.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αλεξανδρινοί Bασιλείς - Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



Μαζεύθηκαν οι Aλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Aλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

Ο Aλέξανδρος— τον είπαν βασιλέα
της Aρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος— τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Aυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Aλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Aλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Aλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)·
κ’ οι Aλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα—
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες. 

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Η μαγεμένη αντίδραση Belousov-Zhabotinsky – PETER COVENEY & ROGER HIGHFIELD


Η αντίδραση Belousov-Zhabotinsky έχει μια ιστορία τόσο παράξενη όσο και το όνομά της. Ο Art Winfree, ένας από τους εξέχοντες αμερικανούς ειδικούς επί της αντίδρασης, περιγράφει πως ο Boris Pavlovitch Belousov πραγματοποίησε το αποφασιστικής σημασίας έργο του πάνω σ' αυτή τη χημική αντίδραση ενώ ήταν επικεφαλής του εργαστηρίου βιοφυσικής που υπαγόταν στο σοβιετικό Υπουργείο Υγείας, στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Κατά τη διάρκεια των ερευνών του παρασκεύασε ένα παράξενο χημικό μείγμα που να μοιάζει στον κύκλο του Krebs, ώστε να ρίξει λίγο φως σε κάποιες όψεις του. Ο εν λόγω κύκλος αποτελεί μια κρίσιμη μεταβολική οδό, μέσω της οποίας τα ζωντανά κύτταρα αποσυνθέτουν οργανικές τροφές παράγοντας ενέργεια (με τη μορφή μορίων που ονομάζονται τριφωσφορική αδενοσίνη, ΑΤΡ) και αέριο διοξείδιο του άνθρακα.
Η καρικατούρα του κύκλου του Krebs που έφτιαξε ο Belousov περιλάμβανε κιτρικό οξύ που περιέχεται στον κύκλο. Περιείχε επίσης βρωμικό κάλιο, για να μιμηθεί το βιολογικό ισοδύναμο της καύσης του κιτρικού οξέος (οξείδωση), θειικό οξύ, και έναν καταλύτη από ιόντα δημητρίου, που πίστευε ότι θα είχαν την προσήκουσα ομοιότητα με τον λειτουργικό σκοπό πολλών ενζύμων (πολλά ένζυμα έχουν συχνά ένα φορτισμένο άτομο μετάλλου στην «ενεργητική πλευρά» τους, όπου διεκπεραιώνονται οι χημικές αντιδράσεις). Προς μεγάλη του έκπληξη, το διάλυμα άρχισε να έχει περιοδικές διακυμάνσεις ανάμεσα σε μια άχρωμη εμφάνιση και μια κίτρινη απόχρωση – που αντιστοιχούσε σε δύο διαφορετικές μορφές του φορτισμένου ιόντος δημητρίου – με κανονικότητα ρολογιού. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι κατά τη διάρκεια της διερεύνησης που ακολούθησε, παρατήρησε επίσης το σχηματισμό μορφωμάτων στο χώρο. Έτσι ο Belousov μας έδωσ την πρώτη αληθινή χημική αντίδραση που υποστήριζε την ιδέα της αυτοοργάνωσης, μέσα από δίδυμες μη αντιστρεπτές διαδικασίες αντίδρασης και διάχυσης, (όπως είχε προβλέψει θεωρητικά ο Turing περίπου τον ίδιο καιρό). Ο Winfree έγραψε πρόσφατα: «Η αντίδραση δεν έμοιαζε με τίποτε από όσα προβλέφθηκαν στα τριάντα χρόνια που αφιερώθηκαν στο ζήτημα από θεωρητικούς χημικούς και βιολόγους».
Το δυστύχημα για τον Belousov ήταν ότι η αντίδραση ήταν τόσο ιδιόμορφη, ώστε είχε μεγάλο πρόβλημα να πείσει την επιστημονική καθεστηκυία τάξη πως ήταν αληθινή. Το 1951 απορρίφθηκε ένα άρθρο του για τη δουλειά του αυτή. Ο εκδότης του περιοδικού είπε ότι η «υποτιθέμενη επιτευχθείσα ανακάλυψη» ήταν μάλλον αδύνατη. Έξι χρόνια αργότερα ο Belousov υπέβαλε προς δημοσίευση μια περιεκτικότερη ανάλυση αλλά ο εκδότης του πρότεινε να δημοσιεύσει μόνο μια βάρβαρα κομμένη εκδοχή της, με τη μορφή σύντομης ανακοίνωσης. Το έργο του Belousov δημοσιεύτηκε τελικά σαν μια σκοτεινή ανακοίνωση στα πρακτικά ενός συμποσίου ακτινολογικής ιατρικής. Ήταν δύο σελίδες που είχαν τοποθετηθεί πριν από κάποια άλλη δημοσίευσή του.
Η επιστημονική καθεστηκυία τάξη ήταν τόσο αποβλακωμένη με την απλοϊκή ερμηνεία του Δεύτερου Νόμου – η τάξη που ομοιόμορφα αποσυντίθεται σε αταξία – ώστε ουδείς ήταν προετοιμασμένος να δεχτεί τις αναφορές του Belousov για την αυθόρμητη εμφάνιση αυτοοργανωνόμενων χαρακτηριστικών σε ένα χημικό σύστημα. Πίστευαν πως ο Δεύτερος Νόμος λέει ότι μια χημική αντίδραση οδεύει πάντοτε προς την εκφυλισμένη ισορροπία. Ένα χημικό ρολόι που μεταλλάσσει ανάμεσα σε δύο χρώματα συνεπάγεται ότι η αντίδραση επιστρέφει κατά κάποιον τρόπο στον εαυτό της, μια παρωδία του Δεύτερου Νόμου. (Στην πραγματικότητα ο Belousov δεν ήταν ο πρώτος που έπεσε θύμα αυτής της παρερμηνείας. Η ανακάλυψη μιας περιοδικά κυμαινόμενης χημικής αντίδρασης κατά τη μετατροπή του υπεροξειδίου του υδρογόνου σε νερός από τον William Bray του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ, το 1921, απορρίφθηκε ως τέχνασμα οφειλόμενο στις αδυναμίες της πειραματικής διαδικασίας).
Το πραγματικό ενδιαφέρον για την αντίδραση εμφανίστηκε μόνο όταν ο Anatoly Zhabotinsky μελέτησε την ταλαντούμενη συνταγή του Belousov. Στην αρχή το ενδιαφέρον ήταν μικρό, επειδή περιοριζόταν πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα». Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, όταν ήταν επί πτυχίω φοιτητής της βιοχημείας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, ο Zhabotinsky άλλαξε με μια σειρά τρόπους τη βασική αντίδραση του Belousov. Αντικατέστησε για παράδειγμα το ιόν του δημητρίου με αντιδραστήριο σιδήρου, το οποίο έδωσε μια πολύ πιο καθαρή αλλαγή του χρώματος από κόκκινο σε μπλε. Έτσι κατάφερε τελικά να αιχμαλωτίσει τη φαντασία των συντηρητικών συναδέλφων του. Με τη μελέτη αυτού του εκπληκτικού συστήματος άρχισαν να ασχολούνται και άλλοι. Τα τελευταία είκοσι χρόνια η μελέτη των αυτοοργανωνόμενων χημικών αντιδράσεων αναπτύχθηκε και έγινε ένα μοντέρνο πεδίο έρευνας. Πιστοποιητικά για τη σημασία του έργου ήρθαν το 1979 από επιστήμονες απ' όλο τον κόσμο, και ένα χρόνο μετά οι Belousov και Zhabotinsky τιμήθηκαν με το βραβείο Λένιν, μαζί με τους Valentin Israelovitch Krinsky, Gernik Ivanitsky και Albert Zaikin. Δυστυχώς ο Belousov πέθανε το 1970, πριν από την καθυστερημένη διεθνή αναγνώριση της δημιουργικής συνεισφοράς του.

Η ανακάλυψη του Belousov και οι πολλές παραλλαγές που αναπτύχθηκαν στη συνέχεια έχουν γίνει γνωστές ως αντίδραση Belousov-Zhabontinsky (BZ). Η παρασκευή της είναι απλή και μπορεί να της έχει κανείς εμπιστοσύνη (ο επίδοξος πειραματικός πρέπει να συμβουλευτεί την εργασία του Winfree που παρατίθεται στη βιβλιογραφία αυτού του κεφαλαίου, αν θέλει κάποιες οδηγίες). Μ' αυτό το φαινομενικά μαγικό μείγμα μπορούν να συνδεθούν κάθε είδους όμορφα φαινόμενα. Μια επιλογή μαυρόασπρων εικόνων δείχνει την αντίδραση ΒΖ, καθώς εξελίσσεται.
Η χημεία αυτής της σημαντικής και πολύπλοκης αντίδρασης μελετήθηκε σε βάθος από πολλούς επιστήμονες και ολόκληρα βιβλία αφιερώθηκαν σ' αυτήν. Πιστεύεται ότι στη συνολική αντίδραση συμμετέχουν περίπου τριάντα διακριτά χημικά είδη, συμπεριλαμβανομένων των ενδιαμέσων σύντομης διάρκειας που λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στους διαφόρους αλληλένδετους κύκλους χημικών αντιδράσεων. Όλα τούτα τα διατύπωσε περιληπτικά μια ομάδα του Πανεπιστημίου του Όρεγκον (οι Richard Field, Endre Koros και Richard Noyes), σε ένα μηχανισμό χημικής αντίδρασης, με ένδεκα στάδια, κάτι αρκετά πιο πολύπλοκο από τα τέσσερα βήματα του Brusselator. Αν ερευνήσει κανείς τα ένδεκα στάδια θα μπορέσει να βρει μια διαδικασία όπου μια χημική ουσία επηρεάζει την ίδια την παραγωγή της. Έτσι έχουμε αυτοκατάλυση, το βασικό συστατικό στοιχείο της ανάδρασης και της μη γραμμικότητας. Από την πληθώρα των πολύπλοκων ενδιαμέσων, η ομάδα του Όρεγκον πρότεινε ένα αρκετά απλοποιημένο αλλά σημαντικό μοντέλο που περικλείει πέντε διαφορετικά βήματα, το οποίο η επιστημονική κοινότητα το βάφτισε «Oregonator». Το μοντέλο του Oregonator είναι μια θεωρητική αναπαράσταση της κατάστασης πραγμάτων στην εξελισσόμενη αντίδραση ΒΖ: είναι σε θέση να περιγράψει από πολλές σκοπιές τη συμπεριφορά των πειραματικών λύσεων τύπου ρολογιού, όπως τους ελκυστές οριακού κύκλου οι οποίοι δημιουργούν τις χημικές περιοδικές διακυμάνσεις.
Αν κάποιος επιμένει να κατακερματίζει τη γνώση, τότε θα έπρεπε μάλλον να πει ότι η μαγεμένη αντίδραση ΒΖ βρίσκεται στην περιοχή της χημικής επιστήμης που είναι γνωστή ως «ανόργανη» χημεία. Η λεπτομερής κατανόηση της αντίδρασης αποτέλεσε αντικείμενο έμπνευσης για τους χημικούς ώστε να ελέγξουν ακόμα περισσότερο τον ανόργανο κόσμο. Για παράδειγμα, ο Thomas Briggs και ο Warren Rauscher του Galileo High School Lux Laboratory ανακάλυψαν περιοδικές διακυμάνσεις σε μείγματα υπεροξειδίου του υδρογόνου, μηλονικού οξέος, ιωδικού καλίου, θειικού μαγγανίου και υπερχλωρικού οξέος τα οποία μεταλλάσσουν περιοδικά από μπλε σε κίτρινο χρώμα. Ο αριθμός τέτοιων περιοδικών αντιδράσεων αυξάνεται διαρκώς, και μάλιστα οι γενικές αρχές που τις διέπουν είναι πλέον αρκετά κατανοητές. Εν συνεχεία εμφανίστηκαν και άλλα μοντέλα τέτοιων χημικών ρολογιών – υπάρχει ένα «μοντέλο Κ» (Κ από το Κυότο), ένα «Iuator» που προέρχεται από το Indiana University oscillator (ταλαντωτής του Πανεπιστημίου της Ιντιάνα) και ένα «Bubbleator», ένα μοντέλο το οποίο περιγράφει μια χημική αντίδραση που παράγει κύματα από αεριούχο αφρό.
Μια ουσιαστική πλευρά της αντίδρασης ΒΖ είναι η αποκαλούμενη «διεγερσιμότητα» - υπό την επίδραση διεγερτών, αναπτύσσονται μορφώματα εκεί όπου αλλιώς θα υπήρχε ένα απολύτων παθητικό διάμεσο. Μερικές αντιδράσεις τύπου ρολογιού, όπως οι αντιδράσεις Briggs-Rauscher και ΒΖ που χρησιμοποιούν ως καταλύτη τη χημική ουσία διπυριδικό ρουθήνιο, είναι δυνατό να διεγερθούν σε δραστηριότητα αυτοοργάνωσης με την επίδραση του φωτός. Η ιδιότητα της διεγερσιμότητας, η οποία δείχνει με ποιο τρόπο μπορεί να εξωθηθεί σε δράση η αντίδραση ΒΖ, ήταν σχεδόν άγνωστη στον Turing, ακόμα και σήμερα δε οι θεωρητικοί συχνά την παραβλέπουν. Πράγματι, η διεγερσιμότητα παραμένει μια κάπως θολά ορισμένη έννοια.
Οι λεπτές αποχρώσεις της αντίδρασης ΒΖ παραμένουν αντικείμενο μελέτης των μαθηματικών, των φυσικών και των βιολόγων. Και υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι' αυτό. Γιατί, όπως σύντομα θα αρχίσουμε να διακρίνουμε, δεν είναι δυνατό να παραβλέψουμε τη σχέση της αντίδρασης με μεγάλο τμήμα της οργάνωσης του ζώντος κόσμου με την οποία είμαστε εξοικειωμένοι. Τα σπειροειδή κύματα που σχηματίζονται σε χημικά ρολόγια έχουν κάτι παραπάνω από μια φευγαλέα ομοιότητα με εκείνα που σχηματίζονται στις καρδιακές προσβολές, τους πρωτόγονους βλενομύκητες (βλ. τη σειρά των μαυρόασπρων εικόνων), τους σπειροειδείς γαλαξίες και τους τυφώνες. Πράγματι, ο Winfree διατείνεται το εξής: «Μολονότι [η αντίδραση ΒΖ] στερείται κάποιου πράγματος σαν το γενετικό σύστημα, μέσω του οποίου θα μπορούσε να υποστεί μεταλλάξεις και να εξελιχθεί, έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν ενδιαφέροντα τα ζωντανά συστήματα: τον χημικό μεταβολισμό (οξύδωση οργανικών οξέων σε διοξείδιο του άνθρακα), την αυτοοργανωνόμενη δομή, τη ρυθμική δραστηριότητα, τη δυναμική ευστάθεια μέσα σε κάποια όρια, τη μη αντιστρεπτή διάλυση πέρα απ' αυτά τα όρια, και μια φυσιολογική διάρκεια ζωής». Η μελέτη των χημικών ρολογιών, λοιπόν, βοήθησε, με την πραγματική έννοια, να εμφυσηθεί ζωή στην ανόργανη χημεία, ένα ζήτημα που η κατανόησή του συχνά περνούσε επικίνδυνα σε δεύτερη μοίρα, ενώ κυριαρχούσε αυτό που για τον χημικό είναι το ισοδύναμο της συλλογής γραμματοσήμων – η συσσώρευση τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων.
Τα ανόργανα αυτοοργανωνόμενα συστήματα αποτελούνται από ορισμένα απλά χημικά είδη. Η πραγματική χημεία όμως είναι κάπως τυχαία – υπάρχουν πολύ λίγες ιδιαιτερότητες, επειδή τα μόρια που περιφέρονται μέσα στη «σούπα» ενδέχεται να αντιδρούν όλα μεταξύ τους σε κάποιο βαθμό. Όπως θα δούμε, οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν την τάση να βρίσκονται στο άλλο άκρο του φάσματος των δυνατοτήτων. Εκεί η (βιο)χημεία είναι και πολύπλοκη και καλά συντονισμένη: κάθε αντίδραση είναι εξαιρετικά ειδική και προχωρεί με εκπληκτική αποδοτικότητα. Οι Prigogine και Stengers παρατήρησαν: «Είναι απίθανο να πρόκειται για ατύχημα. Εδώ συναντάμε ένα αρχικό στοιχείο που σημαδεύει τη διαφορά ανάμεσα σε φυσική και βιολογία. Τα βιολογικά συστήματα έχουν παρελθόν. Τα μόρια που τα συνιστούν είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης. Επελέγησαν για να συμμετάσχουν στους αυτοκαταλυτικούς μηχανισμούς, για να δημιουργήσουν πολύ ειδικές μορφές αυτοοργάνωσης». Πρόκειται για χημεία με στόχους. Είναι το θαύμα της ζωής.



