.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

Προφητική Μανία και Κατοχή – ERIC ROBERTSON DODDS

...Η προφητική μανία είναι τουλάχιστον τόσο παλαιά στην Ελλάδα όσο και η θρησκεία του Απόλλωνα. Ίσως ακόμη να είναι και αρχαιότερη. Αν οι Έλληνες είχαν δίκιο να συσχετίζουν τις λέξεις μάντις και μαίνομαι – και πολλοί φιλόλογοι πιστεύουν στο δίκιο τους – τότε η σύνδεση της προφητείας και της μανίας ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή παρακαταθήκη ιδεών. Η σιωπή του Ομήρου δεν παρέχει κανένα ισχυρό επιχείρημα για το αντίθετο. Έχουμε δει προηγουμένως πως ο Όμηρος όταν το προτιμούσε, μπορούσε να κρατά το στόμα του κλειστό. Επιπλέον ας σημειώσουμε πως για το ζήτημα αυτό, όπως και για άλλα, η Οδύσσεια έχει ένα κάπως λιγότερο απαιτητικό πρότυπο κοσμιότητας, δηλ. επικής αξιοπρέπειας, από όσο έχει η Ιλιάδα. Η Ιλιάδα δέχεται μόνο επαγωγική μάντευση από οιωνούς, αλλά ο ποιητής της Οδύσσειας δεν μπορεί να αντισταθεί στο να εισαγάγει κάτι  πιο εντυπωσιακό – ένα παράδειγμα αυτού που οι Σκωτσέζοι λένε δεύτερη όραση. Το συμβολικό όραμα του Θεοκλύμενου, κληρονομικού μάντη του Απόλλωνα,  στο υ της Οδύσσειας, ανήκει στην ίδια ψυχολογική κατηγορία όπως και τα συμβολικά οράματα της Κασσάνδρας στον Αγαμέμνονα, όπως επίσης και το όραμα εκείνης της Αργείας προφήτισσας του Απόλλωνα που, καθώς  μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, όρμησε μια μέρα στους δρόμους κραυγάζοντας πως είδε την πόλη πνιγμένη στα πτώματα και στο αίμα. Αυτός είναι ένας τύπος προφητικής μανίας. Όμως δεν αποτελεί τον συνηθισμένο τύπο μαντείας. Επειδή εμφανίζεται αυθόρμητα και εκεί που κανένας δεν την περιμένει.
Στους Δελφούς, και προφανώς στα περισσότερα μαντεία του, ο Απόλλωνας βασιζόταν όχι σε οράματα, όπως εκείνο του Θεοκλύμενου, αλλά στον «ενθουσιασμό» με την πρωταρχική και κυριολεκτική έννοια του όρου. Η Πυθία γινόταν ένθεος, πλήρης θεού: ο θεός έμπαινε μέσα της και χρησιμοποιούσε τα φωνητικά της όργανα σαν να ήταν δικά του, ακριβώς όπως κάνει το λεγόμενο «κοντρόλ» στη σύγχρονη πνευματιστική μεσολάβηση. Αυτός είναι ο λόγος που οι χρησμοδοτήσεις του Απόλλωνα ανακοινώνονταν πάντοτε στο πρώτο πρόσωπο και ουδέποτε στο τρίτο. Υπήρξαν βέβαια σε μεταγενέστερους χρόνους, εκείνοι που υποστήριξαν πως δεν ταίριαζε στην αξιοπρέπεια του θείου όντος να εισέλθει σε ένα θνητό κορμί, και προτιμούσαν να πιστεύουν – όπως πολλοί ψυχολόγοι ερευνητές στις μέρες μας – πως κάθε προφητική μανία οφειλόταν σε έμφυτη ικανότητα της ίδιας της ψυχής, την οποία μπορούσε να ασκήσει κάτω από ορισμένες συνθήκες, όταν δηλ. απελευθερωνόταν, με τη βοήθεια του ύπνου, της καταληψίας ή μιας θρησκευτικής τελετουργίας, και από την παραβολή του κορμιού και από τον έλεγχο του λογικού. Η γνώμη αυτή ανήκει στον Αριστοτέλη, τον  Κικέρωνα και τον Πλούταρχο και όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, χρησιμοποιούσαν την άποψη αυτή για να ερμηνεύουν τα προφητικά όνειρα. Όπως συμβαίνει και αλλού, η άποψη αυτή έχει πάρα πολλά αντίστοιχα δείγματα μεταξύ των αγρίων. Μπορούμε να την αποκαλέσουμε «σαμανιστική» άποψη, σε αντίθεση με την αρχή της κατοχής. Πάντως ως εξήγηση των δυνάμεων της Πυθίας, αποτελεί μόνο θεωρία σχολαστική, αποτέλεσμα φιλοσοφικής και θεολογικής σκέψης. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως οι άνθρωποι απέδιδαν τα χαρίσματα της Πυθίας σε δαιμονική κατοχή, και πως η αντίληψη αυτή παρέμεινε η πιο συνηθισμένη στην αρχαιότητα – ακόμη και αυτοί οι ίδιοι οι χριστιανοί Πατέρες, δεν την αμφισβήτησαν ποτέ.
