Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ERNESTO SABATO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ERNESTO SABATO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ – ΕΡΝΕΣΤΟ ΣΑΜΠΑΤΟ


...Βγήκα από το μπάνιο, γδύθηκα, έβαλα ρούχα στεγνά κι άρχισα να γράφω ένα γράμμα στη Μαρία. Πρώτα έγραψα πως επιθυμούσα να της δώσω μια εξήγηση για τη φυγή μου από το εξοχικό (διέγραψα το “φυγή” κι έβαλα “αναχώρηση”). Πρόσθεσα πως εκτιμούσα πολύ το ενδιαφέρον που έδειξε για μένα (διέγραψα το “για μένα” κι έβαλα “για το άτομό μου”), καταλάβαινα πως αυτή ήταν πολύ καλή και γεμάτη από αγνά αισθήματα, παρ' όλο που, όπως εκείνη η ίδια μου είχε κάνει γνωστό, καμιά φορά ξεπρόβαλαν από μέσα της “χαμερπή πάθη”. Της είπα πως αναγνώριζα κι εκτιμούσα στην πραγματική του αξία ένα γεγονός όπως αυτό που ανάφερε, να φύγει με μια βάρκα ή να παραβρεθεί αμίλητη σε ένα σούρουπο μέσα σ' ένα πάρκο αλλά πως, καθώς εκείνη μπορούσε να φανταστεί (διέγραψα το “να φανταστεί” κι έβαλα “να υπολογίσει”) αυτό δεν ήταν αρκετό για να διατηρήσει ή να αποδείξει μιαν αγάπη. Συνέχιζα αν μην καταλαβαίνω πως ήταν δυνατόν μια γυναίκα σαν κι αυτή να είναι ικανή να λέει λόγια αγάπης στον άντρα της και σε μένα, την ίδια ώρα που κοιμόταν με το Χάντερ. Και μάλιστα – πρόσθετα – στην ακόμα πιο εξοργιστική περίπτωση που κοιμόταν και με μένα και με το σύζυγό της. Τελείωνα, λέγοντας ότι, όπως εκείνη μπορούσε να αντιληφθεί, αυτού του είδους οι ενέργειες σήκωναν πολλή σκέψη κ.τ.λ.
Ξαναδιάβασα το γράμμα και μου φάνηκε πως με τις αλλαγές που σημείωσα ήταν αρκετά προσβλητικό. Το έκλεισα, έφυγα για το κεντρικό ταχυδρομείο και το έστειλα συστημένο.
___________
Μόλις βγήκα από το ταχυδρομείο συνειδητοποίησα δυό πράγματα: Δεν είχα πει στο γράμμα γιατί τη θεωρούσα ερωμένη του Χάντερ. Και δεν ήξερα ποιά ήταν η πρόθεση μου να θέλω να την πληγώσω τόσο σκληρά. Μήπως τάχα ήθελα να την κάνω να αλλάξει τρόπο ζωής, στην περίπτωση που οι υπόνοιές μου ήταν πραγματικες; Αυτό ήταν καταφανώς γελοίο. Να την κάνω να τρέξει κοντά μου; Θα ήταν απίστευτο να το πετύχω μ' αυτό τον τρόπο. Σκέφτηκα, πάντως, πως στα βάθη της ψυχής μου η μοναδική αγωνία μου ήταν να γυρίσει η Μαρία σ' εμένα. Αλλά σ' αυτή την περίπτωση, γιατί να μην της πω απευθείας, χωρίς να την πληγώνω, εξηγώντας της πως είχα φύγει ξαφνικά από το εξοχικό γιατί είχα καταλάβει τις ζηλοτυπίες του Χάντερ; Στο κάτω κάτω το συμπέρασμά μου πως ήταν ερωμένη του Χάντερ, πέρα από προσβλητικό, ήταν κι απόλυτα αυθαίρετο. Οπωσδήποτε ήταν μια υπόθεση που εγώ μπορούσα να τη διατυπώσω με τη μοναδική πρόθεση να κατευθύνω τις μελλοντικές έρευνές μου.