PETER COVENEY & ROGER HIGHFIELD
ΤΟ ΒΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΣΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟ 1991

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Η ΚΟΣΜΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΘΙΒΕΤΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ


Η Βουδιστική κοσμογραφία, όπως την καταλαβαίνουν οι Λάμας και όπως αναφέρεται συνεχώς στο κείμενό μας, ιδιαίτερα σε σχέσι με το Δόγμα της Επαναγεννήσεως, είναι ένα τεράστιο και πολύπλοκο θέμα. Η εξέτασίς του εδώ σε λεπτομέρεια θα συνεπάγετο την εξωτερική και την εσωτερική ερμηνεία ενός τεράστιου πλήθους διδασκαλιών και δογμάτων, πιο πολύ Βραχμανικής προελεύσεως, που αφορούν τις πολλές καταστάσεις της αισθητής υπάρξεως μέσα στη Σανγκάρα, ή τους κόσμους – άλλοτε πλανητικούς όπως ο δικός μας, άλλοτε ουράνιους και παραδοσιακούς και άλλοτε τις πολυάριθμες καταστάσεις του καθαρμού, που ονομάζονται κολάσεις. Γενικά μπορεί κανείς να πη ότι, όταν οι Βουδδιστικές και Βραχμανικές Διδασκαλίες, γύρω από την κοσμογραφία, εξετασθούν από τη σκοπιά του Μεμυημένου Ανατολίτη και όχι από την προκατειλημμένη θέσι του Χριστιανού φιλόλογου, δείχνουν μια γνώσι βαθειά, κληρονομημένη από αρχαίες εποχές. Γνώσι αστρονομίας, σχήματος και κινήσεων των πλανητικών σωμάτων, της ερμηνείας των κόσμωνκαι των συστημάτων των κόσμων, των στερεών και ορατών, αλλά και των αιθερικών και αοράτων, που υπάρχουν σ' εκείνο, που μπορούμε ίσως να ονομάσουμε τέταρτη διάστασι του διαστήματος.
Αν εξηγήσουμε εσωτερικά το όρος Μερού (Θιβ: Ρι-ραμπ), το κεντρικό βουνό της Ινδουιστικής και Βουδιστικής κοσμογραφίας, όπου γύρω του κλείνεται ο κόσμος μέσα σε επτά ομόκεντρους κύκλους ωκεανών, χωρισμένων από επτά παρεμβαίνοντες κύκλους χρυσών βουνών, θα πούμε ότι είναι ο ομφαλός του κόσμου, το στήριγμα όλων των κοσμων. Μπορούμε ίσως να το θεωρήσουμε σαν το Κεντρικό Ήλιο της Δυτικής Αστρονομίας, σαν το κέντρο της έλξεως του γνωστού σύμπαντος. Έξω από τους επτά κύκλους των ωκεανών και από τους παρεμβαίνοντες κύκλους των χρυσών βουνών, βρίσκεται ο κύκλος των ηπείρων.
Μπορούμε, για παράδειγμα, να πάρουμε ένα κρεμμύδι, με δεκαπέντε στρώματα, σαν πρόχειρη εικόνα της Λαμαϊστικής αντιλήψεως για το σύμπαν μας. Το κέντρο, όπου συνέχονται και τα δεκαπέντε στρώματα, είναι το όρος Μερού. Κάτω είναι οι διάφορες κολάσεις. Επάνω, στηριζόμενοι από το Μερού, είναι οι ουρανοί των Θεών, οι πιο αισθησιαρχικοί, όπως οι 33 ουρανοί που κυβερνά ο Ίντρα και οι ουρανοί του Μάρα τοποθετημένοι, σύμφωνα με την κανονική τους ιεραρχία, κάτω από τους λιγώτερο αισθησιαρχικούς ουρανούς του Βράχμα. Στην κορυφή, επάνω απ' όλους, βρίσκεται ο τελικός ουρανός, «ο Υπέρτατος» (Θιβ: Ογκ-μιν). Σαν το τελευταίο σύνορο του σύμπαντός μας, σαν προθάλαμος για τη Νιρβάνα, ο Ογκ-μιν, είναι μια μεταβατική κατάστασις, που οδηγεί από το γήινο στο υπερκόσμιο. Γι' αυτό κι επάνω του υπερίπταται η θεία επήρεια του «Καλίστου Πάντων» (Θιβ: Κουντού-ζαγκ-πο, Σανσκρ: Σαμάντα-Μπάντρα) της Λαμαϊκής προσωποποιήσεως της Νιρβάνα.
Στο ίδιο επίπεδο με το βασίλειο του Ίντρα κατοικούν στο δικό τους ουράνιο κόσμο οι οκτώ Θεές μητέρες (Θιβ: Χλάμο), οι οποίες εμφανίζονται όλες στο κείμενό μας. Είναι οι Θεές Μητέρες των αρχαίων Ινδών, που στα Σανσκριτικά ονομάζονται Μάτρις.
Μέσα στο ίδιο το Μερού, επάνω στο οποίο ακουμπά ο Ουρανός, υπάρχουν τέσσερα βασίλεια το ένα επάνω στο άλλο. Απ' αυτά, τα τρία κατώτερα κατοικούνται από διάφορες τάξεις μικρών πνευμάτων και στο τέταρτο, ακριβώς καω από τον Ουρανό, από τον οποίο διώχτηκαν για την αλαζονεία τους – όπως οι πεπτωκότες άγγελοι της Χριστιανικής παραδόσεως – κατοικούν τα «Άθεα Πνεύματα», οι Ασούρας (Θιβ: Λα-μα-γιν) ή οι Τιτάνες, που σαν επαναστάτες, ζουν και πεθαίνουν, κάνοντας πόλεμο ασταμάτητο με τους θεούς επάνω.
Το πιο εσωτερικό στρώμα του κρεμμυδιού είναι ο Ωκεανός, που περιβάλλει το Όρος Μερού. Το επόμενο στρώμα, που επεκτείνεται προς τα έξω είναι τα Χρυσά Βουνά. Το επόμενο είναι πάλι ένας Ωκεανός, κι έτσι ένας κύκλος Χρυσών Βουνών έρχεται πάντα αμέσως μετά έναν κύκλο Ωκεανών, μέχρι το δέκατο πέμπτο στρώμα, που περιέχει τον εξωτερικό Ωκεανό μέσα στον οποίο πλέουν οι Ήπειροι και οι δορυφόροι τους. Το φλούδι του κρεμμυδιού είναι ένας τοίχος από σίδερο που περικλείει το ένα σύμπαν.
Πέρα από ένα τέτοιο σύμπαν κείται ένα άλλο και ούτω καθ' εξής, μέχρι το άπειρο(1). Κάθε σύμπαν, σαν ένα μέγα κοσμικόν ωόν, περικλείεται μέσα σ' ένα κέλυφος – τοίχο από σίδερο, που κλείνει μέσα του το φως του ήλιου, της σελήνης και των άστρων, αφήνοντας το σιδερένιο κέλυφος, συμβολικά, σε αιώνιο σκοτάδι, που χωρίζει το ένα σύμπαν από το άλλο. Όλα τα σύμπαντα βρίσκονται όμοια κάτω από την κυριαρχία του φυσικού νόμου, με τον οποίο το Κάρμα είναι συχνά συνώνυμο. Για τη Βουδδιστική άποψι, δεν υπάρχει επιστημονική αναγκαιότης να επιβεβαιώσει κανείς ή ν' αρνηθή την ύπαρξι ενός υπερτάτου Θεού – Δημιουργού, καθώς ο νόμος του Κάρμα παρέχει μια πλήρη εξήγησι για όλα τα φαινόμενα και είναι αφ' εαυτού αποδεκτός.
Κάθε σύμπαν, σαν το δικό μας, ακουμπά επάνω σε «στημόνι και νήμα» γαλάζιου αέρα (δηλ. αιθέρα), που συμβολίζεται από διασταυρωμένα ντορζέ. Επάνω σε αυτό κείται το «σώμα των υδάτων» του εξωτερικού Ωκεανού. Κάθε Ωκεανός συμβολίζει μια κατάστασι αιθέρα και κάθε παρεμβαλλόμενο βουνό μια κατάστασι συμπυκνωμένου αιθέρα, δηλαδή υλικής ουσίας. Από αποκρυφυστικής πλευράς, οι Ωκεανοί είναι το Λεπτό και τα Βουνά το Βαρύ, εναλλασσόμενα σαν αντίθετα.
Σαν τις Επτά Ημέρες της Μωυσαϊκής Δημιουργίας, οι αριθμητικές διαστάσεις, που αποδίδουν οι Λάμας στο Σύμπαν μας, πρέπει να θεωρούνται σαν συμβολικές και όχι πραγματικές. Το Μερού έχει 80.000 μίλια ύψος επάνω από τον Κεντρικό Μαγεμένο Ωκεανό κι εκτείνεται κάτω από την επιφάνεια των νερών άλλο τόσο, καθώς ο ίδιος ο Κεντρικός Ωκεανός είναι 80.000 μίλια βαθύς και 80.000 μίλια πλατύς. Η επόμενη σειρά των Χρυσών Βουνών έχει το μισό ύψος, το μισό βάθος και πλάτος και αντίστοιχα ο Ωκεανός της είναι 40.000 μίλια βαθύς και 40.000 μίλια πλατύς. Οι επάλληλοι κύκλοι των εναλλασσομένων ζευγών, που το καθένα αποτελείται από μια σειρά Χρυσών Βουνών κι ένα Μαγεμένο Ωκεανό, σταδιακά μειώνονται σε ύψος, πλάτος και βάθος, γινόμενοι αντίστοιχα 20.000, 10.000, 5.000, 2.500. 1.250 και 625 μίλια. Έτσι, φτάνουμε στις Ηπείρους στον Εξωτερικό Ωκεανό του Διαστήματος.
Από τις Ηπείρους, αυτές οι τέσσερις κυριώτερες – όπως περιγράφονται στο Δεύτερο Βιβλίο του Μπάρντο Τοντόλ – είναι τοποθετημένες στις τέσσερις Διευθύνσεις του ορίζοντα. Και από τις δυο πλευρές της κάθε Ηπείρου βρίσκονται μικρότερες ή δορυφόροι Ήπειροι, κάνοντας έτσι, συνολικά, δώδεκα Ηπείρους, που είναι βέβαια συμβολικός αριθμός, όπως και ο αριθμός 7 της κοσμογραφικής διατάξεως.
Η Ανατολική Ήπειρος ονομάζεται στα Θιβετανικά Λουπάχ ή «Τεράστιο Σώμα». Το συμβολικό της ζχήμα μοιάζει με ημισέλινο και αντίστοιχα της αποδίδεται το λευκό χρώμα. Πρόσωπα σαν ημισέληνοι αποδίδονται στους κατοίκους της, για τους οποίους λένε ότι είναι νοητικά ήρεμοι κι ενάρετοι. Η διάμετρός της είναι 9.000 μίλια.
Η Νότια Ήπειρος είναι ο πλανήτης Γη και ονομάζεται Τζαμπουλίνγκ (Σανσκρ: Τζαμπουντβίπα). Το συμβολικό της σχήμα είναι σαν τη σπάλατου προβάτου, δηλαδή τριγωνικό περίπου ή μάλλον αχλαδόσχημο και τα πρόσωπα των κατοίκων της είναι και αυτά του ιδίου σχήματος. Της αποδίδουν το κυανό χρώμα. Πλούτη και ανέσεις αφθονούν εκεί, μαζί με το καλό και το κακό. Λέγεται ότι είναι η μικρότερη από τις Ηπείρους με 7.000 μίλια διάμετρο.
Η Δυτική Ήπειρος ονομάζεται Μπαλόνγκτσοέντ και κατά λέξιν σημαίνει «αγελάδα-βόδι-δράσις» (Σανσκρ: Γκοντχάνα: «Πλούτος των Βοδιών»). Στο σχήμα είναι σαν τον ήλιο κι έχει κόκκινο χρώμα. Οι κάτοικοί της, που έχουν στρογγυλά πρόσωπα σαν τον ήλιο, λέγεται ότι είναι πολύ δυνατοί και ότι είναι παραδομένοι στην κρεοφαγία, όπως δηλώνει και το όνομα το ίδιο. Η διάμετρός της φτάνει τα 8.000 μίλια.
Η Βόρεια Ήπειρος είναι η Νταμινγιαν ή Γκραμινγιαν, ισοδύναμο όνομα με το σανσκριτικό Ουττάρα Κουρού, που σημαίνει «Βορεία Φυλή». Έχει τετράγωνο σχήμα και πράσινο χρώμα. Οι κάτοικοί της έχουν, αντίστοιχα, πρόσωπα τετράγωνα, σαν των αλόγων. Τα δέντρα τους προμηθεύουν οτιδήποτε χρειαστούν και οι Κουρού, πεθαίνοντας, τα στοιχειώνουν σαν μικρά πνεύματα των δέντρων. Αυτή είναι η μεγαλύτερη από τις Ηπείρους με διάμετρο 10.000 μίλια.
Κάθε δορυφόρος Ήπειρος μοιάζει με την Ήπειρο, στην οποία είναι προσκολλημένη κι έχει το μισό μέγεθος. Ο αριστερός δορυφόρος της Γης μας, που ονομάζεται Νγκαγιαμπλίνγκ, είναι, για παράδειγμα, ο κόσμος των Ρακάσας, όπου ο Μέγας Γκουρού Πάντμα Σαμπχάβα, πιστεύεται ότι έχει πάει για να διδάξει τους Ρακάσας την καλωσύνη και τη σωτηρία και βρίσκεται εκεί τώρα σαν βασιλιάς τους(2).
Κάτω από τη Λαμαϊκή κοσμολογία βρίσκεται κρυμμένος, όπως θα δείξει η έρευνα, ένας λεπτολόγος συμβολισμός. Ας πάρουμε για παράδειγμα την περιγραφή του Όρους Μερού, όπως την δίνει ο Δρ. Βάντελλ: «Η ανατολική του πλευρά είναι από ασήμι, η νότια από λάσπη, η δυτική από ρουμπίνι και η βόρεια από χρυσάφι» - που δείχνει μια χρήσι αρχαίων συμβόλων, πολύ ομοίων μ' εκείνα της Αποκαλύψεως του Ιωάννου. Η πλήρης λογική εξήγησις όλου του συμβολισμού, που συνδέεται με την Ινδουιστική και Βουδδιστική κοσμογραφία, θα ξεπερνούσε – ακόμη και αν ήταν δυνατή – τα όρια μιας εισαγωγής. Αρκεί όμως να πούμε ότι το κλειδί για μια τέτοια εξήγησι βρίσκεται στα χέρια των ειδικών διδασκάλων των Αποκρύφων Επιστημών στις Ινδίες και στο Θιβέτ, σε σύγκρισι με τις οποίες η Δυτική μας επιστήμη, στο πεδίο της ύλης και του νου, δεν βρίσκεται παρά στο Κατώφλι του Ναού της Κατανοήσεως.


