Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης ΧΙΟΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης ΧΙΟΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Τι πάθος παράλογο κι ο θάνατος – Αργύρης Χιόνης


                                          Η´

Τι πάθος παράλογο κι ο θάνατος…
Πλήθη ολόκληρα τον αποζητούν ξετρελαμένα, απ’ τη στιγμή που αρχίζουν να καταλαβαίνουνε τον κόσμο τον αποζητούν, λαχανιασμένα τρέχουν όλη τη ζωή τους πίσω του.
Πολλοί, οι περισσότεροι, νιώθουν ότι προδίνουνε το πάθος τους αυτό, προσφέροντάς του μόνο τον εαυτό τους, γι’ αυτό και κάνουνε παιδιά, πολλά παιδιά, για να συνεχιστεί η θυσία.
Άλλοι ιδροκοπώντας, με νύχια και με δόντια σκαρφαλώνουνε σε κλίμακες ιεραρχίας, σε πυραμίδες δόξας, ξεσκίζοντας ψυχή και σάρκα, σκαρφαλώνουνε ως την κορφή μόνο και μόνο για να βουτήξουν στο κενό με το κεφάλι προς τα κάτω.
Τι πάθος αλήθεια παράλογο…
Τυφλοί παραδέρνουμε μέσα του, σπαρταράμε σαν νυχτερίδες χτυπημένες ξαφνικά από τον ήλιο του καταμεσήμερου, σαν μύγες πιασμένες στον ιστό της αράχνης, ηδονικά σπαρταράμε, ερωτικά, πιασμένοι στο δίχτυ του.
Μα επιτέλους κανείς εδώ κάτω δεν πλάστηκε για την αθανασία;

Αργύρης Χιόνης

Η Φωνή της Σιωπής – Ποιήματα 1966 – 2000

[Σαν τον Τυφλό Μπροστά στον Καθρέφτη – 1986]

