.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Η XPΥΣΗ ΦΙΑΛΗ – ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ


Για να συναντήσουμε, ετυμολογικά, την έννοια της πέλλας πρέπει να κάνουμε μια μικρή διαδρομή μέχρι την ιστορική Πέλλα και, για να γίνει αυτό, πρέπει να δούμε τι συμβαίνει στη Δωδώνη, που το ιερό του Δία το ιδρύουν δύο πελειάδες (μαυροπερίστερα) απ' την Αίγυπτο. Οι πελειάδες αυτές είναι αργότερα οι ιέρειες του Ναού, και κάθε ιέρεια ή ιερέας συνδέεται με την έννοια μιας προσφοράς ή θυσίας, που προσφέρεται (δίνεται) στην επικαλούμενη ή εξευμενιζόμενη θεότητα. Αυτές οι προσφορές τοποθετούνται σ' ένα δοχείο ή αγγείο, που, προφανώς, για να συγκρατεί το περιεχόμενο, έχει το σχήμα της κοιλότητος, κι έτσι φθάνουμε στην εικόνα του Κυπέλλου. Η λ. κύπελλον, με μια συγκοπή του αρκτικού ΚΥ6 μας δίνει τη λ. πέλλα, που σημαίνει, ακριβώς, ποτήρι ή κάδο [για μεγάλες προσφορές υγρών, ας πούμε γάλακτος13] ή λίθο (προφανώς θα ήταν κοιλώματα σε ιερούς βράχους, μενίρ ή κρόμλεχ, για τοποθέτηση προσφορών). Αλλά και ο αρσενικός τύπος της λ. πέλλα, ο τύπος πελλός, σημαίνει την φιάλη και, επιπλέον, τον μελανό ή μολυβδόχρωμο (ή και φαιό), το αμαύρωμα (στη Σικυώνα λεγόταν κιρρός), απ' όπου και η λ. πελιδνός (συνήθως χρησιμοποιείται σε φράσεις φόβου, φυσιολογικής κατάστασης για κάποιον που προορίζεται για ανθρωποθυσία), σε συσχέτιση και με τη λ. πελανός=πηκτόν αίμα, προφανώς θυσίας, σε συσχέτιση και με την αρχική σημασία της λ. πέλαινα=πόπανα, μειλίγματα, δηλ. πλακούς προσφερόμενος στους θεούς. Ετσι η λ. πέλλα, σαν έννοια του ποτηριού, μετατρέπεται στη λ. πελλός,σαν έννοια της φιάλης, κι αυτή η έννοια είναι μια πολύ γνωστή μας και τρομερή εικόνα, είναι "αι 7 χρυσαί φιάλαι" γεμάτες "με την οργή του Θεού" στην Αποκάλυψη του Ιωάννου (Αποκ.ΙΕ,7). Η έννοια της χρυσής φιάλης" (phiala στη Vulgata) είναι οικεία στον Ιωάννη, που γράφει και στέλνει (ίσως με περιστερές) τις 7 Επιστολές του στις 7 Εκκλησίες (Νήες ή Ναούς) της Ιωνίας (Μ.Ασίας): "χρυσή φιάλη"7 πράγματι (δηλ. πέλλα ή πελλός) προσφερόταν απ' τους έφηβους στην Αθήνα στη θεά Κυβέλη, κατά τη διάρκεια γιορτής, που γινόταν προς τιμήν της και λεγόταν Γαλαξία. Ο προσφερόμενος πολτός λεγόταν γαλαξία κι ήταν μίγμα κριθαριού και γάλακτος. Αποτρόπαια ή καννιβαλιστική λεπτομέρεια: εφόσον ξέρουμε πως ο εραστής της Κυβέλης, ο Αττις, της πρόσφερε, σα θυσία, τα γεννητικά του όργανα, προφανώς "εντός του γάλακτος", κι αφού στ' αρχαιοελληνικά το κριθάρι, δηλ. η λ. κριθή, σημαίνει πέος, ποια είναι η έννοια της προσφοράς της γαλαξίας (κριθάρι και γάλα) στη θεά Κυβέλη (=κυπέλη=κύπελλον); Προφανώς,κατά την άποψη μου, είναι η έννοια του ευνουχισμού, αφού κι οι ιερείς της, οι Γάλλοι (Galli) θυσίαζαν τον "ανδρισμό" τους (ευνουχίζονταν) προς χάριν της θεάς. Ετσι, ξέροντας πως η Κυβέλη λεγόταν στους Ρωμαίους Turrigera (Πυργοφόρος ή Πυργοστέφανος) απ' τη λατιν. λ. turris(-is)=πυργοειδής,αλλά και περιστερεών, αντιλαμβανόμαστε την έννοια του περιστερεώνος σαν κολουμβαρίου ή νεκροταφείου, όπως ακριβώς το κατήγγειλα στο προηγούμενο τεύχος (τ.93,Οκτ.91) κι όπως το εννοεί ο Ιωάννης, απευθυνόμενος στους αποδέκτες των επιστολών του στη Μ.Ασία, γνώστες της λατρείας αλλά και των οργίων της Κυβέλης, αφού εκεί επιχωρίαζε η λατρεία της, ιδιαίτερα στην περιοχή του Γάλλου ποταμού. Αυτά θα τα δούμε καθαρώτερα και αναλυτικώτερα, με την πρόοδο του κειμένου, κατά την εξέταση των δεδομένων του 666: εδώ απλώς θα σημειώσω πως ο gallus, δηλ. ο ευνούχος ιερέας της Κυβέλης, είναι μια λέξη που στα λατινικά σημαίνει επίσης αλέκτωρ (ο πετεινός), απ' όπου και το θηλυκό gallina (δηλ. κόττα): η κόττα, όμως, στ' αρχαία ελληνικά λέγεται αλεκτρίς, λέξη που γραμματαριθμικά βγάζει ακριβώς 666. Δηλαδή ο Αλέκτωρ-Ιερεύς, με τον ευνουχισμό του και την κατ' ανάγκην θηλυκοποίησή του, μεταβάλλεται σε Κόττα ή Αλεκτρίδα=666, διαδικασία στην οποία βασικά αποβλέπει (με την επέκταση της Ομοφυλοφιλίας) η Συνωμοσία της Περιστεράς.
Ας επανέλθουμε στη διαδρομή προς Πέλλαν, που την αφήσαμε σε εκκρεμότητα, μέχρι να ξεκαθαρίσουμε τα πιο πάνω στοιχεία. Η Δωδώνη, όπως την είδαμε, σαν Ιερό του Διός, βρίσκεται κάτω απ' την προστασία της βασιλικής ηπειρώτικης (δηλ ελληνικής) οικογένειας των Μολοσσών (ένα απ' τα 14 ηπειρωτικά γένη), που ονομάστηκαν έτσι απ' τον πρόγονο Μολοσσό ή κατ' εμέ, γιατί ήταν Μολόχες ή Μαλασσοί (χειροπράκτες. γιατροί) αφού κι ο πρόγονος Μολοσσός ήταν αγγόνι του (επίσης με ιατρικές γνώσεις) Αχιλλέα. Η κόρη της οικογένειας Μυρτάλη (ή, αριθμολογικα,879) μετονομάζεται15 σε Ολυμπιάδα (ή, αριθμολογικά,731), δηλ. Περιστέρα ή Περιστερογέννητη (όπως ακριβώς κι η Συρία Θεός) και παντρεύεται τον Φίλιππο Β', βασιλιά της Μακεδονίας, αδιόρθωτο γυναικά που οι σοβαροί φιλόλογοι ερμηνεύουν τ' όνομά του Φίλιππος=Αγαπάει τ' άλογα, ενώ η προσωπική μου ερμηνεία είναι Φίλιππος=αγαπάει τις γυναίκες αφού η λ. ίππος στ' αρχαιοελληνικά σημαίνει γενικά το αιδοίον, είναι δε γνωστή η έκλυτη ζωή του με έκφυλες τάσεις Φιλίππου Β'. Αμέσως μετά η πρωτεύουσα, που ήταν η πόλη Αιγαί (ή,αριθμολογικά,25) μεταφέρεται στην πόλη Πέλλα (ή,αριθμολογικά,146), που, τυπικά, σημαίνει Ποτήρι, όπως είδαμε,αλλά,ουσιαστικά, τα Μαυροπερίστερα (ή τις Ιέρειες=πρακτόρισσες) της Δωδώνης. Ετσι, η πρώην Μυρτάλη και νυν Ολυμπιάς, η υπεύθυνη για τη συνέχιση της παράδοσης (της γραμμής) της Δωδώνης, δηλ. του άξονα Αιγύπτου-Ηπείρου (κάτω απ' τη συνωμοτική κάλυψη των ιερατείων Αμμωνος Διός-Δωδωναίου Διός) βρίσκεται επικεφαλής της αιχμής του Ελληνικού Δόρατος, δηλ. των Μακεδόνων, σα βασίλισσα της Πέλλας. Και προκύπτει το -όχι μόνο ιστορικό- ερώτημα: τι κρατάει μέσα σ' αυτήν την πέλλα (-ποτήρι);
Ας δούμε λίγο ακόμη την έννοια της πέλλας=ποτηριού και του αριθμού της, του 146. Ξέρουμε πως το ύπατο ποτήρι είναι το Αγιο Δισκοπότηρο ή Γκράαλ17, όπου περιέχει το Σώμα και το Αίμα του Λόγου, εξελιγμένη μορφή, από πλευράς ιερατικής λειτουργικότητας, της Χρυσής Φιάλης με τη Γαλαξία. Είδαμε επίσης, παραπάνω, πως πέλαινα είναι πόπανα ή μειλίγματα, δηλ. πλακούς (αρτίδιο ή γλύκισμα, κάτι σαν τον Αρτο στις αρτοκλασίες) προσφερόμενος στους θεούς. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η πέλλα είναι λειτουργική, πολύ πιθανόν και σχηματική, μορφή του Αγιου Δισκοπότηρου. Καταφεύγοντας στην αριθμογραμματική εξίσωση του 146, βλέπουμε πως 146=ΠΕΛΛΑ=ΠΑΝΑΠΑ. Θεωρώντας όχι έτοιμη τη στιγμή, δεν προχωρώ, εδώ και τώρα, στην ανάλυση που δεν βλέπει, από μόνος του, ο αναγνώστης, αφίνοντάς την γι αργότερα. Θα σημειώσω μόνο πως η λ. "παναγία" μπορεί επίσης να σημαίνει "Αυτή, που οδηγεί-ή γεννάει-το ψωμί", κι είναι γνωστή η συσχέτιση Αρτου-Ιησού. Ομως η πόλη Πέλλα, παληά, ονομαζόταν Βουνομία, κι ή λέξη αυτή σημαίνει "τόπο -και τρόπο- μεγαλώματος κι ανατροφής βοδιών". Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε να προχωρήσουμε τις σκέψεις μας, διαλογιζόμενοι πάνω στη φράση "δάμαλις τον μόσχον η τεκούσα", με την οποία οι βυζαντινοί υμνογράφοι προσδιορίζουν -ή απλώς υμνούν-την Παναγία. Κι ύστερα, ο αριθμός 146 είναι ισόψηφος και με τις λέξεις ΔΙΑΝΟΙΑ και ΜΝΗΜΗ. Αν ο ιστός της Μνήμης είναι αναγκαίος για να διανοίξει το δρόμο της η διαδικασία της Διάνοιας, τότε καταλαβαίνουμε πως η Πέλλα, το Κύπελλο, είναι ακριβώς το βαθούλωμα του Κρανίου, που μέσα του, Μνήμη και Διάνοια, συνεργάζονται κι αγωνίζονται να κρατήσουν το Φώς σαν προσφορά (πέλαινα) του Ανθρώπου στο Θεό: δηλαδή στους Πλησίον του, για τώρα και για μετά (για τις επόμενες γενιές). Ναι, η χούφτα του Ανθρώπου, το Κύπελλο (Πέλλα) της Ζωής είναι το Κρανίο (Μνήμη και Διάνοια). Κι αν το Κύπελλο (πέλλα) της Ανθρωπότητος είναι ο Χριστός, που με τη θυσία Του σώθηκε, όμως το Κύπελλο ή Πέλλα (η μήτρα) που κράτησε τον Χριστό ήταν η Παναγία (πρβλ.Λουκ.ΙΑ,27: "μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε"). Αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της Πέλλας ή Παναγίας ή Παρθένου. Και, ας το δούμε και λίγο αστρολογικά: η Παρθένος (σαν αστερισμός) κρατάει τον Στάχυν, απ' όπου προέρχεται ο Αρτος ή Ιησούς, δηλ. ο Γαλιλαίος, ενώ στο σώμα ελέγχει την περιοχή των εντέρων, που όμως λέγεται και γάλλια στ' αρχαιοελληνικά, όπως γαλέττα ο διπυρίτης άρτος. Νάναι λοιπόν εδώ η,περιοχή της Γαλιλαίος; Ποιος ξέρει...Ισως.  


Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) – LEON TOLSTOI




Αργά τη νύχτα γύρισε η σύζυγος. Μπήκε στα δάχτυλα, μα ο Ιβάν Ιλιτς την άκουσε: άνοιξε τα μάτια και τα ξανάκλεισε γρήγορα γρήγορα. Η Πρόσκοβνα Φιόντοροβνα θέλησε να διώξει το Γεράσιμο και να καθήσει η ίδια να κάνει συντροφιά στον άντρα της. Κείνος άνοιξε τα μάτια του και είπε:
-Όχι. Να φύγεις εσύ.
-Πονάς πολύ;
-Λίγο μ’ ενδιαφέρει.
-Να πάρεις όπιο.
Δέχτηκε και ήπιε. Κείνη έφυγε.
Ως τις τρεις βρισκόταν σε μια βασανιστική χαύνωση. Του φαινόταν πως ήθελαν με το ζόρι να τον κλείσουν μέσα σ’ ένα μακρόστενο μαύρο τσουβάλι, και τον σπρώχνουν όλο και πιο βαθιά, και δε μπορούν βαθύτερα. Κι αυτή η τρομερή δουλειά τον κάνει να υποφέρει πολύ. Κι αυτός και φοβάται, και θέλει να κατρακυλήσει εκεί, και παλεύει και βοηθάει. Και ξαφνικά ξεκολλάει και πέφτει, και ανανοήθηκε. Ο ίδιος πάντα Γεράσιμος κάθεται πάνω στο κρεβάτι, στα πόδια, λαγοκοιμάται ήσυχα, υπομονετικά. Μισογερμένος πίσω, βαστάζει στους ώμους του τα κοκκαλιάρικα πόδια με τις κάλτσες τους. Το ίδιο φως με το αμπαζούρ, και ο ίδιος πόνος που δε λέει να σταματήσει ούτε στιγμή.
-Φεύγα, Γεράσιμε, ψιθύρισε.
-Όχι, θα καθήσω ακόμη.
-Όχι, να φύγεις.
Πήρε τα πόδια του, ξάπλωσε με το πλευρό πάνω στο μπράτσο του, και λυπήθηκε τον εαυτό του. Περίμενε να φύγει ο Γεράσιμος και να μπει στο διπλανό δωμάτιο. Και τότε δε μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο – άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Έκλαιγε για την ανημποριά του, για τη φοβερή μοναξιά του, για τη σκληρότητα των ανθρώπων, για τη σκληρότητα του Θεού, για την απουσία του Θεού.
«Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί μ’ έφερες εδώ; Γιατί, γιατί με βασανίζεις τόσο φριχτά;…»
Δεν καρτερούσε απάντηση κι έκλαιγε γιατί δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει απάντηση. Ο πόνος δυνάμωσε ξανά, μα κείνος δεν σάλεψε, δε φώναξε – μόνο που μονολογούσε μέσα του: «Χτύπα με, λοιπόν, χτύπα με! Μα για ποιο λόγο; Τι σου έκανα, γιατί;»
Ύστερα ησύχασε, έπαψε όχι μόνο να κλαίει, μα και ν’ αναπνέει κι έγινε όλος αφτιά: σα ν’ αφουγκραζόταν όχι κάποια φωνή που μιλούσε, αλλά τη φωνή της ψυχής, το περπάτημα των σκέψεων που γεννιόντουσαν μέσα του.
-Τι θέλεις; Να μην υποφέρω. Να ζήσω, απάντησε.
Και ξανά προσήλωσε την προσοχή του τόσο εντατικά που ακόμη και ο πόνος του έπαψε να τον ενοχλεί.
-Να ζήσεις; Και πώς να ζήσεις; Ρώτησε η φωνή της ψυχής.
-Ναι, να ζήσω όπως ζούσα πριν. Ωραία, ευχάριστα.
-Πως ζούσες πρωτύτερα ωραία και ευχάριστα; ρώτησε η φωνή. Κι άρχισε ο Ιβάν Ιλιτς να φέρνει στην φαντασία του τις πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής του. Μα περίεργο πράγμα, όλες αυτές οι καλύτερες στιγμές της ευχάριστης ζωής του φαινόντουσαν τώρα τελείως διαφορετικές από τότε. Όλες – εκτός από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις. Τότε, στην παιδική ηλικία, ήταν κάτι το πραγματικά ευχάριστο που μ’ αυτό θα μπορούσε κανείς να ζήσει, αν ξαναγύριζε. Μα κείνος ο άνθρωπος που είχε δοκιμάσει αυτή την ευχαρίστηση δεν υπήρχε πια: όλες οι αναμνήσεις του αφορούσαν κάποιον άλλον, όχι αυτόν.
Πάνω που πλησίαζε η περίοδος που κατάληξε στη σημερινή του κατάσταση όλες οι παλιές χαρές διαλυόντουσαν σαν το χιόνι στον ήλιο για να μεταβληθούν σε κάτι μηδαμινό και συχνά απαίσιο.
Κι όσο πιο μακριά από την παιδική ηλικία, όσο πιο κοντά στο παρόν, τόσο πιο μηδαμινές και αμφίβολες γινόντουσαν οι χαρές – με αρχή τη Σχολή νομικής. Εκεί κάτι ήταν ακόμη πραγματικά όμορφο: εκεί υπήρχε κέφι, εκεί υπήρχε φιλία, εκεί υπήρχε ελπίδα. Μα στις ανώτερες τάξεις ήταν πιο σπάνιες οι ωραίες αυτές στιγμές. Αργότερα, στη διάρκεια της πρώτης υπηρεσίας του κοντά στον διοικητή του κυβερνείου, ξαναφάνηκαν οι ωραίες στιγμές: ήταν οι αναμνήσεις από τον έρωτά του για μια γυναίκα. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν, και οι χαρές λιγόστεψαν ακόμη πιο πολύ. Αργότερα λιγόστεψαν περισσότερο.
Ο γάμος… τόσο αναπάντεχος και απογοητευτικός, το μικροβόλο στόμα της γυναίκας του, και η ηδονή, η προσποίηση! Κι αυτή η θανάσιμη μονοτονία της υπηρεσίας κι αυτές οι σκοτούρες για χρήματα, και τα ίδια ένα χρόνο, και δύο, και δέκα, και είκοσι – κι όλο τα ίδια. Κι όσο πιο κάτω, τόσο πιο λίγη ζωή. «Σα να είχα κατέβει ομαλά τη βουνοπλαγιά νομίζοντας πως ανεβαίνω στο βουνό. Αυτό γινόταν. Για την κοινή γνώμη ανέβαινα στο βουνό, μα παράλληλα έφευγε η ζωή μου κάτω από τα πόδια μου… Και να, ετοιμάσου να πεθάνεις», σκεφτόταν.
Τι σημαίνει αυτό; Για ποιο λόγο; Δεν είναι δυνατό. Δεν μπορεί! – να είναι παράλογη, τόσο απαίσια η ζωή! Μα αν, αλήθεια, είναι τόσο απαίσια και παράλογη η ζωή, τότε γιατί να πεθαίνει και να πεθαίνει υποφέροντας; Κάτι πηγαίνει στραβά εδώ.
«Να μην έζησα, τάχα, έτσι όπως έπρεπε να ζήσω;» του πέρασε ξαφνικά από το νου. «Μα πως μπορεί να έγινε αυτό, αφού όλα τα έκανα όπως πρέπει;» μονολογούσε και βιάστηκε ν’ απορρίψει αυτή τη μοναδική λύση του αινίγματος της ζωής και του θανάτου σαν κάτι τελείως αδύνατο.
«Τι θέλεις τώρα; Να ζήσεις; Πώς να ζήσεις; Να ζήσεις όπως ζεις στο δικαστήριο όπου ο κλητήρας ανακοινώνει: «Το δικαστήριο συνεχίζει!...» Το δικαστήριο συνεχίζει, συνεχίζει το δικαστήριο, έλεγε και ξανάλεγε μέσα του. Να το δικαστήριο! Μα εγώ δεν είμαι ένοχος! φώναξε θυμωμένος. Τι σας έκανα; Και σταμάτησε να κλαίει και, γυρίζοντας με το πρόσωπο κατά τον τοίχο, άρχισε να σκέφτεται συνέχεια το ίδιο πράγμα: γιατί, για ποιο λόγο όλη αυτή η αγωνία;
Μα όσο και νάσπαγε το κεφάλι του, απάντηση δεν έβρισκε. Και κάθε φορά που του γεννιόταν η σκέψη, και του γεννιόταν συχνά, πως όλ’ αυτά συμβαίνουν γιατί είχε άσχημα ζήσει, αμέσως θυμόταν πόσο ορθά είχε ζήσει κι έδιωχνε αυτή την παράξενη σκέψη.

***

Πέρασαν ακόμη δύο βδομάδες. Ο Ιβάν Ιλιτς δεν σηκωνόταν από τον καναπέ. Δεν ήθελε να ξαπλώσει στο κρεβάτι – προτιμούσε τον καναπέ. Μόνος, κατάμονος, με το πρόσωπο γυρισμένο σχεδόν συνέχεια κατά τον τοίχο βασανιζόταν από τους ίδιους αξεδιάλυτους φόβους, και τον τυραννούσαν οι ίδιες, χωρίς διέξοδο σκέψεις. Τι είν’ αυτό; Αλήθεια, είναι ο θάνατος; Και η εσωτερική φωνή του απαντούσε: ναι, αλήθεια. Γιατί αυτό το μαρτύριο; Και η φωνή απαντούσε: έτσι, για τίποτα. Ως εδώ, και πάρα πέρα τίποτα.
Από την αρχή-αρχή της αρρώστιας του, από τη μέρα που ο Ιβάν Ιλίτς πρωτοπήγε στο γιατρό, η ζωή του μοιράστηκε σε δύο αντίθετα ρεύματα, και το ένα αντικαθιστούσε το άλλο, από τη μια μεριά ήταν η απελπισία και η προσμονή του ακατανόητου και τρομερού θανάτου, από την άλλη – η ελπίδα και η στενή παρακολούθηση της λειτουργίας του οργανισμού του. Άλλοτε έβλεπε τα νεφρά του ή την απόφυση που είχαν αρνηθεί να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, κι άλλοτε ήταν μόνο ο ακατανόητος τρομερός θάνατος που απ’ αυτόν δεν ήταν δυνατόν με τίποτα να γλυτώσει.
Αυτά τα δύο ρεύματα από την αρχή της αρρώστιας διαδεχόντουσαν το ένα το άλλο. Μα όσο πιο πολύ προχωρούσε η αρρώστια, τόσο πιο αμφίβολες και φανταστικές γινόντουσαν οι σκέψεις για το νεφρό και τόσο πραγματική η συναίσθηση του επερχόμενου θανάτου.
Και ήταν αρκετό να θυμηθεί τι ήταν πριν τρεις μήνες και τι είναι τώρα. Να θυμηθεί πόσο ομαλά κατέβαινε την πλαγιά – για να πάει περίπατο κάθε πιθανότητα ελπίδας.
Τον τελευταίο καιρό της μοναξιάς όπου βρισκόταν ξαπλωμένος με το πρόσωπο γυρισμένο στον τοίχο, στη μάχη του καναπέ, της μοναξιάς μέσα σε μια πολυάνθρωπη πόλη και σε πολυάριθμους γνωστούς του και μέσα στο σπίτι του, μιας μοναξιάς που πιο μεγάλη δε μπορούσε να υπάρχει πουθενά: ούτε στο βυθό της θάλασσας, ούτε πάνω στη γη – τον τελευταίο λοιπόν καιρό αυτής της φοβερής μοναξιάς, ο Ιβάν Ιλίτς ζούσε μόνο με τη φαντασία του στο παρελθόν. Οι εικόνες από το παρελθόν του ερχόντουσαν στο νου του η μια ύστερα από την άλλη. Άρχιζαν από το πιο κοντινό παρελθόν κι έφταναν ως το πιο μακρινό, ως την παιδική ηλικία, και κει σταματούσαν. Του πρόσφεραν ας πούμε σήμερα να φάει γλυκό δαμάσκηνο, κι αμέσως θυμήθηκε τα δαμάσκηνα της παιδικής του ηλικίας, μαύρα και ζαρωμένα, με μια ιδιαίτερη γεύση – γαλλικά δαμάσκηνα που σας γεμίζουν το στόμα σάλιο μόλις δε μένει παρά το κουκούτσι τους: ε, αυτή η ανάμνηση του έφερνε ένα σωρό αναμνήσεις κείνης της εποχής – την παραμάνα, τον αδερφό, τα παιχνίδια. «Δε χρειάζεται να τα σκέφτομαι αυτά… πονάω πιο πολύ», διαλογιζόταν ο Ιβάν Ιλίτς και ξαναγύριζε στο παρόν. Ένα κουμπί στη ράχη του καναπέ, το μαροκέν ζαρωμένο γύρω από το κουμπί. «Το μαροκέν στοιχίζει ακριβά, και δεν κρατάει πολύ. Ο καυγάς ήταν απ’ αυτό θυμάμαι. Μα το μαροκέν ήταν άλλο, και άλλος ο καυγάς, τότε που σκίσαμε το χαρτοφύλακα του μπαμπά που μας τιμώρησαν, και η μαμά μας έφερε γλυκά». Και ξανά σταμάτησε στην παιδική ηλικία, και ξανά ο Ιβάν Ιλίτς πονούσε, και προσπαθούσε να διώξει την οπτασία και να σκεφτεί άλλα πράγματα.
Κι αμέσως ξανά, παράλληλα με το ρεύμα αυτό των αναμνήσεων, γεννιόταν στην ψυχή του το άλλο ρεύμα – των αναμνήσεων – η αρρώστια του και η επιδείνωσή της. Όσο πιο πίσω, τόσο περισσότερη ζωή. Περισσότερα ήταν και τα καλά στη ζωή, και περισσότερη ήταν και η ίδια η ζωή. Και το ένα και το άλλο συμπίπτανε. «Όπως το μαρτύριο χειροτερεύει συνέχεια, έτσι κι όλη η ζωή πήγε από το κακό στο χειρότερο, σκεφτόταν. Μόνο ένα φωτεινό σημείο εκεί, στο μακρινό παρελθόν, στην αρχή της ζωής, κι ύστερα όλο και πιο πολύ σκοτάδι κι όλο πιο γρήγορα…». Αντιστρόφως ανάλογα, δηλαδή με το τετράγωνο της απόστασης ως το θάνατο», μονολογούσε ο Ιβάν Ιλίτς. Κι αυτή η εικόνα της πέτρας που κατεβαίνει από ψηλά μ’ επιτάχυνση έπεσε πάνω στην ψυχή του. Η ζωή δεν ήταν παρά μια αλυσίδα από αυξανόμενα βάσανα που τεντώνεται, που τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα προς το τέρμα, προς τη μοναδική λύση την πιο οδυνηρή. «Τρέχω, πετώ…». Τρανταζόταν, κουνιόταν, ήθελε ν’ αντισταθεί και με μάτια ξανά κουρασμένα από το κοίταγμα, ανίκανα πια να κοιτάζουν κείνο που ήταν μπροστά του, κοίταζε τη ράχη του καναπέ και καρτερούσε – καρτερούσε αυτή την τρομερή πτώση, τη χαριστική βολή και την εξουθένωση. «Είναι αδύνατο ν’ αντισταθώ, έλεγε μέσα του. Μα να μπορούσα τουλάχιστο να καταλάβω γιατί γίνεται αυτό. Μα και τούτο είναι αδύνατο να γίνει. Θα ήταν δυνατό να δώσω μια εξήγηση, αν έλεγα πως έζησα όχι έτσι όπως έπρεπε. Μα ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι δυνατό να το παραδεχτώ», μονολογούσε συνέχεια σαλεύοντας τα χείλη σ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο, λες και κάποιος μπορούσε να βλέπει αυτό το χαμόγελο του και να ξεγελαστεί απ’ αυτό. Δεν υπάρχει εξήγηση! Μαρτύριο, θάνατος… Γιατί;»


