Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SEBASTIANO CARACCIOLO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SEBASTIANO CARACCIOLO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ – SEBASTIANO CARACCIOLO



Δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε την Παράδοση ούτε να προσεγγίσουμε την μύηση δίχως την απαραίτητη στήριξη της παραδοσιακής νοοτροπίας και της παραδοσιακής μεθόδου.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της Εποχής του Σιδήρου, ιδιαιτέρως δε της «σύγχρονης εποχής», είναι ο ανθρωπισμός, από τον οποίο προέρχεται ο ορθολογισμός και ο συναισθηματισμός, ως η προσπάθεια της αποκαταστάσεως της τιτανικής παρανομίας.
Ο ανθρωπισμός, με την αξίωση να επαναφέρει όλα τα καθαρώς ανθρώπινα στοιχεία αποκλείοντας κάθε τι που είναι υπερανθρώπινο και υπερατομικό, υπήρξε το πρώτο αίτιο του ορθολογισμού του αρνουμένου κάθε υπερβατική αξία μέσα στο ανθρώπινο ον, καθιστώντας τον άνθρωπο μια κομματιασμένη οντότητα, περιστρεφόμενη καθ' ολοκληρίαν μέσα στην υλικότητα του σώματος και σε κάθε τι που μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της υλικής ζωής.
Γι' αυτόν τον λόγο, ο σύγχρονος άνθρωπος ζει, δίχως να γνωρίζει να πεθαίνει ή να αναγεννάται, μία ύπαρξη στερούμενη όλων εκείνων των στοιχείων που αντιπροσωπεύουν την πραγματική ουσία του.
Το υπαρξιακό δράμα του σύγχρονου ανθρώπου είναι το δράμα μιας μεγάλης ελλείψεως ικανοποιήσεως, μιας ανέλπιδης κρίσεως ταυτότητας, μιας βαθειάς αγωνίας, γιατί, την στιγμή κατά την οποία βρίσκεται μόνος με τον εαυτό του και θέλει να κάνει τον ισολογισμό των κατακτήσεων της δικής του ζωής, βρίσκει μονάχα ένα απελπιστικό κενό γεμάτο ψευδαισθήσεις.
Όμως, επειδή το παν υπεισέρχεται στο μεγάλο σχέδιο της θείας εκδηλώσεως, κατά καιρούς τα σπέρματα της αναγεννήσεως, που είναι διαρκώς παρόντα, βρίσκουν μέσα σε κάποιο άτομο γόνιμο έδαφος για να φυτρώσουν. Έτσι αρχίζει η σκληρή και δύσκολη αναζήτηση του θείου.
Όσοι αναζητούν, γνωρίζουν, ωστόσο, ότι οφείλουν να αναθεωρήσουν την νοοτροπία τους η οποία από ορθολογιστική πρέπει να καταστεί παραδοσιακή, προκειμένου να μπορέσουν να κατανοήσουν την Παράδοση και να αντιμετωπίσουν την μύηση με προδιατεθειμένο πνεύμα.
Η παραδοσιακή νοοτροπία είναι η νοοτροπία που διακρίνει το ουσιώδες από την υπερδομή.
Είναι η νοοτροπία του αρχαίου ανθρώπου που, όντας πλήρης και όχι κατακερματισμένος όπως ο σύγχρονος άνθρωπος, ένοιωθε να προσελκύεται από τον θείο κόσμο του γίγνεσθαι. Ο αρχαίος άνθρωπος θεωρούσε την Φύση ως ζώσα εκδήλωση της θείας Τάξεως, στις δε φυσικές δυνάμεις απέδιδε μια υπερβατική έννοια και ένα «όνομα» που υποδείκνυε μια ηθική και πνευματική αρχή.
Αντίθετα, ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί την φύση ως σύμπλεγμα πραγμάτων που τέθηκαν στην αποκλειστική υπηρεσία του, και γι' αυτό μπορεί να τα καταστρέφει κατά το δοκούν.
Η παραδοσιακή νοοτροπία είναι ο τύπος της νοοτροπίας που επιτρέπει να διεισδύσουμε στο Πνεύμα της ορατής Φύσεως για να κατανοήσουμε το Πνεύμα της αντίστοιχης αόρατης Φύσεως και να επιτελέσουμε την ενοποιό σύνθεση.
Η παραδοσιακή μέθοδος, που στηρίζεται στην αρχή της αντιστοιχίας και της αναλογίας, είναι εκείνη η πράξη που φέρνει στην επιφάνεια τον συμπαντικό χαρακτήρα ενός μύθου, ενός συμβόλου, μιας παραδοσιακής διδασκαλίας, και το μεταφέρει αναλογικά σε άλλους αντίστοιχους μύθους, σύμβολα και διδασκαλίες άλλων παραδόσεων, για να βεβαιώσει την παρουσία της πραγματικότητας της αρχετυπικής τάξεως που είναι προγενέστερη και ανώτερη από την οποιαδήποτε από τις ποικίλες διατυπώσεις που, αν και διαφέρουν μεταξύ τους, είναι παρά ταύτα, αντίστοιχες.
Αποτελείται από μια σύνθεση ως λειτουργία εκ των έσω που επαναφέρει τις διάφορες όψεις του ιδίου πράγματος ή περισσοτέρων πραγμάτων στην ενότητα αυτής τούτης της αρχής τους, από την οποία προέρχονται και εξαρτώνται, και στην συνειδητοποίηση του εσωτερικού δεσμού που τα ενώνει.
Η πολυαξία των συμβόλων είναι μια συνέπεια του νόμου της αντιστοιχίας. Οι πολλαπλές σημασίες των συμβόλων που ιεραρχικώς υπερτίθενται, όχι μόνο δεν αποκλείουν η μια την άλλη, αλλά δίνουν την έννοια της εγκυρότητας τους σε όλα τα πεδία εντός των οποίων εξετάζονται και με μια σφαιρική θέαση συμπληρώνονται και ακεραιοποιούνται μέσα στην αρμονία της συνθέσεως.

Η παραδοσιακή νοοτροπία τείνει πάντοτε να συνδέσει τα φαινόμενα του μικρόκοσμου με τα αντίστοιχα του μακρόκοσμου σε αρμονία με την αρχή της συμβιώσεως μεταξύ των δύο πόλων του Κόσμου. Πάντοτε δε η παραδοσιακή νοοτροπία είναι αυτή που μας κάνει να κατανοήσουμε πως ο εδώ κάτω κόσμος κινητοποιείται από τον άνω κόσμο και τανάπαλιν. Δίχως τέτοια νοοτροπία, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ουσία και τους μηχανισμούς του τύπου και τον ακατάλυτο δεσμό μεταξύ της θείας τάξεως και της ανθρώπινης τάξεως.
Για να μετατρέψουμε την ορθολογιστική νοοτροπία σε παραδοσιακή νοοτροπία, δεν αρκεί να χρησιμοποιούμε την παραδοσιακή μέθοδο. Επιβάλλεται επίσης και να ζούμε την Παράδοση (μύθους, σύμβολα, αλληγορίες κλπ.) sub specie interioritatis για να αναζητήσουμε και να κατανοήσουμε τα αρχέτυπα που εκδηλώνονται μέσα της. Επιβάλλεται, άρα, να διαλογιζόμαστε επί κάθε συμβόλου και επί κάθε μύθου, μέχρι την στιγμή που το σύμβολο και ο μύθος θα αποκαλύψουν το μυστήριο που περικλείεται μέσα τους και η συνειδητότητά μας θα υποστεί μια τροποποίηση.
Για να διευκολύνουμε περισσότερο την κατανόηση της παραδοσιακής νοοτροπίας, είναι καλό να διευκρινήσουμε τις έννοιες της Ενότητας και της Πολλαπλότητας.
Η έννοια της Ενότητας – Μονάδας είναι αυστηρώς μεταφυσική. Δεν ανάγεται στον αριθμό ένα (1) από τον οποίο προκύπτει ότι 1 + 1 = 2, και έπειτα 1 + 1 + 1 = 3 κ.ο.κ. Αναφέρεται απλώς το 1 + 1 = 1. Η Ενότητα – Μονάδα, που πρέπει να την ξεχωρίζουμε από την ενότητα, είναι το άπειρο Παν, είναι το «εν το παν», το οποίο, έχοντας μέσα του όλους τους αριθμούς, παραμένει πάντοτε Μονάδα κι αυτή η Μονάδα συν ο εαυτός της είναι πάντοτε ίση προς τον εαυτό της.
Η Μονάδα – Ενότητα είναι η φυσική αρχή, η πολλαπλότητα είναι η ποσοτική εκδήλωσή της.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι σε κάθε αριθμό κρύπτεται, εμφωλεύει, ολόκληρη, ακέραιη η Μονάδα, έτσι όπως μέσα σε κάθε πράγμα ζει η θεία αρχή.
Κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι απέκτησε την παραδοσιακή νοοτροπία αν δεν έχει συλλάβει (συν + λαμβάνω) την Μονάδα μέσα στον φαινομενικό διαφορισμό όλων των πραγμάτων κι αν δεν έχει καταστήσει αυτή την Μονάδα αρχή της ίδιας του της ζωής.
“Ο Θεός βρίσκεται στον ουρανό, στην γη σε κάθε τόπο” ας προσθέσουμε δε “και σε κάθε χρόνο”.
Η παραδοσιακή νοοτροπία αφυπνίζει τις αυθεντικές αξίες, που καταπατήθηκαν από τον επικρατούντα ηδονισμό, και τις επαναφέρει στο απόγαιο ως κανόνες ζωής που σημαδεύουν το άτομο που ποθεί την πραγματική μύηση.
Η νοοτροπία αυτή εκμηδενίζει την ηθική ως σύμπλεγμα ανθρωπίνων νορμών που διαστρεβλώθηκαν από την ιστορία και υπαγορεύθηκαν από τα ενδεχόμενα συμφέροντα, ενώ αφυπνίζει μέσα στο άτομο τις ηθικές αρχές που εξ' αρχής έφερε μέσα του ο Άνθρωπος.




