Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SIR JAMES GEORGE FRAZER. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SIR JAMES GEORGE FRAZER. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Τα Ρωμαϊκά Σατουρνάλια – Sir James George Frazer


...Είδαμε ότι πολλοί λαοί έχουν κάθε χρόνο μια περίοδο ελευθερίας, όπου οι συνηθισμένοι νομικοί και ηθικοί περιορισμοί παραμερίζονται, όπου ολόκληρος ο πληθυσμός παραδίνεται σε υπερβολική ευθυμία και χαρά και όπου τα πιο σκοτεινά πάθη βρίσκουν μια διέξοδο, η οποία ποτέ δεν θα τους δινόταν μέσα στην πιο σοβαρή και ήρεμη πορεία της καθημερινής ζωής. Τέτοιες εκρήξεις των συγκρατημένων δυνάμεων της ανθρώπινης φύσης, πολύ συχνά εκφυλισμένων σε άγρια όργια ακολασίας κι εγκληματικότητας, συμβαίνουν συνήθως κατά το τέλος του χρόνου και πολλές φορές συνδέονται, όπως είχα την ευκαιρία να δείξω, με τη μια ή την άλλη γεωργική εποχή, κυρίως όμως με την περίοδο της σποράς ή της συγκομιδής. Τώρα, από όλες αυτές τις περιόδους ελευθερίας, εκείνη η οποία είναι πιο γνωστή και η οποία στη σύγχρονη γλώσσα έδωσε το όνομά της στις υπόλοιπες, είναι τα Σατουρνάλια. Αυτή η περίφημη γιορτή έπεφτε το Δεκέμβριο, τον τελευταίο μήνα του ρωμαϊκού έτους, και υποτίθεται ότι σ’ αυτήν γιορταζόταν με δημοφιλή τρόπο η χαρούμενη βασιλεία του Κρόνου, του θεού της σποράς και της γεωργίας, που είχε ζήσει στη γη προ πολλού ως δίκαιος και αγαθοεργός βασιλιάς της Ιταλίας. Αυτός συγκέντρωσε τους άξεστους και διασκορπισμένους στα βουνά κατοίκους, τους δίδαξε να καλλιεργούν τη γη, τους έδωσε νόμους και κυβέρνησε ειρηνικά. Η βασιλεία του ήταν η θρυλική Χρυσή Εποχή: η γη γεννούσε άφθονα αγαθά. Κανένας ήχος πολέμου ή διχόνοιας δεν τάραζε τον ευτυχισμένο κόσμο. Καμιά ολέθρια αγάπη για το χρήμα δε δηλητηρίαζε το αίμα των εργατικών κι ευχαριστημένων χωρικών. Η δουλεία και η ιδιοκτησία ήταν το ίδιο άγνωστες. Όλοι οι άνθρωποι είχαν από κοινού όλα τα αγαθά. Στο τέλος, ο καλός θεός, ο ευγενής βασιλιάς, χάθηκε ξαφνικά, αλλά η μνήμη του διατηρήθηκε διαμέσου των αιώνων. Προς τιμήν του υψώθηκαν ιερά, και πολλοί λόφοι και υψώματα στην Ιταλία είχαν το όνομά του. Η λαμπρή, όμως, παράδοση της βασιλείας του αμαυρώθηκε από μια σκοτεινή σκιά: λένε ότι οι βωμοί του είχαν λεκιαστεί από το αίμα ανθρώπινων θυμάτων, τα οποία αργότερα μια πιο σπλαχνική εποχή αντικατέστησε με ομοιώματα. Γι’ αυτή τη σκοτεινή πλευρά της θρησκείας του θεού υπάρχουν λίγα ή μάλλον καθόλου ίχνη στις περιγραφές που μας άφησαν οι αρχαίοι συγγραφείς για τα Σατουρνάλια. Το γλέντι και η κραιπάλη και όλες οι τρελές αναζητήσεις ηδονής είναι τα χαρακτηριστικά που φαίνονται ότι είχαν κυρίως σημαδέψει αυτό το καρναβάλι της αρχαιότητας, καθώς συνεχιζόταν για εφτά μέρες στους δρόμους, στις δημόσιες πλατείες και στα σπίτια της αρχαίας Ρώμης, από τις δεκαεφτά μέχρι τις είκοσι τρεις Δεκεμβρίου.
Αλλά κανένα χαρακτηριστικό του εορτασμού δεν είναι τόσο αξιοσημείωτο, τίποτε σ’ αυτό δε φαίνεται να εντυπωσίαζε τους αρχαίους περισσότερο από τα προνόμια που δίνονταν στους σκλάβους εκείνες τις ημέρες. Η διάκριση ανάμεσα στις τάξεις των ελεύθερων και των δούλων καταργούνταν προσωρινά. Ο σκλάβος μπορούσε να βρίζει τον κύριό του, να μεθά, όπως οι ανώτεροί του, να κάθεται στο τραπέζι μαζί τους, χωρίς καμιά επίπληξη για τη διαγωγή του, για την οποία σε οποιαδήποτε άλλη εποχή θα μπορούσε να τιμωρηθεί με μαστίγωμα, φυλάκιση ή θάνατο. Ακόμη περισσότερο, οι αφέντες άλλαζαν πραγματικά θέση με τους σκλάβους τους και τους σέρβιραν στο τραπέζι και μόνο όταν ο δουλοπάροικος τέλειωνε το φαγητό και το ποτό, καθαριζόταν το τραπέζι και τοποθετούνταν το γεύμα για τον κύριό του. Αυτή η αντιστροφή των κοινωνικών τάξεων έφτανε σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε οικογένεια γινόταν για λίγο καιρό μια πλαστή δημοκρατία, στην οποία τα υψηλά αξιώματα της πολιτείας έπαιρναν οι σκλάβοι, που έδιναν τις διαταγές τους και απένειμαν δικαιοσύνη σαν να είχαν στην πραγματικότητα όλη την τιμή της υπατείας, της πραιτωρίας και της δικαστικής αρχής. Σαν την ωχρή αντανάκλαση δύναμης που δινόταν στους δούλους κατά τα Σατουρνάλια, ήταν και η ψεύτικη βασιλεία, για την οποία οι ελεύθεροι έριχναν κλήρο κατά την ίδια εποχή. Το άτομο στο οποίο έπεφτε ο κλήρος, χαιρόταν τον τίτλο του βασιλιά κι έβγαζε διαταγές, εύθυμου και κωμικού χαρακτήρα, προς τους προσωρινούς υπηκόους του. Έναν από αυτούς μπορούσε να τον διατάξει ν’ ανακατέψει το κρασί, άλλον να πιει, άλλον να τραγουδήσει, άλλον να χορέψει, άλλον να μιλήσει με περιφρόνηση για τον εαυτό του και άλλον να μεταφέρει στην πλάτη του, γύρω από το σπίτι, μια αυλητρίδα.
