Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα William Shakespeare. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα William Shakespeare. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Αυγούστου 2021

Σονέτο 146 - William Shakespeare



Poor soul, the centre of my sinful earth,
... ... ... these rebel powers that thee array
Why dost thou pine within and suffer dearth,
Painting thy outward walls so costly gay?
Why so large cost, having so short a lease,
Dost thou upon thy fading mansion spend?
Shall worms, inheritors of this excess,
Eat up thy charge? Is this thy body's end?
Then soul, live thou upon thy servant's loss,
And let that pine to aggravate thy store;
Buy terms divine in selling hours of dross;
Within be fed, without be rich no more:
So shall thou feed on Death, that feeds on men,
And Death once dead, there's no more dying then.
                                _._

Κέντρο του αμαρτωλού πηλού μου εσύ, φτωχή ψυχή,
Κατάστικτη απ’ τις άγριες δυνάμεις που σε ντύνουν,
Γιατί κλεισμένη εδώ υποφέρεις και λιμοκτονείς,
Ενώ έξω ζωγραφιές λαμπρές τα τείχη σου φαιδρύνουν;
Αφού έχεις διορία μικρή, γιατί τόση χλιδή
Γι' αυτή τη φθίνουσα έπαυλη που κατοικείς ξοδεύεις;
Σκουλήκια θα κληρονομήσουν τέτοια υπερβολή;
Αυτά θα φάν’ τα πλούτη σου; Εκεί το σώμα οδεύει;
Άσε το δούλο να χαθεί ψυχή μου για ν' ακμάσεις·
Φτιάξε απ' την πείνα σου σοδειά: Τις ώρες αν πωλήσεις
Τις μάταιες, ουράνια συμβόλαια θ' αγοράσεις·
Έτσι εσύ μέσα θα τραφείς κι ο πλούτος έξω ας σβήσει.
Μάρανε εσύ το Θάνατο που τους θνητούς μαραίνει,
 Κι έτσι αν πεθάνει ο Θάνατος, κανείς δεν θα πεθαίνει.

William Shakespeare 
Τα σονέτα 
Μετάφραση Λένια Ζαφειροπούλου
Εκδόσεις Gutenberg 2016

Κυριακή 16 Μαΐου 2021

Σονέτο 18 - William Shakespeare



Πώς να σε πω — καλοκαιριάτικο πρωί;
Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία·
γνωρίζω ανέμους που κι ο Μάης φυλλορροεί,
τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία.
Κάποτε καίει ο επουράνιος οφθαλμός
και της χροιάς του ο χρυσός συχνά θαμπώνει,
κάποιος μοιραίος του καιρού αναπαλμός
την ομορφιά της ομορφιάς απογυμνώνει.
Μα εσύ αιώνιο θα έχεις καλοκαίρι
κι η ομορφιά σου δεν θ’ απαλλοτριωθεί,
δεν θα επαίρεται ο Άδης πως σε ξέρει
καθώς θα γράφεσαι στου χρόνου την πληθύ.
Όσο ζουν άνθρωποι και βλέπουν θα γυρίζουν
σ’ αυτούς τους στίχους και ζωή θα σου χαρίζουν.

William Shakespeare
Εικοσιπέντε σονέτα 
Μετάφραση Διονύσης Καψάλης 
Εκδόσεις Άγρα 1998

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Ριχάρδος ο Δεύτερος Ε' Σκηνή Ε' Πράξη – William Shakespeare



Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,
και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι
' από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρήσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να
'ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν
' έτσι δύσκολο να 'ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ
' αδύνατα αυτά νύχια
ν
' ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα ‘ναι κι οι τελευταίοι.
Σαν τους άθλιους αλήτες που δεμένοι στο στύλο,
αποξεχνούνε τη ντροπή τους
με τη σκέψη πώς κι άλλοι έχουν σταθεί
στον ίδιο στύλο όπως αυτοί
και βρίσκουν σ
' αυτόν το στοχασμό κάποια ανακούφιση,
βαστώντας τη δική τους δυστυχία
με τις πλάτες εκείνων
που υποφέρανε το ίδιο πριν απ
' αυτούς.
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα
και ούτ
' ένα απ' τα πολλά ευχαριστημένο.
Καμιά φορά είμαι βασιλιάς, και τότε
ή προδοσία με κάνει να ποθώ
τη ζωή του ζητιάνου.
Γίνομαι ζητιάνος,
Κι η ανυπόφορη στέρηση με πείθει
πως πιο καλά ήμουν βασιλιάς.
Και να: ξαναφορώ το στέμμα.
Μα σε λίγο,
θυμάμαι πώς μου το ‘χει πάρει ο Μπόλιμπροκ,
κι ευθύς δεν είμαι τίποτα.
Όμως ό,τι κι αν είμαι,
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

ΤΙΤΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ, ΠΡΑΞΗ 5, ΣΚΗΝΗ 2 – WILLIAM SHAKESPEARE



Ρώμη. Μπροστά στο σπίτι του Τίτου.

(Μπαίνουν ΤΑΜΟΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ και ΧΕΙΡΩΝ μεταμφιεσμένοι)

ΤΑΜΟΡΑ
Έτσι παράξενα και πένθιμα μεταμφιεσμένη,
θα συναντήσω τον Ανδρόνικο και θα του πω
πως είμ' η Εκδίκηση, σταλμένη από τον Άδη
για να τον βρω και να δικιώσω όσ' αδικία έχει πάθει.
Χτύπα στο σπουδαστήρι του, όπου λεν πως μένει,
κι αναμασάει τρελά σχέδια γι' άγρια εκδίκηση.
Πες του πως η Εκδίκηση ήρθε για να τον βοηθήσει
να καταστρέψει τους εχθρούς του.