Εκδόσεις Νεφέλη 2006

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

Ο Άνθρωπος Που Έγινε Δέντρο Ζωής - Αργύρης Χιόνης



Κλεισμένος μέσα στο δωμάτιό του, μετρούσε συνέχεια τα δάχτυλα των χεριών-του και κάθε φορά τα 'βγάζε περισσότερα. Στην αρχή 12 κι ύστερα 14 κι ύστερα 18 και 24 και 32...
Τα δάχτυλά των χεριών και των ποδιών του αυξαίνανε συνεχεία και μάκραιναν και διακλαδώνονταν. Τα δάχτυλα των χεριών-του γίνονταν σαν κλαδιά μεγάλα. Τα δάχτυλά των ποδιών του γίνονταν σα ρίζες μακριά.
Κλεισμένος στο δωμάτιό του, κοιτούσε τα δάχτυλα των χεριών του και σκεφτότανε πως ήταν, βέβαια, αντιαισθητική όλη αυτή η πληθώρα, αλλά, από μίαν άλλην άποψη, θα ήταν φοβερά χρήσιμη μια και, με τόσα δάχτυλα, θα μπορούσε τώρα να κάνει πράγματα που άλλος κάνεις δε θα μπορούσε. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκε, γιατί, κάθε φορά που διάταζε τον αντίχειρα ή το δείχτη ή το μεγάλο δάχτυλο ή τον παράμεσο ή το μικρό, κανένας δεν υπάκουε, γιατί ήτανε χαμένοι μες στο πλήθος των καινούριων δαχτύλων και είχαν ξεχάσει πια τα ονόματά τους.
Κλεισμένος στο δωμάτιό του, κοιτούσε τα δάχτυλα των ποδιών του και σκεφτόταν πως ήταν, βέβαια, αντιαισθητική όλη αυτή η πληθώρα, αλλά, από μίαν άλλην άποψη, θα ήταν φοβερά χρήσιμη μια και, με τόσα δάχτυλα, θα μπορούσε τώρα να διανύει, δίχως κούραση, αποστάσεις που για οποιονδήποτε άλλον θα ήταν εξουθενωτικές. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκε, γιατί ανακάλυψε πως τα δάχτυλα των ποδιών του, όπως και τα πόδια του τα ίδια, δεν υπάκουαν πια στις εντολές του, αλλά, ελκυόμενα από μια παράξενη δύναμη, τρυπούσανε το πάτωμα και χώνονταν μέσα στο χώμα που ήταν κάτω απ' το πάτωμα.
Τα δάχτυλα των χεριών του και τα χέρια του τα ίδια μεγάλωναν αδιάκοπα, με φοβερή ταχύτητα και δύναμη, ώσπου φτάσανε στους τοίχους και το ταβάνι και, μη μπορώντας πια να προχωρήσουν, βάλθηκαν να σπρώχνουνε με δύναμη τους τοίχους και το ταβάνι, ώσπου το σπίτι γκρεμίστηκε μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης.
Τρομαγμένος απ' το ξαφνικό φως και βλέποντας τους ανθρώπους να τρέχουν προς το μέρος του, θέλησε να το βάλει στα πόδια και να κρυφτεί, αλλά κάθε προσπάθειά του πήγαινε χαμένη.
Οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω του και τα πρόσωπά τους ήταν ένας θαυμασμός κι ένα δέος και δε μιλούσαν, αλλά κάθονταν εκεί, ώρες ολόκληρες, και τον κοιτούσαν σιωπηλοί.
Οι άνθρωποι, που μαζεύτηκαν γύρω του, μένανε εκεί, ώρες ολόκληρες, και τον κοιτούσαν σιωπηλοί και δεν έφευγαν παρά για να πάνε να φάνε κι υστέρα, ξαναγύριζαν κι έμεναν εκεί, ώρες ολόκληρες, και τον κοιτούσαν σιωπηλοί.
Κι όλο έρχονταν περισσότεροι άνθρωποι, πλήθος ολόκληρο, κι ήρθανε και ειδικοί, γεωπόνοι και γεωλόγοι και φυσικοί και φυσιοδίφες και δασονόμοι και δασολόγοι και τον κοιτούσαν, στην αρχή, από μακριά με θαυμασμό και δέος κι υστέρα, από κοντά κι από πιο κοντά κι εξ επαφής και βάλθηκαν να τόνε πασπατεύουν και να τον μετρούν και κάτι λέγανε συνέχεια, μεταξύ τους, που δε μπορούσε να τ’ ακούσει, γιατί στο μεταξύ είχε πολύ ψηλώσει, αλλά έβλεπε τα χείλια τους που κουνιόνταν και καταλάβαινε πως μιλούσαν κι απ’ το θαυμασμό και το δέος που δείχνανε, καταλάβαινε πως γι αυτόν μιλούσαν κι από μίαν άποψη, ένιωθε περήφανος για όλο αυτό το ενδιαφέρον κι όλη αυτή την προσοχή, σχεδόν θρησκευτική, που δείχνανε γι αυτόν.
Κι όλο κι έρχονταν περισσότεροι άνθρωποι, πλήθος ολόκληρο, και ειδικοί πλήθος ολόκληρο, και τα μέλη της Κυβερνήσεως κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κι όλοι τον κοιτούσανε με θαυμασμό και δέος κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρήκε ευκαιρία κι έβγαλε ένα λόγο που δε μπόρεσε ν ακούσει, αλλά κατάλαβε, απ' τις χειρονομίες του Προέδρου και την προσοχή του πλήθους, πως ήτανε σημαντικός ο λόγος και πώς ήτανε γι αυτόν, γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας γυρνούσε συχνά και τον έδειχνε μ έναν τρόπο όλο σημασία.