SEBASTIANO CARACCIOLO
Η ΕΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ALDEBARAN
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

ΠΑΡΑΔΟΣΗ – SEBASTIANO CARACCIOLO



Πολλοί συγχέουν την Παράδοση με τα ήθη και τα έθιμα που αποτελούν επαναλήψεις συμπεριφορών που συνδέονται με ιστορικά περιστατικά και εθνικές καταστάσεις όπου το υπερβατικό στοιχείο δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο, αφού, άλλωστε, μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο.
Παράδοση είναι αυτό το σύμπλεγμα αιωνίων αρχών – αξιών υπεράνω του χρόνου και του χώρου που είναι πάντοτε και παντού σύγχρονες και αμετάβλητες. Αυτή είναι μοναδική και συμπαντική, έστω και εάν στους διάφορους λαούς εκδηλώθηκε με παραλαγές και με επικατασκευές που προήλθαν από την ιδιαιτερότητα των φυλών, των λαών, των ατόμων.
Ας διακρίνουμε, ωστόσο, τις Παραδόσεις των διαφόρων λαών από την Μοναδική Παράδοση. Τούτη αναβλύζει δρέποντας από τις διάφορες Παραδόσεις τα συνεχή και συμπαντικά, αμετάβλητα στοιχεία της ουσίας τους, που αποτελούνται από θέματα και σημασίες που είναι συνεχώς παρόντα και επανασυνδέονται με μια και μοναδική Γνώση, προγενέστερη και ανώτερη από τον προϊστορικό άνθρωπο, με χαρακτήρα υπερβατικό και με ουσία μέσα στην οποία είναι εγγενής η ιερότητα των θείων πηγών και των απόλυτων αξιών.
Η Παράδοση είναι καρπός του Πνεύματος του Ανθρώπου. Δεν είναι παράγωγο της ανθρώπινης σκέψεως, είναι, αντιθέτως, μια εκ των άνω Γνώση, μια ρυθμική δόνηση σε αρμονία με τις ρυθμικές δονήσεις του Κόσμου. Υπάρχει, όντως, μεταξύ του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου μια αδιαχώριστη σχέση ομοιότητας και συμβιώσεως.
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ουσία της Παραδόσεως, είναι ανάγκη να αναλύσουμε μύθους, διηγήσεις και σύμβολα συλλέγοντας τις βαθύτερες σημασίες τους αφού προηγουμένως ξεκαθαρίσουμε το πνεύμα τους από τις εθνικές, λαϊκές, λογοτεχνικές, ιστορικές και ατομικές προκαταλήψεις, για να τις εσωτερικεύσουμε κατόπιν, έκφραση δε των θεμάτων τους είναι αυτή τούτη η Παράδοση.
Η Αρχή, η Πτώση, οι Τέσσερις Εποχές, η έκδηλη Ιερότητα του Τύπου, η Θειότητα του Ανθρώπου, η Μύηση, η Παραδοσιακή Νοοτροπία, αυτά είναι τα θέματα που μου φαίνονται ως τα πιο σημαντικά.
Για την Παράδοση, δεν είναι δυνατόν να καταστρώσουμε μια χρονολόγηση με διαδοχή ημερομηνιών με τις οποίες συνδέονται συγκεκριμένα γεγονότα, διότι, όπως είπαμε, αυτή προέκυψε κατά τις απαρχές του ανθρώπου και, όντας καρπός του πνεύματος του και όχι της σκέψης του, συνδέεται με την εσωτερική θειότητά του.
Όταν μιλάμε για την Παράδοση, δεν είναι δυνατόν να μιλήσουμε αφηρημένα ή για τα γενικά χαρακτηριστικά των διαφόρων πολιτισμών που εμφανίστηκαν πάνω στον πλανήτη, άλλες φορές διαδοχικά, άλλες φορές ταυτόχρονα, που χαρακτηρίζονται από μια μεταφυσική επαφή με τον θείο κόσμο και που εκδηλώνονται στην εμπειρία του χρόνου περισσότερο ως ρυθμός παρά ως χρονολογία.


SEBASTIANO CARACCIOLO
Η ΕΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΣΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ALDEBARAN
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