___________________
1. Αν πάρουμε τη λαμαϊκή αντίληψι του σύμπαντος, σαν ένα σύστημα όπως της γης και τα πολλά σύμπαντα σαν πολλά συστήματα, που σχηματίζουν το ένα σύμπαν, θα μπορέσουμε να συσχετίσουμε καλύτερα την Κοσμογραφία του Βορρείου Βουδδισμού (και του Βραχμανισμού) με την κοσμογραφία της Δυτικής Επιστήμης.
2. Βλ. Γκαζέττα του Σικκίμ. Σελ. 220-2.



Η ΘΙΒΕΤΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΓΓ. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η «Μαύρη Μαγεία» - Αντώνιος Φ. Χαλάς


Παράλληλα προς τους επιστημονικώς εργαζομένους και κατόχους της Αποκρύφου Γνώσεως για την προαγωγή της ευημερίας και πολιτισμού της ανθρωπότητος, υπάρχει και μια άλλη τάξις, απαισία και εγκληματική: η τάξις των Μαύρων Μάγων, που ήσαν γνωστοί στην αρχαίαν Ελλάδα με το όνομα: «Γόητες». Η απαισία αυτή τέχνη ονομάζεται «γοητεία» ή «Μαύρη Μαγεία». Την καταχθονίαν αυτήν «τέχνην» εξασκούσαν οι μάγοι και οι μάγισσες της Θεσσαλίας που ήταν γνωστοτάτη κατά την αρχαιότητα για την γοητεία της και που εφημίζετο πως είχε κληρονομήσει τα φοβερά μυστικά της Μαγείας της Καταραμένης Ηπείρου: της Ατλαντίδος, που καταδικάσθηκε στον καταποντισμό, γιατί στο τέλος είχε μεταβληθή σε απέραντον συνεργείον Μαύρης Μαγείας!
Αν οι Μαύροι Μάγοι απηνώς αφίστανται να εξασκούν την εγκληματική τους τέχνη, η Θεία εν τούτοις Δίκη τους παρακολουθεί και έρχεται στιγμή, που βαρειά καταπίπτει απάνω στο κεφάλι τους ο πέλεκυς της Νεμέσεως και της τιμωρίας. Η παράδοσις πράγματι αναφέρει πως οι Γόητες ή Μαύροι Μάγοι δεν μπορούν να πεθάνουν, αλλά ψυχομαχούν επί μέρες, εβδομάδες, μήνες, σε φοβερή αγωνία. Και μόνον όταν μεταδώσουν τα απαίσια και φοβερά μυστικά των σε άλλον άνθρωπο που είναι διατεθειμένος να παραλάβη την απαίσια κληρονομία μπορούν αν πεθάνουν! Άλλως εξακολουθεί το ψυχομάχημα και η οδυνηρή αγωνία!
Για να καταλάβη κανείς τι τραγικό τέλος συνήθως περιμένει τους παραστρατημένους αυτούς αναζητητάς της παντοδυναμίας και της γνώσεως, παραθέτουμε κατωτέρω τις τελευταίες στιγμές ενός Μαύρου Μάγου. Η ιστορία αυτή βρίσκεται στην τεσσαρακοστή Δευτέρα σελίδα του συνταρακτικού έργου της Ελένης Πετροβνα Μπλαβάτσκυ, που επιγράφεται: «Ίσις αποκαλυμμένη» (δεύτερος τόμος):
«Υπάρχει μα βαθειά ριζωμένη παράδοσις, κυρίως μεταξύ των Ρώσσων και των Σλαυικών Χωρών, δηλαδή πως ο μαύρος μάγος ή γόης δεν μπορεί να πεθάνη παρά αφού μεταδώση σε κάποιον άλλον, τη «μαγική λέξι» με την οποία κατορθώνει να πραγματοποιή τις άνομες επιθυμίες του. Και η παράδοσις αυτή είναι τόσο βαθειά ριζωμένη στην καρδιά του λαού, που δεν υπάρχει ένας στη Ρωσσία, που να μην την έχη ακούσει! Και με την παράδοσι αυτή είναι συνδεδεμένα μερικά από τα πιο συνταρακτικά μυστικά.
Κανείς λοιπόν δεν πρέπει να έχη την παραμικρή αμφιβολία πως ο μάγος ή η μάγισσα, ο γόης ή η γόησσα πράγματι δεν μπορούν να αποθάνουν παρά αφού μεταδώσουν σε κάποιον άλλον άνθρωπο, ο μάγος ή η μάγισσα θα περνά κατάκοιτος και υποφέροντας μαρτύρια, τις μέρες, τις βδομάδες, τους μήνες, τα χρόνια – χωρίς να βγη η ψυχή του! Και αν μάλιστα κατορθώση και αποθάνη, χωρίς να την μεταδώση εις τους ζώντας, θα εξακολοθή, μετά τον θάνατό του, να περιτριγυρίζη βρυκολακιασμένος απάνω στη γη, και δεν θα βρίσκη ησυχία, μέχρις ότου μεταδώση την τρομερή «μαγική λέξι» σε ζωντανό άνθρωπο!
Δεν ξέρουμε πως οι άλλοι μπορούν να εξακριβώσουν και να διαπιστώσουν μόνοι τους αν είναι αληθινή ή όχι η παράδοσις αυτή. Αλλά όσον μας αφορά, με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε μια περίπτωσι, που είχε τόσο τραγικό και μυστηριώδες τέλος, που θα άξιζε να τη διηγηθούμε, για να έχη κανείς ιδέα του πράγματος:
Ένας γέρος, εκατό χρονών κι απάνω, κτηματίας στην κυβερνητική περιφέρεια της Σεβαστουπόλεως, που φημιζότανε πως ήτανε μαύρος μάγος και γιατρός, είχε διαδοθή πως πολλές τώρα μέρες ψυχομαχούσε, χωρίς να μπορή να πεθάνη! Η είδησις ξαπλώθηκε σαν αστραπή γοργή, και ο δυστυχισμένος ο γέρος είχεν εγκαταληφθεί στην τύχη του, κατάμονος, γιατί και οι πιο στενοί συγγενείς του, κατατρομαγμένοι έφυγαν από κοντά του, για να μη δεχθούν την εξαιρετικά ανεπιθύμητη κληρονομία. Τέλος διαδόθηκε στο χωριό πως ο μαύρος μάγος έστειλε μήνυμα σ’ έναν συνάδελφό του, που ήτανε λιγώτερο έμπειρος στις μαγικές τέχνες, για να ‘ρθη και να του μεταδώσει τη «μαγική λέξι», με την οποία πραγματοποιούσε όλες του τις επιθυμίες. Ο άνθρωπος που είχε πάγει το μήνυμα, είπε πως ο συνάδελφος αυτός του μάγου, αν και ζούσε αρκετά μακρυά, θ’ αρχόταν ωρισμένως την άλλη μέρα το πρωί.
Συνέπεσε κατ’ εκείνη την εποχή να βρίσκεται στο χωριό κάποιος νέος γιατρός φρεσκοβγαλμένος από το «Πανεπιστήμιο». Είχε ερθή για να επισκεφθή και να μείνη μερικές μέρες με τον διοικητή του χωριού. Όταν λοιπόν άκουσε ο νεαρός γιατρός τα συμβαίνοντα με το μαύρο μάγο, άρχισε να γελά σαρκαστικά, και να οικτείρη, την «ευπιστία» και «αφέλεια» και «δεισιδαιμονία» των χωρικών. Ο διοικητής του χωριού που τον φιλοξενούσε, ήτανε καλός άνθρωπος και τον κατέστησε προσεκτικό, πως υπάρχουν και «αόρατα» πράγματα, όπως το «Πιστεύω» μας παραδέχεται. Ο σκεπτικιστής όμως νεαρός γιατρός γέλασε δυνατώτερα και για να ικανοποιήση την περιέργειά του, επισκέφθηκε το μαύρο μάγο, που ψυχομαχούσε, τον υπέβαλε σε «ιατρική εξέταση» και απεφάνθη πως δεν θα μπορούσε να βαστάξη ζωντανός περισσότερο από εικοσιτέσσερες ώρες. Και αποφασισμένος ν’ αποδείξη το αβάσιμον της «δεισιδαιμονίας», πήρε τα μέτρα του για να αργοπορήση και να κρατηθή όσο το δυνατό πιο πολύν καιρό στο γειτονικό χωριό ο άλλος μαύρος μάγος, που ο άρρωστος γέρος είχε προσκαλέσει.
Την άλλην την ημέρα, πρωί-πρωί τέσσερα πρόσωπα πήγαν στο σπίτι του γέρου μάγου, που ψυχομαχούσε για να διαπιστώσουν τον θρίαμβο του άπιστου και σκεπτικιστού νεαρού γιατρού: ο διοικητής του χωριού, η κόρη του, ο νεαρός γιατρός και εκείνη που γράφει τη διήγησι αυτή. Ο ψυχομαχών γέρος περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ‘ρθη ο ελευθερωτής του και όσο παρατεινότανε η αργοπορία του ερχομού του, τόσο και η αγωνία του γινότανε και πιο μεγάλη. Προσπαθήσαμε να πείσουμε το γιατρό να δώση θάρρος στον άρρωστο, από χριστιανική υποχρέωσι και ανθρωπισμό. Ο νεαρός γιατρός όμως υποδέχτηκε με γέλια τη σύστασί μας. Κρατώντας με το ένα του το χέρι το σφυγμό του γέρου μάγου, έβγαλε με τ’ άλλο το ρολόγι του, και, λέγοντας (γαλλικά για να μην τον καταλάβη ο γέρος) πως σε λίγο όλα θα τελείωναν, παρέμεινε απορροφημένος στο επαγγελματικό του πείραμα. Η σκηνή ήταν επιβλητική και ανατριχιαστική. Ξάφνου η πόρτα άνοιξε! Ένα μικρό παιδί μπήκε μέσα και τρέχοντας στο γιατρό, που το είχε στείλει για το σκοπό αυτό, του είπε μεγαλοφώνως πως ο άλλος μάγος, που ανεμένετο ήτανε τύφλα στο μεθύσι στο γειτονικό χωριό και ότι, σύμφωνα με τις διαταγές που είχε δώσει ο νεαρός γιατρός μόνον αύριο θα μπορούσε ναρθή για να πάρη τη «μαγική λέξι» από το μαύρο μάγο!
Ο νεαρός γιατρός που δεν περίμενε μπροστά στο γέρο που ψυχομαχούσε ν’ ακούση τα αποτελέσματα του τεχνάσματος του, βρέθηκε σε ευκολοεξήγητη αμηχανία, και ετοιμαζότανε κάτι να πη στον ψυχορραγούντα γέρο, οπότε… ταχύς σαν την αστραπή ο μαύρος μάγος τράβηξε το χέρι του, που κρατούσε ο γιατρός και σηκώθηκε στο κρεββάτι του. Τα βαθουλωτά μάτια του έβγαζαν φωτιές. Τα κιτρινόασπρα γένεια του και οι τρίχες του, που πέφτανε γύρω στο κερωμένο πρόσωπό του, του προσέδιδαν μια σατανική έκφρασι. Ύστερα από ένα δευτερόλεπτο, τα μακρυά, γεμάτα από νεύρα μπράτσα του, σφίξανε γερά το λαιμό του νεαρού γιατρού, καθώς ο γέρο-μάγος, με υπερφυσική δύναμι, έσερνε πάντα και πιο κοντά στο πρόσωπό του το κεφάλι του επιστήμονος. Τον κρατούσε λες σε σιδερένιες τανάλιες ακίνητο και καθ’ όλον το διάστημα του εψιθύριζε στ’ αυτί! Τι τούλεγε, δεν μπορούσαμε ν’ ακούσουμε. Ο άπιστος και σκεπτικιστής γιατρός μάταια προσπαθούσε να ξεφύγη απ’ τα χέρια του ετοιμοθανάτου. Μα δεν ήτανε άλλως τε ανάγκη να προσπαθή πολύ, γιατί τα λόγια που είχε να μεταδώση ο γέρο-μάγος άρχισαν να κάνουν τη φοβερή τους ενέργεια. Και αμέσως τότε τα ατσάλινα χέρια του γέρου αφήσανε να ξεφύγη ο γιατρός και τότε ο μαύρος μάγος έπεσε σαν ένα βαρύ μολύβι απάνω στο κρεββάτι του, νεκρός! Απάνω στα απολιθωμένα χείλια του είχε απομείνει ένα παράδοξο και σατανικό γέλιο – γέλιο καταχθονίου θριάμβου και ικανοποιημένης εκδικήσεως! Αλλά ο γιατρός… φαινότανε πιο ωχρός και κερωμένος, πιο απαίσιος και απ’ αυτόν ακόμη τον μαύρο μάγο, τον πεθαμένο. Παράξενα ατένιζε γύρω του, με μιαν έκφρασι φρίκης και απογνώσεως, που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να περιγράψη. Χωρίς να δώση καμμίαν απολύτως απάντησι στις ερωτήσεις μας, ώρμησε σαν δαιμονισμένος έξω από το σπίτι και χάθηκε γρήγορα μέσα στα δάση. Αμέσως στείλαμε ανθρώπους για να τον αναζητήσουν. Ο διοικητής έστειλε χωροφύλακες. Όλο το χωριό ετέθηκε σε αναζήτησί του. Δεν μπόρεσαν πουθενά να τον βρουν. Όταν επλησίαζε να βασιλέψη ο ήλιος, ακούστηκε κάποια εκπυρσοκρότησις στο δάσος. Ύστερα από μια ώρα βρέθηκε το πτώμα του. Είχε αυτοκτονήσει. Μια σφαίρα είχε σφηνωθή στο κρανίο του.
Τι συνετέλεσε ώστε να αποφασίση ν’ αυτοκτονήση; Τι μαγική επίδρασι εξήσκησε στο πνεύμα του η φοβερή «λέξι» του ψυχορραγούντος μαύρου μάγου; Ποιος μπορεί να δώση την ικανοποιητική απάντησι;…».