Κι όλο έρχονταν άνθρωποι περισσότεροι, πλήθος ολόκληρο, και ειδικοί και βάλθηκαν να γκρεμίζουνε τα γύρω σπίτια και φτιάξανε ένα μεγάλο πάρκο γύρω απ' αυτόν, με κέντρο αυτόν, φύτεψαν δέντρα και λουλούδια, φτιάξανε ποταμάκια και γεφυρούλες, περίπτερα και παγκάκια κι όλα τα παγκάκια ήταν στραμμένα προς αυτόν, για να μπορούν οι άνθρωποι που κάθονταν εκεί να τόνε βλέπουν και να τον θαυμάζουν μ ένα θαυμασμό μεγάλο.
Κι όταν το πάρκο τελείωσε, ξαναήρθε ο Πρόεδρός της Δημοκρατίας και τα μέλη της Κυβερνήσεως και, τούτη τη φορά, φέραν μαζί τους και μεγάφωνα και τα κρεμάσανε στα δέντρα και του κρέμασαν ένα κι αυτουνού, κάτω απ’ τη μασκάλη του δεξιού του κλαδιού, και μίλησε στο πλήθος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και τον άκουσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ετούτη τη φορά, γιατί του είχανε κρεμάσει κι αυτουνού ένα μεγάφωνο κάτω απ’ τη μασχάλη του δεξιού του κλαδιού κι έτσι τον έφτανε η φωνή του Προέδρου, αλλά δεν καταλάβαινε πολλά πράματα, όχι επειδή ο Πρόεδρος ήταν ασυνάρτητος (αυτό δε γίνεται), αλλά επειδή ο ίδιος είχε καιρό ν' ακούσει ανθρώπινη ομιλία, έτσι πολύ που ‘χε ψηλώσει, και τώρα που το πάρκο τελείωσε κι ο Πρόεδρος μιλούσε στο πλήθος, δεν καταλάβαινε πολλά πράγματα, γιατί είχε ξεχάσει τη σημασία των λέξεων και των φράσεων τόσο που του φαινόταν τώρα παράξενο που άκουγε τη φωνή του Προέδρου.
Οι άνθρωποι, πλήθος ολόκληρο, άκουγαν σιωπηλοί με θαυμασμό και δέος και πότε-πότε χειροκρόταγαν, όχι τον Πρόεδρο, αλλά αυτόν τον ίδιο, αυτό φαινόταν καθαρά, γιατί προς τη μεριά του κοίταγαν μ ’ ένα μεγάλο θαυμασμό και με δέος.
Δεν καταλάβαινε γιατί, αλλά ένιωθε περήφανος που ήτανε το κέντρο αυτού του πάρκου κι αυτής της προσοχής και του θαυμασμού και του δέους.
Κι ο Πρόεδρος, λίγο πριν τελειώσει είπε, αυτό το πάρκο θα τ’ ονομάσουμε πάρκο ζωής, γιατί στο κέντρο του υπάρχει αυτό το δέντρο, δέντρο ζωής και πρέπει να 'μαστε περήφανοι που αυτό το δέντρο βρίσκεται εδώ, ανάμεσά μας, στη μέση του πάρκου μας, στη μέση της πόλης μας, στη μέση της χώρας μας, στη μέση του κόσμου μας και πρέπει να ‘μαστε περήφανοι και να το προσέχουμε κι η σκέψη μας να ναι στραμμένη πάντα εκεί και ποτέ να μην το ξεχνάμε, γιατί 'ναι το δέντρο της ζωής και πρέπει να 'μαστε περήφανοι που φύτρωσε ανάμεσά μας και μεγαλώνει ανάμεσά μας, γιατί, όπως λένε οι ειδικοί, αυτό το είδος είναι όχι απλώς σπάνιο, αλλά μοναδικό, γιατί ποτέ πριν δε φύτρωσε τέτοιο είδος και η επιστήμη προφητεύει μόνο ότι μια μέρα μπορεί να εμφανιστεί ένα τέτοιο είδος δέντρου, γι’ αυτό και πρέπει να ‘μαστε περήφανοι που εμφανίστηκε ανάμεσά μας και να το προσέχουμε σαν τη ζωή μας αυτό το δέντρο ζωής.
Μ’ αυτά τα λόγια τέλειωσε ο Πρόεδρος και το πλήθος άρχισε να πίνει λεμονάδες, κοιτώντας πάντα προς το μέρος του και οι ηλεκτρολόγοι ήρθαν και με σεβασμό ξεκρέμασαν το μεγάφωνο απ' το δεξί του κλαδί και ξανάγινε σιωπή και το μόνο πράμα που άκουγε τώρα ήταν ο άνεμος που έκανε ένα θόρυβο παράξενο, περνώντας ανάμεσα απ' τα δάχτυλά του.
Κλεισμένος εκεί, στη μέση του πάρκου, στη μέση του πλήθους, στη μέση της πόλης, στη μέση της χώρας, στη μέση του κόσμου, έβλεπε τα δάχτυλα των χεριών του να πληθαίνουν, χωρίς να μπορεί πια να τα μετρήσει, ένιωθε τα δάχτυλά των ποδιών του να πληθαίνουν, χωρίς να μπορεί να τα δει.
Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, άρχισε, λίγο-λίγο, να μην ξεχωρίζει πια τις κινήσεις του στόματος των ανθρώπων κι έτσι δεν καταλάβαινε καν αν μιλούσαν.
Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, άρχισε να μην ξεχωρίζει πια τις χειρονομίες των ανθρώπων ούτε τις κινήσεις τους ούτε τα λουλούδια που ήταν γύρω απ’ τους ανθρώπους.
Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, έχανε σιγά-σιγά τα σχήματα των ανθρώπων, των δέντρων και των δρόμων.
Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, έχασε τους ανθρώπους, τα δέντρα και τους δρόμους. .
Κλεισμένος εκεί, στη μέση... ψηλώνοντας αδιάκοπα, ένιωθε τα δάχτυλα (δάχτυλα;) των χεριών του να μεγαλώνουν και να πληθαίνουν αδιάκοπα μες στον αέρα, ένιωθε τα δάχτυλα (δάχτυλα;) των ποδιών του να μεγαλώνουν και να πληθαίνουν αδιάκοπα μέσα στη γη κι ήταν η μόνη βεβαιότητα (βεβαιότητα;) που είχε κλεισμένος εκεί...