Τώρα, όταν θυμηθούμε ότι η ελευθερία που δινόταν στους σκλάβους, κατά την εορταστική αυτή περίοδο, υποτίθεται ότι ήταν μίμηση της κατάστασης της κοινωνίας την εποχή του Κρόνου και ότι γενικά τα Σατουρνάλια δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια προσωρινή αναβίωση ή παλινόρθωση της βασιλείας αυτού του εύθυμου μονάρχη, παρακινούμαστε να εικάσουμε πως ο ψεύτικος βασιλιάς, ο οποίος πρωτοστατούσε στα όργια, μπορεί αρχικά να αντιπροσώπευε τον ίδιο τον Κρόνο. Η εικασία επιβεβαιώνεται αρκετά, αν όχι πλήρως, από μια πολύ περίεργη κι ελκυστική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο γιόρταζαν τα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι στρατιώτες που ήταν τοποθετημένοι στο Δούναβη, κατά τη βασιλεία του Μαξιμιανού και του Διοκλητιανού. Η περιγραφή έχει διασωθεί σε μια αφήγηση του μαρτυρίου του Αγίου Δάσιου, η οποία ήρθε στην επιφάνεια από ένα ελληνικό χειρόγραφο στο Μιλάνο και στο Βερολίνο. Ένα από αυτά είχε ήδη δει το φως σ’ ένα δυσνόητο τόμο, που τυπώθηκε στο Ουρμπίνο το 1727, αλλά η σημασία του για την ιστορία της ρωμαϊκής θρησκείας αρχαίας και σύγχρονης, φαίνεται ότι είχε περάσει απαρατήρητη, μέχρι τότε που ο καθηγητής Cumont τράβηξε την προσοχή των λογίων και για τις τρεις αφηγήσεις, δημοσιεύοντας τες πριν από μερικά χρόνια. Σύμφωνα με αυτές τις αφηγήσεις, οι οποίες έχουν όλα τα στοιχεία για να φαίνονται αυθεντικές, και από τις οποίες η πιο μακροσκελής είναι πιθανό να βασίζεται σε επίσημα έγγραφα, οι Ρωμαίοι στρατιώτες στο Ντουροστόρουμ της Κάτω Μυσίας γιόρταζαν τα Σατουρνάλια χρόνο παρά χρόνο, με τον ακόλουθο τρόπο: Τριάντα μέρες πριν από τον εορτασμό, διάλεγαν με κλήρο ανάμεσά τους ένα νέο και όμορφο άντρα, ο οποίος στη συνέχεια ντυνόταν με βασιλική στολή, για να μοιάζει με τον Κρόνο. Με τη στολή αυτή και με τη συνοδεία πολλών στρατιωτών, τριγύριζε μέσα στον κόσμο, με πλήρη ελευθερία να παραδίνεται στα πάθη του και να γεύεται κάθε ευχαρίστηση, όσο αισχρή και χυδαία και αν ήταν. Αλλά, παρ’ όλο που η βασιλεία του ήταν εύθυμη, ήταν σύντομη και τελείωνε τραγικά. Γιατί όταν περνούσαν οι τριάντα ημέρες και έφτανε η γιορτή του Κρόνου, αυτός έκοβε το λαιμό του πάνω στο βωμό του θεού, τον οποίο υποδυόταν. Κατά το έτος 303 μ.Χ., ο κλήρος έπεσε στο χριστιανό στρατιώτη Δάσιο, ο οποίος, όμως, αρνήθηκε να παίξει το ρόλο του ειδωλολατρικού θεού και να μολύνει με διαφθορά τις τελευταίες του μέρες. Τα επιχειρήματα και οι απειλές του διοικητή του Bassus δεν κατάφεραν να κλονίσουν τη σταθερότητά του κι έτσι αποκεφαλίστηκε στο Ντουροστόρουμ, όπως αναφέρει το χριστιανικό μαρτυρολόγιο με λεπτομερή ακρίβεια, από το στρατιώτη Ιωάννη, την Παρασκευή, την εικοστή μέρα του Νοεμβρίου, που ήταν η εικοστή τέταρτη μέρα του φεγγαριού, την τέταρτη ώρα.
Αφότου δημοσιεύτηκε αυτή η αφήγηση από τον καθηγητή Cumont, ο ιστορικός της χαρακτήρας, τον οποίο αμφισβητούσαν ή αρνούνταν, επιβεβαιώθηκε από μια σημαντική ανακάλυψη. Στην κρύπτη του καθεδρικού ναού, ο οποίος είναι κορόνα στο ακρωτήριο της Αγκώνα, σώζεται, ανάμεσα σε άλλες αξιοσημείωτες αρχαιότητες, μια άσπρη μαρμάρινη σαρκοφάγος, η οποία έχει μια ελληνική επιγραφή, με γράμματα της εποχής του Ιουστινιανού, που αναφέρει τα εξής: «Εδώ είναι θαμμένος ο άγιος μάρτυρας Δάσιος, φερμένος από το Ντουροστόρουμ». Η σαρκοφάγος μεταφέρθηκε το 1848, στην κρύπτη του καθεδρικού ναού, από τη εκκλησία του Αγίου Πελεγκρίνο, κάτω από τον υψηλό βωμό της οποίας, όπως μαθαίνουμε από λατινική επιγραφή εντοιχισμένη στη λιθοδομή, τα οστά του μάρτυρα αναπαύονται ακόμη μαζί με τα οστά δύο άλλων αγίων. Δεν ξέρουμε για πόσο χρόνο βρισκόταν η σαρκοφάγος στην εκκλησία του Αγίου Πελεγκρίνο, αλλά αναφέρεται ότι ήταν εκεί κατά το 1650. μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι τα λείψαν του Αγίου μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Αγκώνα, σε κάποια εποχή των ταραγμένων αιώνων που ακολούθησαν το μαρτύριό του, όταν κυριεύτηκε η Μυσία και αφανίστηκε από αλλεπάλληλες ορδές βαρβάρων επιδρομέων. Πάντως φαίνεται βέβαιο από την ανεξάρτητη και αμοιβαία επιβεβαιωτική απόδειξη του μαρτυρολογίου και των μνημείων ότι ο Δάσιος δεν ήταν μυθικός άγιος, αλλά πραγματικός άνθρωπος, ο οποίος πέθανε για την πίστη του στο Ντουροστόρουμ, κατά τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής. Βρίσκοντας την αφήγηση του ανώνυμου μαρτυρολόγου έτσι επιβεβαιωμένη ως προς το βασικό γεγονός, δηλαδή το μαρτύριο του Αγίου Δάσιου, μπορούμε λογικά να δεχτούμε την κατάθεσή του για τον τρόπο και την αιτία του μαρτυρίου, όλο και περισσότερο, γιατί η αφήγησή του είναι ακριβής, λεπτομερής και τελείως απαλλαγμένη από το θαυματουργό στοιχείο. Επομένως καταλήγω ότι η αφήγηση που κάνει αυτός για τον εορτασμό των Σατουρναλίων, μεταξύ των Ρωμαίων στρατιωτών, είναι αξιόπιστη.
Αυτή η αφήγηση βάζει κάτω από ένα καινούριο και θαμπό φως το ρόλο του βασιλιά των Σατουρναλίων, του αρχαίου Κυρίου της Κακοδιοίκησης, ο οποίος πρωτοστατούσε στα χειμερινά όργια της Ρώμης, την εποχή του Οράτιου και του Τάκιτου. Αυτό φαίνεται ν’ αποδείχνει ότι η δουλειά του δεν ήταν πάντοτε ενός άλλου αρλεκίνου ή γελωτοποιού, του οποίου η μοναδική φροντίδα ήταν να κρατά ζωντανό το γλέντι και να κάνει τη διασκέδαση γρήγορη και ορμητική, ενώ η φωτιά άναβε κι έτριζε στο τζάκι, ενώ οι δρόμοι γέμιζαν από χαρούμενα πλήθη και διαμέσου της καθαρής, παγωμένης ατμόσφαιρας, μακριά προς το βορρά, το Σύρακτο έδειχνε το στέμμα του από χιόνι. Όταν συγκρίνουμε αυτό τον κωμικό μονάρχη της ζωηρής, της πολιτισμένης μητρόπολης, με το βλοσυρό αντίστοιχό του της απολίτιστης κατασκήνωσης στο Δούναβη και όταν θυμηθούμε τη μεγάλη σειρά παρόμοιων μορφών, κωμικών, αλλά μολαταύτα τραγικών, οι οποίες σε άλλες εποχές και άλλες χώρες, φορώντας ψεύτικα στέμματα και τυλιγμένες σε βασιλικά σάβανα, έπαιζαν τις μικρές τους φάρσες για λίγες ώρες ή μέρες και στη συνέχεια περνούσαν πριν την ώρα τους σ’ ένα βίαιο θάνατο, δύσκολα μπορούμε ν’ αμφιβάλλουμε ότι στο Βασιλιά των Σατουρναλίων στη Ρώμη, όπως τον έχουν περιγράψει οι κλασικοί συγγραφείς, βλέπουμε μόνο ένα αδύνατο ευνουχισμένο αντίγραφο αυτού του πρωτότυπου, του οποίου τα έντονα χαρακτηριστικά έχουν διατηρηθεί, ευτυχώς για εμάς, από τον άγνωστο συγγραφέα του Μαρτυρίου του Αγίου Δασίου. Με άλλα λόγια, η περιγραφή του μαρτυρολόγου των Σατουρναλίων συμφωνεί τόσο πολύ με τις περιγραφές παρόμοιων ιεροτελεστιών αλλού, τις οποίες αυτός δε θα μπορούσε ίσως να γνωρίζει, ώστε η ουσιαστική ακρίβεια της περιγραφής του μπορεί να θεωρηθεί θεμελιωμένη. Επιπλέον, αφού το έθιμο της θανάτωσης ενός ψεύτικου βασιλιά, ως αντιπρόσωπο του θεού, δεν μπορεί να βγήκε από μια συνήθεια διορισμού του ως πρωτοστάτη σ’ ένα γιορτινό όργιο, γιατί το αντίθετο μπορούσε κάλλιστα να συμβαίνει, δικαιωνόμαστε στην υπόθεση ότι, σε μια προγενέστερη και πιο βάρβαρη εποχή, αυτό ήταν γενική συνήθεια στην αρχαία Ιταλία, όπου επικρατούσε η λατρεία του Κρόνου, δηλαδή να διαλέγουν έναν άντρα ο οποίος έπαιζε το ρόλο του Κρόνου και απολάμβανε όλα τα πατροπαράδοτα προνόμιά του, για μια εποχή, και μετά πέθαινε είτε από το δικό του χέρι είτε από άλλον, με μαχαίρι ή στην πυρά ή στην αγχόνη, υπό την ιδιότητα του καλού θεού που έδωσε τη ζωή του για τον κόσμο. Στην ίδια τη Ρώμη και σε άλλες μεγάλες πόλεις, η ανάπτυξη του πολιτισμού ίσως ν’ απάλυνε το άγριο αυτό έθιμο πολύ πριν από την εποχή του Αυγούστου και να το μετέτρεψε στην αθώα μορφή που έχει στα έργα μερικών κλασικών συγγραφέων οι οποίοι δίνουν μια σύντομη πληροφορία για τη γιορτή του Βασιλιά των Σατουρναλίων. Αλλά σε απομακρυσμένες περιοχές, η πιο παλιά και πιο τραχιά συνήθεια μπορεί να επέζησε για πολύ. Ακόμη όμως, και όταν μετά την ενοποίηση της Ιταλίας η ρωμαϊκή κυβέρνηση κατέστειλε τη βαρβαρική συνήθεια, η ανάμνησή της θα παραδινόταν από τους χωρικούς και πότε πότε θα έτεινε να οδηγήσει, όπως συμβαίνει ακόμη σ’ εμάς με τις κατώτερες μορφές δεισιδαιμονίας, σε αναβίωση του εθίμου, κυρίως μεταξύ των άξεστων στρατιωτών στα περίχωρα της αυτοκρατορίας, πάνω στα οποία το άλλοτε σιδερένιο χέρι της Ρώμης άρχιζε να χαλαρώνει το σφίξιμό του.