Η προφητική κατοχή δεν περιορίστηκε στα επίσημα μαντεία. Όχι μόνο υπήρξαν μυθολογικές μορφές, όπως η Κασσάνδρα, η Βακίδα και η Σίβυλλα, για τις οποίες πίστευαν πως προφήτευαν σε κατάσταση κατοχής, αλλά και ο Πλάτωνας αναφέρει συχνά τους θεόπνευστους προφήτες ως συνηθισμένους τύπους της εποχής του. Συγκεκριμένα, ορισμένα πρόσωπα γνωστά ως «εγγαστρίμυθοι» και αργότερα ως «Πύθωνες» άσκησαν ένα είδος πνευματιστικής μεσολάβησης κατά την κλασική εποχή, και για μεγάλο διάστημα κατόπιν. Θα επιθυμούσα να γνώριζα περισσότερα γι’ αυτούς τους «εγγαστρίμυθους» , ένας από τους οποίους, κάποιος Ευρυκλής, ήταν αρκετά φημισμένος, ώστε να τον αναφέρουν και ο Αριστοφάνης και ο Πλάτωνας. Όμως  οι δικές μας άμεσες πληροφορίες συμποσούνται σε αυτό μόνο: πως οι εγγαστρίμυθοι είχαν μέσα τους μια δεύτερη φωνή που έστηνε διάλογο μαζί τους, προέλεγε το μέλλον και ο κόσμος πίστευε πως η φωνή αυτή ανήκε σε κάποιον δαίμονα. Σίγουρα δεν ήσαν εγγαστρίμυθοι με τη σύγχρονη έννοια του όρου, όπως συχνά υποστηρίζεται. Μια αναφορά του Πλούταρχου φαίνεται να υπονοεί πως η φωνή του δαίμονα – πιθανώς μια βραχνή «φωνή κοιλιάς» – ακουγόταν να περνά ανάμεσα στα χείλη τους. Αντίθετα, κάποιος σχολιαστής του Πλάτωνα περιγράφει τη φωνή σαν να ήταν απλώς μια εσωτερική παρόρμηση. Εντούτοις οι φιλόλογοι έχουν παραβλέψει μια μαρτυρία που όχι μόνο αποκλείει τον εγγαστριμυθισμό αλλά δηλώνει έντονα καταληψία: ένα παλαιό Ιπποκράτειο ιατρικό βιβλίο, οι Επιδημίες συγκρίνει  το θόρυβο που κάνει η αναπνοή ενός καρδιακού με την αναπνοή «των γυναικών, που λέγονται εγγαστρίμυθοι». Οι εγγαστρίμυθοι δεν έχουν ρογχώδη αναπνοή, τα σημερινά όμως «καταληπτικά μέντιουμς» συχνά αναπνέουν έτσι.
ERIC ROBERTSON DODDS
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – Α. ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ 1996

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Η Μύηση… η Γνώση και η Ελευθερία – Νέστορας Μάτσας


 

Εν αρχή πάντων

Τίποτα λοιπόν από την Επιστήμη και τη σοφία των μεγάλων πολιτισμών της Ανατολής, δεν ήταν απρόσιτο για τον Πυθαγόρα.