(Χτυπούν. Μπαίνει ο ΤΙΤΟΣ από πάνω.)

ΤΙΤΟΣ
Ποιος μ' ενοχλεί που μελετάω; Είναι το κόλπο σας
για ν' ανοίξω την πόρτα μου και να πετάξουν
και να μου φύγουν τα αυστηρά μου διατάγματα
κι όλη η σπουδή μου να πάει στράφι; Γελαστήκατε.
Γιατί ό,τι έχω στο νου να κάνω, δέστε εδώ,
το 'χω καταχωρίσει σε γραμμές γραμμένες
μ' αίμα. Κι ό,τι έχω γράψει θα εχτελεστεί .
ΤΑΜΟΡΑ
Τίτο είμαι φερμένη για να σου μιλήσω.
ΤΙΤΟΣ
Όχι, ούτε λέξη. Πως να δώσω αξιά στα λόγια μου
αφού δεν έχω χέρι να το κάνω πράξη;
Είναι από πάνω και γι' αυτό ως εδώ και φτάνει.
ΤΑΜΟΡΑ
Αν ήξερες ποια είμ' εγώ, θα μίλαγες για μένα.
ΤΙΤΟΣ
Τρελός δεν είμαι. Σε γνωρίζω και πολύ καλά.
Μάρτυρας το κουλό μου τούτο το άθλιο, μάρτυρας
τούτες οι κόκκινες αράδες. Μάρτυρας
τούτες οι ζάρες που τις έκαμε ο καημός κι η έγνοια.
Μάρτυρας μέρα ατέλειωτη και νύχτα ασήκωτη.
Μάρτυρας όλη η θλίψη πως σε ξέρω εγώ καλά
τη φαντασμένη ρήγισσά μας, την τρανή Ταμόρα.
Θα 'ρχεσαι βέβαια για τ' άλλο χέρι μου.
ΤΑΜΟΡΑ
Μάθε, ταλαίπωρε, δεν είμαι η Ταμόρα. Εκείνη είν'
εχθρός σου, εγώ είμαι φίλος σου. Είμ' η Εκδίκηση,
σταλμένη απ' του Άδη το βασίλειο για να σε λυτρώσω
απ' το όρνιο που σου τρώει τον νου με τιμωρία
των εχθρών σου. Έλα κάτω, καλωσόρισέ με
στο φως του πάνω κόσμου. Να σκεφτείς μαζί μου
για φόνο και για θάνατο. Δεν είναι τρύπα,
κρυψώνα ή σκοτεινή ερημιά, ή καταχνιασμένο
φαράγγι, όταν ο ματωμένος φόνος ή
ο μισητός βιασμός να φωλιάσει περίτρομος,
που εγώ δε θα τους ξετρυπώσω και στ'α αφτιά τους
δε θα ειπώ το φοβερό μου τ' όνομα, Εκδίκηση,
που κάνει κάθε φαύλο κακοποιό να τρέμει.
ΤΙΤΟΣ
Είσαι η Εκδίκηση. Και σ' έστειλαν σε μένα
να τιμωρήσεις τους εχθρούς μου;
ΤΑΜΟΡΑ
Είμαι. Γι' αυτό έλα κάτω να με υποδεχτείς.
ΤΙΤΟΣ
Κάνε μου κάποια χάρη πριν ερθώ σε σένα.
Να, πλάι σου στέκουν ο Βιασμός και ο Φόνος.
Δώσε μου μιαν εγγύηση πως είσ' η Εκδίκηση:
σφάχ' τους ή πατησέ τους με τις ρόδες του αμαξιού σου
και τότε θα 'ρθω και θα γίνω ο αμαξάς σου,
και θα σβουρίζουμε μαζί γύρω στη σφαίρα.
Φέρε δυο ωραία αλόγατα, κατάμαυρα, για να
σύρουν γοργά το εκδικητικό σου αμάξι,
και να 'βρουν τους φονιάδες μες στις ένοχες σπηλιές τους:
κι όταν το άρμα σου γεμίσει απ' τα κεφάλια τους,
θα κατεβώ και πλάι στη ρόδα του αμαξιού σου
θα πιλαλώ σαν υπηρέτης πεζοδρόμος
ολημερίς, αφ' όταν ανατέλλει ο Υπερίων
ώσπου να βυθιστεί στη θάλασσα: και κάθε μέρα
θα κάνω αυτόν τον μόχθο, ώστε ξέκανε κι εσύ
τον Βιασμο και Φόνο εκεί.
ΤΑΜΟΡΑ
Αυτοί 'ναι οι υπουργοί μου και μ' ακολουθούν.
ΤΙΤΟΣ
Είναι υπουργοί σου; Ποια είναι τα ονόματά τους;
ΤΑΜΟΡΑ
Βιασμός και Φόνος. Λέγονται έτσι επειδή
παίρνουν εκδίκηση από ανθρώπους τέτοιου είδους.
ΤΙΤΟΣ
Καλέ Θεέ μου, πόσο μοιάζουνε με τους γιους
της ρήγισσας κι εσύ μ' αυτή την ίδια! Μα εμείς
οι κοσμικοί έχουμε άρρωστα, άθλια μάτια
που πλανώνται. Ω, γλυκιά Εκδίκηση! Τώρα έρχομαι
σε σένα. Κι αν το αγκάλιασμα μονόχειρα
σ' ευχαριστεί, μ' αυτό θα σ' αγκαλιάσω όσο μπορώ.