Η ομοιότητα μεταξύ των Σατουρναλίων της αρχαίας Ιταλίας και του Καρναβαλιού της σύγχρονης εποχής έχει παρατηρηθεί πολλές φορές. Αλλά στο φως όλων των γεγονότων που έχουν έρθει μπροστά μας μπορούμε κάλλιστα να ρωτήσουμε αν η ομοιότητα αυτή δεν ανέρχεται σε ταύτιση. Είδαμε ότι στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία, όπου η επιρροή της Ρώμης έχει φτάσει στον πιο μεγάλο βαθμό και με την πιο μεγάλη διάρκεια, ένα περίβλεπτο χαρακτηριστικό του Καρναβαλιού είναι η γελοία φιγούρα που εκπροσωπεί την εορταστική περίοδο και που, μετά από μια σύντομη καριέρα δόξας και ακολασίας, την πυροβολούν δημόσια, καίνε ή καταστρέφουν αλλιώς, με προσποιητή λύπη ή γνήσια ευχαρίστηση του λαού. Εάν η άποψη για το Καρναβάλι που διατυπώνεται εδώ είναι σωστή, αυτό το αλλόκοτο πρόσωπο δεν είναι άλλο παρά ένας απευθείας διάδοχος του παλαιού Βασιλιά των Σατουρναλίων, του κυρίου των οργίων, του πραγματικού άντρα που εκπροσωπούσε τον Κρόνο και που, όταν τα όργια τελείωναν, έβρισκε πραγματικό θάνατο κάτω από την ψεύτικη ιδιότητά του. Ο Βασιλιάς του Φασολιού της Δωδέκατης Νύχτας και ο μεσαιωνικός Επίσκοπος των Παλιάτσων, Αβάς του Παραλόγου ή Κύριος της Κακοδιοίκησης, είναι φιγούρες του ίδιου είδους και μπορεί να είχαν παρόμοια προέλευση. Είτε αυτό ήταν έτσι είτε όχι, μπορούμε να συμπεράνουμε με μεγάλη πιθανότητα ότι, αν ο Βασιλιάς του Δάσους της Αρικίας ζούσε και πέθαινε ως ενσάρκωση θεότητας του δάσους, αυτός είχε από παλιά αντίστοιχο στη Ρώμη, τους άντρες που, χρόνο με χρόνο, φονεύονταν υπό την ιδιότητα του Βασιλιά Κρόνου, του θεού της σποράς και της βλάστησης του σπόρου.


Sir James George Frazer
Ο Χρυσός Κλώνος
Μελέτη για τη Μαγεία και τη Θρησκεία Τόμος Δ'
Μετάφραση Μπονίτα Μπικάκη
Εκδόσεις Εκάτη 1994

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΣΤΗ ΔΥΣΗ – SIR JAMES GEORGE FRAZER


Η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας των θεών και του αγαπημένου της ή του γιου της ήταν πολύ λαοφιλής στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επιγραφές αποδείχνουν ότι και οι δύο απολάμβαναν θεϊκές τιμές, ξεχωριστά ή μαζί, όχι μόνο στην Ιταλία και κυρίως στη Ρώμη, αλλά επίσης στις επαρχίες, ιδίως στην Αφρική, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βουλγαρία. Η λατρεία τους επιβίωσε και μετά την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο. Γιατί ο Σύμμαχος αναφέρει ότι επαναλαμβανόταν η γιορτή της Μεγάλης Μητέρας και ότι στις ημέρες του Αυγουστίνου οι θηλυπρεπείς ιερείς της εξακολουθούσαν να παρελαύνουν στους δρόμους και στις πλατείες της Καρχηδόνας, με ασπρισμένα πρόσωπα, ευωδιαστά μαλλιά κι επιτηδευμένο βάδισμα, ζητώντας ελεημοσύνη από τους περαστικούς, όπως οι επαίτες μοναχοί του Μεσαίωνα. Στην Ελλάδα, από την άλλη μεριά, τα αιματηρά όργια της ασιατικής θεάς και του συζύγου της φαίνεται ότι είχαν βρει μικρή απήχηση. Ο βάρβαρος και σκληρός χαρακτήρας της λατρείας, με τις παράφορες υπερβολές, ήταν χωρίς αμφιβολία αντίθετος στο καλό γούστο και στη φιλανθρωπία των Ελλήνων, οι οποίοι φαίνεται ότι προτιμούσαν τις συγγενείς αλλά πιο λεπτές ιεροτελεστίες του Άδωνη. Τα ίδια όμως χαρακτηριστικά που σόκαραν και απωθούσαν τους Έλληνες προσέλκυαν θετικά τους λιγότερο εξευγενισμένους Ρωμαίους και βαρβάρους της Δύσης. Η παραφροσύνη της έκστασης που από λάθος θεωρούνταν θεϊκή έμπνευση, η κατακρεούργηση του σώματος, η θεωρία μιας νέας γέννησης και η απαλλαγή από τις αμαρτίες μέσω της έκχυσης αίματος, όλα έχουν την αρχή τους στη βαρβαρότητα και φυσικά τραβούσαν τους λαούς εκείνους στους οποίους τα άγρια ένστικτα εξακολουθούσαν να είναι ισχυρά. Ο αληθινός τους χαρακτήρας συχνά καλυπτόταν κάτω από ένα κόσμιο πέπλο αλληγορικής ή φιλοσοφικής ερμηνείας, η οποία προφανώς ήταν αρκετή για να επιβληθεί στους εκστατικούς κι ενθουσιώδεις πιστούς, συμβιβάζοντας ακόμη και τους πιο καλλιεργημένους από αυτούς με πράγματα που, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, θα τους γέμιζαν με τρόμο και αηδία.