ΠΑΡΑΔΟΣΗ και ΜΥΗΣΗ - Sebastiano Caracciolo




Αντιγραφή από το Site www.misraimmemphis.gr

Οι Διδάσκαλοι του παρελθόντος, μας δίδασκαν και μας προέτρεψαν οτι προκειμένου να κατανοήσουμε τον παραδοσιακό κόσμο σε όλες του τις θρησκευτικές εμπλοκές της κατανόησης του Θεού, της ιερότητας, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και θεότητας, τωντύπων κλπ., είναι αναγκαίο να έχουμε προηγουμένως αποκομίσει την παραδοσιακή νοοτροπία, χωρίς την οποία κάθε νόημα θα είναι αναπόφευκτα διαστρεβλωμένο.
Επαναλαμβάνουμε, ωστόσο, οτι η παραδοσιακή νοοτροπία είναι εκείνη του αρχέγονου ανθρώπου που είχε την γνώση οτι ο Θεός είναι η πηγή όλων των πραγμάτων στα οποία ήταν παντοτινά παρών. Το όλον, λοιπόν, ήταν ιερό: ιερή η πέτρα, ιερό το φυτό, ιερό το ζώο, ιερός ο άνθρωπος.
Για τον αρχαίο άνθρωπο δεν υπήρχε αποκατάσταση συνέχειας μεταξύ του μεταφυσικού και του φυσικού κόσμου. Ο άνθρωπος μιλούσε με τα φυτά, με τα ζώα, με τους ανθρώπους και ακόμη με τον Θεό, κατανοώντας οτι ανάμεσα στις διάφορες δημιουργίες και ανάμεσα σε αυτές και στον Θεό υπήρχε μία διαφορά διαβάθμισης, όπως εκείνη που υπάρχει μεταξύ του μέρους και του όλου, ή καλύτερα, μεταξύ της εικόνας και της αντανάκλασής της.
Ο Παραδοσιακός κόσμος, μνημονεύεται ακόμη μεταξύ των άλλων, από το βασικό χαρακτηριστικό της παρουσίας όντων, ιδιαιτέρως χαρισματικών, κατόχων μιάς πνευματικής ανωτερότητας ως θεία όντα προσκεκλημένα από την Πρόνοια για να ενσαρκώσουν την θεία αρχή στο ιστορικό πεδίο.
Στην εποχή του χρυσού, αυτά τα ιδιαίτερα όντα ήσαν οι Βασιλείς-Ιερείς, οι Ποντίφηκες της παράδοσης, που ήσαν εκείνοι οι οποίοι έκαναν γέφυρα μεταξύ των δύο ακτών της ζωής, δηλαδή μεταξύ της τάξης του θείου πεδίου και της τάξης του υλικού πεδίου. Δια μέσου του τύπου που αυτοί λειτουργούσαν, στον οποίο ο λαός συμμετείχε, ακτινοβολούσαν στους άλλους την θεία ύπαρξη, αναβλύζουσα από την σοφία τους και την ευφυία τους, και οργάνωναν την ατομική και συλλογική ζωή, διατηρώντας ενεργές, σε κάθε μέλος της κοινότητας, τις αιώνιες και αναλλοίωτες αξίες, αναγκαία στηρίγματα για την αφύπνιση της θειότητας σε κάθε άτομο.
Η βασιλική Θειότητα, χαρακτηριστικό του Βασιλέα-Ιερέα, ήταν ένα πραγματικό και ιδιαίτερο καθεστώς ιερής συνείδησης, η οποία, ήταν αναγνωρίσιμη, έτσι απλά, από τα μεμονωμένα άτομα και όλη την κοινωνία. Το αξίωμα της ισχύος, δεν είχε δημιουργηθεί από ένα ευκαιριακό δυναμισμό ή μία επικράτηση, αλλά εξαιτίας φυσικής γέννησης. Ο Βασιλέας-Ιερέας θεωρείτο ως ένα ηλιακό ον το οποίο, όπως ο ήλιος, προέβαλε όλες τις ευεργετικές επιδράσεις του στους ανθρώπους και σε όλη τη γη.
Μπορούμε να θεωρήσουμε τους Βασιλείς-Ιερείς ως εκείνους που έδωσαν εκπόρευση στις βασιλικές κάστες, που μετέδιδαν από πατέρα σε γυιό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους,αυτών που είχαν συνείδηση της θείας καταγωγής τους. Σύμφωνα με την πρωταρχική παράδοση, δεν υπήρχε καμμία διαφοροποίηση μεταξύ της ιερής και Τυπικής (σημ.μετ.: με την έννοια του Τύπου, ρυθμού [rite] ) ισχύος του Ποντίφηκα, και της ισχύος της απαραίτητης για την διακυβέρνηση της κοινωνίας. Ηταν απολύτως φυσικό οτι ο Βασιλέας-Ιερέας περιέκλειε εντός του τις σημασίες των συμβόλων της πολικότητας, της αποφασιστικότητας και της επικεντροποίησης.
Ο Βασιλέας-Ιερέας, λειτουργούσε στην κοινωνία δια μέσου των παραδοσιακών αρετών που κατείχε και ήσαν αναγνωρίσιμες, ως τέτοιες. Με το πέρασμα από την εποχή του χρυσού στην εποχή του αργύρου, και κατόπιν στην εποχή του χαλκού, τέλος δε στην εποχή του σιδήρου, την οποία αυτήν την στιγμή διανύουμε, άνθρωποι με το χάρισμα του Βασιλέα-Ιερέα, εκλίπουν όλο και περισσότερο, μέχρι την ολοκληρωτική απώλειά τους κατά την εποχή του σιδήρου.
Ηρθαν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι συνέλεξαν την παρακαταθήκη των Βασιλέων-Ιερέων. Αυτοί αναζήτησαν και συνέλεξαν τους αρχαίους Τύπους (σημ.μετ.: με την έννοια του Τύπου, ρυθμού [rite]), διαβιβασμένους παντού σχεδόν προφορικά και, επομένως, λίγο μετασχηματισμένους σε σχέση με τους αυθεντικούς. Τους έφεραν στην επιφάνεια ως αναγκαία μέσα για να αφυπνίσουν και να ανακαλέσουν, σε αυτούς που ήσαν άξιοι και με επίκτητα χαρακτηριστικά στην διαδρομή των γενεών, τα προνόμια και τις ισχείς του πνευματικού μεγαλείου.
Αυτοί οι Τύποι ήσαν αυτοί που λειτούργησαν στην Αίγυπτο με την μέθοδο της μύησης. Με αυτήν την μέθοδο για χιλιετίες, τουλάχιστον μέσρι την ΧVΙΙΙ Αιγυπτιακή Δυναστεία, δηλαδή γύρω στα 1300 π.Χ. ο Φαραώ, ή ένας ιερέας εντεταλμένος από εκείνον, λειτουργούσε τους Τύπους. Μέχρι εκείνη την εποχή, η εξουσία των ιερέων ήταν μόνο η αντανάκλαση της βασιλικής εξουσίας.
Είναι απαραίτητο να διευκρινήσουμε οτι η βασιλική μυητική μέθοδος, πέραν των προσευχών, αποτελείτο από μία πράξη Τυπική, πράξη αναζήτησης της “αλήθειας”, sub specie interioritatis(σημ.μετ.: δια της εσωτερικής αναζήτησης ).
Ενώ στον παραδοσιακό κόσμο της εποχής του χρυσού το πνευματικό μεγαλείο εκδηλωνόταν δια της φυσικής γέννησης, ακολούθως στις άλλες εποχές (αργύρου, χαλκού, σιδήρου), προκειμένου να προσχωρήσει κανείς στο πνευματικό μεγαλείο, απαιτείτο η μύηση που επέτρεπε (και επιτρέπει ακόμη σήμερα) την πραγματοποίησή της με δοκιμασίες, θυσίες και ειδικά Τυπικά.
Στην αρχαία Αίγυπτο, ο Φαραώ επανελάμβανε τον Θυσιαστικό Τύπο του Οσίριδος, που ενδυνάμωνε εντός του την θεία φύση, ή την εγκαθιστούσε όπου δεν είχε συγγενοποιηθεί εξ’αίματος από προηγούμενο Φαραώ. Ακόμη και στην Ελληνική παράδοση, η μύηση εγκαθίστατο μέσω Τύπων που υπηρετούσαν την εγκατάσταση στον μυούμενο του πνευματικού μεγαλείου, αναγνωρίζοντάς σε αυτό την εγκόσμια και πνευματική ισχύ του.
Η μύηση είναι μία πράξη Τυπική, ιερή, η οποία, ενώ υποδηλώνει την αρχή μιάς νέας ζωής, είναι μία πνευματική επίδραση που, ανακαλούμενη μέσω του Τύπου, γονιμοποιεί, μέσω του μυητή, τον μυούμενο και τον τοποθετεί σε μία ατραπό στην οποία, διαμέσου της υπέρβασης των δοκιμασιών και των επακόλουθων κατακτήσεων επιπέδων συνείδησης όλο και πιο υψηλών, τον φέρνει στην γνώση του εαυτού και κατόπιν, στην κατάκτηση των ανωτέρων επιπέδων του πνεύματος και στην καθαρή διανοητικότητα. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτό, απαιτείται ένας μυητής νόμιμος και αυθεντικός, ένας Τύπος νόμιμος και αυθεντικός, και ένας μυούμενος εξοπλισμένος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Η νομιμότητα του μυητή προκύπτει από το νόμιμο και κανονικό πέρασμα της μεγαλειώδους ισχύος από τον προκάτοχο, εκτός των εσωτερικών ιδιαιτέρων ικανοτήτων που έχουν αξιοποιηθεί σε μία ζωή αφιερωμένη ολικά στην μυητική τάξη. Η αυθεντικότητά του προκύπτει από την παραδειγματική του ζωή, από την συμπεριφορά του, από το ιδιαίτερο χάρισμα που υπολογίζεται πάνω απ’όλα στην βάση των πράξεών του και, σε κάτι άδηλο που δεν είναι αυτού του κόσμου αλλά προέρχεται από άλλους κόσμους.
Η νομιμότητα και αυθεντικότητα του Τύπου έχουν αποτυπωθεί από την αρχαιότητα και την παραδοσιακή γραμμή του οργανισμού που τον διατηρεί, από τους δεσμούς του με τα επιλεγμένα επίπεδα από τα οποία προέρχεται και δια μέσου των οποίων διευθύνεται, από την καθαρότητα και του οργανισμού και του συγκεκριμένου Τύπου και επιπλέον από την διασύνδεσή του με την παράδοση. Εάν ένα μόνο στοιχείο νομιμότητας και αυθεντικότητας εξέλιπε, θα είμασταν στο βέβηλο επίπεδο με τις επακόλουθες συνέπειες.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μυούμενου αποτυπώνονται από την δύναμη της επιθυμίας του για γνώση, από την επιρρέπειά του να αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες, από την κατανόηση της αναγκαιότητας απελευθέρωσης του φωτός της παράδοσης κατόχου αιώνιων και αμετάβλητων αξιών.

