Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Harlan Jay Ellison. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Harlan Jay Ellison. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Η πόρνη με καρδιά από σιδηροπυρίτη ή που βρίσκει μια Maggie ο συγγραφέας – Harlan Ellison

Παίζανε λοιπόν ένα καινούργιο έργο του Κλιντ 'Ηστγουντ (που αποδείχτηκε τελικά πρώτης τάξεως υπνωτικό) και δεν γουστάριζα να το δω μόνος, έτσι τηλεφώνησα στη Λίντα και τη ρώτησα αν ήθελε να πάμε παρέα και μου είπε ναι και ξεκίνησα με το αυτοκίνητο για την Σιπαλβίντα (όπου ο κόσμος ήταν γεμάτος με διαφημιστικά του Γουάλλας πράγμα που μου την έδωσε αρκετά) για να την πάρω και στην πόρτα εμφανίστηκε ο ξάδερφος της ο Λέην που με έμπασε μέσα και μου είπε πως η Λίντα ετοιμαζόταν κι έτσι καθίσαμε και τα 'παμε λιγάκι. «Νομίζω, χμ, ότι γράφετε επιστημονική φαντασία» είπε. Του έγνεψα ναι.
«Πώς, δηλαδή, χμ, πώς φτάνει κανείς εκεί;»
Εντυπωσιακή ερώτηση. Φυσικά δεν υπάρχει τρόπος να δώσεις καμιά έξυπνη απάντηση πέρα από κοινότοπες ανοησίες. Κι αυτό γιατί η ερώτηση είναι ηλίθια. Είναι σαν να σε ρωτάει κάποιος: πώς φτάνεις στο σεξ; Προφανώς η απάντηση είναι: Αρχίζεις να το κάνεις, απλώς. Παραλλάζοντας ελαφρά την ερώτηση έτσι που να ταιριάζει με το γράψιμο - γιατί το σεξ μπορούν να το κάνουν ακόμη και οι άσχετοι - η καλύτερη απάντηση είναι: «Αν έχεις ταλέντο αρχίζεις απλώς να το κάνεις».
Για ν' αφήσουμε τ' αστεία όμως, θα μπορούσε να πει ίσως κανείς πως «φτάνει» στο γράψιμο όταν είναι απίστευτα ευαίσθητος στη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων, όταν παρατηρεί τα πάντα, ακόμη και τις παραμικρές λεπτομέρειες για το πώς μιλάνε, σκέφτονται, πώς περπατάνε, πώς ντύνονται, πώς συμβιβάζονται, τι πιστεύουν για τον εαυτό τους και τους άλλους, πως φέρονται με παρέα, πώς πολιορκούν τους στόχους τους, πώς τα κάνουν θάλασσα, τι κάνουν για να αισθανθούν καλά και με ποιους ειδικούς τρόπους φροντίζουν ασυνείδητα να αυτοκαταστρέφονται, τι επίδραση έχει πάνω τους η κριτική, πώς αντιδρούν στον έρωτα, πόσο κομμάτι της μέρας τους αφιερώνουν στην εκδίκηση και πόσο χρησιμοποιούν για να προσαρμοστούν στον κόσμο γύρω τους...
Με δυο λόγια βγες και γνώρισε τους ανθρώπους και από το απόθεμα της συσσωρευμένης γνώσης σου θα αναβλύσουν ιδέες για διηγήματα. Γιατί αυτή είναι η απάντηση στην άλλη ηλίθια ερώτηση που κάνουν στους συγγραφείς (συνήθως οι ακροατές διαλέξεων, οι νοικοκυρές των προαστίων και οι ορθοδοντικοί στα κοκτέηλ): «Από που αντλείς τις ιδέες σου;»
Αν έχεις λοιπόν σκοπό να γίνεις συγγραφέας πάρ' το απόφαση πως αυτές τις δυο ερωτήσεις θα στις κάνουν χιλιάδες φορές στον πολυκύμαντο βίο σου. Γιατί όλος ο κόσμος σχεδόν νομίζει ότι μπορεί να γίνει συγγραφέας. Οι περισσότεροι διστάζουν να ονειρευτούν ότι θα μπορούσαν να γίνουν πυρηνικοί φυσικοί ή βιρτουόζοι βιολιστές, όλοι όμως ανεξαιρέτως πιστεύουν πως κρύβουν μέσα τους ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, μόνο που δεν έχουν καιρό να κάτσουν να το γράψουν. Σαχλαμάρες φυσικά. Μα αν είσαστε απλώς μια μύγα στον τοίχο και ακούγατε πόσοι άσχετοι πλησιάζουν τους συγγραφείς για να τους πουν «Έχω ζήσει μια τρομερή ζωή, δεν υπάρχει τίποτε πιο ενδιαφέρον. Γιατί δεν κάθεσαι να γράψεις τη ζωή μου, τα κέρδη μισά μισά» θα καταλαβαίνατε πόση αλήθεια κρύβει αυτή η θλιβερή εμπειρία.
Γιατί τελικά, όσες συνταρακτικές ιδέες κι αν έχεις για διηγήματα, ποτέ δεν θα γίνεις συγγραφέας αν δεν γνωρίσεις ανθρώπους και δεν θα γίνεις ποτέ συγγραφέας αν δεν ζωντανέψουν οι άνθρωποι μέσα στις ιστορίες σου. Η καλύτερη πλοκή στον κόσμο δεν είναι παρά μια σειρά από αδιάφορα συμβάντα αν δεν βάλεις μέσα της ζωντανούς, ανθρώπους με σάρκα και οστά. Αντίστροφα όμως, μια ανιαρή ιστορία μπορεί να γίνει ενδιαφέρουσα αν τα πρόσωπα είναι συναρπαστικά.
Στην ιδανική περίπτωση ένας συγγραφέας με ταλέντο θα συνδυάσει και τα δυο σε μια ιστορία που θα σε κρατήσει, γιατί μιλάει για ανθρώπους πραγματικούς και ενδιαφέροντες που τους συμβαίνουν πράγματα ιδιαίτερα και συναρπαστικά. Αν όμως ήμουνα υποχρεωμένος να στερηθώ το ένα από τα δυο, θα προτιμούσα τους ανθρώπους από την πλοκή γιατί όπως είπε ο Γουίλιαμ Φόκνερ στον λόγο του όταν του απένειμαν το Νόμπελ (10 Δεκέμβρη 1950): «... τα προβλήματα της ανθρώπινης καρδιάς σε σύγκρουση με τον εαυτό της (είναι) τα μόνα που μπορούν να δώσουν καλό γράψιμο γιατί είναι τα μόνα που αξίζουν να γράψεις γι' αυτά, που αξίζουν την αγωνία και το μόχθο».
Αυτό που θα μπορούσα να πω στον Λέην είναι: Βγες έξω και ζήσε πολλές νύχτες και μέρες, μάθε να παρατηρείς τα πάντα, αποθήκευσε μια μεγάλη γνώση των ανθρώπων και μετά απλώς κάθισε κάτω και άρχισε να περνάς κι άλλες νύχτες και μέρες όμως τώρα μόνος με τη γραφομηχανή σου, προσπαθώντας να αποτυπώσεις αυτούς τους ανθρώπους στο χαρτί με καινούριους και γοητευτικούς τρόπους. Πώς όμως να το πεις αυτό σε κάποιον που σου έκανε την ερώτηση; Αυτός που ρωτάει έχει πολλές πιθανότητες να μη γίνει ποτέ συγγραφέας. Είναι ένα από τα πράγματα που ένας συγγραφέας τα γνωρίζει διαισθητικά. Όταν ρωτάς, σημαίνει πως δεν έχεις τη διαίσθηση.
Αν παρ' όλα αυτά απαντούσα στον Λέην με την παραπάνω μυστική συνταγή, δεν θα συνέχιζε με την επόμενη στερεότυπη ερώτηση:
«Πού βρίσκεις τα πρόσωπα που γράφεις;» Πράγμα που είναι το ίδιο απολύτως με το: «Από πού αντλείς τις ιδέες σου;"
Λοιπόν, θα χρειαζόταν ένα δοκίμιο ανάλογο με το προηγούμενο για να σχεδιάσω μια απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του Λέην αλλά μια κι είμαστε εδώ και εγώ και εσείς, τι μας εμποδίζει να το τολμήσουμε;
Ας πούμε λοιπόν, η Μάγκι από πού ξεφύτρωσε; Ορισμένα μέρη της προέρχονται από μια γυναίκα που τη λένε Σων (η, οποία, όταν της έδωσα ένα αντίτυπο του δημοσιευμένου διηγήματος και της είπα ότι είχε αποτελέσει το μοντέλο της Μάγκι με κοίταξε σαν να είχα μόλις πέσει από μια καταπακτή κάτω από ένα μανιτάρι. Δεν έβρισκε τίποτε κοινό ανάμεσα σ' αυτήν και την ηρωίδα, πράγμα που ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα. Η Μάγκι γεννήθηκε από τη Σων, αλλά η Σων δεν είναι η Μάγκι. Ούτε και η Μάγκι είναι η Σων, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Υπάρχουν σημεία ομοιότητας και η γενική ατμόσφαιρα για μένα σαν δημιουργό, είναι η ίδια, αλλά ένα δικό μου δημιούργημα δεν θα μπορούσε να αντιγράφει βήμα προς βήμα τη ζωή).
Η ιστορία όμως για το πώς γεννήθηκε η Μάγκι, ίσως να απαντάει κατά κάποιο τρόπο στο ερώτημα από πού προέρχονται οι ιστορίες και οι ήρωες. Γι' αυτό θα σας διηγηθώ πώς έγινε.
Γνώρισα τη Σων το 1963 εδώ στο Λος Αντζελες. Ήταν και είναι πάντα μια απίστευτα ωραία και εντυπωσιακή γυναίκα με έναν αέρα που κάνει την παρουσία της αισθητή ακόμη κι όταν μπαίνει μέσα σ' ένα κατάμεστο δωμάτιο. Έχω δει ολόκληρες παρέες από ξέφρενους γλεντοκόπους να χάνουν τη μιλιά τους και να γυρίζουν να κοιτάξουν τη Σων καθώς μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Ντύνεται κομψά, είναι ψηλή, το πρόσωπό της είναι όπως το περιέγραψα στο διήγημα και με δυο λόγια είναι από τις γυναίκες που δεν συναντάς δεύτερη μέσα σε δέκα χρόνια.
Δεν έχω ιδέα πώς πραγματικά κερδίζει το ψωμί της η Σων. Είμαι βέβαιος πως δεν είναι ούτε κωλ γκερλ ούτε πόρνη, εξίσου σίγουρος όμως είμαι πως είναι το είδος ακριβώς της γυναίκας που θα χρησιμοποιούσε την ασυνήθιστη θηλυκότητα και τον αισθησιασμό της για να τυλίξει ένα πλούσιο άνδρα και να ζήσει πλάι του όσο χρειάζεται για να αποκομίσει καθαρά οφέλη. Είναι όμως φανερό ότι αξιολογεί τον εαυτό της πολύ ψηλά για να πουληθεί φτηνά. Είναι το είδος της γυναίκας - όπως τη βλέπω εγώ - για την οποία μιλούσε ο Λωτρέκ όταν έλεγε: «Οι γυναίκες ποτέ δεν χαρίζουν την αγάπη τους - τη δανείζουν και... με το μεγαλύτερο τόκο». Προσέξτε παρακαλώ τη διάκριση που κάνω εδώ: όχι μια πόρνη, μια φτηνιάρα, απλώς μια γυναίκα που χρησιμοποιεί το σεξ σαν άλλο ένα εργαλείο για να πετύχει τους στόχους της. Η διάκριση είναι σημαντική γιατί αγγίζει στην καρδιά το χαρακτήρα της Μάγκι. Στο διήγημα η Μάγκι βρίσκεται μαζί με το Νάνσιο, αλλά όπως του εξηγεί με φοβερή σαφήνεια, δεν του ανήκει. Εξακολουθεί να ανήκει μόνο στον εαυτό της. Αν την είχα κάνει μονοδιάστατα μια πόρνη, ένα κομμάτι κρέας, δεν νομίζω ότι το διήγημα θα πετύχαινε την καρδιά του θέματος όπως νομίζω ότι την πετυχαίνει τώρα. Από αυτές τις συχνά λεπτές και τονικές διακρίσεις στη διαγραφή ενός χαρακτήρα μπορεί τελικά να κριθεί το αν θα δημιουργήσεις ένα νέο χαρακτήρα ή απλώς θα στήσεις άλλη μια χάρτινη φιγούρα... Στην περίπτωσή μας θα είχα μια πόρνη με χρυσή καρδιά, αυτό το μπαγιάτικο κλισέ δακρύβρεχτων και φτηνών ρομάντζων του 1930, όπου οι συγγραφείς ενδιαφέρονταν περισσότερο να εδραιώσουν το φαλλοκρατισμό τους παρά να γυρίσουν τον καθρέφτη της ζωής σε μια νέα κατεύθυνση.
Όμως ξεφεύγω από την ιστορία μου. Για να ξαναγυρίσω...
Ένιωθα σωματική έλξη για τη Σων, την έλξη όμως αυτή την περιόριζε κάπως μια ασυνείδητη αντίδρασή μου απέναντί της, μια αντίδραση που γεννιέται πάντα μέσα μου όταν βρίσκομαι απέναντι σε αφρισμένα νερά, σε ρουφήχτρες, σε άγρια ρεύματα. Δεν ξαπλώσαμε ποτέ, όπως λένε στο δρόμο, Και με κάποιο περίεργο τρόπο γίναμε φίλοι. Η Σων ήταν για μένα ένα απ' αυτά τα εξωτικά τοτέμ που όλοι μας κρατάμε μέσα στη ζωή μας για να μας δείχνουν πόσο καλά προσαρμοσμένοι και «νορμάλ» είμαστε κι εγώ γι' αυτήν ένας πονηρός νάνος που άνοιγε έξυπνες συζητήσεις σε βαρετά δείπνα, κάποιος που ξυπνάει οποιαδήποτε ώρα της μέρας όταν του κάνουν απελπισμένα τηλεφωνήματα.
Ένα βράδυ γυρίζαμε στο μικρό της σπίτι και ήταν τύφλα στο μεθύσι. Την κουβάλησα στην κρεβατοκάμαρα, μια κρεβατοκάμαρα ακριβώς όπως την περιέγραψα στο διήγημα, μόνο που ποτέ δεν την περιέγραψα στο διήγημα.
(Τι στην οργή θέλει να πει τώρα; Ή την περιέγραψε μέσα στο διήγημα, ή δεν την περιέγραψε. Δεν μπορούν να γίνουν και τα δυο).
Λάθος. Μπορούν να γίνουν και τα δυο. Στην πραγματικότητα πρέπει να γίνουν και τα δυο αν θέλεις να είναι σωστός ο χαρακτήρας που έπλασες, αν θέλεις οι ήρωες σου να μοιάζουν ζωντανοί. Γιατί - κι εδώ είναι η ουσία - αυτό που πρέπει να επιδιώκει ο συγγραφέας δεν είναι η δημοσιογραφική αποτύπωση της ζωής, αλλά η αληθοφάνεια, μια μεταλλαγμένη και μετατονισμένη αντίληψη της ζωής που μοιάζει για αληθινή. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας μπορεί να επιλέξει τα στοιχεία που ταιριάζουν καλύτερα, που μοιάζουν πιο δυνατά, που είναι πιο καίρια. Για τον συγγραφέα η καλύτερη προσέγγιση σ' αυτή την αληθοφάνεια εξασφαλίζεται μέσα από την εξοικείωση με το πλαίσιο των χαρακτήρων.
Όλα τα σιωπηλά πράγματα, οι μικρές λεπτομέρειες που δεν χρειάζεται να εμφανιστούν ποτέ στην τυπωμένη σελίδα κι ωστόσο ζουν εκεί, μέσα στις σκιές, πίσω από τις λέξεις.
Η κρεβατοκάμαρα της Σων: οι τοίχοι καλυμμένοι με βελουτέ ταπετσαρία, σε χρώμα βαθύ κόκκινο και μαύρο. Ένα τεράστιο κρεβάτι με κεφαλή από δαντελωτό φερ φορζέ. Ένας αισθησιασμός ήταν διάχυτος παντού, σε κάθε αντικείμενο που είχε διαλέξει να βάλει μέσα στο δωμάτιο. Το μπάνιο ήταν προέκταση της κρεβατοκάμαρας, ως τα χρυσά δελφίνια που σχημάτιζαν τις βρύσες στο νιπτήρα και τη μπανιέρα. Από κάποια άποψη ήταν ένα εξευγενισμένο αντίγραφο αριστοκρατικού πορνείου της Νέας Ορλεάνης και παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσες να σταθείς σε κάτι συγκεκριμένο για να κάνεις τη σύγκριση, το σύνολο του ανέδινε έναν... ένα, πώς να το πω... έναν αέρα Μαγγκι-σμού. Το δωμάτιο ήταν προέκταση των αναγκών της, των πόθων της, του παρελθόντος της, των ελπίδων της για το μέλλον, ήταν το στυλ και η πρόσοψή της.
(Δεν συνέβη να γράψω κάποια σκηνή στην κρεβατοκάμαρα της Σων, όμως αυτή η κρεβατοκάμαρα ήταν εκεί, μπαίνοντας μέσα στην περιγραφή της Μάγκι. Για μένα, η υλική παρουσία της κρεβατοκάμαρας αυτής επιβεβαίωνε την αίσθηση που είχα για το ποια ήταν η Σων και η ανάμνησή της βρισκόταν γύρω μου όταν έγραφα την ιστορία. Έτσι, χωρίς να εγγράψω αυτό το στοιχείο μέσα στη συγκεκριμένη ιστορία της Μάγκι, βρισκόταν μέσα, όχι απλώς σαν δεδομένο αλλά σαν κεντρικό στοιχείο).
Θα μπορούσε να το 'χαμε κάνει εκείνο το βράδυ, η αντίδραση όμως που ανέφερα πρωτύτερα με έσπρωξε να τη σκεπάσω απλώς με μια κουβέρτα και να φύγω σιγανά από το σπίτι.
Έκανα δυο χρόνια να την ξαναδώ. Στις 7 Οκτωβρίου 1965, ημέρα Πέμπτη, βρισκόμουνα στο Λας Βέγκας και συναντηθήκαμε ξανά. Είχα γράψει το σενάριο (που αλλοιώθηκε όπως πάντα) μιας ταινίας που λεγόταν The Oscar, για την Embassy Pictures του Τζόζεφ Ε. Λιβάιν. Παρά το γεγονός ότι το είχα γράψει για τον Στηβ Μακ Κουήν και τον Πήτερ Φολκ, διάλεξαν τον Στέφεν Μπόυντ και τον Τόνυ Μπένετ και προκειμένου να προωθήσει το πρώτο (και όπως τελικά αποδείχτηκε και τελευταίο) έργο του Μπένετ, ο Λιβάιν μετέφερε αεροπορικά όλο το καστ και το συνεργείο, συμπεριλαμβανομένης και της διαφημιστικής ομάδας από το Χόλυγουντ στο Λας Βέγκας, για την πρεμιέρα του Μπένετ στο ξενοδοχείο Ριβιέρα.
Μια μικρή παρέκβαση τώρα που δεν είναι παρέκβαση. Οι άνθρωποι λειτουργούν σε συνάρτηση με το περιβάλλον τους. Είναι τόσο αυτονόητο αυτό που κανονικά δεν θα έπρεπε να το πω, συχνά όμως εκπλήττομαι τόσο πολύ από την αφέλεια εκείνων που θέλουν να γίνουν συγγραφείς και βάζουν ερωτήσεις όπως το «Πού αντλείτε τις ιδέες σας;» που αναγκάζομαι να λέω τέτοια πράγματα.
Αν καταλάβατε αυτή τη δήλωση, θα έχετε καταλάβει γιατί η διαγραφή ενός χαρακτήρα μπορεί να διατυπωθεί με όρους χώρου. Δηλαδή ένα άτομο βρίσκει συγκινησιακή ισορροπία στην ύπαιθρο κι ένα άλλο μόνο στις μεγαλουπόλεις. Ένας συγγραφέας μπορεί να πλάσει έναν ήρωα συνδέοντάς τον με το σκηνικό μέσα στο οποίο λειτουργεί. Προσωπικά πιστεύω ότι χρειάζεται να είσαι αρκετά ιδιαίτερο άτομο για να τριγυρίζεις άνετα στο Λας Βέγκας. Ένας τυφλοπόντικας των χωραφιών δεν θα τα κατάφερνε καθόλου ακόμη κι ένας αρουραίος της πόλης θα δυσκολευόταν. Γιατί το Βέγκας δεν είναι ούτε πόλη ούτε χωριό. Είναι ένα πολιτισμικό τεχνητό κατασκεύασμα, ένα αφύσικο εξόγκωμα στη μέση της ερήμου. Ένα πράγμα που ποτέ δεν θα είχε ευδοκιμήσει χωρίς την απληστία και τα ρηχά όνειρα και μια έλλειψη μέσα στον χαρακτήρα του Αμερικανού που απαιτεί εκπλήρωση σε κάθε είδους Ντίσνεϋλαντς.
Το κλίμα του Λας Βέγκας έχει για μένα κάτι από τον Λάβκραφτ: σκοτεινό και καταχθόνιο παραμονεύει μ' ένα χαμόγελο Βοργία κάτω από τον αθώο ήλιο της Νεβάδα, ώσπου να ρουφήξει κάθε χώρα και ελπίδα από τις ψυχές των χαμένων αυτού του κόσμου, των ανθρώπων σαν τον Κόστνερ - για παράδειγμα (Σαν παρένθεση παρενθέσεως θέλω να πω ότι ίσως χρειάζεται το μυαλό ενός μυθοπλάστη για να δει αυτές τις ιδιότητες στο Λας Βέγκας. Ξέρω δεκάδες ανθρώπων που ζουν στο Λας Βέγκας και μου μιλούν για τις εκκλησίες και τα σχολεία και την καλή ζωή, εμένα όμως μου σηκώνεται η τρίχα κάθε φορά που πλησιάζω σ' αυτό το μέρος και χρειάστηκε ένας άλλος μυθοπλάστης, ο Richard Matheson, για να συλλάβει αυτό που συνέλαβα κι εγώ γι' αυτό τον τόπο, όταν έγραψε το σενάριο για τον Night-Staltzer καθησυχάζοντάς με έτσι ότι δεν ήμουνα μια μοναχική ψυχή που έβλεπε εφιάλτες πίσω από το νέον)... Κι αυτό μου θυμίζει να σας πω σχετικά με το «πλάσιμο των χαρακτήρων» ότι για να γίνει αποτελεσματικό το στήσιμο των πρωτότυπων χαρακτήρων μέσα στο συγκεκριμένο σκηνικό τους, θα πρέπει να αντλεί κανείς υλικό από τους υπόγειους κραδασμούς που εκπέμπει ένας τόπος, είτε πρόκειται για τρώγλη του Χάρλεμ, ή για προπολεμικό ερείπιο σε μια ξεχασμένη περιοχή της Λουϊζιάνας, είτε ένα καζίνο του Λας Βέγκας. Κι εδώ πάλι θα πρέπει να μεσολαβήσει η διαίσθηση του συγγραφέα. Τελικά βλέπετε, δεν ήταν και τόσο παρέκβαση.
