Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CARL GUSTAV JUNG. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CARL GUSTAV JUNG. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΑΝ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΜΑ ΣΤΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΗΣ ΜΑΖΑΣ - CARL GUSTAV JUNG

 
Προκειμένου να αποδεσμευτεί η φαντασία του κυρίαρχου Κράτους -με άλλα λόγια τα χέρια αυτών που το χειρίζονται- από κάθε είδους περιορισμό, όλα τα κοινωνικοπολιτικά κινήματα προσπαθούν να απο­κόψουν τις θρησκείες από τα υπόβαθρα τους. Επειδή έχουν σκοπό να μεταμορφώσουν το άτομο σε κρατι­κή μηχανή, πρέπει να το αποκόψουν από οποιαδήπο­τε άλλη εξάρτηση. Θρησκεία όμως σημαίνει εξάρτη­ση και υποταγή στα γεγονότα της υπερβατικής ε­μπειρίας, που δεν έχουν σχέση με κοινωνικές ή φυσι­κές συνθήκες, αλλά ασχολούνται κύρια με την ψυχι­κή στάση του ατόμου.
Από την άλλη, για να υπάρχει θέση απέναντι στις εξωτερικές συνθήκες της ζωής, χρειάζεται να υπάρ­χει και ένα σημείο αναφοράς πέρα από αυτές. Οι θρησκείες δίνουν, ή λένε ότι δίνουν, ένα τέτοιο ση­μείο επιτρέποντας συνεπώς στο άτομο να εξασκήσει την κρίση και τη δύναμή του να παίρνει αποφάσεις. Υποστηρίζουν πως του παρέχουν κάποια προφύλαξη ενάντια στη φανερή και αναπόφευκτη δύναμη των περιστάσεων στις οποίες είναι εκτεθειμένο. Αν η στα­τιστική είναι η μοναδική πραγματικότητα, τότε παί­ζει και το ρόλο της μοναδικής εξουσίας. Υπάρχει μό­νο μία κατάσταση και αφού δεν υπάρχει κάποια αντί­θετη, η κρίση και η απόφαση παύουν να υφίστανται και θεωρούνται απώλεια χρόνου. Το άτομο είναι κα­ταδικασμένο να μετατραπεί σε εργαλείο της στατι­στικής -δηλαδή ένα κρατικό εργαλείο.
Οι θρησκείες όμως κηρύσσουν κάποια άλλη ε­ξουσία αντίθετη προς την «εγκόσμια». Το δόγμα της εξάρτησης του ανθρώπου από το Θεό, διεκδικεί το άτομο τόσο, όσο και ο κόσμος. Τέτοιες απόλυτες απαιτήσεις πιθανά να το απομονώνουν από τον κόσμο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αποξενώνεται από τον εαυτό του όταν υποκύπτει στη μαζική νοοτροπία. Στην περίπτωση της θρησκείας και για χάρη του θρησκευτικού του πιστεύω χάνει συνήθως την κρίση και την αποφασιστικότητά του, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Κράτους. Αυτός είναι ο σκοπός των θρησκειών, εκτός βέβαια και αν συμβιβαστούν με το Κράτος. Σε αυτή την περίπτωση καλύτερα να τις ονομάζουμε « θρησκεύματα» και όχι «θρησκείες». Ένα θρήσκευμα εκφράζει κάποια συγκεκριμένη συλ­λογική πίστη, ενώ η λέξη θρησκεία εκφράζει μια υπο­κειμενική σχέση με κάποιους συγκεκριμένους, μετα­φυσικούς, υπεργήινους παράγοντες. Το θρήσκευμα είναι μία ομολογία πίστης με μαζική απήχηση. Δη­λαδή, πρόκειται για κάποια κοινωνική υπόθεση, α­ντίθετη με την έννοια και το σκοπό της θρησκείας που αφορά στη σχέση του ατόμου με το Θεό (Χρι­στιανισμός, Ιουδαϊσμός, Ισλαμισμός) ή την ατραπό της λύτρωσης και απελευθέρωσης (Βουδισμός). Όλα τα έθιμα κατάγονται από αυτό το βασικό στοιχείο, το οποίο όμως, χωρίς την ατομική υπευθυνότητα προς το Θεό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά συμβατική η­θική.
Συμβιβασμένα με τη γήινη πραγματικότητα, τα θρησκεύματα είναι υποχρεωμένα να επιχειρούν μια προοδευτική κωδικοποίηση των απόψεων, των δογ­μάτων και εθίμων τους τόσο εκτεταμένη και εξωτερι­κή, ώστε μειώνουν το αυθεντικό θρησκευτικό τους στοιχείο -τη ζωντανή σχέση και την άμεση αντιμε­τώπιση του υπεργήινου σημείου αναφοράς τους. Η θρησκεία μετράει την αξία και σημασία της υποκει­μενικής θρησκευτικής σχέσης με το μέτρο του παρα­δοσιακού δόγματος. Όπου δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως στον Προτεσταντισμό, αμέσως μόλις βρεθεί κάποιος που πιστεύει ότι καθοδηγείται από τη Θεία Θέληση, ακούγονται φήμες για ασκητισμό, φατρίες και εκκεντρικότητες. Το θρήσκευμα ταυτίζεται με την παγιοποιημένη εκκλησία, ή με άλλα λόγια, δη­μιουργεί ένα λαϊκό ίδρυμα στα μέλη του οποίου δεν περιλαμβάνονται μόνο αληθινοί πιστοί, αλλά και έ­νας μεγάλος αριθμός « αδιάφορων» ανθρώπων που α­νήκουν στο θρήσκευμα μόνο και μόνο από τη δύναμη της συνήθειας. Εδώ η διαφορά ανάμεσα στη θρη­σκεία και το θρήσκευμα γίνεται ολοφάνερη. Συνε­πώς, η συμμετοχή σε κάποιο θρήσκευμα δεν είναι πάντα θρησκευτικό γεγονός, αλλά κοινωνικό και σαν τέτοιο, δεν κάνει απολύτως τίποτε για να προσφέρει στο άτομο κάποια θεμέλια. Για να συντηρηθεί εξαρτάται αποκλειστικά από μία εξουσία που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Εδώ το κριτήριο δεν είναι η υποκριτική υπηρεσία προς το θρήσκευμα, αλλά το ψυχολογικό γεγονός πως η ζωή του ατόμου δεν καθο­ρίζεται από το εγώ και τις απόψεις του ή από κοινω­νικούς παράγοντες, αλλά από μία υπερβατική ηγε­σία. Δεν είναι οι ηθικές αρχές, παρ' όλη την ανωτε­ρότητά τους, ούτε και τα θρησκεύματα, παρ' όλη την ορθοδοξία τους, που προσφέρουν τα θεμέλια της ε­λευθερίας και της αυτονομίας του ατόμου, αλλά η εμπειρική γνώση. Εκείνη η αδιάψευστη εμπειρία μιας έντονα προσωπικής και αμοιβαίας σχέσης ανά­μεσα στον άνθρωπο και κάποια ουράνια αρχή, που ενεργεί σαν αντίβαρο προς τον «κόσμο» και τη «λο­γική» του.
Μια τέτοια διαπίστωση δε θα ικανοποιήσει ούτε τον άνθρωπο της μάζας ούτε το συλλογικό πιστό. Για τον πρώτο, η κρατική πολιτική είναι η ανώτατη αρ­χή σκέψης και ενέργειας. Αυτός ήταν και ο σκοπός για τον οποίο ανατράφηκε και επομένως επιτρέπει στο άτομο το δικαίωμα ύπαρξης μόνον όταν εκπρο­σωπεί κάποια κρατική λειτουργία. Από την άλλη, ο πιστός παραδέχεται πως το Κράτος έχει έναν ηθικό και έναν πραγματικό προσανατολισμό· ομολογεί πως όχι μόνο ο άνθρωπος, αλλά και το Κράτος υπόκειται στην κυριαρχία του «Θεού» και σε περίπτωση αμφι­βολίας η ανώτατη απόφαση ανήκει στο Θεό. Επειδή δε θεωρώ δεδομένη καμιά μεταφυσική κρίση, είμαι αναγκασμένος να αφήσω ανοιχτό το ζήτημα του κα­τά πόσο ο φαινομενικός κόσμος του ανθρώπου και η φύση γενικότερα αποτελεί το «αντίθετο» του Θεού. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να υποδείξω πως όχι μόνο είναι βέβαιη η ψυχολογική αντίθεση ανάμεσα σε αυτά τα δυο επίπεδα εμπειρίας στην Καινή Διαθή­κη, αλλά η τελευταία μπορεί ακόμη να χρησιμέψει σαν ένα πολύ σαφές παράδειγμα για την αρνητική στάση των δικτατορικών Κρατών προς τη Θρησκεία και της Εκκλησίας προς τον αθεϊσμό και τον υλισμό.