 Ε.ΚΕ.ΒΙ.
 Περιοδικό «Η Λέξη» Ψηφιοποιημένο 
Τεύχος 3 - Μάρτης / Απρίλης 1981 - σελίδα 209

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

Τις νύχτες που ραγίζουνε τα τζάμια – Αργύρης Χιόνης



Τις νύχτες που ραγίζουνε τα τζάμια
Τις νύχτες που ραγίζει η ψυχή μου
Από τις εκκωφαντικές εκρήξεις της σιωπής
Τις νύχτες που επελαύνει η απουσία
Απ’ το διάτρητο στερέωμα και εκπορθεί
Τα οχυρά μου όλα κι εγκαθίσταται παντού
Μέχρι και κάτω από τα νύχια μου
Μέχρι και μέσα στα κανάλια των φλεβών μου
Χώνε τα νύχια σου βαθιά στις σάρκες μου
Απόδειχνέ μου ότι έχω ακόμα αίμα

Τις νύχτες όταν τρίζουνε οι σκάλες
Τις νύχτες όταν τρίζει η ψυχή μου
Κάτω από το βάρος του θανάτου που ανεβαίνει
Ανεβαίνει ως τα πιο ψηλά πατώματα του ύπνου
Τύλιγέ με μες στο δίχτυ των μαλλιών σου
Βύθιζέ με μες στη ζύμη του κορμιού σου
Σφράγιζέ μου με τα χείλη σου το στόμα
Μη μ’ αφήνεις να εξατμιστώ.

Αργύρης Χιόνης
Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη
Εκδόσεις Νεφέλη 1986

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ – ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ


Κάποτε, πολύ παλιά, την εποχή του θρυλικού Κίτρινου Αυτοκράτορα, που ήτανε και μέγας μάγος, ο κόσμος των καθρεφτών και ο κόσμος των ανθρώπων δεν ήταν όπως σήμερα, χωρισμένοι ο ένας απ’ τον άλλον. Ήτανε, επί πλέον, πολύ διαφορετικοί. Ούτε τα όντα ούτε τα χρώματα ούτε τα σχήματα συνέπιπταν. Τα δυο βασίλεια, κείνο των καθρεφτών και το ανθρώπινο, ζούσαν ειρηνικά και μπαινόβγαιναν στους καθρέφτες.
Μια νύχτα, ωστόσο, τα όντα του καθρέφτη κατέλαβαν τη γη. Η δύναμή τους ήτανε μεγάλη, αλλά, μετά από αιματηρούς αγώνες, επικρατήσαν τελικά οι μαγικές δυνάμεις του Κίτρινου Αυτοκράτορα. Ο μέγας αυτός μάγος απώθησε τους κατακτητές, τους φυλάκισε μες στους καθρέφτες και τους επέβαλε να επαναλαμβάνουν, σαν μέσα σ’ ένα είδος ονείρου, όλες τις πράξεις των ανθρώπων. Τους στέρησε τη δύναμη και τη μορφή τους και τους κατάντησε απλές δουλικές αντανακλάσεις.
Θα ‘ρθει μια μέρα όμως, που αυτά τα όντα θα αποτινάξουν τον μαγικό αυτό λήθαργο. Κείνη τη μέρα, θα διακρίνουμε, στο βάθος του καθρέφτη, μια λεπτή γραμμή με χρώμα που σε κανένα άλλο χρώμα δεν θα μοιάζει. Ύστερα, θ’ αρχίσουν να ξυπνούν οι μορφές που, σιγά-σιγά, θα διαφέρουν από μας κι όλο λιγότερο θα μας μιμούνται. Τελικά, θα συντρίψουν τα σύνορα του γυαλιού και, αυτή τη φορά, θα είναι ανίκητες.