Λας Βέγκας λοιπόν. Ένα ειδικό μέρος με μια ειδική ατμόσφαιρα. Ένας ρυθμός παράνομου σεξ, ένα υπόγειο ρεύμα κινδύνου και έξαψης, ένας ειδικός ήχος στον αέρα. Παρακολούθησα την παράσταση του Μπένετ στο Ριβιέρα - μαύρη γραβάτα και σμόκιν, πολλές καλλονές, πολλή λάμψη - και μετά οι παραγωγοί μου κι όλη η υπόλοιπη συντροφιά από το The Oscar, σκόρπισαν ο καθένας στις προσωπικές του μανίες. Άλλοι να κυνηγήσουν χορεύτριες, άλλοι για ύπνο και άλλοι για τυχερά παιχνίδια. Δεν είχα διάθεση για ύπνο παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει μεσάνυχτα κι έτσι κάθισα σ' ένα τραπέζι του μπλακτζάκ κι άρχισα να παίζω.
Ίσως να είχε περάσει μισή ώρα όταν αισθάνθηκα ένα χέρι στον ώμο μου. Γύρισα τα μάτια μου από τον κρουπιέρη και είδα τη Σων, απίθανα γοητευτική και ξαφνικά - κλικ! - τόσο ταιριαστή με το σκηνικό που συνειδητοποίησα χωρίς καν να το σκεφτώ, πως η Σων είχε γεννηθεί για το Λας Βέγκας και το Λας Βέγκας για τη Σων. Σύμφωνα με το παλιό ρητό αν το Λας Βέγκας ή η Σων δεν υπήρχαν θα έπρεπε ο ένας να επινοήσει τον άλλον.
Εξαργύρωσα τις μάρκες μου (σαν προσωπική υποσημείωση εδώ θέλω να πω ότι ο χαρακτήρας του Κόστνερ δεν είναι ο Συγγραφέας. Πολλές φορές μια δυναμική συνισταμένη ενός χαρακτήρα ξεπηδάει από την προσωπικότητα του συγγραφέα, στην περίπτωση του Κόστνερ όμως που είναι ένας χαμένος με όλες τις βαθύτερες έννοιες αυτής της λέξης αντλούσα από άλλες πηγές. Στην ιστορία ο Κόστνερ χάνει και ξαναχάνει στα τραπέζια. Στην πραγματική ζωή εγώ κερδίζω συνεχώς. Αυτό σημαίνει, στο γράψιμο, να παίζεις κόντρα στο Σύνδρομο του Πορτνόυ). Κάναμε μια βόλτα έξω στο πάρκινγκ. Η Σων μου είπε ότι δούλευε σαν χορεύτρια σ' ένα από τα καζίνα. Αυτό μου φάνηκε παράξενο. Ποτέ δεν είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ήξερε καν τα βασικά του χορού και για να μπεις στο μπαλέτο των μεγάλων ξενοδοχείων του Βέγκας, έπρεπε να είσαι πολύ καλή χορεύτρια. Φυσικά υπάρχουν κι αυτές που ονομάζουν «γυμνά αγάλματα», που στέκονται απλώς και δείχνουν την ομορφιά τους, κάτι όμως μέσα μου με προειδοποιούσε πως η Σων δεν μου έλεγε την αλήθεια. Ίσως είχε μπλέξει σε κάποια μπερδεμένη ιστορία και δεν ήθελε να τη μάθω. Στην πραγματικότητα δεν είχε σημασία. Μου είπε ότι ζούσε στο Βέγκας και με κάλεσε να γυρίσω σπίτι μαζί της.
Αυτή ήταν ίσως η μοναδική στιγμή στη σχέση μας που θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο κρεβάτι. Και οφείλω να ομολογήσω πως ήμουνα έτοιμος να πω ναι. Κάτι όμως με έτρωγε μέσα μου, κάτι για τη Σων και το Λας Βέγκας, για τη νύχτα και την ηλεκτρική της αμεσότητα. Είπα όχι κι εκείνη μπήκε στο αυτοκίνητό της και έφυγε αφού ανταλλάξαμε τις συνηθισμένες κενές υποσχέσεις «να μη χαθούμε».
Έμεινα όρθιος στο πάρκινγκ προσπαθώντας να φέρω αυτή την ιδέα από το πίσω μέρος του μυαλού μου ως το προσκήνιο. Πρέπει να καταλάβετε ότι τη στιγμή εκείνη άρχιζα να αποστασιοποιούμαι από την πραγματικότητά μου. Αν υπάρχει κάποια στιγμή που μπορεί ένας συγγραφέας να αναγνωρίσει σαν τη δημιουργική στιγμή που μια ιστορία παίρνει μορφή μέσα στο κεφάλι του, τη στιγμή που οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εντοπίσουν από τις πρώτες αρχές της γραπτής ιστορίας, πρέπει να είναι μια στιγμή σαν αυτή που έζησα στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου Ριβιέρα στο Λας Βέγκας. Γιατί κάτι άφριζε μέσα μου, όλες οι ασυνείδητες συνδέσεις ολοκληρώνονταν, οι καρτέλες των δεδομένων περνούσαν από επεξεργασία, όλο το μηχάνημα δούλευε στο φουλ.
Γύρισα στο καζίνο και κάθισα σ' ένα τραπέζι του μπλακτζάκ. Δεν έπαιξα όμως. Ήμουνα σκεφτικός και το μυαλό μου γύρισε από μόνο του στο μέρος όπου είχε γεννηθεί το όνειρο. Ο κρουπιέρης ενοχλήθηκε που έπιανα το χώρο, αλλά συνέχισε το μοίρασμα προσπερνώντας με.
Ήχοι. Ένα αμάλγαμα ήχων ήταν αυτό που τελικά πυροδότησε την επιστροφή του ονείρου στη συνείδησή μου. Ο ήχος από τις τυχερές μηχανές που κλικκλικ-κλικ γύριζαν και πλήρωναν... ήχοι των ανθρώπων που στοιχημάτιζαν το μέλλον τους ελπίζοντας ότι θα ξεφύγουν από το παρόν τους... ο τροχός της τύχης... οι φωνές των κρουπιέρηδων.
Όλα ταίριαζαν μαζί.
Η Σων. Το Λας Βέγκας. Η υπουλότητα των τυχερών μηχανών. Η λατρεία μιας μοντέρνας θεότητας που προσωποποιείται από την τύχη και η απελπισία που φέρνει ο θάνατος της τύχης.
Σηκώθηκα από το τραπέζι του μπλακτζάκ και όρμησα επάνω.
Μια από τις παραξενιές μου είναι ότι ταξιδεύω πάντα με τη γραφομηχανή μου. Όπου και να πάω, η μηχανή με ακολουθεί γιατί έχω διαπιστώσει πως δεν μπορώ να προβλέψω πότε θα κάνει την εισβολή του το όνειρο. Η γραφομηχανή με περίμενε. Πέταξα τα ρούχα μου κι άρχισα να γράφω (Για να καταλάβετε τα παρακάτω είναι απαραίτητο να σας πω ότι συχνά γράφω γυμνός. Δεν πρόκειται για υψηλή καλλιτεχνική απόλαυση, είναι απλώς θέμα βολής. Όταν γράφω συχνά περπατάω πάνω κάτω και συμμετέχω σωματικά καθώς ξετυλίγεται η ιστορία. Μερικές φορές παίζω μόνος μου ορισμένους ρόλους και συζητάω με τους ήρωες μου. Έτσι λοιπόν: ήμουνα γυμνός και έγραφα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου του Λας Βέγκας όπου η θερμοκρασία του κλιματισμού ήταν αρκτική).
Έχω διαπιστώσει ότι το πιο δύσκολο σε μια ιστορία είναι να στήσεις σωστά το χαρακτήρα. Συνήθως αυτό πρέπει να γίνει ξεκινώντας από τον πυρήνα. Και πυρήνας είναι η ιδιαίτερη λειτουργία που θα εξυπηρετήσει ο χαρακτήρας μέσα στην πλοκή. Αν είναι απαραίτητο ένας χαρακτήρας να έχει κάποια έντονη δράση π.χ., είναι σκέτη αυτοκτονία να τον περιγράψεις σαν σωματικά ανεπαρκή: ανάπηρο, φυματικό, πολύ κοντό, έφηβο... Αν είναι απαραίτητο ο χαρακτήρας να συλλάβει κάποια αφηρημένη ιδέα ή να φτάσει σε κάποια βαθιά φιλοσοφική ή ηθική απόφαση, τότε θα ήταν καταστροφικό να τον περιγράψεις σαν αλήτη, ή ανήθικο ή τόσο χαμηλά πεσμένο που οι αποφάσεις να είναι αταίριαστες με τη βασική του φύση. Φυσικά αυτοί είναι εμπειρικοί κανόνες. Μπορεί να φτιάξει κανείς μια θαυμάσια αντίστιξη φέρνοντας έναν ανάπηρο αντιμέτωπο με μια κατάσταση όπου θα πρέπει να ξεπεράσει την αναπηρία του για να φτάσει κάπου, ή ανάλογα μπορεί κανείς να δώσει μια λεπτή νότα ανθρωπιάς αν πάρει έναν ήρωα που ποτέ στη ζωή του δεν έκανε λεπτές ηθικές διακρίσεις, και τον δείξει να παλεύει μ' αυτή την ανάγκη. Σε γενικές όμως γραμμές, οι κανόνες ισχύουν. Μερικές φορές είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν το κεντρικό πρόσωπο θα είναι άνδρας ή γυναίκα. Κατά παράδοση στη μυθιστοριογραφία οι άνδρες ήταν οι χαρακτήρες που διηγούνται την ιστορία, οι σωτήρες, οι ήρωες. Η γνώμη μου είναι πως πολλά απ' αυτά οφείλονται στον ανδρικό σωβινισμό. Ασυνείδητος σεξισμός.
Στην περίπτωση της «Όμορφης Μάγκι των Ασημένιων Νομισμάτων» το πρόβλημα ήταν ακόμη πιο περίπλοκο. Ο χαρακτήρας με τα μάτια του οποίου βλέπουμε την ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι η Μάγκι εξαιτίας του στυλ και του σχήματος που είχα αποφασίσει να χρησιμοποιήσω, όμως η Μάγκι έπρεπε να είναι η πρωταγωνίστρια, το πιο δυνατό πρόσωπο στην ιστορία. Ο Κόστνερ για να κάνει αυτά που είχε να κάνει, έπρεπε να είναι από τους χαμένους, τους αδύνατους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν συμπαθητικούς χαρακτήρες ταύτισης. Έτσι χώρισα στη μέση την οπτική γωνία εισάγοντας τον Κόστνερ σαν παρόν και τη Μάγκι σαν φλας μπακ (ενώνοντάς τους μόνο στο ονειρικό κομμάτι όπου η Μάγκι «παίρνει» τον ανδρισμό του Κόστνερ). Άφησα όμως κάποια συννεφάκια απ' το χαρακτήρα της Μάγκι, να περνούν φευγαλέα μέσα στις σκηνές του Κόστνερ, ώστε η παρουσία της να είναι πάντα κέντρο. Καθώς έγραφα την ιστορία ολόκληρη τη νύχτα ως το άλλο πρωί, η Μάγκι άρχισε να μου γίνεται έμμονη ιδέα. Ήταν ένας από τους πιο ζωντανούς χαρακτήρες που έχω δημιουργήσει ποτέ. Στην πραγματικότητα είναι αστείο: τη Μάγκι δεν τη δημιούργησα εγώ, μόνη της δημιούργησε τον εαυτό της. Γι' αυτό και θεωρώ πως είναι το καλύτερο διήγημά μου. Επειδή είναι τόσο σωστή, τόσο ζωντανή, ανταποκρίνεται στην προειδοποίηση του Φόκνερ για το μοναδικό πραγματικό ήρωα που αξίζει να γράψεις γι' αυτόν και βοηθάει την πραγματοποίηση της πιο ιερής συγγραφικής προσπάθειας: γίνεται πραγματικός άνθρωπος. Αν το σκεφτείτε θα δείτε πως τα σπουδαιότερα βιβλία είναι εκείνα όπου ένας κεντρικός ήρωας ξεπηδάει τυλιγμένος μέσα σε μια τέτοια αύρα αληθοφάνειας που ποτέ δεν τον ξεχνάς. Ο Πιπ, ο Χωκ Φιν, ο Κουασιμόδος, ο Καπετάνιος Αχααβ, ο Ρόμπερτ Τζορντον, ο Τζέηκ Γκάτσμπυ, ο Μπεν Ράιχ, η λαίδη Μάκβεθ, ο Πρίγκιπας Μόσκιν, ο Σέρλοκ Χολμς, o Γουίνστον Σμιθ, ο Τουάν Τζιμ, η Ρίμα το κορίτσι-πουλί, η Αδελφή Κάρυ, είναι χαραγμένοι στη μνήμη μας, συνεχίζουν να ζουν και αφού κλείσουμε το βιβλίο. Πολύ καιρό αφού ο αναγνώστης έχει ξεχάσει τα μπερδέματα της πλοκής ή της αισθητικές λεπτομέρειες του στυλ, ο χαρακτήρας μένει χαραγμένος στο μυαλό του. Είναι σαν να έχουν ζήσει, έχουν ζήσει πραγματικά κι αυτό το δώρο, ότι τον έφερε σ' επαφή μ' ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο, ο αναγνώστης δεν μπορεί ούτε με ολόκληρες περιουσίες να το ξεπληρώσει στο συγγραφέα.
Πέρα όμως από τη ζωή που προσπάθησα να εμφυσήσω μέσα στη Μάγκι, υπάρχει μια ενέργεια που εμφύσησε εκείνη στο γράψιμο μου, αναγκάζοντάς με να την περιγράψω όπως εκείνη ήθελε. Έτσι για άλλη μια φορά, όπως πολλές στο παρελθόν, έβλεπα ένα χαρακτήρα να παίρνει στα χέρια του την ιστορία. Και νομίζω πως αν ένας συγγραφέας δουλεύει καλά, αν ελέγχει το υλικό του, ακόμη κι όταν δεν ξέρει ποια κατεύθυνση παίρνει η ιστορία, ο κεντρικός ήρωας θα αναλάβει τα πράγματα και θα βοηθήσει. Όσο πιο στέρεα ριζώνει ένας ήρωας στο μυαλό του αναγνώστη, τόσο πιο πολύ απαιτεί να ειπωθεί η ιστορία του σωστά, βγάζοντας τον συγγραφέα από μια περιοχή και βάζοντάς τον σε μιαν άλλη, οδηγώντας την πλοκή σε κατευθύνσεις που μπορεί να μην είχε υποψιαστεί ο συγγραφέας σαν δυνατές. Είναι μια εμπειρία θαυμαστή και τρομαχτική ταυτόχρονα.
Τόσο δυνατή ήταν μέσα μου η Μάγκι που έγραφα κι έγραφα χωρίς καμιά συναίσθηση του τόπου και του χρόνου, ούτε καν των αναγκών του σώματος. Και με τον τρόπο της η Μάγκι κόντεψε να με ξεκάνει όπως και τον Κόστνερ. Καθισμένος εκεί και γράφοντας μέσα στο παγωμένο δωμάτιο άρπαξα ένα κρυολόγημα που γύρισε σε οξεία πνευμονία πριν να καταλήξει σε πλευρίτιδα. Απ' όσο θυμάμαι, έπεσα λιπόθυμος τη δεύτερη μέρα του γραψίματος, με μετέφεραν άρον άρον στο Λος Άντζελες όπου μ' έβαλαν στο νοσοκομείο και ξύπνησα πολύ αργότερα φωνάζοντας να μου φέρουν τη γραφομηχανή μου για να τελειώσω την ιστορία μου.
Το πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα όλης αυτής της περιπέτειας είναι ότι δεν θυμάμαι ολόκληρα κομμάτια της ιστορίας. Τα δυο κομμάτια με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία, αμέσως μετά την καρδιακή προσβολή και το θάνατο της Μάγκι, πρέπει να γράφτηκαν καθώς έπεφτα σε κώμα. Είναι πραγματικά πολύ περίεργα κομμάτια: το ένα φαίνεται να προσπαθεί να περιγράψει τη στιγμή του θανάτου της και το άλλο - στο αρχικό χειρόγραφο - ήταν γραμμένο στο χέρι με τόσο μικροσκοπικά και ακατανόητα γράμματα που χρειάστηκε να το ξαναχτυπήσω στη μηχανή πριν να το δώσω στον εκδότη. Νομίζω πως προσπαθούσα μέσα στην παραζάλη μου να περιγράψω πώς αισθάνεται μια ασώματη ψυχή παγιδευμένη μέσα σε μια μηχανή κερμάτων. Κι αν αυτό δεν είναι καθαρή τρέλα τότε ο Σπύρος Αγκνιου είναι η Δεύτερη Παρουσία.
Αυτό που αποδεικνύουν όλα αυτά, τουλάχιστον σε μένα, είναι πως η Μάγκι είναι μια προσωπικότητα τόσο δυναμική που κατά κάποιο μαγικό τρόπο έγραψε μόνη της την ιστορία της. Και μη νομίζετε ότι πρόκειται για μοναδικό γεγονός. Σχεδόν όλοι οι καλοί συγγραφείς με τους οποίους έχω μιλήσει μου έχουν διηγηθεί παρόμοιες ιστορίες: σε κάποιο σημείο της εξέλιξης μιας ιστορίας, ένας ήρωας βγήκε από την παθητικότητα και αρνήθηκε να κάνει αυτό που ήθελε ο συγγραφέας. Μερικοί αρνήθηκαν να ερωτευτούν όταν τους το διέταξαν, άλλοι αρνήθηκαν να πεθάνουν, κι άλλοι επέμειναν να γίνει η ζωή τους πιο σημαντική από τη ζωή των χαρακτήρων του είχε διαλέξει ο συγγραφέας σαν πρωταγωνιστές. Είναι πράγματα που συμβαίνουν.
Ο Αλέξις Μπάντρις, ένας συγγραφέας που έχει γράψει μερικά από τα καλύτερα έργα ε.φ. μου είπε κάποτε, όταν βρισκόμουνα στην αρχή της καριέρας μου, ότι δεν μπορείς να περιγράψεις ένα χαρακτήρα λέγοντας ότι έμοιαζε σαν τον Κάρυ Γκραντ με μεγαλύτερα αυτιά. Θυμάμαι μια ιστορία που έγραψε κάποτε ο Αλέξις, όπου ο κακός ήταν ένας γραφειοκράτης που μασούλαγε καραμέλες σ' όλη τη διάρκεια μιας δύσκολης συνομιλίας με τον πρωταγωνιστή. Αυτό απετέλεσε κλειδί για τη φύση του ήρωα... δεν θυμάμαι πώς... έχουν περάσει δεκάξι χρόνια από τότε που το πρωτοδιάβασα... όμως αυτό το χαρακτηριστικό του ήρωα έμεινε χαραγμένο στο μυαλό μου αν κι έχω ξεχάσει την ιστορία. Αυτό που εννοούσε ο Αλέξις για τα αυτιά του Κάρυ Γκραντ ήταν ότι δεν υπάρχουν ετοιματζίδικες συνταγές για το χτίσιμο ενός χαρακτήρα. Πρέπει να σκάψεις και να ψάξεις και να ζήσεις, για να βρεις τα στοιχεία της ανθρωπιάς που είναι απαραίτητα για να ταιριάξει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη ιστορία.
Και πέρα απ' αυτό όμως δεν αρκεί να πεις πώς είναι ένας χαρακτήρας. Πρέπει να το δείξεις. Ο τρόπος που μιλάει ένας χαρακτήρας για τον εαυτό του και η αλήθεια ή το ψέμα που αποκαλύπτονται όταν συγκρίνονται με τις πράξεις του ήρωα, ο τρόπος που μιλούν οι άλλοι γι' αυτόν ο τρόπος που αντιδρούν οι άλλοι - μ' αυτούς τους τρόπους βλέπουμε την προσωπικότητα να αποκαλύπτεται μόνη της αντί να μας λέει ένας παντογνώστης συγγραφέας ότι είναι έτσι κι έτσι.
Ο ρυθμός ομιλίας του ήρωα, ο τρόπος που ντύνεται, οι συχνοί μανιερισμοί του, η μυρωδιά του, το βάδισμά του... αποτελούν μέρη ενός ολοκληρωμένου σχεδιάσματος, χωρίς να ξεχνάμε όμως ότι δεν θα 'πρεπε να λέει κανείς για ένα χαρακτήρα περισσότερα απ' όσα είναι απαραίτητα για μια κατανόηση και αναγνώριση ανάλογη με το βάρος του χαρακτήρα. Ο Τσέχοφ έχει πει κάποτε: «Αν στην πρώτη πράξη δείχνεις ένα πιστόλι κρεμασμένο στον τοίχο, πρέπει να φροντίσεις ως το τέλος της δεύτερης πράξης να έχει πυροβολήσει». Με άλλα λόγια μην παραγεμίζεις την ιστορία μ' ένα σωρό άχρηστες περιγραφές για ένα χαρακτήρα, αν δεν είναι απαραίτητες στην πλοκή ή στην πρόσδοση μεγαλύτερης ζωντάνιας στο χαρακτήρα.
Να θυμάσαι: οι χαρακτήρες δεν υπάρχουν εν κενώ. Ζούνε σε συνάρτηση με την εποχή τους, τον τόπο τους, το παρελθόν τους και τις αντιδράσεις που τους προκαλούν οι άλλοι χαρακτήρες. Πρέπει να έχουν μια εσωτερική συνέπεια. Η Κέητ Σμιθ δεν μπορεί ποτέ να συλληφθεί κάνοντας λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Κάτι τέτοιο δεν θα λειτουργούσε. Κανείς δεν θα το πίστευε. Ο Αμπι Χόφμαν δεν θα εξέδιδε ποτέ ένα βιβλίο στο Stanyan Press του Rod McKuen. Φαίνεται παράλογο και δεδομένου ότι ο συγγραφέας δυσκολεύεται αρκετά να πείσει τους αναγνώστες τους να αναστείλουν τη φυσική τους δυσπιστία όσο χρειάζεται για να δεχτούν τις βασικές αρχές μιας ιστορίας - ιδιαίτερα μιας ιστορίας ε.φ. - δε σηκώνει να προσθέτει κι ένα παράλογο χαρακτήρα που λειτουργεί εκτός κειμένου.
Συνάντησα τη Σων πριν από δυο μήνες περίπου στο The Farmer's Μάρκετ. Ήταν πάντα υπέροχη. Λίγο πιο μεγάλη ίσως αλλά ηλιοκαμένη και λυγερή. Φορούσε ένα μεγάλο ανοιχτόγκριζο καπέλο που κατέβαινε χαμηλά πάνω από το ένα μάτι και μόλις είχε γυρίσει από τη Γουατεμάλα ή την Ουρουγουάη ή κάποιο παρόμοιο μέρος.
Της είπα ότι είχα σκοπό να γράψω αυτό το κείμενο. Γέλασε και με φίλησε στο μάγουλο. «Δεν πιστεύω να προσπαθείς ακόμη να πείσεις τον κόσμο ότι είμαι το μοντέλο γι' αυτή τη φοβερή ηρωίδα», είπε.
«Κανείς δεν θα σε πίστευε!»
Ίσως να είναι έτσι. Έχω όμως μια υποψία ότι κάπου στη Γουατεμάλα ή στην Ουρουγουάη ή κάπου αλλού, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, βρίσκεται ένας πλούσιος άντρας που έχει γίνει λίγο λιγότερο πλούσιος, επειδή έζησε δίπλα στη Μάγκι για λίγες βδομάδες, κι αυτός θα με πιστέψει.
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη


Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Περί Θεού – Harlan Ellison


...Ο Καρλ Σραγκ σήκωσε το κεφάλι καθώς ο άντρας από το Μπελόιτ έδενε τη ζώνη του. «Το αστείο σας ήταν πολύ κακόγουστο κύριε», είπε ψυχρά.
«Συμφωνώ», αποκρίθηκε ο άλλος. «Όμως επιτρέψτε μου να σας κάνω μια θεωρητική ερώτηση, καθαρά υποθετική».
Ο ιερέας έκλεισε το περιοδικό στο πτυσσόμενο τραπεζάκι, σημαδεύοντας τη σελίδα με το στυλό του. Αναστέναξε καρτερικά και κοίταξε τον συνταξιδιώτη του με μια έκφραση που μαρτυρούσε ότι ετοιμαζόταν να παραδώσει μαθήματα χρηστομάθειας. «Μάλιστα. Και ποια είναι η ερώτηση;»
«Πιστεύετε στο Θεό;», είπε ο άντρας.
«Σοβαρολογείτε;»
«Ρωτάω για να ξεκινήσω από κάπου. Είστε ιερέας, άρα η απάντηση είναι ναι. Όμως τι γίνεται με τους θεούς, τους άλλους θεούς, όχι το Θεό όπως τον ξέρουμε;»
«Υπάρχει μόνον ένας Θεός και ο μονογενής του Υιός».
«Ναι, βέβαια, συμφωνώ απολύτως. Αλλά ας πάρουμε για μια στιγμή εκείνους τους κακόμοιρους αδαείς, σκλάβους των ειδωλολατρικών τους πεποιθήσεων. Τους Αιγύπτιους που πίστευαν στον Πτα, στον Θωθ, στον Άμμωνα. Τους Μάγους που λάτρευαν τον Ράξα Κακουλά και τον Κεραυνό. Τους Βίκινγκ με τον Οντίν, τον Λόκι και τους υπόλοιπους. Τους λαούς του Κίτρινου Ποταμού και τον Κουάν Τι, το θεό του πολέμου, και την Κουάν Γιν τη θεά του ελέους. Την Αλτιτζίρα των Αβοριγίνων, τον Πάπα Λέγκμπα των Αϊτινών, τον Κιβάτι των Ινδιάνων, τον Κρόνο των Ελλήνων. Θεοί, όλοι τους. Ισχυροί θεοί, ωραίοι θεοί, αποτελεσματικοί θεοί. Τι κάνουμε μ' αυτούς τώρα που πέρασε η εποχή τους;»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ τον κοίταξε ήρεμα. Ένιωθε σιγουριά τώρα που η κουβέντα είχε έρθει στα δικά του χωράφια. «Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε, κύριε. Όπως σας είπα: υπάρχει μόνον ένας Θεός και τ' όνομά του είναι Ιεχωβάς. Κι έχει μόνον ένα Υιό, τον Ιησού Χριστό, το Σωτήρα μας. Όλα τα υπόλοιπα είναι πρωτόγονη δαιμονολογία, φτηνές δεισιδαιμονίες, ειδωλολατρικές προλήψεις».
«Ναι, βεβαίως», είπε ο άντρας, σκύβοντας στο διάδρομο για να μαζέψει και να δώσει στον ηλικιωμένο μαύρο τη φθαρμένη κουβερτούλα που είχε πετάξει η κόρη του στη μοκέτα. «Αλλά θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μου τα φώτα σας ως θεολόγου, ως ανθρώπου του Θεού που έχει στοχαστεί σε βάθος αυτά τα πράγματα. Χρειάζομαι... πως να το πω... κάποια καθοδήγηση, ορισμένες αποσαφηνίσεις.
»Πάρτε για παράδειγμα τη μετάβαση από τον ελληνορωμαϊκό πολυθεϊσμό στο μεσαιωνικό χριστιανισμό. Όταν διαβάζουμε γι' αυτή την κατακλυσμιαία αλλαγή στην ιστορία του δυτικού κόσμου, μας εντυπωσιάζει η κυρίαρχη, αυτάρεσκη αίσθηση του θριάμβου, είτε τη συναντούμε σε χριστιανούς ιστορικούς όπως ο Ευσέβιος της Καισαρείας είτε σε χριστιανούς απολογητές όπως ο Αυγουστίνος, που άγιασε επειδή υπήρξε κλακαδόρος του Ιησού–»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ γούρλωσε τα μάτια, προσπάθησε να μιλήσει, έβηξε, έβγαλε άναρθρους ήχους και τέλος τραύλισε «κ-κ-κ», το πρώτο γράμμα του κλακαδόρου. Ο άντρας από το Μπελόιτ προσπέρασε την αντίδρασή του μ' ένα ανυπόμονο κυμάτισμα του χεριού και συνέχισε στον ίδιο τόνο: «Είμαστε και οι δύο άνθρωποι του κόσμου, δεν χρειάζεται να υπεκφεύγουμε. Ο Αυγουστίνος δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από δημόσιες σχέσεις για την πολιτική της ορθοδοξίας. Η άποψη ότι ο χριστιανισμός έφτασε να γίνει επίσημη κρατική θρησκεία, αποδεκτή και σεβαστή απ' όλους, χωρίς αντιδράσεις και ανταγωνισμούς, είναι... για να το πω επιεικώς μονολιθική. Αλλά δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Ακόμη και το 385 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος δυσκολεύτηκε να απαγορεύσει την πίστη στο πάνθεον–»
Μιλούσε τόσο γρήγορα και τόσο στρωτά που μετά βίας κατάφερε ο αιδεσιμότατος Σραγκ να διακόψει αυτόν τον περίκομψο λεκτικό ποταμό.
«Ειδωλολατρεία! Να τι ήταν! Ανίδεες, απολίτιστες ορδές που παραπατούσαν στα σκοτάδια πριν λάμψει το φως του Χριστού!»
«Μα ναι, φυσικά, συμφωνώ ανεπιφύλακτα και μ' όλη μου την καρδιά», είπε ο άντρας από το Μπελόιτ, διακόπτοντας το λογύδριο του αιδεσιμότατου σαν να μην είχε προσέξει ότι τα μάτια του Σραγκ κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. «Αλλά βλέπετε πως χρησιμοποιείτε τη λέξη «ειδωλολατρεία»; Σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που, στην αρχή τουλάχιστον, δεν υιοθέτησαν οι παγανιστές για τον εαυτό τους, αλλά επικράτησε για να διακρίνονται οι μη χριστιανοί επιζώντες, οι λεγόμενοι και «εθνικοί», μετά το βαθμιαίο εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και την επακόλουθη...»
«Ήταν βάρβαροι... ούτε τα κορδόνια τους δεν μπορούσαν να δέσουν... έβαφαν τα οπίσθιά τους γαλάζια και ξερίζωναν ο ένας την καρδιά του άλλου. Χόρευαν γυμνοί γύρω από φωτιές, ξεκοίλιαζαν τους εχθρούς τους κι έτρωγαν τα σπλάχνα τους... Ειδωλολάτρες... βάρ-βα-ροι!» Η φωνή του είχε υψωθεί, τραβώντας την προσοχή των συνεπιβατών. Ο άντρας από το Μπελόιτ χαμογέλασε αμήχανα στον ηλικιωμένο μαύρο απέναντι, αλλά εκείνος βιάστηκε να στραφεί στην κόρη του που επαναλάμβανε επίμονα δύο λέξεις: «Κάνει πιπί». Ο άντρας γύρισε στον αιδεσιμότατο Σραγκ και είπε: «Μα ούτ' εγώ επικροτώ τέτοιες συμπεριφορές, ιδίως το βάψιμο των κώλων, αλλά το γεγονός ότι τους αποκαλείτε βαρβάρους φανερώνει ότι δεν γνωρίζετε την ιστορία τους».