Ο άνθρωπος σαν κοινωνικό όν δεν είναι δυνατό να υπάρξει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς κά­ποιο δεσμό με την κοινότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο, το άτομο δεν πρόκειται να βρει ποτέ την αληθινή δικαίωση για την ύπαρξη και την πνευματική και η­θική του αυτονομία, παρά μόνον σε εκείνη την υπερ­γήινη αρχή που μπορεί να εξισορροπεί την πολυδύ­ναμη επίδραση των εξωτερικών παραγόντων. Το άτο­μο που δεν έχει πρόσβαση στο Θεό δεν μπορεί να αντισταθεί με δικά του μέσα στις φυσικές και ηθικές έλξεις του κόσμου. Για αυτό και χρειάζεται την από­δειξη της εσωτερικής υπερβατικής εμπειρίας που μπορεί να τον προστατέψει από την αναπόφευκτη υ­ποταγή στη μάζα. Μια νοητική ή έστω ηθική διείσ­δυση στη γελοιοποίηση και ηθική ανευθυνότητα του ανθρώπου είναι μία αρνητική μόνο αναγνώριση της μάζας που μόλις ισοδυναμεί με κάποια περιπλάνηση προς το δρόμο της εξατομίκευσης. Λείπει η καθοδη­γητική δύναμη της θρησκευτικής πίστης επειδή πλέον εκλογικεύθηκε. Το δικτατορικό Κράτος διαθέ­τει ένα μεγάλο πλεονέκτημα, σε σύγκριση με την α­στική λογική, μαζί με το άτομο καταπίνει και όλες τις θρησκευτικές δυνάμεις. Το Κράτος πήρε τη θέση του Θεού. Από αυτή την οπτική γωνία καταλαβαίνουμε για ποιο λόγο οι δικτατορίες στην εφαρμογή τους είναι θρησκείες και η κρατική σκλαβιά μια μορφή λατρείας. Η θρησκευτική λειτουργία όμως, δεν είναι δυνατόν να παραμερίζεται και να διαστρεβλώ­νεται με αυτό τον τρόπο χωρίς να δημιουργούνται κρυφές αμφιβολίες που καταπιέζονται αμέσως ώστε να αποφύγουν τη σύγκρουση με τις επικρατούσες τά­σεις απέναντι στη νοοτροπία της μάζας. Το αποτέλε­σμα, όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πα­ρέκκλιση που παίρνει τη μορφή φανατισμού. Αυτός με τη σειρά του χρησιμοποιείται σαν όπλο για να εξολοθρέψει και την τελευταία σπίθα αντίθεσης. Η ελεύθερη γνώμη καταπνίγεται και η ηθική απόφαση καταπιέζεται με κτηνωδία, με το πρόσχημα πως ο σκοπός αγιάζει ακόμη και τα πρόστυχα μέσα. Η κρα­τική πολιτική εξελίσσεται σε θρήσκευμα, ο ηγέτης γίνεται ημίθεος πέρα από το καλό ή το κακό και οι ψηφοφόροι τους τιμούνται σαν ήρωες, μάρτυρες, α­πόστολοι, ιεροκήρυκες. Υπάρχει μόνο μία αλήθεια και καμιά άλλη πέρα από αυτήν. Είναι το ιερό των ιερών και δεν επιδέχεται κριτική. Οποιοσδήποτε σκέφτεται διαφορετικά είναι αιρετικός και, όπως ήδη γνωρίζουμε από την ιστορία, απειλείται με μάλλον δυσάρεστες τιμωρίες. Μόνο ο ηγέτης που κρατάει την πολιτική εξουσία στα χέρια του, μπορεί να ερμη­νέψει το πολιτικό δόγμα αυθεντικά, και το κάνει, ό­πως όμως τον συμφέρει. Όταν το άτομο γίνεται αριθ­μημένη κοινωνική μονάδα μέσω του μαζικού κανόνα και η πολιτεία ανέρχεται στην υπέρτατη εξουσία, το μόνο που περιμένει κανείς είναι πως και η θρησκευ­τική λειτουργία θα καταποντιστεί. Η θρησκεία, όπως η προσεκτική παρατήρηση και ο υπολογισμός ορι­σμένων αόρατων και ανεξέλεγκτων παραγόντων, εί­ναι μία ενστικτώδης στάση, ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου, και οι εκδηλώσεις της διαφαίνονται σε ό­λη την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας. Ο προφα­νής σκοπός της είναι να συγκρατεί την ψυχική ισορ­ροπία, γιατί ο φυσικός άνθρωπος διαθέτει μία εξίσου φυσική «γνώση» του γεγονότος πως οποιαδήποτε στιγμή οι συνειδητές του λειτουργίες μπορούν να α­νατραπούν από ανεξέλεγκτα εξωτερικά ή εσωτερικά συμβάντα. Για αυτό φρόντιζε πάντα να εξασφαλίζει με κατάλληλα θρησκευτικά μέσα κάθε απόφαση που μπορεί να είχε συνέπειες τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους άλλους. Στις αόρατες δυνάμεις γίνονταν προσφορές, αναγγέλλονταν μεγαλόσχημες ευλογίες και εκτελούνταν κάθε είδους επίσημα τυπικά. Πα­ντού και πάντα υπήρχαν rites d' entree et de sortie (τελετουργίες έναρξης και τέλους) που η μαγική τους αποτελεσματικότητα απορρίφθηκε και κατηγορήθη­καν σαν μαγγανείες και προλήψεις από εκείνους τους ορθολογιστές που είναι ανίκανοι για παραπέρα ψυχολογική εμβάθυνση. Πάνω από όλα όμως, η μαγεία έχει ένα ψυχολογικό αποτέλεσμα που η σημασία του δε θα έπρεπε να υποτιμηθεί. Η εκτέλεση μιας «μαγι­κής» εργασίας δίνει στο άτομο που την εκτελεί μια αίσθηση σιγουριάς που είναι απόλυτα ουσιαστική για τη λήψη κάποιας απόφασης, γιατί η απόφαση είναι αναπόφευκτα κάτι το μονόπλευρο, οπότε και δί­καια θεωρείται ριψοκίνδυνη. Ακόμη και ένας δικτά­τορας θεωρεί απαραίτητο όχι μόνο να συνοδεύει τις κρατικές ενέργειες με απειλές, αλλά και να τις εκθέ­τει με κάθε είδους επισημότητες. Οι ορχήστρες, οι σημαίες, τα λάβαρα, οι παραστάσεις και τα παρωχη­μένα συνθήματα δε διαφέρουν ουσιαστικά από τους κανονιοβολισμούς, τα ξόρκια και τα πυροτεχνήματα που χρησιμοποιεί η εκκλησία για να διώξει τους δαί­μονες. Μόνο που οι υποβλητικές παρελάσεις της κρατικής δύναμης αναδύουν ένα συλλογικό αίσθημα σιγουριάς, το οποίο όμως, αντίθετα από τις θρησκευ­τικές εμπειρίες, δεν τον προφυλάσσει από τον εσωτε­ρικό του δαιμονισμό. Συνεπώς προσκολλάται όλο και περισσότερο στη δύναμη του Κράτους -δηλαδή της μάζας- στηριζόμενος πάνω της τόσο φυσικά όσο και ηθικά, δίνοντας έτσι το τελικό χτύπημα στην κοινωνική του ανικανότητα. Το Κράτος -όπως και η Εκκλησία- απαιτεί ενθουσιασμό, αυτοθυσία και αγά­πη· και αν η θρησκεία απαιτεί ή προϋποθέτει το « φό­βο του Θεού» τότε και το δικτατορικό Κράτος προ­σπαθεί σίγουρα να παρέχει τον απαιτούμενο φόβο.
