Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Πάλι και Πάλι, Σ' Όλους τους Κόσμους – Γιώργος Μπαλάνος


Ο Κριλ-Λαλ κοίταξε το λαμπρό γαλαζοπράσινο κόσμο που απλωνόταν κάτω από τα πόδια του, γαλήνιος κι αδιάφορος μέσα στις μυριάδες των άστρων. Είχε την εντύπωση ότι αρκούσε ν' απλώσει το χέρι του μέσα από την αδιόρατη στερεοθόνη του διαστημοπλοίου, για να τον αγγίξει. Ήταν τόσο κοντά – αλλά γι' αυτόν θα ήταν το ίδιο κι αν βρισκόταν στην άλλη άκρη του Γαλαξία. Ήξερε ότι ποτέ δεν θα πατούσε στο χώμα του. Ποτέ δεν θα γνώριζε τα πλάσματα που τον κατοικούσαν. Και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο πλανήτης ήταν ένας παράδεισος για τη ζωή. Απέραντα δάση, ποτάμια, λίμνες, ωκεανοί. Ένας νέος κόσμος που δεν είχε εξαντληθεί σαν τον Κού-αντ, το δικό του μακρινό κόσμο.
Θα ήταν ένα τέλειο καταφύγιο για ένα φυγάδα, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά... αν είχε ενεργήσει πιο γρήγορα. Δυστυχώς οι ανακαλύψεις του που τον έκαναν κάποτε τόσο περήφανο, θα γίνονταν και η αιτία του θανάτου του. Το σκάφος με τους ανθρώπους της Αιώνιας Παράδοσης τον είχε ακολουθήσει μέσα από χιλιάδες χρόνια φωτός, από ήλιο σε ήλιο κι από πλανήτη σε πλανήτη κι ήξερε ότι ήταν έτοιμο να τον ακολουθήσει ακόμη και στο χάος ανάμεσα στους γαλαξίες. Και το σκάφος εκείνο το είχε φτιάξει αυτός. Οι συσκευές και τα όργανα που είχαν βοηθήσει τους διώκτες του να τον ακολουθήσουν από τη μια άκρη του σύμπαντος ως την άλλη, είχαν γίνει με τα δικά του σχέδια. Ήταν ειρωνικό, μπορεί, αλλά δε μετάνιωνε γι' αυτό. Ήξερε πολύ καλά ότι τα ίδια αυτά θα γκρέμιζαν αργότερα το πανίσχυρο οικοδόμημα της Αιώνιας Παράδοσης.
Ίσως να είχε κουραστεί. Ίσως να είχε καταλάβει πόσο μάταιο θα ήταν να συνεχίσει τη φυγή... ίσως να ένιωθε ότι ο θάνατός του θα ήταν η πρώτη σπίθα της φωτιάς, που μέσα της θ' αναγεννιόταν ο κόσμος του – ήξερε όμως ότι δεν ήθελε να συνεχίσει. Εδώ, δίπλα σ' αυτό τον άγνωστο κόσμο θα συναντούσε τους διώκτες και τη μοίρα του.
Κοίταξε τις στερεοθόνες και τα προειδοποιητικά όργανα ολόγυρα στη μικρή καμπίνα. Δε θα χρειαζόταν να περιμένει πολύ. Το σκάφος με τους ανθρώπους της Αιώνιας Παράδοσης δε θ' αργούσε στο ραντεβού του. Αναρωτήθηκε αν ο Πλανέταρχος της Αιώνιας Παράδοσης είχε καταλάβει ότι και γι' αυτούς αυτό θα ήταν η αρχή του τέλους. Γιατί όχι; Ο Πλανέταρχος δεν ήταν κουτός, όσο τυφλωμένος κι αν ήταν μες στο φανατισμό του, όσο πανίσχυρος κι αν ένιωθε, με τη δύναμη που κρατούσε στα χέρια του.
«Όλοι οι θεοί πεθαίνουν κάποτε, Πλανέταρχε», μουρμούρισε στη σιωπηλή καμπίνα, «κι αυτό ήταν κάτι που δεν το κατάλαβες ποτέ».
Ξάπλωσε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του κι άφησε το μυαλό του να γυρίσει πίσω, στην εποχή που ξεκινούσε με τόσο ενθουσιασμό και με τόσο μεγάλη άγνοια της πραγματικότητας. Είχε σπουδάσει στο Κολλέγιο της Μεγάλης Παράδοσης κι είχε δεχτεί τα συγχαρητήρια – με μεγάλη υπερηφάνεια τότε – από τον ίδιο τον Πλανέταρχο του Κού-αντ.
«Είμαι περήφανος για σένα, Κρί-Λάλ», είχε πει με τη γνωστή αγέρωχη φωνή του. «Είσαι ένα φωτεινό παράδειγμα για κάθε φοιτητή της Μεγάλης Παράδοσης και για κάθε κάτοικο του Κού-αντ. Είναι άνθρωποι σαν και σένα που ζουν για πάντα στις ιερές παραδόσεις της φυλής. Θα υπάρχει μια θέση για σένα στο Ιερατείο της Μεγάλης Παράδοσης».
Σχεδόν είχε δεχτεί τότε. Δεν ήταν πολλοί εκείνοι που μπορούσαν να δουλέψουν στην Αιώνια Παράδοση. Η θρησκευτική κεντρική κυβέρνηση του Κού-αντ είχε τεράστια δύναμη κι όποιος εργαζόταν γι' αυτήν δεν είχε να δίνει λόγο σε κανέναν – εκτός από τους ανωτέρους του. Για τα δισεκατομμύρια των κατοίκων του Κού-αντ θα ήταν άνθρωπος της Αιώνιας Παράδοσης κι ο λόγος του θα ήταν νόμος για κείνους. Διαφορετικά – κάποια πρωινή ώρα θα τον επισκέπτονταν οι μαυροντυμένοι Επιτηρητές και κανείς δεν θα ξανάκουγε ποτέ να γίνεται λόγος γι' αυτόν.
Το κακό ήταν ότι δε συμπαθούσε την παράδοση κι η παράδοση ήταν η μόνη και πανίσχυρη θρησκεία του πλανήτη του. Η παράδοση ήταν το παν. Ήταν ο παραδοσιακός τρόπος ζωής, τα παραδοσιακά ήθη, οι παραδοσιακές επιστήμες, ο παραδοσιακός όδηγός για το τι ήταν και τι δεν ήταν επιτρεπτό και νόμιμο. Και βέβαια, ήταν η παράδοση της απόλυτης δύναμης. Μιας δύναμης που αντιδρούσε σε κάθε αλλαγή. Ναι, η κυβέρνηση της Αιώνιας Παράδοσης ήταν ένας φυσικός νόμος για τον Κού-αντ κι ο Πλανέταρχος της Αιώνιας Παράδοσης ήταν ο θεός που διεύθυνε τους φυσικούς νόμους.
Αντίθετα, ο Κρίλ-Λάλ προτίμησε να κάνει κάτι να βοηθήσει τον πλανήτη του, τον Κού-αντ.
Ήταν ένας εξαντλημένος κόσμος, γεμάτος εξαντλημένους ανθρώπους. Μετά από χιλιάδες χρόνια στερήσεων και χιλιάδες χρόνια απολυταρχικής κυβέρνησης, κάθε νεοτεριστικό πνεύμα είχε σβήσει – ή είχε εξοντωθεί. Ο πλανήτης βάδιζε σίγουρα σ' ένα δρόμο που οδηγούσε σ' έναν αργό αλλά σίγουρο θάνατο από μαρασμό. Κάτι έπρεπε να γίνει. Κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι κι αυτός ο κάποιος θα ήταν ο Κρίλ-Λάλ. Ήταν ένας από τους λίγους επιστήμονες που δεν ταύτιζε τη σκέψη του με τα δόγματα της Αιώνιας Παράδοσης. Κι έτσι, δεν άργησε να δει που βρισκόταν η σωτηρία του πλανήτη.
Ο μόνος δρόμος διαφυγής από την αποτελμάτωση βρισκόταν στ' άστρα. Εκεί θα βρίσκονταν νέες πατρίδες για τα δισεκατομμύρια στόματα του Κού-αντ, που καμιά παράδοση δεν μπορούσε να γεμίσει. Κι ακόμη – κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό – εκεί, μακριά από την παράδοση, ίσως η φυλή ξανάβρισκε τη χαμένη της αξιοπρέπεια.
Πριν ακόμη το καταλάβει, ο Κρίλ-Λαλ είχε γίνει αιρετικός κι επαναστάτης.
Όταν συγκέντρωσε γύρω του τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσαν να σκεφτούν για λογαριασμό τους – παλιοί συμμαθητές του σχεδόν όλοι – κανείς δε φανταζόταν ότι τα πράγματα θα έφταναν τόσο μακριά. Όταν όμως ανακάλυψαν τον πρώτο κινητήρα βαρυτικής απορρόφησης που θα μπορούσε να τους μεταφέρει στα άστρα, είχαν καταλάβει κιόλας ότι η ζωή τους είχε γίνει μια ιδιότητα με αμφίβολη διάρκεια. Αν γινόταν γνωστό το παραμικρό, οι μαυροντυμένοι Επιτηρητές δε θα περίμεναν τις μικρές πρωινές ώρες για να τους χτυπήσουν την πόρτα. Θα δρούσαν κερανοβόλα.
Ναι, είναι αλήθεια ότι, απορροφημένοι στην έρευνα, είχαν ξεχάσει την πραγματικότητα. Είχαν ξεχάσει τι σήμαινε η ανακάλυψή τους για την πανάρχαιη κυβέρνηση της Αιώνιας Παράδοσης. Έτσι κι οι άνθρωποι ανακάλυπταν ότι μπορούσαν να βρουν άλλους κόσμους, μακριά από τη στέρηση, την καταπίεση και το συνεχή φόβο του θανάτου, τίποτα δε θα μπορούσε να τους συγκρατήσει. Καμιά μητρόπολη δε θα μπορούσε να ελέγξει τέτοιες αποικίες και καμιά ανθρωπότητα με τόσους ανοιχτούς ορίζοντες μπροστά της δε θ'ανεχόταν το στυγνό συντηρητισμό και το βαρύ χέρι της Αιώνιας Παράδοσης. Όταν έβλεπαν τι είχαν χάσει τόσες χιλιάδες χρόνια τώρα, τα δισεκατομμύρια σκυμμένα κεφάλια θα σηκώνονταν. Κανείς δε θα μπορούσε τότε να σώσει την Αιώνια Παράδοση.
Δούλεψαν σαν μανιακοί για λίγα χρόνια, με κάθε μυστικότητα που είναι δυνατή σ' έναν κόσμο γεμάτο από φοβισμένα και πεινασμένα πλάσματα. Ήξεραν ότι η προδοσία ήταν θέμα χρόνου κι ήθελαν να είναι έτοιμοι. Όταν ετοιμαζόταν ένα μικρό αστρόπλοιο, στελνόταν κομμάτι-κομμάτι σε κάποια μακρινή κρυψώνα του πλανήτη τους. Το σχέδιο ήταν να δείξουν στον κόσμο τι είχαν πετύχει, έστω κι αν η Αιώνια Παράδοση αντιδρούσε αστραπιαία. Οπωσδήποτε μερικοί θα ξέφευγαν και θα προλάβαιναν να βροντοφωνήσουν την αλήθεια. Κι ήξεραν ότι οι σκλάβοι θα ξυπνούσαν όταν έβλεπαν μια πόρτα ανοιχτή στον τοίχο της φυλακής τους. Μπορεί όχι αμέσως. Μπορεί να περνούσαν δεκαετίες ή κι αιώνες, αλλά θα ξυπνούσαν. Η Αιώνια Παράδοση μπορεί να προλάβαινε να κλείσει προσωρινά την πόρτα της φυλακής, αλλά όχι για πολύ. Αν οι συμπατριώτες τους μάθαιναν την αλήθεια, θα έμπαιναν στο δρόμο της τελικής απελευθέρωσης από τα δεσμά της Αιώνιας Παράδοσης κι από τα δεσμά της ακόμη χειρότερης σκλαβιάς εκείνων που δε βλέπουν την ύπαρξή τους να οδηγεί πουθενά.
Όλα ήταν σχεδόν έτοιμα κι ο Κρίλ-Λάλ κι οι συνεργάτες του ήταν έτοιμοι για τη μεγάλη στιγμή. Με το κλειδί στο χέρι ήταν έτοιμοι ν' ανοίξουν τις πόρτες προς τα άστρα. Κι η προδοσία, που όλοι ήξεραν ότι ήταν αναπόφευκτη, έγινε.
Ο Τολ-Νάρ ήταν παλιός συνεργάτης κι έμπιστο πρόσωπο, αλλά είχε μερικές γνωστές κι άγνωστες αδυναμίες. Ήταν γνωστό ότι αγαπούσε τα χρήματα, αλλά ήταν άγνωστο ότι αντιπαθούσε και ζήλευε τον Κρίλ-Λάλ. Έτσι, τα πράγματα ακολούθησαν το φυσικό δρόμο τους κι ο Τόλ-Νάρ ανέβηκε τα σκαλιά και πέρασε την πόρτα που οδηγούσε στο γραφείο του Αρχισεβάσμιου Επιτηρητή.
Ήταν ένα ανθρωποκυνηγητό χωρίς κανένα προηγούμενο στον πλανήτη, που είχε ξεχάσει ότι κάποτε είχε δική του γνώμη. Λίγα από τ' αστρόπλοια έπεσαν από τις λίγες πρώτες ώρες στα χέρια των Επιτηρητών, αλλά ο Κρίλ-Λάλ είχε σχεδιάσει καλά. Ο Τόλ-Νάρ δεν ήξερε όλες τις θέσεις που είχαν κρύψει τα σκάφη και σύντομα αυτά θα εμφανίζονταν στον ουρανό του Κού-αντ, προαναγγέλοντας μια νέα εποχή. Η κυβέρνηση της Αιώνιας Παράδοσης κι οι Επιτηρητές δεν το ήξεραν, αλλά το τέλος είχε αρχίσει γι' αυτούς. Έπρεπε όμως να δοθεί χρόνος, πολύτιμος χρόνος για να σηκωθούν τα υπόλοιπα αστρόπλοια, πριν φτάσουν σ' αυτά τα λαγωνικά του Αρχισεβάσμιου Επιτηρητή.
Ο Κρίλ-Λάλ κατάλαβε αμέσως ότι ήταν δική του δουλειά αυτή. Ήταν ο μόνος που βρισκόταν κοντά σ' ένα από τα αστρόπλοια που δεν είχαν πέσει στα χέρια των αρχών. Λίγες ώρες αργότερα το πρώτο από τα κομψά σκάφη, που κουβαλούσαν όλες τις ελπίδες της σωτηρίας της φυλής του, σηκωνόταν στον ουρανό του Κού-αντ.
Είναι αλήθεια ότι δεν περίμενε τόσο γρήγορη αντίδραση. Δεν είχε ακόμη απομακρυνθεί από την ατμόσφαιρα του πλανήτη κι ήταν έτοιμος να θέσει σε λειτουργία τους κινητήρες βαρυτικής απορρόφησης, όταν άλλο ένα αστρόπλοιο σηκώθηκε πίσω του. Στην αρχή φαντάστηκε ότι θα ήταν κάποιος από τους συντρόφους του, αλλά γρήγορα κατάλαβε τι είχε συμβεί. Η ψυχρή φωνή που τον κάλεσε από το μεγάφωνο να παραδοθεί ανήκε στον Αρχισεβάσμιο Επιτηρητή. Με τη βία, με λεφτά – ποιος ξέρει; - είχαν αναγκάσει τον Τόλ-Νάρ να οδηγήσει ένα από τα σκάφη που είχαν πέσει στα χέρια τους πίσω από το σκάφος του Κρίλ-Λάλ. Το δυσάρεστο ήταν ότι πρόκειτο για ένα από τα λίγα αστρόπλοια που είχαν προλάβει να εξοπλίσουν. Το δικό του διέθετε σαν μοναδικό όπλο τη φυγή. Χωρίς δεύτερη σκέψη έστρεψε το σκάφος προς τα άστρα και πίεσε το μοχλό της λειτουργίας του κινητήρα βαρυτικής απορρόφησης. Τ' άστρα γύρω του έσβησαν, καθώς το σκάφος χανόταν από το σύμπαν του χώρου και του χρόνου. Γύρω του δεν υπήρχε τίποτα – εκτός από ένα σκάφος παρόμοιο με το δικό του. Στο χώρο αυτό, που δεν ήταν φτιαγμένος για κανένα ζωντανό πλάσμα, δεν κινδύνευε, αλλά ήξερε ότι κάποτε θα έπρεπε να βγει πάλι στο σύμπαν των άστρων και τότε οι άλλοι θα τον εξαέρωναν με την πρώτη ευκαιρία.
Πίσω του μερικές δεκάδες κομψά σκάφη σηκώνονταν ένα-ένα στον ουρανό του πλανήτη για να στραφούν αμέσως προς το τεράστιο οικοδομικό συγκρότημα που στέγαζε την Αιώνια Παράδοση. Το πρώτο τελεσίγραφο ήταν έτοιμο. Αλλά ο κυνηγημένος κι οι κυνηγοί ήταν σ' ένα άλλο σύμπαν και ποτέ δεν έμαθαν την αλήθεια.
Ο Αρχισεβάσμιος Επιτηρητής είχε φαίνεται πάρει πολύ προσωπικά την υπόθεση. Από ήλιο σε ήλιο κι από πλανήτη σε πλανήτη το σκάφος του ήταν πίσω από τον Κρίλ-Λάλ, σαν να τους έδενε κάποια αόρατη κλωστή. Στις σύντομες εξόδους τους στο γνωστό σύμπαν – και πριν πλησιάσει σε απόσταση βολής – προσπαθούσε άλλοτε να καλοπιάσει κι άλλοτε να φοβίσει τον Κρίλ-Λάλ και να τον κάνει να γυρίσει πίσω. Η ψυχρή φωνή του ανθρώπου που ήταν σίγουρος για όλα και δεν αμφέβαλλε για τίποτε ακουγόταν τότε στο μεγάφωνο του θαλάμου του σκάφους. Κάποτε-κάποτε γινόταν αρκετά άνθρωπος κι η φωνή του έδειχνε θυμό ή ειρωνία.
«Τι προσπαθείς να κάνεις, γελοίο ανθρωπάκι; Δε νομίζεις ότι σου πέφτει μεγάλος ο ρόλος του Μεσσία; Έχω πολύ υπομονή Κρίλ-Λάλ. Θα σου μάθω εγώ τι περιμένει ένα σωτήρα. Εσένα ποιος θα σε σώσει Κρίλ-Λάλ;
Ο Κρίλ-Λάλ δεν έδωσε ποτέ καμιά απάντηση. Δεν ήθελε να παίξει το ρόλο του Μεσσία. Ήθελε μόνο να ξαναδώσει στη φυλή του τη χαμένη της αξιοπρέπεια. Να τη μάθει να σκέπτεται για λογαριασμό της κι όχι να υπακούει στις εντολές της παράδοσης. Ήθελε να την ξυπνήσει από τον προαιώνιο ύπνο της και να την κάνει ν' ανοίξει τα μάτια της στο σύμπαν. Ήξερε – ήξερε ότι δεν είχε νόημα να προσπαθεί να εξηγήσει τον σκοπό του. Αν τον ονόμαζαν Μεσσία ή σωτήρα δεν ήταν δικό του πρόβλημα. Η δική του δουλειά είχε τελειώσει. Δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα, έστω κι αν κάποιος του έλεγε ότι κάποτε οι συμπατριώτες του θα τον θεωρούσαν θεό και θα σήκωναν ναούς στ' όνομά του. Όχι δε θ' ανησυχούσε. Ήξερε ότι όλοι οι θεοί πεθαίνουν κάποτε, όταν τελειώσει ο ρόλος τους.