Η θρησκεία της Μεγάλης Μητέρας με το περίεργο ανακάτωμα άξεστης βαρβαρότητας και πνευματικών φιλοδοξιών ήταν μια από τις πολλές παρόμοιες ανατολικές θρησκείες, η οποία κατά τις τελευταίες ημέρες της ειδωλολατρίας εξαπλώθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και διαδίδοντας στους ευρωπαϊκούς λαούς ξένα ιδεώδη για τη ζωή υπονόμευε σιγά σιγά ολόκληρο το οικοδόμημα του αρχαίου πολιτισμού. Η ελληνική και ρωμαϊκή κοινωνία ήταν χτισμένες πάνω στην ιδέα της υποταγής του ατόμου στην κοινότητα, του πολίτη στην πολιτεία. Έβαζαν την ασφάλεια της κοινοπολιτείας, ως ύπατο σκοπό, πάνω από την ατομική ασφάλεια, σ’ αυτόν ή σ’ ένα μελλοντικό κόσμο. Εκπαιδευμένοι από την αρχή της ζωής τους με αυτό το αφιλόκερδο ιδεώδες οι πολίτες αφιερώνονταν στο δημόσιο καθήκον και ήταν έτοιμοι να πέσουν για το κοινό καλό. Ή, εάν δίσταζαν μπροστά στην ύψιστη θυσία, ποτέ δε σκέφτονταν ότι ενεργούσαν με διαφορετικό τρόπο παρά με ευτέλεια, αφού προτιμούσαν την προσωπική τους υπόσταση από τα συμφέροντα της χώρας τους. Αυτό άλλαξε με την εξάπλωση των ανατολικών θρησκειών, οι οποίες χάραξαν την επικοινωνία της ψυχής με το Θεό και την αιώνια σωτηρία ως τα μόνα αντικείμενα για τα οποία άξιζε να ζει κανείς και μπροστά στα οποία η ευημερία και ακόμη και αυτή η ύπαρξη της πολιτείας έπεφταν σε δεύτερη μοίρα. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτού του εγωιστικού και ανήθικου δόγματος ήταν ν’ αποσπάσει τον πιστό όλο και περισσότερο από τη δημόσια υπηρεσία, να συγκεντρώσει τις σκέψεις του πάνω στις δικές του πνευματικές συγκινήσεις και να προκαλέσει μέσα του περιφρόνηση για την επίγεια ζωή, την οποία θεωρούσε απλώς ως δοκιμασία για μια άλλη ζωή καλύτερη και αιώνια. Ο άγιος και ο ασκητής, περιφρονητικοί στα γήινα και κυριευμένοι από έκσταση στη σκέψη του ουρανού, έγιναν για την κοινή γνώμη το υψηλότερο ιδανικό της ανθρωπότητας, εκτοπίζοντας το παλιό ιδανικό του πατριώτη και του ήρωα, ο οποίος ζει ξεχνώντας τον εαυτό του και είναι έτοιμος να πεθάνει για το καλό της πατρίδας του. Η γήινη πολιτεία φαινόταν φτωχή και αξιοκαταφρόνητη στους ανθρώπους των οποίων τα μάτια ήταν προσηλωμένα στο όραμα της Πολιτείας του Θεού, που ερχόταν μέσα στα σύννεφα του ουρανού. Το κέντρο βάρους λοιπόν, για να το πούμε έτσι, μετατοπίστηκε από την τωρινή σε μια μελλοντική ζωή και μολονότι ο άλλος κόσμος μπορεί να κέρδισε πολλά, δεν υπάρχει αμφιβολία όμως ότι έχασε και πάρα πολλά από την αλλαγή. Άρχισε έτσι μια γενική αποσύνθεση του σώματος της πολιτείας. Οι δεσμοί μεταξύ του κράτους και της οικογένειας χαλάρωσαν. Η δομή της κοινωνίας άρχισε να διαλύεται στα ατομικά της στοιχεία και γι’ αυτό να ξαναπέφτει στη βαρβαρότητα. Γιατί ο πολιτισμός είναι δυνατός μόνο μέσω της δημιουργικής συνεργασίας των πολιτών και της προθυμίας τους να υποτάξουν τα προσωπικά τους συμφέροντα στο κοινό καλό. Οι άντρες αρνούνταν να υπερασπίσουν τη χώρα τους και ακόμη να διαιωνίσουν το είδος τους. Στην αγωνία τους να σώσουν την ψυχή τους και τις ψυχές άλλων, ήταν ευχαριστημένοι ν’ αφήσουν τον υλικό κόσμο, τον οποίο ταύτιζαν με την αρχή του κακού, να χαθεί γύρω τους. Αυτή η έμμονη ιδέα κράτησε χίλια χρόνια. Η αναβίωση του ρωμαϊκού δικαίου, της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, της αρχαίας τέχνης και φιλολογίας στο τέλος του Μεσαίωνα σημείωσαν την επιστροφή της Ευρώπης σε πιο φυσικά ιδανικά ζωής και συμπεριφοράς, σε πιο λογικές και πιο ανθρώπινες απόψεις για τον κόσμο. Το μεγάλο φρενάρισμα στην πορεία του πολιτισμού είχε τελειώσει. Το ρεύμα της ανατολικής εισβολής είχε γυρίσει πίσω. Και ακόμη αποτραβιέται.
Ανάμεσα στους θεούς ανατολικής προέλευσης, που κατά την πτώση του αρχαίου κόσμου ανταγωνίζονταν για την υποταγή της Δύσης, ήταν και ο αρχαίος περσικός θεός Μίθρας. Η πολύ μεγάλη δημοτικότητα της λατρείας του πιστοποιείται από τα σχετικά με αυτόν μνημεία που βρέθηκαν διασπαρμένα σε αφθονία μέσα σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Σε σύγκριση με τα δύο δόγματα και τις ιεροτελεστίες η λατρεία του Μίθρα φαίνεται να παρουσιάζει πολλά σημεία ομοιότητας όχι μόνο με τη θρησκεία της Μητέρας των θεών, αλλά και του χριστιανισμού. Η ομοιότητα ξάφνιασε και αυτούς ακόμη τους χριστιανούς μελετητές και ερμηνεύτηκε ως έργο του διαβόλου, που προσπαθούσε να αποπλανήσει τις ψυχές των ανθρώπων από την πραγματική τους πίστη με μια δόλια απομίμηση. Έτσι, στους Ισπανούς κατακτητές του Μεξικού και του Περού πολλές από τις ντόπιες ειδωλολατρικές ιεροτελεστίες φάνηκαν διαβολικές απομιμήσεις των χριστιανικών μυστηρίων. Με μεγαλύτερη πιθανότητα ο σύγχρονος μελετητής της συγκριτικής θρησκειολογίας ανιχνεύει τέτοιες ομοιότητες στις ανάλογες και ανεξάρτητες λειτουργίες του ανθρώπινου μυαλού, στις άδολες, αν και άξεστες προσπάθειες του να ερευνήσει τα μυστικά του σύμπαντος και να ρυθμίσει τη μικρή του ζωή σύμφωνα με τα φοβερά μυστήρια. Όπως κι αν έχει το πράγμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μιθραϊκή θρησκεία αποδείχτηκε φοβερός αντίπαλος του χριστιανισμού, συνδυάζοντας τη σοβαρή τελετουργία με βλέψεις για ηθική καθαρότητα και ελπίδα για αιωνιότητα. Πράγματι, το αποτέλεσμα της διαμάχης μεταξύ των δύο θρησκειών για κάποια εποχή φαίνεται αμφίρροπο. Ένα διαφωτιστικό απομεινάρι του μακροχρόνιου αυτού αγώνα διατηρείται στη γιορτή μας των Χριστουγέννων, την οποία φαίνεται ότι η Εκκλησία έχει δανειστεί απευθείας από τον ειδωλολάτρη αντίπαλό της. Στο Ιουλιανό ημερολόγιο η εικοστή πέμπτη Δεκεμβρίου υπολογιζόταν ως το χειμερινό ηλιοστάσιο και θεωρούνταν ως η Γέννηση του Ήλιου, γιατί η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει και η δύναμη του ήλιου ν’ αυξάνει από αυτό το σημείο στροφής του χρόνου. Η τελετουργία λοιπόν της γέννησης, όπως φαίνεται να γινόταν στη Συρία και την Αίγυπτο, ήταν αξιοσημείωτη. Αυτοί που έπαιρναν μέρος στην εορτή αποσύρονταν σε ορισμένους εσωτερικούς ιερούς χώρους, από τους οποίους έβγαιναν τα μεσάνυχτα κραυγάζοντας δυνατά: «Η Παρθένος γέννησε! Το φως μεγαλώνει!» Οι Αιγύπτιοι ακόμη παρουσίαζαν το νεογέννητο Ήλιο με την εικόνα νηπίου, το οποίο έφερναν στα γενέθλιά του κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο και το έδειχναν στους πιστούς. Χωρίς αμφιβολία η Παρθένος που συνελάμβανε έτσι και γεννούσε ένα γιο την εικοστή πέμπτη Δεκεμβρίου ήταν η μεγάλη ανατολική θεά, την οποία οι Σημίτες ονόμαζαν Ουράνια Παρθένα ή απλώς Ουράνια Θεά. Στις σημιτικές περιοχές ήταν μια μορφή της Αστάρτης. Ο Μίθρας πάλι κανονικά ταυτιζόταν από τους πιστούς του με τον Ήλιο, τον Αήττητο Ήλιο, όπως τον ονόμαζαν. Επομένως, η γέννηση του Μίθρα έπεφτε επίσης στις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου. Τα Ευαγγέλια δε λένε τίποτα για την ημέρα γέννησης του Χριστού και γι’ αυτό η πρώτη Εκκλησία δεν την εόρταζε. Με τον καιρό όμως οι χριστιανοί της Αιγύπτου άρχισαν να θεωρούν την έκτη Ιανουαρίου ως ημερομηνία της Γέννησης. Και το έθιμο ανάμνησης της γέννησης του Σωτήρα αυτή την ημέρα διαδόθηκε σιγά σιγά, μέχρι που τον τέταρτο αιώνα εδραιώθηκε πια στην Ανατολή. Αλλά στο τέλος του τρίτου ή στην αρχή του τέταρτου αιώνα, η Δυτική Εκκλησία, η οποία ποτέ δεν αναγνώρισε την έκτη Ιανουαρίου ως ημέρα της Γέννησης, υιοθέτησε την εικοστή πέμπτη Δεκεμβρίου ως την αληθινή ημερομηνία και με τον καιρό η απόφασή της έγινε αποδεχτή και από την Ανατολική Εκκλησία. Στην Αντιόχεια, η αλλαγή δεν εφαρμόστηκε μέχρι περίπου το 375 μ. Χ.