ΑΝΔΡΙΚΗ ΜΥΗΣΗ και ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΜΥΗΣΗ
«Και ο Θεός έκανε τον άνθρωπο και τον έκανε άνδρα και γυναίκα». Όλη η παράδοση
βεβαιώνει αυτήν την αλήθεια και εμείς δεν μπορούμε παρά να εκκινήσουμε από αυτήν την ακλόνητη και αδιαφιλονίκητη αλήθεια. Εάν αυτή η διαβεβαίωση είναι αληθής, όπως εμείς πιστεύουμε, δεν μπορούμε να μην θεωρήσουμε πλήν των άλλων, οτι ο άνθρωπος-άνδρας και ο άνθρωπος-γυναίκα δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα, ακόμη και εάν ήσαν πρώτα ενωμένοι και μετά διαχωρισμένοι.
Ωστόσο, μιλώντας για την μύηση, ως οδό για την απελευθέρωση από τις ανθρώπινες
συνθήκες και την επιστροφή στην πηγή, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την διαδρομή των συμβάντων που αφορούν την μία και την άλλη ύπαρξη και ακόμη τις αφορούν. Ιδιαιτέρως οφείλουμε να εξετάσουμε τον μύθο της «πτώσης» που από το καθεστώς του παραδείσου τις έστειλε στο γήϊνο καθεστώς.
Εξιστορείται στην Βίβλο ,το ιερό βιβλίο της δυτικής παράδοσης, που εμβαθύνει τις ρίζες μας της αιγυπτιακής παράδοσης και μετά της εβραϊκής, οτι ο Θεός, αφού έφτιαξε τον Αδάμ-Κάδμον, το Ανδρόγυνο, φύτεψε κήπο στην Ανατολή (Εδέμ) και τον έβαλε να τον φρουρεί, βεβαιώνοντάς τον οτι μπορεί να φάει από όλα τα δένδρα που βρισκόντουσαν εκεί. Του υπέδειξε ένα δένδρο που ίστατο στο κεντρο της Εδέμ, και τον διαβεβαίωσε οτι ήταν το δένδρο της γνώσης και οτι εάν έτρωγε από αυτό θα πέθαινε.
Με αυτήν την πληροφορία έδωσε στον Ανδρόγυνο την εξουσία της επιλογής, την
επονομαζόμενη ελεύθερη βούληση, από την στιγμή που του έβαλε το δίλημα της απόφασης.
Ο Ανδρόγυνος (ο Αδάμ-Εύα), έως ότου παρέμενε με αυτήν την μορφή, καλοκοίταζε την κατανάλωση του καρπού αυτού του δένδρου. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, όμως, ίσως προκειμένου να ξεκινήσει το σχέδιό Του, ο Θεός χώρισε το Ανδρόγυνο σε δύο όντα που το αποτελούσαν, τον άνδρα και την γυναίκα, Αδάμ και Εύα, δίδοντας στο ένα τα ανδρικά χαρακτηριστικά και στο άλλο τα θηλυκά χαρακτηριστικά.
Φυσικά, παρέμεινε πάντα σε ισχύ η πληροφορία για το δένδρο της γνώσης που είχε δοθεί στον Ανδρόγυνο. Είναι προφανές οτι κατά την στιγμή του διαχωρισμού, η αυθεντική ισορροπία της ενότητας του Αδάμ-Κάδμον κλονίσθηκε, το Ενα έγινε Δύο. Η ενότητα δεν ήταν πλέον ίδια, το καθένα από τα δύο μέρη ένοιωθε την έλλειψη αυτού που ήταν το άλλο, προκαλώντας μία αμοιβαία έλλειψη και μία αμοιβαία έλξη.
Τα δύο όντα, προερχόμενα ωστόσο από το ίδιο υλικό, είναι μεταξύ τους διαφορετικά στην αντίστοιχη συμπληρωματική λειτουργία. Είναι δύο διαφορετικές όψεις (άρρεν και θήλυ) όμως ωστόσο αδελφικές ενός ενιαίου πράγματος (ο άνθρωπος). Όπως ήδη προείπα, το ένα εφοδιασμένο με ανδρικά χαρακτηστικά δραστικότητας, σταθερότητας, αταραξίας κλπ. είναι ο κάτοχος της ενέργειας/δράσης ενώ το άλλο, εφοδιασμένο με θηλυκά χαρακτηριστικά θυσίας, ελέους, ενόρασης, είναι κάτοχος της αφιέρωσης.
Ασφαλώς ο Θεός γνώριζε ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα της εξέλιξης του προβλήματος που είχε βάλει στους δύο και άλλο τόσο ασφαλώς ο Θεός είχε προετοιμάσει για αυτούς το πεδίο για το οποίο εμείς τίποτα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, ούτε τον τρόπο ούτε το αποτέλεσμα.
Μπορούμε, ίσως, να το διαισθανθούμε. Η Εύα, ωθούμενη από την ματαιότητα και την έπαρση, ορμώμενα από την οφειοειδή της ισχύ, έφαγε τον καρπό, αλλά δεν συνέβη απολύτως τίποτα... Και τίποτα δεν θα μπορούσε να συμβεί αφού η Εύα δεν ήταν κάτοχος της ενέργειας/δράσης.
Προκειμένου να ικανοποιήσει τη ματαιότητα και την έπαρσή της, η Εύα έπραξε ένα αδίκημα, διαπράττοντας βεβήλωση με την πραγματοποίηση μιας πράξης χωρίς να έχει την επίγνωση αυτής της πράξης της. Με την συλλογή του καρπού και την κατανάλωσή του, η Εύα υποκαταστέστησε τον εαυτόν της ως Αδάμ που ήταν ο κάτοχος της ενέργειας/δράσης και της απόφασής της, και αυτό το έκανε υποκινούμενη από τον Οφι.
Αφού έφαγε τον καρπό και διαπίστωσε οτι τίποτα δεν συνέβη, η Εύα παρότρυνε τον Αδάμ να φάει με την σειρά του. Ο Αδάμ, που για μεγάλο διάστημα, ήταν σε καθεστώς Ανδρογυνείας, ακόμη και μετά τον διαχωρισμό, δεν αισθάνθηκε σε θέση να αποφασίσει εάν θα έπρεπε να φάει τον καρπό ή όχι διότι βρισκόταν σε απόλυτη άγνοια του τί είναι η Γνώση και του τί είναι ο θάνατος. Ετσι αφέθηκε να αποπλανηθεί από την Εύα και έφαγε με την σειρά του.
Συμπερασματικά, ο μύθος μας δείχνει οτι και η Εύα και ο Αδάμ ήσαν ανεπαρκείς στην χρήση του δικαιώματος επιλογής. Και οι δύο αστόχησαν. Για λογαριασμό της ματαιότητας και της έπαρσης η Εύα, και για λογαριασμό της άγνοιας και της εικασίας ο Αδάμ. Ο Αδάμ, ο οποίος δεν εγνώριζε οτι η Γνώση είναι μία όψη της Παγκόσμιας Ισχύος, του αιώνιου θηλυκού, και που δεν παραχωρείται από μία εσφαλμένη επιλογή αβασάνιστα, και που επιθυμεί να είναι κατακτηθείσα με αγάπη και θάρρος.
Μόλις ο Αδάμ δάγκωσε τον καρπό, συνέβη ένα γεγονός θαυμαστό: και εκείνος και η Εύα «άνοιξαν τα μάτια τους», δηλαδή έλαβαν τη Γνώση της ολόλητάς τους. Ο Θεός, όμως, που τα πάντα είχε προβλέψει, έβαλε σε αυτούς δέρμα (το φυσικό σώμα), το οποίο δέρμα, εκτός του ότι έκανε αδιαφανές εντός τους το ληφθέν φως, τους έκανε και αισθάνθηκαν βαρείς, και σαν τέτοιοι, αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν το καθεστώς του παραδείσου προκειμένου να εισέλθουν στο βαρύ γήϊνο καθεστώς.
Ο Θεός εμπιστεύθηκε σε καθένα από τα δύο όντα μία ιδιαίτερη αποστολή: στον Αδάμ έδωσε την οδό της δράσης, της εργασίας με θυσία, και στην Εύα την οδό της αφοσίωσης και της θυσίας μέσω της τεκνοποίησης. Για να γίνει σαφής η αποστολή που ο Θεός υπέδειξε στα δύο όντα, ο μύθος βεβαιώνει οτι ο Θεός έβαλε τον Αρχάγγελο Μιχαήλ με την πύρινη ρομφαία να φυλάει το δένδρο της αθανασίας για να αποτρέψει τον Αδάμ και την Εύα να πλησιάσουν και να φάνε τους καρπούς.
Αυτό, προμηνύει οτι ο Αδάμ και η Εύα μπορούν να πλησιάσουν στο δένδρο της ζωής, αλλά βεβαίως όχι αμέσως διότι πρώτα πρέπει να ζήσουν την θυσιαστική εμπειρία των γενεών διαμέσου του φυσικού θανάτου και να αποκομίσουν με αγνότητα και τιμή την πλήρη κατάκτηση της Γνώσης, περνώντας από το γήϊνο καθεστώς στο καθεστώς του Παραδείσου.
Με την πτώση από το καθεστώς του παραδείσου στο γήϊνο καθεστώς, Αδάμ και Εύα όχι μόνον έκαναν αδιαφανές το διανοητικό και μνημονικό τους χάρισμα, αλλά ανέμειξαν τα πολύτιμα χαρακτηριστικά τους με το φυσικό σώμα.
Από αυτό προκύπτει η μόλυνση της ανθρώπινης σύνθεσης, ανάμεσα στις παραμένουσες και ποθητές αναμνήσεις του θείου κόσμου και τις δελεαστικές και παραπλανητικές του υλικού κόσμου.
Αποστολή του άνδρα και της γυναίκας στην γη είναι εκείνη της κατάκτησης της Γνώσης δια μέσου μιας ζωής με αγκάθια εμποδίων, με βάσανα, η υπερπήδηση των οποίων θα επιφέρει μία κάθαρση που θα μειώσει όλο και περισσότερο την εμπλοκή του γήϊνου πεδίου προς δόξανμιας επιλογής όλο και πιο εδραιωμένης, στο θείο πεδίο.
Η παράδοση μας υποδεικνύει, οτι τα δύο όντα μαζί «έπεσαν» από την Εδέμ και μαζί οφείλουννα επιστρέψουν. Δεδομένου του οτι η οδός της επιστροφής θα διευκολυνθεί, και θα καταστεί δυνατή διαμέσου του Θυσιαστικού Τύπου της μύησης, αμφότεροι οφείλουν να μυηθούν, το καθένα σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του. Είναι απολύτως διεστραμμένο να σκεφτόμαστε και να βεβαιώνουμε οτι μονάχα το ανδρικό φύλο μπορεί να προσεγγίσει την μύηση και όχι και η θηλυκή δημιουργία.