Είχε περάσει  κοντά στους μεγάλους δάσκαλους, επιστήμονες και ιερείς όλους τους βαθμούς της Διδασκαλίας, αυτούς που μετουσιώνονται σε πολύπλευρη γνώση, αλλά και σε Μύηση. Μύηση πέρα ακόμη κι από την πιο προχωρημένη επιστήμη, αυτή που ερμηνεύει και αναλύει τα μεγαλύτερα φαινόμενα της φύσης, αλλά στέκει αδύνατη να προσπεράσει την Πύλη της συμβατικής ζωής προς την άλλη αιώνια ζωή, αυτή που οι άνθρωποι αποκαλούν θάνατο. Όπως στέκει ανέτοιμη να συλλάβει την ενιαία σημασία του χρόνου, όπου πάντα και παντού υπάρχουμε, στοιχείο ζωντανό, αιώνιο και ακατάλυτο στο συμπαντικό κόσμο: Στον απέραντο δηλαδή κόσμο που περικλείει το σύνολο και το άτομο, το σύμπαν και την ελάχιστη μονάδα. Έτσι που όλοι και όλα να συνθέτουν τον Ένα και το Ένα να συγκεντρώνει όλους και όλα.
Αυτή την απόλυτη συνείδηση της ζωής και του συμβατικού θανάτου, την απόλυτη γνώση του Θεού και την απόλυτη μύηση στους νόμους της εσωτερικής αρμονίας που διέπουν το συμπαντικό κόσμο, είχε κατακτήσει ο Πυθαγόρας. Με την έρευνα, με τη μελέτη και την αδιάκοπη ετοιμασία. Μια ετοιμασία που ξεκινούσε από προηγούμενες βιωματικές εμπειρίες του κι απ’ όσα είχε ο ίδιος ζήσει σε προηγούμενους κύκλους του.
Έτσι όταν ύστερα από αυτές τις περιπλανήσεις του γύρισε στη Σάμο ήταν έτοιμος. Οριστικά! Κι αυτή τη σοφία του ήθελε να τη μοιραστεί και με άλλους που σαν κι αυτόν είχαν δεχτεί το μυστικό κάλεσμα για Μύηση. Ή θα μπορούσαν να το δεχτούν έπειτα από μια κατάλληλη προετοιμασία. Γι’ αυτό ιδρύει τη σχολή του. Μια σχολή με συμβολικό ημικυκλικό σχήμα, το Ημικύκλιον του Πυθαγόρου.
Εδώ πια σε αυτό το διδασκαλείο θα έμπαιναν οι βάσεις για μια καινούργια γνώση που θα βοηθούσε τον άνθρωπο (και τους ανθρώπους) να ξεπεράσουν τον φόβο της φθοράς και την αγωνία του θανάτου. Κι ακόμη να μάθουν να ζουν ελεύθεροι. Χωρίς δεσμά και συμβάσεις που οι ίδιοι δημιουργούν και χωρίς τη δουλεία στον εκάστοτε δυνατό που παρουσιάζεται σαν αφέντης ή σαν ηγεμόνας.
Ήταν μια επανάσταση αυτή που έφερνε ο Πυθαγόρας. Επανάσταση ολοκληρωτική και καταλυτική που καταργούσε την εξωτερική και την εσωτερική δουλεία του ατόμου, διδάσκοντάς τον πως να ζει ουσιαστικά ελεύθερος γύρω του και μέσα του. Μόνο με αυτήν την απόλυτη γνώση της ελευθερίας, μόνον με αυτή θα μπορούσε να πλησιάσει το Θεό, να ξεπεράσει το θάνατο και να ταυτισθεί με τη συμπαντική αρμονία, αυτήν που ο Πυθαγόρας την ταυτίζει με τις μυστικές σχέσεις των αριθμών.

***

Η επανάσταση του Πυθαγόρα που απλωνόταν όλο και περισσότερο κι αποκτούσε όλο και περισσότερους οπαδούς, τρόμαξε τον Τύραννο της Σάμου Πολυκράτη… Φόβισε τους εξουσιαστές που ρύθμιζαν τη ζωή των ανθρώπων με τους δικούς τους νόμους και τις δικές τους εντολές.
Οι μαθητές του Πυθαγόρα στο Ημικύκλιο δένονταν όλο και πιο πολύ με το Δάσκαλο. Όχι με το στείρο φανατισμό των οπαδών αλλά με τη συνείδηση των ατόμων που κάθε μέρα και πιο πολύ κατακτούν την ελευθερία τους. Και αυτή η κατάκτηση ήταν η πρώτη βαθμίδα της τελειότητας. Ακολουθούσαν οι άλλες βαθμίδες ως την τέλεια μύηση, δηλαδή την τέλεια απελευθέρωση… Αλλά οι τέλεια ελεύθεροι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι. Ανατρέπουν τη συμβατική ισορροπία της πολιτείας και τη συμβατική ισορροπία της ζωής. Οι τύραννοι, οι όποιοι τύραννοι, αυτοί που φανερά ή μυστικά κρατούν τις άκρες του νήματος και ρυθμίζουν την εξωτερική ζωή των ανθρώπων τους φοβούνται. Και καθώς έχουν (ή νομίζουν πως έχουν) τη δύναμη στα χέρια τους, κάνουν ό,τι μπορούν για να τους βγάλουν από τη μέση. Να μη διασαλευτεί η συμβατική τάξη, αυτή που επιβάλλουν με τη βία της εξουσίας.