Ακόμα μια φορά είχα διαπράξει μιαν ανοησία, με τη συνήθεια που είχα να γράφω γράμματα πολύ αυθόρμητα και να τα στέλνω αμέσως. Τα σημαντικά γράμματα πρέπει να τα κρατά κανείς τουλάχιστον μια μέρα, ώστε να προβλεφτούν όλες οι πιθανές συνέπειες.
Μου απόμενε μια διέξοδος απελπισίας. Η απόδειξη! Την αναζήτησα σ' όλες τις τσέπες, αλλά δεν την βρήκα. Την είχα πετάξει βλακωδώς. Γύρισα πάντως τρέχοντας στο ταχυδρομείο και μπήκα στην ουρά των συστημένων. Όταν έφτασε η σειρά μου, ρώτησα την υπάλληλο, ενώ έκανα μια φοβερή και υποκριτική προσπάθεια να χαμογελάσω.
-Δεν με αναγνωρίζετε;
Η γυναίκα με κοίταξε με έκπληξη: σίγουρα θα σκέφτηκε πως ήμουν τρελός. Για να τη βγάλω από την πλάνη της, της είπα πως ήμουν αυτός που μόλις πριν λίγο είχα στείλει ένα γράμμα στην εξοχική περιοχή Λος Ομπούες. Η έκπληξη αυτής της ηλίθιας φάνηκε να μεγαλώνει ακόμα περισσότερο και, ίσως από μια επιθυμία να τη μοιραστεί ή να ζητήσει συμβουλή για κάτι που δεν καταλάβαινε, γύρισε και κοίταξε κάποιο συνάδελφό της. Μετά ξανακοίταξε εμένα.
-Έχασα την απόδειξη, εξήγησα.
Δεν πήρα απάντηση.
-Θέλω να πω πως χρειάζομαι πίσω το γράμμα και δεν έχω την απόδειξη, πρόσθεσα.
Η γυναίκα και ο άλλος υπάλληλος με περιεργάστηκαν για ένα λεπτό σαν δυό συνεννοημένοι χαρτοπαίχτες.
Τελικά με το στόμφο κάποιου που είναι έκθαμβος με ρώτησε:
-Θέλετε να σας επιστραφεί το γράμμα;
-Ακριβώς
-Και δεν έχετε καν την απόδειξη;
Αναγκάστηκα να παραδεχτώ πως πραγματικά δεν διέθετα αυτό το σημαντικό ντοκουμέντο. Η έκπληξη της γυναίκας είχε φτάσει στο απροχώρητο. Τραύλισε κάτι που δεν κατάλαβα και γύρισε να κοιτάξει το συνάδελφό της.
-Θέλει να του επιστραφεί τογράμμα, ψέλλισε.
Ο άλλος χαμογέλασε με άπειρη ηλιθιότητα, αλλά με τη μοναδική πρόθεση να δείξει ζωτικότητα. Η γυναίκα με κοίταξε και είπε:
-Είναι απολύτως αδύνατον.
-Μπορώ να σας δείξω άλλα ντοκουμέντα, απάντησα βγάζοντας άλλα χαρτιά.
-Δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Ο κανονισμός είναι αυστηρός.
-Ο κανονισμός, όπως εσείς θα καταλαβαίνετε, πρέπει να συμβαδίζει με τη λογική, αναφώνησα βίαια, ενώ άρχισε να μ' εκνευρίζει μια ελιάμε μακριές τρίχες, που η γυναίκα αυτή είχε στο μάγουλο.
-Εσείς γνωρίζετε τον κανονισμό; με ρώτησε νωθρά.
-Δεν είναι ανάγκη να τον γνωρίζω κυρία μου, απάντησα ψυχρά, ξέροντας πως η λέξη κυρία θα έπρεπε να την πληγώσει θανάσιμα.
Τα μάτια της, όμοια με μάτια μπούφου, άστραφταν τώρα από περιφρόνηση.
-Εσείς κυρία μου, καταλαβαίνετε πως ο κανονισμός δεν μπορεί να είναι λογικός. Θα έπρεπε να έχει γίνει από έναν άνθρωπο φυσιολογικό, όχι από έναν τρελό. Αν εγώ ρίχνω ένα γράμμα και την ίδια στιγμή επιστρέφω να ζητήσω να μου το δώσουν πίσω, επειδή έχω ξεχάσει κάτι σημαντικό, το λογικό είναι να γίνει δεκτό το αίτημά μου. Ή μήπως το ταχυδρομείο έχει αναλάβει να διοχετεύει γράμματα ελλειπή ή λανθασμένα; Είναι απόλυτα ευνόητο και λογικό πως το ταχυδρομείο είναι ένα μέσον επικοινωνίας κι όχι ένα μέσον καταναγκασμού. Το ταχυδρομείο δεν μπορεί να με αναγκάσει να στείλω ένα γράμμα, αν εγώ δεν το θέλω.