*
* *
Ένα φως άρχισε ν' αναβοσβήνει γοργά στο ταμπλώ ελέγχου μπροστά του και διέκοψε τις αναμνήσεις του. Το σκάφος με τον Αρχισεβάσμιο Επιτηρητή φαινόταν κιόλας σε μια στερεοθόνη και μεγάλωνε γοργά. Ήταν έτοιμος και το μόνο που θα ήθελε θα ήταν να είχε να προλάβει να μάθει κάτι για τον όμορφο πρασινογάλαζο κόσμο κάτω από τα πόδια του. Αλλά δε θα τον γνώριζε ποτέ.
Για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε εγκαταλείψει τα πάντα πίσω του τον Κού-αντ, πήρε στα χέρια του το μικρόφωνο και κάλεσε το σκάφος που τον είχε ακολουθήσει σ' ολόκληρο το Γαλαξία.
«Τι θέλεις Κρίλ-Λάλ; Αν περιμένεις οίκτο, δεν είναι κάτι που θα το βρεις εδώ. Είναι αργά γι' αυτό». Η γνωστή ψυχρή φωνή γέμισε το γνωστό θαλαμίσκο.
«Το ξέρω», απάντησε κουρασμένα. «Θέλω μόνο να σου πω ότι δε σου κρατώ κακία Επιτηρητή. Ποτέ δεν είχες δικές σου σκέψεις. Δεν είσαι υπεύθυνος και πάντα θ' ακολουθείς την παράδοση. Επιτηρητή, δεν ξέρεις καν τι κάνεις...».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει, όταν μια γλώσσα ασπρογάλαζης φωτιάς, που έκρυβε μέσα της όλη τη δεσμευμένη μανία ενός αιχμάλωτου ήλιου, τινάχτηκε από το άλλο σκάφος και πλημμύρισε τον ουρανό γύρω από το σκάφος του Κρίλ-Λάλ. Το μικρό σκάφος έλαμψε για μια σχεδόν ανύπαρκτη στιγμή σαν ένας μικρός απόκοσμος ήλιος και χάθηκε, αφήνοντας πίσω του ένα θαυμαστό σύνεφο από αμέτρητα λαμπερά σημεία. Το άλλο σκάφος έμεινε για λίγο και μετά χάθηκε πίσω στο άλλο σύμπαν, γυρίζοντας πίσω να συναντήση τη δική του μοίρα.
Όταν ο λαμπρός δορυφόρος του πλανήτη πρόβαλε στον ουρανό, το μικρό φωτεινό σύννεφο έλαμπε ακόμη, σαν άλλος ένας μικρός ήλιος. Θα συνέχιζε να λάμπει μερικές εβδομάδες, πριν διαλυθεί στο χάος η τρομακτική ενέργεια που είχε εξαπολυθεί πάνω του. Θα έμενε εκεί για λίγο καιρό, μοναδική ανάμνηση μιας ιστορίας που είχε τελειώσει.

*
* *
Στο ζεστό αρωματισμένο βράδυ ο σοφός σήκωσε τα μάτια όλο ελπίδα στον ουρανό κι έμεινε σαν κεραυνόπληκτος. «Γκασπάρ, Μελχιόρ, το άστρο! Το άστρο!» φώναξε ο Βαλτάσαρ.
Την άλλη μέρα κι οι τρεις μαζί πήραν το μακρινό δρόμο για τη Βηθλεέμ.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΟΙ ΟΝΕΙΡΟΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΓΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Φ. ΠΑΤΣΟΥΡΗ 1979
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ



Αλλά αναλογίζομαι το είδος εκείνο της φρίκης...
που εξαιτίας της διαμορφώθηκε έτσι ολόκληρο
το οικοδόμημα του πολιτισμού μας, για να μας
προστατέψει από αυτή και να μας βοηθήσει να
την ξεχάσουμε. Τη φρίκη για την οποία καμία
ανθρώπινη γνώση δεν έχει τίποτα να μας πει.
Φριτς Λάιμπερ