Στους αρχαίους χρόνους, όταν οι μυημένοι ήσαν συγχρόνως και ιερείς, η μύηση γινόταν και στους άνδρες και στις γυναίκες. Ο Βασιλέας-Ιερέας, κάτοχος της μεταδοτικής ισχύος, έδιδε την μύηση, σε όσους ήσαν προετοιμασμένοι και έτοιμοι να την λάβουν.
Οι άνδρες ήσαν ιερείς ενός Θεού ή μιάς θεάς και λειτουργούσαν τον Τύπο, ενώ οι γυναίκες ήσαν οι ιέρειες με αποστολή να διατηρήσουν να διαφυλάξουν και να προετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα του Τύπου.
Όπως ήδη είπαμε, γύρω στα 1300 π.Χ., μετά από προετοιμασία, αργή και προοδευτική, ωρίμασε η εξέγερση της κάστας των ιερέων ενάντια στην βασιλεία με επακόλουθο τον διαχωρισμό των δύο καστών.
Όπως συμβαίνει σε όλα πράγματα αυτού του κόσμου, μπορούμε να αντιληφθούμε οτι σε κάθε απόσχιση οι αιτίες είναι πολλαπλές. Οι αιτίες που παρουσιάζονται άμεσα είναι σχεδόν πάντα ιδεολογικές, όμως εμβαθύνοντας την εξερεύνηση, ανακαλύπτεται οτι υπάρχουν επίσης, και κυρίως, οικονομικές αιτίες, και αιτίες καταχραστικού χαρακτήρα οι οποίες ωριμάζουν με τον καιρό, λίγο λίγο την φορά, μέχρις ότου αποσαφηνισθεί το διασπαστικό γεγονός.
Πράγματι, η κάστα που νίκησε ήταν αυτή των ιερέων που βάσισαν την δράση τους στην εγκατάσταση του αξιώματός τους και βασικά στον σεβασμό που εμπνεόταν από την θεία φύση, η σχέση με την οποία έπρεπε να συντελεσθεί δια μέσου της μεσολάβησης των ιερέων.
Ενώ από την άλλη, η νικημένη κάστα, εκείνη των μυημένων, συνέχισε να βασίζει την
λειτουργία της στην αναζήτηση της αλήθειας, sub specie interioritatis (σημ. μεταφρ.: δια της εσωτερικής αναζήτησης), δια μέσου του Τύπου, ως απαραίτητη δράση για την μεσολάβηση των επικληθέντων δυνάμεων, καθώς επίσης για την απευθείας σύνδεσή με τον Θεό, Πατέρα όλων των δημιουργημάτων.
Το αρνητικό στοιχείο αυτής της μάχης δεν συνίστατο τόσο στον διαχωρισμό των δύο
καστών, όσο στην καταδίωξη που επεφύλαξε η νικηφόρα ομάδα των ιερέων στους χαμένους, οι οποίοι για κάποιες χιλιετίες ήσαν αναγκασμένοι να κρύβουν με κρυπτογραφήματα τα μυστικά των διδασκαλιών τους, καθώς επίσης και να συγκαλύπτουν τις οργανώσεις τους με διαφορετικές ονοματολογίες, μερικές φορές δε και αστείες: η αλχημική γλώσσα καθώς εκείνη του έμπειστου εραστή είναι καθαρά παραδείγματα αυτής της συγκάλυψης όπως τα παράξενα ονόματα που χρησιμοποιήθηκαν επί αιώνες για την συγκάλυψη Πυθαγόρειων Ακαδημιών.
Η ιερατική κάστα για αιώνες έγινε μοχλός για το γυναικείο στοιχείο, (το οποίο έχει
περισσότερη τάση προς την εμπιστοσύνη, τα θαύματα, τις προλήψεις και τον μυστικισμό) προκειμένου να κυβερνήσει την κοινότητα.
Στην δύση δε, με την διαστρεβλωμένη χρήση της εξομολόγησης και με τον φόβο της πιθανής απώλειας της αθωότητας, το ιερατείο, έθεσε για τουλάχιστον 1600 χρόνια την τρομαχτική ισχύ του στις γυναίκες και δια μέσου των γυναικών, και στους άντρες.
Παρ’όλα αυτά, οι γυναίκες εξαιρέθηκαν από το ιερατείο, και ετέθησαν σε ένα είδος ηθικής σκλαβιάς. Ακόμη και η μυητική κάστα έθεσε την γυναίκα σε απόσταση, είτε επειδή η γυναίκα ήταν δεσμευμένη από την ιερατική κάστα, είτε για δική τους σιγουριά. Ο αποκλεισμός της γυναίκας από την μύηση και η τυφλή προσκόλληση της γυναίκας στην θρησκεία, έφεραν στην κοινωνία την μορφοποίηση μιάς νοοτροπίας διατήρησης διεστραμμένων ηθικών κανόνων, αφού βασίζονταν αποκλειστικά στο αφύσικο ταμπού καταπίεσης του σεξ.
Ακόμη και σήμερα, στον ΧΧΙο αιώνα, μετά τους πολεμικούς αναβρασμούς, μετά τον
φεμινισμό και τους αγώνες των γυναικών για την ισότητα με τους άνδρες, το σεξ είναι μόνον θηλυκό και η γυναίκα δεν κατορθώνει να απελευθερωθεί από αυτό. Η γυναικεία μύηση διατηρήθηκε στην Ρώμη με τις Παρθένες Εστιάδες μέχρι τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο ο οποίος κατήργησε το Τάγμα των Εστιάδων και εξαφάνισε οριστικά τους ιερείς της αρχαίας θρησκείας.
Μετά από αυτό, η γυναικεία μύηση χάθηκε. Έμεινε μόνον η ανδρική, συχνά κρυμμένη και πάντα προστατευμένη από μεγάλη εχεμύθεια. Ο αγώνας μεταξύ ιερατείου και βασιλικής μύησης τελείωσε με τον αποδεκατισμό και του ενός και άλλου και με την μετάδοση στην ανθρωπότητα άλλης μιας «πτώσης» στον υλισμό η οποία μέχρι σήμερα είναι όλο και πιο έντονη.
Στην εποχή μας, το πνευματικό μεγαλείο έχει σχεδόν εξαφανισθεί και η θρησκεία δεν είναι πια συνειδητή. Η γυναίκα τέθηκε στην κοινωνία για αιώνες σε ένα απελπιστικό καθεστώς κατωτερότητας. Δεν είχε καμμία πιθανότητα να εξωτερικεύσει ποτέ πλήρως την προσωπικότητά της.
Πράγματι, υπήρξε μια εποχή κατά την οποία η γυναίκα θεωρείτο ένα δημιούργημα χωρίς αθάνατη ψυχή. Στα 585 μ.Χ., στην Νίκαια, το συμβούλιο των Χριστιανών Επισκόπων παραχώρησε κατά πλειοψηφία στις γυναίκες την αθάνατη ψυχή με την ακόλουθη διατύπωση: «διότι η γυναίκα είναι ένας άνθρωπος απόσταγμα του Ιησού Χριστού, γεννημένου από μία Παρθένο, αποκαλούμενου στο Αγιο Ευαγγέλιο ο Υιός του Θεού».
Οι γυναίκες θεωρήθηκαν ως μία κατά μέρος ομάδα. Η διαφορετικότητα του φύλου εξετάσθηκε με το ίδιο πρότυπο που εξετάσθηκαν οι κοινωνικές τάξεις ή οι εθνικές ομάδες.
Όμως τα πράγματα αυτού του κόσμου διαρκούν μέχρις ενός ορισμένου σημείου. Μία δύναμη μπορεί να καταπιεσθεί μέχρι τόσο, ώστε, προσεγγίζοντας το μέγιστο σημείο, να εκραγεί και κάθε έκρηξη να φέρει αναπόφευκτα κακό. Έτσι, έχοντας ο άνδρας χάσει ικανοποιητικό μέρος της πνευματικής του ρώμης και μη ευρισκόμενος πλέον σε συνθήκες κατάλληλες για να την ελέγξει, η γυναίκα επαναστάτησε με μία δυνατή επίθεση σεξουαλικότητας κα ερωτισμού, που θα φέρει στο σύνολο της ανθρωπότητας μόνον βλάβη.
Στην επανάστασή της η γυναίκα, αντί να υπολογίζει την δική της λειτουργία, τον δικό της ρόλο, τοποθετούμενη στα δεξιά του συντρόφου της και αναλαμβάνοντας υπεύθυνα την δική της θέση, θέλησε επιπόλαια να αντεκδικηθεί για την μακρά περίοδο δουλείας που υπέστη, αναζητώντας να σκλαβώσει τον άνδρα δια μέσου του ερωτισμού, ρόλο στον οποίο δυστυχώς την είχε εξορίσει ο άνδρας, όντας αρκετές φορές καταπιεσμένος.
Βεβαιώσαμε ήδη οτι για την γυναίκα είναι απολύτως απαραίτητο, να δεχθεί την μύηση. Αυτή η ανάγκη αναδύεται από το γεγονός οτι η γυναίκα στον μικρόκοσμο έχει χαρακτηριστικά ανάλογα με εκείνα που η παγκόσμια δύναμη εξουσιάζει στον μακρόκοσμο. Πράγματι, έχει δυνατό καταλυτικό δυναμισμό (το διαβρωτικό ύδωρ των αλχημιστών) και δυνατό, άλλες φορές, εποικοδομητικό δυναμισμό.
Η Παράδοση μας διδάσκει για παράδειγμα, με τον μύθο του Γκράαλ, οτι η γυναίκα φυλακισμένη του μαύρου ιππότη, πρέπει να ελευθερωθεί και αμέσως να παντρευθεί τον ιππότη που θα την ελευθερώσει. Αυτό σημαίνει οτι η γυναίκα δεν πρέπει να φυλακισθεί από καμμία δύναμη, αλλά και δεν πρέπει να αφεθεί ελεύθερη στο έλεος του εαυτού της.
Προκειμένου να είναι εποικοδομητική η γυναίκα, οφείλει να ίσταται δίπλα στον άνδρα υποστηρικτικά. Οφείλει να είναι ενσυνείδητη στο οτι είναι αμοιβαία συμπληρωματική προς τον άνδρα με αξιωματική ισότητα.
Όπως τα ύδατα ενός γεμάτου ποταμού, όταν λείπουν τα κατάλληλα αναχώματα, ξεχειλίζουν καταστρέφοντας ό,τι συναντούν, έτσι και η μη μυημένη γυναίκα, και με έλλειψη της κατάλληλης πνευματικής προετοιμασίας, επιθυμεί να επιβεβαιωθεί, επωμιζόμενη αδικαιολόγητα τον ρόλο του άνδρα, και εγκαταλείποντας τον δικό της, διεκδικώντας ισότητα ανάμεσα στις δύο υπάρξεις. Οι δυνάμεις που εκτοξεύθηκαν από αυτήν κατέστρεψαν ήθη και έθιμα ισχύοντα αιώνες, αντικαθιστώντας τα με νέα, που δεν επιβίωσαν πέραν της μιάς εποχής.