-Αλλά εσείς το θελήσατε, απάντησε.
-Ναι! Φώναξα, αλλά σας επαναλαμβάνω πως τώρα δεν θέλω!
-Μην μου φωνάζετε, μην είσθε ανάγωγος. Τώρα είναι αργά.
-Δεν είναι αργά, γιατί το γράμμα είναι εκεί, είπα δείχνοντας προς το καλάθι με τα γράμματα.
Ο κόσμος άρχισε να διαμαρτύρεται δυνατά. Το πρόσωπο της γεροντοκόρης έτρεμε από οργή. Με αληθινή αποστροφή, ένιωσα πως όλο μου το μίσος συγκεντρωνόταν στη ελιά.
-Εγώ μπορώ να σας αποδείξω πως είμαι αυτός που έχει στείλει το γράμμα, επανέλαβα δείχνοντάς της μερικά προσωπικά χαρτιά.
-Μην ξεφωνίζετε και δεν είμαι κουφή, μου ξανάπε. Εγώ δεν μπορώ να πάρω τέτοια απόφαση.
-Συμβουλευτείτε τον προϊστάμενο τότε.
-Δεν μπορώ. Περιμένει πολύς κόσμος. Εδώ έχουμε πολλή δουλειά, καταλαβαίνετε.
-Κι αυτό το θέμα είναι μέρος της δουλειάς, εξήγησα.
Μερικοί από εκείνους που περίμεναν, πρότειναν να μου επιστραφεί επιτέλους το γράμμα και να τελειώνουμε. Η γυναίκα δίστασε για λίγο, κάνοντας πως ήταν απασχολημένη με κάτι άλλο. Τελικά πήγε μέσα και μετά από αρκετή ώρα γύρισε σαν βρεγμένη γάτα. Έψαξε στο πανέρι.
-Τι κατοικία, ρώτησε μ' ένα είδος σφυρίγματος φιδιού.
-Εξοχική κατοικία Λος Ομπούες, απάντησα με δηλητηριώδη ηρεμία.
Μετά από ψάξιμο, που επίτηδες αργοπορούσε, πήρε το γράμμα στα χέρια της κι άρχισε να το εξετάζει, σαν να της το έδιναν να το αγοράσει και αμφέβαλε για την αξία της αγοράς.
-Έχει μόνο τα αρχικά και διεύθυνση, είπε.
-Και τι μ' αυτό;
-Τι αποδείξεις έχετε ότι είστε το πρόσωπο που έστειλε το γράμμα;
-Έχω το αντίγραφο, είπα δείχνοντάς το.
Το πήρε, το κοίταξε και μου το επέστρεψε.
-Και πως ξέρουμε πως είναι το αντίγραφο της επιστολής;
-Είναι πολύ απλό: ανοίγουμε το φάκελο και το επαληθεύουμε.
Η γυναίκα δίστασε ένα λεπτό, κοίταξε τον κλειστό φάκελο κι ύστερα μου είπε:
-Και πως θα ανοίξουμε αυτό το γράμμα δίχως να ξέρουμε πως είναι δικό σας;Δεν μπορώ να κάνω τέτοιο πράγμα.
Ο κόσμος άρχισε πάλι να διαμαρτύρεται. Εμένα μου ερχόταν να κάνω καμιά βαρβαρότητα.
-Αυτό το αντίγραφο δεν ισχύει σαν απόδειξη, κατέληξε εκείνος ο μπούφος.
-Νομίζετε πως η ταυτότητα θα ήταν αρκετή; ρώτησα με ειρωνική ευγένεια.