Αλήθεια πόσο τρομερός πρέπει να είναι ένας φόβος ώστε να φτάσει ένα πλάσμα να βρίσκει προτιμότερο το θάνατο;
Ή ακόμη...
Πόσο τρομερός πρέπει να είναι ένας φόβος ώστε ένα πλάσμα να πεθάνει από αυτόν;
Ο φόβος είναι μια περίεργη κατάσταση που, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μπορεί να επενεργήσει τόσο αρνητικά, όσο και θετικά πάνω στον άνθρωπο, ακριβώς όπως και ο πόνος. Αλλά πέρα από ένα σημείο, ο ίδιος ο φόβος μπορεί σίγουρα και να σκοτώσει, έμμεσα ή άμεσα.
Ανεξάρτητα από το ποια πρέπει να είναι η σχετική του ένταση ώστε να φτάσει ο άνθρωπος να προτιμήσει τη φυγή προς το θάνατο παρά να αντιμετωπίσει τον ίδιο το φόβο – ή και για να γίνει από μόνος του ο φόβος αιτία θανάτου – η άγνοια της φύσης αυτού που τον προκαλεί παίζει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο. Κάτι το απροσδιόριστα αλλά και ανείπωτα τρομερό μπορεί να γίνει αισθητό ακόμη και στον αμέτοχο παρατηρητή, αυτόν που παρακολουθεί σαν θεατής, τα γεγονότα αναφορικά με τον φόβο κάποιων άλλων, έστω κι αν – απ' όσο ξέρει τουλάχιστον – δεν κινδυνεύει και ο ίδιος.
Καμιά φορά όμως μπορεί να συμβαίνουν τρομακτικά γεγονότα που αφορούν, ίσως, όχι μόνο τον άμεσο πρωταγωνιστή αλλά και τον φαινομενικά αμέτοχο παρατηρητή, χωρίς καν ο τελευταίος να το συνειδητοποιεί. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι αυτά τα ίδια τα γεγονότα που γεννούν το φόβο, γιατί και εδώ υπάρχει άγνοια, αλλά αυτό που υποδηλώνουν – εκτός πια και αν προσέξει κανείς σχεδόν τυχαία ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο αθώα ή τόσο ουδέτερα όσο φαίνονται.
Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα πλήθος από σχετικά παραδείγματα, αλλά θα περιοριστούμε μόνο σε κάτι που αφορά άμεσα αυτή την έρευνα. Ο θάνατος μερικών ψαριών, για παράδειγμα, δε φαίνεται να τρομάζει κανέναν, πέρα από μερικές εύλογες ανησυχίες που προκαλεί για τυχόν μολύνσεις του οικολογικού περιβάλλοντος. Γιατί να φοβηθεί κανείς; Μήπως ο ίδιος ο άνθρωπος δε σκοτώνει καθημέρινα αμέτρητα ψάρια για τροφή ή για «σπορ»;
Εκ πρώτης όψεως, τουλάχιστον, υπάρχει κάποια λογική σ' αυτή την αδιάφορη στάση. Αν μερικά ψάρια πεθαίνουν από κάποια άγνωστη αιτία, δεν είναι δα και κάτι το τόσο φοβερό. Ακόμη κι αν το γεγονός υποδηλώνει κάποιον περιβαλλοντικό κίνδυνο, εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν έτσι κι αλλιώς από γνωστά, αλλά κοινότοπα αίτια. Τι κι αν πεθαίνουν μερικά ψάρια; Το μόνο ίσως φοβερό στην εικόνα αυτή θα ήταν αν κινδύνευαν να πεθάνουν όλα έτσι, ανεξήγητα, με αποτέλεσμα να μας στερήσουν από μια βασική πηγή διατροφής. Όμως, δε φαίνεται να υπάρχει τέτοιος άμεσος κίνδυνος. Γιατί λοιπόν να φοβήθεί κανείς;
Σωστά...
...εκτός βέβαια και αν του περάσει από το μυαλό ότι αυτό που τρομάζει θανάσιμα τα ψάρια θα μπορούσε να τρομάξει θανάσιμα και τον ίδιο. Ότι αυτό που τυχόν σκοτώνει τα ψάρια θα μπορούσε να σκοτώνει και τον άνθρωπο. Αν και το πρώτο πράγμα που θα υποψιαζόταν κανείς στις μέρες μας θα ήταν κάποιο πρόβλημα ρύπανσης ή μόλυνσης των νερών και του περιβάλλοντος γενικότερα, δεν είναι αυτό το πρόβλημα στο οποίο αναφέρομαι. Αν και από μια πολύ γενική άποψη, οτιδήποτε επιδρά σε μεγάλη κλίμακα στις ζωντανές κοινωνίες ή τα οικοσυστήματα του πλανήτη είναι οικολογικό πρόβλημα, στην περίπτωσή μας θα πρέπει να περιοριστούμε σε μερικές πολύ πιο ειδικές περιπτώσεις και σε συμβάντα που δεν έχουν καμία σχέση με προβλήματα μόλυνσης.
Ένα τέτοιο συμβάν φαίνεται να σημειώθηκε το Δεκέμβριο του 1961 στην Αυστραλία, στα νότια του Σίντνεϋ. Θα πρέπει να έχουν συμβεί πολλά ανάλογα κατά καιρούς σε όλον τον κόσμο, αλλά με την έμφαση που δόθηκε στην οικολογία τα τελευταία χρόνια είναι δύσκολο πια να ξεχωρίσει κανείς τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που μας αφορούν εδώ. Το γεγονός που θα δούμε είναι παράξενο, αλλά φαινομενικά όχι φοβερό... εκτός και αν το συνδυάσουμε με τη σκέψη που κάναμε πιο πάνω:
Πως ό,τι αφορά στα ψάρια μπορεί ν' αφορά και στον άνθρωπο.
Τη μέρα εκείνη, σε μια ακτή μήκους περίπου τριακοσίων χιλιομέτρων η θάλασσα γέμισε ξαφνικά από αμέτρητα ψάρια όλων των ειδών και μεγεθών. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από την ακτή τα νερά είχαν πήξει από ψάρια, που κυριολεκτικά πηδούσαν έξω από το νερό, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βγουν στη στεριά. Ορμούσαν έξω στην άμμο κατά κύματα, σαν να προσπαθούσαν να ξεφύγουν από κάτι απίστευτα τρομακτικό που τα είχε πάρει στο κατόπι.
Οι κάτοικοι που παρακολουθούσαν το φαινόμενο προσπάθησαν να ρίξουν μερικά πίσω στη θάλασσα. Δεν τα κατάφεραν. Τα ψάρια πηδούσαν πάλι έξω στην ακτή. Ακόμη και όταν επιχείρησαν να τα ρίξουν σε κλειστές λιμνοθάλασσες αποκομμένες από τον κυρίως ωκεανό, εκείνα συνέχιζαν πανικόβλητα να πασχίζουν να βγουν πάλι στη στεριά, όπου και πέθαιναν λίγο αργότερα.
Κανένας δεν μπόρεσε να βρει μια απάντηση στον απίστευτο εκείνο πανικό. Τα νερά δεν παρουσίαζαν τίποτα το ιδιαίτερο, όπως, ας πούμε, κάποια χημική μόλυνση, ελάττωση του οξυγόνου, επικίνδυνους μικροοργανισμους και τα σχετικά. Ούτε και η μετέπειτα εξέταση των ψαριών έδειξε να πέθαναν από παθολογικά ή άλλα φυσικά αίτια. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν στην ίδια έκταση τα σημερινά σοβαρά προβλήματα μόλυνσης του περιβάλλοντος, και οι πρωτοπόροι της οικολογίας αντιμετωπίζονταν μάλλον σαν εκκεντρικοί προφήτες της καταστροφής. Και όμως το γεγονός της αυτοκτονίας παρέμεινε, και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις αιτία της ήταν ο τρόμος(1).
Στις 10 Μαρτίου 1980 οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευαν μια ακόμη παρόμοια περίπτωση. Σύμφωνα με τους κατοίκους του Λουτρόπυργου Αττικής το φαινόμενο άρχισε να εκδηλώνεται γύρω στα μεσάνυχτα του Σαββάτου, 8 Μαρτίου.
Δίχως καμιά φανερή αιτία εκατομμύρια ψάρια άρχισαν να βγαίνουν στη στεριά, ενώ ως την απόσταση των πενήντα ή εξήντα μέτρων από την ακτή η θάλασσα είχε πήξει από ψάρια, κάτι που εκτίμησαν ιδιαίτερα οι αμέτρητοι γλάροι που μαζεύτηκαν εκεί. Τα ψάρια δε φαίνονταν ζαλισμένα ή άρρωστα αλλά απλώς τρομοκρατημένα!
Οι αρχές έδωσαν τις συνηθισμένες «φυσιολογικές» εξηγήσεις για το φαινόμενο. Έτσι σύμφωνα με το Λιμεναρχείο Ελευσίνας, τα ψάρα «προέρχονταν από το ξεψάρισμα των γρι-γρι που ψάρευαν στην περιοχή». Κανένας από τους γύρω κατοίκους δε φαινόταν να συμφωνεί με το λιμεναρχείο, γιατί τα ψάρια πηδούσαν έξω ολοζώντανα και φανερά τρομαγμένα.
Το γεγονός ότι τα ψάρια πηδούσαν έξω ζωντανά έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί, με τη ρύπανση που έχει η θάλασσά μας, είναι κάθε άλλο παρά παράξενο το να βγάζει ψόφια ψάρια. Το πρόβλημα της ρύπανσης κάνει ιδιαίτερα δύσκολη την έρευνα του φαινομένου, γιατί δεν είναι από τα συμβάντα που τραβούν ιδιαίτερα την προσοχή.
Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες ακόμη όλοι θα μιλούσαν για τα ψάρια – ζωντανά ή νεκρά – που ξέβρασε η θάλασσα. Σήμερα έχουμε τόσο εξοικειωθεί με την ιδέα της θαλάσσιας ρύπανσης, της μόλυνσης και των ομαδικών θανάτων ψαριών ώστε ν' αποδίδουμε τέτοια φαινόμενα πάντα σε κάποια αόριστη «μόλυνση».
Συχνά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ούτε καν αναφέρουν αν είναι ζωντανά ή όχι τα ψάρια που βγαίνουν στην ακτή, και πολύ περισσότερο, στην περίπτωση που είναι ζωντανά, αν έχουν φανερά σημάδια δηλητηρίασης, συμπεριφέρονται «σαν ζαλισμένα» κτλ. Έτσι κι αλλιώς, ούτε οι επίσημες αρχές ανακοινώνουν ποτέ τίποτα έστω και ελάχιστα πειστικό. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι πολύ πιο συχνές απ' όσο φαντάζεται κανείς, αλλ' απλώς χάνονται στην πληθώρα από τις γενικές, ατεκμηρίωτες και κραυγαλέες περιγραφές των μέσων μαζικής ενημέρωσης για ψάρια που σκότωσε η μόλυνση, η ρύπανση, η «ραδιενέργεια» και τα σχετικά.
Μια-δυο μέρες... και μετά το θέμα ξεχνιέται.
Το φαινόμενο αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι φανταζόμαστε. Όπως ανέφερα και παραπάνω, αυτό που σκοτώνει τα ψάρια μπορεί να σκοτώνει και ανθρώπους, και νομίζω ότι η μόλυνση δεν είναι ο μόνος ένοχος. Στο κεφάλαιο Οι Πολιτισμοί των Βυθών θα δούμε κάτι που σκοτώνει ακόμη και φώκιες στις ακτές της Κορνουάλλης της Βρετανίας. Δεν ξέρουμε ποια ακριβώς σχέση υπάρχει ανάμεσα σ' όλα αυτά αλλά, όποια κι αν είναι η σχέση αυτή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μας αφορά. Ακόμη κι αν ο ίδιος ο άνθρωπος ευθύνεται με την αδιαφορία του για πολλά από τα συμβάντα του είδους, το ενδιαφέρον δε μειώνεται. Σκεφτείτε το σαν μια ακόμη πιθανή παρενέργεια κάποιων πειραμάτων σαν εκείνα που θα δούμε στο κεφάλαιο Επικίνδυνα Παιχνίδια και θα δείτε ότι και πάλι αποτελούν μέρος του γενικότερου αινίγματος.
Αλλά ας δούμε και μερικές περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα δεν ήταν μονάχα ψάρια ή φώκιες.
Είναι γνωστό ότι στα παλιά χρόνια οι ναυτικοί ταξίδευαν πάντοτε συντροφιά με το θάνατο. Με μικρά, αδύναμα καράβια-καρυδότσουφλα, που χρειάζονταν μήνες για να φτάσουν στα μακρινά λιμάνια, με κακή, ελαττωματικά συντηρημένη τροφή, με άγνοια των κανόνων υγιεινής, με πλήρη έλλειψη φαρμάκων, χωρίς σύγχρονα τεχνικά μέσα, χωρίς τη δυνατότητα να ζητήσουν βοήθεια και η βοήθεια αυτή να φτάσει έγκαιρα – ήταν φυσικό το κάθε ταξίδι να είναι έτσι και ένα φλερτ με το θάνατο.
Δεν είναι περίεργο που κάποτε οι θάνατοι αποτελούσαν ρουτίνα σε κάθε μεγάλο ταξίδι. Μια επιδημία, μια τροφική δηλητηρίαση, μια αβιταμίνωση, μπορούσαν να έχουν καταστροφικές συνέπειες που σήμερα θα μας φαίνονταν αδιανόητες. Έτσι, ήταν σχεδόν αναμενόμενο κάποια πλοία να συναντούσαν σποραδικά στο δρόμο τους ακυβέρνητα σκάφη, με ολόκληρο το πλήρωμα νεκρό, χτυπημένα από τη μια ή την άλλη συμφορά. Η εικόνα αυτών των πλωτών νεκροταφείων μπορεί να προκαλούσε δέος και τρόμο στους απλοϊκούς ναυτικούς, αλλά το θέαμα δε θα πρέπει να τους ήταν και κάτι ολότελα άγνωστο. Και οι πρώτες υποψίες των περισσότερων ναυτικών που συναντούσαν τέτοια κακότυχα καράβια δε στρέφονταν τόσο σε τέρατα και σε υπερφυσικές δυνάμεις, αλλά σε πολύ πιο πεζές ερμηνείες, όπως στη δυσεντερία και το σκορβούτο, έστω κι αν δεν ήξεραν ακόμη τα αίτιά τους.
Στην εποχή μας τα πράγματα άλλαξαν, αλλά ο κίνδυνος για τους ναυτικούς εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο που θ' αντιμετώπιζαν οι στεριανοί υπό ανάλογες συνθήκες, απλά και μόνο γιατί στην περίπτωσή τους μπορεί να μη φτάσει έγκαιρα η απαιτούμενη βοήθεια. Οπωσδήποτε όμως σήμερα, με τους ασυρμάτους, τις δορυφορικές επικοινωνίες, τα ελικόπτερα και τα τόσα άλλα σύγχρονα μέσα, ο ναυτικός μπορεί να καλέσει πιο εύκολα σε βοήθεια, και η βοήθεια αυτή να φτάσει σχετικά σύντομα απ' όσο παλιά, τότε που δεν είχε ταχύτερο μέσο για να στείλει ένα μήνυμα από ένα σημείωμα μέσα σ' ένα μπουκάλι.
Έτσι, σε καμία περίπτωση δε νοείται να βρεθεί στην εποχή μας ένα σύγχρονο πλοίο με ολόκληρο το πλήρωμά του νεκρό και το γεγονός ν' αποδοθεί στις συνηθισμένες αιτίες του παρελθόντος. Η αιτία σήμερα, αν βρεθεί, θα πρέπει να οφείλεται σε γεγονότα πολύ πιο ασυνήθιστα από μια επιδημία δυσεντερίας ή ένα ξέσπασμα σκορβούτου. Συχνά, όμως, καμία αιτία δεν μπορεί να βρεθεί και κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει το μυστήριο. Και τότε το μόνο που μένει είναι να προσπαθήσουν όλοι να ξεχάσουν την ιστορία.
Δύσκολα θυμάται κανείς τα πράγματα που τον υποχρεώνουν να παραδεχτεί την αδυναμία του.
Στα τέλη του περασμένου αιώνα – οι πιο παλιές περιπτώσεις δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω – μπορούμε να βρούμε αρκετές περιπτώσεις πλοίων που βρέθηκαν με νεκρό όλο το πλήρωμα. Σε μερικές περιπτώσεις η αιτία ήταν αρκετά προφανής ή αναφερόταν στο ημερολόγιο του καραβιού. Σε άλλες περιπτώσεις οι θάνατοι παρέμειναν εντελώς ανεξήγητοι, όπως στην περίπτωση του πορτογαλικού Σάντα Μαρία, που βρέθηκε το 1880. Το πλοίο ήταν σε καλή κατάσταση, τα τρόφιμα και το νερό ήταν εντάξει, τα πτώματα δεν έφεραν σημάδια βίας και τίποτε δεν έδειχνε γιατί είχαν πεθάνει(2).
Το πιο πιθανό θα ήταν να είχε ξεσπάσει κάποια θανατηφόρα επιδημία ή μια ομαδική δηλητηρίαση. Η εξήγηση αυτή μπορεί να είναι και η σωστή, αλλά βλέπουμε κιόλας ν' αρχίζουν να προκύπτουν εδώ μερικά ερωτήματα. Ένα από αυτά είναι το θέμα του ημερολογίου που κρατά ο κυβερνήτης του κάθε σκάφους. Δεν υπάρχει καμία αρρώστια ή δηλητηρίαση(3) που να σκοτώνει κεραυνοβόλα. Ακόμη και η κεραυνοβόλα πνευμονική πανώλης απαιτεί μερικές ώρες, και σίγουρα καμία επιδημία δεν μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα σε όλα τα μέλη του πληρώματος. Πάντα όλο κάποιος θα είχε όλο το χρόνο να ενημερώσει το ημερολόγιο ή ν' αφήσει κάποιο μήνυμα για την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων...
Το χαρακτηριστικό αυτό – ένα ημερολόγιο που δεν αναφέρει τίποτα το περίεργο ή κάποια σχετική πληροφορία που θα βοηθούσε στη διελεύκανση της υπόθεσης – είναι πολύ συχνό φαινόμενο σε περιπτώσεις ομαδικών θανάτων. Αλλά το αίνιγμα αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να στηρίξει την υπόθεση ότι κάτι το πραγματικά μυστηριώδες συνέβη στο πλοίο. Υπάρχουν ακόμη αρκετά περιθώρια για φυσιολογικές εξηγήσεις – όχι πολλά, αλλά υπάρχουν.
Η περίπτωση του Μάρλμπορο είναι αρκετά πιο μυστηριώδης και πολύ εντυπωσιακή, ώστε να θεωρείται πια από τις κλασικές του είδους. Το πλοίο αυτό είχε εξαφανιστεί στις αρχές του 1890. Τον Οκτώβριο του 1913 το Μάρλμπορο βρέθηκε από το βρετανικό Τζόνσον να πλέει στον ωκεανό με πλήρωμα αποτελούμενο αποκλειστικά από σκελετούς. Το πλοίο ήταν καταπράσινο από τη μούχλα, και τα σανίδια έσπαζαν κάτω από τα πόδια των ναυτών του Τζόνσον που ανέβηκαν να εξετάσουν το έρμαιο. Ήτνα σάπια μετά από είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια στη θάλασσα.
Οι σκελετοί του πληρώματος βρέθηκαν σε διάφορα σημεία του πλοίου, γεγονός που δείχνει κάποια μάλλον ξαφνική αιτία θανάτου. Αν επρόκειτο για κάποια αρρώστια ή δηλητηρίαση, μονάχα οι απολύτως απαραίτητοι θα βρίσκονταν στο πόστο τους. Και κανονικά, όσο θα ένιωθαν να χειροτερεύουν, θα πήγαιναν να ξαπλώσουν στις κουκέτες τους ένας-ένας. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε, ούτε και άφησαν καμιά γραπτή μαρτυρία για το τι είχε συμβεί. Τελικά αποτελεί μυστήριο ακόμη και το πως το πλοίο παρέμεινε εντελώς ανέπαφο πλέοντας ακυβέρνητο επί είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια σε μια από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του πλανήτη – κοντά στο ακρωτήριο Χορν.
Ο Φράνκ Έντουαρτς αναφέρει, επιπρόσθετα, ότι μερικοί από τους σκελετούς βρέθηκαν σε τέτοιες στάσεις που έδειχναν σαν να προσπαθούσαν να κρυφτούν από κάτι όταν τους βρήκε ο θάνατος(4).
Όλες αυτές οι παλιές περιπτώσεις ποτέ μάλλον δεν πρόκειτε να βρουν κάποια απάντηση. Είναι πολύ αργά πλέον για κάτι τέτοιο, και τα μόνα στοιχεία που μπορεί να έχουν διασωθεί είναι οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα – συνήθως απλώς περιγραφές και τίποτε άλλο.
Στην εποχή μας τα πράγματα θα έπρεπε να είναι διαφορετικά. Δεν είναι μόνο ο σύγχρονος εξοπλισμός των ιδίων των πλοίων, αλλά και οι σύγχρονες τεχνικές ως προς την αναζήτηση και τον εντοπισμό των αιτίων. Και όμως, υπήρξαν περιπτώσεις που όλα αυτά τα μέσα δεν προσέφεραν τίποτε στη διελεύκανση του μυστηρίου. Αντίθετα, το έκαναν μάλλον πιο βαθύ και πιο τεκμηριωμένο, γιατί τώρα δεν υπήρχαν καν οι δικαιολογίες που ίσχυαν κατά το παρελθόν. Απεναντίας, υπήρχε η δυνατότητα άμεσης επαφής με το ασύρματο, η δυνατότητα ταχύτατης άφιξης στον τόπο του συμβάντος, καθώς και η δυνατότητα επιστημονικής αυτοψίας και διερεύνησης. Και πάλι όμως αυτά δε φάνηκαν αρκετά.
Η περίπτωση του ολλανδικού Ουράνγκ Μεντάν υπήρξε η πιο μυστηριώδης ίσως περίπτωση της εποχής μας αναφορικά με το αίνιγμα των ομαδικών θανάτων.
Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1948 το σκάφος βρισκόταν στα στενά της Μαλαισίας, μεταξύ Σουμάτρας και Μαλαϊκής χερσονήσου όταν έστειλε μήνυμα SOS. Όποιος κι αν ήταν ο κίνδυνος δε φαίνεται να προερχόταν από τον καιρό, γιατί η θάλασσα ήταν γαλήνια και στην περιοχή επικρατούσε μπουνάτσα. Πάντως αμέσως ξεκίνησαν για να βοηθήσουν ναυαγοσωστικά από την ακτή, καθώς και άλλα πλοία που έτυχε να πλέουν στην περιοχή. Μέσα σε λίγες ώρες είχαν φτάσει στον τόπο όπου βρισκόταν το ατμόπλοιο.
Το σήμα κινδύνου ήταν ιδιαίτερα μυστηριώδες σε περιεχόμενο. Δεν εξηγούσε ποιος ήταν ο κίνδυνος που απειλούσε το σκάφος. Μετά από μερικά απλά SOS ο ασυρματιστής του Ουράνγκ Μενταν έστειλε το εξής μήνυμα:
«Όλοι οι αξιωματικοί, συμπεριλαμβανομένου και του καπετάνιου, νεκροί, πεσμένοι στην αίθουσα χαρτών και τη γέφυρα... πιθανόν όλοι του πληρώματος νεκροί».
Μετά ακολούθησε μια σειρά από ασυνάρτητα σήματα Μορς και τέλος ακούστηκε λακωνικά:
«Πεθαίνω».
Όταν έφτασαν τα πρώτα ναυαγοσωστικά το Ουράνγκ Μεντάν δε φαινόταν να έχει πάθει τίποτα. Όταν οι άντρες τους ανέβηκαν στο κατάστρωμα είδαν με φρίκη ότι ο ασυρματιστής – νεκρός μπροστά στον ασύρματο – είχε δίκιο. Κανένας ζωντανός δεν υπήρχε στο πλοίο. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος βρίσκονταν πεσμένα σε διάφορα σημεία του καραβιού, όλοι νεκροί. Ακόμη και ο σκύλος-μασκότ είχε την ίδια τύχη. Στα πρόσωπα όλων υπήρχε ζωγραφισμένη μια έκφραση τρόμου. Σύμφωνα με τα «Πρακτικά του Συμβουλίου Εμπορικού Ναυτικού»:
«Τα πρόσωπά τους ήταν στραμμένα προς τον ήλιο, τα στόματά τους έχασκαν και τα μάτια τους ήταν ορθάνοιχτα...»
Η πρώτη πρόχειρη εξέταση δεν έδειξε καμιά φανερή αιτία για τους ομαδικούς θανάτους. Δεν υπήρχαν τραύματα ή άλλα σημάδια βίας που να δείχνουν επίθεση πειρατών ή κάτι ανάλογο. Το μόνο που έμενε πλέον ήταν να ρυμουλκήσουν το πλοίο στο λιμάνι. Δεν πρόλαβαν. Μια ξαφνική φωτιά ξέσπασε στο αμπάρι Νο 4 από κάποια άγνωστη αιτία. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο η φωτιά είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και κάθε προσπάθεια ελέγχου της στάθηκε μάταιη. Οι άντρες που είχαν επιβιβαστεί στο σκάφος αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βιαστικά το φορτηγό. Λίγα λεπτά αργότερα, μετά από μια τρομερή έκρηξη, το είδαν να τινάζεται ψηλά στον αέρα και αμέσως μετά να βουτά και να χάνεται κάτω από τα κύματα.
Κανένας δεν έλυσε ποτέ το αίνιγμα των θανάτων του Ουράνγκ Μεντάν και του απρόσμενου τέλους του καραβιού(5).
Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς θα επαναληφθεί η ίδια σχεδόν τραγωδία, αυτή τη φορά με το ελληνικό φορτηγό Νιάσσα. Το καράβι βρισκόταν στα νότια των νησιών Κουκ, στον Ειρηνικό, όταν εξέπεμψε το πρώτο σήμα κινδύνου, καθώς και το στίγμα του δίχως άλλες πληροφορίες. Το μήνυμα έπιασαν δυο σκάφη που έτυχε να βρίσκονται αρκετά κοντά: το καναδικό φορτηγό Κρέηβεν Κωρτ, με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Ρόμπερτ Μάννινγκ, και το νεοζηλανδικό δεξαμενόπλοιο Σαντμπολτ, με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Άνστυ. Το Κρέηβεν Κωρτ, που βρισκόταν σε τριάντα μίλια απόσταση, έφτασε πρώτο. Λίγο αργότερα κατέφθανε και το Σαντμπολτ, που είχε λάβει το σήμα κινδύνου ενώ έπλεε σαράντα μίλια μακριά.
Πρώτος ανέβηκε στο Νιάσσα ο Νόρμαν Ρόουλαντς, ο ύπαρχος του Κρέηβεν Κώρτ, μαζί με δέκα άντρες... Όπως και στην περίπτωση του Ουράνγκ Μεντάν, όλοι πάνω στο καράβι ήταν νεκροί, δίχως φανερή αιτία θανάτου. Ο ασυρματιστής, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, ήταν πεθαμένος μπροστά στον πομπό του. Ο γιατρός του ενός από τα πλοία που τους εξέτασε διέγνωσε ότι είχαν πεθάνει από... φυσικά αίτια!
(Ο όρος ουσιαστικά σημαίνει άγνοια των αιτίων θανάτου. Ότι δεν βρέθηκε κανένα γνωστό αίτιο που θα μπορούσε να έχει σκοτώσει εκείνους τους ανθρώπους πριν την ώρα τους).
Συνολικά υπήρχαν τριάντα ένας νεκροί στο Νιάσσα. Σε αντίθεση με το Ουράνγκ Μεντάν, τούτη τη φορά το πλοίο ρυμουλκήθηκε σε λιμάνι, αλλά και οι πιο λεπτομερείς έρευνες και αυτοψίες που επακολούθησαν στη στεριά δεν μπόρεσαν να ρίξουν φως στο μυστήριο. Το πλοίο απέπλευσε αργότερα με άλλο πλήρωμα και επέστρεψε στην Ελλάδα όπου και φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα στο λιμάνι του Σκαραμαγκά. Μετά μπήκε πάλι σε υπηρεσία, για να διαλυθεί τελικά ύστερα από δέκα χρόνια στη Βαλτιμόρη το 1959(6).
Πριν κάμποσα χρόνια είχα εντοπίσει ένα ναυτικό που θυμόταν το πλοίο και την περίπτωσή του από την εποχή που βρισκόταν στο Σκαραμαγκά, αλλά δεν κατάφερα να τον συναντήσω προσωπικά, πριν σαλπάρει πάλι και χαθούν τα ίχνη του.
Σχετικά με τα γεγονότα αυτά είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε τίποτε περισσότερο από μερικές εικασίες. Όπως φαίνεται, οι ναυτικοί εκείνοι έπεσαν θύματα σε κάτι – σε κάτι που μπορεί να υποδήλωνε σκόπιμη ενέργεια ή τυχαίο συμβάν. Κάτι μπορεί να πέρασε πάνω από το πλοίο ή ν' αναδύθηκε από τη θάλασσα – κάτι που δεν ανήκε σ' αυτόν τον κόσμο.
Κάτι; Ναι, κάτι. Τί άλλο θα μπορούσαμε να πούμε;
Ψάρια που πανικοβάλλονται και αυτοκτονούν... άνθρωποι που βρίσκονται νεκροί πάνω στο καράβι τους με έκδηλα τα σημάδια του πανικού. Και γενικό φόντο σε όλα αυτά, μια σκοτεινή θάλασσα που κανένας δεν ξέρει τι κρύβει στα βάθη της.
Μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα για όλα αυτά. Αυτή ήταν μονάχα μια από τις πολλές όψεις του όλου θέματος. Θα το κουβεντιάσουμε και αργότερα, όταν θα έχουμε μια πληρέστερη εικόνα. Στα γεγονότα που είδαμε ως τώρα είχαμε τουλάχιστον να κάνουμε με κάτι συγκεκριμένο: το θάνατο. Σ' εκείνα που θα δούμε τώρα δεν έχουμε ούτε καν αυτή τη συγκεκριμένη, αν και αμφίβολης χρησιμότητας, σιγουριά. Γιατί εδώ τα θύματα απλώς εξαφανίστηκαν!
Ο άνθρωπος γνωρίζει το μυστηριακό κόσμο της θάλασσας προστατευμένος – συχνά όχι και τόσο αποτελεσματικά, όπως είδαμε – μέσα σε μικρούς, τεχνητούς, δικούς του κόσμους. Μέσα σε μικρούς τεχνητούς κόσμους, πλωτούς ή μη, που τον προστατεύουν κάπως όταν βρίσκεται πάνω, μέσα ή κοντά στη θάλασσα. Άλλά κάποτε η προστασία τους δεν είναι αρκετή. Και τότε οι μικροί αυτοί κόσμοι του ανθρώπου μένουν άδειοι.
Σαν μια παλιά πανοπλία ιππότη από την οποία έχει χαθεί, - άγνωστο πως, άγνωστο που – το ζωντανό της περιεχόμενο.