Το Ημικύκλιο του  Πυθαγόρα ήταν επικίνδυνο. Ο δάσκαλος και οι μαθητές του ήταν επικίνδυνοι… Βιβλία και χειρόγραφα που υπήρχαν στη Σχολή ήταν κι αυτά επικίνδυνα. Πυρήνες επανάστασης κι εστίες ανατροπής της εξωτερικής ισορροπίας.
Η χρήση της βίας ήταν η μόνη λύση. Η βία αποτελεί το πιο εύκολο μέσο της εξουσιαστικής δύναμης, όταν θέλει γρήγορα και αποτελεσματικά να εξουδετερώσει τους αντιπάλους της. Συχνά η βία ντύνεται το πρόσχημα του τυχαίου. Έτσι που να μη φαίνονται οι υποκινητές της και προκαλέσουν την οργή του λαού.
Μια πυρκαγιά είναι μια τέτοια «τυχαία» έκφραση της βίας. Πολλές είναι οι αφορμές που μπορούν να την προκαλέσουν και οι εξηγήσεις που μπορούν να δοθούν. Ακόμη κι αν ξεσπάει την ίδια στιγμή σε πολλά διαφορετικά σημεία έτσι ώστε  όλα να καταστραφούν.
Μια τέτοια «τυχαία» πυρκαγιά αφάνισε το Ημικύκλιο του Πυθαγόρα στη Σάμο. Ο δάσκαλος όμως ήξερε τις αφορμές. Όπως σίγουρα και ο Τύραννος ο Πολυκράτης. Πουθενά ωστόσο κι από κανένα δεν δόθηκε μια «λογική» εξήγηση ή έστω μια κάποια αιτία της πυρκαγιάς.
Νέστορας Μάτσας
Φάκελλος Πυθαγόρα
Πρόπλασμα Μεταφυσικής Βιογραφίας
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της  Εστίας 1989


Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Προμηθεύς Λυόμενος [Chorus of Spirits] - Percy Bysshe Shelley




Από τα πολύ παλιά τα χρόνια 
οδηγοί και φύλακες ευγενικοί είμαστε
της ουρανόπεμπτης θνητής ζωής.
Κι αναπνέουμε χωρίς  αηδία την ατμόσφαιρα
της ανθρώπινης σκέψης.
Κι είναι θολή και υγρή και γκρίζα,
σαν μέρα που ξολόθρεψε η καταιγίδα,
ταξιδιώτισσα πάνω από αναλαμπές που σβήνουν.
Και είναι λαμπρή
σαν τους ουρανούς τους ασυννέφιαστους
σαν τα ποτάμια τα απάνεμα,
σαν το σιωπηρό και γαλήνιο νερό.
Σαν τα πουλιά στον άνεμο,
σαν τα ψάρια στο κύμα,
οι σκέψεις του ανθρώπινου νου
αιωρούνται πάνω απ’  τον τάφο.
Εκεί φτιάχνουμε την υγρή μας φωλιά.
Ταξιδεύοντας σαν σύννεφα αχαλίνωτοι
μέσα στο στοιχείο του απείρου.

From unremembered ages we
Gentle guides and guardians be
Of heaven-oppressed mortality;
And we breathe and sicken not
The atmosphere of human thought:
Be it dim, and dank, and gray,
Like a storm-extinguished day,
Travelled o’er by dying gleams;
Be it bright as all between
Cloudless skies and windless streams,
Silent liquid and serene;
As the birds within the wind,
As the fish within the wave,
As the thoughts of man’s own mind
Float thro’ all above the grave;
We make there our liquid lair.