-Η ταυτότητα;
Σκέφτηκε, κοίταξε πάλι το φάκελο κι έπειτα αποφάνθηκε:
-Όχι, η ταυτότητα μόνο, όχι. Γιατί στο γράμμα υπάρχουν μόνο τα αρχικά. Θα πρέπει να μου δείξετε κι ένα πιστοποιητικό διαμονής. Προμηθευτείτε μια βεβαίωση από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής σας κι ελάτε.
Σκέφτηκε ακόμα ένα λεπτό και πρόσθεσε:
-Αν και είναι δύσκολο να μην έχετε αλλάξει σπίτι από τότε που ενηλικιωθήκατε. Είναι σχεδόν βέβαιο, λοιπόν, πως θα χρειαστείτε επίσης το πιστοποιητικό διαμονής.
Μια έξαλλη οργή με κυρίεψε κι ένιωσα να παίρνει σβάρνα και τη Μαρία (και το πιο περίεργο) και τη Μιμή.
-Στείλτε το λοιπόν έτσι, και πηγαίνετε στο διάβολο! της φώναξα, ενώ έφευγα.
Βγήκα από το ταχυδρομείο, ενώ χίλιοι διάβολοι έβραζαν μέσα μου. Μέχρι που σκέφτηκα μήπως, γυρίζοντας στη θυρίδα, μπορούσα να κάψω με κάποιο τρόπο το πανέρι με τα γράμματα. Αλλά πως;Πετώντας ένα σπίρτο; Ήταν εύκολο να σβήσει την ώρα που θα το πετούσα. Ρίχνοντας ένα μικρό στουπί με λιγάκι βενζίνη, το αποτέλεσμα θα ήταν σίγουρο. Αυτό όμως περιέπλεκε τα πράγματα. Όπως και να 'ταν, σκέφτηκα να περιμένω να σχολάσει η βάρδια της για να βρίσω τη γεροντοκόρη.
_____________
Μετά από αναμονή μιας ώρας αποφάσισα να φύγω. Τι θα κέρδιζα βρίζοντας αυτή την ανόητη; Απ' την άλλη πλευρά κατά τη διάρκεια αυτής της ώρας έκανα μια σειρά από σκέψεις με αποτέλεσμα να ηρεμήσω: το γράμμα ήταν πολύ εντάξει, και θα ήταν πολύ καλό να φτάσει στα χέρια της Μαρίας. (Πολλές φορές μου έχει συμβεί αυτό: να πολεμήσω ανόητα ενάντια σ' ένα εμπόδιο που δε μ' αφήνει να κάνω κάτι που το θεωρώ αναγκαίο ή συμφέρον, να δέχομαι με λύσσα την αναποδιά και τελικά, ύστερα από καιρό, να διαπιστώσω πως το πεπρωμένο είχε δίκαιο). Στην πραγματικότητα, όταν έκατσα να γράψω το γράμμα, το έκανα χωρίς να σκεφτώ υπερβολικά, μέχρι του σημείου που μερικές προσβλητικές φράσεις να φαίνονται άδικες. Αλλά τώρα, καθώς σκεφτόμουν όλα όσα προηγήθηκαν από το γράμμα, θυμήθηκα ξαφνικά κι ένα όνειρο που είδα κάποια από εκείνες τις νύχτες του μεθυσιού: κατασκοπεύοντας από μια κρυψώνα, έβλεπα τον εαυτό μου καθισμένο σε μια καρέκλα, στη μέση ενός σκοτεινού δωματίου, χωρίς έπιπλα και στολίδια και πίσω μου δύο πρόσωπα που κοίταζαν μ' έκφραση διαβολικής ειρωνείας: το ένα ήταν η Μαρία, το άλλο ο Χάντερ.
Όταν θυμήθηκα το όνειρο αυτό μια απαρηγόρητη θλίψη, με κυρίεψε. Εγκατέλειψα την είσοδο του ταχυδρομείου κι άρχισα να περπατώ βαριά.