__________________
1. “Strange World” by Frank Edwards
2. “Strange as it Seems” by John Hix, “Invisible Horizons” by Vincent Gaddis
3. Εννοείται δηλητηρίαση από κοινά αίτια, τροφική ή από ουσίες του περιβάλλοντος, όχι από αέριο υδροκυάνιο ή πολεμικές χημικές ουσίες.
4. New Zealand's “Evening Post” (Nov. 13, 1913), “Agence Havas” (Nov. 26, 1913), “Believe or Not Omnibus” by robert Ripley, “Invisible Horizons” by Vincent Gaddis, “strangest of All” by Frank Edwards.
5. “Fate” (June, 1954), “The Case for the U.F.O.” by Morris K. Jessup, “Strangest of All” by Frank Edwards, “Invisible Horizons” by Vincent Gaddis, “Terror Zones” by Adi-Kent Thomas Jeffrey.
6. “The Strange and the Uncanny” by John Macklin.


Γιώργος Μπαλάνος (1995)
Άλλοι Ωκεανοί... Άλλοι Κόσμοι...
(Εκδόσεις Locus 7)


Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΛΑΜΟΥ 7 – ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ




Φτάσαμε σ' έναν ήλιο τόσο διάφανο και ανάριο που δεν είναι σίγουρο καν αν υπάρχει...