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΦΑΚΙΡΩΝ ΤΩΝ ΙΝΔΙΩΝ, 
ΤΩΝ ΓΙΟΓΚΙ ΤΟΥ ΘΙΒΕΤ ΚΑΙ ΤΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
ΑΘΗΝΑΙ 1940


Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Η XPΥΣΗ ΦΙΑΛΗ – ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ


Για να συναντήσουμε, ετυμολογικά, την έννοια της πέλλας πρέπει να κάνουμε μια μικρή διαδρομή μέχρι την ιστορική Πέλλα και, για να γίνει αυτό, πρέπει να δούμε τι συμβαίνει στη Δωδώνη, που το ιερό του Δία το ιδρύουν δύο πελειάδες (μαυροπερίστερα) απ' την Αίγυπτο. Οι πελειάδες αυτές είναι αργότερα οι ιέρειες του Ναού, και κάθε ιέρεια ή ιερέας συνδέεται με την έννοια μιας προσφοράς ή θυσίας, που προσφέρεται (δίνεται) στην επικαλούμενη ή εξευμενιζόμενη θεότητα. Αυτές οι προσφορές τοποθετούνται σ' ένα δοχείο ή αγγείο, που, προφανώς, για να συγκρατεί το περιεχόμενο, έχει το σχήμα της κοιλότητος, κι έτσι φθάνουμε στην εικόνα του Κυπέλλου. Η λ. κύπελλον, με μια συγκοπή του αρκτικού ΚΥ6 μας δίνει τη λ. πέλλα, που σημαίνει, ακριβώς, ποτήρι ή κάδο [για μεγάλες προσφορές υγρών, ας πούμε γάλακτος13] ή λίθο (προφανώς θα ήταν κοιλώματα σε ιερούς βράχους, μενίρ ή κρόμλεχ, για τοποθέτηση προσφορών). Αλλά και ο αρσενικός τύπος της λ. πέλλα, ο τύπος πελλός, σημαίνει την φιάλη και, επιπλέον, τον μελανό ή μολυβδόχρωμο (ή και φαιό), το αμαύρωμα (στη Σικυώνα λεγόταν κιρρός), απ' όπου και η λ. πελιδνός (συνήθως χρησιμοποιείται σε φράσεις φόβου, φυσιολογικής κατάστασης για κάποιον που προορίζεται για ανθρωποθυσία), σε συσχέτιση και με τη λ. πελανός=πηκτόν αίμα, προφανώς θυσίας, σε συσχέτιση και με την αρχική σημασία της λ. πέλαινα=πόπανα, μειλίγματα, δηλ. πλακούς προσφερόμενος στους θεούς. Ετσι η λ. πέλλα, σαν έννοια του ποτηριού, μετατρέπεται στη λ. πελλός,σαν έννοια της φιάλης, κι αυτή η έννοια είναι μια πολύ γνωστή μας και τρομερή εικόνα, είναι "αι 7 χρυσαί φιάλαι" γεμάτες "με την οργή του Θεού" στην Αποκάλυψη του Ιωάννου (Αποκ.ΙΕ,7). Η έννοια της χρυσής φιάλης" (phiala στη Vulgata) είναι οικεία στον Ιωάννη, που γράφει και στέλνει (ίσως με περιστερές) τις 7 Επιστολές του στις 7 Εκκλησίες (Νήες ή Ναούς) της Ιωνίας (Μ.Ασίας): "χρυσή φιάλη"7 πράγματι (δηλ. πέλλα ή πελλός) προσφερόταν απ' τους έφηβους στην Αθήνα στη θεά Κυβέλη, κατά τη διάρκεια γιορτής, που γινόταν προς τιμήν της και λεγόταν Γαλαξία. Ο προσφερόμενος πολτός λεγόταν γαλαξία κι ήταν μίγμα κριθαριού και γάλακτος. Αποτρόπαια ή καννιβαλιστική λεπτομέρεια: εφόσον ξέρουμε πως ο εραστής της Κυβέλης, ο Αττις, της πρόσφερε, σα θυσία, τα γεννητικά του όργανα, προφανώς "εντός του γάλακτος", κι αφού στ' αρχαιοελληνικά το κριθάρι, δηλ. η λ. κριθή, σημαίνει πέος, ποια είναι η έννοια της προσφοράς της γαλαξίας (κριθάρι και γάλα) στη θεά Κυβέλη (=κυπέλη=κύπελλον); Προφανώς,κατά την άποψη μου, είναι η έννοια του ευνουχισμού, αφού κι οι ιερείς της, οι Γάλλοι (Galli) θυσίαζαν τον "ανδρισμό" τους (ευνουχίζονταν) προς χάριν της θεάς. Ετσι, ξέροντας πως η Κυβέλη λεγόταν στους Ρωμαίους Turrigera (Πυργοφόρος ή Πυργοστέφανος) απ' τη λατιν. λ. turris(-is)=πυργοειδής,αλλά και περιστερεών, αντιλαμβανόμαστε την έννοια του περιστερεώνος σαν κολουμβαρίου ή νεκροταφείου, όπως ακριβώς το κατήγγειλα στο προηγούμενο τεύχος (τ.93,Οκτ.91) κι όπως το εννοεί ο Ιωάννης, απευθυνόμενος στους αποδέκτες των επιστολών του στη Μ.Ασία, γνώστες της λατρείας αλλά και των οργίων της Κυβέλης, αφού εκεί επιχωρίαζε η λατρεία της, ιδιαίτερα στην περιοχή του Γάλλου ποταμού. Αυτά θα τα δούμε καθαρώτερα και αναλυτικώτερα, με την πρόοδο του κειμένου, κατά την εξέταση των δεδομένων του 666: εδώ απλώς θα σημειώσω πως ο gallus, δηλ. ο ευνούχος ιερέας της Κυβέλης, είναι μια λέξη που στα λατινικά σημαίνει επίσης αλέκτωρ (ο πετεινός), απ' όπου και το θηλυκό gallina (δηλ. κόττα): η κόττα, όμως, στ' αρχαία ελληνικά λέγεται αλεκτρίς, λέξη που γραμματαριθμικά βγάζει ακριβώς 666. Δηλαδή ο Αλέκτωρ-Ιερεύς, με τον ευνουχισμό του και την κατ' ανάγκην θηλυκοποίησή του, μεταβάλλεται σε Κόττα ή Αλεκτρίδα=666, διαδικασία στην οποία βασικά αποβλέπει (με την επέκταση της Ομοφυλοφιλίας) η Συνωμοσία της Περιστεράς.
Ας επανέλθουμε στη διαδρομή προς Πέλλαν, που την αφήσαμε σε εκκρεμότητα, μέχρι να ξεκαθαρίσουμε τα πιο πάνω στοιχεία. Η Δωδώνη, όπως την είδαμε, σαν Ιερό του Διός, βρίσκεται κάτω απ' την προστασία της βασιλικής ηπειρώτικης (δηλ ελληνικής) οικογένειας των Μολοσσών (ένα απ' τα 14 ηπειρωτικά γένη), που ονομάστηκαν έτσι απ' τον πρόγονο Μολοσσό ή κατ' εμέ, γιατί ήταν Μολόχες ή Μαλασσοί (χειροπράκτες. γιατροί) αφού κι ο πρόγονος Μολοσσός ήταν αγγόνι του (επίσης με ιατρικές γνώσεις) Αχιλλέα. Η κόρη της οικογένειας Μυρτάλη (ή, αριθμολογικα,879) μετονομάζεται15 σε Ολυμπιάδα (ή, αριθμολογικά,731), δηλ. Περιστέρα ή Περιστερογέννητη (όπως ακριβώς κι η Συρία Θεός) και παντρεύεται τον Φίλιππο Β', βασιλιά της Μακεδονίας, αδιόρθωτο γυναικά που οι σοβαροί φιλόλογοι ερμηνεύουν τ' όνομά του Φίλιππος=Αγαπάει τ' άλογα, ενώ η προσωπική μου ερμηνεία είναι Φίλιππος=αγαπάει τις γυναίκες αφού η λ. ίππος στ' αρχαιοελληνικά σημαίνει γενικά το αιδοίον, είναι δε γνωστή η έκλυτη ζωή του με έκφυλες τάσεις Φιλίππου Β'. Αμέσως μετά η πρωτεύουσα, που ήταν η πόλη Αιγαί (ή,αριθμολογικά,25) μεταφέρεται στην πόλη Πέλλα (ή,αριθμολογικά,146), που, τυπικά, σημαίνει Ποτήρι, όπως είδαμε,αλλά,ουσιαστικά, τα Μαυροπερίστερα (ή τις Ιέρειες=πρακτόρισσες) της Δωδώνης. Ετσι, η πρώην Μυρτάλη και νυν Ολυμπιάς, η υπεύθυνη για τη συνέχιση της παράδοσης (της γραμμής) της Δωδώνης, δηλ. του άξονα Αιγύπτου-Ηπείρου (κάτω απ' τη συνωμοτική κάλυψη των ιερατείων Αμμωνος Διός-Δωδωναίου Διός) βρίσκεται επικεφαλής της αιχμής του Ελληνικού Δόρατος, δηλ. των Μακεδόνων, σα βασίλισσα της Πέλλας. Και προκύπτει το -όχι μόνο ιστορικό- ερώτημα: τι κρατάει μέσα σ' αυτήν την πέλλα (-ποτήρι);
Ας δούμε λίγο ακόμη την έννοια της πέλλας=ποτηριού και του αριθμού της, του 146. Ξέρουμε πως το ύπατο ποτήρι είναι το Αγιο Δισκοπότηρο ή Γκράαλ17, όπου περιέχει το Σώμα και το Αίμα του Λόγου, εξελιγμένη μορφή, από πλευράς ιερατικής λειτουργικότητας, της Χρυσής Φιάλης με τη Γαλαξία. Είδαμε επίσης, παραπάνω, πως πέλαινα είναι πόπανα ή μειλίγματα, δηλ. πλακούς (αρτίδιο ή γλύκισμα, κάτι σαν τον Αρτο στις αρτοκλασίες) προσφερόμενος στους θεούς. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η πέλλα είναι λειτουργική, πολύ πιθανόν και σχηματική, μορφή του Αγιου Δισκοπότηρου. Καταφεύγοντας στην αριθμογραμματική εξίσωση του 146, βλέπουμε πως 146=ΠΕΛΛΑ=ΠΑΝΑΠΑ. Θεωρώντας όχι έτοιμη τη στιγμή, δεν προχωρώ, εδώ και τώρα, στην ανάλυση που δεν βλέπει, από μόνος του, ο αναγνώστης, αφίνοντάς την γι αργότερα. Θα σημειώσω μόνο πως η λ. "παναγία" μπορεί επίσης να σημαίνει "Αυτή, που οδηγεί-ή γεννάει-το ψωμί", κι είναι γνωστή η συσχέτιση Αρτου-Ιησού. Ομως η πόλη Πέλλα, παληά, ονομαζόταν Βουνομία, κι ή λέξη αυτή σημαίνει "τόπο -και τρόπο- μεγαλώματος κι ανατροφής βοδιών". Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε να προχωρήσουμε τις σκέψεις μας, διαλογιζόμενοι πάνω στη φράση "δάμαλις τον μόσχον η τεκούσα", με την οποία οι βυζαντινοί υμνογράφοι προσδιορίζουν -ή απλώς υμνούν-την Παναγία. Κι ύστερα, ο αριθμός 146 είναι ισόψηφος και με τις λέξεις ΔΙΑΝΟΙΑ και ΜΝΗΜΗ. Αν ο ιστός της Μνήμης είναι αναγκαίος για να διανοίξει το δρόμο της η διαδικασία της Διάνοιας, τότε καταλαβαίνουμε πως η Πέλλα, το Κύπελλο, είναι ακριβώς το βαθούλωμα του Κρανίου, που μέσα του, Μνήμη και Διάνοια, συνεργάζονται κι αγωνίζονται να κρατήσουν το Φώς σαν προσφορά (πέλαινα) του Ανθρώπου στο Θεό: δηλαδή στους Πλησίον του, για τώρα και για μετά (για τις επόμενες γενιές). Ναι, η χούφτα του Ανθρώπου, το Κύπελλο (Πέλλα) της Ζωής είναι το Κρανίο (Μνήμη και Διάνοια). Κι αν το Κύπελλο (πέλλα) της Ανθρωπότητος είναι ο Χριστός, που με τη θυσία Του σώθηκε, όμως το Κύπελλο ή Πέλλα (η μήτρα) που κράτησε τον Χριστό ήταν η Παναγία (πρβλ.Λουκ.ΙΑ,27: "μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε"). Αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της Πέλλας ή Παναγίας ή Παρθένου. Και, ας το δούμε και λίγο αστρολογικά: η Παρθένος (σαν αστερισμός) κρατάει τον Στάχυν, απ' όπου προέρχεται ο Αρτος ή Ιησούς, δηλ. ο Γαλιλαίος, ενώ στο σώμα ελέγχει την περιοχή των εντέρων, που όμως λέγεται και γάλλια στ' αρχαιοελληνικά, όπως γαλέττα ο διπυρίτης άρτος. Νάναι λοιπόν εδώ η,περιοχή της Γαλιλαίος; Ποιος ξέρει...Ισως.  


Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) – LEON TOLSTOI




Αργά τη νύχτα γύρισε η σύζυγος. Μπήκε στα δάχτυλα, μα ο Ιβάν Ιλιτς την άκουσε: άνοιξε τα μάτια και τα ξανάκλεισε γρήγορα γρήγορα. Η Πρόσκοβνα Φιόντοροβνα θέλησε να διώξει το Γεράσιμο και να καθήσει η ίδια να κάνει συντροφιά στον άντρα της. Κείνος άνοιξε τα μάτια του και είπε:
-Όχι. Να φύγεις εσύ.
-Πονάς πολύ;
-Λίγο μ’ ενδιαφέρει.
-Να πάρεις όπιο.
Δέχτηκε και ήπιε. Κείνη έφυγε.
Ως τις τρεις βρισκόταν σε μια βασανιστική χαύνωση. Του φαινόταν πως ήθελαν με το ζόρι να τον κλείσουν μέσα σ’ ένα μακρόστενο μαύρο τσουβάλι, και τον σπρώχνουν όλο και πιο βαθιά, και δε μπορούν βαθύτερα. Κι αυτή η τρομερή δουλειά τον κάνει να υποφέρει πολύ. Κι αυτός και φοβάται, και θέλει να κατρακυλήσει εκεί, και παλεύει και βοηθάει. Και ξαφνικά ξεκολλάει και πέφτει, και ανανοήθηκε. Ο ίδιος πάντα Γεράσιμος κάθεται πάνω στο κρεβάτι, στα πόδια, λαγοκοιμάται ήσυχα, υπομονετικά. Μισογερμένος πίσω, βαστάζει στους ώμους του τα κοκκαλιάρικα πόδια με τις κάλτσες τους. Το ίδιο φως με το αμπαζούρ, και ο ίδιος πόνος που δε λέει να σταματήσει ούτε στιγμή.
-Φεύγα, Γεράσιμε, ψιθύρισε.
-Όχι, θα καθήσω ακόμη.
-Όχι, να φύγεις.
Πήρε τα πόδια του, ξάπλωσε με το πλευρό πάνω στο μπράτσο του, και λυπήθηκε τον εαυτό του. Περίμενε να φύγει ο Γεράσιμος και να μπει στο διπλανό δωμάτιο. Και τότε δε μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο – άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Έκλαιγε για την ανημποριά του, για τη φοβερή μοναξιά του, για τη σκληρότητα των ανθρώπων, για τη σκληρότητα του Θεού, για την απουσία του Θεού.
«Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί μ’ έφερες εδώ; Γιατί, γιατί με βασανίζεις τόσο φριχτά;…»
Δεν καρτερούσε απάντηση κι έκλαιγε γιατί δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει απάντηση. Ο πόνος δυνάμωσε ξανά, μα κείνος δεν σάλεψε, δε φώναξε – μόνο που μονολογούσε μέσα του: «Χτύπα με, λοιπόν, χτύπα με! Μα για ποιο λόγο; Τι σου έκανα, γιατί;»
Ύστερα ησύχασε, έπαψε όχι μόνο να κλαίει, μα και ν’ αναπνέει κι έγινε όλος αφτιά: σα ν’ αφουγκραζόταν όχι κάποια φωνή που μιλούσε, αλλά τη φωνή της ψυχής, το περπάτημα των σκέψεων που γεννιόντουσαν μέσα του.
-Τι θέλεις; Να μην υποφέρω. Να ζήσω, απάντησε.
Και ξανά προσήλωσε την προσοχή του τόσο εντατικά που ακόμη και ο πόνος του έπαψε να τον ενοχλεί.
-Να ζήσεις; Και πώς να ζήσεις; Ρώτησε η φωνή της ψυχής.
-Ναι, να ζήσω όπως ζούσα πριν. Ωραία, ευχάριστα.
-Πως ζούσες πρωτύτερα ωραία και ευχάριστα; ρώτησε η φωνή. Κι άρχισε ο Ιβάν Ιλιτς να φέρνει στην φαντασία του τις πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής του. Μα περίεργο πράγμα, όλες αυτές οι καλύτερες στιγμές της ευχάριστης ζωής του φαινόντουσαν τώρα τελείως διαφορετικές από τότε. Όλες – εκτός από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις. Τότε, στην παιδική ηλικία, ήταν κάτι το πραγματικά ευχάριστο που μ’ αυτό θα μπορούσε κανείς να ζήσει, αν ξαναγύριζε. Μα κείνος ο άνθρωπος που είχε δοκιμάσει αυτή την ευχαρίστηση δεν υπήρχε πια: όλες οι αναμνήσεις του αφορούσαν κάποιον άλλον, όχι αυτόν.
Πάνω που πλησίαζε η περίοδος που κατάληξε στη σημερινή του κατάσταση όλες οι παλιές χαρές διαλυόντουσαν σαν το χιόνι στον ήλιο για να μεταβληθούν σε κάτι μηδαμινό και συχνά απαίσιο.
Κι όσο πιο μακριά από την παιδική ηλικία, όσο πιο κοντά στο παρόν, τόσο πιο μηδαμινές και αμφίβολες γινόντουσαν οι χαρές – με αρχή τη Σχολή νομικής. Εκεί κάτι ήταν ακόμη πραγματικά όμορφο: εκεί υπήρχε κέφι, εκεί υπήρχε φιλία, εκεί υπήρχε ελπίδα. Μα στις ανώτερες τάξεις ήταν πιο σπάνιες οι ωραίες αυτές στιγμές. Αργότερα, στη διάρκεια της πρώτης υπηρεσίας του κοντά στον διοικητή του κυβερνείου, ξαναφάνηκαν οι ωραίες στιγμές: ήταν οι αναμνήσεις από τον έρωτά του για μια γυναίκα. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν, και οι χαρές λιγόστεψαν ακόμη πιο πολύ. Αργότερα λιγόστεψαν περισσότερο.
Ο γάμος… τόσο αναπάντεχος και απογοητευτικός, το μικροβόλο στόμα της γυναίκας του, και η ηδονή, η προσποίηση! Κι αυτή η θανάσιμη μονοτονία της υπηρεσίας κι αυτές οι σκοτούρες για χρήματα, και τα ίδια ένα χρόνο, και δύο, και δέκα, και είκοσι – κι όλο τα ίδια. Κι όσο πιο κάτω, τόσο πιο λίγη ζωή. «Σα να είχα κατέβει ομαλά τη βουνοπλαγιά νομίζοντας πως ανεβαίνω στο βουνό. Αυτό γινόταν. Για την κοινή γνώμη ανέβαινα στο βουνό, μα παράλληλα έφευγε η ζωή μου κάτω από τα πόδια μου… Και να, ετοιμάσου να πεθάνεις», σκεφτόταν.
Τι σημαίνει αυτό; Για ποιο λόγο; Δεν είναι δυνατό. Δεν μπορεί! – να είναι παράλογη, τόσο απαίσια η ζωή! Μα αν, αλήθεια, είναι τόσο απαίσια και παράλογη η ζωή, τότε γιατί να πεθαίνει και να πεθαίνει υποφέροντας; Κάτι πηγαίνει στραβά εδώ.
«Να μην έζησα, τάχα, έτσι όπως έπρεπε να ζήσω;» του πέρασε ξαφνικά από το νου. «Μα πως μπορεί να έγινε αυτό, αφού όλα τα έκανα όπως πρέπει;» μονολογούσε και βιάστηκε ν’ απορρίψει αυτή τη μοναδική λύση του αινίγματος της ζωής και του θανάτου σαν κάτι τελείως αδύνατο.
«Τι θέλεις τώρα; Να ζήσεις; Πώς να ζήσεις; Να ζήσεις όπως ζεις στο δικαστήριο όπου ο κλητήρας ανακοινώνει: «Το δικαστήριο συνεχίζει!...» Το δικαστήριο συνεχίζει, συνεχίζει το δικαστήριο, έλεγε και ξανάλεγε μέσα του. Να το δικαστήριο! Μα εγώ δεν είμαι ένοχος! φώναξε θυμωμένος. Τι σας έκανα; Και σταμάτησε να κλαίει και, γυρίζοντας με το πρόσωπο κατά τον τοίχο, άρχισε να σκέφτεται συνέχεια το ίδιο πράγμα: γιατί, για ποιο λόγο όλη αυτή η αγωνία;
Μα όσο και νάσπαγε το κεφάλι του, απάντηση δεν έβρισκε. Και κάθε φορά που του γεννιόταν η σκέψη, και του γεννιόταν συχνά, πως όλ’ αυτά συμβαίνουν γιατί είχε άσχημα ζήσει, αμέσως θυμόταν πόσο ορθά είχε ζήσει κι έδιωχνε αυτή την παράξενη σκέψη.