(Βγαίνει)

ΤΑΜΟΡΑ
Πάμε με τα νερά της τρέλας του. Ό,τι κι αν
μηχανευτώ να θρέψω τα τρελά του κέφια,
υποστηρίχτε το με όσα εσείς θα λέτε,
τι τώρα το 'χει σίγουρο πως είμ' η Εκδίκηση.
Κι έτσι όπως είναι μες στην τρέλα του ευκολόπιστος,
θα τονε κάμω να καλέσει εδώ το γιό του
τον Λούκιο. Κι ενώ θα τον κρατώ με ασφάλεια
σε γεύμα, θα 'βρω τέχνασμα έξυπνο και πρόχειρο
να διασκορπίσω τους λαφρόμυαλους τους Γότθους,
ή τέλος να τους κάμω εχθρούς του. Να τον, έρχεται,
κι ας βάλω μπρος το θέμα μου.

(Μπαίνει ο ΤΙΤΟΣ)

ΤΙΤΟΣ
Καιρό 'χω μείνει έρημος κι όλα για σένα.
Καλώς τη φοβερή Ερινύα στο πικρό μου σπίτι.
Βιασμέ και Φόνε, καλωσήρθατε και σεις.
Πως μοιάζετε με τη βασίλισσα και με τους γιους της!
Θα 'σαστε τέλειοι αν είχατε κι έναν αράπη.
Δε μπόρεσε όλος ο Άδης να σας βρει έναν τέτοιο διάολο;
Γιατί ήξερα ότι η ρήγισσα ποτέ δε βγαίνει
χωρίς να 'χει παρέα της έναν αράπη.
Και για να περπατήσετε σωστά τη ρήγισσά μας,
θα 'πρεπε να 'χατε έναν τέτοιο διάβολο.
Μα καλωσήρθατε όπως είστε. Τι θα κάνουμε;
ΤΑΜΟΡΑ
Τι θα 'θελες να κάνουμε, Ανδρόνικε;
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Δείξε μου έναν φονιά και θα τον κανονίσω.
ΧΕΙΡΩΝ
Δείξε μου έναν αχρείο που 'χει κάνει βιασμό
κι είμαι σταλμένος να τον τιμωρήσω.
ΤΑΜΟΡΑ
Δείξε μου χίλιους που να σ' έχουν αδικήσει
κι εγώ θα πάρω εκδίκηση απ' όλους τους.
ΤΙΤΟΣ
Κοίταξε γύρω στους μικρούς της Ρώμης δρόμους
κι όταν βρεις έναν όμοιό σου, καλέ μου Φόνε,
μαχαίρωσ' τον. Είναι φονιάς. Άντε και συ μαζί του.
Κι αν τύχει να 'βρεις άλλον όμοιον με σένα,
καλέ Βιασμέ μου, σκότωσ' τον. Είναι βιαστής.
Άντε κι εσύ μαζί και στην αυλή του ρήγα
είναι μια ρήγισσα με ακόλουθο έναν μαύρο.
Θα τη γνωρίσεις απ' το ίδιο σου σουλούπι,
γιατί πατόκορφα σου μοιάζει. Σε ικετεύω,
θανάτωσέ τους άγρια. Φερθήκαν άγρια
σε μένανε και στους δικούς μου.
ΤΑΜΟΡΑ
Καλά μας εδασκάλεψες. Αυτό θα κάνουμε.
Μα θα 'θελες καλέ μου Ανδρόνικε, να στείλεις
στον Λούκιο τον τρισάξιο γιο σου, που οδηγάει
κατά τη Ρώμη ένα λεφούσι πολεμόχαρους
Γότθους, για να του ειπείς να 'ρθεί για γεύμα σπίτι σου;
Όταν θα φτάσει εδώ, στο γλέντι σου το επίσημο,
θα φέρω εδώ και την Ταμόρα και τους γιους της,
τον βασιλιά τον ίδιον κι όλους τους εχθρούς σου,
και στο έλεός σου θα συρθούν γονατιστοί,
κι απάνω τους θα σβήσεις της καρδιάς σου την οργή.
Τι λέει ο Ανδρόνικος γι' αυτή μου την ιδέα;
ΤΙΤΟΣ
Μάρκο αδερφέ μου! Ο δόλιος Τίτος σε καλεί.