Όταν ο ορθολογιστής κατευθύνει την κύρια δύ­ναμη της επίθεσης του προς τη μαγική αποτελεσμα­τικότητα της τελετουργίας, έτσι όπως επιβεβαιώνε­ται από την παράδοση, στην πραγματικότητα αποτυ­χαίνει ολοκληρωτικά να βρει το στόχο του. Το ου­σιαστικό σημείο, δηλαδή το ψυχολογικό αποτέλε­σμα, παραβλέπεται, μολονότι και οι δύο παρατάξεις το χρησιμοποιούν για εντελώς αντίθετους σκοπούς. Μια παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στη σύλλη­ψη του σκοπού. Οι στόχοι της θρησκείας - απελευ­θέρωση από το σατανά, συμφιλίωση με το θεό, μετα­θανάτιες αμοιβές κ.λπ. - μεταβάλλονται σε εγκό­σμιες υποσχέσεις για απαλλαγή από τη φροντίδα του επιούσιου, "για δίκαιη κατανομή των εγκόσμιων αγα­θών, για παγκόσμια μελλοντική ευημερία και λιγότε­ρες εργατικές ώρες. Το ότι η εκπλήρωση αυτών των υποσχέσεων είναι τόσο μακρινή όσο και ο Παράδει­σος, μας δίνει μια ακόμα αναλογία, υπογραμμίζοντας για άλλη μια φορά το γεγονός πως οι μάζες αποτρέ­πονται από τον υπερβατικό σκοπό για χάρη μιας ε­γκόσμιας πίστης που εκθειάζεται με την ίδια θρη­σκευτική θέρμη την οποία επιδείχνουν τα θρησκεύ­ματα.
Δε χρειάζεται να απαριθμήσουμε όλους τους πα­ραλληλισμούς ανάμεσα στις εγκόσμιες και υπερκό­σμιες θρησκείες, αλλά πρέπει να δώσουμε έμφαση στο γεγονός πως μια φυσική λειτουργία όπως η θρη­σκευτική, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με τον ορθο­λογισμό και την επονομαζόμενη διαφωτισμένη κριτι­κή. Σίγουρα μπορείτε να θεωρήσετε τα δογματικά πε­ριεχόμενα των θρησκευμάτων σαν αντιφατικά και να τα εξευτελίσετε, αλλά αυτές οι μέθοδοι αποτυγχά­νουν και δεν καθηλώνουν τη θρησκευτική λειτουρ­γία που χτίζει τα υπόβαθρα των θρησκευμάτων. Η θρησκεία, με την έννοια της συνειδητής θεώρησης των υπερλογικών παραγόντων της ψυχής και του α­τομικού πεπρωμένου, επανεμφανίζεται -σαθρά παρα­μορφωμένη- στη θεοποίηση του Κράτους και του δι­κτάτορα: Naturam expellas furca tames usque vecur­ ret (Μπορείς να παραμερίσεις τη φύση με το δικρά­νι, αλλά πάντα θα τη βρίσκεις μπροστά σου). Έτσι, οι αρχηγοί και δικτάτορες ζύγισαν την κατάσταση επακριβώς και έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους για να συγκαλύψουν κάθε φανερό παραλληλισμό με τη θεοποίηση του Καίσαρα και να αποκρύψουν την πραγματική τους δύναμη πίσω από την έννοια του Κράτους, μολονότι βέβαια αυτό δεν αλλάζει τίποτε.
Όπως είπαμε ήδη, το δικτατορικό καθεστώς πέρα από τη στέρηση των ατομικών δικαιωμάτων προκα­λεί και μια ψυχική αποξένωση, αποκόβοντας το άτομο από τα θεμέλια της ύπαρξής του. Η ηθική απόφα­ση του ατομικού ανθρώπινου όντος δε λογαριάζεται πλέον. Το μόνο που μετράει είναι οι τυφλές κινήσεις της μάζας και με αυτό τον τρόπο το ψέμα έγινε η λειτουργική αρχή της πολιτικής δράσης. Το Κράτος αφαιρεί από μέσα του κάθε λογικό συμπέρασμα, πράγμα που αποδείχνεται σιωπηλά από την ύπαρξη πολλών εκατομμυρίων κρατικών σκλάβων, στερημέ­νων από κάθε δικαίωμα.
Τόσο οι δικτατορίες, όσο και οι δογματικές θρη­σκείες, αποδίδουν ιδιαίτερη έμφαση στην ιδέα της κοινότητας. Η Εκκλησία από την άλλη, εμφανίζεται σαν ένα συλλογικό ιδεώδες και όταν είναι ιδιαίτερα αδυνατισμένη, όπως στην περίπτωση του Προτεστα­ντισμού, η οδυνηρή έλλειψη της συνεκτικότητας της αντισταθμίζεται από την ελπίδα ή την πίστη σε κά­ποια «εμπειρία της κοινότητας». Είναι γεγονός πως η «κοινότητα» είναι μια αναπόσπαστη βοήθεια για την οργάνωση των μαζών, αλλά ταυτόχρονα και δίκοπο μαχαίρι. Αν προσθέσουμε άπειρα μηδενικά δεν πρό­κειται να φτιάξουμε ποτέ μια μονάδα. Κατά τον ίδιο τρόπο και η αξία κάποιας κοινότητας εξαρτάται από το ηθικό και πνευματικό ανάστημα των ατόμων που τη συγκροτούν. Για αυτό δεν μπορεί να περιμένει κα­νείς από την κοινότητα κάποιο αποτέλεσμα που θα υπερσκελίσει την υπνωτική επιρροή του περιβάλλο­ντος -δηλαδή μια πραγματική και θεμελιώδη 'αλλαγή των ατόμων, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χει­ρότερο. Τέτοιες αλλαγές προέρχονται μόνο από την προσωπική αντιμετώπιση του ανθρώπου προς τον άν­θρωπο και όχι από τα κρατικά ή χριστιανικά μαζικά βαπτίσματα που δεν αγγίζουν τον εσωτερικό άνθρωπο. Όμως τα δικτατορικά καθεστώτα λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο παραβλέποντας το ατομικό αν­θρώπινο όν, το οποίο θα απαιτήσει τελικά τα δικαιώ­ματά του.

CARL GUSTAV JUNG
Ο ΑΝΕΞΕΡΕΥΝΗΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΙΑΦΑΡΙΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1988

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ – CARL GUSTAV JUNG



Το αρχέτυπο της μητέρας , όπως και οποιοδήποτε άλλο, εμφανίζεται με μια μεγάλη ποικιλία μορφών και όψεων. Εδώ θα αναφέρω μόνο μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές. Πρώτες σε σπουδαιότητα είναι η προσωπική μητέρα και η γιαγιά, η μητριά και η πεθερά. Μετά οποιαδήποτε γυναίκα με την οποία υπάρχει μια σχέση – για παράδειγμα, μια νοσοκόμα, μια γκουβερνάντα, ή ίσως μια μακρινή πρόγονος.
Μετά έχουμε τις μορφές που μπορούν να χαρακτηριστούν μητέρες με μεταφορική έννοια. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η θεά, και ιδιαίτερα η Μητέρα του Θεού, η Παρθένος και η Σοφία. Η μυθολογία προσφέρει πολλές παραλλαγές του αρχέτυπου της μητέρας, όπως για παράδειγμα τη μητέρα που επανεμφανίζεται σαν παρθένα κόρη στο μύθο της Δήμητρας και της Κόρης (το αττικό όνομα της Περσεφόνης), ή τη μητέρα που είναι επίσης η αγαπημένη, όπως στο μύθο της Κυβέλης και του Άττι. Άλλα σύμβολα της μητέρας με τη μεταφορική έννοια είναι εκείνα που αντιπροσωπεύουν το στόχο στη λαχτάρα μας για λύτρωση, όπως ο Παράδεισος, η Βασιλεία του Θεού, η Ουράνια Ιερουσαλήμ. Πολλά πράγματα που προκαλούν αφοσίωση ή συναισθήματα δέους, όπως για παράδειγμα, η Εκκλησία, ένα πανεπιστήμιο, μια πόλη ή μια χώρα, ο ουρανός, η γη, τα δάση, η θάλασσα ή τα στάσιμα νερά, ακόμη και η ύλη, ο κάτω κόσμος και η σελήνη, μπορεί να είναι μητρικά σύμβολα. Το αρχέτυπο αυτό συχνά συνδέεται με πράγματα και τόπους που αντιπροσωπεύουν τη γονιμότητα και την καρποφορία: το κέρας της Αμάλθειας, ένα οργωμένο χωράφι, ένας κήπος. Μπορεί ακόμη να αποδοθεί σε ένα βράχο, ένα σπήλαιο, ένα δέντρο, μια πηγή, ένα βαθύ πηγάδι, ή σε διάφορα δοχεία, όπως η κολυμπήθρα, ή σε λουλούδια με σχήμα δοχείου, όπως είναι το τριαντάφυλλο ή ο λωτός. Ο μαγικός κύκλος της μαντάλα, εξαιτίας της προστασίας που υποννοεί, μπορεί να θεωρηθεί μορφή του μητρικού αρχέτυπου. Τα κούφια αντικείμενα όπως οι φούρνοι και τα μαγειρικά σκεύη συνδέονται με το μητρικό αρχέτυπο. Το ίδιο ισχύει φυσικά για τη μήτρα, το αιδοίο και τα σύμβολά του και οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα. Σε αυτόν τον κατάλογο μπορούμε να προσθέσουμε πολλά ζώα όπως η αγελάδα και ο λαγός και γενικά τα ζώα που είναι ωφέλιμα για τον άνθρωπο.