Voyaging cloudlike and unpent
Thro’ the boundless element.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ - ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 


Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν απόρησα καθόλου, όταν, εδώ και λίγες μέρες, έμαθα το θάνατο του φίλου μου Ν.Δ. Το ήξερα πως αυτός ο άνθρωπος δε μπορούσε παρά να σκοτωθεί μια μέρα. Είχ’ αρχίσει, μάλιστα, ν’ ανησυχώ, για την αργοπορία του σκοτωμού αυτού. Είχα δεχτεί την εξομολόγησή του, κι απορούσα, μ’ όλη την καρδιά μου, πώς τα κατάφερνε ακόμα να υπάρχει, έπειτ’ απ’ την αλλόκοτη αρρώστια που κατατυραννούσε τη ζωή του…Η αλλόκοτη αυτή αρρώστια – μια απ’ τις παράδοξες αρρώστιες, που ’τυχε ν’ ακούσω στη ζωή μου – ήταν μοιραίο να του κλείσει κάθε πόρτα, να του στερέψει κάθε πηγή χαράς! Ένας άλλος, πιθανόν, στη θέση του, θα ’βρισκε τρόπο να οικονομηθεί – ίσως μάλιστα, να προσπαθούσε να ’βγαζε και σχετικά προσωπικά οφέλη, απ’ την εξαιρετική κατάστασή του. Ο Νίκος, όμως, ήταν άνθρωπος ευαίσθητος, και δε μπορούσε να την εκμεταλλευθεί…Και το καταλαβαίνω μια χαρά, το απονενοημένο του διάβημα: Δεν ήταν δυνατόν ν’ ανθέξει ως το τέλος…
Είχα δεχτεί την εξομολόγησή του, ένα βράδυ που γυρίζαμε οι δυο μας – μια φθινοπωρινή ζεστή βραδιά, πέρσι, αν καλοθυμάμαι. Είχαμε πάει στον κινηματογράφο, κ’ έπειτα, βγαίνοντας εκείθε, σ’ ένα κέντρο «διανυκτερεύον». Είχαμε πιει κρασί, κι είχαμ’ έρθει ελαφρά στο κέφι. Αυτό το κέφι μου’ δωσε το θάρρος να τον ρωτήσω εμπιστευτικά, για σημαντική μεταβολή, που είχα δει, από καιρό, στο χαρακτήρα του. Δεν ήταν πια ο άνθρωπος που ήξερα.
Αυτός ο αγαθός κι ο ανοιχτόκαρδος, ο στοργικός, χαριτωμένος φίλος, είχε δυο χρόνια, τώρα – και πιο συγκεκριμένα μετά την έξοδό του απ’ το νοσοκομείο, που έμεινε δεν ξέρω πόσους μήνες, έπειτ’ απ’ το τραύμα στο κεφάλι, κληρονομιά του φριχτού πολέμου – είχε ριζικά μεταβληθεί. Είχε γίνει σκυθρωπός, φιλύποπτος, απόφευγε τις σχέσεις με τους φίλους του – είχε γίνει ένας τέλειος μισάνθρωπος…Κι’ όμως ήταν εντελώς καλά – οι γιατροί μας το είχαν  βεβαιώσει – παρ’ όλο τον κίνδυνο που πέρασε. Το παλιό εκείνο τραύμα του κρανίου του, δεν είχε θίξει κανένα λεπτό όργανο, η πληγή ήταν επουλωμένη. Το μυαλό του λειτουργούσε όπως πάντα. Είχε γίνει εντελώς καλά κι απ’ τη νευρική εκείνη κρίση, που επακολούθησε την περιπέτειά του, και που ήταν φυσικό ν’ αποδοθεί στον κλονισμό που υπέστη απ’ τον πόλεμο, καθώς συνέβη μ’ ένα πλήθος άλλους. Απ’ αυτά όλα, ήταν γιατρεμένος. Κι όμως, απ’ την εποχή εκείνη, εχρονολογείτο κ’ η μεταβολή του. Είχε κλειστεί στο σπίτι του, και δεν ήθελε να δει κανένα. Πολλές φήμες, σχετικές με την κατάστασή του, κυκλοφορούσαν, από τότε, μεταξύ μας. Κι αυτό το βράδυ, θέλησα να τις εξακριβώσω.