(Μπαίνει ο ΜΑΡΚΟΣ)

Πήγαινε, Μάρκο μου, στον ανιψιό σου Λούκιο.
Να ψάξεις να τον βρεις ανάμεσα στους Γότθους:
πες του να 'ρθεί σε μένα φέρνοντας μαζί του
καμπόσους απ' τους πρώτους αρχηγούς των Γότθων.
Πες να στρατοπεδέψει τον στρατό του εκεί
που είναι: πες του, ο βασιλιάς μαι και η βασίλισσα
είν' καλεσμένοι σπίτι μου και πως μαζί τους
θα 'ναι κι ο Λούκιος. Κάνε μου τη χάρη αυτή
κι αυτός να μου την κάνει, αν του γέρο πατέρα του
ψηφάει τη ζωή.
ΜΑΡΚΟΣ
Θα κάνω αυτό και θα γυρίσω γρήγορα. (Βγαίνει.)
ΤΑΜΟΡΑ
Πηγαίνω τώρα για να κάνω τη δουλειά σου
και παίρνω και τους υπουργούς μαζί μου.
ΤΙΤΟΣ
Όχι, όχι, άσε μου εδώ τον Βιασμό και τον Φόνο.
Αλλιώς καλώ τον αδερφό μου να γυρίσει πίσω,
κι αφήνω την εκδίκηση μόνο στον Λούκιο.
ΤΑΜΟΡΑ
(Ιδία στους γιους της.)
Παιδιά, τι λέτε; Μένετε μαζί του ωσότου
να πάω να ειπώ του αφέντη βασιλιά μου πως
εκανόνισα το αστείο που αποφασίσαμε;
Κάντε το κέφι του και καλοπιάστε τον,
κι απασχολήστε τον ωσότου να γυρίσω.
ΤΙΤΟΣ
(Ιδία.) Τους ξέρω εγώ κι ας με θεωρούν τρελό.
Και θα τους πιάσω μες στην ίδια τους παγίδα,
τα κολασμένα τα ζαγάρια και τη μάνα τους.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
(Ιδία στην ΤΑΜΟΡΑ.)
Κυρία, όπως σ' αρέσει. Κι άσε μας εδώ.
ΤΑΜΟΡΑ
Χαίρε Ανδρόνικε. Η Εκδίκηση πηγαίνει τώρα
να βάλει σχέδιο μπρος να πιάσει τους εχθρούς σου.

(Βγαίνει η ΤΑΜΟΡΑ.)

ΤΙΤΟΣ
Ξέρω πως θα το κάνεις. Χαίρε, Εκδίκησή μου!
ΧΕΙΡΩΝ
Γέροντα, πες μας, από μας τι χρειάζεσαι;
ΤΙΤΟΣ
Ου, έχω εγώ δουλειά αρκετή και για τους δυο σας.
Πούμπλιε, για ελάτε, Γάιε, Βαλεντίνε!

(Μπαίνουν ο ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ κ.λπ.)

ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ
Τι μας προστάζεις;
ΤΙΤΟΣ
Γνωρίζετε τούτους τους δυο;
ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ
Θαρρώ 'ναι οι γιοι της Ρήγισσας, ο Χείρων κι ο Δημήτρης.
ΤΙΤΟΣ
Ντροπή σου, Πούμπλιε, πολύ επλανήθης. Ο ένας
είναι ο Φόνος κι ο άλλος λέγεται Βιασμός.
Και γι' αυτό δεσ' τους, Πούμπλιε. Γάιε, Βαλεντίνε,
απάνω τους. Συχνά μ' ακούσατε που ευχήθηκα
για την στιγμή αυτή και τώρα να, τη βρίσκω.
Γι' αυτό δέστε τους σίγουρα και κλείστε τους
το στόμα, αν κάνουν πως φωνάζουν.

(Βγαίνει ο ΤΙΤΟΣ. Ο ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ κ.λπ. αρπάζουν τον ΧΕΙΡΩΝΑ και τον ΔΗΜΗΤΡΙΟ.)

ΧΕΙΡΩΝ
Κάτω τα χέρια αχρείοι! Είμαστε οι γιοι της ρήγισσας.
ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ
Γι' αυτό κι εμείς κάνουμ' αυτό που μας επρόσταξαν.
Βουλώστε τους το στόμα, να μη βγάλουν λέξη.
Τον έδεσες καλά; Δες να δεθούν σφιχτά.

(Ξαναμπαίνει ο ΤΙΤΟΣ με τη ΛΑΒΙΝΙΑ. Αυτή κρατώντας λεκάνη κι εκείνος μαχαίρι.)

ΤΙΤΟΣ
Έλα, Λαβίνια. Να, οι εχθροί που είναι δεμένοι.
Σεις κλείστε τους το στόμα, να μη μου μιλήσουν,
μόνο ν' ακούν τα τρομερά που θα προφέρω λόγια.
Ε, σεις κακούργοι, Χείρων και Δημήτρη, εδώ
στέκει η πηγή που τη λερώσατε με βούρκο,
το καλοκαίρι που έσμιξε με το χειμώνα σας.
Σκοτώσατε τον άντρα της και για το φαύλο αυτό
έγκλημά δύο αδέρφια της εθανατώθηκαν,
μου κόψανε το χέρι και το κάμαν μπαίγνιο.
Τα δυο χεράκια της, τη γλώσσα και το πιο ακριβό
από χέρια και γλώσσα, την άσπιλη αγνότητά της,
κακούργα χτήνη, με το ζόρι την εβιάσατε.
Τι θα λέγατε αν άφηνα να μου μιλήσετε;
αχρείοι, από ντροπή δεν θα ζητούσατε έλεος.
Ακούστε, αθλιοι, πως σκοπεύω να σας βασανίσω.
Μου 'μεινε το 'να χέρι αυτό για να σας κόψω
τα λαρύγγια, ενώ με τα κουλά της η Λαβίνια
θα κρατάει τη λεκάνη που θα υποδεχτεί
το αμαρτωλό σας αίμα. Ξέρετε, η μητέρα σας
έχει σκοπό να φάει μαζί μου, αυτοκαλείται
Εκδίκηση και με θαρρεί τρελόν. Ακούστε, αχρείοι.
Τα κόκαλά σας θα τ' αλέσω σκόνη, και μ' αυτή
και με το αίμα σας θα κάνω ζύμη. Κι απ' τη ζύμη
θ' ανοίξω φύλλο για να ψήσω δύο πίτες
με τα αισχρά κεφάλια σας. Και θα ειπώ στη σκρόφα,
την ακόλαστη μάνα σας, όπως η γη,
να χάψει το ίδιο της το γέννημα. Αυτό είν' το γλέντι
που την προσκάλεσα να 'ρθεί, κι αυτό το γεύμα
για να περιδρομιάσει. Κάνατε χειρότερα
στην κόρη μου απ' της Φιλομήλας και χειρότερα
θα εκδικηθώ απ' την Πρόκνη. Τώρα τα λαρύγγια σας
ετοιμάστε. - Λαβίνια, έλα να πιάσεις το αίμα.