Ενώ μετέφραζα ή, μάλλον, διασκεύαζα αυτόν τον αρχαίο κινέζικο θρύλο, ήρθε στη μνήμη μου ένα ποίημα του ουλτραϊστή Αργεντινού ποιητή Esteban Argentea Nieve. Το παραθέτω εδώ, όπως το μετέφερα στη γλώσσα μας:

Μπρός στον καθρέφτη, εγώ. Και μέσα στον καθρέφτη, ποιος είν’ αυτός που μου γυρνάει την πλάτη μέσα στον καθρέφτη, που αρνείται να 'ναι το είδωλό μου; Ποιος είν’ αυτός που τον φωνάζω και δε στρέφεται, που όσο πιο πολύ τον πλησιάζω τόσο αυτός απομακρύνεται στο βάθος του γυαλιού, προς μια προοπτική απεριόριστη, άσχετη με τις περιορισμένες διαστάσεις του δωματίου μου; Ή μήπως και δεν είναι το δωμάτιό μου αυτό, αλλά το άυλο σκηνικό ενός ονείρου όπου μέσα του κινούμαι, πρόσωπο ανύπαρκτο, σύμβολο αξεδιάλυτο αυτού του ονείρου που κάποιος άλλος βλέπει και θα σβήσω μόλις αυτός ξυπνήσει;

Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο κείμενα, παρεμβάλλονται κάμποσοι αιώνες και έχω την εντύπωση ή, μάλλον, τη βεβαιότητα ότι ο Nieve δεν είχε καμία επαφή με τον κόσμο της Άπω Ανατολής, με τον πολιτισμό του και τους θρύλους του. Οι ελάχιστες επιδράσεις που ανιχνεύονται στο έργο του είναι δυτικής, ευρωπαϊκής προέλευσης. Στο συγκεκριμένο, ωστόσο, ποίημά του εκφράζεται η ίδια με εκείνη του κινέζικου θρύλου αγωνία, ο ίδιος φόβος για είδωλα αυτόνομα που δεν συνιστούν αντανακλάσεις μας, που δεν μιμούνται τις κινήσεις ή τις διαθέσεις μας.
Θα μπορούσε, ίσως, να υποθέσει κανείς ότι, ως σύγχρονος του Magritte (γεννήθηκε το 1900, δύο μόλις χρόνια μετά τον Βέλγο ζωγράφο), γνώριζε το έργο του και, πιο συγκεκριμένα, τον γνωστό σε όλους πίνακα La reproduction interdite (Η απαγορευμένη αναπαραγωγή), όπου ένας κύριος κοιτά στον καθρέφτη τα στραμμένα προς αυτόν νώτα του ειδώλου του. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Ο εν λόγω πίνακας ζωγραφίστηκε το 1937, δηλαδή πολύ μετά το θάνατο του Nieve που, μεθυσμένος, τσάκισε τον αυχένα του, γλιστρώντας στη σκάλα της κάβας του το 1925. Το ίδιο αδύνατο είναι να επηρεάστηκε ο Magritte από το ποίημα του Nieve. Ο Βέλγος ζωγράφος δεν γνώριζε τα ισπανικά και ο Αργεντινός ποιητής ανακαλύφθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά εντελώς πρόσφατα.
Στις παραπάνω τρεις περιπτώσεις εμπειριών με τα όντα του καθρέφτη, θα μπορούσα να προσθέσω πλήθος άλλες, όπως αυτές του Carrol, του Borges, του Juarroz, του Bergman, του Tarkovsky… Ωστόσο, θα αναφέρω μόνο μία ακόμη. Αυτή ενός παιδικού φίλου μου που έγραφε ποιήματα, χωρίς ποτέ να τα κοινοποιήσει. Η ανωνυμία ήταν το πάθος του, η ποίηση, όπως ο ίδιος πίστευε, το λάθος του. Σεβόμενος λοιπόν τη βούλησή του, αποκαλύπτω μόνο τα αρχικά του ονόματός του, Χ.Α., ή, καλύτερα, όπως θα προτιμούσε εκείνος, Α.Χ., δηλαδή Άγνωστος Χι.
Παραθέτω, εδώ, ένα από τα τελευταία ποιήματά του, που μου εμπιστεύθηκε:

Ετούτος ο καθρέφτης ο παλιός
Έχει φθαρεί από την επαφή
Με τόσα πρόσωπα
Θάμπωσε γέμισε αποτυπώματα
Ματιών που κάποτε κοιτάχτηκαν
Μες στο γυαλί του μ’ έκπληξη
Ή θαυμασμό ή χαρά ή θλίψη
Χείλια και δάχτυλα σα νεκροί νάρκισσοι
Μες στο θαμπό νερό του αδύνατο να κοιταχτείς
Χωρίς τον κίνδυνο να μπερδευτείς
Και να πιστέψεις για πρόσωπό σου
Έν’ άλλο πρόσωπο ή το συνταίριασμα
Από παράταιρα κομμάτια
Και να χαθείς μέσα σε τούτο το λαβύρινθο
Μορφών που ήταν κάποτε
Και να μην είσαι πια

Ο φίλος αυτός δεν υπάρχει πλέον. Το 1974, σε ηλικία 31 ετών, έκοψε τις φλέβες του μ’ ένα γυαλί από σπασμένο καθρέφτη.

Όταν ήμουν παιδί, η μάνα μου μου έλεγε: «Ποτέ, τη νύχτα, μη σφυρίζεις μπρος στον καθρέφτη. Το σφύριγμά σου θα ξυπνήσει τους δαίμονες που μέσα εκεί κοιμούνται». Ακολούθησα τη συμβουλή της και ζω ακόμη.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
ΟΝΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΟΝΤΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2013

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ – ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ


Στην Όλγα Ντέλλα και την παρέα της

«Του παπά μας το παιδί
έπεσ' από το σκαμνί
κι έσπασε το πόδι του
και το καλαπόδι του
κι ώσπου να 'ρθει η μάνα του
και η αδερφή του
πρόφτασε ο Άγγελος
και πήρε την ψυχή του».
                    Δημοτικό Λάχνισμα(1)

Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε το κουβαδάκι σας και το φτυαράκι σας κι ελάτε να χτίσουμε πύργους στην άμμο. Ελάτε να χτίσουμε πύργους που (ω, τι χαρά!) το κύμα θα γκρεμίσει κι ο άνεμος.
Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε το κουβαδάκι σας και το φτυαράκι σας κι ελάτε να σκάψουμε τάφους στην άμμο. Ελάτε να σκάψουμε τάφους (ω, τι χαρά!) για πάντα θα γιάνουν μπαμπά και μαμά.
Ελάτε να παίξουμε τους ορφανούς κι ανέστιους πρίγκιπες.

Ελάτε να παίξουμε. Τις πιο απόκρυφες γωνιές σκεφτείτε κι ελάτε να παίξουμε κρυφτό. Ελάτε να παίξουμε κρυφτό και στην πιο σίγουρη κρυψώνα να χωθούμε, βαθιά μέσα στο χώμα. Κι εκείνος που θα τα φυλά, να ψάχνει και να ψάχνει και να μη μας βρίσκει, και να λυσσάει και να κλαίει απ' το κακό του. Και να γελάμε εμείς που του ξεφύγαμε (ω, τι χαρά!), χωμένοι εκεί βαθιά, στα σκοτεινά.

Ελάτε να παίξουμε. Φέρτε ένα σκαμνί κι έναν Μανόλη, κι ελάτε να παίξουμε το γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανόλης. Όλοι θα κάθονται στη γη και μόνο ο Μανόλης στο σκαμνί. Μονάχος ο Μανόλης στο σκαμνί και όλοι οι άλλοι γύρω-γύρω, ένας κύκλος που (ω, τι χαρά!) αδιάκοπα θα κλείνει γύρω απ' τον Μανόλη.