Ποιες σκέψεις λοιπόν οδήγησαν τις εκκλησιαστικές αρχές να θεσπίσουν τη γιορτή των Χριστουγέννων; Τα κίνητρα γι’ αυτόν το νεωτερισμό εκθέτονται με μεγάλη ειλικρίνεια από ένα Σύριο χριστιανό συγγραφέα. Που μας πληροφορεί ότι «ο λόγος που οι Πατέρες μετέφεραν τον εορτασμό της έκτης Ιανουαρίου στις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου ήταν ο ακόλουθος: οι ειδωλολάτρες είχαν συνήθεια να γιορτάζουν κατά την εικοστή πέμπτη Δεκεμβρίου τα γενέθλια του Ήλιου και ν’ ανάβουν φωτιές ως σημάδι για την εορτή. Σ’ αυτούς τους πανηγυρισμούς και τις γιορτές έπαιρναν επίσης μέρος και οι χριστιανοί. Επομένως, όταν οι πατέρες της Εκκλησίας αντιλήφθηκαν ότι οι χριστιανοί είχαν κλίση προς αυτή τη γιορτή, έκαναν συμβούλιο και έκριναν ότι η πραγματική Γέννηση έπρεπε να γιορτάζεται εκείνη ακριβώς την ημέρα και η γιορτή των Θεοφανίων την έκτη Ιανουαρίου. Έτσι, παράλληλα με το έθιμο, διατηρήθηκε η συνήθεια ν’ ανάβουν φωτιές μέχρι την έκτη Ιανουαρίου». Την ειδωλολατρική προέλευση των Χριστουγέννων υπαινίσσεται καθαρά, αν όχι παραδέχεται σιωπηλά, ο Αυγουστίνος, όταν προτρέπει τους χριστιανούς αδερφούς του να μη γιορτάζουν αυτή την επίσημη μέρα, όπως οι ειδωλολάτρες για λογαριασμό του Ήλιου, αλλά για λογαριασμό εκείνου που δημιούργησε τον Ήλιο. Ο Λέων ο Μέγας επίσης επέκρινε την ολέθρια δοξασία ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν εξαιτίας του νέου Ήλιου, όπως ονομαζόταν, και όχι εξαιτίας της γέννησης του Χριστού.
Επομένως φαίνεται ότι η χριστιανική Εκκλησία προτίμησε να γιορτάζει τα γενέθλια του ιδρυτή της την εικοστή πέμπτη Δεκεμβρίου, για να μεταφέρει την αφοσίωση των ειδωλολατρών από τον Ήλιο σ’ αυτόν που ονομαζόταν Ήλιος της Δικαιοσύνης. Εάν λοιπόν ήταν έτσι, τότε δεν μπορεί να είναι ουσιαστικά απίθανο το συμπέρασμα ότι ίσως τέτοιου είδους κίνητρα οδήγησαν τις εκκλησιαστικές αρχές να εξομοιώσουν τη γιορτή του Πάσχα, του θανάτου και της ανάστασης του Κυρίου τους, με τη γιορτή του θανάτου και της ανάστασης ενός άλλου ασιατικού θεού, η οποία έπεφτε την ίδια εποχή. Τώρα, οι πασχαλινές ιεροτελεστίες που εξακολουθούν να τηρούνται ακόμη στην Ελλάδα, στη Σικελία και στην νότια Ιταλία έχουν σε πολλά σημεία μια καταπληκτική ομοιότητα με τις ιεροτελεστίες του Άδωνη, κι εγώ επισήμανα ότι ίσως η Εκκλησία συνειδητά προσάρμοσε την καινούρια γιορτή στους ειδωλολάτρες προγόνους της, με σκοπό να κερδίσει ψυχές για τον Χριστό. Αλλά αυτή η προσαρμογή έγινε μάλλον στα μέρη του αρχαίου κόσμου που μιλούσαν ελληνικά παρά λατινικά. Γιατί η λατρεία του Άδωνη, ενώ άνθισε ανάμεσα στους Έλληνες, φαίνεται ότι μικρή εντύπωση προκάλεσε στη Ρώμη και στη Δύση. Βέβαια, ποτέ δεν αποτέλεσε μέρος της επίσημης ρωμαϊκής θρησκείας. Ο τόπος που θα μπορούσε να είναι χώρος της αγάπης για το χυδαίο, ήταν ήδη κυριευμένος από την παρόμοια, αλλά πιο βάρβαρη λατρεία του Άττη και της Μεγάλης Μητέρας. Ο θάνατος πάλι και η ανάσταση του Άττη επίσημα εορταζόταν στη Ρώμη την εικοστή τετάρτη και την εικοστή πέμπτη Μαρτίου. Η τελευταία θεωρούνταν ως η εαρινή ισημερία και συνεπώς ως η πιο κατάλληλη μέρα για την αναβίωση του θεού της βλάστησης, ο οποίος είχε πεθάνει ή κοιμόταν κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αλλά σύμφωνα με μια αρχαία και πλατιά διαδεδομένη παράδοση ο Χριστός υπέφερε την εικοστή πέμπτη Μαρτίου και επομένως μερικοί χριστιανοί γιόρταζαν κανονικά τη Σταύρωση εκείνη την ημέρα, χωρίς να λάβουν υπόψη τη φάση του φεγγαριού. Αυτό το έθιμο τηρούνταν βέβαια στη Φρυγία, την Καππαδοκία και τη Γαλατία, ενώ υπάρχει περιθώριο σκέψης ότι κάποια εποχή τηρούνταν και στη Ρώμη. Έτσι η παράδοση που τοποθετούσε το θάνατο του Χριστού την εικοστή πέμπτη Μαρτίου ήταν παλαιά και με βαθιές ρίζες. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί αστρονομικές μελέτες αποδείχνουν ότι δεν μπορεί να έχει ιστορική βάση. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι τα πάθη του Χριστού πρέπει αυθαίρετα να τοποθετούνταν σ’ αυτή την ημερομηνία, για να εναρμονιστούν με μια παλαιότερη γιορτή της εαρινής ισημερίας. Αυτή είναι η άποψη του σοφού εκκλησιαστικού ιστορικού καρδινάλιου Duchense, ο οποίος αναφέρει ότι ο θάνατος του Σωτήρα έγινε έτσι, ώστε να πέσει την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με μια πλατιά διαδομένη αντίληψη, είχε δημιουργηθεί ο κόσμος. Αλλά η ανάσταση του Άττη, ο οποίος συνδύαζε στο πρόσωπό του τους χαρακτήρες του θεϊκού Πατέρα και του θεϊκού Υιού, γιορταζόταν επίσημα στη Ρώμη την ίδια μέρα. Όταν θυμηθούμε ότι η γιορτή του Αγίου Γεωργίου τον Απρίλιο αντικατέστησε την αρχαία ειδωλολατρική γιορτή των Παριλίων, ότι η γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή τον Ιούνιο διαδέχτηκε μια ειδωλολατρική γιορτή του νερού το Μεσοκαλόκαιρο, ότι η γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου τον Αύγουστο εκτόπισε τη γιορτή της Ντιάνα, ότι η γιορτή των Ψυχών τον Νοέμβριο είναι συνέχεια μιας παλιάς ειδωλολατρικής γιορτής των νεκρών και ότι η γέννηση του Χριστού προσδιορίστηκε στο χειμερινό ηλιοστάσιο τον Δεκέμβριο, γιατί η μέρα αυτή θεωρούνταν ως η Γέννηση του Ήλιου, τότε δύσκολα μπορούμε να θεωρηθούμε ως απερίσκεπτοι και παράλογοι υποθέτοντας ότι και η άλλη θεμελιώδης γιορτή της χριστιανικής Εκκλησίας – ο εορτασμός του Πάσχα – είχε οριστεί κατά τον ίδιο τρόπο και από όμοια κίνητρα θέσπισης, προσαρμοσμένη σε μια παρόμοια γιορτή του φρυγικού θεού Άττη κατά την εαρινή ισημερία.
Είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτη σύμπτωση, αν όχι τίποτε περισσότερο, ότι οι χριστιανικές και οι ειδωλολατρικές γιορτές του θεϊκού θανάτου και της θεϊκής ανάστασης πρέπει να γιορτάζονταν την ίδια εποχή και στα ίδια μέρη. Γιατί οι τόποι που γιόρταζαν το θάνατο του Χριστού κατά την ανοιξιάτικη ισημερία ήταν η Φρυγία, η Γαλατία και προφανώς η Ρώμη, δηλαδή οι περιοχές όπου είτε είχε ξεκινήσει η λατρεία του Άττη είτε είχε ριζώσει βαθιά. Είναι δύσκολο να θεωρήσουμε αυτή τη σύμπτωση εντελώς τυχαία. Εάν η εαρινή ισημερία, η εποχή κατά την οποία στις εύκρατες περιοχές όλη η φύση μαρτυρεί μια νέα έκρηξη ζωτικής ενέργειας, είχε θεωρηθεί από παλιά ως η εποχή που ο κόσμος δημιουργούνταν κάθε χρόνο εκ νέου με την ανάσταση ενός θεού, τίποτε δε θα μπορούσε να είναι πιο φυσικό παρά να τοποθετηθεί η ανάσταση της νέας θεότητας στην ίδια χρονική στιγμή. Μένει μόνο να παρατηρηθεί ότι, αν ο θάνατος του Χριστού χρονολογούνταν την εικοστή πέμπτη Μαρτίου, η ανάστασή του, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πρέπει να έγινε την εικοστή εβδόμη Μαρτίου, που είναι ακριβώς δύο μέρες αργότερα από την εαρινή ισημερία του Ιουλιανού ημερολογίου και επίσης από την ανάσταση του Άττη. Μια παρόμοια μετάθεση δύο ημερών στη ρύθμιση των χριστιανικών εορτών με τις ειδωλολατρικές συμβαίνει στις γιορτές του Αγίου Γεωργίου και της Κοίμησης της Θεοτόκου. Όμως μια άλλη χριστιανική παράδοση που ακολούθησε ο Λακτάντιος και ίσως και η Εκκλησία της Γαλατίας τοποθετούσε το θάνατο του Χριστού την εικοστή τρίτη Μαρτίου και την ανάστασή του την εικοστή πέμπτη. Εάν αυτό ήταν έτσι, η ανάστασή του ταυτιζόταν ακριβώς με την ανάσταση του Άττη.
Πραγματικά, από τη μαρτυρία ενός ανώνυμου χριστιανού, ο οποίος έγραψε τον τέταρτο μ.Χ. αιώνα, φαίνεται ότι χριστιανοί και ειδωλολάτρες εντυπωσιάστηκαν το ίδιο από την αξιοπαρατήρητη σύμπτωση του θανάτου και της ανάστασης των αντίστοιχων θεοτήτων τους και ότι η σύμπτωση αυτή δημιούργησε μια πικρή αμφισβήτηση ανάμεσα στους οπαδούς των αντίπαλων θρησκειών, όπου οι ειδωλολάτρες υποστήριζαν πως η ανάσταση του Χριστού ήταν πλαστή μίμηση της ανάστασης του Άττη και οι χριστιανοί βεβαίωναν με το ίδιο πάθος πως η ανάσταση του Άττη ήταν διαβολική παραποίηση της ανάστασης του Χριστού. Από αυτές τις άπρεπες φιλονικίες οι ειδωλολάτρες πήραν ό,τι σ’ έναν επιφανειακό παρατηρητή θα φαινόταν ισχυρό επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι ο θεός τους ήταν παλαιοότερος και επομένως ο γνήσιος και όχι ο πλαστός, αφού σύμφωνα με το γενικό κανόνα ένα πρωτότυπο προηγείται από το αντίγραφό του. Οι χριστιανοί αντέκρουσαν με ευκολία αυτό τον αδύναμο ισχυρισμό. Παραδέχτηκαν βέβαια ότι πράγματι, σχετικά με το χρόνο, ο Χριστός ήταν νεότερη θεότητα, αλλά απέδειξαν θριαμβευτικά την πραγματική του προτεραιότητα, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα την πανουργία του Σατανά, ο οποίος πάνω σ’ ένα τόσο σημαντικό θέμα ξεπέρασε τον εαυτό του, ανατρέποντας τη συνηθισμένη διάταξη της φύσης.
Ύστερα από αυτά, οι συμπτώσεις των χριστιανικών και των ειδωλολατρικών εορτών είναι πολύ στενές και πάρα πολλές για να είναι τυχαίες. Οι συμπτώσεις αυτές σημειώνουν τον συμβιβασμό που η Εκκλησία, την ώρα του θριάμβου της, αναγκάστηκε να κάνει με τους νικημένους αλλά ακόμη επικίνδυνους αντίπαλους. Ο άκαμπτος προτεσταντισμός των πρώτων ιεραποστόλων, με τις πύρινες καταγγελίες τους για την ειδωλολατρία, μεταβλήθηκε σε μια ευλύγιστη πολιτική, μια συγκαταβατική ανεξιθρησκία, μια περιεκτική φιλανθρωπία των διορατικών κληρικών, οι οποίοι κατάλαβαν πολύ καλά ότι, εάν ο χριστιανισμός έμελλε να κατακτήσει τον κόσμο, θα πετύχαινε αυτό μόνο με τη χαλάρωση των τόσο αυστηρών αρχών του ιδρυτή του, ανοίγοντας λίγο την στενή πύλη που οδηγεί στην σωτηρία. Με βάση την άποψη αυτή μπορεί να γίνει μια διδακτική σύγκριση ανάμεσα στην ιστορία του χριστιανισμού και στην ιστορία του βουδδισμού. Και τα δύο συστήματα στην αρχή τους ήταν ουσιαστικά ηθικές μεταρρυθμίσεις, βγαλμένες από το μεγαλόψυχο ζήλο, τις υψηλές βλέψεις και την τρυφερή ευσπλαχνία των ευγενών ιδρυτών τους, οι οποίοι ήταν δύο από εκείνα τα όμορφα πνεύματα που εμφανίζονται σπάνια πάνω στη γη σαν όντα που έρχονται από ένα καλύτερο κόσμο, για να στηρίξουν και να οδηγήσουν την ασθενική και παραπλανημένη μας φύση. Και οι δύο κήρυσσαν τις ηθικές αξίες ως μέσο για την εκπλήρωση αυτού που θεωρούσαν σκοπό της ζωής, την αιώνια σωτηρία της ψυχής, αν και από μια περίεργη αντίθεση ο ένας αναζητούσε αυτή τη σωτηρία μέσα σε μια μακάρια αιωνιότητα, ενώ ο άλλος στην αιώνια λύτρωση από τα βάσανα στην εκμηδένιση. Αλλά τα αυστηρά ιδεώδη της αγιότητας που είχαν στο νου τους ήταν πάρα πολύ αντίθετα μεταξύ τους, όχι μόνο στις αδυναμίες, αλλά και στα έμφυτα ένστικτα της ανθρωπότητας και τα ακολουθούσε μόνο ένας μικρός αριθμός μαθητών, οι οποίοι απαρνιόνταν συνειδητά τους δεσμούς με την οικογένεια και την πολιτεία, για να επιτύχουν τη δική τους σωτηρία μέσα στον πλήρη αποκλεισμό της μονής. Εάν λοιπόν τέτοιες πεποιθήσεις έπρεπε να γίνουν αποδεχτές από όλα τα έθνη ή και από ολόκληρο τον κόσμο, ήταν βασικό πρώτα να τροποποιηθούν ή να μεταμορφωθούν έτσι, ώστε να συμφωνούν, μέχρι ένα σημείο, με τις προκαταλήψεις, τα πάθη και τις δεισιδαιμονίες του χυδαίου. Αυτή η πορεία του συμβιβασμού έγινε με την πάροδο των χρόνων από κάποιους οπαδούς, που ήταν φτιαγμένοι από ένα λιγότερο αιθέριο υλικό από ό,τι οι κύριοί τους και ήταν οι πιο κατάλληλοι για να μεσολαβήσουν ανάμεσα σ’ αυτούς και στον κοινό όχλο. Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου, οι δύο θρησκείες, σε ακριβή αναλογία με την αύξηση της δημοτικότητάς τους, απορροφούσαν όλο και περισσότερο από εκείνα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν θεσπιστεί με σκοπό την καταστολή τους. Τέτοια πνευματική παρακμή είναι αναπόφευκτη. Ο κόσμος δεν μπορεί να ζει στο ίδιο επίπεδο με τους μεγάλους άντρες του. Όμως δεν θα ήταν άδικο για ολόκληρο το γένος μας ν’ αποδώσουμε ολοκληρωτικά τη βαθμιαία απόκλιση του βουδδισμού και του χριστιανισμού από τα αρχικά τους πρότυπα στην πνευματική και ηθική τους αδυναμία. Γιατί ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και οι δύο αυτές θρησκείες με την εξύμνηση της δόξας και της αγαμίας χτύπησαν απευθείας τη ρίζα όχι μόνο της ευγενικής κοινωνίας, αλλά και αυτής της ανθρώπινης υπόστασης. Το χτύπημα αποκρούστηκε με τη σοφία ή τη μωρία της πολύ μεγάλης πλειονότητας του ανθρώπινου είδους, που αρνήθηκαν ν’ αρπάξουν μια ευκαιρία για να σώσουν τις ψυχές τους με τη βεβαιότητα της εξαφάνισης του γένους.