Λίγο αργότερα βρέθηκα καθισμένοςστη Ρεκολέτα, σε ένα παγκάκι που είναι κάτω από ένα γιγαντιαίο δέντρο. Τα μέρη, τα δέντρα, τα μονοπάτια που περάσαμε τις ωραιότερες μας στιγμές μεταμόρφωσαν τις ιδέες μου. Τι ήταν, επιτέλους, αυτό που εγώ συγκεκριμένα είχα εναντίον της Μαρίας; Οι καλύτερες στιγμές της αγάπης μας (το πρόσωπό της κάποια στιγμή, ένα τρυφερό βλέμμα, το χάδι του χεριού της στα μαλλιά μου) άρχισαν να κυριεύουν γλυκά την ψυχή μου, με την ίδια στοργή που μεταφέρεται ένα αγαπημένο πλάσμα που είχε ένα ατύχημα και δεν αντέχει στην παραμικρή απότομη κίνηση. Σιγά σιγά συντελέστηκε μέσα μου μια σύγχυση, η θλίψη μετατράπηκε σε αγωνία, το μίσος ενάντια στη Μαρία σε μίσος ενάντια στον ίδιο μου τον εαυτό και η χαύνωσή μου σε μια απότομη ανάγκη να τρέξω σπίτι μου. Κι ενώ έφτανα στο ατελιέ μου, κατάλαβα τι ήταν αυτό που ήθελα: να της μιλήσω, να της τηλεφωνήσω στο εξοχικό, αμέσως, δίχως χασομέρι. Πως δεν το είχα σκεφτεί αυτό πιο πριν;
Όταν με συνέδεσαν, σχεδόν δεν είχα τη δύναμη να μιλήσω. Απάντησε ένας υπηρέτης. Του είπα πως ήθλα να μιλήσω χωρίς καθυστέρηση στην κυρία Μαρία. Σε λίγο μου απάντησε η ίδια φωνή, για να μου πεί πως η κυρία θα μου τηλεφωνούσε ύστερα από μια ώρα, περίπου.
Η αναμονή μου φάνηκε ατέλειωτη.
Δε θυμάμαι καλά τα λόγια εκείνης της συζήτησης από το τηλέφωνο, αλλά ναι, θυμάμαι πως αντί να της ζητήσω συγνώμη για το γράμμα (ο λόγος που με είχε υποκινήσει να τηλεφωνήσω), κατέληξα να της πω πράγματα πιο σκληρά από αυτά που περιείχε η επιστολή. Ευνόητο είναι πως αυτό δεν έγινε αδικαιολόγητα. Η αλήθεια είναι πως εγώ άρχισα να της μιλώ με ταπεινοσύνη και τρυφερότητα, άρχισε όμως να μ' εξάπτει ο πονεμένος τόνος της φωνής της και το γεγονός πως δεν απαντούσε σε καμιά από τις συγκεκριμένες ερωτήσεις μου, όπως άλλωστε το συνήθιζε. Ο διάλογος, ή μάλλον ο μονόλογός μου, αύξαινε σε βιαιότητα κι όσο πιο βίαιος γινόταν, τόσο εκείνη φαινόταν πιο πονεμένη, πράγμα που ακόμα περισσότερο με εξαγρίωνε, γιατί είχα απόλυτη συνείδηση πως είχα δίκιο και πόσο άδικος ήταν ο πόνος της. Τέλειωσα λέγοντάς της με ξεφωνητά πως θα σκοτωνόμουν, πως ήταν μια θεατρίνα και πως ήταν ανάγκη να τη δω αμέσως στο Μπουένος Άιρες.
Δεν απάντησε σε καμιά από τις συγκεκριμένες ερωτήσεις μου αλλά, τελικά, μπροστά στην επιμονή μου και τις απειλές μου ότι θα σκοτωθώ, μου υποσχέθηκε να έρθει στο Μπουένος Άιρες την επομένη “αν και δεν ήξερε για ποιο λόγο”.
-Το μόνο που θα πετύχουμε, πρόσθεσε με φωνή πολύ αδύνατη, θα είναι να πληγωθούμε σκληρά ακόμα μια φορά.
-Αν δεν έρθεις, θα σκοτωθώ, επανέλαβα τελικά. Σκέψου το καλά πριν πάρεις οποιαδήποτε απόφαση.
Ακούμπησα το ακουστικό δίχως να προσθέσω τίποτα άλλο κι η αλήθεια είναι πως εκείνη τη στιγμή ήμουν αποφασισμένος να σκοτωθώ, αν εκείνη δεν ερχόταν να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Απόμεινα περίεργα ικανοποιημένος με την απόφασή μου αυτή. “Θα δει”, σκέφτηκα, σαν να επρόκειτο για απειλή.