Όλα αυτά τα σύμβολα μπορούν να έχουν ένα νόημα είτε θετικό και ευνοϊκό, είτε αρνητικό και κακό. Έναν τέτοιο διττό χαρακτήρα βλέπουμε στη θεά του πεπρωμένου (Μοίρα, Graeae, Norns). Κακά σύμβολα είναι η μάγισσα, ο δράκος (ή οποιοδήποτε άλλο ζώο που καταβροχθίζει ή περισφίγγει, όπως ένα μεγάλο ψάρι ή ένα ερπετό), ο τάφος, η σαρκοφάγος, τα βαθιά νερά, ο θάνατος, οι εφιάλτες και οι φοβέρες (Έμπουσα, Λίλιθ, κ.λπ.). Ο κατάλογος αυτός δεν είναι, βέβαια, πλήρης. Παρουσιάζει μόνο τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του μητρικού αρχέτυπου.
Οι ιδιότητες που συνδέονται μαζί του είναι η μητρική φροντίδα και η συμπόνια, η μαγική εξουσία του θηλυκού, η σοφία και η πνευματική έξαρση που υπερβαίνουν τη λογική, οποιοδήποτε επιβοηθητικό ένστικτο ή παρόρμηση, όλα όσα είναι καλοκάγαθα, όλα όσα τρέφουν και συντηρούν, όλα εκείνα που υποθάλπτουν την ανάπτυξη και τη γονιμότητα. Ο χώρος του μαγικού μετασχηματισμού και της αναγέννησης, καθώς και ο κάτω κόσμος με τους κατοίκους του, διευθύνονται από τη μητέρα. Από την αρνητική πλευρά, το μητρικό αρχέτυπο μπορεί να αντιπροσωπεύει οτιδήποτε μυστικό, κρυφό και σκοτεινό. Την άβυσσο, τον κόσμο των νεκρών, ό,τι καταβροχθίζει, αποπλανεί και δηλητηριάζει, οτιδήποτε είναι τρομακτικό και αναπόφευκτο σαν τη μοίρα. Όλες αυτές οι ιδιότητες του αρχέτυπου της μητέρας έχουν περιφγραφτεί και τεκμηριωθεί στο βιβλίο μου Σύμβολα Μετασχηματισμού (Symbols of Transformation). Εκεί απέδωσα τη διπλή αμφιταλαντευόμενη φύση αυτών των ιδιοτήτων με τους όρους «η στοργική και τρομερή μητέρα». Ίσως το πιο γνωστό μας ιστορικό παράδειγμα αυτής της διπλής φύσης της μητέρας είναι η Παρθένος Μαρία η οποία, σύμφωνα με τις μεσαιωνικές αλληγορίες ήταν όχι μόνο η μητέρα του Κυρίου, αλλά και ο σταυρός του. Στην Ινδία «η στοργική και τρομερή μητέρα» είναι η παράδοξη Κάλι. Η φιλοσοφία Σάνκια (Sankhya) έχει αναλύσει το αρχέτυπο της μητέρας καταλήγοντας στην έννοια του πράκρτι (ύλη) και του έχει αποδόσει τις τρεις γκούνας ή θεμελιώδεις ιδιότητες: σέτβα, ράτζας, τάμας: καλοσύνη, πάθος και σκοτάδι(1). Αυτές είναι οι τρεις ουσιαστικές πλευρές της μητέρας: η καλοσύνη της που τρέφει και συντηρεί, ο οργιαστικός της συναισθηματισμός, και τα στύγια βάθη της. Εκείνο το ιδιαίτερο σημείο του φιλοσοφικού μύθου που δείχνει την Πρακρίτι να χορεύει μπροστά στον Πουρούσα για να του υπενθυμίσει τη «γνώση της διάκρισης» δεν ανήκει στο αρχέτυπο της μητέρας αλλά στην άνιμα, η οποία στην αντρική ψυχολογία εμφανίζεται στην αρχή αναμειγμένη με τη μητρική εικόνα.

Αν και η μορφή της μητέρας που εμφανίζεται στη λαϊκή παράδοση είναι λίγο πολύ παγκόσμια, η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν αναδύεται στην ατομική ψυχή. Κατά τη θεραπεία ασθενών εντυπωσιάζεται κανείς στην αρχή από τη φανερή σπουδαιότητα της προσωπικής μητέρας. Η μορφή της προσωπικής μητέρας παίζει τόσο σημαντικό ρόλο σε όλες τις περσοναλιστικές ψυχολογίες ώστε δεν κατάφεραν να ξεφύγουν πέρα από αυτή για να εξετάσουν άλλους αιτιώδεις παράγοντες. Η δική μου άποψη διαφέρει από εκείνη άλλων ιατρικοψυχολογικών θεωριών κυρίως στο ότι αποδίδω μια περιορισμένη αιτιολογική σημασία στην προσωπική μητέρα. Με άλλα λόγια, όλες εκείνες οι επιδράσεις που, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, ασκούνται στα παιδιά δεν προέρχονται από την ίδια τη μητέρα, αλλά μάλλον από το αρχέτυπο που προβάλλεται πάνω της, το οποίο της προσδίδει ένα μυθολογικό «φόντο» και την επενδύει με εξουσία και μαγικές ιδιότητες(2). Οι αιτιολογικές και τραυματικές επιδράσεις που παράγονται από τη μητέρα πρέπει να χωριστούν σε δύο ομάδες: 1) εκείνες που αντιστοιχούν σε χαρακτηριστικά ή στάσεις που υπάρχουν πραγματικά στη μητέρα, και 2) εκείνες που αναφέρονται σε χαρακτηριστικά που διαθέτει μόνο φαινομενικά. Σε αυτή την περίπτωση οι πραγματικές επιδράσεις συνίστανται σε λίγο πολύ φανταστικές (δηλαδή αρχετυπικές) προβολές από την πλευρά του παιδιού. Ο ίδιος ο Φρόιντ είχε ήδη αντιληφτεί ότι οι πραγματικές αιτίες των νευρώσεων δεν είναι οι τραυματικές εμπειρίες, όπως υποψιαζόταν αρχικά, αλλά μια ιδιόμορφη ανάπτυξη της βρεφικής φαντασίας. Αυτό δε σημαίνει ότι μια τέτοια ανάπτυξη δεν μπορεί να έχει τις ρίζες της σε αρνητικές επιδράσεις που προέρχονται από τη μητέρα. Κι εγώ ο ίδιος έχω σαν κανόνα μου να αναζητώ το αίτιο των παιδικών νευρώσεων πρώτα στη μητέρα, γιατί ξέρω από πείρα ότι ένα παιδί είναι πολύ πιο πιθανό να αναπτυχθεί φυσιολογικά παρά νευρωτικά, και ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μπορούμε να βρούμε σαφή αίτια της διαταραχής στους γονείς και ιδιαίτερα στη μητέρα. Το περιεχόμενο των νευρωτικών φαντασιώσεων του παιδιού μπορεί να αποδοθεί μόνο μερικά στη μητέρα, επειδή συχνά οι φαντασιώσεις αυτές περιέχουν ξεκάθαρα και προφανή στοιχεία που δεν είναι δυνατόν να αναφέρονται σε ανθρώπινα όντα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με μυθολογικά παράγωγα, όπως συμβαίνει συχνά στις παιδικές φοβίες όπου η μητέρα μπορεί να εμφανίζεται σαν ένα άγριο ζώο, μια μάγισσα, ένα φάντασμα, ένας δράκος, ένα ερμαφρόδιτο όν κ.ο.κ. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι αυτές οι φαντασιώσεις δεν έχουν πάντα σαφή μυθολογική προέλευση. Ακόμη και αν έχουν, οι ρίζες τους μπορεί να μη βρίσκονται πάντα στο ασυνείδητο αρχέτυπο αλλά να προέρχονται από παραμύθια ή τυχαίες παρατηρήσεις. Έτσι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνεται μια διεξοδική έρευνα. Για πρακτικούς λόγους, μια τέτοια έρευνα δεν μπορεί να γίνει τόσο εύκολα στα παιδιά όσο στους μεγάλους, που στη διάρκεια της αγωγής σχεδόν πάντα μεταβιβάζουν τις φαντασιώσεις τους στο γιατρό – ή για να είμαστε πιο ακριβείς οι φαντασιώσεις προβάλλονται πάνω του αυτόματα.