Τώρα, και οι άνδρες και οι γυναίκες αναζητούν μια ισορροπία που δεν μπορούν να βρούν. Η ισορροπία δεν μπορεί να βρεθεί όσο οι γυναίκες εντοπίζουν το πρόβλημα, ανοήτως, με όρους ισότητας (με την έννοια της ομοιότητας).
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν μπορεί να λυθεί από τους άντρες. Θα το επιλύσουν οι γυναίκες, εάν κατορθώσουν να το αντιμετωπίσουν με όρους απελευθέρωσης, απελευθέρωσης πραγματικής και όχι ισότητας η οποία ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει. Η απελευθέρωση δεν είναι ιδιοκτησία ούτε του άνδρα ούτε της γυναίκας, είναι αντίθετα μία ιδιοκτησία του ανθρώπινου όντος. Εξ’άλλου, είναι απαραίτητο να κατευθυνθεί η γυναικεία δύναμη προς την μύηση, ως μοναδικό παραδοσιακό σύστημα το οποίο μπορεί να ανακτήσει την Τάξη, την Αρμονία, και την Ειρήνη στην ανθρωπότητα, επιφέροντας μία βελτίωση προς την αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας και της απαραίτητης ισορροπίας.
Στους περασμένους αιώνες, από καιρού εις καιρόν, οι μυημένοι αναζήτησαν να δώσουν διέξοδο στην έλλειψη της θηλυκής πνευματικότητας. Θυμόμαστε με την ευκαιρία την Πυθαγόρεια Σχολή και την αξιολόγηση του αιώνιου θηλυκού από τους περιπλανώμενους Ιππότες και τους ποιητές του έρωτα του Dolce Stil Novo (σημ. μεταφρ.: του γλυκού νέου στύλ).
Στην σύγχρονη εποχή, εξάλλου, ο εκφυλισμός ορισμένων μυητικών οργανώσεων, που έγιναν λέσχες, lobbies, ασχολούμενες με την υλική ισχύ, ενώ άλλες ως κρυφές φατρίες από την μια πλευρά, ενώ από την άλλη το ξεκίνημα του εξτρεμιστικού φεμινισμού του ΧΧου αιώνα, διεκδικώντας το δικαίωμα της ισότητας, επιβάρυνε αργότερα το πρόβλημα.
Έγραφε, αναφερόμενος στην δεκαετία του ’70 του ΧΧου αιώνα ο Μεγάλος μας Διδάσκαλος Aldebaran οτι: «το να ισχυριζόμαστε οτι μία γυναίκα είναι ίση με έναν άνδρα, είναι ανώφελο, ανόητο και έξω από κάθε πραγματικότητα. Όλα αυτά που μπορούν να ακολουθήσουν έναν τέτοιο ισχυρισμό δεν μπορεί παρά να είναι λάθος, και για να ασχοληθούμε με το πρόβλημα των δικαιωμάτων του άνδρα και της γυναίκας και των ανάλογων ικανοτήτων είναι αναγκαίο να εκκινήσουμε από την αδιαφιλονίκητη πραγματικότητα οτι μεταξύ αρσενικού και θηλυκού υπάρχουν βαθειές και υπαρκτές διαφορές που επιδρούν όχι μόνο στο φυσικό αλλά και στο ψυχικό και πνευματικό πεδίο. Εχει, επίσης θεωρηθεί οτι ως αναπλήρωση αυτών των διαφορών, που από λάθος θεωρούνται «ιεραρχικές», υφίσταται ένα πραγματικό και αδιαμφισβήτητο γεγονός: οτι δηλαδή άνδρας και γυναίκα, είναι αμφότεροι αναντικατάστατοι και καταλαμβάνουν, εν λειτουργία των ανάλογων βασικών αξιών, δύο διαφορετικά επίπεδα που είναι αδύνατον να μεταφερθούν σε ιεραρχικά. Δυστυχώς, η αναγκαιότητα της κοινωνικής ζωής, η οργάνωση που προκύπτει στους πολιτικούς και οικονομικούς τομείς, επάνω στους οποίους η ανθρωπότητα εναπόθεσε τους πολιτισμούς της, καθόρισαν ιεραρχίες ίδιου τύπου, οι οποίες από λάθος ανταλλάχθηκαν με ιεραρχίες μυητικές ή απολύτως μεταφυσικές. Έτσι, στις απόκρυφες οργανώσεις τείνεται σήμερα να ανατραπούν, όχι οι ανθρώπινες ιεραρχίες (Μεγάλος Διδάσκαλος, άλλα διοικητικά καθήκοντα κλπ.) αλλά εκείνες που έχουν χαρακτήρα μυητικό. Πράγματι, δεν θα ήταν παράξενο ούτε αντιπαραδοσιακό οτι μία σοφή γυναίκα θα μπορούσε να καθήσει στην θέση μου (Μεγάλος Διδάσκαλος) ή να διοικήσει το Τάγμα από διοικητική θέση. Το παράξενο αντιΤυπικό και αντιπαραδοσιακό θα ήταν εάν θα αξίωνε να το διοικήσει μυητικά, με την έννοια του να δώσει εκείνη τις μυήσεις. Παραδείγματα αυτού του είδους, υπήρξαν: η Βασίλισσα είχε πάντοτε στο πλευρό της έναν σύμβουλο, έναν υπουργό ή ένα συμβούλιο σοφών (πάντοτε άρρενες) που διασφάλιζαν την επανόρθωση της μυητικής ανεπάρκειας μετάδοσης. Πολλοί παρεξηγούν. Έτσι όπως παρεξηγείται η λέξη Αγιο Πνεύμα, το οποίο σύμφωνα με ορισμένους θα έπρεπε να είναι θηλυκής φύσης, ή η λέξη «Σοφία», ή η «Εννοια» και πάει λέγοντας, χωρίς να ληφθεί υπόψη οτι αρσενικό και θηλυκό είναι όροι δανεισμένοι στην γλώσσα επικοινωνίας για να μπορέσουμε να εκφρασθούμε (παράδειγμα: η σελήνη στα ιταλικά είναι θηλυκή, στα γερμανικά είναι αρσενική) και ότι όλα βασίζονται σε ένα βασικό ζήτημα: την γέννηση, γέννηση των ανθρώπων, των πλανητών, των αστερισμών, των ουρανών, των αιώνων, των αγγέλων, των θεών, των μυημένων. Και για να γίνει κατανοητό αυτό το ζήτημα στους ανθρώπους, επιλέχθηκαν δύο σύμβολα. Του φαλλού και του αιδοίου. Ενόσω μπαίνει στο παιχνίδι η παρθενογέννεση (στην αρχή) παρουσιάζεται το ακατανόητο για τη ανθρώπινη φύση με την ένωση των δύο οργάνων του ανδρισμού και της θηλυκότητας σε έναν ενιαίο οργανισμό. Τον Αδρόγυνο. Είναι όμως γεγονός οτι υπάρχει μία μάχη μεταξύ των δύο δυνάμεων της ζωής μεταξύ της θηλυκότητας και του ανδρισμού. Το θηλυκό θέλει να απελευθερώσει από το αρσενικό το σπέρμα του και την δύναμή του, και με αυτό να τον δεσμεύσει προς αυτήν διαμέσου του καρπού που αναβλύζει γι αυτόν τον σκοπό. Απελευθερώνοντας από το αρσενικό το σπέρμα του, το θηλυκό αποκομίζει από αυτόν δύναμη. Όμως, πέραν αυτού, δεν μπορεί να του απελευθερώσει το δικαίωμα να «εκσπερματώνει». Μπορεί μόνον να εξουσιάσει (γιατί στην πραγματικότητα αυτή είναι που εξουσιάζει και όχι το αρσενικό) να διατηρήσει και να συντηρήσει, αλλά δεν μπορεί να «εκσπερματώσει»
Αυτά έγραψε ο Aldebaran. (Εν ζωή ο Aldebaran (σημ. μεταφρ.: Gastone Ventura), ήταν ο Κυρίαρχος Μεγάλος Γενικός Ιεροφάντης του Αρχαίου και Αρχέγονου Ανατολικού Τύπου Μισραήμ και Μέμφις από το 1966 μέχρι το 1981).
Εμείς συμφωνούμε με τον Μεγάλο μας Αδελφό Aldebaran, και έχουμε πεισθεί οτι τα δύο όντα δεν είναι ίσα, αλλά έχουν αξιωματική ισότητα σε διαφορετικές λειτουργίες και οτι η μύηση, λειτουργούσα μέσα στα όρια της αυθεντικότητας των αντίστοιχων θυσιαστικών Τύπων και της νομιμότητας του λειτουργού, διεγείρει, στον άνδρα, όλα τα ανδρικά χαρακτηριστικά, και στην γυναίκα όλα τα γυναικεία χαρκτηριστικά.
Αυτό σημαίνει οτι το αρσενικό πρέπει να επανακατακτήσει την πνευματική ρώμη και το θηλυκό την θηλυκή πνευματικότητα σε αρμονία εγγυημένη από την μυητική οδό. Η παράδοση μας υποδεικνύει οτι ο πρώτος σκοπός της μύησης είναι η «γνώση του εαυτού», κι αυτό ισχύει και για τον άνδρα και για την γυναίκα, εφόσον και ο ένας και η άλλη οφείλουν να εφαρμόσουν τον δικό τους τρόπο ύπαρξης, αναπτύσοντας και εξειδικεύοντας όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά τους.
Καταλήγοντας, στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, και ο άνδρας και η γυναίκα βρίσκονται σε σοβαρή κρίση ταυτότητας, για την οποία κρίση είναι αναγκαίο και τα δύο όντα να εισέλθουν, το καθένα από την δική του πόρτα, στην παράδοση, η οποία μας διδάσκει οτι το ανθρώπινο όν οφείλει να αναλάβει συνείδηση των αξιών εκείνων που ο Θεός τους παρέσχε: τα χαρακτηριστικά της πνευματικής ρώμης για τον άνδρα και τα χαρακτηριστικά της θηλυκής πνευματικότητας για την γυναίκα.
Για να πραγματοποιηθεί αυτό, απαιτείται η κάθαρση στα διαφορετικά επίπεδα, ελαχιστοποιώντας τις σκουριές των στοιχείων, όχι απαραίτητα συσσωρευμένων κατά την διάρκεια των γενεών. Από ό,τι ειπώθηκε μέχρι τώρα, είναι αναγκαίο ο άνδρας και η γυναίκα να βαδίσουν στην ατραπό της μύησης.
Αρκεί αυτή η ατραπός, διαφορετικής αναφοράς στους διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης, να προσεγγίσει το ίδιο σημείο προορισμού που είναι η επιστροφή στο ίδιο σημείο αφετηρίας.