ΕΡΝΕΣΤΟ ΣΑΜΠΑΤΟ
ΤΟ ΤΟΥΝΕΛ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΓΙΑ-ΜΑΡΙΑ ΡΟΥΣΣΟΥ
ΘΕΩΡΗΣΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΑΡΤΗ

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΜΟΔΙΣΤΡΑΣ – ERNESTO SABATO


...Τώρα παραδείγματος χάρη, πως στο διάβολο θα άνοιγα εκείνη την πόρτα;
Είχα σταθεί στο πλατύσκαλο και σκεφτόμουνα: βρισκόμουν άραγε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού ή του διαμερίσματος που είχα φανταστεί όταν ήμουν στην μικρή πλατεία; Δώδεκα σκαλιά, είκοσι πόντους ύψος καθένα τους, κάνανε κάτι λιγότερο από τρία μέτρα, πράγμα που σήμαινε ότι το διαμέρισμά πίσω απ' αυτή την πόρτα θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίπεδο του δρόμου και, σχεδόν με βεβαιότητα, να έχει κάποια κανονική είσοδο σε κάποιον από τους γειτονικούς δρόμους. Ισως να ήταν ένα συνηθισμένο μικρομάγαζο. Δεν ξέρω πως μου μπήκε η ιδέα ότι θα μπορούσε να είναι το σπίτι κάποιας μοδίστρας.
Ποιός θα μπορούσε να υποψιαστεί, πράγματι, ότι το εργαστήρι μιας μοδίστρας ήταν δυνατό να είναι η είσοδος ενός μεγάλου λαβύρινθου; Το ότι ο ανθρωπάκος που έμοιαζε στον Πιερ Φρενέ δεν είχε μπει παρ' όλα αυτά από την κανονική είσοδο ήταν λογικό: τι θα μπορούσαν να ζητούν στο σπίτι μιας μοδίστρας δύο άντρες από τους οποίους ο ένας ήταν τυφλός; Για μια και μόνο φορά ίσως θα ήταν δυνατό να γίνει η επίσκεψη, χωρίς να τραβήξει την προσοχή, όμως όχι κατ' επανάληψη, γιατί ο κόσμος θα άρχιζε να φαντάζεται άλλα πράγματα και δεν πιστεύω ότι η Σέκτα θα είχε αποκλείσει την πιθανότητα να βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο ένα άτομο σαν κι εμένα. Ωστόσο, ήταν λιγικό να διατηρεί ένα ακατοίκητο σπίτι που θα της χρησίμευε ως είσοδος.
Αυτά σκεφτόμουν επίμονα ενόσω περίμενα απέναντι από εκείνο το μυστηριώδες πορτάκι. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος, αφού εκείνη την ώρα η μοδίστρα θα έπρεπε να κοιμάται: ήταν τεσσερεσήμισι το πρωί.
Τα πάντα είχαν εκμηδενιστεί. Και με τον ίδιο τρόπο που όταν αποτύχει ένα πραξικόπημα, οι επαναστάτες χαρακτηρίζονται ληστές και γελοίοι, έβρισκα κι εγώ τώρα τον εαυτό μου τελείως γελοίο. Κοίταζα το άσπρο μπαστούνι μου λέγοντάς μέσα μου: Πόσο μεγάλος και γραφικός ηλίθιος είμαι! Ενας ενήλικας κάποιος που έχει διαβάσει τον Χέγκελ και έχει πάρει μέρος στη ληστεία μιας τράπεζας, βρίσκεται τώρα σ' ένα υπόγειο του Μπουένος Αιρες, μπροστά σ' ένα πορτάκι ενός διαμερίσματος όπου υποθέτει ότι μένει κάποια ψευτομοδιστρούλα που υπηρετεί κάποια μυστική Στοά. Δεν είναι εντελώς παράλογο;
Και το άσπρο μπαστούνι που το ξανακοίταξα ρίχνοντας πάνω του το φως του φακού μου, μ' εκείνο το είδος της βασανιστικής ηδονής που νιώθουμε πιέζοντας κάποιες πληγές που μας πονούν, έκανε να φαίνεται ακόμα πιο παράλογη η κατάστασή μου.