(Τους κόβει τους λαιμούς.)

Κι αφού πεθάνουνε, τα κόκαλά τους σκόνη
ψιλή θ' αλέσω, και μ' αυτό το σιχαμένο υγρό
θα τη ζυμώσω. Και στη ζύμη αυτή θα βάλω
τα αισχρά κεφάλια τους για να ψηθούν. Εμπρός, εμπρός,
δουλεύτε πρόθυμα όλοι για το γεύμα αυτό, που θέλω
να 'ναι πιο άγριο και αιμοβόρο απ' το τσιμπούσι
των Κενταύρων. Και τώρα μέσα φέρτε τους, γιατί
θα γίνω μάγειρας, για να τους ετοιμάσω
για τη μητέρα τους που θα 'ρθει.

(Βγαίνουν κουβαλώντας τα κουφάρια.)




WILLIAM SHAKESPEARE
ΤΙΤΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, ΒΟΥΛΑ ΔΑΜΙΑΝΑΚΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Τα βάσανα της εξουσίας - William Shakespeare


ΕΡΡΙΚΟΣ
...Όλα τα φορτώνουνε στον βασιλιά! Λένε, «Η ζωή μου, η ψυχή μου,
τα χρέη μου, η δυστυχία της γυναίκας μου, τα παιδιά μου,
τα κρίματά μου: όλα πάνω στον βασιλιά!» Εγώ κι οι όμοιοί μου
πρέπει να τα φορτωνόμαστε όλα. Ω σκληρό καθήκον, αδέρφι
δίδυμο του βασιλικού μεγαλείου, κρίνεσαι από τις κουβέντες
κάθε ανόητου που νιώθει μόνο τον πόνο τον δικό του. Πόση
ψυχική αγαλλίαση που απολαμβάνουν οι κοινοί πολίτες
είναι αναγκασμένοι να στερούνται οι ηγεμόνες! Και τι παραπάνω
έχουν οι βασιλιάδες που να μην το έχουν οι κοινοί πολίτες,
εκτός από το κύρος που τους προσφέρει η θέση τους; Τι είδους
θεός είσ' εσύ που έχεις περισσότερα καθημερινά βάσανα από αυτούς
που σε λατρεύουν; Ποιο είναι τ' όφελός σου και ποιο το κέρδος σου;
Ω υψηλό αξίωμα, δείξε μου την αξία σου! Ποια είναι η αληθινή αξία
της λατρείας που σου δείχνουν; Τι άλλο είσαι βασιλιά εκτός από θέση,
αξίωμα και τύπος, και όλ' αυτά που φέρνουνε δέος και φόβο μέγα
στους ανθρώπους, ενόσω είσαι πιο δυστυχισμένος, εσύ που φοβούνται
από εκείνους που τους προκαλείς το φόβο; Μήπως δεν πίνεις
πιο συχνά το δηλητήριο της κολακείας αντί για το γλυκό πιοτό
του σεβασμού; Ω, τόλμα ν' αρρωστήσεις, μεγαλοπρεπέστατη εσύ
εξουσία και ζήτα από το αξίωμά σου να σε γιατρέψει! Νομίζεις
πως η φλόγα του πυρετού θα φύγει με τους τίτλους που φουσκώνει
η κολακεία; Υποχωρεί ποτέ ο πυρετός με γονυκλισίες και υποκλίσεις;
Μπορείς τόσο εύκολα όσο προστάζεις το γόνατο του επαίτη
να λυγίσει, να το διατάξεις να γιατρευτεί; Όχι, όνειρο υπερφίαλο,
που τόσο πανούργα παίζεις με την ανάπαυση του ηγεμόνα! Εγώ
είμαι βασιλιάς που ξέρω καλά τα κόλπα σου. Ξέρω πως ούτε
το βασιλικό χρίσμα, ούτε το σκήπτρο και η σφαίρα, το σπαθί,
η ράβδος, το αυτοκρατορικό στέμμα, η κεντημένη με χρυσάφια
και μαργαριτάρια στολή, οι πολυάριθμοι τίτλοι που συνωθούνται
μπροστά από τ' όνομα του ηγεμόνα, ο θρόνος όπου κάθεται,
η πλημμυρίδα της πομπής που φτάνει ως τις απώτατες ακτές
του κόσμου ετούτου, τίποτα απ' αυτά, μαζί με τις φαντασμαγορικές
τελετές, τίποτα απ' αυτά κι όλα μαζί αν τ' ακουμπήσεις στο κρεβάτι
του βασιλιά δεν μπορεί να του προσφέρει την αγαλλίαση του ύπνου
που απολαμβάνει ο τρισάθλιος δούλος που με κορμί χορτάτο
με ξερό ψωμί, αλλά με σκέψη ανάλαφρη, πέφτει για να ξεκουραστεί.
Για τον δούλο η νύχτα δεν είναι ποτέ φριχτή, δεν είναι γέννημα
της κόλασης, γιατί ο δούλος, απ' την ανατολή ως τη δύση, ιδρώνει
κάτω από το μάτι του Φοίβου κι όλη τη νύχτα αναπαύεται
στα Ηλύσια Πεδία. Και την αυγή σηκώνεται για να βοηθήσει
τον Υπερίωνα να ζέψει τ' άλογά του: αυτό κάνει κάθε μέρα
και κάθε χρόνο ο δούλος που εργάζεται για να επιβιώσει
ως τον τάφο του. Λοιπόν, αν εξαιρέσουμε το αξίωμα, εκείνος
ο τρισάθλιος ζει τις ημέρες του καλύτερα και είναι στην ουσία ανώτερος
από τον βασιλιά. Ο δούλος, όταν ζει σε χώρα με ειρήνη,
την απολαμβάνει και το χοντροκέφαλό του δεν μπορεί να καταλάβει
πόσα ξενύχτια περνάει ο βασιλιάς για να διατηρήσει την ειρήνη αυτή,
απ' την οποία ο άξεστος είναι αυτός που έχει το πιο μεγάλο όφελος.



