφευγε να παρουσιαστεί μπροστά μου, στην κατάσταση που βρισκόμουν. Aδύνατον να περιγραφεί ή να κατανοηθεί η βαθιά, η ευεργετική ανακούφιση που μου προκάλεσε η απουσία του σιχαμερού ζώου από το στήθος μου. Δεν εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι έτσι, για μια τουλάχιστον νύχτα από την εισβολή του στο σπίτι, κοιμήθηκα βαθιά και ήρεμα· μάλιστα, κοιμήθηκα, παρ’ όλο το βάρος του φόνου στην ψυχή μου!
Πέρασε η δεύτερη και η τρίτη μέρα και ο βασανιστής μου δεν ερχόταν. για άλλη μια φορά ανέπνεα σαν ελεύθερος άνθρωπος. Το τέρας, τρομοκρατημένο, είχε φύγει από το οίκημα για πάντα! Δεν θα το ξανάβλεπα στα μάτια μου! Η ευτυχία μου ήταν υπέρμετρη! Η ενοχή για τη ζοφερή μου πράξη ελάχιστα με βάραινε. Έγιναν κάποιες ανακρίσεις, στις οποίες απάντησα με ετοιμότητα. ακόμα και έρευνα διατάχθηκε, μα φυσικά τίποτε δεν ανακαλύφθηκε. Θεωρούσα τη μελλοντική μου ευδαιμονία εξασφαλισμένη.
Την τέταρτη μέρα μετά τον φόνο ενέσκηψε μια ομάδα αστυνομικών εντελώς αναπάντεχα στο σπίτι και προχώρησε και πάλι σε πιο ενδελεχή έρευνα του οικήματος. Βέβαιος, ωστόσο, για το αδιάγνωστο της κρύπτης, ουδόλως καταλήφθηκα από αμηχανία. Οι αξιωματικοί ζήτησαν να τους συνοδεύσω στην αναζήτησή τους. Δεν άφησαν ούτε κόχη, ούτε γωνιά ανεξερεύνητη. Tέλος, για τρίτη ή τέταρτη φορά, κατέβηκαν στο κελάρι. Ούτε ένας μυς μου δεν σάλεψε. Η καρδιά μου χτυπούσε ήρεμα, σαν την καρδιά του ανθρώπου που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Βάδιζα στο κελάρι από τη μια άκρη του ως την άλλη. Είχα σταυρώσει τα χέρια μου στο στήθος και σουλατσάριζα ανέμελα εδώ κι εκεί. Οι αστυνομικοί φαίνονταν απολύτως ικανοποιημένοι και ετοιμάζονταν να αναχωρήσουν. Η αγαλλίαση στην καρδιά μου ήταν πολύ μεγάλη για να τη συγκρατήσω. καιγόμουν να πω μια λέξη ακόμα ως εκδήλωση του θριάμβου μου· λαχταρούσα να μιλήσω για να διπλασιάσω τη βεβαιότητά τους περί της αθωότητάς μου.
«Κύριοι» είπα στο τέλος ενώ είχαν αρχίσει ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά «είμαι πολύ ευχαριστημένος που κατασιγάστηκαν οι υποψίες σας. Εύχομαι σε όλους υγεία και λίγο περισσότερη ευγένεια. Παρεμπιπτόντως, κύριοι, αυτό... αυτό το σπίτι είναι πολύ καλά χτισμένο». (Μέσα στη λυσσασμένη μου επιθυμία να δείξω ανεμελιά ούτε που ήξερα τι έλεγα). «Μπορώ μάλιστα να πω εξαιρετικά καλά χτισμένο». Και στο σημείο αυτό, μέσα σε καθαρή φρενίτιδα λεονταρισμού, χτύπησα δυνατά μ’ ένα μπαστούνι που κρατούσα στο χέρι ακριβώς στο σημείο της τοιχοποιίας πίσω από το οποίο στεκόταν το πτώμα της αξιολάτρευτης γυναίκας μου.
Είθε ο Θεός να με φυλάξει, να μη με παραδώσει στα νύχια του Σατανά! Πριν καλά καλά προλάβει να σβήσει η αντήχηση από τα χτυπήματά μου, μου αποκρίθηκε μια φωνή από τον τάφο – αλλά μια φωνή, στην αρχή πνιγμένη και σπασμένη, σαν αναφιλητό παιδιού, που στη συνέχεια δυνάμωσε σε μια μακρόσυρτη, δυνατή και συνεχή κραυγή, εντελώς αφύσικη και εξωανθρώπινη – ένα ουρλιαχτό –, μια γοερή στριγκλιά φρίκης και θριάμβου ταυτόχρονα, όμοια μ’ εκείνη που μονάχα από την κόλαση μπορούσε να αναπεμφθεί, συνήχηση των φωνών από τα λαρύγγια των κολασμένων μέσα στην αγωνία τους και των δαιμόνων που πανηγυρίζουν για την καταδίκη τους.
Θα ’ταν ανόητο να μιλήσω για τις σκέψεις μου. Σχεδόν λιπόθυμος κατευθύνθηκα τρεκλίζοντας προς τον απέναντι τοίχο. για μια στιγμή η ομάδα έμεινε ακίνητη στα σκαλιά κυριευμένη από απόλυτο τρόμο και δέος. αλλά την επόμενη, δέκα γερά μπράτσα κοπανούσαν τον τοίχο. Έπεσε μονοκόμματος. Το πτώμα, ήδη σε μεγάλο βαθμό αποσυντεθειμένο και λεκιασμένο με πηγμένο αίμα, στεκόταν ευθυτενές μπροστά στα μάτια μας. και πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ορθάνοιχτο στόμα και το μοναδικό του μάτι να αστράφτει, καθόταν το αποτρόπαιο τέρας που η πανουργία του με οδήγησε στον φόνο και η προδοτική του φωνή με παρέδωσε στον δήμιο. Είχα χτίσει το τέρας μέσα στον τάφο!