«Ποια είναι αλήθεια η φύση, η ουσία... το χαρακτηριστικό της ύπαρξης; Όχι δεν εννοώ της ζωής, αλλά κυριολεκτικά αυτής της ίδιας της ύπαρξης. Τι είναι εκείνο που κάνει κάτι να υπάρχει, και κάτι να μην υπάρχει;Τι σημαίνουν τελικά αυτές οι λέξεις, που τόση κατάχρηση τους κάνουμε καθημερινά; Αν συμφωνήσουμε με την αντίληψη του Μπεργκσόν, ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε καν την ιδέα της ανυπαρξίας – μια και δεν μπορεί να υπάρχει... ανυπαρξία – τότε ποιο νόημα έχει πάλι η λέξη “ύπαρξη”; Με τι μπορούμε να την αντιπαραθέσουμε για να έχουμε κάποια διάκριση, κάποια αναγκαία αντίθεση;
Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι η μοίρα κάθε τέτοιας ανάλυσης είναι καταδικασμένη να καταλήγει σε ασυνάρτητες εκφράσεις σαν τις παραπάνω. Δυστυχώς, αυτό δεν καταργεί το αρχικό θεμελιώδες ερώτημα. Απόδειξη ο ήρωας του επόμενου διηγήματος που προσπάθησε ν' ακολουθήσει τις σχετικές συνέπειες ως το τέλος.
Τώρα που το σκέφτομαι... Ποιο τέλος;» Γιώργος Μπαλάνος