***

Πέρασαν ακόμη δύο βδομάδες. Ο Ιβάν Ιλιτς δεν σηκωνόταν από τον καναπέ. Δεν ήθελε να ξαπλώσει στο κρεβάτι – προτιμούσε τον καναπέ. Μόνος, κατάμονος, με το πρόσωπο γυρισμένο σχεδόν συνέχεια κατά τον τοίχο βασανιζόταν από τους ίδιους αξεδιάλυτους φόβους, και τον τυραννούσαν οι ίδιες, χωρίς διέξοδο σκέψεις. Τι είν’ αυτό; Αλήθεια, είναι ο θάνατος; Και η εσωτερική φωνή του απαντούσε: ναι, αλήθεια. Γιατί αυτό το μαρτύριο; Και η φωνή απαντούσε: έτσι, για τίποτα. Ως εδώ, και πάρα πέρα τίποτα.
Από την αρχή-αρχή της αρρώστιας του, από τη μέρα που ο Ιβάν Ιλίτς πρωτοπήγε στο γιατρό, η ζωή του μοιράστηκε σε δύο αντίθετα ρεύματα, και το ένα αντικαθιστούσε το άλλο, από τη μια μεριά ήταν η απελπισία και η προσμονή του ακατανόητου και τρομερού θανάτου, από την άλλη – η ελπίδα και η στενή παρακολούθηση της λειτουργίας του οργανισμού του. Άλλοτε έβλεπε τα νεφρά του ή την απόφυση που είχαν αρνηθεί να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, κι άλλοτε ήταν μόνο ο ακατανόητος τρομερός θάνατος που απ’ αυτόν δεν ήταν δυνατόν με τίποτα να γλυτώσει.
Αυτά τα δύο ρεύματα από την αρχή της αρρώστιας διαδεχόντουσαν το ένα το άλλο. Μα όσο πιο πολύ προχωρούσε η αρρώστια, τόσο πιο αμφίβολες και φανταστικές γινόντουσαν οι σκέψεις για το νεφρό και τόσο πραγματική η συναίσθηση του επερχόμενου θανάτου.
Και ήταν αρκετό να θυμηθεί τι ήταν πριν τρεις μήνες και τι είναι τώρα. Να θυμηθεί πόσο ομαλά κατέβαινε την πλαγιά – για να πάει περίπατο κάθε πιθανότητα ελπίδας.
Τον τελευταίο καιρό της μοναξιάς όπου βρισκόταν ξαπλωμένος με το πρόσωπο γυρισμένο στον τοίχο, στη μάχη του καναπέ, της μοναξιάς μέσα σε μια πολυάνθρωπη πόλη και σε πολυάριθμους γνωστούς του και μέσα στο σπίτι του, μιας μοναξιάς που πιο μεγάλη δε μπορούσε να υπάρχει πουθενά: ούτε στο βυθό της θάλασσας, ούτε πάνω στη γη – τον τελευταίο λοιπόν καιρό αυτής της φοβερής μοναξιάς, ο Ιβάν Ιλίτς ζούσε μόνο με τη φαντασία του στο παρελθόν. Οι εικόνες από το παρελθόν του ερχόντουσαν στο νου του η μια ύστερα από την άλλη. Άρχιζαν από το πιο κοντινό παρελθόν κι έφταναν ως το πιο μακρινό, ως την παιδική ηλικία, και κει σταματούσαν. Του πρόσφεραν ας πούμε σήμερα να φάει γλυκό δαμάσκηνο, κι αμέσως θυμήθηκε τα δαμάσκηνα της παιδικής του ηλικίας, μαύρα και ζαρωμένα, με μια ιδιαίτερη γεύση – γαλλικά δαμάσκηνα που σας γεμίζουν το στόμα σάλιο μόλις δε μένει παρά το κουκούτσι τους: ε, αυτή η ανάμνηση του έφερνε ένα σωρό αναμνήσεις κείνης της εποχής – την παραμάνα, τον αδερφό, τα παιχνίδια. «Δε χρειάζεται να τα σκέφτομαι αυτά… πονάω πιο πολύ», διαλογιζόταν ο Ιβάν Ιλίτς και ξαναγύριζε στο παρόν. Ένα κουμπί στη ράχη του καναπέ, το μαροκέν ζαρωμένο γύρω από το κουμπί. «Το μαροκέν στοιχίζει ακριβά, και δεν κρατάει πολύ. Ο καυγάς ήταν απ’ αυτό θυμάμαι. Μα το μαροκέν ήταν άλλο, και άλλος ο καυγάς, τότε που σκίσαμε το χαρτοφύλακα του μπαμπά που μας τιμώρησαν, και η μαμά μας έφερε γλυκά». Και ξανά σταμάτησε στην παιδική ηλικία, και ξανά ο Ιβάν Ιλίτς πονούσε, και προσπαθούσε να διώξει την οπτασία και να σκεφτεί άλλα πράγματα.
Κι αμέσως ξανά, παράλληλα με το ρεύμα αυτό των αναμνήσεων, γεννιόταν στην ψυχή του το άλλο ρεύμα – των αναμνήσεων – η αρρώστια του και η επιδείνωσή της. Όσο πιο πίσω, τόσο περισσότερη ζωή. Περισσότερα ήταν και τα καλά στη ζωή, και περισσότερη ήταν και η ίδια η ζωή. Και το ένα και το άλλο συμπίπτανε. «Όπως το μαρτύριο χειροτερεύει συνέχεια, έτσι κι όλη η ζωή πήγε από το κακό στο χειρότερο, σκεφτόταν. Μόνο ένα φωτεινό σημείο εκεί, στο μακρινό παρελθόν, στην αρχή της ζωής, κι ύστερα όλο και πιο πολύ σκοτάδι κι όλο πιο γρήγορα…». Αντιστρόφως ανάλογα, δηλαδή με το τετράγωνο της απόστασης ως το θάνατο», μονολογούσε ο Ιβάν Ιλίτς. Κι αυτή η εικόνα της πέτρας που κατεβαίνει από ψηλά μ’ επιτάχυνση έπεσε πάνω στην ψυχή του. Η ζωή δεν ήταν παρά μια αλυσίδα από αυξανόμενα βάσανα που τεντώνεται, που τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα προς το τέρμα, προς τη μοναδική λύση την πιο οδυνηρή. «Τρέχω, πετώ…». Τρανταζόταν, κουνιόταν, ήθελε ν’ αντισταθεί και με μάτια ξανά κουρασμένα από το κοίταγμα, ανίκανα πια να κοιτάζουν κείνο που ήταν μπροστά του, κοίταζε τη ράχη του καναπέ και καρτερούσε – καρτερούσε αυτή την τρομερή πτώση, τη χαριστική βολή και την εξουθένωση. «Είναι αδύνατο ν’ αντισταθώ, έλεγε μέσα του. Μα να μπορούσα τουλάχιστο να καταλάβω γιατί γίνεται αυτό. Μα και τούτο είναι αδύνατο να γίνει. Θα ήταν δυνατό να δώσω μια εξήγηση, αν έλεγα πως έζησα όχι έτσι όπως έπρεπε. Μα ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι δυνατό να το παραδεχτώ», μονολογούσε συνέχεια σαλεύοντας τα χείλη σ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο, λες και κάποιος μπορούσε να βλέπει αυτό το χαμόγελο του και να ξεγελαστεί απ’ αυτό. Δεν υπάρχει εξήγηση! Μαρτύριο, θάνατος… Γιατί;»


LEON TOLSTOI
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε. - 1989


Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ο ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ – ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – JOHN MILTON


...Άλλη μερίς δυνάμεων, σε μοίρες και σε σμήνη
στεριοσυμπυκνωμένα, γενναίως αποδύονται
σε περιπέτεια τολμηρή, κόσμο να εξερευνήσουν
φαρδύ-πλατύ και θλιβερό, μήπως τυχόν το κλίμα
κατοικήση ανετώτερη μπορεί να προσπορίσει.
Κλίνουν λοιπόν στα τέσσερα την αεροπορεία
στις όχθες κατά μήκος των τέσσαρων της Κόλασης
ρεμμάτων, που εκβάλλουν το μισητό φορτίο τους
στη φλογισμένη λίμνη: το πρώτο Στύξ η στυγερή,
θανάσιμο που πλημμυρίζει μίσος, το ποτάμι.
Δεύτερο, ο γοερός της λύπης, μαύρος και βαθύς.
Αχέρων το ποτάμι. Ο Κωκυτός ο ποταμός
με τ' όνομα των θρήνων, των ηχηρών των κοπετών,
που σέρνοντας το ρεύμα του ακούγονται ολούθε,
τρίτος. Και τέταρτος, δριμύς Πυριφλεγέθων, διότι
σα χείμαρρος κατάφλεκτα ξεσπά τα κύματά του,
το πυρ του με μανία. Μακρυά απ' αυτά αργοκυλά
ήσυχο ποταμάκι. Λήθη που ονομάζεται,
της λησμονιάς το ρεύμα, υδάτινο λαβύρινθο
που σέρνει κι όποιος πίει, την πρότερη κατάσταση
του είναι και του βίου του ταχιά απολησμονάει,
μαζί και θλίψη και χαρά, πόθο και πόνο αντάμα.
Μια παγωμένη ήπειρος εκτείνεται πιο πέρα
από την ακροποταμιά, αγρία και ζοφώδης.
Ανεμοδίνες την χτυπάν ολοένα και χαλάζι
με καταιγίδες διηνεκείς την πλήττουν την ρημάζουν -
χαλάζι, που σε στέρεα γη ουδέποτε θα λειώνει,
αλλά σωρεύεται ψηλά και μοιάζει με ερείπια
αρχαϊκά, με πατωσιές τριγύρω στοιβαγμένα.
Πάγος όλα τα υπόλοιπα, βαθειά στρωμένο χιόνι,
ένας σαν Σερβωνίτιδα βαθύκολπος βαλτώδης
στη Δαμιέττη ανάμεσα και το Κάσιον όρος,
όπου ολόκληροι στρατοί βυθίστηκαν πνιγήκαν.
Ο παγωμένος άνεμος φλέγεται, καψαλίζει -
είναι το κρύο δριμύτατο σαν της φωτιάς την άψα.
Εκείθε καταφθάνουνε όλοι οι καταραμένοι,
σε χρονικά διαστήματα και χρονοπεριόδους,
από Ερινύες συρόμενοι με γαμψά ποδονύχια
και δοκιμάζουν σε σειρά των δυό δριμέων άκρων
την πικροτάτη εναλλαγή και τόσο πιο δριμεία,
όσο πιο αποτόμως τα δύο μεταβάλλονται.
Κοίτες μαινόμενης φωτιάς και μούδιασμα στον πάγο
την απαλή θερμότητα του αιθερικού τους είναι
σκληρά τη δοκιμάζουν. Εκεί και αργολειώνουνε
καθηλωμένοι, ακίνητοι, τριγύρω παγωμένοι
σε χρονικά διαστήματα. Μετά γοργά στη λάβρα!
Μπρος-πίσω διαπορθμεύονται στης Λήθης τις ανάβρες
κι η λύπη τους αυξάνεται, εύχονται και πασχίζουν
το ρεύμα της το θελκτικό να φτάσουν ως διαβαίνουν,
να πιουν μια στάλα, να χαθούν οι πόνοι κι οι οδύνες
μεσ' στη γλυκειά τη λησμονιά, μονοστιγμής κι αχ! κρίμα,
τόσο κοντά στις όχθες. Η Μοίρα αντιστέκεται,
εντούτοις, την προσπάθεια για να παρεμποδίσει,
βάνει φρουρό τη Μέδουσα με τη Γοργόνεια φρίκη,
προς το ρηχό το έμπα μπρος και το νερό ξερνάει
από μόνο του κάθε γεύση ουσίας ζωτικής,
όπως παλιά το ξέκοβε στου Τάνταλου τα χείλη.
Έτσι περιπλανώμενα, χαμένα, συγχισμένα
τα σμήνη τ' ανιχνευτικά, χλωμά και φρικιασμένα,
με ρίγη τουρτουρίζοντας, μάτια αποσβολωμένα,
κάναν πρώτη κατόπτευση και άνεση δεν βρήκαν
σε κλήρο αξιοθρήνητο πούχαν κληρονομήσει.
Πήγαιναν κι όλοι διάβαιναν, πότε φρικτή κοιλάδα
και ζοφερή, πότε κλαυθμών πεδίο και πετούσαν
πάνω από παγόβουνα και άλλοτε ηφαίστεια,
βράχια, σπηλιές, λίμνες, όρνιων φωλιές, έλη, τέλματα,
βάλτους, λασπότοπους, άντρα θηρών, θανάτου σκιές -
θανατερό ένα σύμπαν, που καταράστηκε ο Θεός,
λες και το δημιούργησε για το κακό το ίδιο,
το ενυπόστατο κακό – 'κει που η ζωή πεθαίνει,
που ο θάνατος διαβιεί και η Φύση εγεννοβόλα
διεστραμμένα εκτρώματα, πράγματα τερατώδη,
υπερμεγέθη φάσματα, βδελύγματα ογκώδη,
ανέκφραστα, χειρότερα απ' ό,τι μύθοι πλάσαν
ή ο φόβος εσκαρφίσθη: Γοργόνες, Ύδρες, Χίμαιρες.
Στο μεταξύ ο Σατανάς – Θεού και του ανθρώπου
ο αντικείμενος εχθρός – με πυρετώδεις σκέψεις
επακριβούς σχεδιασμού, νάτον, γοργές φτερούγες
κινά, σιμά της Κόλασης, τις πύλες, διερευνά,
την πτήση τη μοναχική που έχει αναλάβει.
Πότε ανιχνεύει τη δεξιά και πότε τη ζερβή νε
ακτή. Πότε ξυριστά μ' ίσιο φτερό τα βαθουλά.
Πότε υπερίπταται, τη φλογισμένη οροφή
την πυργωμένη υψηλά εγγίζει. Σάμπως μακριά
στα πέλαγα ξεκρίνεις στόλο αρμενίζοντα – θαρρείς
και κρέμεται απ' τα σύννεφα, που άνεμοι τον φέρνουν
του ισημερινού και Βεγγάλη παραπλέει
ή τας Μολούκας νήσους, την Τερνάτε, την Τιντόρε,
όπου τα καρυκεύματα εμπόροι μεταφέρουν
και που τα εμπορεύονται στη ρότα τους διαμέσου
του Ινδικού Ωκεανού, μέχρι το Ακρωτήρι
της Καλής ως λένε Ελπίδος και πλώρη βάζουν νύκτωρ
κατά τον Νότιο πόλο – έτσι φαντάζει από μακριά
ο υψιπέτης Δαίμων. Εντέλει, εμφανίζονται
τα σύνορα της Κόλασης, ψηλάθε τανυσμένα
προς τη φρικτή την οροφή, και τρεις φορές τριπλάσιες
της Κόλασης οι πύλες. Οι πρώτες τρεις από χαλκό,
τρεις σιδηρές κι οι άλλες τρεις 'πο γρανιτώδη βράχο,
όλως αδιαπέραστες με πυρ καταναλίσκον
σφηνοειδείς κυκλοτερώς. Προ των πυλών, δωκείθε,
τρομακτικές δυο μορφές αμφίπλευρα καθόνταν.
Η μια γυναίκας όμορφης έμοιαζε ως τη μέση.
Κατέληγε ακάθαρτη, φολιδωτή, ογκώδης,
τεράστια και οφιωτή, όφις αρματωμένος
με θανάσιμο κεντρί. Στη μέση της ολόγυρα
μπουλούκι από σκύλους, της Κόλασης λαγωνικά
αδιάλειπτα γαβγίζαν πλατύστομα σαν Κέρβεροι
θορυβωδώς με κρότο κώδωνος εκκωφαντικού.
Όταν πλαγιάζαν, έρποντας στη μήτρα της γυναίκας
φώλιαζαν κι άμα τίποτα τη λύσσα τους δεν σκούσαν,
γάβγιζαν όμως κι ούρλιαζαν αθώρητα, από μέσα.
Πολλά πιο λίγο μισητή η ερεθισμένη Σκύλλα,
λουόμενη στη θάλασσα, Καλάβρια που χωρίζει
απ' την τραχειά Σικελική ακτή της Τρινακρίας.
Πολλά πιο λίγο άσχημη η μάγισσα του σκότους,
η Εκάτη η κακάσχημη, που σύντας την καλούνε
στα κρύφια με ξόρκια κι απ' την οσμή του αίματος
βρεφών που θυσιάζουν, δελεασμένη έρχεται
καβάλα μέσω αέρος και στο χορό των μαγισσών
της Λαπωνίας χορεύει και με τις μαγγανείες τους,
σ' έκλειψη η σελήνη όσο ανατέλλει, αλλάζει.
Η άλλη μορφή – αν μορφή μπορείς να ονοματίσεις
'κείνο το τέρας, που τίποτε απάνω του, μέλος,
κάποιο άρθρο ή άρθρωση μπορούσες να διακρίνεις -
φάσμα, ειδάλλως, να κληθεί, τι με σκιανό συμμοιάζει,
για τον καθένα χωριστά, άλλος με άλλο μοιάζει:
μαύρο σα νύχτα στέκεται, σε δέκα Ερινύες
αγριωπό, τρομαχτικό σαν Κόλαση, κραδαίνει
ένα μακάβριο βέλος. Και για κεφάλι, νόμιζες,
πως έφερε στη θέση του, δεσποτική κορώνα.
Ο Σατανάς πλησίασε κι έχοντάς τον στο χέρι
το τέρας απ' τη θέση του κινήθη κατ' εκείνου,
με φρικαλέες δρασκελιές γοργά κι από τα ζάλα
τρεμούλιαξε η Κόλαση. Απτόητος ο Δαίμων,
να το θαυμάσει έκαμε παρά 'χε σκιαχτεί το.
Πάρεξ Θεού Πατρός και Υιού, κανέν εκ των πλασμάτων
ν' αξίζει δεν λογάριαζε κι όλως απαξιούσε.
Με βλέμμα περιφρόνησης, πρώτος πήρε τον λόγο:
“Τι είσαι, πούθε έρχεσαι, εκτρώματος φιγούρα,
που τόλμησες – παρ' ό,τι φάσμα φρικτό και θλιβερό,
το μούτρο σου να προβάλλεις το δύσμορφο – τον δρόμο μου
θέλοντας ν' αντικόψεις πιο πέρα, στι πέρα πύλες;
Να τις διαβώ προτίθεμαι, καλά το εννοώ δε,
νάσαι για τούτο βέβαιος και δεν θα σου ζητήσω
την άδεια. Παραμέρισε! ειδάλλως θα εισπράξεις
τα τέλη της βλακείας σου κι απόδειξη θα πάρεις,
να μάθεις να σεμνύνεσαι, ποτέ να μην τα βάζεις
με πνεύματα του Ουρανού, εσύ, Κόλασης θρέμμα.
…............