Όταν συμβεί αυτό, δεν κερδίζουμε τίποτε παραμερίζοντάς τες σαν γελοίες, γιατί τα αρχέτυπα βρίσκονται ανάμεσα στα αμετακίνητα κτήματα κάθε ψυχής. Αυτά αποτελούν το «θησαυρό στο χώρο των σκοτεινών σκέψεων» για τον οποίο μίλησε ο Κάντ. Για την ύπαρξη αυτού του χώρου έχουμε άφθονες ενδείξεις στις αμέτρητες ιστορίες θησαυρών που συναντάμε στη μυθολογία. Ένα αρχέτυπο δεν είναι ενοχλητική προκατάληψη. Γίνεται τέτοια μόνο όταν βρίσκεται σε λάθος χώρο. Οι αρχέτυπες εικόνες αυτές καθαυτές ανήκουν στις ύψιστες αξίες της ανθρώπινης ψυχής και κατοικούν στον ουρανό όλων των φυλών από αμνημονεύτων χρόνων. Θα ήταν μεγάλη απώλεια αν τις απορρίπταμε θεωρώντας τες ανάξιες λόγου. Ο σκοπός μας, επομένως, δεν είναι να αρνηθούμε το αρχέτυπο, αλλά να «διαλύσουμε» τις προβολές, ώστε να επαναφέρουμε τα περιεχόμενά τους στο άτομο που τα έχασε ακούσια όταν άρχισε να τα προβάλλει έξω από τον εαυτό του.


_______________
1. Αυτή είναι η ετυμολογική σημασία των τριών γκούνας. Βλέπε Βέκερλινγκ (Weckerling) Ananda-raya-makhi: Das Gluck des Lebens (Η Τύχη της Ζωής) σσ. 21 κ.ε., και Γκαρμπ (Garbe)Die Samkhya Philosophie (Η Φιλοσοφία των Σαμκύγια), σσ. 272 κ.ε. [Πβ επίσης Τσίμερ (Zimmer) Philosophies of India (Φιλοσοφίες της Ινδίας), αλφαβητικό ευρετήριο.]
2. Η αμερικανική ψυχολογία μπορεί να μας προσφέρει μια ατελείωτη σειρά τέτοιων παραδειγμάτων. Μαι καυστικότατη αλλά διδακτική σάτιρα πάνω σε αυτό το θέμα είναι η Γενιά των Εχιδνών (Generation of Vipers) του Φίλιπ Γουάιλι (Philip Wylie).



CARL GUSTAV JUNG
ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΟΥΞΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1988

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ – CARL GUSTAV JUNG


Τι επιφυλάσσει το μέλλον; Η ερώτηση αυτή απασχόλησε τον άνθρωπο από τα πανάρχαια χρόνια, αν και όχι πάντα στον ίδιο βαθμό. Με βάση τα ιστορικά δεδομένα ο άνθρωπος στρέφεται με άγχος στο μέλλον κατά τη διάρκεια φυσικών, πολιτικών, οικονομικών και πνευματικών αδιεξόδων, ιδίως όταν πολλαπλασιάζονται οι προσδοκίες, οι ουτοπίες και τα αποκαλυπτικά οράματα. Μπορεί να θυμηθεί κανείς τις προσδοκίες των χιλιαστών την εποχή του Αυγούστου, ή τις πνευματικές αλλαγές της Δύσης προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας. Σήμερα, που σιμώνει το τέλος της δεύτερης χιλιετίας ξαναζούμε μια εποχή γεμάτη αποκαλυπτικές εικόνες μιας συμπαντικής καταστροφής. Ποια είναι η σημασία εκείνου του διχασμού που διαιρεί την ανθρωπότητα σε δύο μέρη; Ποια θα είναι η πορεία του πολιτισμού μας και του ίδιου του ανθρώπου, αν αρχίσουν να εξαπολύονται οι υδρογονοβόμβες, ή αν σκεπάσει την Ευρώπη το πνευματικό και ηθικό σκοτάδι του εθνικού απολυταρχισμού.
Έχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε. Σε όλη τη Δύση υπάρχουν ανατρεπτικές μειονότητες που, εκμεταλλευόμενες τον ανθρωπισμό και την αίσθηση της δικαιοσύνης μας, προετοιμάζουν εμπρηστικούς δαυλούς. Τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει την εξάπλωση των ιδεών τους, εκτός από την κριτική σκέψη ενός απλού, διαυγούς και νοητικά σταθερού πληθυσμιακού στρώματος. Δεν πρέπει όμως να υπερεκτιμήσουμε την πυκνότητα αυτού του στρώματος. Διαφέρει από χώρα σε χώρα ανάλογα με την εθνική ιδιοσυγκρασία. Εξαρτάται επίσης από τη λαϊκή παιδεία της κάθε χώρας και υπόκειται στις αρνητικές επιδράσεις πολιτικοοικονομικών παραγόντων. Κρίνοντας από τα δημοψηφίσματα, θα μπορούσε κανείς με αισιόδοξους υπολογισμούς να υποθέσει σαν ανώτατο όριο το 40% του εκλογικού σώματος. Ακόμη και μια περισσότερο απαισιόδοξη άποψη δε θα ήταν αδικαιολόγητη, επειδή το χάρισμα της λογικής και κριτικής σκέψης είναι ικανότητα πέρα από τις δυνατότητες του μέσου ανθρώπου. Όπου υπάρχει, αποδείχνεται τόσο μεταβαλλόμενη και ασταθής, όσο περισσότερες είναι και οι πολιτικές ομάδες. Όπου επικρατεί η μάζα, η διεισδυτική σκέψη νεκρώνεται. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε δογματική και δεσποτική τυραννία, αν υποκύψει ποτέ η πολιτεία σε κάποια κατάσταση αδυναμίας.