Τον είχαν βρει να τριγυρίζει άσκοπα στους δρόμους και δεν είχαν καταφέρει ακόμη να μάθουν ούτε τ' όνομά του. Κανένας δεν τον είχε αναζητήσει, ούτε στο αστυνομικό τμήμα όπου έμεινε για κανά εικοσιτετράωρο, ούτε στην ψυχιατρική κλινική όπου βρισκόταν τώρα. Ο γιατρός τον κοίταξε σκεφτικά. Κι όμως... δε φαινόταν αλήτης... δεν έδειχνε για άνθρωπος χωρίς κανέναν στον κόσμο. Ο γιατρός δεν μπορούσε να το καταλάβει...
Ο άγνωστος ήταν μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι ατενίζοντας ίσια μπροστά, ανέκφραστα, χωρίς να δίνει καμια σημασία στο γιατρό δίπλα του, λες κι ο τελευταίος δεν υπήρχε καν. Ο γιατρός τον κοίταξε για λίγες στιγμές ακόμη, εξεταστικά, με κάτι παραπάνω από επαγγελματικό ενδιαφέρον. Ήταν μια ενδιαφέρουσα περίπτωση...
Ο άγνωστος φορούσε ένα ακριβό, καλοραμμένο κοστούμι όταν τον έφεραν οι αστυνομικοί. Τα παπούτσια και τα υπόλοιπα ρούχα του ήταν της ίδιας κλάσης. Τα χέρια του δεν έδειχναν άνθρωπο που δούλευε μ' αυτά για να βγάλει το ψωμί του. Δεν πρέπει να ήταν συνηθισμένα σε πιο βαρύ εργαλείο από το χρυσό στυλό που είχε στην τσέπη του. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό ήταν και το μοναδικό αντικείμενο που είχε στην τσέπη του. Κανένα στοιχείο, κανένα χαρτί, τίποτα που να δείχνει ποιος ήταν.
Στην αρχή οι αστυνομικοί που τον σταμάτησαν στο δρόμο σκέφτηκαν ότι ήταν μεθυσμένος, μετά ότι είχε πάθει ανμησία, μετά ότι ήταν τρελός. Έτσι, κάποτε, έφτασε στην ψυχιατρική κλινική. Είχε σχεδόν τρελάνει τους αστυνομικούς, πριν τον κουβαλήσουν εκεί, με τις παράξενες απαντήσεις του στις ερωτήσεις τους. Για μια στιγμή είχαν φανταστεί ότι τους κορόιδευε.
Τον είχαν ρωτήσει ποιος ήταν.
“Δεν είμαι”, είχε απαντήσει εκείνος, με άχρωμη, ουδέτερη προφορά. Η φωνή του έδειχνε άνθρωπο μορφωμένο, χωρίς όμως να προδίδει και την καταγωγή του.
“Μας κοροιδεύετε, κύριε;” τον αγριοκοίταξε ο αστυνομικός που είχε κάνει την ερώτηση. Η εμφάνιση του αγνώστου τον έκανε να μην του μιλήσει στον ενικό, τουλάχιστον όχι ακόμη.
“Δεν μπορώ να κοροιδέψω κάτι που δεν υπάρχει”, αποκρίθηκε ο άλλος με τον ίδιο τρόπο.
“Τι δεν υπάρχει;” ρώτησε σαστισμένα ο αστυνομικός. Δεν ήξερε αν έπρεπε να θυμώσει ή όχι. Η απάντηση του φάνηκε προσβλητική, αλλά στον τόνο της φωνής δεν υπήρχε καμία περιφρόνηση ή κοροϊδία. Ήταν μια απλή δήλωση. “Τι δεν υπάρχει;” ρώτησε πάλι.
“Τίποτε” απάντησε ο άλλος.
“Και, δηλαδή, τι είμαι εγώ εδώ;” ρώτησε απότομα ο αστυνομικός. Είχε αποφασίσει ότι μάλλον θα έπρεπε να θυμώσει με τον άλλο.
“Δεν είσαι πουθενά”, είχε απαντήσει ο άγνωστος αδιάφορα.
“Τι θες να πεις τώρα; Πας γυρεύοντας να σε κλείσουμε μέσα;” φούντωσε τώρα ο αστυνομικός.
Ο άλλος δεν έδειξε να προσέχει την αλλαγή στον ενικό. “Δεν υπάρχει «μέσα»”, ήταν η αδιάφορη απάντησή του.
Ο αστυνομικός άρχισε να υποψιάζεται ότι είχε να κάνει με τρελό. Κατά παράξενο τρόπο, η σκέψη τον καθησύχασε. Η τρέλα ήταν κάτι που το καταλάβαινε. Είχε δει πολλά με τα μάτια του τόσα χρόνια στην υπηρεσία. Ο άγνωστος δεν ήταν δική του δουλειά. Υπήρχαν γιατροί για τέτοιες περιπτώσεις παλαβών.
Φυσιολογικά ο γιατρός δε θα τον δεχόταν έτσι εύκολα στην κλινική. Δεν ήξερε αν ο άλλος ανήκε σε κανένα ασφαλιστικό ταμείο... αν υπήρχε κάποιος να πληρώσει το λογαριασμό... αλλά κάτι στον άγνωστο είχε ξυπνήσει μέσα του το επαγγελματικό ενδιαφέρον, και κάτι παραπάνω. Και στο κάτω-κάτω, ο τύπος φαινόταν άνθρωπος που το φυσούσε το χρήμα. Αν μάθαιναν ποιος ήταν, σίγουρα δεν θ' αντιμετώπιζαν πρόβλημα πληρωμής. Έτσι φώναξε μια νοσοκόμα.
“Ετοιμάστε, παρακαλώ, το κρεβάτι στο θάλαμο 7 για τον κύριο...;” είπε, και μετά κοντοστάθηκε κοιτάζοντας με παραπλανητική αφέλεια τον άγνωστο. Αλλά το κόλπο δεν έπιασε. Ο άγνωστος ούτε απάντησε, ούτε άλλαξε έκφραση. Ο γιατρός έκανε μια μοιρολατρική κίνηση με τους ώμους του. Δεν είχε και καμιά ιδιαίτερη ελπίδα ότι θα έπιανε αυτό το απλό κόλπο.
Για την ώρα ο ανώνυμος άντρας θα έμενε γνωστός ως “ο άρρωστος του θαλάμου 7”.
Τώρα, λίγες μέρε αργότερα, ο γιατρός στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του αρρώστου στο θάλαμο 7, χωρίς να έχει καταφέρει να μάθει τίποτα περισσότερο για τον άγνωστο. Κανένας δεν είχε μπορέσει ν' ανακαλύψει ποιος ήταν. Τα μόνα που είχαν γίνει γνωστά γι' αυτόν ήταν τα τυπικά πορίσματα των ιατρικών εξετάσεων ρουτίνας, των εργαστηριακών αναλύσεων, και τα κλινικά συμπτώματα της ακαθόριστης ψυχιατρικής πάθησης από την οποία προφανώς υπέφερε. Ο γιατρός εξέτασε τα σχετικά χαρτιά για μια ακόμη φορά, σαν να περίμενε να διαβάσει κάτι ανάμεσα στις γραμμές, κάτι που δεν υπήρχε εκεί...
Κάτι που δεν υπήρχε... για έναν άρρωστο που επέμενε ότι δεν υπήρχε πουθενά, ποτέ. Ταίριαζε!
Ο φάκελος του αρρώστου δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός, ακόμη και για έναν ψυχίατρο. Σωματικά ο άλλος ήταν υγιής. Καμία οργανική πάθηση του νευρικού συστήματος, καμία ορμονική διαταραχή, με φυσιολογικές νευρολογικές αντιδράσεις και φυσιολογικό εγκεφαλογράφημα. Αυτό, βέβαια, δε σήμαινε και πολλά πράγματα. Μια γνήσια ψυχιατική περίπτωση σπάνια παρουσιάζει οργανικά παθολογικά ευρήματα στα οποία θα μπορούσε να αποδοθεί το πρόβλημα. Από ψυχιατρικής πλευράς όμως...
Ο άλλος ήταν ψυχικά άρρωστος, αυτό ήταν φανερό. Αλλά τι είχε; Ο γιατρός δεν ήταν καν σίγουρος κατά πόσο ο βολικά γενικός όρος “ψύχωση”, που υπήρχε στον φάκελο του αρρώστου, ήταν ο κατάλληλος για την περίπτωση. Ο γιατρός αναστέναξε. Η αβεβαιότητα της κλινικής διάγνωσης και η ασάφεια των όρων στην ψυχιατρική ήταν παροιμιώδεις, και αιτία συνεχών πειραγμάτων από τους συναδέλφους των άλλων ειδικοτήτων. Δεν ήταν λίγοι άλλωστε οι γιατροί, το ήξερε, που δε θεωρούσαν καν γιατρούς τους ψυχιάτρους, ούτε επιστήμη την ψυχιατρική. Φυσικά το επαγγελματικό φιλότιμο δεν τον άφηνε να το παραδεχτεί αυτό, αλλά ήξερε ότι είχαν ένα κάποιο δίκιο.
Τουλάχιστον η ψυχιατρική θεράπευε ή τουλάχιστον έλεγχε πολλά συμπτώματα στις ψυχικές νόσους. Κατά πόσο όμως θεράπευε και την ίδια την αρρώστια, αυτό ήταν άλλο θέμα. Αλλά και η συμπτωματική θεραπεία, κάτι ήταν κι αυτό.
Στην περίπτωση αυτή ο γιατρός είχε πρόβλημα ακόμη και με την απλή, έστω και αυθαίρετη, διάγνωση. Έπρεπε ν' αποφασίσει σε ποια κατηγορία ψυχικών νόσων να εντάξει τούτον τον άρρωστο και μετά ν' αποφασίσει για τη θεραπευτική αγωγή που θ' ακολουθούσε – τη θεραπεία των συμπτωμάτων έστω. Θα έπρεπε να εντοπίσει τουλάχιστον κάποιο σύνδρομο. Η τελευταία ήταν μια ωραία λέξη για ένα τεράστιο σύνολο συμπτωμάτων που εντυπωσίαζε οποιονδήποτε δεν ήταν ψυχίατρος.
Ο ίδιος, ως ψυχίατρος, ήξερε ότι το “σύνδρομο” ήταν απλώς άλλο ένα από τα πολλά ονόματα της άγνοιας. Είχαν και οι άλλες ειδικότητες παρόμοιες βολικές λέξεις εκτός από το “σύνδρομο”: ίωση, ρευματικά, λοίμωξη, νευραλγία ήταν μερικές μονάχα από τις άδειες λέξεις που χρησιμοποιούσαν όταν κανένας δεν ήξερε τι έχει ο άρρωστος πέραν του ότι υπέφερε από κάτι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο γιατρός αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα. Η πρώτη του εντύπωση ήταν ότι είχε να κάνει μ' εκείνη την ομάδα συνδρόμων – να τη πάλι αυτή η λέξη: - που λέγεται σχιζοφρένεια. Ο επίμονος αρνητισμός του αρρώστου τουλάχιστον έδειχνε μάλλον προς αυτή την κατεύθυνση. Ως πρώτη διάγνωση είχε γράψει στο μπλοκ του εκείνη τη σοβαρή μορφή που περιέργως ονομάζεται “Απλή Σχιχοφρένεια”, αν και δεν είναι διόλου απλή. Μετά πρόσθεσε στη διάγνωση την κατατονική της παραλλαγή... μετά τη σχιζοθυμική... Έβαλε ένα ερωτηματικό δίπλα από κάθε κατηγορία... Ύστερα τα έσβησε όλα εκνευρισμένος. Η ασθένεια του αγνώστου δεν έπρεπε να είναι σχιζοφρένεια. Τουλάχιστον όχι κάποιας τυπικής μορφής.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο άγνωστος δεν παρουσίαζε κανένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της ψύχωσης. Οι σκέψεις του είχαν φυσιολογικούς συσχετισμούς και διασυνδέσεις. Οι απαντήσεις του έδειχναν ότι πρόσεχε φυσιολογικά και καταλάβαινε τις ερωτήσεις που του γίνονταν, και απαντούσε ανάλογα. Η προσωπικότητά του φαινόταν ανέπαφη. Οι νοητικές του ικανότητες το ίδιο... Μήπως έπασχε από καταθλιπτική ψύχωση; Όχι, όχι. Αδιάφορα από τα ποικίλα παρόμοια χαρακτηριστικά, η πείρα του γιατρού αρνιόταν να δεχτεί ότι εδώ είχε να κάνει με μια περίπτωση σχιζοφρένειας ή κατάθλιψης.
Και οι κλινικές εξετάσεις δεν είχαν δείξει νευροπαθολογικά ευρήματα και έτσι δε βοηθούσαν στη διαφορική διάγνωση.
Ο γιατρός κόντευε να τρελαθεί - μια λέξη “ταμπού”, που ποτέ δε χρησιμοποιούσε στις επαγγελματικές συζητήσεις ή, πολύ περισσότερο, με τους ασθενείς του. Σύντομα και άλλοι γιατροί της κλινικής ενδιαφέρθηκαν για τον περίεργο άρρωστο, αλλά οι διάφορες γνώμες τους, συχνά αντικρουόμενες, έκαναν ακόμη πιο αβέβαιη τη διάγνωση.
Δεν καταλαβαίνω τίποτε”, μουρμούρισε ο γιατρός μεγαλόφωνα χωρίς να το θέλει – και αμέσως κοκκίνισε αμήχανα, επίσης χωρίς να το θέλει, γιατί μονάχα οι πελάτες του και οι ηθοποιοί στη σκηνή μιλούσαν μόνοι τους μεγαλόφωνα, όχι οι ψυχίατροι.
Δεν υπάρχει τίποτε για να καταλάβεις, γιατρέ”, άκουσε από δίπλα του μια φωνή. Είχε ξεχάσει! Δεν ήταν μόνος στο θάλαμο, και ο άρρωστος τον είχε ακούσει.
Η παρατήρηση πρόδινε μια φυσιολογική επαφή με το περιβάλλον, ένα λογικό συνειρμό και συσχετισμό ερώτησης-απάντησης... φτάνει μόνο να μην υπήρχε αυτή η παράξενη αρνητικότητα έναντι κάθε έννοιας ύπαρξης. Και ο άγνωστος ασθενής φαινόταν καλλιεργημένο άτομο...
Κόγκιτο έργκο σουμ”, σχολίασε ο γιατρός, επίτηδες στα λατινικα. Και μετά πρόσθεσε κάπως αμήχανα: “Θυμήθηκα τα λόγια του Ντεκάρτ, ξέρετε”.
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, είπε ο άρρωστος, μεταφράζοντας τη φράση με την ίδια πάντα άχρωμη φωνή. Και μετά, εντελώς απρόσμενα, έκανε μια ερώτηση – την πρώτη ενεργή αντίδραση που παρατηρούσε απ' αυτόν ο γιατρός:
Γιατρέ... υπάρχει ο Ντεκάρτ;” Ο γιατρός δεν κατάλαβε στην αρχή. Η ερώτηση ήταν μάλλον ασυνάρτητη, λαθεμένη, τουλάχιστον ως προς το χρόνο του ρήματος. Μετά, κατάλαβε το αληθινό της νόημα, και ανατρίχιασε. Υπήρχαν σκοτεινά βάθη πίσω της. Και για πρώτη φορά διέκρινε κάποια έκφραση στο πρόσωπο του αρρώστου. Για πρώτη φορά τα μάτια του άλλου ήταν καρφωμένα στα δικά του. Μάτια γκριζογάλαζα σαν τον ουρανό. Και πίσω τους έχασκε το ίδιο άδειο και απύθμενο χάος.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας άρρωστος επηρέαζε τον ψυχίατρό του. Αλλά ο γιατρός δεν ήταν από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω.
Υπήρξε. Στο παρελθόν”, απάντησε. Κάτι στον κοφτό, επιθετικό τόνο της φωνής του δεν ταίριαζε σε γιατρό.
Και το παρελθόν υπάρχει; Υπάρχει τώρα;”, επέμεινε ο άλλος.
Α, δεν ήταν τίμιο τούτο το παιχνίδι με τις λέξεις! Υπήρχε κάτι το αδυσώπητο στο ερώτημα, κάτι που έκανε ρίγη ανατριχίλας να ταξιδέψουν στη σπονδυλική στήλη του γιατρού. Πως θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το παρελθόν υπήρχε τώρα; Δεν υπήρχε βέβαια. Μόνο έμμεσες ενδείξεις υπήρχαν ότι υπήρξε κάποτε ένα παρελθόν. Αποδείξεις όχι. Έπρεπε να δεχτεί κανείς μερικά αξιώματα πριν παραδεχτεί ότι υπήρξε το παρελθόν, και τ' αξιώματα δεν έχουν ούτε χρειάζονται αποδείξεις. Κυριολεκτικά, ήταν πάντα αδύνατο ν' αποδείξει κανείς την ύπαρξη του παρελθόντος. Το δεχόμαστε, κι αυτό ήταν όλο.
Ο φιλόσοφος Ντεκάρτ...; Ναι, είχε καταπιαστεί κι αυτός με το πρόβλημα της απόδειξης της ύπαρξης, αλλά το μόνο που είχε καταφέρει ήταν ν' αποδείξει ότι υπήρχε ο εαυτός του! Ο Ντεκάρτ είχε αποδείξει στον Ντεκάρτ ότι υπήρχε ο Ντεκάρτ! Τίποτε άλλο! Σκέφτομαι, άρα υπάρχω...
Ένας αρχέγονος τρόμος πλημμύρισε ξαφνικά το γιατρό. Τα κύματά του έπνιξαν για λίγο μέσα του τον ορθολογιστή επιστήμονα και – ναι, γιατί όχι; - το λογικό άνθρωπο.
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, ψυθίρισε πάλι, χωρίς να το θέλει, και με πανικό κατάλαβε ότι υπήρχε κάποιος ερωτηματικός τόνος, κάποια αμφιβολία στη φωνή του.
Αυτό δεν έπρεπε να συνεχιστεί άλλο! Σηκώθηκε απότομα και βγήκε από το θάλαμο. Πίσω του πρόλαβε ν' ακούσει τον άρρωστο να λέει:
Δεν υπάρχεις, αν δεν αποδείξεις ότι σκέφτεσαι. Ο Ντεκάρτ προτίμησε να ξεφύγει απο το φοβερό ερώτημα της τελικής υπόστασης με μια υπεκφυγή. Μόνον εγώ ακολούθησα τις συνέπειές του ερωτήματος ως το τέλος...”
Ο γιατρός απομακρύνθηκε απο το θάλαμο 7 σχεδόν τρέχοντας και χωρίς να δίνει σημασία στις περίεργες ματιές των νοσοκόμων στο διάδρομο, που τον κοίταζαν παραξενεμένοι. Το ύφος του θα πρόδινε τη θύελλα που λυσσομανούσε μέσα του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Και γιατί να τον νοιάζει; Δεν μπορούσε ν' αποδείξει καν ότι υπήρχαν οι νοσοκόμοι.
Ποιος ήταν ο υπαρκτός κόσμος; Υπήρχε καν κάτι τέτοιο;
Μήπως δεν είχε γνωρίσει εκατοντάδες αρρώστους – τρελούς; - που πίστευαν και ζούσαν σε δικούς τους – φανταστικούς; - κόσμους; Γιατί δε θα μπορούσε να είναι κι αυτός ο ίδιος ένας – Τι; Τρελός; - σαν κι εκείνους; Μήπως ήταν παραίσθηση ότι ήταν ψυχίατρος; Μήπως στην πραγματικότητα ήταν κι αυτός ένας άρρωστος κλεισμένος τώρα σ' ένα κελί, και γύρω του τον εξέταζαν οι αληθινοί ψυχίατροι;
Δεν υπήρχε τρόπος ν' αποδείξει ότι ο κόσμος – ο δικός του κόσμος – δεν ήταν επίσης μια παραίσθηση. Ούτε ο πόνος ενός τσιμπήματος, ούτε η αφή των γύρω αντικειμένων... ούτε τίποτε άλλο αρκούσαν για ν' αποδείξουν ότι ο δικός του κόσμος ήταν πραγματικός, κι όχι μια άδεια εικόνα σ' ένα αρρωστημένο μυαλό. Μια παραίσθηση μπορούσε κάλλιστα να είναι εντελώς σαφής και ολοκληρωμένη. Ως ψυχίατρος το ήξερε καλά αυτό. Είχε συναντήσει τέτοιες παραισθήσεις σε άλλους. Γιατί δε θα μπορούσε τάχα και η δική του υπόσταση να ήταν μια παραίσθηση;
Αλλά... αλλά τότε δεν υπήρχε κανένα αντικειμενικό κριτήριο της πραγματικότητας! Αυτό το είχε δείξει ήδη ο Ντεκάρτ πριν από αιώνες. Το μόνο που μπορούσε να πει ήταν ότι αυτός υπήρχε γιατί σκεφτόταν. Όμως δεν υπήρχε καμία απόδειξη για την ύπαρξη όλου του υπόλοιπου κόσμου. Ήταν κι αυτό κάτι... μια σανίδα σωτηρίας – αλλά, τι είχε πει ο άρρωστος του θαλάμου 7, τη στιγμή που έβγαινε από το δωμάτιο; Ποιο ήταν το περιεχόμενο της φράσης του;
Ότι δεν μπορείς ν' αποδεχτείς ως σίγουρη ούτε τη δική σου ύπαρξη, αν δεν αποδείξεις πρώτα ότι σκέπτεσαι! Όμως, αν ένας άνθρωπος δε δεχόταν κανένα αξίωμα, ήταν αδύνατο ν' αποδείξει ότι υπήρχε σκέψη ή οτιδήποτε. Μπορεί τελικά και να μην υπήρχε τίποτε! Μονάχα κενό με την ψευδαίσθηση της ύπαρξης.
Η σύγκρουσή του μ' ένα νοσοκόμο στο διάδρομο τον συνέφερε για λίγο. Ζήτησε μηχανικά συγνώμη και συνέχισε το δρόμο του. Κάτι έπρεπε να κάνει πριν να είναι πολύ αργά, πριν το σπέρμα βλαστήσει. Και πρώτα απ' όλα έπρεπε ν' απαλλαγεί απο τον άγνωστο του θαλάμου 7. Ο τύπος απέπνεε κάτι ακαθόριστα επικίνδυνο, μια παράξενη σκοτεινή απειλή, όχι για τη σωματική, αλλά για την υπαρξιακή του υπόσταση... Ίσως η αστυνομία να είχε μάθει στο μεταξύ κάτι γι' αυτόν.
Και τι εννοούσε άραγε ο άλλος, όταν είπε ότι είχε ακολουθήσει τις συνέπειες του ερωτήματος μέχρι το τέλος; Άστο, καλύτερα να μην το σκέφτομαι... συλλογίστηκε ο γιατρός, σχεδόν πανικόβλητος. Μπορεί στο μεταξύ η αστυνομία να είχε εξακριβώσει ποιος ήταν ο άγνωστος, κι έτσι να γλίτωνε από δαύτον.
Είχε κιόλας βραδιάσει, αλλά με το αυτοκίνητό του ο γιατρός έφτασε στο τμήμα μέσα σε λίγα λεπτά. Παρκάρισε απ' έξω κι ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες. Σίγουρα κάποιος αξιωματικός υπηρεσίας θα υπήρχε μέσα.
Δεν υπήρχε κανένας εκεί! Το τμήμα ήταν εντελώς άδειο. Ο γιατρός έψαξε... περίμενε... τίποτε. Δεν υπήρχε κανένας αστυνομικός ή έστω πολίτης στο κτίριο. Ψυχή! Δεν μπορεί! Σκέφτηκε. Τουλάχιστον ο αξιωματικός υπηρεσίας θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Μήπως είχε βγει για λίγο έξω; Ο γιατρος θυμήθηκε ότι κάτω από το τμήμα είχε δει ένα μικρό καφενείο. Θα ρωτούσε τον καφετζή. Ίσως μάλιστα ο αξιωματικος να βρισκόταν εκεί, για κανέναν καφέ...
Ο καφετζής τον κοίταξε αδιάφορα όταν μπήκε. Το καφενείο δεν είχε κανέναν πελάτη.
Συγνώμη”, είπε ο γιατρός κομπιάζοντας, “αλλά μήπως ξέρετε που είναι ο αξιωματικός υπηρεσίας του τμήματος;”
Ποιανού τμήματος;” ρώτησε απορημένα ο καφετζής. “Δεν υπάρχει αστυνομικό τμήμα εδώ στην περιοχή. Το κοντινότερο τμήμα απέχει τουλάχιστον τρία χιλιόμετρα από δω”.
Μα... τώρα μόλις ανέβηκα πάνω. Είναι στο ίδιο κτίριο με σας”.
Ο άλλος τον κοίταξε παράξενα. Ήταν φανερό ότι τον νόμιζε μεθυσμένο ή τρελό. Ο γιατρός βγήκε σχεδόν αχνίζοντας από το μαγαζί, στάθηκε δύο βήματα έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο, και σήκωσε το χέρι του, δείχνοντας.
Αυτό εκεί τι είναι;” φώναξε οργισμένα προς τον καφετζή. “Δεν το ήξερες, χριστιανέ μου;” Και η φωνή του πάγωσε, και κόπηκε απότομα.
Δεν υπήρχε πουθενά κανένα φωτισμένο αστυνομικό τμήμα! Μονάχα τα σκοτεινά παράθυρα ενός παλιού κτιρίου με κατοικίες.
***
Ο αστυφύλακας του τμήματος κατέβηκε στο παλιό καφενείο που υπήρχε κάτω από το τμήμα για να πιει έναν καφέ. Χαιρέτησε τον καφετζή και τον ρώτησε το συνηθισμένο “Τι νέα;”. Ο καφετζής έκανε έναν ακαθόριστο μορφασμό και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.
Ησυχία. Δεν πάτησε ψυχή απόψε. Είσαι ο πρώτος. Αναδουλειές...”
***
Ο καφετζής κοίταξε τον άδειο σκοτεινό δρόμο έξω από το μαγαζί του και αναστέναξε. Τι παλιογειτονιά ήταν αυτή! Ψυχή δεν κυκλοφορούσε τα βράδια. Φοβόταν και να πάει σπίτι του. Αλλά τι περίμενε; Το αστυνομικό τμήμα ήταν χιλιόμετρα μακριά, και σπάνια περνούσε περιπολικό ή αστυφύλακας από την περιοχή. Έπρεπε ν' αλλάξει γειτονιά.
Ορίστε, είχε βραδιάσει και κανένας, απολύτως κανένας, δεν είχε ακόμη πατήσει το πόδι στο μαγαζί του. Ούτε κανένας περαστικός καν για να ρωτήσει που πέφτει κάποιος δρόμος...
***
Ο αρχιφύλακας υπηρεσίας γέμισε για μια ακόμη φορά την κούπα του από τον καφέ φίλτρου που είχε στο θερμος πάνω στο γραφείο του. Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσε τώρα έναν αρωματικό ελληνικό καφέ με μπόλικο καϊμάκι, αλλά δεν υπήρχε κανένα καφενείο σε λογική απόσταση από το τμήμα. Αναστέναξε, τράβηξε την πρώτη αχνιστή ρουφηξιά από το καφετί υγρό, και άναψε τσιγάρο...
***
Ο διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής κάλεσε δύο νοσοκόμους για να τους δώσει οδηγίες. “Έχουμε μεγάλες ελλειψεις χώρου”, τους εξήγησε. “Δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούμε γι' αποθήκη ένα καλό δωμάτιο. Σκέφτηκα να καθαρίσουμε το θάλαμο 7 και να βάλουμε εκεί κανένα κρεβάτι. Είναι μήνες τώρα που τον έχουμε ως αποθήκη για τ' άπλυτα και ο χώρος πάει εντελώς χάμενος. Για φροντίστε το”.
***
Ο γιατρός έστριψε στο τελευταίο τετράγωνο. Μετά τη στροφή θα έβλεπε τη φωτεινή πινακίδα της κλινικής. Ίσως κάποιος συνάδελφος να μπορούσε να τον βοηθήσει. Όταν είδε το άδειο, χορταριασμένο οικόπεδο μετά τη στροφή, δεν άντεξε. Βγήκε τρικλίζοντας από τ' αυτοκίνητό του, έπεσε στο ξερό γρασίδι κι άρχισε να κλαίει με σπασμωδικά αναφιλητά για μια κλινική που δεν υπήρξε ποτέ. Για ένα κόσμο που δεν υπήρχε.
***
Η κοκαλιάρα αδέσποτη γάτα περιεργάστηκε προσεκτικά το άδειο οικόπεδο. Επιτέλους είχε βρει ένα ήσυχο μέρος για να γεννήσει τα γατάκια της. Η δυνατή της όσφρηση την πληροφόρησε ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος ανθρώπου εκεί γύρω. Ακόμη κι αν είχε περάσει κάποιος από κει τις τελευταίες μέρες, η μύτη της θα την προειδοποιούσε γι' αυτό. Όχι, ήταν σίγουρα το ιδανικό μέρος για να γεννήσει τα γατάκια της.
***
Τα ποντίκια σουλατσάριζαν άφοβα ανάμεσα στα πυκνά αγριόχορτα που σκέπαζαν το απόμερο, εγκαταλειμμένο οικόπεδο. Ήξεραν ότι δεν κινδύνευαν καθόλου. Από καιρό τώρα δεν υπήρχαν άνθρωποι ή γάτες στην περιοχή.
***
Πόσο αλήθεια, είχε απλωθεί τούτη η πόλη τα τελευταία χρόνια! Με την αξία της γης στην περιοχή, δεν είχε απομείνει ούτε ένα οικόπεδο που δεν είχε γίνει πολυκατοικία. Το τσιμέντο σκέπαζε πια το καθετί. Μονάχα τ' αστέρια που τρεμόσβηναν ψηλά στον ουρανό θύμιζαν κάτι από τη χαμένη φύση.
***
Ήταν μια όμορφη νύχτα. Χωρίς φεγγάρι, χωρίς άστρα, χωρίς κανέναν κόσμο να λεκιάζει το παρθένο μαύρο βελούδο του απόλυτου κι απέραντου κενού. Ήταν μια άδεια, αιώνια νύχτα.
Μια ανύπαρκτη νύχτα σ' ένα ανύπαρκτο σύμπαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΗΛΙΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Ο Άνεμος του Θανάτου – Γιώργος Μπαλάνος