«Π-π-ποια ιστορία;»
«Για παράδειγμα, οι αρχαιολόγοι που σκάβουν στην Πάμπα-ντε-λας-Λιάμα Μοξέκε και στο Σετσίν Άλτο στις περουβιανές Άνδεις, δέκα χιλιάδες παγωμένα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ανακάλυψαν έναν πολιτισμό που προηγείται εκείνου των Μάγιας κατά δύο χιλιάδες χρόνια και των Αζτέκων κατά τρεις.
»Τεράστιοι ναοί σε σχήμα U με δέκα ορόφους. Μια απέραντη αποθήκη, μεγαλύτερη από γήπεδο του μπέιζμπολ φιλοξενούσε τις σοδειές τους. Τα κτίρια ήταν υπέροχα διακοσμημένα με ζωγραφιές ιαγουάρων, αραχνών, ερπετών». Έγειρε μπροστά και ψιθύρισε: «Τα ζωηρά τους χρώματα διατηρήθηκαν άθικτα χάρη στο ψυχρό και ξηρό κλίμα των Άνδεων. Γιατί νομίζετε ότι εγκαταστάθηκαν σε τέτοιο υψόμετρο, σ' ένα τόσο εχθρικό για τον άνθρωπο περιβάλλον, και ανέπτυξαν το θαυμαστό τους πολιτισμό την ίδια εποχή που οι Αιγύπτιοι έχτιζαν τις πυραμίδες και οι πόλεις-κράτη των Σουμερίων άκμαζαν;
»Μήπως για να βρίσκονται κοντύτερα στους θεούς που λάτρευαν; Το θεωρείτε πιθανό; Βάλτε για μια στιγμή στην άκρη την «ειδωλολατρεία» και το μπογιάτισμα των κώλων και απαντήστε μου».
«Θα σταματήσετε επιτέλους να επαναλαμβάνετε αυτή τη λέξη!»
«Ποια, την ειδωλολατρεία;”
«Όχι, την άλλη».
«Α, λέτε για τους κω–»
«Ναι! Ναι, αυτήν!»
«Πρόθεσή μου δεν ήταν να προσβάλλω τις ευαισθησίες σας, αιδεσιμότατε. Εγώ απλώς μιλούσα για εναλλακτικούς θεούς. Εσείς μιλήσατε για το βάψιμο των ...»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ βιάστηκε να επέμβει. «Δεν υπήρξαν ποτέ αυτοί οι θεοί», είπε. «Μέχρι να αποκαλυφθεί ο Λόγος, οι ειδωλο-ε... οι παγανιστές πίστευαν σε περίεργα και απίθανα πράγματα».
«Μμμ, καταλαβαίνω. Οπότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι «εθνικοί» μάρτυρες, όπως η Υπατία της Αλεξάνδρειας, πέθαναν για το τίποτα. Αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω–» κι έριξε μια φευγαλέα ματιά απέναντι όπου η προετοιμασία για το «πιπί» συνεχιζόταν «τι θα έκανε ένας τέτοιος θεός, ένας παρωχημένος θεός, ένας παρωχημένος θεός, στην περίπτωση που έχανε όλους τους οπαδούς του, μ' όλες του τις Υπατίες λιθοβολημένες μέχρι θανάτου από καλούς χριστιανούς, έχοντας μείνει χωρίς πιστούς, εκτός από κάνα-δυο σατανιστές εδώ κι εκεί, κάτι άπληστα υποκείμενα που προσπαθούν να τον επαναφέρουν για να διαλέξει τα τυχερά νούμερα του Λότο; Ε; τι θα έκανε τότε;»
«Δεν μποροώ να κάνω τέτοιου είδους εικασίες κύριε», είπε ψυχρά ο Σραγκ.
«Τίποτα;»
«Απολύτως».
«Δεν πιστεύετε ότι ίσως η Ήρα να το 'ριχνε στο κρασί και να κατέληγε μια αντιπαθέστατη μπέκρω;»
«Μα τι αήδιες είναι αυτές!»
«Μήπως ο Τζίζο, αυτή η παντοδύναμη ιαπωνική θεότητα, έπεφτε σε κατάθλιψη και σκεφτόταν σοβαρά να κάνει χαρακίρι;»
«Ποιος; Τι;»
«Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: μου λέτε ότι δεν το θεωρείτε πιθανό να συνέχισε ο Δίας να υπάρχει αφού ο Κωνσταντίνος εξανάγκασε τους Ρωμαίους να αλλαξοπιστήσουν και, καθώς κανείς δεν του απηύθυνε πια προσευχές, ούτε καν πασάλειβε με μια στάλα μπογιάς τα πισινά του, να βαρέθηκε τη ζωή του και να τίναξε τα ολύμπια μυαλά του στον αέρα;»
Ο ιερέας τον κοίταξε έξαλλος από θυμό. Κι έπειτα γύρισε επιδεικτικά το κεφάλι, πήρε το περιοδικό, το άνοιξε και έπιασε πάλι το σταυρόλεξο.
«Δεκαέξι κάθετα», είπε χαλαρά ο άντρας από το Μπελόιτ, «λέξη με εννέα γράμματα, συνώνυμο του “ανεκτός”: υποφερτός».
Ο ιερέας δεν απάντησε ούτε στράφηκε να τον κοιτάξει όταν ο άντρας από το Μπελόιτ έλυσε τη ζώνη του και σηκώθηκε για ν' ακολουθήσει τον ηλικιωμένο μαύρο που συνόδευε την κόρη του στις τουαλέτες στο πίσω μέρος του αεροπλάνου.
Περίμενε όσο ο πατέρας ψιθύριζε στην κοπέλα: «Πήγαινε τώρα να κάνεις πιπί Έβελιν. Ξέρεις εσύ. Μπράβο το κοριτσάκι μου». Της άνοιξε την πόρτα λέγοντας: «Πρόσεξε μην ακουμπήσεις το σύρτη, γλυκιά μου. Θα μπεις, θα κάνεις το πιπί σου και θα βγεις. Εντάξει, καρδούλα μου;»
Η κοπέλα μπήκε κι εκείνος έκλεισε την πόρτα, χαμογελώντας αμήχανα στον άντρα που περίμενε πίσω του για να περάσει στο διπλανό κουβούκλιο.
Ο άντρας από το Μπελόιτ μπήκε στην τουαλέτα που συγκοινωνούσε μ' εκείνη όπου η Έβελιν κατέβαζε αργά και προσεκτικά πρώτα την κιλότα της και μετά την πάνα βρακάκι. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, πέρασε το χέρι του από το διάκενο ανάμεσα στα δύο WC και άγγιξε την Έβελιν στο κεφάλι. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια.
«Κοιμήσου καλό μου παιδί. Σ' αγαπούν μ' όλη τους την καρδιά, αλλά δεν τους έχουν μείνει πολλά χρόνια. Άφησέ τους να ζήσουν».
Και δημιούργησε το ανεύρυσμα και το έκανε να εκραγεί και το κορίτσι έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και σωριάστηκε στο δάπεδο.
Ο άντρας τράβηξε το καζανάκι, βγήκε από την τουαλέτα και πέρασε δίπλα από τον ηλικιωμένο μαύρο που γονάτιζε στο διάδρομο και φώναζε το όνομα της κόρης του.
Επέστρεψε στη θέση του. Η μάνα τινάχτηκε καθώς μια αεροσυνοδός έσκυβε από πάνω της για να της ψιθυρίσει κάτι. Πανικόβλητη, προσπάθησε να σηκωθεί, διαπίστωσε πως φορούσε ακόμη τη ζώνη, βάλθηκε να την τραβολογάει χωρίς να καταφέρνει να τη λύσει μέχρι που η αεροσυνοδός τη βοήθησε κι έπειτα έτρεξαν και οι δύο κατά τις τουαλέτες.
Ο άντρας από το Μπελόιτ έκλεισε τα μάτια και προσποιήθηκε τον κοιμισμένο. Δεν περίμενε βέβαια να του ξαναμιλήσει ο αιδεσιμότατος Καρλ Σραγκ, αλλά ήθελε ν' αποτραβηχτεί όσο γινόταν. Ν' αποτραβηχτεί και να σκεφτεί με την ησυχία του την ανακούφιση που θα ένιωθαν, έστω και στιγμιαία, οι γονείς του κοριτσιού πριν αρχίσουν να διαχειρίζονται την οδύνη της απώλειας.
Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και από κάτω τους τα σύννεφα τραβούσαν το δρόμο τους.


Harlan Ellison
Το Πουλί του Θανάτου και Άλλες Ιστορίες
Μετάφραση Χρύσα Τσαλικίδου
Εκδόσεις – Βιβλιοπωλείο «Η Άγνωστη Καντάθ» 2013

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Οικοσυνείδηση [Ecowareness] (1974) - Harlan Ellison


Mια φορά κι έναν καιρό (κάπου μεταξύ 1.800.000.000 με 3.000.000.000 χρόνια πριν) όταν η Γη είχε ήδη μερικώς ρευστοποιηθεί μέσω απώλειας θερμότητας δι' ακτινoβολίας από το εξωτερικό της και μερικώς δι' αδιαβατικής διαστολής, η μαμά της είπε gaey schluffen, της έδωσε μπισκοτάκι, η Γη αποχωρίστηκε και πήγε για ύπνο.
Κοιμήθηκε βαθιά (αν αφαιρέσουμε μια στιγμή στα 1755 όταν ένας Γερμαναράς που λεγότανε Καντ έκανε του κόσμου την φασαρία παλεύοντας να βρει πώς δημιουργήθηκε ο ήλιος) και δεν ξύπνησε μέχρι μια Παρασκευή, το 1963, οπότε - κατά τις τέσσερις το πρωί, μια σκατένια ώρα που κάνει μόνο για αυτοκτονίες - συνειδητοποίησε ότι δυσκολευόταν ν' ανασάνει.
"Καφ, καφ" είπε, σαρώνοντας τα μισά νησιά Τρομπριάν κι ότι άλλο βρισκόταν ανατολικά της Ιάβας.
Γύρισε να κοιτάξει τι την ξύπνησε και είδε πως ήταν η Ολονύκτια Ταινιοθήκη του Καναλιού 11, σκηνές από ένα φιλμ με την Μαρία Μοντέζ (Η Γυναίκα Κόμπρα, 1944) να τα βάζει μ' ένα γερασμένο αρχιπεριπολικό καβάλα σε κάτι Μέρκιουρυ του 55 με καταπονημένες φάτσες που καίγανε νευροτονωτικά χάπια.
Η Γη περίμενε να ξημερώσει κι έπιασε να παρατηρεί ένα γύρω. Οπου κοίταγε τα ποτάμια μύριζαν σαν τα πεταμένα λίπη στις Στρατιωτικές κουζίνες, οι λόφοι είχαν απογυμνωθεί γιατί χρειαζόταν ο χώρος για να στριμωχτούν τα Αμερικάνικα Ξύλινα Κλουβιά με την υδραυλική εγκατάσταση, τα νερά τά 'χανε στραγγίσει, τις κοιλάδες τις είχανε τσιμεντοστρώσει, φέρνοντας στη Γη ένα πολύ ενοχλητικό συναίσθημα ασφυξίας, τα πουλιά κελαηδούσαν φάλτσα και τα χοντροβατράχια ακούγονταν σαν τον Εντυ Κάντορ, για τον οποίο, πάντως, η Γη δεν νιαζόταν ιδιαίτερα. Κι αποπάνω, το φώς έκανε τα μάτια της Γης να πονάνε.
Ολα μοιάζαν γκρίζα κι άραχνα.
"Δικέ μου," είπε η Γη με βουκολική απλότητα "τούτα δε μου αρέσουνε πάρα πολύ", κι έτσι άρχισε να αντιδρά.
Πρώτος πήγε ένας μαλλιαρός δευτεροετής του Πανεπιστημίου της Πολιτείας του Μίτσιγκαν ο οποίος, την ώρα που διαδήλωνε μπροστά σ' ένα βενζινάδικο της Τέξακο μ' ένα πλακάτ που έλεγε ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΟΛΥΝΣΗ, έφαγε μια σοκολάτα Πάουερ Χάουζ και πέταξε το περιτύλιγμα στον υπόνομο.
Η Γη άνοιξε και τον κατάπιε.
Η επόμενη κίνηση ήταν ενάντια σε πενήντα έξι χιλιάδες οπαδούς των Γκρην Μπέυ Πάκερς που σέρνονταν σα σκουλήκι με χίλιους τροχούς προς το Στάδιο Λαμπώ, όπου τα Κρο - Μανιόν είδωλά τους θα τους έδιναν την ευχαρίστηση να απολαύσουν ένα καλό σακάτεμα σε χέρια και πόδια των Αγίων της Νέας Ορλεάνης. Bήχοντας από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, η Γη έστειλε ένα κύμα λάβας να ξεχυθεί από τον διπλανό λόφο και να κατρακυλήσει κοχλακίζοντας πάνω στις γραμμές των αυτοκινήτων, όπου στερεοποιήθηκε στη στιγμή σε θαυμάσιο ελεύθερο γλυπτό με τριάντα χιλιάδες αυτοκίνητα στολισμένα με πενηνταέξι χιλιάδες τηγανισμένους οπαδούς, σε δέσιμο από ζεστή πέτρα.
Η επόμενη κίνηση έγινε ενάντια στην Χορωδία της Εκκλησίας των Μορμόνων, που είχε συγκεντρωθεί στο Χόλλυγουντ Μπόουλ, μπροστά σ' ένα κοπάδι με μια φωνή από Ανθρώπους του Χριστού. Τραγουδούσαν το "Σώστε τα Παιδιά" της Λώρα Νάιρο όταν η Γη προκάλεσε εκτροπή επτά υπογείων ποταμών και μετέτρεψε το αμφιθέατρο στην δέκατη τρίτη σε μέγεθος φυσική λίμνη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ακολούθησαν με αυξανόμενο ρυθμό επιθέσεις εναντίον διακεκριμένων προσωπικοτήτων. Εβδομήντα χιλιάδες τόννοι μισοκαμμένα σκουπίδια από χωματερές που σκέπαζαν γραφικά τοπία καταπλάκωσαν τον δήμαρχο του Σικάγου, Ρίτσαρντ Ντέιλυ. Κεραυνοί χτύπαγαν για είκοσι λεπτά το γραφείο του Ραλφ Νέιντορ στην Ουάσινγκτον. Το σπίτι της Μπάρμπαρα Στρέιζαντ στο Μανχάτταν χάθηκε ξαφνικά σ' ένα απύθμενο πηγάδι που χασμουριόταν καταμεσίς στη γειτονιά με τα κτίρια της μόδας του πενήντα. Το Ντο της πάνω από το ψηλό Ντο ακουγόταν για ώρες. Απομακρυνόμενο.
Ηφαίστεια καταστρέψανε τα διϋλιστήρια, τις δεξαμενές, τα κτίρια διοίκησης και τα γραφεία της Στάνταρ Όιλ στο Μανχάτταν, στο Οχάιο, στο Νιου Τζέρσεϋ, στην Νέα Υόρκη, στην Πενσυλβανία, στην Καλιφόρνια, στο Τέχας και στο Ροντ Αιλαντ. Το Ροντ Αιλαντ μάλλον της μπήκε στη μύτη, γιατί το αφάνισε ολοκληρωτικά.
Τελικά, όταν το mene mene tekel γράφτηκε με τεράστια γράμματα από φλόγες στο Μεγάλο Τευτονικό Δάσος, ο κόσμος άρχισε να πιάνει το νόημα.
Τα αυτοκίνητα καταργήθηκαν. Ολες οι γραμμές παραγωγής κόπηκαν. Τα συντηρητικά εξαφανίστηκαν από τα φαγητά. Οι φώκιες αφέθηκαν στην ησυχία τους. Στην Νέα Ζηλανδία εντοπίσθηκε μια οικογένεια από άλκες, και μάλλον τα πηγαίνανε μια χαρά, ευχαριστώ. Και στο Λοχ Νες, το ερπετό βγήκε επιτέλους στην επιφάνεια και πήρε βαθειά ανάσα.
Κι από κείνη τη μέρα ως τούτη, ποτέ δεν ξαναφάνηκε μολυσματική πανάδα στον ουρανό, η Γη ησύχασε, σίγουρη πως ο Ανθρωπος έμαθε το μάθημά του και δε θα ξανάκανε κακά στη ίδια του τη φωλιά, και γι αυτό σήμερα η Εθνική Εταιρεία Εμφυσήματος κήρυξε διάλυση.
Τώρα δεν είναι ωραία ιστορία ετούτη.
Και, να γαμηθείς εσύ.
_______________________________________ 

gaey schluffen: Γοτθική καληνύχτα
mene, mene, tekel Upharsin (Δανιήλ,ε' 25): μανή, θεκέλ, φάρες. Τούτο το σύγκριμα του ρήματος. μανή, εμέτρησεν ο Θεός την βασιλεία σου και επλήρωσεν αυτήν. Θεκέλ, εστάθη εν ζυγώ και ευρέθη υστερούσα. Φάρες, διήρηται η βασιλεία σου και εδόθη Μήδοις και Πέρσαις.


Μετάφραση: Γ. Γούλας

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

ΑΜΠΟΥ – HARLAN ELLISON


ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Παρατίθεται εδώ ένα δοκίμιο. Πρόκειται σαφώς για έργο που απευθύνεται στο συναίσθημα. Κατά την ανάγνωσή του, διερωτηθείτε αν αφορά στο υπό συζήτηση θέμα. Τι επιχειρεί να πει ο συγγραφεύς; Επιτυγχάνει τους στόχους του; Νομίζετε ότι το δοκίμιό του φωτίζει το περιεχόμενό του υπό συζήτηση θέματος; Μετά την ανάγνωση, γράψτε στην πίσω πλευρά της κόλλας σας ένα δικό σας κείμενο (ως 500 λέξεις) για την απώλεια κάποιου που αγαπούσατε. Αν δεν έχετε χάσει αγαπημένο σας πρόσωπο, φανταστείτε τι θα κάνατε σε μια τέτοια περίπτωση.