Ταράχτηκε με την ερώτησή μου. Καθώς βάδιζε με βήματα μικρά, και με το χέρι περασμένο στο δικό μου, κατάλαβα το χέρι του να τρέμει. Μετάνιωσα για την ανάκρισή μου, και προσπάθησα να της αλλάξω τόνο. Εκείνος, όμως δεν έβγαζε μιλιά. Ήξερε καλά πόσο τον αγαπούσα – το ήξερε πάρα πολύ καλά, πιο πολύ κι απ’ όσο φανταζόμουν – και δεν έπρεπε, θαρρώ, να πειραχτεί. Αλλά και κάτι άλλο: πρόσεξα πως προτού να τον ρωτήσω, η μορφή του είχε σκοτεινιάσει σα να περίμενε τα λόγια που θα του ’λεγα…
Όλ’ αυτά, τα εξήγησα αργότερα, όταν μου φανέρωσε το μυστικό του πάθος. Πρώτη φορά το εκμυστηρευόταν. Η φωνή του έτρεμε, κι εκείνη. Μου κρατούσε πιο σφιχτά το χέρι, τα μάτια του κοιτούσαν απλανή. Στην αρχή, δε μίλησε καθόλου. Φάνηκε πως δίσταζε να μου το φανερώσει – ή πως έψαχνε να βρει τα λόγια τα κατάλληλα. Αλλά, συγχρόνως, ένιωθα τη φοβερήν ανάγκη, την ανάγκη που τον τυραννούσε, κάπου να τα πει, να ξαλαφρώσει…Ένιωθα πως το μυστικό αυτό που, όταν τ’ άκουσα έμεινα κατάπληκτος, καραδοκούσε κάποιαν ευκαιρία, για να μπορέσει να φανερωθεί…Και πιο μεγάλη, πιο ωραία ευκαιρία, απ’ αυτή που του δινόταν τώρα, δε μπορούσε να παρουσιαστεί. Ήμουν ο πιο αγαπημένος φίλος του. είκοσι χρόνια ανυπόκριτης φιλίας, δεν ήταν προηγούμενο ασήμαντο. Κι εξ άλλου ήξερε πόσο τον αγαπούσα και πόσο, η ερώτηση εκείνη, έκρυβε φιλικό ενδιαφέρον, βαθύ, ειλικρινές κι ανυστερόβουλο…
Άρχισε,  τότε, να μου εκμυστηρεύεται, με φωνή βαθιά, δισταχτική, λίγο φοβισμένη στην αρχή – φοβόταν τόσο πως δε θα τον πιστέψω, ή πως θα τον πάρω για τρελό – έπειτα, όμως, έντονη, παλλόμενη, πυρετώδη, γιομάτη αγωνία!
- Πρώτ’ απ’ όλα υποσχέσου μου, μου λέει, ότι δε θα με πάρεις για τρελό. Είναι το μόνο που δε θ’ ανεχτώ εκ μέρους σου, το μόνο που μπορεί να με πληγώσει! Προτιμώ να πεις πως λέω ψέματα, έχω τρόπο να σε βγάλω απ’ την πλάνη…Έχω την απόδειξη μαζί μου! Τότε κι ο ίδιος θα πεισθείς αμέσως, πως διατηρώ το λογικό μου! Πώς ακόμα το κρατώ, κι εγώ δεν ξέρω…Ίσως απ’ την κακία της ίδιας μου της μοίρας, για να τυραννιέμαι πιο πολύ…
…Πριν το τραύμα εκείνο του πολέμου, ποτέ μου δε θα το φανταζόμουν! Ήμουν κι εγώ, σαν όλους τους ανθρώπους! Πίστευα στη στοργή, στην καλοσύνη, έπλαθα όνειρα, ζούσα μέσ’ στην πλάνη…Από τότε, δεν πιστεύω πια σε τίποτε…
…Τι μου συνέβη, δεν μπορώ να εξηγήσω: ποιες αλλοιώσεις έγιναν μέσ’ στον εγκέφαλό μου, ποια κύτταρα δυνάμωσαν απρόοπτα, ώστε να αποκτήσω αυτή την ιδιότητα, δεν είμαι σε θέση να σου πω…Είμαι, τώρα, το απίστευτο φαινόμενο – μοναδικό φαινόμενο στον κόσμο – κι αντί να γίνω, απ’ αυτό το γεγονός, ο πιο ευτυχισμένος των ανθρώπων, έχω γίνει ο πιο δυστυχισμένος…
…Πρώτη φορά που κατάλαβα το πράμα, ήταν απάνω στην ανάρρωσή μου. Μια μέρα που κουβέντιαζα με κάποια νοσοκόμα, διαπίστωσα αυτό το γεγονός: ότι πριν ακόμα μου μιλήσει, διάβαζα κατακάθαρα τη σκέψη της· πριν ακόμα τα χείλη της σαλέψουν, ήξερα τι θέλει να μου πει! Αυτό μου κίνησε μεγάλη περιέργεια…Έκανα πειράματα και σ’ άλλους. Έκανα πειράματα απάνω στο γιατρό μου, στους φίλους που μου παραστέκανε, στην αδερφή μου που ερχόταν κάθε μέρα και μου κρατούσε λίγες ώρες συντροφιά….Σε σένα τον ίδιο, έκανα το πείραμα, κάθε φορά που ερχόσουν να με δεις!