Για μια ακόμη φορά το δίχτυ της ζωής παραμερίστηκε, έτσι
ώστε μια άυλη σκιά γλίστρησε γοργά ανάμεσα από τα
νήματά του προς μια καινούρια και ανήκουστη διάσταση
ύπαρξης.
Loren Eisely, The Unexpected Universe
Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης Ιστορίας κάτι σαν ένας μαύρος άνεμος θανάτου έχει φυσήξει πάνω από την ανθρωπότητα φτάνοντας να εξοντώσει ως και το ένα τρίτο ή και παραπάνω του συνολικού πληθυσμού, όπως συνέβη με το λεγόμενο “Μαύρο Θάνατο”, τη φοβερή πανδημία(1) της βουβωνικής και πνευμονικής πανώλους στα μέσα του 14ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1348.
Ακόμη κι αν γνωρίζουμε με ικανοποιητική σιγουριά το παθογόνο αίτιο – όπως συμβαίνει με την περίπτωση της πανώλους – ωστόσο, ουδείς γνωρίζει την αληθινή βασική αιτία αυτών των επιδημιών ή πανδημιών.
Σύμφωνα με την ιατρική αντίληψη:
Το μέγεθος και η ταχύτητα μιας μολυσματικής επιδημικής εκρήξεως εξαρτώνται από τη διάρκεια του χρόνου επωάσεως, τη μολυσματικότητα του νοσήματος, την αρχική στάθμη της συλλογικής ανοσίας και τη φύση, συχνότητα και διάρκεια των διαπροσωπικών επαφών.(2)
Τώρα η πανώλης έχει όλες αυτές τις ιδιότητες, και με το παραπάνω, για να είναι μια συχνή, τεράστια και ταχύτατα μεταδιδόμενη πανδημία. Διαθέτει και μεγάλη μολυσματικότητα, και μεγάλη παθογονικότητα (ευκολία μετάδοσης) και μεγάλη λοιμοτοξικότητα (βαρύτητα νόσου) και δεν προκαλεί ανοσία(3). Η πνευμονική μορφή της, μάλιστα έχιε το αναγνωρισμένο ρεκόρ της πλέον μεταδοτικής πάθησης και έρχεται δεύτερη σε ρεκόρ θνησιμότητας(4), με ποσοστά θανάτου 99,99%, δηλαδή επιζεί 1 στους 10.000! Ακόμη και με την καλύτερη σύγχρονη και πιο άμεση θεραπεία, η πνευμονική πανώλης σκοτώνει σε ποστοστά πάνω από 75%, με το θάνατο να επέρχεται ταχύτατα μέσα σε λίγες ώρες.
Εξάλλου, με δεδομένο ότι το σχετικό μικρόβιο είναι από τα πλέον κοινά στη φύση μεταξύ των αγρίων ζώων, τα οποία και πεθαίνουν απ' αυτή – οι ψύλλοι τους είναι ο συνήθης φορέας (ή διαβιβαστής) του μικροβίου – θεωρητικά η επαφή μαζί του και μια επακόλουθη ταχύτατη εξάπλωση θα ήταν μια εντελώς αναμενόμενη εξέλιξη. Τότε... γιατί δεν έχουμε πιο συχνά αυτές τις πανδημίες, παρά μονάχα μια φορά κάθε τόσους αιώνες;
Για σκεφτείτε το:
Έχουμε εδώ ένα λοιμώδη παράγοντα ευρύτατα διαδεδομένο στη φύση, φοβερά θανάσιμο και φοβερά μεταδοτικό. Η πανώλης έχει, δηλαδή όλα εκείνα τα εχέγγυα για να είναι η μεγαλύτερη μάστιγα της ανθρωπότητας, κάνοντας ακόμη και ένα γενικό θερμοπυρηνικό πόλεμο να ωχριά μπροστά της σε θανατηφόρα αποτελεσματικότητα.
Και όμως...
Δεν έχουμε ούτε καν ένα μικρό κλάσμα από τα κρούσματα που θα περίμενε κανείς από ένα τόσο κοινό και τόσο μεταδοτικό παθογονικό παράγοντα που υπάρχει παντού στη φύση. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Τριχόπουλος όταν ένα λοιμώδες νόσημα είναι τόσο σπάνιο όσο η πανωλης, η εμφάνιση ενός και μόνο κρούσματος θεωρείται ως επιδημική έκρηξη. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι γιατροί στον κόσμο δεν έχουν δει ποτέ στην καριέρα τους έστω καν ένα κρούσμα πανώλους. Γνωρίζουν την πάθηση όωπς κι εγώ: αποκλειστικά από τα βιβλία.
Ναι, ξέρουμε ότι για την πανώλη ευθύνεται ένας βάκιλλος, η Yersinia (Pastaurella) Pestis – αλλά δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα σε τι οφείλονται οι μεγάλες επιδημίες της πανώλους. Γιατί εμφανίζονται και γιατί χάνονται έτσι; Είναι απλό: δεν ξέρουμε.
Θα θυμάστε, τη σχέση που αναφέραμε ανάμεσα στους σεισμούς και το Μαύρο Θάνατο, όταν κάναμε λόγο ότι η επιδημία και οι σεισμοί ακολουθούσαν την ίδια παράλληλη πορεία σαν ένα υπόγειο σκοτεινό ρεύμα που κινείτο από την Κίνα ως την Ευρώπη σκορπίζοντας στο διάβα του την καταστροφή και το θάνατο. Είναι ενδιαφέρον αν παρατηρήσει κανείς ότι όταν η επιδημία έφτασε στην Κύπρο...
...ένας σεισμός τράνταξε συθέμελα το νησί, συνοδευόμενος από ένα τόσο τρομερό τυφώνα που οι κάτοικοι [...] σκόρπισαν πανικόβλητοι προς όλες τις κατευθύνσεις. [...] Πριν από κάθε σεισμό είχε φυσήξει ένας δυσώδης άνεμος, ο οποίος σκόρπισε μια τόσο δηλητηριώδη μυρωδιά που πολλοί, κατακυριευμένοι από αυτή, έπεσαν και ξεψύχησαν μέσα σε φοβερό μαρτύριο(5).

Αλλά και στην Ιταλία...

...μια πυκνή, βρομερή ομίχλη έφτασε από τ' ανατολικά και εξαπλώθηκε πάνω από την Ιταλία, και αποκλείεται να ήταν ψευδαίσθηση ένα τόσο απτό φαινόμενο(6).

Η Ελλάδα, η Ελβετία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Πολωνία, η Αγγλία, η Δανία, οι Σκανδιναβικές και άλλες χώρες, επίσης χτυπήθηκαν από τα ίδια φαινόμενα:

...ξέρουμε ότι κατά τη διάρκεια αυτού του σεισμού, ο οποίος, σύμφωνα με μερικούς, διήρκεσε μια εβδομάδα, ενώ, σύμφωνα με άλλους, ένα δεκαπενθήμερο, οι άνθρωποι υπέφεραν από έναν ασυνήθιστο λήθαργο και πονοκεφάλους ενώ πολλοί λιποθυμούσαν έτσι. [...] Μεγάλα και ασυνήθιστα μετέωρα εμφανίστηκαν σε πολλές χώρες, όπου και έγιναν δεκτά με δεισιδαίμονα φρίκη. Μια στήλη φωτιάς, η οποία εμφανίστηκε στις 20 Δεκεμβρίου του 1348 γύρω στο χάραμα, παρέμεινε για μια ώρα πάνω από το παπικό ανάκτορο στην Αβινιόν. Μια φλογερή σφαίρα, η οποία τον Αύγουστο της αυτής χρονιάς εμφανίστηκε κατά το ηλιοβασίλεμα πάνω από το Παρίσι, διέφερε από τα παρόμοια φαινόμενα εξαιτίας της μεγάλης του διάρκειας(7).

Αλλά και σε ολόκληρη τη γη...

...αυτήν ακριβώς την περίοδο οι σεισμοί ήταν πιο γενικευμένοι απ' όσο σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ιστορίας. Σε χιλιάδες τόπους σχηματίστηκαν χάσματα απ' όπου αναδύονταν βλαβεροί αχνοι. [...] Αναφέρθηκε ακόμη ότι ένα φλογερό μετέωρο που είχε πέση στη γη μακριά στην Ανατολή, είχε καταστρέψει τα πάντα σε περίμετρο πάνω από εκατό λεύγες, μολύνοντας τον αέρα σε μεγάλη έκταση ολόγυρα. [...] Αποκρουστικοί αχνοί υψώνονταν παντού, και γίνονταν ακόμη πιο απαίσιοι από τη μπόχα των σαπισμένων ακρίδων οι οποίες ίσως ποτέ πριν δεν είχαν ξαναμαυρίσει τον ήλιο σε τέτοιους αριθμούς. [...]
Αυτά είναι μερικά από τα φαινόμενα που εκδηλώθηκαν πριν από το ξέσπασμα του Μαύρου Θανάτου στην Ευρώπη.
[...] Το να επιχειρήσουμε, πέντε αιώνες μετά από εκείνη την εποχή του ολέθρου, να εντοπίσουμε τις αιτίες μιας κοσμικής αναστάτωσης, η οποία έκτοτε ουδέποτε έχει ξανασυμβεί σε αυτή την έκταση, το να δείξουμε επιστημονικά τις επιρροές που γέννησαν ένα τέτοιο δηλητήριο στα σώματα των ανθρώπων και των ζώων είναι κάτι που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης(8).