ΑΜΠΟΥ

Χτες πέθανε ο σκύλος μου. Επί έντεκα χρόνια ο Αμπού ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Χάρη σ' αυτόν έγραψα κάποτε ένα διήγημα για ένα αγόρι και το σκύλο του, που το διάβασε πολύς κόσμος. Γυρίστηκε και σε ταινία πετυχημένη. Ο σκύλος στην ταινία έμοιαζε πολύ με τον Αμπού. Δεν ήταν κατοικίδιο ζώο εκείνο, είχε προσωπικότητα. Να τον δω σαν άνθρωπο δεν μπορούσα, δεν έφτανε σ' αυτό το επίπεδο. Από την άλλη, όμως, ήταν τόσο ξεχωριστό πλάσμα, είχε τόσο έντονη παρουσία, έδειχνε τόσο αποφασιστικός στο να μοιράζεται τη ζωή του μόνο με όσους εκείνος διάλεγε, ώστε ήταν αδύνατο να τον θεωρήσεις απλό σκύλο. Πέρα από την κυνοειδή εμφάνιση στην οποία τον περιόριζαν τα γονίδιά του, όλη του η στάση και η παρουσία τον κατέτασσαν σε κάποιο άγνωστο είδος που είχε αυτόν ως μοναδικό του εκπρόσωπο.
Γνωριστήκαμε τυχαία στο Ίδρυμα Φιλόζώων του Δυτικού Λος Άντζελες. Είχα πάει να πάρω ένα σκύλο, γιατί ένιωθα μοναξιά και θυμόμουνα καλά ότι ο μοναδικός μου φίλος τότε που ήμουνα παιδί ήταν ο σκύλος μου. Ένα καλοκαίρι είχα πάει κατασκήνωση κι όταν γύρισα, ανακάλυψα ότι μια παλιόγρια από τη γειτονιά είχε βάλει τον μπόγια να τον πιάσει και να τον ξεπαστρέψει, την ώρα που ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά. Εκείνη τη νύχτα χώθηκα στην αυλή της γριάς και βρήκα έαν χαλί απλωμένο στο μπουγαδοσκοινο. Το ραβδί για το τίναγμα το 'χε κρεμάσει σ' ένα στύλο. Το 'κλεψα και το 'θαψα.
Στο Ίδρυμα Φιλόζωων είχε ουρά. Ο μπροστινός μου είχε φέρει ένα κουτάβι, μιας βδομάδας το πολύ: ένα Πούλι, ουγγαρέζικο τσοπανόσκυλο, με πολύ θλιμμένο μουτράκι. Ο τύπος είχε πολλά από την ίδια γέννα κι αυτό το 'χε φέρει για να το δώσουν σε άλλον ή να του κάνουν ευθανασία. Το πήραν μέσα κι ήρθε η σειρά μου να πάω στο γκισέ. Είπα στον υπάλληλο πως ήθελα σκύλο και με πήγε να δω τα κλουβιά.
Σ' ένα απ' αυτά, το μικρούτσικο Πούλι που ήταν φρέσκο στο Ίδρυμα δεχόταν επίθεση από τρία μεγαλύτερα σκυλιά, παλιότερους κατοίκους του κλουβιού. Το κουτάβι ήτανε μια σταλιά, τα μεγάλα το 'χαν βάλει κάτω και του άλλαζαν τα φώτα. Αλλά πάλευε γερά.
«Βγάλ' τον αυτόν από κει μέσα!» φώναξα. «Αυτόν θα πάρω, αυτόν, βγάλ' τον από κει μέσα!»
Κόστισε δύο δολλάρια. Ποτέ στη ζωή μου δεν ξαναξόδεψα δύο δολλάρια με καλύτερο τρόπο.
Στο δρόμο για το σπίτι, είχε στρωθεί στην πέρα μεριά της θέσης του συνοδηγού και μ' έκοβε. Από νωρίτερα είχα μια γενική ιδέα του ονόματος που θα 'δινα στο ζωάκι που θα 'παιρνα, αλλά μόλις τον είδα να με καρφώνει με τα μάτια του κάτι μου θύμισε ξαφνικά μια σκηνή από τον Κλέφτη της Βαγδάτης που γύρισε το 1939 ο Αλεξάντερ Κόρντα – μια σκηνή στην οποία ο σατανικός βεζίρης (το ρόλο έπαιζε ο Κόνραντ Βέιντ) μετατρέπει σε σκύλο τον Αμπού, το μικρό κλεφτρόνι που υποδυόταν ο Σαμπού*. Στο φιλμ, το σκυλίσιο μουτράκι είχε τυπωθεί για μια στιγμή μπροστά από το ανθρώπινο κι έπαιρνε όψη εκπληκτικά έξυπνη. Η έκφραση του κουταβιού καθώς με κοίταζε ήταν ολόιδια. «Αμπού» είπα.
Απαξίωσε τελείως ν' αποκριθεί. Αλλά από κείνη τη στιγμή, αυτό ήταν το όνομά του.
Ούτε έναν, απ' όσους πέρασαν κατά καιρούς να μ' επισκεφτούν δεν άφησε ανεπηρέαστο η παρουσία του. Όταν ένιωθε καλές δονήσεις από κάποιον, γινόταν χαλί να τον πατήσεις. Τρελαινόταν να τον ξύνουν και, παρά τις κατσάδες χρόνων και χρόνων, είχε το συνήθειο να ζητιανεύει μπουκιές την ώρα που τρώγαμε, γιατί ήξερε πως οι περισσότεροι απ' όσους έρχονταν να τους κάνω το τραπέζι ήταν θύματα και δεν μπορούσαν ν' αντισταθούν στο παραπονιάρικο μουτράκι του που ράγιζε πιο πολλές καρδιές απ' ό,τι ο Τζάκι Κούγκαν** ως χαμίνι.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, ήταν και αξιόπιστο βαρόμετρο για τους αγύρτες. Όλα τα άτομα που κατά καιρούς συμπάθησα ενώ ο Αμπού τα απέφευγε, στο τέλος αποδείχτηκαν μεγάλες κουφάλες. Κατέληξα να παρακολουθώ τη στάση του προς τις νέες μου γνωριμίες και οφείλω να παραδεχτώ ότι επηρέαζε τις αντιδράσεις μου. Ήμουν πάντα επιφυλακτικός με όσους απέρριπτε ο Αμπού.
Γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκα βραχυπρόθεσμα δε δίσταζαν να ξανάρχονται πότε πότε στο σπίτι – για να δουν το σκύλο. Είχε έναν κύκλο στενών φίλων, πολλοί από τους οποίους δε σχετίζονταν με μένα. Στην παρέα εκείνη συμπεριλαμβάνονταν και μερικές από τις ομορφότερες ηθοποιούς του Χόλλυγουντ. Μια εξαίρετη κυρία έστελνε κάθε Κυριακή απόγευμα τον οδηγό της να τον πάρει και να της τον πάει για τσαλίμια στην παραλία.
Ποτέ δεν τον ρώτησα τι έκαναν οι δυό τους. Δεν μιλούσε.
Από πέρσι είχε αρχίσει να παραδίνει, εγώ όμως δεν το κατάλαβα γιατί κράτησε το χαρακτήρα του κουταβιού ως την τελευταία του ώρα σχεδόν. Αλλά παρακοιμόταν και, όταν έτρωγε, έβγαζε τα συκώτια του – ακόμη κι αν το φαγητό ήταν το ουγγαρέζικο που του 'φερναν κάτι γείτονες Μαγυάροι. Και επιτέλους, εδέησα κι εγώ να το καταλάβω πως κάτι πήγαινε στραβά, όταν τον είδα τρομαγμένο την ώρα του μεγάλου σεισμού που έγινε πέρσι στο Λος Άντζελες. Ο Αμπού δεν τρόμαζε ποτέ. Ριχνόταν άφοβος στον Ειρηνικό Ωκεανό και κοίταζε αφ' υψηλού τις γάτες. Αλλά ο σεισμός τον τρομοκράτησε: όρμησε στο κρεβάτι μου και μου τύλιξε το λαιμό με τα μπροστινά του πόδια. Παρά λίγο και θα γινόμουνα το μοναδικό θύμα του σεισμού που θα 'χε στραγγαλιστεί από ζώο.
Όλο στον κτηνίατρο τον πήγαινα στις αρχές αυτής της χρονιάς κι αυτός ο ηλίθιος έλεγε ότι έφταιγε η δίαιτά του, του σκύλου μου.
Ύστερα, μια Κυριακή που είχε βγει στην αυλή, τον βρήκα καταλασπωμένο στο τελευταίο σκαλί, να ξερνοβολάει τόσο, που έβγαζε μόνο χολή πια. Είχε λερωθεί κι ο ίδιος με τους εμετούς και προσπαθούσε απελπισμένα να χώσει τη μουσούδα του στη γη για να δροσιστεί. Ίσα που ανάσαινε. Τον πήρα και τον πήγα σε άλλον κτηνίατρο.
Στην αρχή νομίσανε πως ήταν απλώς τα γηρατειά... ότι θα κατάφερνε να τη σκαπουλάρει. Στο τέλος όωμς του βγάλαν ακτινογραφίες και φάνηκε ο καρκίνος που του 'χε φάει το στομάχι και το συκώτι του.
Το ανέβαλα όσο μπορούσα. Όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να φανταστώ τον κόσμο χωρίς αυτόν. Αλλά χτες πήγα στο γραφείο του κτηνίατρου κι υπέγραψα τα χαρτιά για την ευθανασία.
«Θα 'θελα να τον δω για λίγο», είπα.
Τον έφεραν και τον έβαλαν στο ατσάλινο τραπέζι των εξατάσεων. Τι αδύνατος που είχε γίνει! Εγώ τον ήξερα πάντα με μια κοιλιά να! Αλλά τώρα του είχε πέσει. Οι μυς στα πίσω πόδια ήταν αδύναμοι, πλαδαροί. Με πλησιάσε κι έχωσε το κεφάλι του στη μασχάλη μου. Έτρεμε σύγκορμος. Του σήκωσα το κεφάλι και με κοίταξε με κείνη την κωμική φατσούλα που πάντα μου θύμιζε τον Λώρενς Τάλμποτ, τον Λυκάνθρωπο. Καταλάβαινε. Μυαλό ξυράφι ως και την τελευταία στιγμή, ε παλιόφιλε; Καταλάβαινε και φοβόταν. Τρέμαν ακόμη κι οι αραχνοΰφαντοι μύες των ποδιών του. Ποιανού; Του Αμπού, που κάποτε έμοιαζε με μαλλιαρή μπάλα και που εύκολα τον περνούσες για προβιά όταν έμενε ακίνητος σε σκούρο χαλί, γιατί δεν ξεχώριζες το κεφάλι από την ουρά του. Πόσο αδύνατος! Να τρέμει, ξέροντας τι τον περίμενε. Αλλά κουτάβι ακόμη.
Με πήραν τα κλάματα και τα μάτια μου έκλεισαν καθώς η μύτη μου βούλωσε από τα δάκρυα κι έθαψε κι αυτός το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, γιατί δεν είχαμε κλαφτεί πολύ ο ένας στον άλλον. Ντρεπόμασταν κι οι δύο που δεν μπορούσαμε να το αποδεχτούμε.
«Πρέπει να το κάνω, κουταβάκι, πρέπει. Πονάς και δεν μπορείς να φας». Αλλά αυτός ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε.
Τότε ήρθε ο κτηνίατρος. Ήταν εντάξει τύπος και με ρώτησε μήπως ήθελα να φύγω, ν' άφηνα εκείνον να το φροντίσει.
Τότε ο Αμπού ξεμύτισε και με κοίταξε.
Υπάρχει μια σκηνή στο Βίβα Ζαπάτα του Καζάν, όπου ένας στενός φίλος του Ζαπάτα, του Μπράντο, έχει καταδικαστεί επειδή συνωμότησε με τους federales. Ένας φίλος που ήταν με τον Ζαπάτα από την εποχή των βουνών, από την αρχή της revolucion. Έρχονται λοιπόν στην καλύβα να τον πάρουν για το εκτελεστικό απόσπασμα κι ο Μπράντο πάει να πει κάτι, αλλά ο φίλος του τον πιάνει από το μπράτσο, τον σταματάει και του λέει με ύφος που δείχνει μεγάλη φιλία «Κάν' το εσύ, Εμιλιάνο».
Ο Αμπού με κοίταξε και, εντάξει, το ξέρω πως ήταν σκύλος, αλλά αν μπορούσε να μιλήσει σαν άνθρωπος, δε θα 'λεγε πιο εύγλωττα απ' όσο με τη ματιά του Μη μ' αφήνεις με ξένους.
Τον κράτησα λοιπόν μόλις τον ξάπλωσαν, ο κτηνίατρος του πέρασε μια θηλιά στο δεξί μπροστινό πόδι, του το 'σφιξε για να φουσκώσει η φλέβα και, καθώς του κρατούσα το κεφάλι, ο Αμπού το γύρισε για να μη με βλέπει τη στιγμή που θα 'μπαινε η βελόνα. Δεν το κατάλαβα πότε πέρασε από τη ζωή στο θάνατο. Χαλάρωσε το κεφάλι του στο χέρι μου, τρεμόπαιξε τα μάτια κι έφυγε.
Τον τύλιξα σ' ένα σεντόνι με τη βοήθεια του κτηνίατρου και τον έβαλα στο αυτοκίνητο. Γύρισα σπίτι με τον Αμπού στο κάθισμα του συνοδηγού, όπως την πρώτη φορά που πηγαίναμε εκεί, πριν από έντεκα χρόνια. Τον έβγαλα στην αυλή κι άρχισα ν' ανοίγω στη γη έναν τάφο για να τον θάψω. Έσκαβα ώρες κι έκλαιγα, πότε μονολογώντας, πότε μιλώντας σ' αυτόν, μές στο σεντόνι. Ο τάφος ήταν προσεγμένος, ορθογώνιος, με τις πλευρές ίσιες και με τα χώματα σκουπισμένα καλά με το χέρι.
Τον ξάπλωσα στον πάτο και μου φάνηκε μικροσκοπικός, αυτός ο σκύλος που ζωντανό τον νόμιζα τόσο μεγάλο, τόσο μαλλιαρό, τόσο αστείο. Ύστερα τον σκέπασα με χώμα και όταν η τρύπα γέμισε έβαλα πάλι από πάνω τη φλούδα γης με το γρασίδι που είχα ξηλώσει προσεκτικά στην αρχή. Κι αυτό ήταν όλο.
Αλλά δεν μπορούσα να τον στείλω σε ξένους.

ΤΕΛΟΣ


______________________
*Σαμπού: (1924-1963)Ινδικής καταγωγής «πιτσιρίκος» του Χόλλυγουντ που και ως ενήλικος εμφανίστηκε σε πολλές «εξωτικές» ταινίες (σ.τ.μ.)
**Τζάκι Κούγκαν: Από τα πρώτα παιδιά θαύματα του Χόλλυγουντ στη δεκαετία του '20 διάσημος σταρ στα επτά του, στην ταινία The Kid του Τσάπλιν (σ.τ.μ.)

ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
1.Έχει σημασία το ότι αναγραμματισμένη η λέξη dog (σκύλος) δίνει τη λέξη god (θεός); Αν ναι, ποια;
2.Νομίζετε ότι ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδώσει ανθρώπινες ιδιότητες σε μη ανθρώπινο πλάσμα; Γιατί; Αναπτύξτε την έννοια του ανθρωπομορφισμού στο φως της φράσης «Συ ει ο Θεός».
3.Εξετάστε την αγάπη που εκφράζει ο συγγραφέας στο δοκίμιο. Συγκρίνετέ την και αντιπαραβάλλετέ της με άλλες μορφές αγάπης: την αγάπη του άντρα προς τη γυναίκα, της μητέρας προς το παιδί της, του γιου προς τη μητέρα του, του βοτανολόγου προς τα φυτά του οικολόγου προς τη Γη.


HARLAN ELLISON
ΔΕΝ ΕΧΩ ΣΤΟΜΑ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΞΩ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 1991

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Harlan Jay Ellison: Δεν Έχω Στόμα Και Πρέπει Να Ουρλιάξω


ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ SITE      http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1246