William Shakespeare
ΕΡΡΙΚΟΣ Ο Ε'
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΡΡΙΚΟΣ ΜΠΕΛΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 2006

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Σονέτο Νο 15 – William Shakespeare



Όταν συλλογιστώ για κάθε τι που αυξαίνει
πως στην ακμή του στέκει μόνο μια στιγμή,
πως τούτη η θεόρατη σκηνή μόνο ίσκιους παρασταίνει,
που τ' άστρα τους σχολιάζουνε μ' επήρεια μυστική,

όταν θωρώ πως οι άνθρωποι σαν τα φυτά ωριμάζουν
με τη στοργή κι οργή του ίδιου αυτού ουρανού,
καυκιόνται οσά 'χουν νέους χυμούς, ακμάζουν, παρακμάζουν
κι η ωραία στολή τους πάει της λησμονιάς και του χαμού,

τότε, όταν πιάνει ο νους μου αυτή την άστατη σειρά,
στην όψη μου σε φέρνει νιότη πάμπλουτη,
κι ο χαλαστής ο χρόνος συζητάει με τη φθορά
να κάμει την αυγή σου νύχτα ζοφερή.

Μα εγώ για την αγάπη σου θα πολεμάω τον χρόνο,
κι ό,τι σου παίρνει αυτός εγώ θα σου το αναπληρώνω.


William Shakespeare
Σονέτα
Μετάφραση: Βασίλης Ρώτας, Βούλα Δαμιανάκου
Εκδόσεις Επικαιρότητα


Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

ΜΑΚΜΠΕΘ ΠΡΑΞΗ Β' ΣΚΗΝΗ 2 - William Shakespeare



Αυλή στον πύργο του Μακμπέθ

(Μπαίνει η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΜΠΕΘ)

Λ. ΜΑΚ. Ό,τι τους μέθυσεν, εμένα με άντρειεψε. Ό,τι
τους έσβυσεν, εμένα με άναψε. Άκου, σουτ!
ο γκιώνης στρίγγλισε ο απαίσιος νυχτοφύλακας,
λέει την πιο άγρια καληνύχτα. Είναι στο έργον:
είν' ανοιχτές οι πόρτες. Κι οι χορτάτοι ακόλουθοι
τα χρέη τους κοροϊδεύουν ροχαλίζοντας.
Τους κέρασα πιοτά που Χάρος και Ζωή μαλώνουν
αν είναι πεθαμένοι ή ζωντανοί.

(Μπαίνει ο ΜΑΚΜΠΕΘ)

