Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Μπροστά σ’ έναν τάφο – Μάριος Χάκκας

Πήγα στον τάφο του Μαρξ. Για να φτάσω εκεί, πέρασα μέσα από ένα πάρκο με δυο λιμνούλες κι είδα ένα σκιουράκι που το τράταρα σοκολάτα. Την πήρε με τα μπροστινά ποδαράκια του και την τραγάνιζε. Έπειτα προχώρησα στο νεκροταφείο. Στη φυλακή μου ήρθε ένα δέμα που είχε μέσα και μερικές σοκολάτες. Φυσικά τις μοίρασα στους φίλους μου. Όταν αργότερα μάλωσα με κάποιον συγκρατούμενο, μου το χτύπησε: «Εμένα δε μου έδωσες τσικολάτο». Ήταν ένα ορεσίβιος ισοβίτης. Λίγες μέρες αργότερα έκανε δήλωση κι έφυγε. Το νεκροταφείο παλιό, εγκατελειμμένο. Τα εβραίικα μνήματα στο βάθος πιο παρατημένα. Το δικό του ξεχωρίζει. Ένα μεγάλο γρανιτένιο κεφάλι. Έγραψε «Το Κεφάλαιο», αγαπούσε τη γυναίκα του, και τον χαρτζιλίκωνε ο Φρειδερίκος. Το 2000 μ.Χ. θα υπάρχουν δισεκατομμύρια μοιχοί. Το 2000 «Το Κεφάλαιο» θα είναι επιτέλους σωστά μεταφρασμένο (όχι η γυροβολιά του προϊόντου), θα μπορεί κανένας να χαίρεται το νεύρο του και την ειρωνεία του. Μασάω τη σοκολάτα μου και τον κοιτάζω. Συνήθως καταθέτουν στεφάνια ή βάζουνε μπόμπες. Σφυρίζω το τραγουδάκι «Ω Κάρολ». Μου ‘ρχεται να κατουρήσω. Ερημιά. Τραβιέμαι λιγάκι παράμερα και την αμολάω σε μια πατουλιά. Βγαίνει ο σκίουρος, φαίνεται πάρκο και νεκροταφείο συγκοινωνούν, και με τα μπροστινά του ποδάρια μου κάνει νόημα πως τέλειωσε η σοκολάτα. «Άκουσε ποντίκι, αν είσαι το ίδιο, δε σου δίνω σοκολάτα. Αυτά τα πράγματα πρέπει να μοιράζονται σε όλους εξίσου. Όχι επειδή έχουμε μια γνωριμία να την εκμεταλευτείς». Κάποτε μοίρασα αυτό το σπάνιο είδος για τη φυλακή μόνο στους φίλους μου, με αποτέλεσμα να κάνει ο άλλος δήλωση. Έκανα μερικές νύχτες να κοιμηθώ. Εξαιτίας μου χάθηκε ένας οπαδός του Μαρξ και τώρα που βρίσκομαι μπροστά στον τάφο του δε θέλω να μου συμβεί κάτι τέτοιο. Καλά κοιμάμαι.
Άλλωστε έκανα δήλωση κι εγώ, όχι βέβαια γιατί δεν μου δώσανε σοκολάτα, άλλες αιτίες. Ήταν που κάποιος συνήθιζε να λέει «ο Βλαδίμηρος είπε», κι επειδή το είπε εκείνος έπρεπε να το τηρήσουμε εμείς. Κυρίως δε μου άρεσε που τον έλεγε Βλαδίμηρο, σαν να ήταν πρώτα ξαδέρφια. Ένας άλλος τον έλεγε Ίλιτς. Για τον Κάρολο μιλούσανε σπάνια και το Φρειδερίκο ακόμα πιο σπάνια. Όμως τους άρεσε να λένε τη φράση «αφήστε τους νεκρούς να προχωρούν» που είπε κάποιος μετέπειτα. Όλοι αυτοί οι μετέπειτα λέγανε μπούρδες. Εγώ αγαπούσα το Βλαδίμηρο Βλαδιμήρου με το άταχτο τσουλούφι που αποτυπωνότανε «με τη βαριά στο καύκαλο του κόσμου», ίσως γιατί ψυλλιάστηκε νωρίς, ίσως και για κείνη τη σφαίρα που σφήνωσε στο καύκαλό του.
Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν, έτσι που μείναν επάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε «βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει». Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέων να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.


ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 2008

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022

Τσιλιμπίκ ή Τσιλιμπάκι - ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ

 
Είναι μια παραποίηση στις γνωστές απόψεις του Kαντ -I can’t, I can’t-, όχι λεκτική, αλλά ουσιαστική, που καθορίζει την έσχατη στάση μου, κάτι σαν χλευασμό προς τ’ αστέρια, ένας διαρκής υποβιβασμός των ουρανίων σωμάτων κι ένα είδος μπερδέματος με τ’ ανθρώπινα σώματα, ακόμα και με τον κοινωνικό οργανισμό στο σύνολό του.
Ο Kαντ θαύμαζε την αρμονία στον ουρανό κι εγώ για τον ίδιο χώρο σκέφτομαι πράγματα τελείως άλλα: Πόσο είναι στερεό το στερέωμα; Φρίττει όσο κι εγώ τις χειμωνιάτικες νύχτες; Πάσχει από μοναξιά κι από έλλειψη κάποιου νοήματος;
Δυο πράγματα με κάνουν διαρκώς ν’ απορώ: Η σύγχυση μέσα μου και τ’ άσκοπο των αστεριών να συνωθούνται στον ουρανό, τι κάνουν εκεί; Ένα φως ασθενές και μια διασκόμηση τις πιο πολλές φορές περιττή. Όσο για το που δεν τρακέρνουν τον Kαντ, δεν ξέρουμε τι έγινε στο παρελθόν, ούτε και τι μπορεί να γίνει στο μέλλον. Άλλωστε και οι άνθρωποι κατάφεραν να μη συγκρούονται τα κινούμενα σώματα, είναι ζήτημα ρύθμισης της κυκλοφορίας από ηλεκτρονικούς εγκεφάλους και δεν έχει για μένα τουλάχιστον καμιά σημασία, δε μ’ ενθουσιάζει καθόλου.
Στο κάτω κάτω δεν είναι τίποτα το εξαιρετικό να είσαι αστέρι.
Μπορώ να γίνω όλος ένα φως, ρίχνοντας στις φλέβες, στα γάγγλια, ακόμα και κάτω απ’ το δέρμα μια ποσότητα φωσφόρου. Θα είμαι μια διαρκώς φλεγόμενη βάτος κι επιπλέον κινούμενη. Όχι σαν αυτές τις κωλοφωτιές που τις σβήνει το πρώτο συννεφάκι περνώντας μπροστά τους ή ακόμα κι εγώ ο ίδιος κλείνοντας μόνο τα μάτια.
Είμαι πολύ πάνω απ’ τ’ αστέρια. Μπορώ να πω «χαίρετε, κύριε Oυλκέρογλού μου» ή «τι κάνετε, κυρία Mπιτζίδου». Ακόμα μπορώ να πω «τσιλιμπίκ», ενώ όλα μαζί τ’ αστέρια δεν μπορούν να πουν ούτε «τσιλ».
Kαι η αρμονία μέσα μας κι έξω μας ούτε που με νοιάζει. Μπούχτισα πια από αρμονίες, κάτι χέρια-αστέρια και περιστέρια-μαχαίρια με κάνουνε να ξερνάω, ενώ αγάλλομαι στη δυσαρμονία, έστω αστέρια-τσουτσούνες κι ας μην του ταιριάζει, ας δυσαρμονίσουμε και μια φορά, αρκετά μας ταλαιπώρησαν οι εύκολες ρίμες, οι κραυγές των ηλεκτρικών μπουζουκιών, οι μπουάτ κι οι μπουτίκ που δεν έχουνε σχέση καμιά με τα μπούτια. Προτιμώ μια επιστροφή στην πηγή, στη σχισμή, πολυτρίχια δακρύζουν κι οι σάτυροι που τα παραμερίζουνε στάζοντα για να φτάσω στη ρίζα.