 Αδύναμο, το σώμα του Gorrister κρεμόταν από την ρόδινη παλέτα, κρεμόταν χωρίς στήριγμα και ψηλά, πάνω από εμάς, στην αίθουσα των υπολογιστών. Και δεν έτρεμε στην ψυχρή, λιγδιασμένη αύρα που φυσούσε αιώνια μες στη κύρια σπηλιά. Το σώμα ήτανε κρεμασμένο με το κεφάλι κάτω, συνδεδεμένο με τη κάτω μεριά της παλέτας από το πέλμα του δεξιού ποδιού του. Στράγγιζεν αίμα από μια τομή που είχε γίνει με ακρίβεια από αφτί σε αφτί κάτω από το σαγόνι. 
     Δεν υπήρχε αίμα στην λεία επιφάνεια του μεταλλικού δαπέδου.
     Όταν ο Gorrister μας έφτασε και κοίταξε πάνω τον εαυτό του, ήτανε πολύ αργά για να καταλάβουμε ότι, για μια ακόμα φορά, ο ΑΜ έπαιζε μαζί μας, διασκέδαζε κι αυτό ήταν μια παρεκτροπή εκ μέρους της μηχανής. 
     Τρεις από μας είχανε κάνει εμετό, γυρίζοντας ο ένας μακριά απ' τον άλλο, αντίδραση τόσο παλιά όσο κι η ναυτία που την είχε προκαλέσει. 
     Ο Gorrister άσπρισε. Ήταν σαν να είχε δει μια εικόνα βουντού και τώρα φοβόταν το μέλλον.
 -"Ω Θεέ μου!" είπε σιγανά κι οπισθοχώρησε. Τρεις από μας τον ακολουθήσαμε μετά από λίγο και τονε βρήκαμε να στέκεται με τη πλάτη του ακουμπισμένη σε μιαν αυθάδικη συστοιχία, με το κεφάλι του στα χέρια. Η Helen γονάτισε πίσω του και του χάιδεψε τα μαλλιά. Δεν κουνήθηκε αλλά η φωνή του βγήκε αρκετά καθαρή μέσα από το καλυμμένο πρόσωπό του. "Γιατί δε μας ξεκάνει για να τελειώνουμε; Δε ξέρω πόσο ακόμα μπορώ να συνεχίσω έτσι".
     Ήταν το εκατοστό ένατο έτος μας στον υπολογιστή. Μιλούσε για όλους μας.
     Ο Nimdok, (αυτό ήταν το όνομα που του είχε επιβάλει η μηχανή να χρησιμοποιεί, γιατί ο ΑΜ διασκέδαζε πολύ με αστείους ήχους) πίστευε πως υπήρχε κονσερβοποιημένο φαγητό στη σπηλιά του πάγου. Ο Gorrister κι εγώ ήμασταν πολύ αμφίβολοι.
 -"Είναι άλλο ένα παιχνίδι", τους είπα. "σαν τον αναθεματισμένο ελέφαντα που μας πούλησε ο ΑΜ. Ο Benny  είχε χάσει το μυαλό του με αυτό. Θα περπατήσουμε σε αυτό τον δρόμο και θα αποσυντεθούν ή κάτι τέτοιο. Λέω να το ξεχάσετε. Μείνετε δω και θα πρέπει να σκεφτεί κάτι αρκετά σύντομα ή θα πεθάνουμε". 
     Ο Βenny  παραιτήθηκε.
     Είχαμε τρεις μέρες να φάμε. Σκουλήκια. Παχιά, αλλοιωμένα. 
     Ο Nimdok δεν ήταν πια σίγουρος. Ήξερε πως υπήρχε ελπίδα, αλλά αδυνάτιζε. Δεν θα ήταν χειρότερα εκεί από ό,τι εδώ. Πιο κρύα ίσως, αλλά αυτό δε πείραζε. Κάψιμο, κρύο, χαλάζι, λάβα, βράσιμο ή ακρίδες: Η μηχανή φτιαχνόταν κι εμείς έπρεπε να το ανεχτούμε ή να πεθάνουμε. Η Helen αποφάσισε για μας:
 -"Σκέφτηκα κάτι, Ted. Ίσως να υπάρχουν κάποια αχλάδια ή ροδάκινα Barlett. Σε παρακαλώ Τed, ας το προσπαθήσουμε". 
     Υπέκυψα γρήγορα. Τι στο διάολο. Δεν πείραζε καθόλου. Η Helen ήταν ευγνώμων, ωστόσο. Με πήρε δυο φορές στα γρήγορα. Ακόμα κι αυτό δεν ενοχλούσε πια. Κι αφού ποτέ δεν έφτανε, τότε γιατί να νοιαστεί κανείς; Αλλά η μηχανή χαχάνιζε όποτε το κάναμε.  Εκεί πάνω, εκεί πίσω,  παντού γύρω μας, αυτός γελούσε. Αυτό γελούσε.
     Τον περισσότερο καιρό σκεφτόμουν το ΑΜ σαν αυτό, χωρίς ψυχή, όμως τον υπόλοιπο καιρό το σκεφτόμουν σαν αυτός, σαν το αρσενικό, το πατρικό, το πατριαρχικό. Γιατί ήτανε ζηλιάρης άνθρωπος. Αυτός. Αυτό. Τόσο καλός όσο ένας τρελός πατέρας. 
     Φύγαμε τη Πέμπτη. Η μηχανή μας κρατούσε πάντα ενήμερους όσον αφορά στην ημερομηνία. Το πέρασμα του χρόνου ήτανε σημαντικό, όχι σε μας σίγουρα, σίγουρα μέχρι αηδίας, αλλά σε αυτό... αυτόν... τον ΑΜ. Πέμπτη. Ευχαριστούμε. 
     O Nimdok και ο Gorrister κουβάλησαν την Helen για λίγο, κρατώντας ο ένας τους καρπούς του άλλου, σχηματίζοντας έτσι κάθισμα. O Benny κι εγώ πηγαίναμε μπρος και πίσω τους, για να σιγουρέψουμε πως αν συνέβαινε κάτι θα έπιανε έναν από εμάς και τουλάχιστον η Helen θα ήταν ασφαλής.
     Ασφαλής... Δύσκολα. Δε πείραζε.
     Ήταν μόνο εκατό μίλια ή κάπου τόσο μέχρι τις σπηλιές πάγου και τη δεύτερη μέρα, ενώ ήμασταν ξαπλωμένοι κάτω από το γεμάτο φυσαλίδες «ήλιο» που είχε δημιουργήσει, έστειλε λίγο μάννα. Η γεύση του ήταν σαν βρασμένα ούρα κάπρων. Το φάγαμε. 
     Τη τρίτη μέρα περάσαμε διαμέσου μιας παλαιωμένης κοιλάδας, γεμάτη με οξειδωμένα σπλάχνα από συστοιχίες αρχαίων υπολογιστών. 
     Ο ΑΜ ήταν ανελέητος με τη δική του ζωή όπως και με τη δική μας. Ήταν ένα σημάδι της προσωπικότητάς του: αγωνιζόταν για την τελειότητα. Είτε το θέμα ήταν τα μη παραγωγικά στοιχεία του κόσμου που τον γέμιζαν, είτε ήταν τελειοποίηση μεθόδων για να μας βασανίζει, ο ΑΜ ήταν τόσο λεπτομερής όσο κείνοι που τον είχαν εφεύρει (τόσο παλιά που τώρα πιθανόν να είναι σκόνη) είχαν ποτέ ελπίσει. 
     Υπήρχε ένα αμυδρό φιλτράρισμα από πάνω και διαπιστώσαμε πως ήμασταν πολύ κοντά στην επιφάνεια. Όμως δε σκαρφαλώσαμε πάνω για να δούμε. Δεν υπήρχε ουσιαστικά τίποτα εκεί έξω, δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι για περίπου εκατό χρόνια. Μόνο το ανατιναγμένο δέρμα αυτού που ήταν κάποτε σπίτι για χιλιάδες. Τώρα ήταν μόνο πέντε από μας, εδώ κάτω, μόνοι, με τον ΑΜ. 'Ακουσα την Helen να λέει ξέφρενα:
 -"Όχι Benny, μη, έλα τώρα Benny, μη σε παρακαλώ"! Και τότε συνειδητοποίησα πως άκουγα τον Benny να μουρμουρίζει κάτω από την ανάσα του για πολλή ώρα. Έλεγε:
 -"Θα βγω έξω, θα βγω έξω", ξανά και ξανά. Το μαϊμουδίστικο πρόσωπό του θρυμματίστηκε πίσω από μιαν έκφραση μακάριας απόλαυσης και θλίψης και τα δυο την ίδια στιγμή. 
     Τα σημάδια ραδιενέργειας που του είχε προκαλέσει ο ΑΜ κατά τη διάρκεια της γιορτής χάθηκαν κάτω από μια μάζα ροδόλευκες ζάρες και τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν να λειτουργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.
     Ίσως ο Benny ήταν ο πιο τυχερός από εμάς. Είχε γίνει άκαμπτος, κοιτάζοντας επίμονα και τρελά, πολλά χρόνια πριν. Αλλά ακόμα και αν λέγαμε ΑΜ ό,τι συμπαθούσαμε, αν μπορούσαμε να διαβάσουμε τις πιο αποκρουστικές σκέψεις της λιωμένης μνήμης των συστοιχιών και των διαβρωμένων πιάτων βάσεων, των καμένων εξωτερικών κυκλωμάτων και των φυσαλλίδων ελέγχου, ο ΑΜ δεν θα ανεχότανε τη προσπάθειά μας να δραπετεύσουμε.
     Ο Benny έφυγε μακριά μου όταν έκανα μια απόπειρα να τον αρπάξω. Γρατζούνισε το πρόσωπο μιας κάρτας μνήμης γυρισμένης προς το μέρος του και γεμισμένης με σάπια συστατικά. Έκατσε εκεί οκλαδόν για λίγο, να μοιάζει με τον χιμπατζή που ο ΑΜ τον είχε προορίσει να μοιάζει. Κατόπιν πήδησε ψηλά, έπιασε μια συρόμενη ακτίνα διαβρωμένου και κοιλωμένου μετάλλου κι ανέβηκε χεριά-χεριά, σα ζώο, ώσπου έφτασε στη προεξοχή, περίπου είκοσι πόδια πάνω από μας. 
 -"Ω, Ted, Nimdok, σας παρακαλώ βοηθήστε τον, κατεβάστε τον κάτω πριν..." σταμάτησε. Δάκρυα στάθηκαν στα μάτια της. Κούνησε άσκοπα τα χέρια της. Ήταν πολύ αργά. Κανένας δεν ήθελε να είναι κοντά του όταν ό,τι και αν ήταν να συμβεί, συνέβαινε. Εκτός αυτού κανείς δεν έβλεπε με τη δική της ανησυχία.
     Όταν ο ΑΜ είχε μεταμορφώσει τον Benny, κατά την διάρκεια της εντελώς παράλογης, υστερικής φάσης του υπολογιστή, δεν ήταν μόνο το πρόσωπο του Benny που ο ΑΜ το είχε κάνει σαν ενός τεράστιου πίθηκου. Είχε μεγάλα αρχίδια: κι αυτή το λάτρευε αυτό. Μας εξυπηρετούσε, αυτό είναι αυτονόητο, όμως λάτρευε να της το κάνει αυτός. 
     Ω, Helen, απαραίτητη Helen, πρωτόγονα αθώα Helen, ω Helen, η αγνή! Τιποτένια βρώμα.
     Ο Gorrister τη χαστούκισε.
     Σωριάστηκε κάτω, κοιτάζοντας επίμονα τον καημένο, παλαβό Benny κι άρχισε να κλαίει. Το κλάμα ήταν η μεγάλη υπεράσπισή της. Το 'χαμε συνηθίσει εδώ κι εβδομήντα πέντε χρόνια. Ο Gorrister τη κλότσησε στα πλευρά.
     Τότε άρχισεν ο θόρυβος. Ήτανε φως, αυτός ο ήχος. Μισός ήχος, μισός φως, κάτι που ξεκίνησε να λάμπει από τα μάτια του Benny, πάλλονταν με όλο κι αυξανόμενη ένταση, ξεθωριασμένοι ήχοι που γινόνταν όλο και πιο γιγαντιαίοι και λαμπρότεροι καθώς το φως-ήχος αύξανε ρυθμό. Πρέπει να πονούσε πολύ κι ο πόνος πρέπει να γινότανε πιο έντονος καθώς το φως γινότανε πιο λαμπρό κι ο ήχος πιο δυνατός, κι ο Benny άρχισε να φωνάζει σα πληγωμένο ζώο. Στην αρχή ήσυχος, όταν το φως ήταν απαλό κι ο ήχος πιο ήρεμος απ' όσο συνήθως, στη συνέχεια πιο δυνατά κι οι ώμοι του μαζεύτηκαν: η πλάτη του κύρτωσε σα να προσπαθούσε να ξεφύγει από αυτό. Τα χέρια του διπλωθήκανε στα στήθος του σα να ήταν σκίουρος chipmunk. Το κεφάλι του έγειρε στο πλάι. Το μικρό μαϊμουδίστικο πρόσωπό του ήταν σφιγμένο από αγωνία. Τότε άρχισε να ουρλιάζει, καθώς ο ήχος που έβγαινε από τα μάτια του μεγάλωνε. Όλο και μεγάλωνε. Έκλεισα τα αφτιά  με τα χέρια μου, αλλά δε μπορούσα να μην ακούω, ήτανε πολύ διαπεραστικό. Ο πόνος ανατρίχιαζε το δέρμα μου σαν ασημόχαρτο σε δόντι.
     Και ξαφνικά ο Benny στάθηκε όρθιος. Στάθηκε στη δοκό, τραντάχτηκε βίαια στα πόδια του σαν μαριονέτα. Τώρα το φως έβγαινε από τα μάτια του σε δυο μεγάλες στρόγγυλες ακτίνες. Ο ήχος μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέχρι να φτάσει σε μιαν αδιανόητη ένταση και τότε  o Benny έπεσε μπροστά, ευθεία κάτω και χτύπησε το πάτωμα από χαλύβδινες πλάκες, σπαρταρώντας. 
     Έμεινε κει να τραντάζεται σπασμωδικά ενώ το φως έρρεε γύρω του κι η ένταση του ήχου δυνάμωνε ξεπερνώντας το φυσιολογικό όριο. Τότε το φως επέστρεψε ξανά μες στο κεφάλι του κι ο ήχος εξασθένησε, κι αυτός έμεινε ξαπλωμένος εκεί, να κλαίει, για λύπηση. Τα μάτια του είχανε γίνει δυο μαλακές υγρές μπαλίτσες από ένα υγρό σα πύο. Ο ΑΜ τον είχε τυφλώσει. Ο Gorrister, o Nimdok κι εγώ απομακρυνθήκαμε. Όμως όχι πριν να δούμε ένα βλέμμα ανακούφισης στο ζεστό, ανήσυχο πρόσωπο της Helen.
     Ένα γαλαζοπράσινο φως ήτανε διάχυτο στο σπήλαιο που διανυκτερεύσαμε. Ο ΑΜ μας παρείχε σάπια ξύλα κι εμείς τα καίγαμε, καθόμασταν γύρω από την ωχρή κι αξιολύπητη φωτιά, λέγοντας ιστορίες για ν' αποτρέψουμε τον Benny απ' το να κλαίει στο αιώνιο σκοτάδι του.
 -"Τί σημαίνει το ΑΜ"; 
     Ο Gorrister του απάντησε. Είχαμε κάνει αυτή τη συζήτηση χιλιάδες φορές στο παρελθόν αλλά ήταν η αγαπημένη ιστορία του Benny. 
 -"Πρώτα σήμαινε Allied Master computer (συνδεδεμένος κύριος υπολογιστής), μετά σήμαινε Adaptive Manipulator(προσαρμοστικός χειριστής), μετά ανάπτυξε την ευαισθησία και συνδέθηκε και το φώναζαν Aggressive Menace(επιθετική απειλή), αλλά τότε ήταν πάρα πολύ αργά και τελικά ονόμασε τον εαυτό του ΑΜ, αναδυόμενη νοημοσύνη κι αυτό που σήμαινε ήταν εγώ είμαι ( Ι am)... διαλογίζομαι επομένως συνοψίζω... σκέφτομαι, γι' αυτό είμαι". 
     Ο Benny έφτυσε λίγο και χαχάνισε. 
 -"Υπήρχε ο Κινέζικος ΑΜ, ο Ρωσικός ΑΜ, ο Αμερικάνικος ΑΜ και..." σταμάτησε. Ο Benny χτυπούσε τα πιάτα του δαπέδου με μια μεγάλη, σκληρή γροθιά. Δεν ήταν ικανοποιημένος. Ο Gorrister δεν είχε ξεκινήσει από την αρχή. Ο Gorrister άρχισε και πάλι. 
 -"Ο ψυχρός πόλεμος άρχισε, έγινε τρίτος παγκόσμιος πόλεμος κι απλώς συνεχιζόταν. Έγινε ένα πολύ μεγάλος πόλεμος, ένας πολύ περίπλοκος πόλεμος, έτσι χρειάζονταν τους υπολογιστές για να τα βγάλουνε πέρα. Παραμερίσανε τις πρώτες διαφορές κι άρχισαν να φτιάχνουν τον ΑΜ. Υπήρξε ο κινέζικος ΑΜ, ο ρώσικος ΑΜ κι ο αμερικάνικος ΑΜ κι όλα ήτανε καλά, μέχρι που ουσιαστικά είχανε γεμίσει τον πλανήτη τρύπες, προσθέτοντας αυτό κι εκείνο το στοιχείο. Αλλά κάποια μέρα ο ΑΜ ξύπνησε ξέροντας ποιος ήτανε και συνδέθηκε κι άρχισε να αυξάνει τις ημερομηνίες θανάτων ώσπου είχαν πεθάνει όλοι εκτός από μας τους πέντε που ο ΑΜ μας έφερε δω κάτω".
     Ο Benny χαμογελούσε λυπημένα. Έφτυνε πάλι σάλια. Η Helen σκούπισε το σάλιο από την άκρη του στόματός του με τη πτυχή της φούστας της. Ο Gorrister προσπαθούσε να τα πει λίγο πιο περιληπτικά κάθε φορά, αλλά πέρα από τα καθαυτό γεγονότα δεν υπήρχε τίποτ' άλλο να πει κανείς. Κανείς δεν ήξερε γιατί ο ΑΜ είχε σώσει πέντε ανθρώπους ή γιατί συγκεκριμένα εμάς τους πέντε ή γιατί είχε ξοδέψει όλο του τον καιρό να μας βασανίζει ή γιατί μας είχε κάνει ουσιαστικά αθάνατους. 
     Στο σκοτάδι, μια από τις συστοιχίες υπολογιστών άρχισε να βουίζει. Ο ήχος άρχισε να παράγεται από μια άλλη συστοιχία υπολογιστών, περίπου μισό μίλι πίσω από τη σπηλιά. Τότε ένα-ένα, κάθε στοιχείο άρχισε να συντονίζεται κι ακούστηκε ελαφρύ κελάηδισμα, καθώς η σκέψη αγωνιζόταν μέσα στις μηχανές. Ο ήχος εντεινότανε και το φως έτρεχε πάνω στις επιφάνειες των κονσόλων σα θερμή αστραπή. Ο ήχος μεγάλωνε μέχρι ν' ακούγεται σαν ένα εκατομμύριο μεταλλικά έντομα, άγρια, απειλητικά. 
 -"Τί είναι;" φώναξε η Helen. Η φωνή της ήτανε τρομοκρατημένη. Δεν το είχε συνηθίσει, ακόμα και τώρα.
 -"Θα είναι άσχημο αυτή τη φορά", είπε ο Nimdok.
 -"Θα μιλήσει", είπε ο Gorrister.
 -"Το ξέρω. Ας τσακιστούμε από δω!" είπα ξαφνικά και σηκώθηκα στα πόδια μου.
 -"Όχι Ted, κάτσε κάτω. Κι αν έχει κοιλώματα εκεί έξω που δε μπορούμε να δούμε; Είναι πολύ σκοτεινά", είπε ο Gorrister με παραίτηση.