JOHN MILTON
Ο ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ 2010

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο καθηγητής Βλάκη περί της Νεοελληνικής - Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσαν μας μεγάλως. Την χωρίζουσιν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν Ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητάς της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας.
Είναι όθεν ευχάριστον διαπρεπής ξένος φιλόλογος ως ο καθηγητής Βλάκη, ανήρ ευρωπαϊκής φήμης, να λαμβάνη εν χερσί την υπεράσπισιν της γλώσσης μας, και να δεικνύη αυτήν εις τους ξένους ως αληθώς έχει και όχι ως την φαντάζονται.
Η προσωπικότης του Ιωάννου Στίουαρτ Βλάκη, του περιφανούς Σκώτου φιλολόγου, είναι τόσον γνωστή, ώστε δεν είναι ανάγκη διά μακρών να τον συστήσω εις τον αναγνώστην. Εγεννήθη εν Γλασκώβη της Σκωτίας και νεόθεν έδειξε μεγαλοφυΐαν περί τα φιλολογικά. Διέτριψεν εν πολλαίς ηπειρωτικαίς χώραις. Εις Ελλάδα ήλθε το 1853. Εξέμαθε κατά βάθος την Νεοελληνικήν και συνέγραψε περί αυτής. Είναι είς των κρατίστων ελληνιστών της συγχρόνου Αγγλίας. Τω 1852 διωρίσθη καθηγητής της Ελληνικής εν τω Πανεπιστημίω του Εδιμβούργου. Εξέδωκε πολλά συγγράμματα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Περί των άλλων του σπουδαιοτάτων έργων (οία η μετάφρασις του Φάουστ, αι περί ανατροφής πραγματείαι του) δεν θέλω γράψη, όντων εκτός του προκειμένου.
Λαβών αφορμήν εκ της μεταφράσεως του «Αμλέτου», υπό του λογίου Κερκυραίου κ. Πολυλά, ο καθηγητής Βλάκη εδημοσίευσε κατ' αυτάς εν τω αγγλικώ περιοδικώ «19ος Αιών» άρθρον περί της μεταφράσεως ταύτης και της νεοελληνικής γλώσσης. Εκ των παρατηρήσεών του επί της γλώσσης μας θα παραθέσω ολίγας ενταύθα.
Κατά τον κ. Βλάκη ο Ελληνισμός ουδέποτε υπέστη τας ισχυράς εκείνας ξενικάς επιρροάς αίτινες σχηματίζουσι νέας γλώσσας. Οι τέσσαρες αιώνες ούς το ελληνικόν έθνος διετέλεσεν υπό ξενικόν ζυγόν ήτο μικρόν διάστημα χρόνου διά τον σχηματισμόν μιας γλώσσης. Η Νορμαννική κατάκτησις της Αγγλίας έλαβεν οκτώ αιώνας διά να μορφώση την μεταγενεστέραν αγγλικήν γλώσσαν. Οι δε Νορμαννοί με όλας τας καταπιέσεις των «έφεραν μετ' αυτών στοιχεία κοινωνικής υπεροχής άτινα... επί τέλους αντεκατέστησαν την εγχώριον σαξωνικήν διάλεκτον του αγγλικού λαού διά νέας γλώσσης... Εν Ελλάδι εγένετο το εναντίον. Υπό την έποψιν αναπτύξεως ή πολιτισμού η εν Κωνσταντινουπόλει Τουρκική κυβέρνησις ουδέν στοιχείον είχε κοινωνικής υπεροχής δυνάμενον να αντιπράξη προς το μίσος όπερ φυσικώς εμπνέει ξένη διοίκησις και εξ άλλου η ταυτότης θρησκευτικού φρονήματος ήτις υπό την δικαιοδοσίαν της Ρώμης, συνέτεινεν εις την μίξιν του Σαξωνικού και Νορμαννικού στοιχείου εν Αγγλία, έλλειπεν ολοτελώς εν Ελλάδι. Απέχθεια ζωηροτάτη, έμφυτος εις τε τον Μωαμεθανισμόν και τον Χριστιανισμόν, κατέστησεν αδύνατον την συγχώνευσιν μεταξύ κατακτητών και κατακτηθέντων». Περί της Ενετικής κυριαρχίας επί διαφόρων ελληνικών χωρών ο κ. Βλάκη λέγει ότι ήτο «πάρα πολύ μερική, και πάρα πολύ μακρυνή», ώστε να δυνηθή να επενεργήση επί της γλώσσης.
Ο καθηγητής μετά ταύτα λαμβάνει εν χωρίον μεταγενεστέρου Ελλ. συγγράμματος και εξετάζει αυτό. Το χωρίον είναι από μετάφρασιν της Χαλιμάς εκδοθείσαν εν Ενετία τω 1792. Το είδος της γλώσσης έχει ως εξής· «Ευρίσκετο εις τα μέρη της Περσίας ένας πλούσιος πραγματευτής. Και είχε τούτο το προτέρημα να καταλαμβάνη ταις γλώσσαις και την ομιλίαν των ζώων. Μίαν ημέραν περιδιαβάζωντας... Ήσαν δεμένα εις ένα παχνί ένας γάϊδαρος και ένα βόϊδι κ.λπ. κ.λπ.».
«Ας διατρέξωμεν τας γραμμάς ταύτας» λέγει ο κ. Βλάκη «και ας παρατηρήσωμεν κατά πόσον η δημώδης αύτη Ελληνική της 18ης εκατονταετηρίδος διαφέρει από την Αττικήν του Ξενοφώντος· διότι αναμφιβόλως είναι ελληνική κατά πάντα, και ουχί νέα γλώσσα έχουσα την αυτήν σχέσιν προς την αρχαίαν Ελληνικήν οίαν η Ιταλική προς την Λατινικήν. Γάϊδαρος αντί όνος, και σπίτι αντί οίκος, από το Λατινικόν hospitium, είναι αι μόναι δύο καθαρώς μη κλασσικαί λέξεις εν τω όλω παραγράφω... Βόϊδι μας διδάσκει δύο πράγματα· πρώτον, ότι εν τη μεταγενεστέρα Ελληνική, ως εν τη Ιταλική, υπάρχει ροπή εις το να σφετερίζεται το υποκοριστικόν την θέσιν του απλού ονόματος, και δεύτερον, ότι η τελευταία συλλαβή, μη τονιζομένη εν ταις τοιαύταις λέξεσι, παραλείπεται, ως παιδί διά παιδίον, και χωράφι διά χωράφιον, κ.λπ. Η δευτέρα λέξις εκ της περικοπής μας, εις, δεικνύει κυριώτατον ιδιωτισμόν της ομιλουμένης Ελληνικής, ό εστί την έλλειψιν της δοτικής πτώσεως και την αντικατάστασιν του εν διά του εις εν πάση περιπτώσει εν ή διαμονή εν μέρει τινί εμφαίνεται. Η κατάχρησις αύτη ευρίσκεται και παρά τοις Σκώτοις... Ο ιδιασμός ένας αντί είς δεν είναι κατά πάσαν πιθανότητα τόσον νεωτερισμός όσον είναι η αρχαία Δωρική αρσενική κατάληξις των ονομάτων εις ...ας, ήτις φαίνεται ήτο τόσο οικεία εις το ους του λαού ώστε συνήθως ευρίσκωμεν πατέρας αντί πατήρ, βασιλέας αντί βασιλεύς και περαιτέρω εν τη περικοπή μας μετοχάς εν αις η κλασσική πληθυντική αιτιατική σχηματίζει την αρσενικήν ενικήν ονομαστικήν διά της καταλήξεως ...ας. Το οποίος διά το ος είναι ιταλισμός, il quale. Εφύλαγε εκ του φυλάγω είναι φυσική αλλαγή του φυλάσσω το γ εν ταις τοιαύταις λέξεσιν είναι ριζικόν, ενώ το σσ περιορίζεται εις τον ενεστώτα και τον παρατατικόν. Το να καταλαμβάνη είναι επιμονώτατα χαρακτηριστικόν της μεταγενεστέρας ελληνικής συντάξεως, του οποίου έχωμεν παραδείγματα εν τη Καινή Διαθήκη, Ματθ. Ε' 29, και εν τοις Βυζαντινοίς ιστορικοίς. Προέρχεται εκ της απώλειας του απαρεμφάτου ού η φυσική αναπλήρωσις είναι η υποτακτική με το ίνα, όπερ συγκόπτεται εις να... Και ουκ... χάζω είναι κοινή Ρωμαϊκή (Romaic) «λέξις, ενεργητική μορφή του κλασσικού χάζομαι». Το «χάζω» αυτό του καθηγητού είναι το τόσον σύνηθες μας «χάνω». Περί αυτού παρατηρεί ότι μετεβλήθη η έννοια του ως μετεβλήθη επίσης η έννοια του ρήματος «κάμνω» όπερ ήτο ουδέτερον παρά τοις αρχαίοις. Ο καθηγητής σημειοί ότι εν διαφόροις περιστάσεσιν «εκείνο το οποίον φαίνεται μεταγενέστερα παραφθορά είναι απλώς ποικιλία τις της κοινής ελληνικής διαλέκτου, αρχαία όσον ο Όμηρος. Δεμένα είναι παράδειγμα της παραλείψεως του περιττού αναδιπλασιασμού του παρακειμένου της μετοχής... Παχνί είναι ή παραφθορά του υποκοριστικού φάτνιον ή νεώτερος σχηματισμός εκ του πήγνυμι. Εν τω ομιλούν... ευρίσκομεν μαλακόν σχηματισμόν του αρχαίου Δωρικού τρίτου πληθυντικού προσώπου εις ...οντί, όστις εν τη μεταγενέστερα ελληνική εξώρισεν ολοτελώς τον Αττικόν ...ουσι. Εν τω ρήματι καλοτυχίζω συναντώμεν ορθόν νέον σχηματισμόν όστις υπό πάσαν έποψιν είναι άξιος να κληθή επέκτασις και πλουτισμός της γλώσσης, ουχί παραφθορά. Τοιούτου είδους νέα ρήματα είναι πολύ κοινά εν τη μεταγενέστερα Ελληνική. Εκτός του ...ίζω, αι καταλήξεις ...όνω, και ...αίνω συνειθίζονται. Το όπου είναι αλλόκοτος κατάχρησις επιρρηματικού αντί αναφορικού σχηματισμού. Εν τω ενεστώτι στέκω (το στήκω της Καινής Διαθήκης) έχωμεν νέαν μορφήν της παλαιάς ρίζης στω, πηγάζουσαν εκ της χρήσεως του κλασσικού παρακειμένου έστηκα. Η μόνη άλλη σπουδαία παρατήρησις ήτις μας μένει να κάμωμεν είναι ότι το του μετά το λέγοντας (λέγοντάς του) αντικαθιστά το τω και ότι εν γένει η συγκοπή του αυτός εις τος απαντά ακαταπαύστως εν τω μεταγενεστέρω Ελληνικώ λόγω».
Ως βλέπομεν, την προσοχήν του καθηγητού επισύρει κυρίως η δημώδης γλώσσα. Περί της καθαρευούσης δεν έρχεται εις τας αυτάς λεπτομέρειας. Διηγείται πόθεν επήγασε, και αποδίδει κυρίως την ανάπτυξιν αυτής εις την φιλοτιμίαν του ελληνικού έθνους όπερ, αποκτήσαν την ελευθερίαν, ηθέλησε να καθαρίση και να ανύψωση την γλώσσαν του. Ο κ. Βλάκη φαίνεται φίλος της καθαρευούσης, λέγει δε ότι ο μόνος τρόπος υπάρξεως διά τε την δημώδη και την καθαρεύουσαν εν Ελλάδι, είναι το σύστημα των αγγλικών βουλών των Λόρδων και των Κοινοτήτων, ήτοι, συνεργασία δι' αμοιβαίων παραχωρήσεων. Τόσον ολίγον, κατ' αυτόν η καθαρεύουσα διαφέρει από την αρχαίαν ώστε «ο λόγιος όστις είναι οικείος με τα άριστα κλασσικά Ελληνικά δύναται να περάση από τον Πολύβιον και Διόδωρον εις τον Τρικούπην (ομιλεί περί του ιστορικού), Παπαρρηγόπουλον, και άλλους της αυτής σχολής, πολύ ευκολώτερον αφ' ό,τι δύναται» ο αναγνώστης του Βύρωνος να συνειθίση το ύφος του αρχαίου Άγγλου ποιητού Τσώσερ. Και ολίγον κατόπιν προσθέτει ότι «ο αδέκαστος φιλόλογος... δεν θα δυσκολευθή να αναγνώριση εν τη μεταγενέστερα Ελληνική, όχι βάρβαρον παραφθοράν... τείνουσαν εις νέαν γλώσσαν, αλλά απλώς μίαν διαλεκτικήν τροπολογίαν οία η αρχαία Δωρική και Αιολική». Αι απώλειαι και ελλείψεις της νέας αντισταθμίζονται διά χαρίτων τινών ιδιαζουσών εις αυτήν.
Σχολιάζων την γνώμην του κ. Πολυλά ότι η δημώδης είναι πολύ κατάλληλος εις την ποίησιν, ο κ. Βλάκη γράφει τα εξής:
«Είναι δυνατόν η μάλλον καλλιεργημένη γλώσσα να ποιή, χάριν ιδιαιτέρων εκφράσεων, χρήσιν διπλών τύπων, ως εποίουν οι Αθηναίοι οίτινες μετεχειρίζοντο κοινώς την Δωρικήν εν ταις χορωδίαις, ή ως δύνανται να ποιώσιν οι Σκώτοι μεταχειριζόμενοι την μελωδικήν γλώσσαν του Βουρνς ως την καταλληλοτέραν μορφήν της Αγγλικής διά τον λυρικόν λόγον».
Οι λόγοι ούτοι με ενθυμίζουσι μίαν παρατήρησιν του Αριστοτέλους Βαλαωρίτου:
«Κατ' εμέ δεν αμφιβάλλω από τούδε ότι η γλώσσα του λαού θέλει είναι η γλώσσα της ρωμαντικής, δημοτικής, ή λυρικής ποιήσεώς μας. Πρέπει μάλιστα επισήμως να καθιερωθή εις τον σκοπόν τούτον όπως οι δυνάμενοι εισέλθωσιν αδιστάκτως εις την πορείαν ταύτην πλουτίζοντες και μορφώνοντες αυτήν. Εις την ιστορίαν των γλωσσών είναι αναντίρρητον γεγονός ότι φράσεις και λέξεις και ιδιωτισμοί αφιερώθηκαν αποκλειστικώς εις την ποίησιν. Ημείς ευτυχέστεροι των άλλων δυνάμεθα ακεραίαν διάλεκτον να μεταχειρισθώμεν επί τούτω».
Ο μέγας Βρεττανός φιλόλογος περαίνει με τινας παρατηρήσεις περί της εσφαλμένης προφοράς της ελληνικής γλώσσης εν Αγγλία· ολόκληρον δε το άρθρον του εμφαίνει ζωηροτάτην συμπάθειαν προς τε το έθνος και την φιλολογίαν μας.
Δεν είμαι εις θέσιν να κρίνω πόσην εντύπωσιν τοιούτο άρθρον προξενεί επί του όλου αγγλικού κοινού. Ότι όμως οι κόποι των πεφωτισμένων ανδρών, οίτινες σπουδάζουσι την Ελληνικήν γλώσσαν ως πρέπει να σπουδάζηται, δηλαδή, ουχί ως γλώσσα νεκρά αλλά ως ζώσα και πλήρης ακμής, ότι οι κόποι αυτών, λέγω, δεν είναι μάταιοι, λαμβάνομεν ενίοτε τρανάς αποδείξεις οία η εσχάτως δηλωθείσα απόφασις της συγκλήτου της Πανεπιστημιακής Σχολής του Λίβερπουλ να συστήση τάξιν διά την διδασκαλίαν της Νεοελληνικής, και να προσλάβη διά την τάξιν ταύτην Έλληνα διδάσκαλον.


(Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τηλέγραφος» το 1891)


Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Μουσική τέχνη, Τέχνη του Ερμή – Francoise Bonardel


Από τη μια πλευρά ο Άνθρωπος, και ειδικότερα αυτό ο μεγάλος μύστης που είναι ο Ερμής, αποτελούν τους μεσολαβητές του θεϊκού Λόγου: «Σ’ ευχαριστώ πατέρα, ενέργεια των δυνάμεων. Σ’ ευχαριστώ θεέ, δύναμη των ενεργειών μου. Ο δικός σου Λόγος μέσα από μένα σε υμνεί. Από μένα, δέξου το Παν με λόγια, ως πνευματική θυσία» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 18). Όχι μόνο όλες οι ενέργειες δημιουργίας και εμψύχωσης συνοδεύονται στο Corpus από «μυστικές επωδές» αλλά ο Ερμής επιμένει στη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στην αληθινή φιλοσοφία, τη μουσική και την αναγέννηση.
Συμβουλεύοντας το γιο του Τατ, να λατρεύει το θεϊκό λόγο, ο Ερμής του λέει: «Και μια είναι η θρησκεία του θεού: να μην είναι κάτι το κακό» (Ποιμ. ΧΙΙ, 23), για να προσθέσει αμέσως: δεν είναι κακό αυτό που εναρμονίζει μέσα του τα Στοιχεία ώσπου να διυλίσει μέσα στην και μέσα από την Νόηση. Αυτή είναι επίσης η αληθινή φιλοσοφία, ενώ η ψεύτικη δεν αποτελεί παρά διαφθορά, ανάμειξη και «κακή περιέργεια του πνεύματος» (Ασκλ. ΙΙΙ, 14), κατ’ όνομα συσχετισμένη με «την πονηρία των σοφιστών», οι οποίοι αναμειγνύουν την αληθινή φιλοσοφία «με διάφορες ακατανόητες επιστήμες, την αριθμητική, τη μουσική και τη γεωμετρία» (Ι f, 13). Ακριβώς όπως η φιλοσοφία, μπορεί λοιπόν και η μουσική να είναι αληθινή ή ψεύτικη.
Η αληθινή μουσική θεωρείται ως η υψηλότερη μορφή της Γνώσης, γιατί «αν εκπαιδευόμαστε στη μουσική, είναι μόνο για να μάθουμε να λατρεύουμε το σύνολο του σύμπαντος και με πόση τάξη τα έχει διαμοιράσει ο θεϊκός λόγος, γιατί αυτή η τάξη, κατά την οποία όλα τα ιδιαίτερα πράγματα συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο κατά κάποιο τρόπο αριστουργηματικό, αποτελεί μια άπειρη, γλυκιά και αληθινή αρμονία σε θεϊκή μουσική» (Ι f, 13). Βεβαίως ούτε η ιδέα ούτε η εικόνα δεν είναι αυτές καθεαυτές νέες.
Ωστόσο, ο Ερμητισμός διευκρινίζει την παλαιά πυθαγόρεια έννοια για αρμονία των σφαιρών. Ο ρόλος του Ερμή είναι να κάνει να αντηχήσει σωστά κάθε πράγμα, «εμπνεόμενος από το ευμενέστερο όνομα κι από το γεγονός πως η ενέργειά της ήταν σύμφωνη μ’ αυτό το όνομα» (ΚΚ. 15). Ο ερμησιανός Λόγος επιτυγχάνει λοιπόν, στο ηχητικό πεδίο, την ίδια συμφωνία με εκείνη που διακρίνει τα δημιουργήματα και την τέλεια μορφή τους στο οπτικό πεδίο. Από την άποψη αυτή ο Ερμητισμός θα ήταν μια τέχνη της σωστής έντασης, που θα βρει τη φυσική της προέκταση στην αλχημική Τέχνη (Επιστήμη της Ισορροπίας, σύμφωνα με την έκφραση του Jabir Ibn Hayyan).
Μέσα από «την αρμόζουσα ευλογία» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 16) ο Ερμής κάνει το σύμπαν να αντηχήσει, ψάλλοντας τον ύμνο της αναγέννησης:

«Έτσι λοιπόν παιδί μου, αφού σταθείς όρθιος σε χώρον ανοιχτό, στραμμένος προς τον νότιο άνεμο και την ώρα που ο ήλιο πάει να δύσει, προσκύνησε και ακόμη να κάνεις το ίδιο και την ώρα που ο ήλιος ανατέλλει, στρεφόμενος προς τον ανατολικό άνεμο. Σιωπή, λοιπόν, παιδί μου.
Όλη η φύση του κόσμου ας ακούσει τον ύμνο. Ας ανοίξει η γη, ας ανοίξουν για χάρη μου όλες οι αμπάρες της βροχής, και σεις δέντρα μη σείεστε. Πρόκειται να υμνήσω τον Κύριο της Δημιουργίας, και το Παν, και το Ένα. Ας ανοίξουν οι ουρανοί, και σεις άνεμοι σταθείτε. Ο κύκλος ο αθάνατος του θεού ας δεχθεί το λόγο μου. Γιατί πρόκειται να υμνήσω εκείνον που έκτισε τα πάντα, που κατασκεύασε τη γη και έθεσε ψηλά τον ουρανό, που δέσμευσε από τον ωκεανό το γλυκό νερό για την οικουμένη, για να χρησιμεύει στη διατροφή και τη χρήση όλων των ανθρώπων, αυτόν που πρόσταξε τη φωτιά να εμφανιστεί σε κάθε πράξη των θεών και των ανθρώπων. (…) Αυτά φωνάζει ο δικός μου άνθρωπος, διαμέσου του αέρα, της γης, του νερού, του πνεύματος, των κτισμάτων σου. Από σένα πήρα την ευλογία του Αιώνα και, κατά την επιθυμία μου, με τη δική σου θέληση οδηγήθηκα στην ανάπαυση» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 16-20).

Θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι ο ερμησιανός Λόγος, αντικαταστάτης του Λόγου του Νου, έχει ως ρόλο να ζωογονήσει τη Δημιουργία, και ακόμη να απελευθερώσει τη συμφωνία των Στοιχείων, όπως θα έκανε ένας μαέστρος. Επομένως ο ήχος της φωνής και η μυστική υμνωδία θα ανοίξουν και θα ξανακλείσουν συγχρόνως, θα ξεκλειδώσουν προκαλώντας την ακοή κι έπειτα θα ξανακρύψουν ό,τι ακούστηκε. Κι αυτό, τόσο ως προς το φυσικό σύμπαν όσο και ως προς τον μυούμενο: «Πρόσεχε παιδί μου, γιατί ακούς απόρρητα μυστήρια της γης, του ουρανού και όλου του ενδιάμεσου ιερού πνεύματος» (Απ. Στοβαίου ΧΧV, II). Επίσης, τα Στοιχεία, γενικώς θορυβώδη, προσκαλούνται να σιωπήσουν, ώστε να δεχθούν καλύτερα τη φωνή του Ενός του Παντός.
Ότι ο ερμησιανός Λόγος δεν είναι ανθρώπινος λόγος και δεν επιδιώκει να επιδείξει τη δύναμή του μόνο, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο «να πει» είναι περισσότερο η πράξη προβολής, με την οποία δημιουργείται ένας χώρος αντήχησης, που συγκρίνεται μ’ εκείνον χάρη στον οποίον αντανακλώνται αμοιβαία το αισθητό και το μη αισθητό, υποστηριζόμενα από το βλέμμα του μυούμενου, που εδώ έγινε θρησκευτική ακοή. Αυτή είναι αναμφίβολα η βαθύτερη έννοια του μυητικού μυστικού, που στην πραγματικότητα αποτελεί επαγρύπνηση σε ένα μυστήριο. Αν υπάρχει κάθαρση, τότε αυτή συνίσταται λιγότερο στη γνώση φύλαξης ενός μυστικού παρά στην προετοιμασία, προστασία και φύλαξη του χώρου αυτής της αποκάλυψης, απόκρυψης.
Το Corpus Hermeticum προσφέρει έτσι, μέσα από μια πραγματεία, από ένα λόγο, από μια επωδή σε άλλη, ένα παράδειγμα αυτής της αλυσίδας των μυστών, που θα συνεχίσει την ερμητική παράδοση: από τον Νου στον Ποίμανδρη, από τον Ποίμανδρη στον Ερμή, από τον Ερμή στον Τατ, από την Ίσιδα στον Ώρο… πρόκειται πάντα γι’ αυτόν το θεϊκό Λόγο που πνευματοποιεί τη Δημιουργία με τη μεσολάβηση εκείνων που είναι οι «ποιμένες». Γεγονός που επέτρεψε στον A.D. Nock να σημειώσει ότι «τα μόνα ερμητικά μυστήρια είναι τα ‘μυστήρια του Λόγου’, που δεν συνεπάγονται ούτε εξαγνισμό, ούτε τελετουργίες καθαρμού από το αμάρτημα, ούτε ακόμη της πρακτικές αυτές που προορίζονται να προκαλέσουν μια θεϊκή επιφάνεια». (1)


______________________________
1.Preface au Polmandres σ. VI. Η επιφάνεια (εμφάνιση, λάμψη) είναι η ορατή εκδήλωση του ουρανού.


FRANCOISE BONARDEL
Ο ΕΡΜΗΤΙΣΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Α. ΣΤΕΦΑΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – Μ. ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ 1994