….Είχα μείνει αποσβολωμένος! Διάβαζα τη σκέψη των ανθρώπων, όπως διαβάζεις μέσα στο βιβλίο! Αυτό το πράμα, στην αρχή μου’ δωσ’ έναν τρόμο, που δεν έχω λόγια, δυστυχώς, να σ’ τον κάνω να τον καταλάβεις…Ένιωθα πως είχα αποκτήσει μια μυστηριώδη ιδιότητα, που ξεπερνούσε κάθε φαντασία! Ήξερα για τη νοομαντεία, για την περίεργη εκείνη ιδιότητα, που κάνει ώστε ορισμένοι άνθρωποι να μαντεύουν, με μια μικρή προσπάθεια, τη σκέψη των άλλων ανθρώπων. Εγώ, όμως, χωρίς καμιά προσπάθεια, έβλεπα τη σκέψη να σαλεύει, σα να ήταν το μέτωπό τους γυάλινο…Έβλεπα την αρχή της, την πορεία της, τις παραμικρότερες κινήσεις της, μ’ έναν τρόπο καταπληκτικό…Δεν υπήρχε τίποτε που να μου διαφεύγει….
…Όταν βγήκα απ’ το νοσοκομείο, αυτό το πράμα εξακολουθούσε. Με κυνηγούσε σαν ένας εφιάλτης. Καταλάβαινα πως θα τρελαθώ…Έφευγα μακρυά απ’ τους ανθρώπους, δεν τολμούσα να μιλήσω σε κανένα! Εύρισκα παρηγοριά στη συντροφικά των ζώων – γιατί, αν και διάβαζα τη σκέψη τους, κι εκείνων, αυτή η σκέψη ήταν τόσο στοιχειώδης, τόσο απονήρευτη και τόσο φυσική, που δεν ήταν ικανή να με πειράξει! Δεν είχαν ούτε τη θηριωδία, ούτε την απίστευτη κρυψίνοια, την τερατώδη υστεροβουλία των κρυμμένων ανθρωπίνων λογισμών… Δεν ανεχόμουν παρά την αδερφή μου, γιατί σ’ εκείνη διάβαζα κάποια στοργή για μένα, και κάποια ίχνη καλοσύνης για τους άλλους. Για να μη διαβάσω τίποτα δυσάρεστο, καμία σκέψη φοβερή, για μένα, είχα ξεκόψει απ’ όλους μου τους φίλους….
…Είχα κλείσει την πόρτα μου στον κόσμο. Η σκέψη του με κατατυραννούσε! Την ένιωθα, γλοιώδη, απερίγραπτη, να κυκλοφορεί μέσ’ στον αέρα, και να μου καταστρέφει τις ελπίδες μου, σαν ένα φίδι πονηρό κι αχόρταγο, που γυρεύει να σε περιτυλίξει…Ήξερα τι σκέπτονται για μένα, ήξερα τι αισθάνονται για μένα, τις κακίες τους και τις υποκρισίες τους, τη φοβερή κι απίστευτη απόσταση που υπάρχει, κάθε δευτερόλεπτο, ανάμεσα στα λόγια και τις σκέψεις τους – κι αυτό το πράμα μου ήταν ανυπόφορο…
…Δε μπορούσα ούτε ν’ αγαπήσω, ούτε να συνδεθώ πια με κανένα. Δε μπορούσα ν’ ανεχθώ, κοντά μου, κανέναν άνθρωπο, ούτε καμιά γυναίκα – γιατί κανένας δεν κλείνει καλοσύνη – κι εγώ δεν πίστευα παρά στην καλοσύνη, δε ζητούσα παρά καλοσύνη, δε λαχταρούσα παρά καλοσύνη…
….Το μυστικό μου δεν το είπα σε κανένα. Το ’θαψα βαθιά μέσ’ στην ψυχή μου, κι έζησα μαζί του, τόσα χρόνια…Δεν τολμούσα εξ άλλου, να το πω: γιατί ή θα με περνούσαν για τρελό ή θα με πίστευαν και θ’ απομακρυνόντουσαν, θα ’φευγαν με τρόμο από δίπλα μου, μήπως μάθω τα κρυφά διανοήματά τους, μήπως ανακαλύψω τις κακίες τους, τις οπισθοβουλίες τους, όλα τα μυστικά τους….Κι έτσι, κι αλλιώς, θα ’μενα πάλι μόνος.