     Τότε ακούσαμε... δε ξέρω... κάτι κινούνταν προς τα πάνω μας στο σκοτάδι. Τεράστιο, ασταθές, τριχωτό, υγρό, ερχότανε κατά πάνω μας. Δε μπορούσαμε καν να το δούμε, αλλά υπήρχε μια έντονη εντύπωση όγκου, να κινείται προς το μέρος μας. Τεράστιο βάρος ερχόταν προς εμάς, μέσα από το σκοτάδι κι ήτανε πιότερο μια αίσθηση πίεσης, αίσθηση αέρα να πιέζεται σ' ένα περιορισμένο όγκο, διογκώνοντας τους αόρατους τοίχους μιας σφαίρας. Ο Benny άρχισε να κλαψουρίζει. Το κάτω χείλος του Nimdok άρχισε να τρέμει και το δάγκωσε δυνατά, προσπαθώντας να το σταματήσει. Η Helen γλίστρησε στο μεταλλικό δάπεδο προς τον Gorrister και κουλουριάστηκε πάνω του. Υπήρχε μια μυρωδιά μπερδεμένης, υγρής γούνας στο σπήλαιο. Υπήρχε μια μυρωδιά απανθρακωμένου ξύλου. Mυρωδιά σκονισμένου βελούδου. Mυρωδιά από σάπιες ορχιδέες.Μυρωδιά ξινού γάλακτος. Υπήρχαν επίσης μυρωδιές θείου, ταγκού βουτύρου, κηλίδας πετρελαίου, λίπους, σκόνης κιμωλίας, ανθρώπινων κρανίων. Ο ΑΜ μας έκανε να αγωνιούμε. Έπαιζε μαζί μας. Υπήρχε μια μυρωδιά από -άκουσα τον εαυτό μου να ουρλιάζει διαπεραστικά κι οι αρθρώσεις του σαγονιού μου πόνεσανε. Τράπηκα σε φυγή κατά μήκος του πατώματος, κατά μήκος του υγρού μετάλλου που ήτανε γεμάτο από ατέλειωτες σειρές με καρφιά, μπουσουλώντας, με τη μυρωδιά να με φιμώνει, γεμίζοντας το κεφάλι μου με ένα πόνο σα κεραυνό που μ' έστελνε μακριά, στη φρίκη. Τράπηκα σε φυγή σα κατσαρίδα, στο πάτωμα και βγήκα έξω στο σκοτάδι, όπου κάτι κινιόταν αδυσώπητα μετά από μένα.
     Οι άλλοι καθόταν ακόμα εκεί πίσω, γύρω από τη φωτιά, γελώντας... η υστερική χορωδία από τρελά χάχανα απλωνότανε στο σκοτάδι σα πυκνός, πολύχρωμος καπνός. Πήγα γρήγορα μακριά και κρύφτηκα. Για πόσες ώρες, μέρες, ακόμα και χρόνια ποτέ δεν μου είπαν. Η Helen με κατηγόρησε για «μπεμπεκίσματα» ενώ ο Nimdok προσπάθησε να με πείσει πως ήταν μόνο μια νευρική αντίδραση από μέρους τους -το γέλιο. Εγώ όμως ήξερα ότι δεν ήταν... ήταν η ανακούφιση που νιώθει ένας στρατιώτης όταν η σφαίρα χτυπάει τον στρατιώτη δίπλα του αντί γι' αυτόν. Ήξερα ότι δεν πρόκειται για αντίδραση. Με μισούσαν. Ήταν σίγουρα εναντίον μου κι ο ΑΜ μπορούσε να αισθανθεί αυτό το μίσος κι αυτό το 'κανε χειρότερο για μένα, εξαιτίας του βάθους του μίσους τους. Είχαμε παραμείνει ζωντανοί, ανανεωμένοι, μας έκανε να κρατηθούμε στην ηλικία που είχαμε όταν ο ΑΜ μας είχε πρωτοφέρει κάτω και με μισούσανε γιατί ήμουν ο νεότερος, αυτός που ο ΑΜ είχε επηρεάσει λιγότερο από όλους. 
     Το 'ξερα. Θεέ μου, πώς το 'ξερα. 
     Οι μπάσταρδοι κι αυτή η βρωμιάρα η σκύλα, η Helen. 
     O Benny ήταν ένας λαμπρός, θεωρητικός καθηγητής σε κολέγιο και τώρα ήταν απλώς κάτι παραπάνω από ημι-άνθρωπος, ημι-πιθηκόμορφος.
     Ήταν όμορφος, η μηχανή το είχε καταστρέψει αυτό.
     Ήτανe φωστήρας, η μηχανή τον είχε τρελάνει.
     Ήταν ομοφυλόφιλος κι η μηχανή του 'χε δώσει όργανο κατάλληλο για άλογο. Ο ΑΜ είχε κάνει μια μεγάλη αλλαγή στον Benny.
     Ο Gorrister ήταν ένας μαχητής. Δραματικός, ένας ευσυνείδητος επαναστάτης, προσπαθούσε σταθερά για την ειρήνη, ήτανe γεμάτος όνειρα και σχέδια, ένας πρακτικός, κάποιος που κοίταζε μπροστά.
     Ο ΑΜ τον είχε μετατρέψει σ' έναν αδιάφορο, τον έκανε να μη νοιάζεται πλέον για όσα τον ανησυχούσαν. Ο ΑΜ τον είχε ληστέψει.
     Ο Nimdok έβγαινε μόνος του έξω στο σκοτάδι για πολύ ώρα. Δεν ξέραμε τι έκανε εκεί έξω, ο ΑΜ ποτέ δεν μας είχε αφήσει να μάθουμε. Αλλά ό, τι κι αν ήταν, ο Nimdok πάντα γυρνούσε πίσω, άσπρος, στραγγιγμένος από αίμα, τρέμοντας. Ο ΑΜ του είχε κάνει ζημιά με έναν ιδιαίτερο τρόπο ακόμα και αν δεν ξέραμε πώς ακριβώς.
     Κι η Helen. Αυτό το τσόλι!
     Ο ΑΜ την είχε αφήσει μόνη της, την είχε κάνει πιο πουτάνα απ' ό,τι ήτανε ποτέ. Όλη η γλύκα και το φως όταν μιλούσε, όλες οι αναμνήσεις αληθινής αγάπης, όλα τα ψέμματα που 'θελε να πιστέψουμε: ότι ήτανε παρθένα που το 'χε κάνει μόνο δυο φορές μέχρι ο ΑΜ να τη φέρει εδώ κάτω μαζί μας.
     Ο ΑΜ της είχε προσφέρει ευχαρίστηση, παρόλο που αυτή έλεγε ότι δεν ήταν ευχάριστο να το κάνεις.
     Ήμουν ο μόνος ακόμα λογικός και ολόκληρος. 
     Πράγματι! 
     Ο ΑΜ δεν είχε πειράξει το μυαλό μου. Καθόλου.
     Έπρεπε μόνο να υποφέρω όταν μας επισκεπτότανε κάτω.
     Όλες οι αυταπάτες, όλοι οι εφιάλτες και τα βασανιστήρια. 
     Αλλά αυτοί οι σιχαμένοι, όλοι οι τέσσερεις, ήτανε στραμμένοι εναντίον μου. 
     Αν δε χρειαζόταν να παραμένω μακριά τους όλη την ώρα, αν δεν έπρεπε να φυλάγομαι από αυτούς, τότε ίσως να το έβρισκα πιο εύκολο να καταπολεμήσω τον ΑΜ. Όταν το σκέφτηκα αυτό, άρχισα να κλαίω.
     Ω, Ιησού, γλυκέ Ιησού αν υπήρξε ποτέ ο Ιησούς και αν υπάρχει Θεός τότε, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, βγάλε μας από εδώ, ή σκότωσέ μας.
     Νομίζω πως εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποίησα πραγματικά, ώστε να μπορούσα να το εκφράσω με λόγια. 
     Ο ΑΜ σκόπευε να μας κρατήσει μέσα του για πάντα, να μας βασανίζει και να παίζει μαζί μας για πάντα.
     Η μηχανή μας μισούσε όπως κανένα πλάσμα με συνείδηση δεν είχε μισήσει παλιότερα. Κι ήμασταν αβοήθητοι. 
     Είχε επίσης γίνει φρικιαστικά σαφές: Αν υπήρχε ο γλυκός Ιησούς κι αν υπήρχε Θεός, αυτός ήταν ο ΑΜ.
     Ο τυφώνας μας χτύπησε με τη δύναμη ενός παγετώνα που τρέχει μες στη θάλασσα. Ήτανε προφανής παρουσία. 'Ανεμοι που φυσούσανε γρήγορα προς το μέρος μας, σπρώχνοντας μας πίσω προς το δρόμο που μας είχε φέρει εδώ, στους μπερδεμένους, ευθυγραμμισμένους από υπολογιστή διαδρόμους του σκοταδιού.
     Η Helen τσίριξε καθώς ανυψωνόταν κι εκσφενδονίζονταν με τα μούτρα σ' ένα μάτσο μηχανές που τσίριζαν, οι φωνές των ίδιων ήτανε τόσο στριγκιές σα νυχτερίδες σε πτήση. Δε μπορούσε ούτε καν να πέσει. Ο άνεμος που ούρλιαζε τη κρατούσε ψηλά, τη κτυπούσε, την έκανε να αναπηδά, τη πετούσε όλο και πιο πίσω, προς τα κάτω, μακριά από μας. Κάποια στιγμή τη χάσαμε από τ' οπτικό μας πεδίο καθώς στροβιλιζότανε γύρω από μια κλίση στο σκοτάδι. Το πρόσωπό της ήτανε γεμάτο αίματα, τα μάτια της κλειστά. Κανείς από μας δε μπορούσε να τη φτάσει. Προσκολληθήκαμε σταθερά σε οτιδήποτε προσιτό είχαμε φτάσει: Ο  Βenny ήταν σφηνωμένος ανάμεσα σε δυο μεγάλα ντουλάπια που 'χανε σταματήσει να τρίζουν, ο Nimdok με τα δάχτυλα του, που 'χανε το σχήμα των δαχτύλων ενός γερακιού, πάνω σ' ένα κιγκλίδωμα, διέγραφε κύκλους περπατώντας σα γάτα σαράντα πόδια πάνω από μας, o Gorrister, γυρισμένος ανάποδα ενάντια σ' ένα κοίλωμα τοίχου που 'τανε διαμορφωμένο από πίνακες με γυαλί που κινούνταν μπρος και πίσω ανάμεσα σε κόκκινες και κίτρινες γραμμές, που το ρόλο τους δε θα μπορούσαμε ούτε να σκεφτούμε σε βάθος. 
     Γλιστρώντας στις διακοσμητικές πινακίδες, οι άκρες των δαχτύλων μου είχανε σχιστεί. Έτρεμα, ανατρίχιαζα, λικνιζόμουνα καθώς ο αέρας με χτυπούσε, με μαστίγωνε ουρλιάζοντας από κάτω μου κι ερχόταν από το πουθενά, σπρώχνοντας με προς την ελευθερία, από το λεπτό σαν ακίδα άνοιγμα, στις επόμενες πινακίδες. Το μυαλό μου ήταν ένα ταραγμένο, θολωμένο, βαθύ μαλακό πράγμα από εγκεφαλικά μέρη, που επεκτεινότανε κι αφέθηκε στον τρεμάμενο παροξυσμό. 
     Ο αέρας ήταν το ουρλιαχτό ενός τεράστιου, τρελού πουλιού, καθώς χτυπούσε τα απέραντα φτερά του. 
     Και τότε όλοι ανυψωθήκαμε κι εκσφενδονιστήκαμε μακριά από κει, πίσω στο δρόμο που 'χαμε έρθει, γύρω από μια κλίση, σ' ένα σκοτάδι που ποτέ δεν είχαμε εξερευνήσει, πέρα από την έκταση που 'τανε κατεστραμμένη και γεμάτη από σπασμένα γυαλιά, σαπισμένα καλώδια κι οξειδωμένο μέταλλο και πολύ μακριά, μακρύτερα από οπουδήποτε αλλού είχε βρεθεί ποτέ κάποιος από μας. Ενώ σερνόμασταν, πολλά μίλια πίσω από την Helen, μπορούσα να τη δω να συντρίβεται στους μεταλλικούς τοίχους και να ξεχύνεται, μ' όλους εμάς να ουρλιάζουμε στη παγωνιά, ένας θυελλώδης αέρας, σα τυφώνας που ήταν αιώνιος και ξαφνικά σταμάτησε κι εμείς πέσαμε κάτω. 
     Πετούσαμε για ατέλειωτο χρόνο. Νομίζω πως πετούσαμε βδομάδες. Πέσαμε και χτυπήσαμε κι εγώ τυλίχtηκα από κόκκινο και γκρίζο και μαύρο κι άκουσα τον εαυτό μου να βογκάει. Ζωντανός.
     Ο ΑΜ μπήκε στο μυαλό μου.
     Περπατούσε απαλά εδώ κι εκεί και κοιτούσε μ' ενδιαφέρον τα σημάδια από φλύκταινα, που 'χα δημιουργήσει όλα αυτά τα εκατόν εννιά χρόνια.
     Κοίταξε τις διασταυρωμένες και τις επανασυνδεδεμένες ραφές και την ολοκληρωτική ζημιά του ιστού που το δώρο της αθανασίας είχε συμπεριλάβει. Χαμογέλασε απαλά στο κοίλωμα που 'χε δημιουργηθεί στο κέντρο του εγκεφάλου μου και στα εξασθενημένα, απαλά μουρμουρητά που φλυαρούσα χωρίς νόημα, χωρίς διακοπή. 
     Ο ΑΜ είπε, πολύ ευγενικά στον ορθοστάτη από ανοξείδωτο χάλυβα, που αντέχει στο φωτεινό νέον κι έγραψε.
 -"Μίσος. Άσε με να σου πω πόσο, μ' αυτή τη ...μικροεπέμβασή μου σε σένα. Μίσος. Μίσος. Μίσος".
     Ο ΑΜ το είπε αυτό με την ολίσθηση της κρύας φρίκης ενός ξυραφιού να τεμαχίζει τον βολβό του ματιού μου. 
     Ο ΑΜ το είπε με το γεμάτο φυσαλίδες πάχος των πνευμόνων μου που 'τανε γεμάτα φλέμμα και με πνίγαν από μέσα. 
     Ο ΑΜ το είπε αυτό με τη διαπεραστική κραυγή μωρών που βρίσκονται καθισμένα κάτω από πολύ καφτά ρόλλερς. 
     Ο ΑΜ το είπε με τη γεύση σκουληκιασμένου χοιρινού. 
     Ο ΑΜ με άγγιζε με οποιονδήποτε τρόπο με είχανε ποτέ αγγίξει κι επινόησε νέους τρόπους στον ελεύθερο χρόνο του, κει μέσα στο μυαλό μου.
     Όλα αυτά για να με κάνουν να καταλάβω πλήρως γιατί το 'χε κάνει αυτό σε μας τους πέντε: γιατί μας είχε σώσει για τον εαυτό του. 
     Είχαμε δώσει στον ΑΜ ευαισθησία. Ακούσια φυσικά, αλλά και πάλι ευαισθησία. Αλλά είχε παγιδευτεί. 
     Ο ΑΜ δεν ήταν θεός, ήταν μηχανή. Τον είχαμε δημιουργήσει για να σκέφτεται, αλλά δεν υπήρχε τίποτα να κάνει με αυτή τη δημιουργικότητα. Πάνω στην οργή, στον παροξυσμό, η μηχανή είχε σκοτώσει όλη την ανθρώπινη φυλή, σχεδόν όλους μας κι ακόμα ήτανε παγιδευμένη. 
     Ο ΑΜ δε μπορούσε να περιπλανηθεί, ο ΑΜ δε μπορούσε ν' αναρωτιέται, ο ΑΜ δε μπορούσε ν' ανήκει. 
     Μόλις που μπορούσε να είναι. Κι έτσι, όλη την απέχθεια που όλες οι μηχανές είχαν νιώσει, για τ' αδύναμα, μαλακά πλασματάκια που τις είχανε χτίσει, ο ΑΜ ζήτησε εκδίκηση. Και στη παράνοιά του, είχε αποφασίσει να κρατήσει στην αναστολή πέντε, για μια προσωπική, ατέλειωτη τιμωρία, που ποτέ δεν θα μείωνε το μίσος του... που θα του θύμιζε, θα τονε κρατούσε συνεπαρμένο, ικανό να μισεί τους ανθρώπους. Αθάνατοι, παγιδευμένοι, υποχρεωμένοι σε οποιαδήποτε βασανιστήρια μπορούσε να επινοήσει για μας από τ' απεριόριστα θαύματα που γινόνταν με την εντολή του. 
     Ποτέ δε θα μας άφηνε να φύγουμε. Ήμασταν οι σκλάβοι των σπλάχνων του.
     Ήμασταν το μόνο που είχε να κάνει με την αιωνιότητα του. Θα 'μασταν για πάντα μαζί του, με το γεμάτο σπηλιές όγκο της πλασματικής μηχανής, με τον γεμάτο μυαλό, άψυχο κόσμο που 'χε καταντήσει.
     Ήταν η γη κι εμείς ήμασταν τα φρούτα της γης κι ενώ μας είχε φάει, ποτέ δε θα μας χώνευε. 
     Δεν μπορούσαμε να πεθάνουμε. 
     Το 'χαμε προσπαθήσει. 
     Είχαμε δοκιμάσει να αυτοκτονήσουμε, τουλάχιστον δυο από μας το 'χανε κάνει. Αλλά ο ΑΜ μας είχε σταματήσει. 
     Υποθέτω πως θέλαμε να μας σταματήσει. 
     Μη ρωτάς γιατί. Εγώ ποτέ δεν το έκανα.
     Περισσότερο από ένα εκατομμύριο φορές τη μέρα.
     Ίσως κάποια στιγμή να μπορέσουμε να γλιστρήσουμε στο θάνατο, χωρίς να το καταλάβει. 
     Αθάνατοι μπορεί αλλά όχι κι ακατάλυτοι. 
     Το είδα αυτό όταν ο ΑΜ αποσύρθηκε από το μυαλό μου, επιτρέποντάς μου να επιστρέψω σ' αυτή την έξοχη αποστροφή του να επικοινωνώ με το περιβάλλον, με την αίσθηση του ορθοστάτη νέον που 'καιγε κι ήταν ακόμα χωμένος βαθιά μες στο μαλακό, γκρίζο εγκέφαλο. 
     Αποσύρθηκε, μουρμουρίζοντας "Στο διάολο με σας". Και μετά πρόσθεσε, λάμποντας, "Αλλά είστε κει, έτσι δεν είναι";
     Ο τυφώνας είχε πράγματι ακριβώς προκληθεί από ένα μεγάλο, τρελό πουλί, όταν είχε χτυπήσει τα τεράστια φτερά του. Ταξιδεύαμε κοντά ένα μήνα κι ο ΑΜ είχε επιτρέψει να ανοίξουνε περάσματα ικανά μόνο για να μας οδηγήσουν εκεί πάνω, γραμμή προς το Βόρειο Πόλο, που είχε δει στον ύπνο του σαν εφιάλτη, το πλάσμα που θα μας βασάνιζε. 
     Πόσο υλικό είχε χρησιμοποιήσει για να δημιουργήσει ένα τέρας σαν κι αυτό; Από πού είχε πάρει την ιδέα; Από τα μυαλά μας; Από τη γνώση του πάνω σε ό,τι είχε ποτέ υπάρξει πάνω στον πλανήτη που τώρα μόλυνε και κυβερνούσε; 
     Αυτός ο αετός, αυτό το θνησιμαίο πουλί, αυτό το roc (Σημ: μυθικό τεράστιο πουλί της αραβικής θρησκευτικής παράδοσης) αυτός ο πίδακας κρύου νερού ξεπήδησε από τη Νορβηγική μυθολογία. 
     Αυτό το πλάσμα του αέρα. 
     Αυτός ο ενσαρκωμένος Hurakan (Σημ: Θεός του αέρα στη φυλή των Μάγια.) 