SIR JAMES GEORGE FRAZER
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΛΩΝΟΣ
ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
ΤΟΜΟΣ Γ’
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΠΟΝΙΤΑ ΜΠΙΚΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ 1992

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΖΤΕΚΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ – SIR JAMES GEORGE FRAZER


Η τιμή να ζήσει κανείς για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του θεού και να πεθάνει βίαια με την ίδια ιδιότητα, δεν περιοριζόταν μόνο στους άνδρες του Μεξικού. Και γυναίκες επιτρεπόταν ή μάλλον επιβαλλόταν ν' απολαύσουν τη δόξα και να πάρουν μέρος στην καταδίκη ως αντιπρόσωποι γυναικείων θεοτήτων. Έτσι, κατά τη μεγάλη γιορτή του Σεπτεμβρίου, από την οποία είχαν προηγηθεί εφτά ημέρες αυστηρής νηστείας, καθαγίαζαν μια νεαρή σκλάβα, δώδεκα ή δεκατριών ετών, την πιο όμορφη που μπορούσαν να βρουν, για να αντιπροσωπεύσει τη Θεά του Αραβοσίτου, Τσικομεκόχουατλ. Την έντυναν με τα στολίδια της θεάς, βάζοντας στο κεφάλι της μίτρα και στο λαιμό και στα χέρια της στάχυα αραβοσίτου, στερεώνοντας στο στέμμα του κεφαλιού της ένα πράσινο φτερό όρθιο, για να μιμείται το στάχυ του αραβοσίτου. Αυτό το έκαναν, μαθαίνουμε, για να δηλώσουν ότι ο αραβόσιτος ήταν σχεδόν ώριμος κατά την εποχή της γιορτής, αλλά επειδή ήταν ακόμα τρυφερός, διάλεγαν ένα κορίτσι τρυφερής ηλικίας για να παίξει το ρόλο της Θεάς του Αραβοσίτου. Όλη την ημέρα οδηγούσαν το φτωχό παιδί, μαζί με όλα του τα στολίδια, το πράσινο φτερό να κουνιέται στο κεφάλι του, από σπίτι σε σπίτι, χορεύοντας εύθυμα, για να χαροποιήσουν τους ανθρώπους, μετά την ανία και τις στερήσεις της νηστείας.
Το βράδυ, όλοι οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν στο ναό, οι αυλές του οποίου φωτίζονταν από πλήθος φανάρια και κεριά. Εκεί, περνούσαν τη νύχτα χωρίς να κοιμηθούν. Και τα μεσάνυχτα, ενώ οι σάλπιγγες, οι αυλοί και τα κέρατα έπαιζαν εορταστική μουσική, έφερναν έαν φορητό πλαίσιο ή φορείο, στολισμένο με γιρλάντες από στάχυα αραβοσίτου και πιπεριού και γεμάτο με σπόρους όλων των ειδών, το οποίο άφηναν μπροστά στην πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν το ξύλινο είδωλο της θεάς. Τώρα το δωμάτιο ήταν στολισμένο και στεφανωμένο, μέσα κι έξω, με στεφάνια από στάχυα αραβοσίτου και πιπεριού, από κολοκύθες, τριαντάφυλλα και κάθε είδους σπόρους, θαύμα να το βλέπεις. Όλο το πάτωμα ήταν σκεπασμένο από αυτές τις πράσινες προσφορές των ευσεβών. Όταν σταματούσε η μουσική, εμφανιζόταν μια ιερή πομπή από ιερείς και προεστούς, με κεριά που τρεμόσβηναν και θυμιατήρια που κάπνιζαν, η οποία προχωρούσε έχοντας στη μέση τη μικρή κόρη, που έπαιζε το ρόλο της θεάς. Τότε την έβαζαν ν' ανεβεί στο φορείο, όπου αυτή στεκόταν όρθια πάνω στον αραβόσιτο, στα πιπέρια και στις κολοκύθες, με τα οποία ήταν στρωμένο το φορείο, στηρίζοντας τα χέρια της σε δυο κιγκλιδώματα για να μην πέσει. Έπειτα οι ιερείς κουνούσαν γύρω της τα θυμιατήρια που κάπνιζαν. Η μουσική άρχιζε ξανά, και ενώ έπαιζε, ένας ανώτερος λειτουργός του ναού, μ' ένα ξυράφι στο χέρι του, πλησίαζε ξαφνικά τη μικρή κόρη και έκοβε μ' επιδεξιότητα το πράσινο φτερό που φορούσε στο κεφάλι της, μαζί με τα μαλλιά όπου ήταν αυτό στερεωμένο, κόβοντας το βόστρυχο από τη ρίζα. Έπειτα παρουσίαζε, με μεγάλη επισημότητα και περίπλοκες τριριμόνιες, το φτερό και τα μαλλιά στο ξύλινο είδωλο της θεάς, κλαίγοντας και ευχαριστώντας την για τους καρπούς της γης και την πλούσια σοδειά που είχε δώσει στους ανθρώπους εκείνο το χρόνο. Και καθώς αυτός έκλαιγε και προσευχόταν, όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονταν στις αυλές του ναού, έκλαιγαν και προσεύχονταν μαζί του. Όταν τελείωνε αυτή η τελετή, το κορίτσι κατέβαινε από το φορείο και οδηγούνταν με συνοδεία στο μέρος όπου θα περνούσε την υπόλοιπη νύχτα. Αλλά όλοι οι άνθρωποι φρουρούσαν στις αυλές του ναού, κάτω από το φως των δαυλών, μέχρι τα χαράματα.

Με τον ερχομό της ημέρας, οι αυλές του ναού εξακολουθούσαν να είναι γεμάτες από τα πλήθη, τα οποία θεωρούσαν ιεροσυλία να φύγουν από τον περίβολο. Και οι ιερείς έφερναν πάλι τη νέα ντυμένη με τη στολή της θεάς, με τη μίτρα στο κεφάλι της και τα στάχυα αραβοσίτου γύρω από το λαιμό της. Αυτή ανέβαινε ξανά στο φορητό πλαίσιο ή φορείο και στεκόταν σ' αυτό, στηριγμένη με τα χέρια της στα κιγκλιδώματα. Έπειτα οι πρεσβύτεροι του ναού το σήκωναν στους ώμους τους και, ενώ μερικοί κουνούσαν τα θυμιατήρια που κάπνιζαν και άλλοι έπαιζαν όργανα ή τραγουδούσαν, το μετέφεραν με πομπή μέσα από τη μεγάλη αυλή στη μεγάλη αίθουσα του θεού Huitzilopochtli και μετά πίσω στην αίθουσα, όπου βρισκόταν το ξύλινο είδωλο της Θεάς του Αραβοσίτου, την οποία εκπροσωπούσε η νεαρή κόρη. Εκεί, ανάγκαζαν τη νέα να κατεβεί από το φορείο και να σταθεί πάνω στο σωρό του αραβοσίτου και των λαχανικών που ήταν απλωμένα με αφθονία πάνω στο πάτωμα του ιερού δωματίου. Ενώ αυτή στεκόταν εκεί, όλοι οι πρεσβύτεροι και οι ευγενείς έρχονταν κατά σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο, κρατώντας πιατάκια γεμάτα από ξερό και πηγμένο αίμα, το οποίο είχαν πάρει από τ' αυτιά τους με κανόνα, κατά τη διάρκεια της νηστείας των εφτά ημερών. Ο ένας μετά τον άλλο κάθονταν οκλαδόν μπροστά της, που αυτό ήταν ισοδύναμο με το δικό μας πέσιμο στα γόνατα, και ξύνοντας το αίμα από το πιατάκι, το έριχνε μπροστά της ως προσφορά για την ανταπόδοση των ευεργετημάτων τα οποία αυτή, ως ενσάρκωση της Θεάς του Αραβοσίτου, είχε δώσει σ' αυτούς. Όταν οι άντρες είχαν έτσι ταπεινά προσφέρει το αίμα τους στην ανθρώπινη αντιπρόσωπο της θεάς, οι γυναίκες, σχηματίζοντας μια μεγάλη σειρά, έκαναν το ίδιο, πέφτοντας καθεμιά με τα πισινά στο έδαφος, μπροστά στο κορίτσι, και ξύνοντας το αίμα της από το πιατάκι. Η τελετή διαρκούσε πολύ, γιατί μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, όλοι ανεξαίρετα, έπρεπε να περάσουν μπροστά από την ενσαρκωμένη θεότητα και να κάνουν την προσφορά τους. Όταν αυτό τελείωνε, οι άνθρωποι γύριζαν σπίτι χαρούμενοι, για να ξεφαντώσουν με κρέας και φαγητά κάθε είδους, με τέτοια χαρά μας είπαν, όπως και οι καλοί χριστιανοί το Πάσχα, που τρώνε κρέας και άλλα αρτύσιμα αγαθά, μετά από τη μεγάλη εγκράτεια της Σαρακοστής. Και αφού έτρωγαν και έπιναν πολύ και ξεκουράζονταν μετά τη νυχτερινή αγρύπνια, επέστρεφαν τελείως αναζωογονημένοι στο ναό, για να δουν το τέλος της γιορτής.