Τα λογικά επιχειρήματα συνοδεύονται από κάποια επιτυχία όσο η συναισθηματικότητα μιας δεδομένης κατάστασης δεν υπερβαίνει το κρίσιμο σημείο. Αν η συγκινησιακή «θερμοκρασία» ξεπεράσει αυτό το επίπεδο, η πιθανότητα της αποτελεσματικότητας της λογικής ελαττώνεται και τη θέση της παίρνει η προπαγάνδα και οι χιμαιρικές ονειροφαντασίες. Αυτό σημαίνει πως εκλύεται ένα είδος συλλογικής
καταληψίας που εξελίσσεται ραγδαία σε ψυχική επιδημία. Σε μια τέτοια κατάσταση αναδύονται στην επιφάνεια όλα τα αντικοινωνικά στοιχεία. Τέτοια άτομα δεν είναι καθόλου σπάνια φαινόμενα που απαντώνται μόνο σε φυλακές και φρενοκομεία. Για κάθε εκδηλωμένη περίπτωση φρενοβλάβειας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, υπάρχουν δέκα τουλάχιστον λανθάνουσες περιπτώσεις οι οποίες αν και σπάνια φτάνουν στο σημείο να εκδηλωθούν -παρ' όλη την επιφανειακή τους φυσικότητα- επηρεάζονται από ασυνείδητες παθολογίες και διεστραμμένους παράγοντες. Είναι ευνόητο βέβαια πως δεν υπάρχουν ιατρικές στατιστικές για τη συχνότητα των ψυχώσεων. Όμως, ακόμη και αν ο αριθμός τους ήταν μικρότερος από το δεκαπλάσιο των περιστατικών και της εκδηλωμένης εγκληματικότητας, η σχετικά μικρή ποσοστιαία αναλογία του πληθυσμού που αντιπροσωπεύουν υπερσκελίζεται με το παραπάνω λόγω της επικίνδυνης υφής αυτών των ανθρώπων. Σε μια κατάσταση «συλλογικής καταληψίας» είναι οι ενδεδειγμένοι χαρακτήρες και συνεπώς μέσα της αισθάνονται οικεία. Από προσωπική τους πείρα γνωρίζουν καλά τη γλώσσα αυτών των συνθηκών και ξέρουν πώς να τις χειριστούν. Οι χιμαιρικές ιδέες τους ενισχυμένες με τη φανατική μνησικακία αγγίζουν το συλλογικό παραλογισμό. Εκεί υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να εκφράσουν όλα αυτά τα κίνητρα και τις έχθρες που βρίσκουν απήχηση και στους πλέον φυσιολογικούς ανθρώπους κάτω από το ένδυμα της λογικής και της διορατικότητας. Για αυτό το λόγο, παρ' όλη την ολιγαριθμία τους σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό, θεωρούνται επικίνδυνες πηγές μόλυνσης, επειδή ο λεγόμενος φυσιολογικός άνθρωπος γνωρίζει πολύ λίγο τον εαυτό του.
Οι περισσότεροι συγχέουν την «αυτογνωσία», με τη γνώση της συνειδητής προσωπικότητας. Όποιος έχει συνείδηση του εγώ, θεωρεί δεδομένο ότι γνωρίζει τον εαυτό του. Το εγώ όμως, γνωρίζει μόνο τα δικά του στοιχεία και όχι το ασυνείδητο και τα περιεχόμενά του. Οι άνθρωποι υπολογίζουν την αυτογνωσία τους με βάση το τι γνωρίζει για τον εαυτό του το μέσο άτομο του κοινωνικού τους περιβάλλοντος και όχι με μέτρο τα πραγματικά ψυχικά συμβάντα που στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι κρυμμένα. Κάτω από αυτό το πρίσμα η ψυχή συμπεριφέρεται όπως το σώμα με τη φυσιολογική και ανατομική δομή του, για την οποία όμως ο μέσος άνθρωπος γνωρίζει ελάχιστα. Μολονότι ζει μέσα στο σώμα, το μεγαλύτερο μέρος του είναι ακατανόητο για τον αμύητο και χρειάζεται ειδική επιστημονική μόρφωση για να εξοικειωθεί η συνείδησή του με όσα είναι γνωστά για αυτό, για να μη μιλήσουμε για όσα δεν είναι γνωστά.
Αυτό που ονομάζεται «αυτογνωσία» είναι μια πολύ περιορισμένη γνώση -που στο μεγαλύτερο μέρος της εξαρτάται από κοινωνικούς παράγοντες- των όσων συμβαίνουν στην ανθρώπινη ψυχή. Έτσι, πιστεύουμε πως τίποτε δε συμβαίνει «σε μας», «την οικογένειά μας», ή τους φίλους και τους γνωστούς μας, ενώ από την άλλη προβάλλουμε ανάλογες φανταστικές θεωρίες σχετικά με την υποτιθέμενη ύπαρξη εκείνων των ιδιοτήτων που έχουν σαν κύριο σκοπό τη συγκάλυψη των πραγματικών συμβάντων.
Στην πλατιά ζώνη του ασυνείδητου, το οποίο είναι απρόσβλητο από το συνειδητό έλεγχο και την κριτική, είμαστε ακάλυπτοι και ανοιχτοί σε κάθε είδους επιρροές και ψυχικές μολύνσεις. Όπως συμβαίνει με κάθε κίνδυνο, μπορούμε να προφυλαχτούμε από την απειλή της ψυχικής μόλυνσης μόνο όταν γνωρίζουμε τι και πώς μας επιτίθεται, πότε και πού θα γίνει η επίθεση. Επειδή η αυτογνωσία είναι μια πορεία γνώσης των ατομικών γεγονότων, οι θεωρίες βοηθάνε ελάχιστα σε αυτή την περίπτωση. Όσο περισσότερη πίστη εκφράζει μια θεωρία στην παγκόσμια κατάσταση, τόσο μειώνεται η ικανότητά της να κρίνει τα ατομικά γεγονότα. Κάθε θεωρία βασισμένη στην εμπειρία είναι απαραίτητα στατιστική. Δηλαδή, διαμορφώνει ένα ιδανικό μέσο όρο που καταργεί όλες τις εξαιρέσεις και τις αντικαθιστά με κάποια αφηρημένη έννοια. Αυτή η έννοια είναι αρκετά έγκυρη, αν και δεν είναι απαραίτητο να ισχύει στην πραγματικότητα. Εντούτοις, φαίνεται θεωρητικά σαν απρόσβλητο θεμελιώδες αξίωμα. Οι εξαιρέσεις σε κάθε άκρο, αν και είναι πραγματικές, δε συμπεριλαμβάνονται στο τελικό αποτέλεσμα γιατί αλληλοαπορρίπτονται. Για παράδειγμα, αν πάρουμε μία λεκάνη γεμάτη βότσαλα και ζυγίσουμε το καθένα χωριστά, μπορεί στο τέλος να βρούμε πως ο μέσος όρος του βάρους καθενός είναι 145 γραμμάρια. Αλλά αυτό το αποτέλεσμα δε μας φανερώνει τίποτε σχετικά με την πραγματική φύση των βότσαλων. Και αν κάποιος πιστέψει, σύμφωνα με το προηγούμενο αποτέλεσμα, ότι μπορεί με την πρώτη προσπάθεια να βρει ένα βότσαλο 145 γραμμάρια, τότε σίγουρα θα απογοητευθεί. Πραγματικά, είναι δυνατόν να ψάχνει επί πολύ δίχως να καταφέρει να ανακαλύψει ένα μόνο βότσαλο που να ζυγίζει τόσο.
Η στατιστική μέθοδος παρουσιάζει τα γεγονότα στο φως ενός ιδανικού μέσου όρου, αλλά δε μας δίνει μια εικόνα για την εμπειρική τους πραγματικότητα. Αν αντανακλά μια αδιαφιλονίκητη όψη της πραγματικότητας, μπορεί να διαστρεβλώσει επικίνδυνα την ισχύουσα αλήθεια και αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για θεωρίες που βασίζονται σε στατιστικές. Πάντως το σημείο διάκρισης των πραγματικών γεγονότων είναι η ατομικότητά τους. Χωρίς να το τονίζω ιδιαίτερα, μπορεί να πει κανείς πως η πραγματική εικόνα συνίσταται από εξαιρέσεις του κανόνα, πράγμα που σημαίνει πως η πραγματικότητα έχει σαν κύρια νότα της την έλλειψη κανονικότητας. Αυτούς τους συλλογισμούς πρέπει να κάνουμε όποτε γίνεται λόγος για κάποια θεωρία που οδηγεί στην αυτογνωσία. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει αυτογνωσία βασισμένη σε θεωρητικές παραδοχές, γιατί αντικείμενό της είναι κάποιο άτομο -μια σχετική εξαίρεση και ένα ακανόνιστο φαινόμενο. Ο χαρακτηρισμός που ταιριάζει λοιπόν στο άτομο δεν είναι ούτε «παγκόσμιο», ούτε «κανονικό», αλλά μοναδικό. Δεν πρέπει να υπολογίζεται σαν μία επαναλαμβανόμενη ενότητα, αλλά σαν κάτι μοναδικό και ενιαίο που σε τελική ανάλυση δεν μπορεί ούτε να γίνει γνωστό ούτε να συγκριθεί με κάτι άλλο. Παράλληλα ο άνθρωπος ανήκει σε κάποιο είδος και γι' αυτό πρέπει να περιγράφεται και να μελετάται σαν στατιστική ή συγκριτική μονάδα, διαφορετικά δεν μπορούμε να πούμε τίποτε γενικό για αυτόν. Έτσι καταλήγουμε σε μια ανθρωπολογία ή ψυχολογία με μια αφηρημένη εικόνα του ανθρώπου σαν μέση μονάδα από την οποία αφαιρούνται όλα τα ατομικά γνωρίσματα. Αλλά ακριβώς αυτά τα γνωρίσματα έχουν υπέρτατη σημασία για την κατανόηση του ανθρώπου. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο πλάσμα, πρέπει να παραμερίσουμε κάθε επιστημονική γνώση που συνδέεται με το μέσο άνθρωπο και να ξεχάσουμε κάθε θεωρία προκειμένου να υιοθετήσουμε μια εντελώς νέα και απροκατάληπτη στάση. Μπορούμε να κατανοήσουμε τον άνθρωπο μόνο με ένα καθαρό και ανοιχτό νου, αλλά για να τον γνωρίσουμε ή να διεισδύσουμε στο χαρακτήρα του χρειαζόμαστε κάθε είδους γενικότερη γνώση για το ανθρώπινο γένος.