ΜΑΚ. Ποιος είν' εκεί; Ε, τι 'ναι!
Λ. ΜΑΚ. Ωχού, ωχού! Φοβάμαι ξύπνησαν και τίποτα
δεν έγινε. Η απόπειρα, όχι η πράξη μας ξεκάνει.
Άκου! Τις κάμες τους τις είχα βάλει πρόχειρες:
δεν πάει να μην τις είδε. Αν δεν έμοιαζε με τον
πατέρα μου στον ύπνο του, θα το 'χα κάνει εγώ.
Άντρα μου!
ΜΑΚ. Την έκανα την πράξη. Άκουσες τίποτα;
Λ. ΜΑΚ. Άκουσα ο γκιώνης στρίγγλισε και τα τριζόνια τρίξαν.
Δεν μίλησες;
ΜΑΚ. Πότε;
Λ. ΜΑΚ. Τώρα.
ΜΑΚ. Καθώς κατέβαινα;
Λ. ΜΑΚ. Ναι
ΜΑΚ. Άκου!
Ποις πλάγιασε στην άλλη κάμαρη;
Λ. ΜΑΚ. Ο Ντόναλμπεν
ΜΑΚ. (Κοιτάζοντας τα χέρια του) Τι θέα θλιβερή!
Λ. ΜΑΚ. Αστεία σκέψη που είπες θέα θλιβερή!
ΜΑΚ. Ο ένας τους γέλασε στον ύπνο του κι ο άλλος φώναξε
«φονιάς». Κι ο ένας ξύπνησε τον άλλον. Στάθηκα, άκουα.
Είπαν ευκές και σιάχτηκαν να ξανακοιμηθούν.
Λ. ΜΑΚ. Εκεί πλαγιάζουν δυο μαζί.
ΜΑΚ. Ο ένας είπε: «Θε μου, βόηθα μας!» κι «αμήν» ο άλλος,
σάμπως να με είχαν δει και τούτα τα χέρια δήμιου.
Ακούγοντας τον φόβο τους δε μπόρεσα να ειπώ
«αμήν», όταν αυτοί είπαν «Θε μου, βόηθα μας».
Λ. ΜΑΚ. Μην τόσο τα ψιλολογάς.
ΜΑΚ. Όμως γιατί δε μπόρεσα να ξεστομίσω «αμήν»;
την πιο μεγάλη ανάγκην είχα για ευλογία
και το «αμήν» μου στάθη στο λαιμό.
Λ. ΜΑΚ. Δεν πρέπει αυτά που γίναν να τα συλλογιέται ο νους
με τέτοιον τρόπο: αυτό μπορεί να μας τρελάνει.
ΜΑΚ. Σαν ν' άκουα μια φωνή να κράζει: «Πάει ο ύπνος!
Ο Μακμπέθ σκοτώνει τον ύπνο, τον αθώον ύπνο,
τον ύπνο που μαντάρει τον φθαρμένον άγκωνα
της έγνοιας, θάνατο στης κάθε ημέρας τη ζωή,
λουτρό του πληγιασμένου μόχτου, μπάλσαμο του νου
του σαλεμένου, της μεγάλης πλάσης δεύτερο
φαΐ, το κύριο πιάτο στο τραπέζι της ζωής».
Λ. ΜΑΚ. Τι θες να πεις;
ΜΑΚ. Όλο φώναζε «Μην κοιμάστε πια!». Σ' όλο το σπίτι.
«Ο Γκλάμις σκότωσε τον ύπνο και γι' αυτό ο Κάουντορ
πια δε θα κοιμηθεί, ο Μακμπέθ πια δε θα κοιμηθεί!».
Λ. ΜΑΚ. Ποιος ήτανε που φώναζε έτσι; Μα μεγάλε θάνη,
σκορπάς την εξοχή σου αντρειά άμα σκέφτεσαι έτσι
μ' άρρωστον νου τα πράγματα. Άει, πάρε νερό και πλύνε
τούτο το λερό τεκμήριο απ' το χέρι σου. Γιατί
πήρες αυτές τις κάμες απ' τη θέση τους; Εκεί
πρέπει να μείνουν: πήγαινέ τες κι άλειψε αίμα
τα κοιμισμένα παλικάρια.
ΜΑΚ. Δεν ξαναπάω: τρέμω που σκέφτομαι το τι έκανα.
Για να το ξαναϊδώ δεν το τολμάω.
Λ. ΜΑΚ. Ανάπηρη βουλή! Δωσ' μου τις κάμες: οι νεκροί
και οι κοιμισμένοι σαν εικόνες είναι: του παιδιού
το μάτι τρέμει από ζωγραφισμένο διάβολο. Αν
τρέχει το αίμα του, θα βάψω των παιδιών τα μούτρα,
τι πρέπει να φανεί δικό τους το έγκλημα.

(Βγαίνει η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΜΠΕΘ. Ακούγεται από μέσα που χτυπούν)

























ΜΑΚ. Α, που χτυπούν; Πως έγινα κι ο κάθε κρότος
με σκιάζει; Α, τι χέρια είν' τούτα! Αχ, μου βγάζουν
τα μάτια! Θα ξεπλύνει του μεγάλου Ποσειδώνα
όλος ο ωκεανός το αίμα αυτό απ' το χέρι μου; Όχι,
μάλλον το χέρι τούτο μου τα πλήθια πέλαγα
θα βάψει κι από πράσινα θα γίνουν κόκκινα

(Ξαναμπαίνει η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΜΠΕΘ)

Λ. ΜΑΚ. Τα χέρια μου έχουνε το χρώμα σου, μα ντρέπομαι
να έχω καρδιά τόσο άσπρη.

(Χτυπούν από μέσα)

Ακούω που χτυπούνε
στη νότια μπασιά: πάμε στην κάμαρά μας.
Λίγο νερό μας καθαρίζει από την πράξη αυτή:
κοίτα τι εύκολο είναι! Η σταθερότητά σου
πια δε σ' ακολουθάει.

(Χτυπούν από μέσα)

Άκου! Ακόμα χτυπούν.
Βάλε τη νυχτικιά σου, μη χρειαστεί να βγούμε
και δείξουμε πως είμαστε άγρυπνοι. Μη χάνεσαι
τόσο ελεεινά σε στοχασμούς.
ΜΑΚ. Γνωρίζω τι έκανα, ω που να μη γνώριζα ποιος είμαι

(Χτυπούν από μέσα)

Ξύπνα τον Ντάγκαν, που χτυπάς: ω να μπορούσες!