LEON TOLSTOI
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε. - 1989


Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ο ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ – ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – JOHN MILTON


...Άλλη μερίς δυνάμεων, σε μοίρες και σε σμήνη
στεριοσυμπυκνωμένα, γενναίως αποδύονται
σε περιπέτεια τολμηρή, κόσμο να εξερευνήσουν
φαρδύ-πλατύ και θλιβερό, μήπως τυχόν το κλίμα
κατοικήση ανετώτερη μπορεί να προσπορίσει.
Κλίνουν λοιπόν στα τέσσερα την αεροπορεία
στις όχθες κατά μήκος των τέσσαρων της Κόλασης
ρεμμάτων, που εκβάλλουν το μισητό φορτίο τους
στη φλογισμένη λίμνη: το πρώτο Στύξ η στυγερή,
θανάσιμο που πλημμυρίζει μίσος, το ποτάμι.
Δεύτερο, ο γοερός της λύπης, μαύρος και βαθύς.
Αχέρων το ποτάμι. Ο Κωκυτός ο ποταμός
με τ' όνομα των θρήνων, των ηχηρών των κοπετών,
που σέρνοντας το ρεύμα του ακούγονται ολούθε,
τρίτος. Και τέταρτος, δριμύς Πυριφλεγέθων, διότι
σα χείμαρρος κατάφλεκτα ξεσπά τα κύματά του,
το πυρ του με μανία. Μακρυά απ' αυτά αργοκυλά
ήσυχο ποταμάκι. Λήθη που ονομάζεται,
της λησμονιάς το ρεύμα, υδάτινο λαβύρινθο
που σέρνει κι όποιος πίει, την πρότερη κατάσταση
του είναι και του βίου του ταχιά απολησμονάει,
μαζί και θλίψη και χαρά, πόθο και πόνο αντάμα.
Μια παγωμένη ήπειρος εκτείνεται πιο πέρα
από την ακροποταμιά, αγρία και ζοφώδης.
Ανεμοδίνες την χτυπάν ολοένα και χαλάζι
με καταιγίδες διηνεκείς την πλήττουν την ρημάζουν -
χαλάζι, που σε στέρεα γη ουδέποτε θα λειώνει,
αλλά σωρεύεται ψηλά και μοιάζει με ερείπια
αρχαϊκά, με πατωσιές τριγύρω στοιβαγμένα.
Πάγος όλα τα υπόλοιπα, βαθειά στρωμένο χιόνι,
ένας σαν Σερβωνίτιδα βαθύκολπος βαλτώδης
στη Δαμιέττη ανάμεσα και το Κάσιον όρος,
όπου ολόκληροι στρατοί βυθίστηκαν πνιγήκαν.
Ο παγωμένος άνεμος φλέγεται, καψαλίζει -
είναι το κρύο δριμύτατο σαν της φωτιάς την άψα.
Εκείθε καταφθάνουνε όλοι οι καταραμένοι,
σε χρονικά διαστήματα και χρονοπεριόδους,
από Ερινύες συρόμενοι με γαμψά ποδονύχια
και δοκιμάζουν σε σειρά των δυό δριμέων άκρων
την πικροτάτη εναλλαγή και τόσο πιο δριμεία,
όσο πιο αποτόμως τα δύο μεταβάλλονται.
Κοίτες μαινόμενης φωτιάς και μούδιασμα στον πάγο
την απαλή θερμότητα του αιθερικού τους είναι
σκληρά τη δοκιμάζουν. Εκεί και αργολειώνουνε
καθηλωμένοι, ακίνητοι, τριγύρω παγωμένοι
σε χρονικά διαστήματα. Μετά γοργά στη λάβρα!
Μπρος-πίσω διαπορθμεύονται στης Λήθης τις ανάβρες
κι η λύπη τους αυξάνεται, εύχονται και πασχίζουν
το ρεύμα της το θελκτικό να φτάσουν ως διαβαίνουν,
να πιουν μια στάλα, να χαθούν οι πόνοι κι οι οδύνες
μεσ' στη γλυκειά τη λησμονιά, μονοστιγμής κι αχ! κρίμα,
τόσο κοντά στις όχθες. Η Μοίρα αντιστέκεται,
εντούτοις, την προσπάθεια για να παρεμποδίσει,
βάνει φρουρό τη Μέδουσα με τη Γοργόνεια φρίκη,
προς το ρηχό το έμπα μπρος και το νερό ξερνάει
από μόνο του κάθε γεύση ουσίας ζωτικής,
όπως παλιά το ξέκοβε στου Τάνταλου τα χείλη.
Έτσι περιπλανώμενα, χαμένα, συγχισμένα
τα σμήνη τ' ανιχνευτικά, χλωμά και φρικιασμένα,
με ρίγη τουρτουρίζοντας, μάτια αποσβολωμένα,
κάναν πρώτη κατόπτευση και άνεση δεν βρήκαν
σε κλήρο αξιοθρήνητο πούχαν κληρονομήσει.
Πήγαιναν κι όλοι διάβαιναν, πότε φρικτή κοιλάδα
και ζοφερή, πότε κλαυθμών πεδίο και πετούσαν
πάνω από παγόβουνα και άλλοτε ηφαίστεια,
βράχια, σπηλιές, λίμνες, όρνιων φωλιές, έλη, τέλματα,
βάλτους, λασπότοπους, άντρα θηρών, θανάτου σκιές -
θανατερό ένα σύμπαν, που καταράστηκε ο Θεός,
λες και το δημιούργησε για το κακό το ίδιο,
το ενυπόστατο κακό – 'κει που η ζωή πεθαίνει,
που ο θάνατος διαβιεί και η Φύση εγεννοβόλα
διεστραμμένα εκτρώματα, πράγματα τερατώδη,
υπερμεγέθη φάσματα, βδελύγματα ογκώδη,
ανέκφραστα, χειρότερα απ' ό,τι μύθοι πλάσαν
ή ο φόβος εσκαρφίσθη: Γοργόνες, Ύδρες, Χίμαιρες.
Στο μεταξύ ο Σατανάς – Θεού και του ανθρώπου
ο αντικείμενος εχθρός – με πυρετώδεις σκέψεις
επακριβούς σχεδιασμού, νάτον, γοργές φτερούγες
κινά, σιμά της Κόλασης, τις πύλες, διερευνά,
την πτήση τη μοναχική που έχει αναλάβει.
Πότε ανιχνεύει τη δεξιά και πότε τη ζερβή νε
ακτή. Πότε ξυριστά μ' ίσιο φτερό τα βαθουλά.
Πότε υπερίπταται, τη φλογισμένη οροφή
την πυργωμένη υψηλά εγγίζει. Σάμπως μακριά
στα πέλαγα ξεκρίνεις στόλο αρμενίζοντα – θαρρείς
και κρέμεται απ' τα σύννεφα, που άνεμοι τον φέρνουν
του ισημερινού και Βεγγάλη παραπλέει
ή τας Μολούκας νήσους, την Τερνάτε, την Τιντόρε,
όπου τα καρυκεύματα εμπόροι μεταφέρουν
και που τα εμπορεύονται στη ρότα τους διαμέσου
του Ινδικού Ωκεανού, μέχρι το Ακρωτήρι
της Καλής ως λένε Ελπίδος και πλώρη βάζουν νύκτωρ
κατά τον Νότιο πόλο – έτσι φαντάζει από μακριά
ο υψιπέτης Δαίμων. Εντέλει, εμφανίζονται
τα σύνορα της Κόλασης, ψηλάθε τανυσμένα
προς τη φρικτή την οροφή, και τρεις φορές τριπλάσιες
της Κόλασης οι πύλες. Οι πρώτες τρεις από χαλκό,
τρεις σιδηρές κι οι άλλες τρεις 'πο γρανιτώδη βράχο,
όλως αδιαπέραστες με πυρ καταναλίσκον
σφηνοειδείς κυκλοτερώς. Προ των πυλών, δωκείθε,
τρομακτικές δυο μορφές αμφίπλευρα καθόνταν.
Η μια γυναίκας όμορφης έμοιαζε ως τη μέση.
Κατέληγε ακάθαρτη, φολιδωτή, ογκώδης,
τεράστια και οφιωτή, όφις αρματωμένος
με θανάσιμο κεντρί. Στη μέση της ολόγυρα
μπουλούκι από σκύλους, της Κόλασης λαγωνικά
αδιάλειπτα γαβγίζαν πλατύστομα σαν Κέρβεροι
θορυβωδώς με κρότο κώδωνος εκκωφαντικού.
Όταν πλαγιάζαν, έρποντας στη μήτρα της γυναίκας
φώλιαζαν κι άμα τίποτα τη λύσσα τους δεν σκούσαν,
γάβγιζαν όμως κι ούρλιαζαν αθώρητα, από μέσα.
Πολλά πιο λίγο μισητή η ερεθισμένη Σκύλλα,
λουόμενη στη θάλασσα, Καλάβρια που χωρίζει
απ' την τραχειά Σικελική ακτή της Τρινακρίας.
Πολλά πιο λίγο άσχημη η μάγισσα του σκότους,
η Εκάτη η κακάσχημη, που σύντας την καλούνε
στα κρύφια με ξόρκια κι απ' την οσμή του αίματος
βρεφών που θυσιάζουν, δελεασμένη έρχεται
καβάλα μέσω αέρος και στο χορό των μαγισσών
της Λαπωνίας χορεύει και με τις μαγγανείες τους,
σ' έκλειψη η σελήνη όσο ανατέλλει, αλλάζει.
Η άλλη μορφή – αν μορφή μπορείς να ονοματίσεις
'κείνο το τέρας, που τίποτε απάνω του, μέλος,
κάποιο άρθρο ή άρθρωση μπορούσες να διακρίνεις -
φάσμα, ειδάλλως, να κληθεί, τι με σκιανό συμμοιάζει,
για τον καθένα χωριστά, άλλος με άλλο μοιάζει:
μαύρο σα νύχτα στέκεται, σε δέκα Ερινύες
αγριωπό, τρομαχτικό σαν Κόλαση, κραδαίνει
ένα μακάβριο βέλος. Και για κεφάλι, νόμιζες,
πως έφερε στη θέση του, δεσποτική κορώνα.
Ο Σατανάς πλησίασε κι έχοντάς τον στο χέρι
το τέρας απ' τη θέση του κινήθη κατ' εκείνου,
με φρικαλέες δρασκελιές γοργά κι από τα ζάλα
τρεμούλιαξε η Κόλαση. Απτόητος ο Δαίμων,
να το θαυμάσει έκαμε παρά 'χε σκιαχτεί το.
Πάρεξ Θεού Πατρός και Υιού, κανέν εκ των πλασμάτων
ν' αξίζει δεν λογάριαζε κι όλως απαξιούσε.
Με βλέμμα περιφρόνησης, πρώτος πήρε τον λόγο:
“Τι είσαι, πούθε έρχεσαι, εκτρώματος φιγούρα,
που τόλμησες – παρ' ό,τι φάσμα φρικτό και θλιβερό,
το μούτρο σου να προβάλλεις το δύσμορφο – τον δρόμο μου
θέλοντας ν' αντικόψεις πιο πέρα, στι πέρα πύλες;
Να τις διαβώ προτίθεμαι, καλά το εννοώ δε,
νάσαι για τούτο βέβαιος και δεν θα σου ζητήσω
την άδεια. Παραμέρισε! ειδάλλως θα εισπράξεις
τα τέλη της βλακείας σου κι απόδειξη θα πάρεις,
να μάθεις να σεμνύνεσαι, ποτέ να μην τα βάζεις
με πνεύματα του Ουρανού, εσύ, Κόλασης θρέμμα.
…............