Είτε επιθυμούμε να κατανοήσουμε κάποιο συνάνθρωπο, είτε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, χρειάζεται να αφήσουμε κατά μέρος κάθε θεωρητική υπόθεση. Επειδή η επιστημονική γνώση δε χαίρει απλά παγκόσμιας εκτίμησης, αλλά υπολογίζεται από το σύγχρονο άνθρωπο σαν μοναδική διανοητική και πνευματική αυθεντία, για να κατανοήσουμε το άτομο είμαστε υποχρεωμένοι πολλές φορές να την αγνοήσουμε. Η θυσία αυτή δεν είναι τόσο εύκολη, γιατί η επιστημονική στάση δεν μπορεί να παραμερίσει τόσο ξέγνοιαστα την υπευθυνότητά της. Και αν ο ψυχολόγος συμβαίνει να είναι ένας γιατρός που δε θέλει μόνο να ταξινομήσει τον ασθενή του επιστημονικά, αλλά και να τον κατανοήσει σαν ανθρώπινο πλάσμα, απειλείται με μια σύγκρουση καθηκόντων ανάμεσα στις δύο διαμετρικά αντίθετες και αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις, της γνώσης και της κατανόησης. Η σύγκρουση αυτή δεν μπορεί να ξεπεραστεί από κάποιο «είτε ... είτε ... », αλλά μόνο από ένα είδος αμφίδρομης σκέψης όπου ο γιατρός δρα σε μια κατεύθυνση ενώ έχει υπόψη του και κάποια άλλη.

Με βάση το γεγονός ότι πολλές φορές η γνώση επενεργεί αρνητικά στην κατανόηση, οι κρίσεις που διατυπώνονται με αυτόν τον τρόπο μοιάζουν με παραδοξολογίες. Κρίνοντας επιστημονικά, το άτομο δεν είναι παρά μια μονάδα που επαναλαμβάνεται διαρκώς και θα μπορούσε κάλλιστα να προσδιοριστεί με κάποιο γράμμα της αλφάβητου. Από την άποψη της κατανόησης, είναι το μοναδικό πλάσμα που όταν απογυμνωθεί από κάθε επιστημονική συμμόρφωση και κανονικότητα αποτελεί το υπέρτατο μοναδικό και πραγματικό αντικείμενο της έρευνας. Ο γιατρός θα πρέπει, πάνω από όλα, να έχει συνείδηση αυτής της αντίθεσης. Από τη μία είναι εξοπλισμένος με τις στατιστικές αλήθειες της επιστημονικής του εξάσκησης και από την άλλη έρχεται αντιμέτωπος με το καθήκον της θεραπείας ενός ασθενή που, ιδιαίτερα στην περίπτωση της ψυχοπάθειας, απαιτεί ατομική κατανόηση. Όσο τυπικότερη είναι η θεραπεία, τόσο 'περισσότερες αντιδράσεις προκαλεί στον ασθενή και τόσο περισσότερο περιπλέκεται η ίαση. Ο ψυχοθεραπευτής νιώθει υποχρεωμένος να λάβει υπόψη του την ατομικότητα του ασθενή σαν ένα ουσιαστικό τμήμα της όλης εικόνας του και να κατανείμει ανάλογα τις μεθόδους του. Σε όλο το πεδίο της ιατρικής έχει αναγνωριστεί σήμερα το γεγονός πως καθήκον του γιατρού είναι να θεραπεύσει τον ασθενή και όχι κάποια αφηρημένη ασθένεια.
Η ιδιαίτερη περίπτωση της ιατρικής είναι ένα μόνο παράδειγμα του γενικότερου προβλήματος της μόρφωσης και της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η επιστημονική μόρφωση βασίζεται σε αφηρημένη γνώση και σε στατιστικές αλήθειες και για αυτό παρέχει μια αναληθή και ορθολογιστική εικόνα του κόσμου, στον οποίο το άτομο, όντας περιθωριακό φαινόμενο, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο. Και όμως, το άτομο αποτελεί ένα στοιχείο που δεν υπόκειται σε κανόνες είναι ο αληθινός και αυθεντικός φορέας της πραγματικότητας, ο συγκεκριμένος άνθρωπος, σε αντίθεση με τον εξωπραγματικό ιδεώδη και κανονικό άνθρωπο στον οποίο αναφέρονται οι επιστημονικές θεωρίες. Το βασικότερο όμως είναι ότι οι περισσότερες φυσικές επιστήμες προσπαθούν να παρουσιάσουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον άνθρωπο και έτσι η συνεργασία της ψυχής, που είναι αναπόσπαστος παράγοντας, παραμένει αόρατη. Εδώ αποτελεί εξαίρεση η σύγχρονη φυσική που παραδέχεται ότι το παρατηρούμενο δεν είναι ανεξάρτητο από τον παρατηρητή. Κάτω από αυτή τη σκοπιά, η επιστήμη μεταφέρει μια εικόνα του κόσμου, στην οποία φαίνεται να μην έχει θέση η πραγματική ανθρώπινη ψυχή -σε πλήρη αντίθεση με τους «ανθρωπιστές».
Κάτω από την επίδραση των επιστημονικών θεωριών, όχι μόνο η ψυχή, αλλά και ο άνθρωπος –το άτομο και ασφαλώς όλα τα συμβάντα που το αφορούν- έχουν υποστεί μια υποβάθμιση και μια διαδικασία διαστρέβλωσης που αποσύνθεσε την εικόνα της πραγματικότητας και τη μετέτρεψε σε αναλογίες του μέσου όρου. Δε θα έπρεπε να υποτιμήσουμε το ψυχολογικό αποτέλεσμα της στατιστικής εικόνας του κόσμου: παραμερίζει το άτομο για χάρη ανώνυμων μονάδων που ολοκληρώνονται σε μαζικούς σχηματισμούς. Αντί για συγκεκριμένα άτομα, η επιστήμη μας εφοδιάζει με ονόματα οργανισμών και στο ανώτατο σημείο με την αφηρημένη ιδέα του Κράτους σαν κανόνα της πολιτικής πραγματικότητας. Συνεπώς η ηθική ευθύνη του ατόμου αντικαθίσταται αναπόφευκτα από τη λογική του Κράτους (raison d' etat). Στη θέση της ηθικής και νοητικής διαφοροποίησης του ατόμου έχουμε την κοινωνική συναλλαγή και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου. Ο σκοπός και το νόημα της ιδιωτικής ζωής (που είναι και η μόνη πραγματική ζωή) δεν έγκειται πλέον στην ατομική ανάπτυξη, αλλά στην πολιτική του Κράτους που επιβάλλεται στο άτομο από εξωγενείς παράγοντες και συνίσταται στην εκπλήρωση μιας αφηρημένης ιδέας, με υπέρτατο σκοπό την προσέλκυση όλης της ζωής γύρω της. Βαθμιαία το άτομο στερείται από την ηθική από φάση για το πώς θα ζήσει τη ζωή του' συμπεριφέρεται, τρέφεται, ντύνεται και μορφώνεται σαν κοινωνική μονάδα' προσαρμόζεται στις κατάλληλες στεγαστικές μονάδες ή διασκεδάζει σύμφωνα με τα πρότυπα που ευχαριστούν και ικανοποιούν τις μάζες. Οι εξουσιαστές με τη σειρά τους είναι και οι ίδιοι κοινωνικές μονάδες που ξεχωρίζουν μόνο από το γεγονός ότι αποτελούν ειδικευμένα φερέφωνα του πολιτειακού δόγματος πρόσωπα ικανά να κρίνουν, αλλά είναι τόσο εξειδικευμένα που καθίστανται εντελώς άχρηστα πέρα από την αρμοδιότητά τους. Η κρατική πολιτική θα αποφασίσει τι πρέπει να διδαχτεί ή να μελετηθεί.