Sebastiano Caracciolo
33ο 90ο 97ο
Κυρίαρχος Μεγάλος Γενικός Ιεροφάντης Α.·.Α.·.Α.·.Τ.·. Μisraim Μemphis
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Sebastiano Caracciolo:
«η Γυναικεία μύηση στον Τεκτονισμό»)

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΡΙΔΟΣ – SEBASTIANO CARACCIOLO


Ενα από τα αρχαία μυστήρια, που επί χιλιάδες χρόνια εορταζόταν στην Αίγυπτο και λίγο πολύ παντού στην περιοχή της Μεσογείου, είναι το μυστήριο της Ισιδος και του Οσίριδος.
Τα μυστήρια συνίσταντο ουσιαστικά στη δραματουργική ιερή αναπαράσταση που εόρταζαν κατά τακτές περιόδους, με βάση ένα αστρονομικό ημερολόγιο, στους περιβόλους των ναών, όπου και επαναλάμβαναν το δράμα της μετασοιχειώσεως ενός ανθρώπου σε Θεό, μέσω του μυστικιστικού θανάτου.
Η πιο σημαντική πηγή αυτού του μύθου, απαρτίζεται από κείμενα χαραγμένα στις πυραμίδες, που αναγονται στην πέμπτη και έκτη δυναστεία.
Εκεί ο Όσιρις αναπαρίσταται ως ένας Φαραώ των αρχαϊκών χρόνων, πρωτογενής υιός του Γκεμπ, θεού της Γης, και της Νουτ, θεάς του Ουρανού, που καθίσταται κυρίαρχος βασιλέας ολόκληρου του κόσμου, γιατί, σε αντιδιαστολή με άλους βασιλείς προήλθε από θεία μήτρα.
Τα κατήγορήματά του είναι φωτεινά, ηλιακά και ακτινοβόλα, υποδηλώνοντας την σταθερότητα, την κεντρικότητα, το ακλόνητο, την δύναμη και την λάμψη. Έφερε τον πολιτισμό, δίδαξε τις τέχνες και τα επαγγέλματα, έδωσε δε στους ανθρώπους οδηγίες επί της μουσικής, της αρχιτεκτονικής, της γεωργίας.
Μαζί με την Ίσιδα, της οποίας είναι αδελφός και σύζυγος, έδωσε στους ανθρώπους το σιτάρι.
Ενώ βασίλευε σε μια ευτυχισμένη Αίγυπτο, ο αδελφός του Σεθ, σκλάβος του φθόνου, της αλαζονείας, της πλεονεξίας, υποστηριζόμενος από μια σπείρα συνωμοτών, τον συνέλαβε, τον φόνευσε και τον πέταξε στο Νείλο.
Με την πάροδο του χρόνου, ο μύθος εμπλουτίσθηκε με διάφορες εκδοχές που προέρχονταν προφανώς από την προφορική παράδοση, η οποία αναφέρεται κυρίως από τον Πλούταρχο, ο οποίος την αναζήτησε στους διαφόρους ναούς της Αιγύπτου. Σύμφωνα με μια τέτοια πηγή, ο Σεθ, υποστηριζόμενος από τους ακολούθους του, προσκάλεσε τον Όσιρι σε μια λαμπρή γιορτή όπου ο Όσιρις πήγε μόνος, δίχως να αναμένει πως θα προδοθεί από τον αδελφό του. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, μετά από διάφορες σπονδές, ο Σεθ διέταξε να τοποθετηθεί μπροστά από τους συνδαιτημόνες μια σαρκοφάγος από ξύλο κέδρου, αναγγέλοντας ότι θα την προσέφερε σ' αυτόν από τους παρόντες ο οποίος, πλαγιάζοντας μέσα της, θα την γέμιζε πλήρως με το σώμα του.
Όλοι δοκίμαζαν, αλλά αποτύγχαναν, παρότρυναν δε τον Όσιρι να δικιμάσει κι αυτός. Η σαρκοφάγος είχε φτιαχτεί στα ακριβή μέτρα του Οσίριδος, κατά τρόπο ώστε, ευθύς μόλις μπήκε μέσα της, ο Σεθ κάρφωσε επάνω της το κάλυμμα και αμέσως μετά διέταξε να ριφθεί η σαρκοφάγος που περιείχε τον Όσιρι, μέσα στα νερά του Νείλου, που την μετέφεραν ως την θάλασσα.
Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, η σαρκοφάγος προσάραξε στη Φοινίκη, στη γη που ονομαζόταν Βύβλος, και μπλέχτηκε σ' ένα θάμνο που, κατόπιν, την ενσωμάτωσε στον κορμό του.
Ο βασιλέας Μαλκάντρο, περνώντας από την Βύβλο, φρόντισε να κοπεί ο κορμός και έφτιαξε μ' αυτόν μια στήλη που την έθεσε ως σημείο ενάρξεως του εδάφους του βασιλείου του.
Η Ισιδα έκλεψε την στήλη και έβγαλε από μέσα της το σώμα του Οσίριδος, το οποίο μετέφερε στην Αίγυπτο.
Μια άλλη εκδοχή του μύθου, οφειλόμενη κι αυτή στην προφορική παράδοση, μας λέει ότι ο Σεθ, αφού φόνευσε τον Όσιριμ κομμάτιασε το σώμα του σε 14 κομμάτια που τα διέσπειρε σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Η Ισιδα, η χήρα, διάνυσε την Χώρια κατά μήκος και κατά πλάτος, και κατόρθωσε να ξαναβρεί 13 από τα 14 τεμάχια του συζύγου της. Το 14ο κομμάτι, ο φαλλός, δεν ξαναβρέθηκε, γιατί, όταν έπεσε στον Νείλο, τον έφαγε ένα ψάρι.
Η Ίσιδα ανασυνέθεσε τέλεια τα 13 τεμάχια του Οσίριδος και, αναλαμβάνοντας την μορφή ενός γύπα, στάθηκε από πάνω του και, με μαγικά έργα, κινώντας τα φτερά της, προσέλκυσε μέσα από το σώμα το σπέρμα με το οποίο έμεινε έγκυος φέροντας στον κόσμο τον Ωρο. Εν τω μεταξύ, ο Σεθ ολοκλήρωσε το ιερόσυλο έργο του, σφετεριζόμενος τον θρόνο της Αιγύπτου.
Για να γλυτώσει το νεογέννητο από την οργή του Σεθ, η Ισιδα κρύφτηκε στους βάλτους, όπου ανάθρεψε τον Ωρο, τον εκδικητή του πατέρα του.
Αργότερα, ο Ωρος προκάλεσε σε μονομαχία τον Σεθ και ξαναπήρε το βασίλειό του, αλλά το συμβούλιο των Θεών έθεσε τον Σεθ στο πλευρό του Ωρου ως αντιβασιλέα.
Οι παραδοσιακές και μυητικές αναφορές αυτού του μύθου είναι σαφείς.