Ελάτε να παίξουμε. Φέρτε ένα σκαλιστήρι κι ένα ποτιστήρι κι ελάτε να παίξουμε τους κηπουρούς.
Ελάτε να παίξουμε. Ένα ξερό κλαρί στο χώμα θα φυτέψουμε κι αδιάκοπα θα το ποτίζουμε (ω, τι χαρά!) για να βλαστήσει.
Ποτέ δεν θα βλαστήσει το ξερό κλαρί. Ελάτε να παίξουμε τους κακούς κηπουρούς.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε ν' ανεβούμε στην ταράτσα, κι όπως θα πλαταγίζει ο άνεμος τα πάλλευκα σεντόνια στην απλώστρα, να παίξουμε τους τολμηρούς θαλασσοπόρους, ψάχνοντας με το χέρι αντήλιο, στον ορίζοντα, τη μακρινή Θαλουρανήλ.
Ελάτε να παίξουμε τους τολμηρούς θαλασσοπόρους, κι όταν μαζέψει τα σεντόνια η νοικοκυρά (ω, τι χαρά!), θα παίξουμε τους θαλασσοδαρμένους ναυαγούς.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε την τυφλόμυγα να παίξουμε. Αρκετά είδαν τα μάτια μας, αρκετά βαρύνθηκε η ψυχή μας. Ελάτε την τυφλόμυγα να παίξουμε, να εμπιστευτούμε μόνο την αφή μας. Οι φίλοι θα δροσίζουνε τις ρώγες των δαχτύλων μας και θα τις καίνε οι εχθροί μας. Τίποτε άλλο. Τόσο απλά.
Κι αφού έτσι κι αλλιώς, προορισμός μας είναι ο γκρεμός, καλύτερα να πέσουμε σ' αυτόν με σφαλισμένα μάτια.

Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε τα ξύλινα σπαθιά σας κι ελάτε να παίξουμε τους υπερασπιστές του βασιλείου. Αμέτρητοι θα είναι οι εχθροί κι εμείς μονάχα τέσσερις ιππότες δίχως άλογα, τέσσερις θλιβεροί βαλέδες.
Ελάτε να παίξουμε, ηρωικώς μαχόμενοι να πέσουμε μπροστά στις πύλες ενός πύργου χάρτινου.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τα αγάλματα να παίξουμε. Κρατήστε την ανάσα σας, τα μέλη σας παγώστε, το βλέμμα σας στο τίποτε καρφώστε. Κερδίζει μόνον όποιος σταματά ακόμη και τον ρου του αίματος, αυτός που μένει ακίνητος για πάντα.
Όσοι από το παιχνίδι τούτο βγαίνουν, μπαίνουνε σ' ένα άλλο που ονομάζεται κατάθεση στεφάνων ή μνημόσυνο.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τον λαγό να παίξουμε και τα λαγωνικά.
Πρώτος κινάει ο λαγός και, με μια κιμωλία, ίχνη αφήνει πίσω του, βέλη ανεπαίσθητα, πάνω σε πέτρες, δέντρα, πεζοδρόμια, ίχνη που πρέπει τα λαγωνικά ν' ακολουθήσουν.
Αν είναι ο λαγός καλός, αν είναι αρκούντως πονηρός και κάνει σάλτους και πισωγυρίσματα, αδιάκοπα ξεφεύγει.
Η μέρα φεύγει, το σκοτάδι αφανίζει λαγό και ίχνη και λαγωνικά. Μανάδες βγαίνουνε στις πόρτες και καλούν, επί ματαίω, τα παιδιά. Κρυώνει πάνω στο τραπέζι το φαΐ τους, επ' άπειρο κρυώνει.
Αν είναι ο λαγός καλός, αν είναι αρκούντως πονηρός, σε τούτο το παιχνίδι, κερδίζει μόνο η νύχτα.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τον κόρακα να παίξουμε.
Ένας ο πιο κακός, θα είναι ο κόρακας. Οι άλλοι θα 'ναι τα παιδιά κι η μάνα τους.
«Κρα! Κρα!» φωνάζει ο κόρακας. «Είμ' όμορφος; Είμ' όμορφος;»
«Σαν το κατράμι, σαν την πίσσα» λέει η μάνα.
Ορμάει τότε ο κόρακας κι αρπάζει ένα παιδί.
Έτσι τραβάει το παιχνίδι ως το τέλος, ώσπου να μείνουν μόνο ο κόρακας κι η μάνα ζωντανοί.
Αν είναι η μάνα δυνατή, τρώει τον κόρακα. Αλλά προς τι; Κανένα δεν της έχει μείνει πια παιδί.
Αν είναι δυνατότερος ο κόρακας, τρώει και τη μάνα. Κι είναι καλύτερα έτσι.

Ελάτε να παίξουμε. Ελάτε τη μικρή να παίξουμε Ελένη, αυτή, την παραπονεμένη, που δεν την παίζουν πια οι φιλενάδες της, αυτήν που κλαίει, απαρηγόρητη, και με κλειστά τα μάτια κοιτά τον ήλιο, με κλειστά τα μάτια τον κοιτά και αποχαιρετά.