JOHN MILTON
Ο ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ 2010

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο καθηγητής Βλάκη περί της Νεοελληνικής - Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσαν μας μεγάλως. Την χωρίζουσιν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν Ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητάς της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας.
Είναι όθεν ευχάριστον διαπρεπής ξένος φιλόλογος ως ο καθηγητής Βλάκη, ανήρ ευρωπαϊκής φήμης, να λαμβάνη εν χερσί την υπεράσπισιν της γλώσσης μας, και να δεικνύη αυτήν εις τους ξένους ως αληθώς έχει και όχι ως την φαντάζονται.
Η προσωπικότης του Ιωάννου Στίουαρτ Βλάκη, του περιφανούς Σκώτου φιλολόγου, είναι τόσον γνωστή, ώστε δεν είναι ανάγκη διά μακρών να τον συστήσω εις τον αναγνώστην. Εγεννήθη εν Γλασκώβη της Σκωτίας και νεόθεν έδειξε μεγαλοφυΐαν περί τα φιλολογικά. Διέτριψεν εν πολλαίς ηπειρωτικαίς χώραις. Εις Ελλάδα ήλθε το 1853. Εξέμαθε κατά βάθος την Νεοελληνικήν και συνέγραψε περί αυτής. Είναι είς των κρατίστων ελληνιστών της συγχρόνου Αγγλίας. Τω 1852 διωρίσθη καθηγητής της Ελληνικής εν τω Πανεπιστημίω του Εδιμβούργου. Εξέδωκε πολλά συγγράμματα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Περί των άλλων του σπουδαιοτάτων έργων (οία η μετάφρασις του Φάουστ, αι περί ανατροφής πραγματείαι του) δεν θέλω γράψη, όντων εκτός του προκειμένου.
Λαβών αφορμήν εκ της μεταφράσεως του «Αμλέτου», υπό του λογίου Κερκυραίου κ. Πολυλά, ο καθηγητής Βλάκη εδημοσίευσε κατ' αυτάς εν τω αγγλικώ περιοδικώ «19ος Αιών» άρθρον περί της μεταφράσεως ταύτης και της νεοελληνικής γλώσσης. Εκ των παρατηρήσεών του επί της γλώσσης μας θα παραθέσω ολίγας ενταύθα.
Κατά τον κ. Βλάκη ο Ελληνισμός ουδέποτε υπέστη τας ισχυράς εκείνας ξενικάς επιρροάς αίτινες σχηματίζουσι νέας γλώσσας. Οι τέσσαρες αιώνες ούς το ελληνικόν έθνος διετέλεσεν υπό ξενικόν ζυγόν ήτο μικρόν διάστημα χρόνου διά τον σχηματισμόν μιας γλώσσης. Η Νορμαννική κατάκτησις της Αγγλίας έλαβεν οκτώ αιώνας διά να μορφώση την μεταγενεστέραν αγγλικήν γλώσσαν. Οι δε Νορμαννοί με όλας τας καταπιέσεις των «έφεραν μετ' αυτών στοιχεία κοινωνικής υπεροχής άτινα... επί τέλους αντεκατέστησαν την εγχώριον σαξωνικήν διάλεκτον του αγγλικού λαού διά νέας γλώσσης... Εν Ελλάδι εγένετο το εναντίον. Υπό την έποψιν αναπτύξεως ή πολιτισμού η εν Κωνσταντινουπόλει Τουρκική κυβέρνησις ουδέν στοιχείον είχε κοινωνικής υπεροχής δυνάμενον να αντιπράξη προς το μίσος όπερ φυσικώς εμπνέει ξένη διοίκησις και εξ άλλου η ταυτότης θρησκευτικού φρονήματος ήτις υπό την δικαιοδοσίαν της Ρώμης, συνέτεινεν εις την μίξιν του Σαξωνικού και Νορμαννικού στοιχείου εν Αγγλία, έλλειπεν ολοτελώς εν Ελλάδι. Απέχθεια ζωηροτάτη, έμφυτος εις τε τον Μωαμεθανισμόν και τον Χριστιανισμόν, κατέστησεν αδύνατον την συγχώνευσιν μεταξύ κατακτητών και κατακτηθέντων». Περί της Ενετικής κυριαρχίας επί διαφόρων ελληνικών χωρών ο κ. Βλάκη λέγει ότι ήτο «πάρα πολύ μερική, και πάρα πολύ μακρυνή», ώστε να δυνηθή να επενεργήση επί της γλώσσης.
Ο καθηγητής μετά ταύτα λαμβάνει εν χωρίον μεταγενεστέρου Ελλ. συγγράμματος και εξετάζει αυτό. Το χωρίον είναι από μετάφρασιν της Χαλιμάς εκδοθείσαν εν Ενετία τω 1792. Το είδος της γλώσσης έχει ως εξής· «Ευρίσκετο εις τα μέρη της Περσίας ένας πλούσιος πραγματευτής. Και είχε τούτο το προτέρημα να καταλαμβάνη ταις γλώσσαις και την ομιλίαν των ζώων. Μίαν ημέραν περιδιαβάζωντας... Ήσαν δεμένα εις ένα παχνί ένας γάϊδαρος και ένα βόϊδι κ.λπ. κ.λπ.».
«Ας διατρέξωμεν τας γραμμάς ταύτας» λέγει ο κ. Βλάκη «και ας παρατηρήσωμεν κατά πόσον η δημώδης αύτη Ελληνική της 18ης εκατονταετηρίδος διαφέρει από την Αττικήν του Ξενοφώντος· διότι αναμφιβόλως είναι ελληνική κατά πάντα, και ουχί νέα γλώσσα έχουσα την αυτήν σχέσιν προς την αρχαίαν Ελληνικήν οίαν η Ιταλική προς την Λατινικήν. Γάϊδαρος αντί όνος, και σπίτι αντί οίκος, από το Λατινικόν hospitium, είναι αι μόναι δύο καθαρώς μη κλασσικαί λέξεις εν τω όλω παραγράφω... Βόϊδι μας διδάσκει δύο πράγματα· πρώτον, ότι εν τη μεταγενεστέρα Ελληνική, ως εν τη Ιταλική, υπάρχει ροπή εις το να σφετερίζεται το υποκοριστικόν την θέσιν του απλού ονόματος, και δεύτερον, ότι η τελευταία συλλαβή, μη τονιζομένη εν ταις τοιαύταις λέξεσι, παραλείπεται, ως παιδί διά παιδίον, και χωράφι διά χωράφιον, κ.λπ. Η δευτέρα λέξις εκ της περικοπής μας, εις, δεικνύει κυριώτατον ιδιωτισμόν της ομιλουμένης Ελληνικής, ό εστί την έλλειψιν της δοτικής πτώσεως και την αντικατάστασιν του εν διά του εις εν πάση περιπτώσει εν ή διαμονή εν μέρει τινί εμφαίνεται. Η κατάχρησις αύτη ευρίσκεται και παρά τοις Σκώτοις... Ο ιδιασμός ένας αντί είς δεν είναι κατά πάσαν πιθανότητα τόσον νεωτερισμός όσον είναι η αρχαία Δωρική αρσενική κατάληξις των ονομάτων εις ...ας, ήτις φαίνεται ήτο τόσο οικεία εις το ους του λαού ώστε συνήθως ευρίσκωμεν πατέρας αντί πατήρ, βασιλέας αντί βασιλεύς και περαιτέρω εν τη περικοπή μας μετοχάς εν αις η κλασσική πληθυντική αιτιατική σχηματίζει την αρσενικήν ενικήν ονομαστικήν διά της καταλήξεως ...ας. Το οποίος διά το ος είναι ιταλισμός, il quale. Εφύλαγε εκ του φυλάγω είναι φυσική αλλαγή του φυλάσσω το γ εν ταις τοιαύταις λέξεσιν είναι ριζικόν, ενώ το σσ περιορίζεται εις τον ενεστώτα και τον παρατατικόν. Το να καταλαμβάνη είναι επιμονώτατα χαρακτηριστικόν της μεταγενεστέρας ελληνικής συντάξεως, του οποίου έχωμεν παραδείγματα εν τη Καινή Διαθήκη, Ματθ. Ε' 29, και εν τοις Βυζαντινοίς ιστορικοίς. Προέρχεται εκ της απώλειας του απαρεμφάτου ού η φυσική αναπλήρωσις είναι η υποτακτική με το ίνα, όπερ συγκόπτεται εις να... Και ουκ... χάζω είναι κοινή Ρωμαϊκή (Romaic) «λέξις, ενεργητική μορφή του κλασσικού χάζομαι». Το «χάζω» αυτό του καθηγητού είναι το τόσον σύνηθες μας «χάνω». Περί αυτού παρατηρεί ότι μετεβλήθη η έννοια του ως μετεβλήθη επίσης η έννοια του ρήματος «κάμνω» όπερ ήτο ουδέτερον παρά τοις αρχαίοις. Ο καθηγητής σημειοί ότι εν διαφόροις περιστάσεσιν «εκείνο το οποίον φαίνεται μεταγενέστερα παραφθορά είναι απλώς ποικιλία τις της κοινής ελληνικής διαλέκτου, αρχαία όσον ο Όμηρος. Δεμένα είναι παράδειγμα της παραλείψεως του περιττού αναδιπλασιασμού του παρακειμένου της μετοχής... Παχνί είναι ή παραφθορά του υποκοριστικού φάτνιον ή νεώτερος σχηματισμός εκ του πήγνυμι. Εν τω ομιλούν... ευρίσκομεν μαλακόν σχηματισμόν του αρχαίου Δωρικού τρίτου πληθυντικού προσώπου εις ...οντί, όστις εν τη μεταγενέστερα ελληνική εξώρισεν ολοτελώς τον Αττικόν ...ουσι. Εν τω ρήματι καλοτυχίζω συναντώμεν ορθόν νέον σχηματισμόν όστις υπό πάσαν έποψιν είναι άξιος να κληθή επέκτασις και πλουτισμός της γλώσσης, ουχί παραφθορά. Τοιούτου είδους νέα ρήματα είναι πολύ κοινά εν τη μεταγενέστερα Ελληνική. Εκτός του ...ίζω, αι καταλήξεις ...όνω, και ...αίνω συνειθίζονται. Το όπου είναι αλλόκοτος κατάχρησις επιρρηματικού αντί αναφορικού σχηματισμού. Εν τω ενεστώτι στέκω (το στήκω της Καινής Διαθήκης) έχωμεν νέαν μορφήν της παλαιάς ρίζης στω, πηγάζουσαν εκ της χρήσεως του κλασσικού παρακειμένου έστηκα. Η μόνη άλλη σπουδαία παρατήρησις ήτις μας μένει να κάμωμεν είναι ότι το του μετά το λέγοντας (λέγοντάς του) αντικαθιστά το τω και ότι εν γένει η συγκοπή του αυτός εις τος απαντά ακαταπαύστως εν τω μεταγενεστέρω Ελληνικώ λόγω».
Ως βλέπομεν, την προσοχήν του καθηγητού επισύρει κυρίως η δημώδης γλώσσα. Περί της καθαρευούσης δεν έρχεται εις τας αυτάς λεπτομέρειας. Διηγείται πόθεν επήγασε, και αποδίδει κυρίως την ανάπτυξιν αυτής εις την φιλοτιμίαν του ελληνικού έθνους όπερ, αποκτήσαν την ελευθερίαν, ηθέλησε να καθαρίση και να ανύψωση την γλώσσαν του. Ο κ. Βλάκη φαίνεται φίλος της καθαρευούσης, λέγει δε ότι ο μόνος τρόπος υπάρξεως διά τε την δημώδη και την καθαρεύουσαν εν Ελλάδι, είναι το σύστημα των αγγλικών βουλών των Λόρδων και των Κοινοτήτων, ήτοι, συνεργασία δι' αμοιβαίων παραχωρήσεων. Τόσον ολίγον, κατ' αυτόν η καθαρεύουσα διαφέρει από την αρχαίαν ώστε «ο λόγιος όστις είναι οικείος με τα άριστα κλασσικά Ελληνικά δύναται να περάση από τον Πολύβιον και Διόδωρον εις τον Τρικούπην (ομιλεί περί του ιστορικού), Παπαρρηγόπουλον, και άλλους της αυτής σχολής, πολύ ευκολώτερον αφ' ό,τι δύναται» ο αναγνώστης του Βύρωνος να συνειθίση το ύφος του αρχαίου Άγγλου ποιητού Τσώσερ. Και ολίγον κατόπιν προσθέτει ότι «ο αδέκαστος φιλόλογος... δεν θα δυσκολευθή να αναγνώριση εν τη μεταγενέστερα Ελληνική, όχι βάρβαρον παραφθοράν... τείνουσαν εις νέαν γλώσσαν, αλλά απλώς μίαν διαλεκτικήν τροπολογίαν οία η αρχαία Δωρική και Αιολική». Αι απώλειαι και ελλείψεις της νέας αντισταθμίζονται διά χαρίτων τινών ιδιαζουσών εις αυτήν.
Σχολιάζων την γνώμην του κ. Πολυλά ότι η δημώδης είναι πολύ κατάλληλος εις την ποίησιν, ο κ. Βλάκη γράφει τα εξής:
«Είναι δυνατόν η μάλλον καλλιεργημένη γλώσσα να ποιή, χάριν ιδιαιτέρων εκφράσεων, χρήσιν διπλών τύπων, ως εποίουν οι Αθηναίοι οίτινες μετεχειρίζοντο κοινώς την Δωρικήν εν ταις χορωδίαις, ή ως δύνανται να ποιώσιν οι Σκώτοι μεταχειριζόμενοι την μελωδικήν γλώσσαν του Βουρνς ως την καταλληλοτέραν μορφήν της Αγγλικής διά τον λυρικόν λόγον».
Οι λόγοι ούτοι με ενθυμίζουσι μίαν παρατήρησιν του Αριστοτέλους Βαλαωρίτου:
«Κατ' εμέ δεν αμφιβάλλω από τούδε ότι η γλώσσα του λαού θέλει είναι η γλώσσα της ρωμαντικής, δημοτικής, ή λυρικής ποιήσεώς μας. Πρέπει μάλιστα επισήμως να καθιερωθή εις τον σκοπόν τούτον όπως οι δυνάμενοι εισέλθωσιν αδιστάκτως εις την πορείαν ταύτην πλουτίζοντες και μορφώνοντες αυτήν. Εις την ιστορίαν των γλωσσών είναι αναντίρρητον γεγονός ότι φράσεις και λέξεις και ιδιωτισμοί αφιερώθηκαν αποκλειστικώς εις την ποίησιν. Ημείς ευτυχέστεροι των άλλων δυνάμεθα ακεραίαν διάλεκτον να μεταχειρισθώμεν επί τούτω».
Ο μέγας Βρεττανός φιλόλογος περαίνει με τινας παρατηρήσεις περί της εσφαλμένης προφοράς της ελληνικής γλώσσης εν Αγγλία· ολόκληρον δε το άρθρον του εμφαίνει ζωηροτάτην συμπάθειαν προς τε το έθνος και την φιλολογίαν μας.
Δεν είμαι εις θέσιν να κρίνω πόσην εντύπωσιν τοιούτο άρθρον προξενεί επί του όλου αγγλικού κοινού. Ότι όμως οι κόποι των πεφωτισμένων ανδρών, οίτινες σπουδάζουσι την Ελληνικήν γλώσσαν ως πρέπει να σπουδάζηται, δηλαδή, ουχί ως γλώσσα νεκρά αλλά ως ζώσα και πλήρης ακμής, ότι οι κόποι αυτών, λέγω, δεν είναι μάταιοι, λαμβάνομεν ενίοτε τρανάς αποδείξεις οία η εσχάτως δηλωθείσα απόφασις της συγκλήτου της Πανεπιστημιακής Σχολής του Λίβερπουλ να συστήση τάξιν διά την διδασκαλίαν της Νεοελληνικής, και να προσλάβη διά την τάξιν ταύτην Έλληνα διδάσκαλον.


(Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τηλέγραφος» το 1891)


Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Μουσική τέχνη, Τέχνη του Ερμή – Francoise Bonardel


Από τη μια πλευρά ο Άνθρωπος, και ειδικότερα αυτό ο μεγάλος μύστης που είναι ο Ερμής, αποτελούν τους μεσολαβητές του θεϊκού Λόγου: «Σ’ ευχαριστώ πατέρα, ενέργεια των δυνάμεων. Σ’ ευχαριστώ θεέ, δύναμη των ενεργειών μου. Ο δικός σου Λόγος μέσα από μένα σε υμνεί. Από μένα, δέξου το Παν με λόγια, ως πνευματική θυσία» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 18). Όχι μόνο όλες οι ενέργειες δημιουργίας και εμψύχωσης συνοδεύονται στο Corpus από «μυστικές επωδές» αλλά ο Ερμής επιμένει στη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στην αληθινή φιλοσοφία, τη μουσική και την αναγέννηση.
Συμβουλεύοντας το γιο του Τατ, να λατρεύει το θεϊκό λόγο, ο Ερμής του λέει: «Και μια είναι η θρησκεία του θεού: να μην είναι κάτι το κακό» (Ποιμ. ΧΙΙ, 23), για να προσθέσει αμέσως: δεν είναι κακό αυτό που εναρμονίζει μέσα του τα Στοιχεία ώσπου να διυλίσει μέσα στην και μέσα από την Νόηση. Αυτή είναι επίσης η αληθινή φιλοσοφία, ενώ η ψεύτικη δεν αποτελεί παρά διαφθορά, ανάμειξη και «κακή περιέργεια του πνεύματος» (Ασκλ. ΙΙΙ, 14), κατ’ όνομα συσχετισμένη με «την πονηρία των σοφιστών», οι οποίοι αναμειγνύουν την αληθινή φιλοσοφία «με διάφορες ακατανόητες επιστήμες, την αριθμητική, τη μουσική και τη γεωμετρία» (Ι f, 13). Ακριβώς όπως η φιλοσοφία, μπορεί λοιπόν και η μουσική να είναι αληθινή ή ψεύτικη.
Η αληθινή μουσική θεωρείται ως η υψηλότερη μορφή της Γνώσης, γιατί «αν εκπαιδευόμαστε στη μουσική, είναι μόνο για να μάθουμε να λατρεύουμε το σύνολο του σύμπαντος και με πόση τάξη τα έχει διαμοιράσει ο θεϊκός λόγος, γιατί αυτή η τάξη, κατά την οποία όλα τα ιδιαίτερα πράγματα συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο κατά κάποιο τρόπο αριστουργηματικό, αποτελεί μια άπειρη, γλυκιά και αληθινή αρμονία σε θεϊκή μουσική» (Ι f, 13). Βεβαίως ούτε η ιδέα ούτε η εικόνα δεν είναι αυτές καθεαυτές νέες.
Ωστόσο, ο Ερμητισμός διευκρινίζει την παλαιά πυθαγόρεια έννοια για αρμονία των σφαιρών. Ο ρόλος του Ερμή είναι να κάνει να αντηχήσει σωστά κάθε πράγμα, «εμπνεόμενος από το ευμενέστερο όνομα κι από το γεγονός πως η ενέργειά της ήταν σύμφωνη μ’ αυτό το όνομα» (ΚΚ. 15). Ο ερμησιανός Λόγος επιτυγχάνει λοιπόν, στο ηχητικό πεδίο, την ίδια συμφωνία με εκείνη που διακρίνει τα δημιουργήματα και την τέλεια μορφή τους στο οπτικό πεδίο. Από την άποψη αυτή ο Ερμητισμός θα ήταν μια τέχνη της σωστής έντασης, που θα βρει τη φυσική της προέκταση στην αλχημική Τέχνη (Επιστήμη της Ισορροπίας, σύμφωνα με την έκφραση του Jabir Ibn Hayyan).
Μέσα από «την αρμόζουσα ευλογία» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 16) ο Ερμής κάνει το σύμπαν να αντηχήσει, ψάλλοντας τον ύμνο της αναγέννησης:

«Έτσι λοιπόν παιδί μου, αφού σταθείς όρθιος σε χώρον ανοιχτό, στραμμένος προς τον νότιο άνεμο και την ώρα που ο ήλιο πάει να δύσει, προσκύνησε και ακόμη να κάνεις το ίδιο και την ώρα που ο ήλιος ανατέλλει, στρεφόμενος προς τον ανατολικό άνεμο. Σιωπή, λοιπόν, παιδί μου.
Όλη η φύση του κόσμου ας ακούσει τον ύμνο. Ας ανοίξει η γη, ας ανοίξουν για χάρη μου όλες οι αμπάρες της βροχής, και σεις δέντρα μη σείεστε. Πρόκειται να υμνήσω τον Κύριο της Δημιουργίας, και το Παν, και το Ένα. Ας ανοίξουν οι ουρανοί, και σεις άνεμοι σταθείτε. Ο κύκλος ο αθάνατος του θεού ας δεχθεί το λόγο μου. Γιατί πρόκειται να υμνήσω εκείνον που έκτισε τα πάντα, που κατασκεύασε τη γη και έθεσε ψηλά τον ουρανό, που δέσμευσε από τον ωκεανό το γλυκό νερό για την οικουμένη, για να χρησιμεύει στη διατροφή και τη χρήση όλων των ανθρώπων, αυτόν που πρόσταξε τη φωτιά να εμφανιστεί σε κάθε πράξη των θεών και των ανθρώπων. (…) Αυτά φωνάζει ο δικός μου άνθρωπος, διαμέσου του αέρα, της γης, του νερού, του πνεύματος, των κτισμάτων σου. Από σένα πήρα την ευλογία του Αιώνα και, κατά την επιθυμία μου, με τη δική σου θέληση οδηγήθηκα στην ανάπαυση» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 16-20).

Θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι ο ερμησιανός Λόγος, αντικαταστάτης του Λόγου του Νου, έχει ως ρόλο να ζωογονήσει τη Δημιουργία, και ακόμη να απελευθερώσει τη συμφωνία των Στοιχείων, όπως θα έκανε ένας μαέστρος. Επομένως ο ήχος της φωνής και η μυστική υμνωδία θα ανοίξουν και θα ξανακλείσουν συγχρόνως, θα ξεκλειδώσουν προκαλώντας την ακοή κι έπειτα θα ξανακρύψουν ό,τι ακούστηκε. Κι αυτό, τόσο ως προς το φυσικό σύμπαν όσο και ως προς τον μυούμενο: «Πρόσεχε παιδί μου, γιατί ακούς απόρρητα μυστήρια της γης, του ουρανού και όλου του ενδιάμεσου ιερού πνεύματος» (Απ. Στοβαίου ΧΧV, II). Επίσης, τα Στοιχεία, γενικώς θορυβώδη, προσκαλούνται να σιωπήσουν, ώστε να δεχθούν καλύτερα τη φωνή του Ενός του Παντός.
Ότι ο ερμησιανός Λόγος δεν είναι ανθρώπινος λόγος και δεν επιδιώκει να επιδείξει τη δύναμή του μόνο, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο «να πει» είναι περισσότερο η πράξη προβολής, με την οποία δημιουργείται ένας χώρος αντήχησης, που συγκρίνεται μ’ εκείνον χάρη στον οποίον αντανακλώνται αμοιβαία το αισθητό και το μη αισθητό, υποστηριζόμενα από το βλέμμα του μυούμενου, που εδώ έγινε θρησκευτική ακοή. Αυτή είναι αναμφίβολα η βαθύτερη έννοια του μυητικού μυστικού, που στην πραγματικότητα αποτελεί επαγρύπνηση σε ένα μυστήριο. Αν υπάρχει κάθαρση, τότε αυτή συνίσταται λιγότερο στη γνώση φύλαξης ενός μυστικού παρά στην προετοιμασία, προστασία και φύλαξη του χώρου αυτής της αποκάλυψης, απόκρυψης.
Το Corpus Hermeticum προσφέρει έτσι, μέσα από μια πραγματεία, από ένα λόγο, από μια επωδή σε άλλη, ένα παράδειγμα αυτής της αλυσίδας των μυστών, που θα συνεχίσει την ερμητική παράδοση: από τον Νου στον Ποίμανδρη, από τον Ποίμανδρη στον Ερμή, από τον Ερμή στον Τατ, από την Ίσιδα στον Ώρο… πρόκειται πάντα γι’ αυτόν το θεϊκό Λόγο που πνευματοποιεί τη Δημιουργία με τη μεσολάβηση εκείνων που είναι οι «ποιμένες». Γεγονός που επέτρεψε στον A.D. Nock να σημειώσει ότι «τα μόνα ερμητικά μυστήρια είναι τα ‘μυστήρια του Λόγου’, που δεν συνεπάγονται ούτε εξαγνισμό, ούτε τελετουργίες καθαρμού από το αμάρτημα, ούτε ακόμη της πρακτικές αυτές που προορίζονται να προκαλέσουν μια θεϊκή επιφάνεια». (1)


______________________________
1.Preface au Polmandres σ. VI. Η επιφάνεια (εμφάνιση, λάμψη) είναι η ορατή εκδήλωση του ουρανού.


FRANCOISE BONARDEL
Ο ΕΡΜΗΤΙΣΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Α. ΣΤΕΦΑΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – Μ. ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ 1994