Αθήνα, η αρμονία σου είναι να ψωνίζεις και ταυτόχρονα να ψωνίζεσαι. Από «φράγκο ό,τι να πάρετε» μέχρι θάλασσες και νησιά στο σφυρί. Πουλώ κι εγώ τα νιάτα μου όσο όσο από την πόλη των ωνίων να γλιτώσω, δίνω το ένα μου αρχίδι για δυο μαύρα μάτια, οχτώ ώρες από τη ζωή μου για ένα πουκάμισο, τα ποιήματά μου βορά στους άσχετους, την καρδιά μου ασπαίρουσα να σπέρνει φως ανέσπερο.
Κι ο Έσπερος, τι νομίζετε πως κάνει; Τρεμοσβήνει όλο αγωνία, ίσως καταλαβαίνει το τέλος του και ζητιανεύει κάποια βοήθεια, ξέροντας όμως πως δεν πρόκειται να ’ρθει ποτέ. Γιατί παρατείνει την αγωνία του, πρώτος αυτός απ’ όλα τ’ αστέρια να εμφανίζεται μες στην εσπέρα με εκκλήσεις χωρίς ανταπόκριση; Ας συγκρουστούν επιτέλους κι όπου βγάλει αυτή η υπόθεση μεταδίνοντας και σε μένα κάτι από το παγκόσμιο σύγκρυο.
Γιατί, είναι αλήθεια, πάει καιρός που δε συγκινούμαι, σχεδόν είμαι άδειος και μου είναι απαραίτητο να γίνει κάτι σαν κουλουβάχατα μέσα στο σύμπαν, έτσι που να βρίσκεται σε ανταπόκριση με το δικό μου: Κομήτες που ξεφύγαν την τροχιά τους και κινούν εναντίον μας απειλητικά την ουρά τους, αστέρες πρώτου μεγέθους που χάνονται μέσα στο άπειρο κι άλλοι ανύπαρχτοι παίρνουν τη θέση τους, ο Τοξότης επιτέλους να ρίχνει το τόξο του, κι ο Υδροχόος κρουνός κι ασταμάτητη κρήνη να κατρακυλάει ξανθά ξεπλεγμένα μαλλιά, όπως καταρράχτης που χάνεται σε καταβόθρα, να ρίχνεται έξω από το χάος του κόσμου.
Με κούρασαν επιστήμη και κοινωνιολογική ερμηνεία. Επιδιώκω μια κοινωνία που θα γίνουνε τα πάντα μπάχαλα: Αστέρες πρώτου μεγέθους να παίζουνε ρόλο κομπάρσου, διαδηλωτές και τανκς μέσα στους δρόμους, ποιος πρώτος, ποιος δεύτερος, όλοι να παριστάνουν τους έσχατους (εκτελούσα διαταγές, αφεντικό, να σου λένε), ανθρωπάκια που ταξιδεύουν με το λεωφορείο, πρωθυπουργοί που περιμένουν στη στάση σειρά.
Δε μου αρέσουνε οι τέλειες κοινωνίες, οι αισθητικές κι οι αρμονίες.
Όλα να πάσχουνε κάπου, σώματα, σύμπαν κι ομάδες κατά γκρεμού, κι επιπλέον καμιά όρεξη για νέο στήσιμο. Αντίθετα, μανία για περισσότερα χαλάσματα γύρω. Έτσι κι αλλιώς, κι αυτοί που λένε πως σιάχνουνε κυβερνήσεις, παπάδες, μυστήρια, περισσότερο όλεθρο σκορπίζουν τριγύρω τους.
Δε με εκφράζει πια καμιά σκοπιμότητα και καμιά λογική, κυρίως το αναπόφευκτο του θανάτου κάποιων κυττάρων, μερικών οργανισμών που κλείνουν τον κύκλο τους και δε θα ξανάρθουν.
Ακόμα και στον οργανισμό μου τον ίδιο θέλω να μαλώνουν τα κύτταρα, να επιμένουν τα παλιά, να αντιστέκονται, πεθαμένα πια να μην αποβάλλονται, να παραμένουν εκεί προκαλώντας μια γενική αναστάτωση.

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ
ΑΠΑΝΤΑ
(ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 2013