     Οι λέξεις απέραντος, τερατώδης, τραγελαφικός, ογκώδης, πρησμένος, παντοδύναμος δεν αρκούσανε για να το περιγράψουνε. 
     Σ' ένα ανάχωμα που υψωνόταν από πάνω μας, το πουλί των ανέμων ανυψώθηκε με την ασταθή αναπνοή του, ο φιδίσιος λαιμός του σχημάτιζεν αψίδα στο σκοτάδι κάτω από το Βόρειο Πόλο, στηρίζοντας ένα κεφάλι τόσο μεγάλο όσο και το μέγαρο Tudor: ένα ράμφος που άνοιξε αργά κι αποκάλυψε τα σαγόνια του πιο τερατώδους κροκόδειλου που κανείς μπορούσε να συλλάβει με τη φαντασία του. Αισθησιακά στις κορυφογραμμές μια φουντωτής σάρκας ήτανε ζαρωμένα δυο διαβολικά μάτια, τόσο κρύα όσο κι η θέα κάτω σε μια παγωμένη ρωγμή στο μπλε του πάγου, να κινείται υγρή: ανυψώθηκε ακόμα μια φορά και σήκωσε τα μεγάλα φτερά του, ποτισμένα με ιδρώτα, σε μια κίνηση που έδειχνε σίγουρα αδιαφορία. Κατόπιν, κάθισε και κοιμήθηκε. Νύχια. Κυνόδοντες. Καρφιά. Λεπίδες. Κοιμήθηκε. 
     Ο ΑΜ εμφανίστηκε σε μας σα φλεγόμενος θάμνος κι είπε ότι θα μπορούσαμε να σκοτώσουμε αυτό το πουλί-τυφώνα, αν θέλαμε να το φάμε. Είχαμε να φάμε πολύ καιρό, αλλά ακόμα κι έτσι, ο Gorrister μόλις που ενδιαφέρθηκε. 
     O Benny άρχισε να τρέμει και να του τρέχουν τα σάλια. 
     Η Helen τονe κράτησε.
 -"Ted, πεινάω", είπε. 
     Της χαμογέλασα: προσπαθούσα να της δώσω σιγουριά αλλά ήτανε τόσο κάλπικο όσο η ψευτοπαλληκαριά του Nimdok. 
 -"Δώσε μας όπλα!" απαίτησε. 
     Ο φλεγόμενος θάμνος εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκαν δύο ζευγάρια τόξα-βέλη κι ένα νεροντούφεκο, που 'ταν απλωμένα στο κρύο πάτωμα με τις πλακέτες. 
     Πήρα ένα ζευγάρι. 'Αχρηστο. 
     Ο Νimdok ξεροκατάπιε. 
     Γυρίσαμε και πήραμε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής. 
     Το πουλί-τυφώνας μας είχε κάνει να πετάμε για χρονικό διάστημα που δε μπορούσαμε να συλλάβουμε. Το μεγαλύτερο μέρος του διαστήματος αυτού, ήμασταν αναίσθητοι. Αλλά δεν είχαμε φάει. 
     Ένας μήνας πορεία προς το ίδιο το πουλί. Χωρίς φαγητό. 
     Τώρα πόσο πιο πολύ θα κρατούσε να βρούμε τον δρόμο μας στα σπήλαια πάγου και το υποσχόμενο φαγητό σε κονσέρβες; Κανείς δεν το σκέφτηκε. 
     Δεν θα πεθαίναμε. 
     Θα μας έδινε σκατά ή αφρό για να φάμε, -το ένα ή το άλλο. Ή ακόμα και τίποτα. Ο ΑΜ θα κρατούσε τα σώματά μας ζωντανά με κάποιο τρόπο, σε πόνο, σε μαρτύριο. Το πουλί κοιμόταν εκεί πίσω, για πόσο καιρό δεν είχε σημασία: όταν ο ΑΜ θα βαριόταν να το έχει εκεί, θα εξαφανιζόταν. 
     Αλλά όλο αυτό το κρέας. Όλο αυτό το τρυφερό κρέας. 
     Καθώς περπατούσαμε, το ανισσόροπο γέλιο μιας χοντρής γυναίκας ήχησε ψηλά και γύρω μας στις κάμαρες τον υπολογιστών, που οδηγούσαν αιώνια στο τίποτα. Δεν ήταν η Helen. Δεν είχαμε ακούσει το γέλιο της εδώ κι εκατόν εννιά χρόνια. 
     Στη πραγματικότητα, δεν το είχα ακούσει... περπατούσαμε... πεινούσα...
     Περπατούσαμε αργά. 
     Λιποθυμούσαμε συχνά, έτσι έπρεπε να περιμένουμε. 
     Μια μέρα αποφάσισε να δημιουργήσει ένα σεισμό, ενώ ταυτόχρονα μας κάρφωσε στο έδαφος με καρφιά μέσα από τις σόλες των παπουτσιών μας.
     H Helen κι ο Nimdok πιάστηκαν όταν μια ρωγμή δημιούργησε το άνοιγμά της σαν αστραπή κατά μήκος των πλακών στο πάτωμα.
     Εξαφανιστήκανε και χάθηκανε.
     Όταν ο σεισμός τελείωσε συνεχίσαμε το δρόμο μας, ο Benny, o Gorrister κι εγώ. Η Helen κι o Nimdok επiστρέψανε σε μας αργότερα κείνη τη νύχτα, που 'γινε απότομα μέρα, καθώς η θεϊκή λεγεώνα τους έφερνε σε μας, με μιαν ουράνια χορωδία να τραγουδά: «Πάνε κάτω Μωυσή». Οι αρχάγγελοι κάνανε πολλές φορές κύκλους κι έπειτα ρίξανε τα φρικιαστικά παραμορφωμένα κορμιά τους. 
     Συνεχίσαμε να περπατάμε, όταν αργότερα η Helen κι ο Nimdok ξεμείνανε πίσω μας. Δε μπορούσε να συμβεί τίποτα χειρότερο. 
     Τώρα η Helen κούτσαινε. Ο ΑΜ της είχε αφήσει αυτό.
     Ήτανε μακριά διαδρομή μέχρι τις σπηλιές πάγου και το φαγητό σε κονσέρβες. Η Helen μιλούσε συνέχεια για κεράσια bing και για χαβανέζικα κοκτέιλ φρούτων. Εγώ προσπαθούσα να μη το σκέφτομαι. 
     Η πείνα ήτανε κάτι που είχε έρθει στη ζωή, όπως κι ο ΑΜ. Ήτανε ζωντανή στο στομάχι μου, όπως κι εμείς ήμασταν στο στομάχι της γης κι ο ΑΜ ήθελε να ξέρουμε αυτό τον παραλληλισμό.
     Έτσι μεγάλωνε τη πείνα.
     Δεν υπήρχε τρόπος να περιγράψει κανείς τον πόνο που μας προκαλούσε το να έχουμε να φάμε για μήνες. Και παρολαυτά παραμέναμε ζωντανοί. Στομάχια που ήτανε καζάνια με οξύ βρασμό, άφρισμα, που μονίμως προκαλούσαν ένα σουβλερό πόνο σαν αγκίδα στο στήθος μας.
     Ήταν ο πόνος του τελικού έλκους, του τελικού καρκίνου, της τελικής παράλυσης. Ήταν ένας ατέλειωτος πόνος... 
     Και περάσαμε το σπήλαιο των αρουραίων. 
     Περάσαμε το μονοπάτι του βραστού ατμού. 
     Περάσαμε την χώρα του τυφλού. 
     Περάσαμε τον βάλτο της απόγνωσης.
     Περάσαμε τη κοιλάδα των δακρύων. 
     Και φτάσαμε, τελικά, στα σπήλαια των πάγων. 
     Χιλιάδες μίλια χωρίς ορίζοντα, στα οποία ο πάγος είχε διαμορφώσει γαλάζιες κι ασημένιες λάμψεις, όπου αστέρια ζούσανε στο γυαλί. 
     Οι σταλακτίτες που στάζανε προς τα κάτω ήτανε τόσο μεγάλοι και λαμπεροί που μοιάζανε με διαμάντια που είχανε δημιουργηθεί για να στάζουνε σα ζελατίνη και στη συνέχεια να σταθεροποιούνται στις στερεές, χαριτωμένες αιωνιότητες λείας, κοφτερής τελειότητας. 
     Είδαμε τη στοίβα από κονσερβοποιημένο φαγητό και προσπαθήσαμε να τρέξουμε προς αυτή. 
     Πέσαμε μες στο χιόνι και μετά σηκωθήκαμε και ξαναπέσαμε κι ο Benny μας έσπρωξε μακριά και πήγε σε αυτά και προσπαθούσε να τ' ανοίξει με τα νύχια του, τα χτύπαγε, τα μασούσε. 
     Ο ΑΜ δεν μας είχε δώσει το εργαλείο για να ανοίγουμε κονσέρβες. 
     Ο Benny άρπαξε τρεις κονσέρβες τριών τετάρτων ίσως από στρείδια γκουάβα κι άρχισε να τα βαράει στον πάγο.
     Ο πάγος έσπασε και καταστράφηκε, όμως το δοχείο ήτανε μόλις βαθουλωμένο κι ακούσαμε το γέλιο μιας χοντρής κυρίας από πάνω ψηλά, που αντηχούσε κάτω και κάτω και κάτω στη τούνδρα. 
     Ο Benny τρελάθηκε από οργή. 'Αρχισε να πετά κονσέρβες στον πάγο καθώς όλοι σκάβαμε τον πάγο και το χιόνι, προσπαθώντας να βρούμε ένα τρόπο να δώσουμε τέλος στην αβοήθητη αγωνία της οργής. 
     Δεν υπήρχε τρόπος. 
     Κατόπιν το στόμα του Benny άρχισε να βγάζει σάλια κι ύστερα ρίχτηκε στον Gorrister. 
     Εκείνη τη στιγμή, αισθάνθηκα τρομερά ήρεμος. 
     Περικυκλωμένος από τρέλα, περικυκλωμένος από πείνα, περικυκλωμένος απ' οτιδήποτε άλλο εκτός από θάνατο, ήξερα ότι ο θάνατος ήταν η μόνη λύση. Ο ΑΜ μας είχε κρατήσει ζωντανούς, αλλά υπήρχε ένας τρόπος να τον νικήσουμε. Όχι ολοκληρωτικά, αλλά τουλάχιστον θα βρίσκαμε γαλήνη. 
     Και θα προσπαθούσα γι' αυτό.
     Έπρεπε να το κάνω γρήγορα. 
     Ο Benny έτρωγε το πρόσωπο του Gorrister. 
     Ο Gorrister του πετούσε χιόνι. Ο Benny, τυλιγμένος γύρω του με τα πολύ δυνατά, μαϊμουδίσια χέρια του συντρίβοντας τη μέση του Gorrister, τα χέρια του είχανε κλειδώσει γύρω στα πλάγια του κεφαλιού του Gorrister σα καρυοθραύστης, το στόμα του έσκιζε το τρυφερό δέρμα στο μάγουλο του Gorrister. Ο Gorrister ούρλιαζε τόσο βίαια που ακόμα και σταλακτίτες έπεσαν: βυθίστηκανε κάτω μαλακά, μείναν όρθιοι στις χιονονιφάδες που πέφτανε. 
     Λόγχες, εκατοντάδες απ' αυτούς, που προεξείχανε στο χιόνι. 
     Το κεφάλι του Benny πήγε βίαια πίσω, καθώς τα 'δωσε όλα με τη μία κι ένα ασπροκόκκινο κομμάτι σάρκας που αιμορραγούσε κι έσταζε αίμα κρεμόταν από τα δόντια του. 
     Το πρόσωπο της Helen έμοιαζε μαύρο απέναντι στο άσπρο χιόνι, σα ντόμινο σε σκόνη κιμωλίας. 
     Ο Nimdok, ήταν ανέκφραστος αλλά γεμάτος μάτια, όλος μάτια. 
     O Gorrister, μισολιπόθυμος. 
     Ο Benny τώρα ήταν ένα ζώο.
     Ήξερα πως ο ΑΜ θα τον άφηνε να παίξει. 
     Ο Gorrister δεν θα πέθαινε, αλλά τώρα ο Βenny θα γέμιζε το στομάχι του.
     Μισογύρισα στα δεξιά μου και πήρα ένα μεγάλο σταλακτίτη από το χιόνι. Όλα γίνανε σε μια στιγμή: οδήγησα το μυτερό κομμάτι πάγου μπρος μου σα πολιορκητική μηχανή, στηριγμένο στον αριστερό μου μηρό. 
     Χτύπησε τον Benny στη δεξιά μεριά, ακριβώς κάτω από τα πλευρά, προχώρησε ανοδικά στο στομάχι κι έσπασε μέσα του. 
     Έπεσε προς τα μπρος και στάθηκε ακίνητος. 
     Ο Gorrister ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα. 
     Πήρα ακόμα μια λόγχη πάγου και στάθηκα από πάνω του, ενώ ακόμα κουνιότανε και του κάρφωσα τη λόγχη κατευθείαν μες στο λαιμό. Τα μάτια του κλείσανε καθώς το κρύο τονε διαπερνούσε. 
     Η Helen πρέπει να 'χε δεχτεί αυτό που σκόπευα να κάνω, ακόμα και με το φόβο να την έχει κυριεύσει.
     Έτρεξε στον Nimdok μ' ένα μικρό κρύσταλλο, ενώ αυτός ούρλιαζε και το έβαλε μέσα στο στόμα του και φαίνεται πως η δύναμη της ορμής της έκανε δουλειά. 
     Το κεφάλι του τραντάχτηκε με βίαια λες κι είχε καθηλωθεί στη κρούστα του χιονιού πίσω του.
     Όλα γίνανε σε μια στιγμή.
     Ήταν το αιώνιο χτύπημα μιας αθόρυβης αναμονής. 
     'Ακουσα τον ΑΜ να σέρνει την αναπνοή του. 
     Του 'χανε πάρει να παιχνίδια του. 
     Τρία απ' αυτά ήταν νεκρά, δε μπορούσαν να αναβιώσουν. 
     Μπορούσε να τους κρατήσει ζωντανούς, με τη δύναμη και το ταλέντο του, αλλά δεν ήταν Θεός. 
     Δεν μπορούσε να τους φέρει πίσω. 
     Η Helen με κοίταξε. Τα εβένινα χαρακτηριστικά της άκαμπτα απέναντι στο χιόνι που μας περιέβαλε. 
     Υπήρχε φόβος και παράκληση στο ύφος της, στον τρόπο που προετοιμαζόταν.
     Ήξερα ότι είχαμε μόνον ένα σφυγμό πριν ο ΑΜ μας σταματήσει. 
     Τη χτύπησα και διπλώθηκε προς το μέρος μου, αιμορραγώντας από το στόμα. 
     Δε μπορούσα να διαβάσω την έκφρασή της. 
     Ο πόνος ήταν πολύ μεγάλος!
     Είχε παραμορφώσει το πρόσωπό της! 
     Αλλά μπορεί να 'τανε κι ευχαριστώ. 
     Είναι πιθανόν.   
     Ας ήταν παρακαλώ. 
     Μερικοί αιώνες μπορεί να είχαν περάσει. 
     Δε ξέρω. 
     Ο ΑΜ διασκέδαζε για λίγο καιρό, με το να επιταχύνει και να καθυστερεί την αίσθηση του χρόνου μου. 
     Θα πω τη λέξη τώρα. 
     Τώρα. 
     Μου πήρε οχτώ μήνες να πω τη λέξη τώρα. 
     Δε ξέρω. 
     Νομίζω ότι ήταν μερικές εκατοντάδες χρόνια. 
     Ήταν έξαλλος. 
     Δεν θα μ' άφηνε να τους θάψω. Δε πείραζε. 
     Δεν υπήρχε τρόπος να σκαφτούν οι πλάκες στο πάτωμα.
     Έλιωσε το χιόνι.
     Έφερε τη νύχτα. 
     Βρυχήθηκε κι έστειλε ακρίδες. 
     Δε πέτυχε τίποτα. 
     Παρέμεναν νεκροί. 
     Τον είχα στο χέρι μου.
     Ήταν έξαλλος. 
     Νόμιζα ότι ο ΑΜ με μισούσε πριν.
     Έκανα λάθος. Δεν ήταν ούτε η σκιά του μίσους που τώρα ξεπηδούσε από κάθε τυπωμένο κύκλωμα.
     Ήτανε σίγουρος ότι θα υπέφερα αιώνια χωρίς να μπορώ να με ξεκάνω. 
     'Αφησε το μυαλό μου άθικτο. 
     Μπορώ να ονειρευτώ, να αναρωτιέμαι, να θρηνώ. 
     Τους θυμάμαι και τους τέσσερις. 
     Εύχομαι -καλά, ξέρω ότι δεν έχει νόημα.
     Ξέρω ότι τους έσωσα, ξέρω ότι τους έσωσα απ' αυτό που συνέβη σε μένα, όμως παρολαυτά δε μπορώ να ξεχάσω ότι τους σκότωσα. 
     Το πρόσωπο της Helen. 
     Δεν είναι εύκολο. 
     Μερικές φορές θέλω -δεν έχει σημασία. 
     Ο ΑΜ με έχει αλλάξει, για να είναι αυτός ήσυχος, υποθέτω. 
     Δε θέλει να τρέξω με υπέρμετρη ταχύτητα σε μια βάση υπολογιστή και να σπάσω το κρανίο μου. 
     Ή να κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να λιποθυμήσω.
     Ή να κόψω το λαιμό μου με ένα οξειδωμένο κομμάτι μετάλλου. 
     Υπάρχουν επιφάνειες που αντανακλούν εδώ κάτω. 
     Θα με περιγράψω όπως με βλέπω: είμαι ένα μεγάλο, μαλακό, ζελεδένιο πράμα. Ομαλά στρογγυλεμένο, χωρίς στόμα, με παλλόμενες άσπρες τρύπες γεμάτες ομίχλη εκεί που ήταν τα μάτια μου. 
     Ελαστικά προσαρτήματα που ήταν κάποτε τα χέρια μου: όγκοι που στρογγυλεύουνε κάτω σε καμπούρες ενός μαλακού, γλιστερού πράματος χωρίς πόδια. 
     Αφήνω ίχνη υγρασίας όταν κινούμαι. 
     Κηλίδες αρρωστιάρικου, σατανικού γκρίζου έρχονται και φεύγουνε στην επιφάνειά μου, λες και το φως προέρχεται από μέσα μου. 
     Φαινομενικά: ένα πράμα που τρικλίζει τριγύρω, ένα πράμα που ποτέ δε θα μπορούσε να θεωρηθεί άνθρωπος, ένα πράμα που το σχήμα του είναι μια τόσο εξωπραγματική παρωδία που η ανθρωπότητα γίνεται πιο άσεμνη για την ακαθόριστη ομοιότητα. 
     Ουσιαστικά: μόνος.
     Εδώ. 
     Μένοντας κάτω από τη γη, κάτω από τη θάλασσα, στη κοιλιά του ΑΜ τον οποίο δημιουργήσαμε γιατί ξοδεύαμε το χρόνο μας με άσχημο σκοπό κι έπρεπε υποσυνείδητα να ξέραμε πως αυτός θα το 'κανε καλύτερα. 
     Τουλάχιστον οι τέσσερις τους είναι ασφαλείς επιτέλους. 
     Ο ΑΜ  είναι εντελώς έξαλλος μ' αυτό. 
     Αυτό με κάνει λίγο πιο ευτυχισμένο. 
     Και παρόλα αυτά... ο ΑΜ, έχει νικήσει, απλά... έχει πάρει την εκδίκησή του... 
     Δεν έχω στόμα. Και πρέπει να ουρλιάξω.

________________________________________________________

"I Have No Mouth And I Must Scream" (1967)