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ – ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Οἱ ἄνθρωποι νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα. Ἔτσι κανένας δὲ θά ῾θελε νὰ ὑποθέσει πὼς ἕνα καύκαλο μέσα στὴν ὀστεοθήκη του εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔτρεμε καθόλου τὸ χέρι τοῦ παράξενου ποιητῆ ὅταν ἦρθε μία μέρα νὰ ταράξει τὸν ὕπνο τῶν αἰώνων ποὺ κοιμόμουν μέσα στὸ μαῦρο μου κασονάκι, ὄξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ νεκροταφείου.
Τὶς δυὸ μικρὲς σπηλιὲς στὴ βάση τοῦ μετώπου μου - στὴ ζωὴ τ᾿ ὄνομά τους ἦταν γλυκὸ σὰν τὸ φῶς - τὶς γιόμιζε ἡ νύχτα τοῦ ἀσυνείδητου. Κάποια ἀράχνη ἐσάλευε ἀπάνω στὸ μηλίγγι μου κ᾿ εἶχε γίνει τὸ ὄνειρό μου. Ξυπνώντας ἔξαφνα, ἔνοιωσα νὰ μὲ σηκώνουν. Σίγουρα θὰ ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ χωνευτηρίου, ἐσκέφτηκα. Μὲ τὸ δίκιο τους θὰ κουράστηκαν οἱ δικοί μου νὰ πληρώνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ μισὸ νοῖκι ποὺ ἐξασφάλιζε τὴ θέση μου στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτό. Μ᾿ ἐτύλιξαν σὲ μίαν ἐφημερίδα, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ λίγην ὥρα ἐβρέθηκα στὸ τραπέζι τῆς μελέτης τοῦ ποιητῆ μου, ἀπάνω σ᾿ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔτυχε νά ῾ναι κάτι εὔθυμα τραγούδια ἀγάπης.
Στὴν ἀρχὴ μ᾿ ἄφησαν ἥσυχο νὰ κοιτάζω ὅ,τι μποροῦσε νὰ χωρέσει στὸ στενό του κύκλο τὸ βλέμμα μου, ποὺ δὲν ἦταν βέβαια βολετὸ νὰ τὸ διευθύνω ὅπου ἤθελα. Ἀντίκρυ μου ἄσπριζε τὸ κρεβάτι. Οἱ θύμησές μου ὁλοένα ἐζωήρευαν μὲ τὸ νὰ τὸ βλέπω. Τώρα θυμόμουν καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Δὲν ἦταν τὸ κρεβάτι τῆς τελευταίας μου ἀρρώστειας. Γιατί τὸ ξεκουραστικὸ κρεβάτι τοῦ θανάτου δὲν τὸ θυμᾶται ἕνα καύκαλο σὰν ἐμένα παρὰ μόνο γιὰ νὰ νοσταλγήσει τὴ ζωή. Θυμόμουν, ὅμως, καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Ὕστερα ἐπέρασε θαμπὸ ἀπὸ τὴ μνήμη μου κάτι ἄλλο... Δὲν μπόρεσα νὰ ξεχωρίσω τί. Πάει τόσος καιρὸς ἀπὸ τότε...
Ἐκοίταζα τὸ ἡμερολόγιο στὸν τοῖχο γιὰ νὰ ἰδῶ πόσα χρόνια ἐβάστηξε ὁ ὕπνος μου, ὅταν ἔνιωσα ἀπὸ τὸ θόρυβο πὼς κάποιος ἐμπῆκε στὴν κάμαρα. Ἦταν ἕνας φίλος τοῦ ἀπαγωγέα μου. Ἦρθε καὶ στάθηκε μπροστά μου. Ὁ ποιητὴς μ᾿ ἔδειξε λέγοντας: «Νὰ σοῦ συστήσω τὸν κύριο...», κ᾿ εἶπε τ᾿ ὄνομά μου, ποὺ τό᾿ χε διαβάσει στὴν ὀστεοθήκη. Ὁ ἄλλος ὑποκλίθηκε χωρικά, ἔβγαλε τὸ καπέλο του καὶ μοῦ τὸ φόρεσε. Ἄναψε κ᾿ ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ σφήνωσε στὰ δόντια μου. Ὕστερα ἀρχίσανε νὰ γελᾶνε. Ἐγὼ τοὺς ἐκοίταζα σοβαρά, ὅπως ταιριάζει, σ᾿ ὅσους ἔζησαν τὴ ζωή, νὰ κοιτοῦνε αὐτοὺς ποὺ θὰ τὴ ζήσουν. Δὲ μὲ πείραζε καθόλου ἕνα τέτοιο φέρσιμο, μόνε συλλογιζόμουνα τί ἁπλοϊκοὶ πού ῾ναι οἱ ἄνθρωποι νὰ νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα καὶ νὰ μὴ θέλουνε ποτὲ νὰ παραδεχτοῦνε πὼς ἕνα καύκαλο μπορεῖ νά ῾ναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά.
Δυὸ ὁλόκληρες ὧρες ἀναγκάστηκα νὰ τοὺς ἀκούω. Τὰ λόγια τους θὰ μοῦ ῾φέρναν πικρὸ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη. Μιλούσανε γιὰ τὶς γυναῖκες τους, γιὰ τὰ βιβλία τους, γιὰ κάθε τί, σὰ νὰ μὴν ἦταν τὸ κρανίο ἑνὸς ἀνθρώπου ὅμοιου μ᾿ αὐτοὺς ἡ μπάλα ἐκείνη τῆς φρίκης ποὺ τὴ ἤξεραν τόσο κοντά τους.
Ἐφύγανε.
Ἀργά, μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐγύρισε μονάχος ὁ ποιητής. Δὲν ξέρω γιατί ἔνιωσα κάτι σὰν ἕνα αἴσθημα ὑπεροχῆς νὰ μὲ κυριεύει. Καθὼς ἄναβε ἡ λάμπα, τὸ χέρι του δὲν ἦταν ὅμοια σταθερὸ ὅπως ὅταν ἄνοιγε τὸ μαῦρο μου κουτί, στὸ νεκροταφεῖο. Τὸ φῶς, πέφτοντας λοξὰ ἀπάνω μου, μοῦ ῾δωσε μίαν ὄψη παράξενα ζωντανή. Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὴν ἔκφραση τοῦ φίλου μου αὐτό. Μὲ πῆρε στὰ χέρι του. Ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Θὰ μὲ πετοῦσε στὸ δρόμο, ἂν δὲν ἐκάρφωνα πιὸ μαῦρο καὶ πιὸ βαθὺ τὸ βλέμμα μου στὸ μεταξὺ τῶν ματιῶν του. Μ᾿ ἄφησε στὸ πεζοῦλι τοῦ παραθύρου κ᾿ ἔκλεισε. Ὅλη τὴ νύχτα τὸν ἄκουγα νὰ στριφογυρίζει στὸ κρεβάτι. Ἂν ἐκοιμήθηκε, θά ῾κάνε πολὺ ταραγμένο ὕπνο.
Τὸ πρωὶ βρέθηκα μέσα στὴν ὀστεοθήκη μου. Χωρὶς ἄλλο θὰ μ᾿ ἔφερε στὴ θέση μου ὁ ἴδιος ἐκεῖνος τύπος μὲ τὰ παράξενα γοῦστα. Τώρα ἀκουμπῶ τὸ σαγόνι μου στοχαστικὰ στὸ κόκκαλο τοῦ χεριοῦ καὶ σκέφτομαι τὴν περιπέτειά μου. Μοῦ φαίνεται πὼς βλέπω ἀκόμα τὸ βιβλίο μὲ τὰ εὔθυμα ἐρωτικὰ τραγούδια καὶ τὸ ἡμερολόγιο μὲ τὴν τραγικὰ προχωρημένη ἡμερομηνία. Περσότερο ὅμως συλλογιέμαι τὸ κρεβάτι. Τὸ κρεβάτι μ᾿ ἔκαμε νὰ μισοθυμηθῶ μιὰ μικρὴ ἱστορία ποὺ ἐνόμιζα πὼς εἶχα κατορθώσει νὰ ξεχάσω ὁλότελα.




Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΑΞΗ – FOSTER BAILEY


«Ας ανοικοδομηθεί ο Ναός του Κυρίου», φώναξε ο μεγάλος έβδομος άγγελος. Τότε οι επτά μεγάλοι Γιοι του Θεού κινήθηκαν με καθορισμένο βήμα και κατέλαβαν τις θέσεις τους στο Βορρά, το Νότο, τη Δύση και την Ανατολή. Το έργο της οικοδόμησης είχε αρχίσει.
Οι θύρες ήταν κλειστές και στεγασμένες, τα Φώτα έλαμπαν αμυδρά. Ο χρόνος δεν είχε έλθει ακόμη για την εκπόρευση του Φωτός. Ο Λόγος δεν μπορούσε να εκφωνηθεί. Βασίλευε μόνον η σιωπή. Μεταξύ των επτά Μορφών το έργο συνεχιζόταν και μια σιωπηλή κλήση περνούσε από τον ένα στον άλλο. Όμως, η θύρα του Ναού παρέμενε κλειστή... Καθώς περνούσε ο Χρόνος, ακούστηκαν έξω από τη θύρα του Ναού οι ήχοι της ζωής. Η θύρα άνοιξε κι έκλεισε. Κάθε φορά που άνοιγε, ένας μικρότερος Γιος του Θεού εισερχόταν και το Φως του Ναού αύξανε. Κάθε φορά το Φως γινόταν πιο δυνατό. Με αυτόν τον τρόπο, ένας-ένας, οι γιοι των ανθρώπων μπήκαν στο Ναό. Διήλθαν από το Βορρά προς το Νότο και από τη Δύση προς την Ανατολή και στο κέντρο, στην Καρδιά, βρήκαν φως κατανόηση και δύναμη για εργασία. Μπήκαν από τη θύρα, πέρασαν μπροστά από τους επτά, ανασήκωσαν το πέπλο του ναού και εισήλθαν στο Φως.
Ο Ναός αυξήθηκε σε κάλλος. Οι γραμμές, οι τοίχοι, το εύρος, το βάθος και το ύψος του, αργά-αργά αναδύθηκαν στο φως της ημέρας.
Από την Ανατολή ήλθε ο λόγος: «Ανοίξτε τη θύρα σε όλους τους γιους των ανθρώπων, οι οποίοι έρχονται από τις σκοτεινές κοιλάδες και ας αναζητήσουν το Ναό του Κυρίου. Δώστε τους το Φως. Αποκαλύψτε το εσώτερο ιερό και με την εργασία όλων των Οικοδόμων του Κυρίου, αυξήστε το ναό και ακτινοβολήστε τους κόσμους. Ηχήστε τον Δημιουργικό Λόγο και ανυψώστε τους νεκρούς στη Ζωή».
Με αυτόν τον τρόπο ο Ναός του Φωτός θα μεταφερθεί από τον Ουρανό στη Γη, οι τοίχοι του θα υψωθούν επάνω στις κοιλάδες της γης, το φως θα αποκαλύψει και θα θρέψει όλα τα όνειρα των ανθρώπων.
Τότε θα ξυπνήσει ο Κύριος της Ανατολής αυτούς που κοιμούνται. Τότε ο Φύλακας της Δύσης θα δοκιμάσει όλους τους αναζητητές του Φωτός. Ο Φύλακας του Νότου θα καθοδηγήσει και θα βοηθήσει τους τυφλούς και θα παραμείνει ορθάνοιχτη η πύλη του Βορρά, επειδή εκεί στέκει ο αόρατος Κύριος, με χέρι που καλοδέχεται και καρδιά που κατανοεί, προκειμένου να οδηγήσει τον υποψήφιο στην Ανατολή, εκεί όπου λάμπει το αληθινό Φως...
«Γιατί, όμως, αυτό το άνοιγμα των θυρών του Ναού», ρώτησε η μεγαλύτερη επτάδα, τους καθήμενους Τρεις.
«Επειδή ο Χρόνος ωρίμασε και οι Τεχνίτες είναι έτοιμοι. Ο Θεός δημιούργησε το Φως και τώρα οι Γιοι Του μπορούν να δημιουργήσουν. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο για να γίνει».
«Αυτό ας είναι το ελάχιστο», ήρθε η απάντηση από τη μεγαλύτερη επτάδα στους καθήμενους Τρεις.
«Η εργασία μπορεί τώρα να προχωρήσει. Ας αφεθούν όλοι οι γιοι της γης να εργασθούν».