Ωστόσο, παρά τις πάμπολλες σκιώδεις όψεις του, δεν είναι τόσο ο Μαύρος Θάνατος, η πανώλης, εκείνο που κυρίως μας ενδιαφέρει εδώ, όσο το να κατανοήσουμε το αίνιγμα που κρύβεται πίσω από πολλές, φαινομενικά συμβατικές επιδημίες και από τα δήθεν γνωστά αίτια και μηχανισμούς που τις διέπουν. Αλλά είναι και κάτι άλλο. Κάτι που πολλοί το συσχετίζουν άμεσα ή έμμεσα με τη φοβερή εκείνη πανδημία.
Αμέσως μετά από τον Μαύρο Θάνατο του 14ου αιώνα μια άλλη, ακόμη πιο αινιγματική επιδημία χτύπησε την ήδη αποδεκατισμένη Ευρώπη. Ήταν κάτι σαν μια παράξενη επιδημία τρέλας και υστερίας, παρόμοια σε χαρακτήρα με τα γεγονότα που είδαμε στο γαλλικό χωριό Πον-Σαιντ-Εσπρί, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη πανδημική κλίμακα αυτή τη φορά. Εκατομμύρια άτομα άρχισαν να χορεύουν ομαδικά ή ν' αυτομαστιγώνονται στους δρόμους, χωρίς να μπορούν να το ελέγξουν, και με οράματα δαιμόνων και πνευμάτων να τους ακολουθούν σε κάθε βήμα.
Ήταν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, σαν κάτι να είχε αγγίξει όχι πλέον τον άνθρωπο ως άτομο, αλλά το συλλογικό νου της Ευρώπης – μια πολύ αλλόκοτη ιστορία που θα μας απασχολήσει πιο εκτεταμένα αργότερα, γιατί ανήκει σ' ένα ευρύτερο πλαίσιο παρεμφερών φαινομένων που υποδηλώνουν κάποια ξένη και εχθρική παρέμβαση στον ανθρώπινο ψυχισμό.
Μπορεί καμία πανδημία ουδέποτε να έφτασε στις διαστάσεις εκείνης του 14ου αιώνα, αλλά ο μαύρος Άνεμος του Θανάτου έχει χτυπήσει ξανά και ξανά, και πάντα με κάποιο παράξενο και ανεξήγητο τρόπο, αφήνοντας να φτάσει μέχρι τα ρουθούνια -ως υποψία έστω- μια μιασματική μυρωδιά από το πέρασμα της Έρπουσας Σκιάς.
Υπάρχει, λόγου χάρη, μια πολύ πιο πρόσφατη και πολύ πιο μυστηριώδης επιδημία που χτύπησε την Ευρώπη στον αιώνα μας και, αφού σκότωση 20 με 40 εκατομμύρια ανθρώπους, εξαφανίστηκε με τον ίδιο μυστηριώδη τρόπο όπως εμφανίστηκε! Είναι η ληθαργική εγκεφαλίτιδα ή σύνδρομο του Φον Εκονόμο(9), γνωστή και στο ευρύτερο κοινό και ως “γρίππη του 1918”(10).
Γρίππη; Τι το μυστηριώδες έχει η κοινή γρίππη, πέρα από το γεγονός ότι συνήθως την παθαίνει κανείς σε περιόδους αργίας και σπανιότερα σ' εργάσιμες μέρες; Και γιατί υποψιαζόμαστε σ' αυτήν επιρροή της Σκιάς; Αλλά, για αναρωτηθείτε πρώτα:
Τελικά τι ξέρουμε γενικότερα για τις επιδημίες γρίππης; Επειδή εγώ δεν είμαι γιατρός, ας απευθυνθούμε πάλι στα ιατρικά κείμενα μήπως και μας φωτίσουν. Και ιδού – η ιατρική απαντά!

Η προέλευση των στελεχών [των τύπων ή παραλαγών των ιών] που προκαλούν τις πανδημίες είναι άγνωστη(11).

Μάλιστα... Τι καλά! Και σε τι οφείλονται άραγε τα συμπτώματά τους μυστηριώδη ή μη;
Η ιατρική απαντά:

Παρά τη συχνή παρουσία συστημικών κλινικών σημείων και συμπτωμάτων όπως ο πυρετός, ο πονοκέφαλος και οι μυαλγίες, ο ιός της γρίππης σπανίως έχει ανιχνευτεί σε εξωπνευμονικούς χώρους, συμπεριλαμβανομένης και της κυκλοφορίας του αίματος, και η παθογένεση των συστημικών συμπτωμάτων της γρίππης παραμένει άγνωστη(12).

Μα πως εμφανίζονται και εξαφανίζονται έτσι περίεργα αυτές οι επιδημίες γρίππης;
Η ιατρική απαντά:

Οι αμυντικοί παράγοντες του ξενιστή που ευθύνονται για τη διακοπή της απόπτωσης των ιών και τη λύση [λήξη] της ασθένειας δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς(13).
Α! Ετσι, ε! Και πως θα μπορούσε μια κοινή γρίππη να έχει τα παράξενα και δραματικά μεθεόρτια που είχε η πανδημία που άρχισε το 1914;
Η ιατρική απαντά:

Η παθογενετική βάση γι' αυτή τη μεταγριππική εξασθένηση είανι άγνωστη(14).

Όμως... μήπως θα μπορούσαμε ν' αποδώσουμε τα φαινόμενα εκείνα στο σύνδρομο του Ράυ (Reye), το οποίο είναι μια γνωστή επιπλοκή της γρίππης με επιληποειδή συμπτώματα που και πάλι θυμίζουν το επεισόδιο στο γαλλικό χωριό Πον-σαιντ-Εσπρί;
Η ιατρική απαντά:

Ο ιός [της γρίππης] δεν έχει βρεθεί σχεδόν ποτέ στον προσβεβλημένο εγκέφαλο και ήπαρ, και η παθογένεση του συνδρόμου του Ράυ είναι άγνωστη(15).

Μα... εδώ έχουμε σαφή συμπτώματα προσβολής του κεντρικού νευρικού συστήματος, με εγκεφαλίτιδες, απομυελωτικές πολυνευροπάθειες κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο εξίσου απαίσιο κι ανατριχιαστικό ως όνομα. Μήπως εδώ...;
Η ιατρική απαντά:

Η αιτιολογική σχέση μεταξύ του ιού της γρίππης και των ανωτέρω παθήσεων του κεντρικού νευρικού συστήματος παραμένει αποσαφήνιστη(16).

Αυτές ήταν οι ιατρικές απαντήσεις, κι εμείς σχολιάζουμε
Σοβαρά! Κοίτα πόσα μαθαίνει κανείς ρωτώντας! Μαθαίνει ότι δεν ξέρουμε όλα εκείνα που ένας ανίδεος θα νόμιζε ότι τα ξέραμε. Φυσικά, ο κάθε γιατρός που σέβεται την επιστήμη του – και θυμάται λίγο, όχι μόνον τον Ιπποκράτη αλλά και τον Σωκράτη – γνωρίζει ότι αγνοεί πολύ περισσότερα απ' όσα φαντάζεται ένας ανίδεος.
Αφού, λοιπόν, φωτιστήκαμε απόλυτα μαθαίνοντας ότι δεν ξέρουμε τι προκαλεί τις μεγάλες επιδημίες ή πανδημίες, ότι δεν έχουμε ιδέα καν σε τι οφείλονται τα συμπτώματα της κοινής γρίππης και ότι έχουμε μεσάνυχτα για τα παράξενα επακόλουθά τους, ας δούμε τώρα τι ξέρουμε και για εκείνη τη συγκεκριμένη μυστηριώδη “γρίππη του 1918”.
Όπως θα το φανταστήκατε, εδώ ξέρουμε ακόμη λιγότερα!
Ουσιαστικά, ουδείς γνωρίζει καν τι ήταν. Ούτε αν ήταν γρίππη, ούτε οτιδήποτε. Την εποχή εκείνη οι ιοί ήταν ακόμη κάτι το άπιαστο,μιας και δεν υπήρχε ακόμη ούτε φίλτρο να τους συγκρατήσει ούτε μικροσκόπιο να τους δει. Και ώσπου να γίνει δυνατή η πρώτη καλλιέργεια ιών το 1931 από τον Γκουντπάστεσερ, η ασθένεια είχε ήδη εξαφανιστεί κάποια στιγμή μεταξύ του 1923 και 1930.
Η πρώτη εμφάνιση της ληθαργικής εγκεφαλίτιδας στην Ιστορία ήταν, απ' όσο ξέρουμε, και η τελευταία. Χάθηκε αφήνοντας πίσω της 20 με 40 εκατομμύρια νεκρούς.
Οι περισσότεροι την αναφέρουν ως επιδημία γρίππης ή ως επιπλοκή μιας επιδημίας γρίππης ή και ως ξεχωριστή ασθένεια που απλώς ακολούθησε την επιδημία γρίππης – μια επιδημία που γρήγορα εξελίχθηκε σε πανδημία, με πολύ παράξενα συμπτώματα.

Αι κινητικαί διαταραχαί οι οποίες ενίοτε λαμβάνουν τοιαύτην έντασιν και έκτασιν, ώστε ο ασθενής να εμφανίζεται “αγαλματώδης”. [...] Μυικοί σπασμοί [...] μυοκλονίαι, χορειακαί κινήσεις, στροφικαί κινήσεις. Θόλωσις ή διανοητική σύγχυσις δύναται να εμφανιστεί κατά την αρχικήν φάσιν της νόσου ή και κατά περιόδους αργότερον, ευερεθιστότης, διαταραχαί γενικώς συναισθηματικού τύπου, παρορμητική ή “σκληρή” συμπεριφορά, παρατηρούνται επίσης, ενώ σπάνιαι είναι αι ψυχωσικαί εικόνες και δη αι σχιζοφρενικομορφοι [...] Τα θεραπευτικά μας μέσα δια την αντιμετώπισιν της νόσου καθαυτής δεν έχουν ουσιαστικώς βελτιωθεί από της εποχής του von Economo(17).

Εκτός από τα παραπάνω, τα οποία μας κάνουν να υποψιαζόμαστε κάποια βίαιη απόπειρα παρέμβασης στον ανθρώπινο ψυχισμό μέσω των ήδη γνωστών μηχανισμών που περιγράψαμε σε προηγούμενες σελίδες, τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά που στρέφουν τις υποψίες μας σε επιρροές της Σκιάς, είναι εκείνα της περίεργης ληθαργικότητας ή τάσης για ύπνο. Όπως διαβάζουμε:

Η ληθαργική ή επιδημική εγκεφαλίτιδα, εκείνη η αξιοσημείωτη ασθένεια που εμφανίστηκε στον ιατρικό ορίζοντα κατά τη διάρκεια της μεγάλης πανδημικής γρίππης που ακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει προσφέρει μερικά από τα πιο δραματικά συμπτώματα παρατεταμένης υπνηλίας. Πράγματι, παρατεταμένος ύπνος που διαρκούσε επί ημέρες έως κι εβδομάδες ήταν τόσο κυρίαρχο σύμπτωμα που η νόσος αποκλήθηκε “ασθένεια του ύπνου”(18). Ο ασθενής φαινόταν να βρίσκεται σε κατάσταση συνεχούς ύπνου ή “υπνισμού” και παρέμενε ξύπνιος μονάχα όσο ασκεο κάποιος ερεθισμός. Αν και ο λοιμώδης παράγων δεν απομονώθηκε ποτέ, η παθολογική ανατομία αποκαλύφθηκε πλήρως από πολλές εξαίρετες μελέτες, όλες από τις οποίες έδειξαν μια καταστροφή των νευρώνων στο μεσεγκέφαλο, στον κοιλιακό θάλαμο και στον υποθάλαμο. Οι ασθενείς που επιζούσαν της οξείας φάσης της ασθένειας είχαν συχνά δυσκολία στο να επανέλθουν στο φυσιολογικό ρυθμό ύπνου-εγρήγορσης. Καθώς η υπνηλία παρερχόταν, πολλοί ασθενείς εκδήλωναν μια αντιστροφή του ρυθμού του ύπνου, τείνοντας να κοιμούνται την ημέρα και να μένουν ξύπνιοι τη νύχτα...(19)

Σκεφτείτε:
Ευερεθιστότητα... Σκληρή ή και ψυχωτική συμπεριφορά... Το να κοιμάσαι τη μέρα και να ξυπνάς τη νύχτα... Όλα αυτά, δε θυμίζουν κάτι, σαν μια αναβίωση από το θρύλο των βρυκολάκων; Μπορεί... Αλλά μπορεί να είναι και μια στοιχειώδης περιγραφή των Ανθρώπων της Σκιάς.
Αλλά η ληθαργική εγκεφαλίτιδα χάθηκε με τον ίδιο μυστηριώδη τρόπο που είχε εμφανιστεί.

Καμία ασθένεια σαν αυτή δεν μπορεί να βρεθεί στα ιατρικά χρονικά πριν από το 1914. αν και ο ιογόνος παράγων δεν εντοπίστηκε ποτέ, τα κλινικά και τα παθολογικά χαρακτηριστικά ήταν τυπικά μιας ιογενούς λοίμωξης. [...] Κανένα καινούριο κρούσμα δεν έχει εμφανιστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ή τη Δυτική Ευρώπη μετά το 1930(20).

Εξαφανίστηκε; Μπορεί. Μια καταστροφική αλλά αποτυχημένη σκιώδης εισβολή; Μπορεί. Ή σαν κάθε καλό παράσιτο, μπορεί να βρήκε άλλους, πιο αποτελεσματικούς τρόπους για ν' απομυζά τα θύματά της χωρίς να τα σκοτώνει και άμεσα. Ή ίσως μια ακόμη μάχη από τις πολλές σ' έναν ευρύτερο πόλεμο

____________
1.”Πανδημίες” αποκαλούνται οι μεγάλες επιδημίες που καλύπτουν πολλές χώρες ή και ηπείρους.
2.Δημήτρη Τριχόπουλου, Επιδημιολογία, 1982.
3.Ακόμη και το σχετικό εμβόλιο είναι πολύ αμφίβολης αποτελεσματικότητας, ενώ η δράση του δε διαρκεί για πάνω από έξι μήνες το πολύ.
4.Πρώτη είναι η λύσσα, με θνησιμότητα 100%.
5.Justus F. K. Hecker, Black Death and the Dansing Mania, 1832. Πρόκειται για ένα κλασικό έργο, την πρώτη και την καλύτερη ιστορική μελέτη του είδους. (Γ.Μ.)
6.Justus F. K. Hecker, Black Death and the Dansing Mania, 1832.
7.Black Death and the Dansing Mania
8.Black Death and the Dansing Mania
9.Από τον Έλληνα νευρολόγο Κων/νο φον Οικονόμου (1877-1931), καθηγητή στη Βιέννη, ο οποίος ανακάλυψε και μελέτησε τη φερώνυμη πάθηση.
10.Άρχισε περί το 1914, αλλά η μεγάλη πανδημία έφτασε στο ζενίθ της το 1918 με 1919.
11.Raphael Dolin, Influenza (H.P.I.M, 13th ed., 1995)
12.Raphael Dolin, Influenza (H.P.I.M, 13th ed., 1995)
13.Influenza (H.P.I.M)
14.Influenza (H.P.I.M)
15.Influenza (H.P.I.M)
16.Raphael Dolin, Influenza (H.P.I.M, 13th ed., 1995)
17.Σ. Σκαρπαλέζου και Σ. Μαλιαρά, Μαθήματα Νευρολογίας, εκδ. Γ. Πααρισιανός, 1974-75
18.Δεν έχει καμία σχέση με την άλλη “ασθένεια του ύπνου”, την αφρικανική τρυπανοσωμίαση που μεταδίδεται από τη μύγα τσε-τσε.
19.Raymond D. Adams, Sleep and its Abnormalities (H.P.I.M., 6th ed., 1972)
20.Byron Kukulas and Raymond D. Adams, Viral Infections of the Nervous System (H.P.I.M., 6th ed., 1972)


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΡΠΕΙ... ΣΑΝ ΣΚΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7