Ανεβαίνω στη συκιά και πατώ στην καρυδιά και φωνάζω «Κούι, κούι!» και κανένας δεν μ' ακούει.
Τόση ερημιά, τόση ερημιά που δεν υπάρχει καν συκιά κι ούτε, βεβαίως, καρυδιά.
Δεν ανεβαίνω πουθενά, δεν ανεβαίνω στη συκιά κι ούτε πατώ στην καρυδιά, φωνάζω όμως «Κούι, κούι!» κι ας είναι μόνο το κενό που ακούει.



_____________________
(1)Όταν πρωτοδιάβασα αυτό το δημοτικό λάχνισμα, έμεινα κυριολεκτικά άναυδος. Χρησιμοποιούσαμε κι εμείς, στη λαϊκή γειτονιά όπου μεγάλωσα, λαχνίσματα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των ομαδικών παιχνιδιών μας, αλλά δεν ήσαν παρά μικρά, έμμετρα και, στην πλειονότητά τους, ασυνάρτητα στιχουργήματα του τύπου: [Τάπι τάπι του μπεκρή / τάπι τάπι ρούσι / τάπι τάπι του μπεκρή / τάπι τάπι γκρι]. Εδώ, όμως, είχα μπρος στα μάτια μου ένα ποίημα, ένα πραγματικό ποήμα που θα μπορούσε να είχε γραφτεί από τον Μίλτο Σαχτούρη και που, παρά την ωμότητά του, είχε τραγουδηθεί και ίσως τραγουδιόταν ακόμη από γελαστά παιδιά, μικρά ξένοιαστα δαιμόνια.
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισαν να επιστρέφουν στη μνήμη μου τα παιχνίδια που έπαιζα κι εγώ, κάποτε, ως μικρό ξένοιαστο δαιμόνιο, και, ω του πικρού θαύματος, συνειδητοποίησα, με την καταραμένη κρίση του γέροντα δαίμονα, που είμαι πλέον, πόση πίκρα και πόσο θάνατο έκλειναν μέσα τους ή προοιωνίζονταν αυτά τα παιχνίδια που μ' έκαναν να ξεκαρδίζομαι στα γέλια.
Έτσι γεννήθηκε αυτό το ποίημα που πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο,τον Μάρτιο του 2005, με τον υπότιτλο «Μικρό ανθολόγιο παραδοσιακών παιχνιδιών». Τώρα αν του έβαζα υπότιτλο, θα αντικαθιστούσα τη λέξη παραδοσιακών με τη λέξη δαιμονικών, αλλλά η ένταξή του στο ανά χείρας βιβλίο, πιστεύω ότι καθιστά περιττόν οποιονδήποτε χαρακτηρισμό.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
ΠΕΡΙ ΑΓΓΕΛΩΝ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2007

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Εσβησε ο κόσμος - Αργύρης ΧΙΟΝΗΣ

Εσβησε ο κόσμος.
Μένει αναμμένη, μόνη,
μια ανεμώνη.


Ούτε αηδόνια
ούτε οι ποιητές πλαστήκαν 
για τις ξώβεργες.


Ταξίδι ήρεμο 
απ' το κλαδί ως το χώμα, 
ταξίδι αθόρυβο.


Εγώ θα φύγω,
αλλά οι ελιές που φύτεψα
εδώ θα μείνουν.


Απτερες λέξεις
σαν μαδημένα πουλιά
σερνονται χάμω.


Άγουρο ακόμα
κόπηκε το ποίημα.
τώρα σαπίζει


Σκίτσο ο κόσμος και...
τι ανελέητη, Θεέ, που είσαι
...γομολάστιχα!


Με στεναγμό βαθύ
με ένα "αχ", το ώριμο αχλάδι
πέφτει στο χώμα.


Αιώνια συντηρεί
τον εαυτό του το αλάτι
-αναλλοίωτο.


Τραγουδώ επειδή 
όποιος σωπαίνει συνεργεί
στον θάνατο.


ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 
ΧΑΪΚΟΥ
"τα φύλλα στο δέντρο ξανά"
Γενική Επιμέλεια Ζωή Σαβίνα
εκδόσεις 5+6
---------------------------------------------------------------------------





Queens of the Stone Age - 

Song for the Dead


It's late enough to go drivin
And see what's mine
Life's a study of dyin'
How to do it right
You're a holy roller
Keep your belly loose
If you're hangin' around
I'm holdin' the noose

Come a little bit closer
And get on tight
In a hearse rollin over
Just a track in the line
Fuck it

Come on, let's go drivin
Come on, let's take a little ride
Life's the study of dyin'
How to do it right