…Σιγά-σιγά, όμως, συνήθισα να τ’ αντικρίζω κι όλα αυτά. Το θέαμά τους δε μου κάνει πια εντύπωση, ούτε μου δίνει τον αποτροπιασμό, που μου ’δινε τόσο, στην αρχή…Μόνο που τροποποίησα τις σχέσεις μου, ώστε να μην έχω, στο πλευρό μου, παρά μόνον αυτούς που μ’ αγαπούν…Και τα κακά, που διαβάζω και σ’ αυτούς τα’ αβυσσαλέα και κρυμμένα πάθη, όλες τις
ηθικές διαστροφές και τις τρομαχτικές επιθυμίες, έμαθα, τώρα, να τα συγχωρώ· μου φτάνει μόνο το να μ’ αγαπούν – πολύ ή λίγο, δε μ’ ενδιαφέρει – και να μη θέλουν, μονάχα, το κακό μου…
Σταμάτησε για μια στιγμή κι έφερε το χέρι του μπροστά στο μέτωπό του.
Πήγα να του μιλήσω να τον παρηγορήσω.
Άπλωσε τ’ άλλο χέρι του, και μ’ έσφιξε στον ώμο:
- Σώπα, σώπα, ξέρω τι θα πεις! Σ’ ευχαριστώ…Ξέρω πως μ’ αγαπάς, γι’ αυτό το λόγο, ακριβώς, και σου φανέρωσα το καταπληκτικό μου μυστικό…Ήξερα πως ζητούσες να το μάθεις…Κι αυτή η πράξη, να σ’ το φανερώσω, ήταν, για μένα, ανακούφιση μεγάλη…
Κι έπειτα στυλώθηκε μπροστά μου, ξαφνικά, και πιάνοντας σπασμωδικά τα χέρια μου, μ’ έναν τρόπο τρελό κ’ απελπισμένο, μου φώναξε με γοερή φωνή:
- Και τώρα, πώς να ζήσω, ΠΩΣ ΝΑ ΖΗΣΩ; Με τι τόλμη ν’ αντικρίσω τους ανθρώπους, με τι καρδιά να συνδεθώ μαζί τους, με τι μάτια να τους πλησιάσω; Κάθε τους σκέψη που δε λένε, με πληγώνει, κάθε ψέμα που λένε, πιο πολύ…Με τρομάζουν ή μ’ αηδιάζουν…Έκοψα κάθε μου κοινωνικό δεσμό, κάθε δοσοληψία μου μ’ αυτούς! Ζω μονάχος, σαν ερημίτης, περικυκλωμένος απ’ τις γάτες μου κι απ’ τις αθώες, τις πρωτόγονές τους σκέψεις, που αυτές, τουλάχιστον, τις έχω συνηθίσει, και δεν τις τρέμω ούτε μ’ ενοχλούν…Δε θα ’ταν καλύτερα, για μένα να πέθαινα μέσ’ στο νοσοκομείο, ή να είχα σκοτωθεί στον πόλεμο, παρά να ζω μ’ αυτή την αγωνία, μ’ αυτό τον τερατώδη εφιάλτη, που μου θανατώνει την ελπίδα και μου απαγορεύει την αγάπη – που με κλείνει μέσ’ στην κάμαρά μου, σαν ένα πλάσμα καταδικασμένο που δεν είναι δυνατόν να λυτρωθεί;…
………………………………
Από τη νύχτα αυτή, δεν ξαναείδα πια. Κι’ όταν έμαθα, προχτές, το σκοτωμό του, για μια στιγμή λυπήθηκα, σα φίλος – αλλά παρηγορήθηκα αμέσως, με την ιδέα πως είχε λυτρωθεί…



ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
ΤΑ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΝΤΟΜΙΝΑ και άλλες ιστορίες
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΑΤΩ 2014