Παραδοσιακές αναφορές:
1.Ο Όσιρις είναι Βασιλέας και Αρχιερέας.
Οντας πρωτογενής υιός του Θεού της Γης (του γκεμπ) και της Θεάς του Ουρανού (της Νουτ), είναι ένας αυθεντικός αρχιερέας, ένας ποντίφηκας, αυτός που ίσταται μεταξύ γης και ουρανού.
Ακόμα και η Ισιδα έχει την ίδια φύση μ' αυτόν, όντας σύζυγος και αδελφή του. Αυτή είναι ο θρόνος του Βασιλέα, είναι η ισχύς. Και οι δύο μαζί αποτελούν το ηλιακό ζεύγος που ανήκει στον θείο κόσμο και συμμετέχει στον κόσμο του γίγνεσθαι. Μαζί, αντιπροσωπεύουν τα αρχέτυπα του άνδρα και της γυναίκας.
2.Η προδοσία του Σεθ, αδελφού του Οσίριδος, χαρακτηρίζει μια έλλειψη του Οσίριδος, που αντιστοιχεί στην πτώση από το είναι στο γίγνεσθαι, σ' ένα πέρασμα από μια εποχή σε μια άλλη, προφανώς στο πέρασμα από την εποχή του Χρυσού στην εποχή του Αργύρου.
Το σώμα που κατακερματίσθηκε σε 14 κομμάτια, είναι μια σαφής κοσμική αναφορά. Πράγματι, για τους Αιγυπτίους, ο ζωδιακός απαρτιζόταν από 14 αστερισμούς όπου, μεταξύ των άλλων αστερισμών που είναι γνωστοί και σε μας, υπάρχουν ακόμα και ο Πολικός, ο ονομαζόμενος “Μηρός” και ο “Αλφα Ντρακόνις”, ο ονομαζόμενος “Φτερωτός Κροκόδειλος”.
Τα 14 κομμάτια, διάσπαρτα σ' ολόκληρη την αίγυπτο, επιβεβαιώνουν μια έλλειψη της Παραδόσεως δηλώνοντας ότι ο αρχαίος μύθος διαρέθηκε σε διάφορα κομμάτια.
3.Η Ισιδα που ξεκινά την αναζήτηση των διαφόρων τεμαχίων του Οσίριδος, αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα η οποία, έχοντας χάσει το δικό της σημείο αναφοράς, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να το ξαναβρεί θέτοντας από κοινού τα διάφορα κομμάτια της Παραδόσεως ως μίτο της Αριάδνης.
4.Το 14ο τεμάχιο, ο φαλλός, που δεν ξαναβρέθηκε γιατί το έφαγε ένα ψάρι, χαρακτηρίζει επί πλέον, την έλλειψη πνευματικής ρώμης και σημαίνει ότι μονάχα η γυναικεία πνευματικότητα εγείρεται ως σωτηρία και συντηρήτρια της εν δυνάμει πνευματικής ρώμης. Πράγματι, το ψάρι, ως πλάσμα του ύδατος, είναι γυναικείο σύμβολο.
5.Ανάλογη σημασία αναλαμβάνει η μεταμόρφωση της Ισιδας σε γύπα ο οποίος ίσταται επί του ανασυντεθειμένου Οσίριδος έλκοντας το σπέρμα μέσα απ' αυτόν και, κατόπιν, προκαλεί την γέννηση του Ωρου, θεού υιού της χήρας και όχι του θεού πατρός.

Μυητικές αναφορές:
1.Η έλλειψη πνευματικής ρώμης, χαρακτηρίζει στον Όσιρι μια κάθοδο επιπέδου, μια συσκότιση της ηλιακής ιδιότητάς του, μια μείωση των θείων ιδιοτήτων. Για να μπορέσει να επιστρέψει στις ρίζες του, πρέπει να πεθάνει για να ξαναγεννηθεί.
2.Ο μύθος της Ισιδας και του Οσίριδος διηγείται την μυητική πορεία που θα πρέπει να διασχίσει ο “πεπτωκώς” άνθρωπος για να μπορέσει να επανενσωματωθεί. Ο Όσιρις αντιπροσωπεύει τον πεπτωκότα και κατακερματισμένο άνδρα. Το δράμα του είναι το δράμα του άνδρα που, έχοντας καταστεί σκλάβος του γίγνεσθαι, προδίδει τον εαυτό του.
Στο δράμα θα πρέπει να θεωρήσουμε τα διάφορα πρόσωπα ως ένα μόνον, ως τον Όσιρι, σε διάφορες όψεις του. Κατά την αναπαράσταση, οι δίαφορες όψεις καθίστανται απαραιτήτως πρόσωπα.
Ο Σεθ, δευτερογενής αδελφός του Οσίριδος, υιός της ίδιας μητέρας και του ίδιου πατέρα, έχει ανθρώπινη και θεία φύση όπως ο Όσιρις. Αυτός είναι μια όψη της “πτώσεως” του Οσίριδος, της ελλέιψεως της πνευματικής ρώμης, είναι η σκιά του Οσίριδος, το αρνητικό και τελλουρικό τμήμα του. Κανείς δεν μπορεί να προδώσει τον άνδρα, ει μόνον ο ίδιος του ο εαυτός.
Ο Όσιρις άκουσε το αρνητικό τμήμα του εαυτού του, τον Σεθ, διατάζοντας τον δικό του θάνατο, γιατί μόνο μέσω του δικού του θανάτου και του περάσματος μέσα από τα ύδατα μπορούσε να ξαναγεννηθεί και, αφου θα γνώριζε το βασίλειο του υπερπέραν, να γίνει Θεός της “άλλης γης”.
Στο δράμα η Ισις αντιπροσωπεύει την συμπαντική δύναμη, το θηλυκό που συνδέεται με τον σύζυγό της. Η δράση της μέσω της οποίας θα ξαναδωθεί αιώνια ζωή στον Όσιρι, μας δηλώνει ότι δεν είναι δυνατόν να ξαναγεννηθεί ο άνδρας αν δεν ξαναγεννηθεί και η γυναίκα. Και εδώ σκιαγραφείται μια μορφή δυτικού ταντρισμού που εφαρμοζόταν στην Αίγυπτο.
3.Το δράμα του Οσίριδος συνδέεται στενά με την Αλχημική λειτουργία που, κατά την διεξαγωγή και την ολοκλήρωσή της, δεν μπορεί να παραβλέψει την εξυψωτική δράση της γυναίκας, του φιλοσοφικού υδραργύρου, ούτε και της ερμηνευτικής μεθόδου.
Ο δια του κατακερματισμού θάνατος είναι το Solve, η ανασύνθεση, με τα έργα της Ισιδας, είναι το Coagula.
Βρισκόμαστε στην αποκορύφωση της Μυητικής Παραδόσως που, από τους αρχαϊκούς χρόνους μέχρι σήμερα, συνεχίζει να βασανίζει τον άνθρωπο κατά την αναζήτηση του εαυτού του και κατά την άσβεστη ανάγκη του για υπέρβαση.
4.Η περισυλλογή των τεμαχίων του Οσίριδος, η γέννηση του Ωρου και η νίκη επί του Σεθ είναι όψεις που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση του Οσίριδος, στην αναγέννησή του που ήταν συνέπεια της νίκης επί των δικών του ελαττωμάτων και επί των δικών του παθών.
Τέλος η απαγόρευση καταστροφής του Σεθ, ο οποίος τοποθετήθηκε δίπλα στον νικητή στην εναλλακτική θέση του αντιβασιλέα, σημαίνει ότι καμμία δύναμη δεν πρέπει να καταστραφεί, αλλά μάλλον να μεταστοιχειωθεί και να εξουσιασθεί.


SEBASTIANO CARACCIOLO
Η ΕΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟΝ 
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ALDEBARAN
ΔΙΑΘΕΣΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