Το επιφανειακά παντοδύναμο δόγμα του Κράτους κατευθύνεται με τη σειρά του, στο όνομα της κυβερνητικής πολιτικής, από αυτούς που κατέχουν τις υψηλές θέσεις στην κυβέρνηση, όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη όλη η δύναμη. Οποιοσδήποτε κατακτήσει, είτε με εκλογές είτε δικτατορικά, κάποια από αυτές τις θέσεις, δεν είναι πλέον υποτελής στην εξουσία, γιατί αυτός ο ίδιος αποτελεί την πολιτική του Κράτους και μέσα στα όριά της μπορεί να εργάζεται για τη δική του διάκριση. Σαν το Λουδοβίκο ΧΙV μπορεί να πει «L' etat c' est moi.» Έτσι, γίνεται το μοναδικό, ή ένα από τα λίγα άτομα που μπορούν να κάνουν χρήση της ατομικότητάς τους αν γνωρίζουν πώς να διαφοροποιηθούν από το δόγμα της πολιτείας. Πάντως μοιάζουν περισσότερο με σκλάβους της ίδιας τους της φαντασίας. Αυτός ο μονοπλευρισμός αντισταθμίζεται ψυχολογικά από ασυνείδητες και αντίθετες ροπές. Η σκλαβιά και η επαναστατικότητα συσχετίζονται αδιάσπαστα. Συνεπώς, ολόκληρος ο οργανισμός διαπερνάται από την κορυφή ως τα νύχια από ανταγωνισμό και δυσπιστία. Πέρα από αυτό, για να αντισταθμίσει το χάος, η μάζα παράγει πάντα έναν «Ηγέτη» που σχεδόν τελεσίδικα γίνεται το θύμα της ίδιας του της διογκωμένης εγωιστικής συνείδησης, όπως μας δείχνουν τα περισσότερα ιστορικά παραδείγματα.
Λογικά, αυτή η εξέλιξη θεωρείται αναπόφευκτη από τη στιγμή που το άτομο ενώνεται με τις μάζες και καθίσταται πλέον άχρηστο. Πέρα από τις εξάρσεις των τεράστιων ανθρώπινων μαζών, στις οποίες έτσι και αλλιώς εξαφανίζεται το άτομο, ένας από τους κύριους παράγοντες που ευθύνεται για την ψυχολογική νοοτροπία της μάζας είναι ο επιστημονικός ορθολογισμός που κλέβει από το άτομο τις βάσεις και την αξιοπρέπειά του. Σαν κοινωνική μονάδα έχασε την ατομικότητά του ή έγινε κάποιο νούμερο στη γραφειοκρατία των στατιστικών. Μπορεί να παίζει μόνο το ρόλο μιας ασήμαντης συναλλακτικής μονάδας. Αν το δούμε λογικά και από απόσταση, αυτή η άποψη μας εμποδίζει να μιλήσουμε για την αξία και το νόημα του ατόμου. Ασφαλώς, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πως έφτασε κάποιος κάποτε να προικίσει την ατομική ανθρώπινη ζωή με τόση αξιοπρέπεια, τη στιγμή που η αλήθεια για το αντίθετο είναι τόσο χειροπιαστή όσο και η σάρκα του χεριού μας.
Αν δούμε το θέμα από αυτή την οπτική γωνία, το άτομο έχει πραγματικά μηδαμινή αξία και οποιοσδήποτε προσπαθήσει να απορρίψει κάτι τέτοιο θα καταλάβει σύντομα ότι του λείπουν τα επιχειρήματα. Το ότι το άτομο αισθάνεται πως το ίδιο ή τα μέλη της οικογένειάς του ή οι ευυπόληπτοι φίλοι του είναι σημαντικοί, υπογραμμίζει την ελαφρά κωμική υποκειμενικότητα των συναισθημάτων του. Γιατί τι είναι οι λίγοι σε σύγκριση με δέκα ή εκατό χιλιάδες, για να μην πούμε ένα εκατομμύριο; Αυτό μου θυμίζει το επιχείρημα ενός βαθυστόχαστου φίλου με τον οποίο βρέθηκα κάποτε σε μια μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων. Ξαφνικά φώναξε, «Εδώ βρίσκεται η πιο κραυγαλέα αιτία για να μην πιστεύεις στην αθανασία: όλοι αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να είναι αθάνατοι!».
Όσο μεγαλύτερο είναι το πλήθος τόσο πιο ατίθασο γίνεται το άτομο. Όταν όμως το άτομο κυριευτεί από την αίσθηση της ίδιας του της ασημαντότητας και ανικανότητας και αισθανθεί πως η ζωή του έχασε το νόημά της -μια ζωή που δεν ταυτίζεται με τη δημόσια συναλλαγή, ούτε με τα υψηλά βιοτικά επίπεδα- βρίσκεται στο δρόμο να σκλαβωθεί από το Κράτος και χωρίς να το γνωρίζει ή να το θέλει γίνεται ο προσηλυτιστής του. Ο επιδερμικός άνθρωπος που δειλιάζει μπροστά στις παραταγμένες στρατιωτικές δυνάμεις, δεν έχει τη δύναμη να πολεμήσει τις αποδείξεις των αισθήσεων και της λογικής του. Όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Στέκουμε όλοι μαγεμένοι και τρομαγμένοι από τις στατιστικές αλήθειες και τα μακροσκελή νούμερα, ενώ βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από τη μηδαμινότητα και ματαιότητα της προσωπικότητας του ατόμου, μια και δεν αντιπροσωπεύεται ούτε προσωποποιείται από κανένα μαζικό οργανισμό. Αντίθετα αυτές οι προσωπικότητες που βαδίζουν αγέρωχα στην παγκόσμια σκηνή και οι φωνές τους ακούγονται πολύ μακρύτερα στο παθητικό κοινό, φαίνεται πως αντιπροσωπεύουν κάποια μαζική κίνηση. Για αυτό είτε αποθεώνονται είτε προκαλούν απέχθεια. Επειδή εδώ τον κυρίαρχο ρόλο τον έχει η μάζα, αμφισβητείται κατά πόσο το μήνυμα που φέρουν είναι προσωπικό και κατά πόσο λειτουργούν σαν εκφραστές της κοινής γνώμης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες λίγο μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η ατομική κρίση γίνεται όλο και πιο αβέβαιη και το ότι η ευθύνη μαζικοποιείται όλο και περισσότερο, δηλαδή μετατοπίζεται από το άτομο και προσάπτεται σε κάποιο συλλογικό φορέα. Με αυτόν τον τρόπο το άτομο μεταβάλλεται όλο και περισσότερο σε λειτουργία της κοινωνίας, που με τη σειρά της σφετερίζεται τη λειτουργία του πραγματικού φορέα της ζωής, αφού στην πραγματικότητα η κοινωνία δεν είναι παρά μια αφηρημένη ιδέα, όπως και το Κράτος. Και τα δύο έχουν λάβει υπόσταση, πράγμα που σημαίνει πως έχουν αυτονομηθεί. Ιδιαίτερα το Κράτος, έγινε μια απόλυτα ζωντανή προσωπικότητα από την οποία περιμένουμε τα πάντα. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα προσωπείο για τα άτομα που ξέρουν να το χειρίζονται καλά. Έτσι, η συνταγματική πολιτεία εξελίσσεται σε μια κατάσταση πρωτογενούς μορφής κοινωνίας, όπου ο καθένας υπόκειται στον αυτοκρατικό κανόνα ενός αρχηγού ή μιας ολιγαρχίας.


CARL GUSTAV JUNG
Ο ΑΝΕΞΕΡΕΥΝΗΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΙΑΦΑΡΙΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1988