(Βγαίνουν)


WILLIAM SHAKESPEARE
ΜΑΚΜΠΕΘ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ


Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΤΡΟ - William Shakespeare



(ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ – ΣΚΗΝΗ 1)

ΔΟΥΚΑΣ:         Ώστε έτσι, ελπίζεις χάρη από τον κύριο Άγγελο;
ΚΛΑΥΔΙΟΣ:     Το μόνο γιατρικό του δύστυχου είν' η ελπίδα:
                         ελπίζω στη ζωή κι είμαι έτοιμος για θάνατο.
ΔΟΥΚΑΣ:         Πίστευε απόλυτα στο θάνατο: η ζωή κι ο θάνατος
                        γίνονται τότε πιο γλυκά. Για τη ζωή
                        να σκέφτεσαι έτσι: αν σε χάσω, χάνω κάτι
                        που μόνον οι τρελοί το θέλουν. Μια πνοή είσαι
                        σκλάβα σε κάθε ουράνια επιρροή, που κάνει
                        την κατοικία σου τούτη που 'σαι μέσα να λυπάται
                        κάθε στιγμή. Είσαι μάλλον μπαίγνιο του θανάτου,
                        που όσο πασκίζεις να τον αποφύγεις, τόσο
                        και προς αυτόν τραβάς. Δεν είσαι ευγενικιά,
                        γιατί όλα τα καλά σου και οι βολές σου είχαν
                        βυζάστρα ταπεινή. Γενναία δεν είσαι διόλου:
                        φοβάσαι τη λιγνή απαλή δαγκάνα από 'να δόλιο
                        σκουλήκι. Η πιο καλή σου ανάπαψη είναι ο ύπνος
                        κι αυτόν συχνά τον προκαλείς. Σαν άξεστος φοβάσαι
                        τον θάνατο, που τίποτα δεν είναι παραπάνω.
                        Δεν είσαι η ίδια εσύ, γιατί σε αποτελούν
                        χιλιάδες μόρια, γέννημα της σκόνης. Ευτυχής
                        δεν είσαι. Γιατί πάντα επιθυμείς ό,τι δεν έχεις
                        κι ότι έχεις το ξεχνάς. Δεν είσαι σταθερή
                        γιατ' η όψη σου όλο αλλάζει αλλόκοτα, με το φεγγάρι.
                        Αν έχεις πλούτο είσαι φτωχιά, γιατί σαν γάιδαρος,
                        που η ράχη του λυγίζει φορτωμένη μέταλλο,
                        πας έναν δρόμο το βαρύ σου βιος κι ο θάνατος
                        σε ξεφορτώνει. Φίλο ούτ' ένανε δεν έχεις,
                        γιατί τα ίδια σου σπλάχνα που σε λεν πατέρα,
                        το χύμα απ' τα νεφρά σου τα ίδια, βλαστημάνε
                        αθριτικά, καταρροές, δερματικά, που δε σε
                         ξεκάνουν γλήγορα. Δε χαίρεσαι ούτε νιάτα
                         ούτε γεράματα, παρά κάτι σαν ύπνο
                         μετά το φαΐ, που και τα δυο τα βλέπεις όνειρο.
                         Γιατί όλη η νιότη σου η ευλογημένη, σαν να γέρασε,
                         ζητάει ελεημοσύνη απ' τα παράλυτα γεράματα.
                         Κι αν έχεις πλούσια γερατειά σου λείπει η θέρμη,
                         το νεύρο, ο έρωτας, το κάλλος για να κάνει
                         ευχάριστα τα πλούτη σου. Τι άλλο μένει
                         σ' αυτό που λέμε ζωή; Κι ωστόσο αυτή η ζωή
                         μέσα της κρύβει χίλιους θάνατους. Μα εμείς
                         φοβόμαστε το θάνατο που ισοπεδώνει
                        όλες αυτές τις ανισότητες.
ΚΛΑΥΔΙΟΣ:     Τα ταπεινά μου ευχαριστώ. Ζητώντας τη ζωή
                         σαν να ζητάω τον θάνατο. Κι όταν ζητάω τον θάνατο
                        βρίσκω ζωή: ας γίνει ό,τι γίνει.



William Shakespeare
ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΤΡΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΣΟΝΕΤΟ Νο 62 - William Shakespeare

Κρίμα αυταγάπης μ' έπιασε, ναρκισσισμού αμαρτία
μάτι, ψυχή μου, μέλη μου και κάθε μου μεριά
και για το κρίμα αυτό καμιά δεν είναι θεραπεία
γιατί έχει πιάσει μέσα μου, ριζώσει στην καρδιά.

Λέω πως δεν είναι τόσο ωραία μορφή σαν την δική μου,
ουδ' όψη τόσο φυσική, ουδέ φύση τόσο γνησία
και κανονίζω εγώ για μένα ο ίδιος την τιμή μου,
αφού είμαι απ' όλους σε όλα εγώ ανώτερος περίσσια.

Μ' αν ο καθρέφτης πράγματι μου δείξει τον εαυτό μου
δαρμένον, σπαραγμένον, με αργασμένην ηλικία,
διαβάζω ανάποδα ολωσδιόλου τον ναρκισσισμό μου:
εαυτός με τέτοιαν αυταγάπη θα 'ταν ειρωνεία.

Συ 'σαι (εαυτέ μου) που σε υμνώ για λόγου μου, με κάλλη
των ημερών σου βάφοντας των χρόνων μου το χάλι.




WILLIAM SHAKESPEARE
ΣΟΝΕΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, ΒΟΥΛΑ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