FOSTER BAILEY
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1999

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

«Πρωτόγονη» Διανόηση και «Πολιτισμένος» Νους – Claude Levi-Strauss


Ο τρόπος σκέψης των λαών που συνήθως, αλλά και λανθασμένα, ονομάζουμε «πρωτόγονους» – ας τους περιγράψουμε καλύτερα σαν λαούς «χωρίς γραφή», γιατί νομίζω πως αυτός είναι ο παράγοντας που τους διακρίνει από εμάς – έχει ερμηνευθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους, που και οι δύο κατά τη γνώμη μου είναι εξίσου λανθασμένοι. Ο πρώτος τρόπος ήταν εκείνος που θεώρησε ένα τέτοιο τρόπο σκέψης σαν μια χονδροειδέστερης ποιότητας σκέψη, και στη σύγχρονη ανθρωπολογία το παράδειγμα που μου έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι το έργο του Malinowski. Πρέπει αμέσως να πω ότι διατηρώ γι' αυτόν τον μεγαλύτερο σεβασμό και τον θεωρώ ένα πολύ μεγάλο ανθρωπολόγο, και δεν περιφρονώ καθόλου τη συμβολή του. Αλλά παρόλα αυτά υπήρχε στον Malinowski το αίσθημα πως η σκέψη των λαών που μελετούσε – και, μιλώντας γενικά, η σκέψη όλων των λαών που δεν έχουν γραφή και οι οποίοι αποτελούν το θέμα της ανθρωπολογίας – καθοριζόταν, η και καθορίζεται, από τις βασικές ανάγκες της ζωής. Αν γνωρίζετε πως ένας λαός, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, καθορίζεται από τις στοιχειώδεις ανάγκες της επιβίωσης – την εξασφάλιση των μέσων συντήρησης, την ικανοποίηση των σεξουαλικών ορμών και ούτω καθεξής – τότε μπορείτε να εξηγήσετε τους κοινωνικούς θεσμούς αυτού του λαού, τις πίστεις του, τη μυθολογία του, και όλα τα σχετικά. Αυτή η πολύ διαδεδομένη αντίληψη στην ανθρωπολογία τοποθετείται κάτω από το όνομα του φονξιοναλισμού (λειτουργισμού).
Ο άλλος τρόπος ερμηνείας δεν θεωρεί τόσο πολύ τη σκέψη των λαών εκείνων ένα κατώτερο είδος σκέψης, αλλά ένα θεμελιώδες διαφορετικό είδος σκέψης. Παράδειγμα αυτής της προσέγγισης αποτελεί το έργο του Levy-Bruhl, ο οποίος θεώρησε πως η βασική διαφορά ανάμεσα στην «πρωτόγονη» σκέψη – βάζω πάντα τη λέξη «πρωτόγονος» μέσα σε εισαγωγικά – και στη σύγχρονη σκέψη είναι ότι η πρώτη καθορίζεται εντελώς από συγκινησιακές και μυστικές παραστάσεις. Έτσι, ενώ του Malikowski η αντίληψη βασίζεται στη λειτουργικότητα, η άλλη αντίληψη βασίζεται στη συγκίνηση και το συναίσθημα. Και αυτό που εγώ προσπάθησα να τονίσω είναι πως στην πραγματικότητα η σκέψη των λαών που δεν έχουν γραφή είναι, ή μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι, από το ένα μέρος ανιδιοτελής – και αυτό αποτελεί μια διαφορά σε σχέση με την αντίληψη του Malikowski – και, από το άλλο μέρος, διανοητική – πράγμα που αποτελεί μια διαφορά σε σχέση με την άποψη του Levy-Bruhl.
Αυτό που προσπάθησα να δείξω στον Τοτεμισμό σήμερα και την Άγρια Σκέψη είναι ότι εκείνοι οι λαοί που συνήθως τους θεωρούμε δέσμιους της ανάγκης να μη πεινάσουν και να εξακολουθούν να μπορούν να επιβιώνουν μέσα σε πολύ σκληρές συνθήκες, αυτοί οι λαοί είναι απόλυτα ικανοί να σκεφτούν ανιδιοτελώς. Παρακινήθηκαν, δηλαδή, από μια ανάγκη ή επιθυμία να κατανοήσουν τον κόσμο που τους περιέβαλλε, τη φύση και την κοινωνία τους. Από την άλλη μεριά, για να πετύχουν αυτόν το σκοπό, ακολουθούν διαδικασίες και χρησιμοποιούν μέσα νοητικά, ακριβώς όπως ένας φιλόσοφος, ή ακόμη, μέχρι ένα βαθμό, ένας επιστήμονας θα χρησιμοποιούσαν. Αυτή είναι η βασική μου υπόθεση.
Θα ήθελα να διαλύσω μια παρεξήγηση τώρα αμέσως. Λέγοντας ότι ένας τρόπος του σκέπτεσθαι είναι ανιδιοτελής και διανοητικός, δεν εννοώ καθόλου ότι ισοδυναμεί με το επιστημονικό σκέπτεσθαι. Φυσικά παραμένει διαφορετικός γιατι ό σκοπός του είναι να πετύχει με τα συντομότερα δυνατά μέσα μια γενική κατανόηση του σύμπαντος – και όχι μόνο μια γενική, αλλά μια ολική κατανόηση. Είναι, δηλαδή, ένας τρόπος του σκέπτεσθαι που αναγκαστικά συνεπάγεται ότι εάν δεν κατανοούμε τα πάντα τότε δεν εξηγούμε τίποτε. Είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που κάνει το επιστημονικό σκέπτεσθαι που προχωρά βήμα προς βήμα προσπαθώντας να δώσει εξηγήσεις για πολύ περιορισμένα φαινόμενα, και μετά συνεχίζοντας με άλλα είδη φαινομένων, και ούτω καθεξής. Όπως έχει πει ήδη ο Ντεκάρτ, το επιστημονικό σκέπτεσθαι είχε ως σκοπό να διαιρέσει τη δυσκολία σε τόσο πολλά μέρη όσο ήταν απαραίτητο για να βρεθεί η λύση.
Έτσι, αυτή η φιλοδοξία του πρωτόγονου νου για το ολοκληρωτικό είναι εντελώς διαφορετική από τις διαδικασίες του επιστημονικού σκέπτεσθαι. Φυσικά, η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός, ότι αυτή η φιλοδοξία δεν πραγματοποιείται. Γινόμαστε ικανοί μέσω του επιστημονικού σκέπτεσθαι να πετύχουμε μια κυριαρχία πάνω στη φύση – δεν χρειάζεται να επιμείνω σ' αυτό το σημείο, είναι αρκετά προφανές – ενώ αντίθετα ο μύθος δεν κατορθώνει να δώσει στον άνθρωπο περισσότερη υλική δύναμη πάνω στο περιβάλλον. Εντούτοις δίνει στον άνθρωπο, και τούτο είναι σημαντικό, την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να κατανοήσει το σύμπαν και ότι πράγματι το κατανοεί. Πρόκειται, φυσικά, μόνο για μια ψευδαίσθηση.
Θα 'πρεπε, όμως, να σημειώσουμε ότι ως επιστήμονες χρησιμοποιούμε ένα πολύ περιορισμένο ποσό της διανοητικής μας δύναμης. Χρησιμοποιούμε ό,τι απαιτείται από το επάγγελμά μας, την απασχόλησή μας, ή την ειδική κατάσταση στην οποία έχουμε εμπλακεί σε μαι δεδομένη στιγμή. Έτσι, εάν κάποιος εμπλακεί επί είκοσι και περισσότερα χρόνια στον τρόπο που οι μύθοι και τα συγγενικά συστήματα λειτουργούν, τότε χρησιμοποιεί αυτό το μέρος της νοητικής του δύναμης. Αλλά δεν μπορούμε να ζητάμε καθένας από εμάς να δείχνει ενδιαφέρον για τα ίδια ακριβώς πράγματα. Έτσι, καθένας από εμάς χρησιμοποιεί ένα ορισμένο ποσό της νοητικής του δύναμης ανάλογα και με αυτό το οποίο χρειάζεται ή τον ενδιαφέρει.
Σήμερα χρησιμοποιούμε και λιγότερη και περισσότερη από τη διανοητική μας ικανότητα από ό,τι κάναμε στο παρελθόν. Και δεν πρόκειται, επίσης, ακριβώς για το ίδιο είδος διανοητικής ικανότητας. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούμε σε σημαντικό βαθμό λιγότερο μέρος από τις αισθητηριακές μας αντιλήψεις. Όταν έγραφα την πρώτη μορφή των Μυθολογικών, αντιμετώπισα ένα πρόβλημα που για μένα ήταν εξαιρετικά μυστηριώδες. Φαίνεται ότι υπήρξε μια συγκεκριμένη φυλή που μπορούσε να δει τον πλανήτη Αφροδίτη με το φως της μέρας, κάτι που για μένα θα ήταν εντελώς αδύνατο και απίστευτο. Ρώτησα του επαγγελματίες αστρονόμους. Μου απάντησαν, φυσικά, ότι δεν είναι δυνατό, αλλά, όμως, όταν ξέρουμε την ποσότητα του φωτός που εκπέμπεται από την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν μας φαίνεται ακατανόητο που μερικοί άνθρωποι μπορούσαν κάτι τέτοιο. Αργότερα κοίταξα σε παλιές πραγματείες περί ναυσιπλοΐας που ανήκουν στον δικό μας πολιτισμό και όχι στην περιοχή της «πρωτόγονης» σκέψης, και από κει μέσα φαίνεται ότι ναυτικοί εκείνων των καιρών μπορούσαν με τέλειο τρόπο να δουν τον πλανήτη μέσα σε πλήρες φως της μέρας. Πιθανώς θα μπορούσαμε και εμείς επίσης να το καταφέρουμε αν είχαμε εξασκημένο μάτι.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τη γνώση μας για τα φυτά ή τα ζώα. Λαοί που δεν έχουν αναπτύξει τη γραφή κατέχουν μαι φανταστικά ακριβή γνώση του περιβάλλοντός τους και των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών. Όλες αυτές τις ιδιότητες τις έχουμε χάσει, αλλά δεν τις έχουμε χάσει για το τίποτα. Τώρα, για παράδειγμα, είμαστε ικανοί να οδηγούμε αυτοκίνητο χωρίς να συγκρουόμαστε κάθε στιγμή, ή είμαστε ικανοί το βράδυ ν' ανοίξουμε την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Αυτό συνεπάγεται μιαν εξάσκηση των διανοητικών ικανοτήτων που οι «πρωτόγονοι» δεν διαθέτουν γιατί δεν την χρειάζονται. Νομίζω πως, με τις δυνατότητες που έχουν, θα μπορούσαν να αλλάξουν την ποιότητα του νου τους, αλλά αυτό δεν θα τους χρειαζόταν για το είδος της ζωής που έκαναν και τη σχέση που είχαν με τη φύση. Δεν μπορούμε να αναπτύξουμε όλες τις διανοητικές ικανότητες που ανήκουν στο ανθρώπινο είδος μονομιάς. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μόνο ένα τμήμα, και αυτό το τμήμα ποικίλλει ανάλογα με τον πολιτισμό.
Είναι πιθανώς ένα από τα πολλά συμπεράσματα της ανθρωπολογικής έρευνας ότι παρ' όλες τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του ανθρωπίνου είδους, ο ανθρώπινος νους είναι παντού ένας και ο αυτός και διαθέτει τις ίδιες ικανότητες. Αυτό νομίζω είναι κοινά αποδεκτό.
Δεν νομίζω ότι οι πολιτισμοί προσπάθησαν συστηματικά ή μεθοδικά να διαφοροποιηθούν ο ένας από τον άλλον. Το γεγονός είναι ότι για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι δεν ήταν πολυάριθμοι πάνω στη γη. Μικρές ομάδες ζούσαν σε απομόνωση, έτσι ώστε ήταν φυσικό να αναπτύξουν δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και να διαφοροποιηθούν μεταξύ τους. Αυτό δεν ήταν ο σκοπός τους. Ήταν μάλλον το απλό αποτέλεσμα των συνθηκών που επικρατούσαν για ένα εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τώρα, δεν θα 'θελα να νομίσετε ότι τούτο είναι αυτό καθαυτό επιζήμιο και ότι αυτές οι διαφορές θα έπρεπε να εξαφανιστούν. Γεγονός, βέβαια, είναι ότι οι διαφορές είναι εξαιρετικά γόνιμες. Ακριβώς μέσω της διαφοράς είναι που η πρόοδος έχει επιτελεστεί. Αυτό που μας απειλεί ακριβώς τώρα είναι πιθανώς αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε υπερεπικοινωνία – δηλαδή η τάση να γνωρίζουμε σε ένα σημείο του κόσμου με ακρίβεια τι συμβαίνει σε όλα τα άλλα μέρη του κόσμου. Ένας πολιτισμός για να αποκτήσει ιδιαιτερότητα και να δημιουργήσει κάτι, πρέπει αυτός και οι φορείς του να πειστούν για την πρωτοτυπία τους κι ακόμα, μέχρι ένα βαθμό, για την υπεροχή τους πάνω στους άλλους. Αλλ' όμως κάτω από συνθήκες υποεπικοινωνίας είναι που ένας πολιτισμός μπορεί να δημιουργήσει οτιδήποτε. Σήμερα απειλούμαστε από την προοπτική να γίνουμε μόνο καταναλωτές, ικανοί να καταναλώνουμε οτιδήποτε από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου και από οποιονδήποτε πολιτισμό, χάνοντας όμως κάθε πρωτοτυπία.

Μπορούμε εύκολα τώρα να φανταστούμε μια εποχή που θα υπάρξει μόνο ένας τεχνικός και πνευματικός πολιτισμός πάνω σε ολόκληρη την επιφάνεια της γης. Εγώ δεν πιστεύω ότι αυτό θα συμβεί, γιατί υπάρχουν πάντα σε λειτουργία αντιθετικές τάσεις – από τη μια προς την ομοιογένεια κι από την άλλη προς νέες διακρίσεις. Όσο περισσότερο ένας πολιτισμός γίνεται ομοιογενής, τόσο πιο πολύ γίνονται εμφανείς εσωτερικές τάσεις διαχωρισμού και ό,τι κερδίζεται στο ένα επίπεδο χάνεται αμέσως στο άλλο. Αυτό αποτελεί μια προσωπική γνώμη, με το νόημα ότι δεν έχω καμιά σαφή απόδειξη για τη λειτουργία αυτής της διαλεκτικής. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως η ανθρωπότητα μπορεί πραγματικά να ζήσει χωρίς κάποια εσωτερική ανομοιότητα.