Εντάξει, είπα μέσα μου, τελείωσε αυτή η ιστορία.
Ημουν έτοιμος να πάρω το δύσκολο και δυσάρεστο δρόμο της επιστροφής, όταν μου ήρθε ξαφνικά στο μυαλό ότι ήταν πιθανό να μην είναι κλειδωμένη η πόρτα. Αυτή η ιδέα γέννησε μέσα μου μια νέα και ελπιδοφόρα ταραχή, αφού δεν φαντάστηκα εκείνη τη στιγμή το συμπέρασμα που θα μπορούσα να βγάλω από εκείνη την εμφανώς ευνοϊκή περίσταση: το τρομερό συμπερασμα ότι με περίμεναν!
Ξαναγύρισα προς το πορτάκι, και, φωτίζοντάς το, έμεινα για μια στιγμή διστακτικός. “Οχι”, είπα μέσα μου, “δεν ήταν δυνατό. Αυτή η πόρτα πρέπει να είναι ανοιχτή μόνο όταν περιμένουν κάποιον τυφλό με τον αγγελιαφόρο”.
Παρ' όλα αυτά, μια τρομακτική προαίσθηση οδήγησε το χέρι μου μέχρι το πόμολο. Το έστριψα και έσπρωξα.
Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη!

Εσκυψα όσο χρειαζόταν για να διαβώ εκείνο το πορτάκι και μπήκα στο δωμάτιο.
Μια παγερή ηλεκτρική εκκένωση συντάραξε το κορμί μου: το φως του φακού φώτισε μπροστά μου ένα πρόσωπο.
Μια τυφλή με παρατηρούσε. Ηταν σαν μια παρουσία από την Κόλαση, μια μαύρη και παγωμένη Κόλαση.
Ηταν φανερό ότι η τυφλή δεν είχε τρέξει σ' εκείνη τη μικρή μυστική πόρτα αλαφιασμένη από τους μικρούς θορύβους που θα μπορούσε να είχε προκαλέσει η είσοδός μου. Οχι: ήταν ντυμένη και ήταν προφανές ότι ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕ.
Αγνοώ το χρόνο που, πριν λιποθυμίσω, έμεινα απολιθωμένος εξαιτίας του παγερού και φοβερού βλέμματος εκείνης της μέδουσας.
Ποτέ πριν δεν είχα λιποθυμήσει και αργότερα αναρωτήθηκα αν η λιποθυμία μου είχε προκληθεί από το φόβο ή από τις μαγικές δυνάμεις της τυφλής, αφου, καθώς μου φαίνεται τώρα λογικό, εκείνη η ιεροφάντισσα ήταν ικανή να απελευθερωνει ή αν προσκαλεί διαμονιακές δυνάμεις.
Στην πραγματικότητα, δεν λιποθύμησα τελείως, δεν έχασα τις αισθήσεις μου, αλλά, πέφτοντας χάμω (αν και θα ήταν καταλληλότερο να έλεγα “καθώς σωριάστηκα κατά γης”), άρχισε να με καταλαμβάνει ένας λήθαργος, μια καταπόνηση που κυρίευσε ταχύτατα τους μύες μου, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που συμβαίνει με κάποιον που προσβάλλεται βίαια από γρίπη.
Θυμάμαι το ολοένα μεγαλύτερο σφυροκόπημα στα μηλίγγια μου, μέχρι που κάποια στιγμή είχα την αίσθηση ότι τιναζόταν στον αέρα το κεφάλι μου, όπως μια ηαφιαστιακή καλντέρα που πιέζεται από χιλιάδες ατμόσφαιρες.
Αρχισε ν' ανεβαίνει στο κορμί μου ένα είδος πυρετού, σαν ένα υγρό που κοχλάζει σε μια χύτρα, ενώ ταυτόχρονα μια φωσφορική αντάυγεια έκανε ολοένα πιο ορατή μέσα στο σκοτάδι την τυφλή.
Ωσπου μια έκρηξη φάνηκε να σπαει τα τύμπανά μου, κάνοντάς με να πέσω ή, όπως είπα κιόλας, να σωριαστώ αναίσθητος στο πάτωμα εκείνου του δωματίου.

ERNESTO SABATO
ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΤΑΦΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΛΑΜΠΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