Ας εξετάσουμε τώρα ένα μύθο από τον δυτικό Καναδά με θέμα το σαλάχι που προσπαθεί να δαμάσει ή να εξουσιάσει τον Νότιο Άνεμο και που το κατορθώνει. Είναι μια ιστορία για μια εποχή που προηγήθηκε της εμφάνισης του ανθρώπου πάνω στη γη, δηλαδή για μια εποχή κατά την οποία ζώα και άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν διακρίνονταν. Τα ζωντανά πλάσματα ήταν μισοανθρώπινα και μισοζωώδη. Όλα ήταν φοβερά ενοχλημένα από τους ανέμους, επειδή οι άνεμοι, και ειδικά οι δυσμενείς άνεμοι, φυσούσαν όλο τον καιρό, κάνοντας γι' αυτά αδύνατο το ψάρεμα και το μάζεμα των οστρακόδερμων στις ακτές. Έτσι, αποφάσισαν πως έπρεπε να πολεμίσουν τους ανέμους και να τους αναγκάσουν να φέρονται περισσότερο κόσμια. Έγινε μια εκστρατεία στην οποία διάφορα ανθρωπόζωα ή ζωοάνθρωποι έλαβαν μέρος, ανάμεσα στα οποία και το σαλάχι που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη σύλληψη του Νότιου Άνεμου. Ο Νότιος Άνεμος ελευθερώθηκε μόνο αφού υποσχέθηκε να μη φυσά όλο τον καιρό, αλλά μονάχα πότε-πότε, ή σε ορισμένες περιόδους. Από τότε μόνο σε ορισμένες περιόδους του έτους, ή μια μέρα από τις δύο, φυσά ο Νότιος Άνεμος. Και κατά το υπόλοιπο διάστημα οι άνθρωποι μπορούν να αφοσιωθούν στις δραστηριότητές τους.
Η ιστορία αυτή, φυσικά, δεν συνέβη ποτέ. Αλλά αυτό που πρέπει να κάνουμε δεν είναι να ικανοποιηθούμε με την ιδέα πως αυτό είναι καθαρά παράλογο ή πως είναι μόνο ένα φαντασιωτικό πλάσμα του μυαλού μέσα σε ένα είδος παραληρήματος. Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα και να θέσουμε στον εαυτό μας τα ερωτήματα: γιατί το σαλάχι και γιατί ο Νότιος Άνεμος;
Αν παρατηρήσετε με πολλή προσοχή το μυθικό υλικό ακριβώς έτσι όπως έχει παρουσιαστεί, τότε θα διακρίνετε πως το σαλάχι ενεργεί χάρη σε κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία είναι δύο ειδών. Το πρώτο είναι πως το σαλάχι είναι ένα ψάρι όπως όλα τα επίπεδα ψάρια, λείο από κάτω και αδρό στη ράχη. Και η άλλη ικανότητα, που του επιτρέπει να διαφεύγει με πολλή επιτυχία όταν πρέπει να αντιμετωπίσει άλλα ζώα, είναι πως το σαλάχι φαίνεται πολύ πλατύ όταν το βλέπουμε από πάνω ή από κάτω, και εξαιρετικά λεπτό όταν το βλέπουμε από το πλάι. Κάποιος που το κυνηγά ίσως νομίζει πως είναι πολύ εύκολο να ρίξει ένα βέλος και να σκοτώσει ένα σαλάχι επειδή είναι τόσο πλατύ. Αλλά μόλις το βέλος κατευθυνθεί προς αυτό, το σαλάχι μπορεί ξαφνικά να στραφεί ή να γλυστρήσει και να δείξει μόνο την πλάγια όψη του που, φυσικά, είναι αδύνατο να την σκοπεύσει κανείς. Και με αυτό τον τρόπο διαφεύγει. Έτσι, ο λόγος που έχει επιλεγεί σε αυτόν το μύθο το σαλάχι είναι γιατί αυτό αποτελεί ένα ζώο που, θεωρημένο είτε από τη μια είτε από την άλλη άποψη, είναι ικανό να δίνει – ας το πούμε με τους όρους της κυβερνητικής – μόνο μια «ναι» και μια «όχι» απάντηση. Είναι ικανό για δύο καταστάσεις που είναι ασυνεχείς, και η μια είναι θετική, και η άλλη είναι αρνητική. Η λειτουργία που έχει το σαλάχι μέσα στο μύθο είναι – αν και, φυσικά, δεν θα ήθελα να επεκτείνω υπερβολικά την παρομοίωση – όμοια με των στοιχείων στους σύγχρονους υπολογιστές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να λύσουν πολύ δύσκολα προβλήματα αθροίζοντας μια σειρά από «ναι» και «όχι» απαντήσεις.
Ενώ, λοιπόν, είναι φανερά λανθασμένο και αδύνατο από εμπειρική άποψη ένα ψάρι να μπορεί να τα βάλει με έναν άνεμο, από μια λογική άποψη μπορούμε να καταλάβουμε γιατί εικόνες δανεισμένες από την εμπειρία είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν με ένα τέτοιο τρόπο. Αυτή είναι η πρωτοτυπία της μυθικής σκέψης – να παίζει το ρόλο της εννοιακής σκέψης: ένα ζώο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως αυτό που θα αποκαλούσα δυαδικός τελεστής*, μπορεί να έχει, από μια λογική άποψη, μια σχέση με ένα πρόβλημα που είναι επίσης πρόβλημα δυαδικό. Αν ο νότιος άνεμος φυσά κάθε μέρα του έτους, τότε η ζωή είναι αδύνατη για τον άνθρωπο. Αλλά αν φυσά κάθε δεύτερη μέρα – «ναι» ή μια μέρα, «όχι» η άλλη μέρα, και ούτω καθεξής – τότε γίνεται δυνατό ένα είδος συμβιβασμού ανάμεσα στις ανάγκες του ανθρώπου και στις συνθήκες που επικρατούν στο φυσικό κόσμο.
Έτσι, από μια λογική άποψη, υπάρχει μια συγγένεια ανάμεσα σε ένα ζώο σαν το σαλάχι και στο είδος του προβλήματος που ο μύθος προσπαθεί να λύσει. Η ιστορία αυτή δεν είναι αληθής από επιστημονική άποψη, αλλά θα μπορούσαμε να καταλάβουμε αυτή την ιδιότητα του μύθου μόνο σε μια εποχή που η κυβερνητική και οι υπολογιστές έκαναν την εμφάνισή τους στον κόσμο της επιστήμης και μας έδωσαν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τις δυαδικές λειτουργίες που είχαν ήδη τεθεί σε χρήση με ένα πολύ διαφορετικό τρόπο σε σχέση με συγκεκριμένα αντικείμενα ή όντα από τη μυθική σκέψη. Σύμφωνα με αυτά δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ένα είδος διάστασης ανάμεσα στη μυθολογία και στην επιστήμη. Είναι η παρούσα κατάσταση της επιστημονικής σκέψης αυτή που μας δίνει την ικανότητα να κατανοήσουμε τι υπάρχει μέσα σε αυτό το μύθο και που στεκόμασταν μπροστά του εντελώς τυφλοί πριν εξοικειωθούμε με την ιδέα των δυαδικών λειτουργιών.
Δεν θα ήθελα, να νομίσετε πως βάζω την επιστημονική εξήγηση στην ίδια θέση με τη μυθική εξήγηση. Αυτό που θα έλεγα είναι πως το μεγαλείο και η υπεροχή της επιστημονικής εξήγησης δεν βρίσκεται μόνο στις πρακτικού και διανοητικού χαρακτήρα επιτεύξεις της επιστήμης, αλλά, στην πραγματικότητα – γεγονός άλλωστε του οποίου όλο και πιο πολύ γινόμαστε μάρτυρες – βρίσκεται στο ότι η επιστήμη γίνεται ικανή να εξηγήσει όχι μόνο την ίδια την εγκυρότητά της αλλά επίσης και ό,τι υπήρξε μέχρις ενός βαθμού έγκυρο στη μυθολογική σκέψη. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το γεγονός πως όλο και περισσότερο ενδιαφερόμαστε για την ποιοτική άποψη, και πως η επιστήμη, που είχε μια καθαρά ποσοτική προοπτική από τον δέκατο έβδομο μέχρι τον δέκατο ένατο αιώνα, αρχίζει να ενσωματώνει και τις ποιοτικές απόψεις της πραγματικότητας. Αυτό, αναμφίβολα, θα μας κάνει ικανούς να κατανοήσουμε πολλά στοιχεία που υπάρχουν στη μυθολογική σκέψη και που στο παρελθόν είχαμε την τάση να τα διαγράφουμε με την αιτιολογία πως δεν είχαν νόημα ή πως ήταν παράλογα. Αυτή η νέα τάση της επιστήμης θα μας οδηγήσει στην πίστη πως ανάμεσα στη ζωή και στη σκέψη δεν υπάρχει το απόλυτο χάσμα που είχε γίνει δεκτό σαν γεγονός από τον φιλοσοφικό δυισμό του δέκατου έβδομου αιώνα. Αν φτάσουμε στο σημείο να πιστέψουμε πως ό,τι λαμβάνει χώρα μέσα στον νου μας δεν είναι κάτι ουσιωδώς και θεμελιωδώς διαφορετικό από το βασικό φαινόμενο της ίδιας της ζωής, και αν μετά οδηγηθούμε στο αίσθημα πως δεν υπάρχει εκείνου του είδους το χάσμα, που είναι αδύνατο να γεφυρωθεί, ανάμεσα στον άνθρωπο από το ένα μέρος και σε όλα τα άλλα ζωντανά πλάσματα – όχι μόνο ζώα, αλλά επίσης και φυτά – από το άλλο, τότε ίσως θα επιτύχουμε πολύ περισσότερη σοφία, από όση νομίζουμε πως είμαστε ικανοί να αποκτήσουμε.


______________
*όρος των μαθηματικών


Claude Levi-Strauss
ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ 1986

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΟΣ – ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ


Ο Αριστοτέλης παρέθεσε τέσσερα επιχειρήματα, με τα οποία ο Ζήνων Ελεάτης επιδίωξε να ανασκευάσει την καθιερωμένη άποψη για την κίνηση, θεωρώντας ότι η εικόνα την οποία έχομε για την κίνηση των όντων – ότι ορισμένως, είναι δυνατόν ένα ον να μετακινηθεί από ένα σημείο στο χώρο σε κάποιο άλλο σημείο ή ότι ένα ον μπορεί να κινηθεί ταχύτερα από κάποιο άλλο ον – δεν ισχύει στην πραγματικότητα και ότι, ως εκ τούτου, η αντίληψη που έχομε για την κίνηση δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Τα τέσσερα αυτά επιχειρήματα ή παράδοξα του Ζήνωνος, όπως έχει καθιερωθεί να λέγονται, είναι: το στάδιο ή η διχοτομία, ο Αχιλλεύς, το βέλος και τα κινούμενα ίσα σώματα. Ας υποθέσομε, σύμφωνα με το παράδοξο του σταδίου ή της διχοτομίας, ότι ένας δρομέας ξεκινάει για να φθάσει στο τέλος της διαδρομής του. Τούτο, όμως, λογικά δεν θα μπορέσει να το επιτύχει ποτέ. Διότι: για να διατρέξει την εν λόγω απόσταση, πρέπει προηγουμένως να περάσει από το μέσο της, να διατρέξει δηλαδή το ½ της συνολικής απόστασης. Για να φθάσει, όμως, στο ½ της συνολικής απόστασης που θέλει να διατρέξει, θα πρέπει να περάσει από το ½ του ημίσεος, ήτοι να διατρέξει το ¼ της συνολικής απόστασης. Αλλά για να διατρέξει το ¼, θα πρέπει προηγουμένως να διατρέξει το 1/8 της συνολικής απόστασης, και πριν από το 1/8 θα πρέπει να διατρέξει το 1/16, και πριν από το 1/16 να διατρέξει το 1/32, κ.ο.κ, επ' άπειρον, δεδομένου ότι μια απόσταση και, γενικότερα, ο χώρος, κατά τον Ζήνωνα, μπορεί να διαιρείται συνεχώς, χωρίς τελειωμό. Μπορούμε να φανταστούμε το δρομέα σε μια κατάσταση συνεχούς ετοιμότητας, όπου, κάθε φορά που πάει να διατρέξει ένα τμήμα της απόστασης, αναστέλλει την απόφασή του να διατρέξει το τμήμα αυτό μπροστά στην ιδέα ότι προηγουμένως θα πρέπει να διατρέξει το ήμισυ του τμήματος αυτού κ.ο.κ.. Ας υποθέσομε, σύμφωνα με το καλούμενο παράδοξο του Αχιλλέως, ότι ο ταχύπους Αχιλλεύς και μια χελώνα, το πιο βραδυκίνητο ζώο, συμφωνούν να τρέξουν σε αγώνα δρόμου υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ξεκινήσουν από το ίδιο σημείο, αλλά ότι η χελώνα θα προηγηθεί του Αχιλλέα. Όλοι έχομε τη βεβαιότητα ότι νικητής του αγώνα αυτού θα είναι ο Αχιλλέας. Λογικά, όμως, κατά το Ζήνωνα, δεν θα συμβεί αυτό. Είναι αδύνατον να ξεπεράσει ο Αχιλλέας τη χελώνα εφόσον: πρώτον, η απόσταση χωρίζεται σε τμήματα και δεύτερον, δεν μπορεί να διατρέξει κανείς ένα τμήμα χωρίς να διατρέξει το αμέσως προηγούμενό του τμήμα. Μπορούμε να φανταστούμε, περαιτέρω, ότι η απόσταση που έχουν συμφωνήσει να διατρέξουν ο Αχιλλέας και η χελώνα χωρίζεται στα τμήματα α, β, γ, δ, ε, … ω και ότι για την κάλυψη του κάθε τμήματος απαιτείται ένας ορισμένος χρόνος – χ^1, χ^2, χ^3 …. Ας υποθέσομε, λοιπόν, ότι, ξεκινώντας τον αγώνα δρόμου, κατά το χρόνο χ ο Αχιλλέας βρίσκεται στο τμήμα α και η χελώνα στο τμήμα β. Κατά το χρόνο χ^1 η χελώνα θα έχει μετακινηθεί στο τμήμα γ και ο Αχιλλέας στο τμήμα β, κατά το χρόνο χ^2 η χελώνα θα έχει μετατοπιστεί στο τμήμα δ και ο Αχιλλέας στο τμήμα γ. Έτσι, σε κάθε χρονικό διάστημα, που θα διαρρέει, ο μεν Αχιλλέας θα καλύπτει το διάστημα στο οποίο βρίσκεται η χελώνα, η δε χελώνα θα έχει ήδη μετακινηθεί στο επόμενο τμήμα. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο αγώνας δρόμου θα λήξει με προπορευόμενη πάντοτε τη χελώνα. Ας υποθέσουμε σύμφωνα με το παράδοξο του βέλους, έναν τοξότη ο οποίος ρίχνει με το τόξο του ένα βέλος. Καθένας μας έχει την εντύπωση ότι το βέλος, διαγράφοντας την τροχιά του στον αέρα, κινείται. Είναι γεγονός, όμως, ότι το βέλος έχει ένα ορισμένο μήκος και καταλαμβάνει ορισμένη έκταση στο χώρο ανάλογη προς το μήκος του και, ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς την εντύπωση που έχομε όλοι μας, δεν κινείται. Ας υποθέσομε, τέλος, σύμφωνα με το παράδοξο των κινούμενων ίσων σωμάτων,ότι έχομε τρεις ίσων διαστάσεων κύβους, των οποίων η κάθε πλευρά έχει μήκος μ, και ότι ο ένας κύβος βρίσκεται κάτω από τον άλλο σε ευθεία γραμμή. Ο κύβος Β μένει σταθερά ακίνητος. Ο κύβος Α κινείται προς τα δεξιά του Β καλύπτοντας την ίδια απόσταση μ σε ίσο χρόνο χ. Μπορούμε, τότε, να σκεφθούμε ότι σε σχέση με τον κύβο Γ ο κύβος Α κάλυψε την απόσταση μ σε διπλάσιο χρόνο χ από όσο χρειάστηκε να καλύψει την ίδια απόσταση σε σχέση με τον κύβο Β. Έτσι, παρουσιάζεται το παράδοξο ένας δεδομένος χρόνος να ισούται με το διπλάσιό του χρόνο.


ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ
ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2004