Και το τέλος της γιορτής ήταν το εξής: Οι ιερείς, αφού συγκεντρωνόταν το πλήθος, λιβάνιζαν μ' επισημότητα τη μικρή κόρη που εκπροσωπούσε τη θεά. Μετά, την έριχναν με την πλάτη πάνω στο σωρό του αραβοσίτου και των σπόρων, έκοβαν το κεφάλι της και μαζεύοντας μέσα σ' έναν κουβά το αίμα που ανάβλυζε, ράντιζαν με αυτό το ξύλινο είδωλο της θεάς, τους τοίχους της αίθουσας και τις προσφορές από σιτηρά, πιπέρια, κολοκύθες, σπόρους και λαχανικά που ήταν απλωμένα στο πάτωμα. Ύστερα από αυτό, έγδερναν το ακέφαλο κορμί και ένας από τους ιερείς έκανε ό,τι μπορούσε για να χωρέσει ο ίδιος μέσα στο ματωμένο δέρμα. Όταν το κατόρθωνε, οι άλλοι τον έντυναν με όλα τα ρούχα που είχε φορέσει το κορίτσι. Έβαζαν τη μίτρα στο κεφάλι του, το περιδέραιο από χρυσά στάχυα αραβοσίτου γύρω από το λαιμό του και τα στάχυα αραβοσίτου από φτερά και χρυσό στα χέρια του και έτσι στολισμένο τον οδηγούσαν μπροστά στο κοινό, ενώ όλοι χόρευαν στον ήχο των τυμπάνων, και αυτός έπαιζε το ρόλο του αρχηγού της φάλαγγας, πηδώντας και μπαίνοντας επικεφαλής της πομπής, όσο πιο ζωηρά μπορούσε κανείς να περιμένει από αυτόν καθώς ήταν ενοχλημένος από το σφιχτό και γλοιώδες δέρμα του κοριτσιού και από τα ρούχα του, τα οποία πρέπει να ήταν πολύ μικρά για έναν ώριμο άντρα.


Sir James George Frazer
Ο Χρυσός Κλώνος
Μελέτη για τη Μαγεία και τη Θρησκεία
Τόμος Δ'
Μετάφραση Μπονίτα Μπικάκη
Εκδόσεις Εκάτη 1994


Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ - SIR JAMES GEORGE FRAZER



Σε μερικά μέρη έχει τροποποιηθεί το παλαιό έθιμο της θανάτωσης του βασιλιά, πράγμα που φαίνεται να επικράτησε στη Βαβυλώνα, και έχει γίνει ακόμη πιο ανώδυνο. Ο βασιλιάς εξακολουθεί να παραιτείται κάθε χρόνο για σύντομο χρονικό διάστημα και τη θέση του παίρνει ένας βασιλιάς μόνο στο όνομα' αλλά με τη λήξη της σύντομης βασιλείας του ο τελευταίος δε θανατώνεται πια, αν και μερικές φορές γίνεται μια ψεύτικη εκτέλεση, σε ανάμνησητου παλαιότερου εθίμου, κατά το οποίο αυτός θανατωνόταν πραγματικά. Ας πάρουμε παραδείγματα. Κατά το μήνα Μέακ (Φεβρουάριο), ο βασιλιάς της Καμπότζης παραιτούνταν για τρεις μέρες κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν εκτελούσε καμία πράξη εξουσίας, δεν άγγιζε τις σφραγίδες του και δε δεχόταν ούτε τα προγραμματισμένα έσοδα. Στη θέση του βασίλευε ένας προσωρινός βασιλιάς, με το όνομα Σντακ Μέακ, δηλαδή Βασιλιάς Φεβρουάριος. Το αξίωμα του προσωρινού βασιλιά ήταν κληρονομικό σε μια οικογένεια που είχε μακρινή συγγένεια με το βασιλικό οίκο' οι γιοι διαδέχονταν τους πατεράδες και οι μικρότεροι αδελφοί τους μεγαλύτερους, όπως ακριβώς και στη διαδοχή για την αληθινή βασιλεία. Μια ευνοϊκή μέρα λοιπόν, καθορισμένη από τους αστρολόγους, ο προσωρινός βασιλιάς οδηγούνταν από τους μανδαρίνους σε θριαμβευτική πορεία. Ανέβαινε σ’ έναν από τους βασιλικούς ελέφαντες και καθόταν στο βασιλικό φορείο,ενώ συνοδευόταν από στρατιώτες ντυμένους με στολές κατάλληλες, που παράσταιναν τους γειτονικούς λαούς Σιαμ, Λννάμ, Λάος κ.τ.λ. Στη θέση του χρυσού στέμματος αυτός φορούσε ένα μυτερό λευκό σκούφο και τα εμβλήματά του αντί να είναι από χρυσό στολισμένο με διαμάντια ήταν από σκληρό ξύλο. Αφού υπέβαλλε τα σεβάσματά του στον αληθινό βασιλιά, από τον οποίο έπαιρνε την εξουσία για τρεις μέρες μαζί με όλα τα έσοδα αυτής της περιόδου (αν και αυτό το τελευταίο έθιμο είχε παραμεληθεί για λίγο καιρό), στη συνέχεια πήγαινε με πομπή γύρω από το παλάτι και μέσα από τους δρόμους της πρωτεύουσας. Την τρίτη μέρα, μετά τη συνηθισμένη πορεία, ο προσωρινός βασιλιάς έδινε διαταγή να καταπατήσουν το «βουνό του ρυζιού», που ήταν μια εξέδρα από μπαμπού γύρω από την οποία υπήρχαν δεμάτια ρυζιού. Ο λαός μάζευε το ρύζι και ο καθένας έπαιρνε λίγο στο σπίτι του, για να εξασφαλίσει μια καλή σοδειά. Μια ποσότητα επίσης ρυζιού έστελναν στο βασιλιά, ο οποίος έπρεπε να το μαγειρέψει και να το προσφέρει στους μοναχούς.
Στο Σιαμ, την έκτη μέρα του φεγγαριού και τον έκτο μήνα (τέλος Απριλίου), διορίζεται ένας προσωρινός βασιλιάς, ο οποίος για τρεις μέρες απολαβαίνει τα βασιλικά προνόμια, ενώ ο πραγματικός βασιλιάς μένει κλεισμένος στο παλάτι του. Αυτός ο προσωρινός βασιλιάς στέλνει τους πολυάριθμους οπαδούς του προς όλες τις κατευθύνσεις, για να κατασχέσουν και να δημεύσουν οτιδήποτε βρουν στο παζάρι και στα ανοιχτά καταστήματα' κατάσχονται επίσης από αυτόν τα πλοία καθώς και τα κινέζικα ιστιοφόρα πλοία που φτάνουν στο λιμάνι κατά τη διάρκεια των τριών ημερών και τα οποία πρέπει ν’ αγοραστούν ξανά. Αυτός ο βασιλιάς πηγαίνει σ’ ένα χωράφι στο κέντρο της πόλης, όπου του φέρνουν ένα χρυσωμένο άροτρο που το σέρνουν βόδια, στολισμένα χαρούμενα. Αφού αλειφτεί το άροτρο και τριφτούν τα βόδια με λιβάνι, ο ψεύτικος βασιλιάς ανοίγει εννέα αυλάκια με το άροτρο, το οποίο ακολουθούν κυρίες του παλατιού, που σκορπίζουν τον πρώτο σπόρο της εποχής. Αμέσως μόλις ανοιχτούν τα εννέα αυλάκια, το πλήθος των θεατών ορμά μέσα στο χωράφι και σέρνεται ψάχνοντας για το σπόρο που μόλις έχουν σπείρει, πιστεύοντας ότι, αν τον ανακατέψουν με το σπόρο του ρυζιού, θα εξασφαλίσουν άφθονη σοδειά. Μετά βγάζουν τα βόδια από το ζυγό και βάζουν μπροστά τους ρύζι, αραβόσιτο, σουσάμι, σάγος, μπανάνες, ζαχαροκάλαμο, πεπόνια κ.τ.λ.' αυτό που θα φάνε πρώτο τα βόδια θεωρείται ότι θα πουληθεί ακριβά τον επόμενο χρόνο, αν και μερικοί άνθρωποι ερμηνεύουν τον οκονό αντίθετα. Όλο αυτό το διάστημα ο προσιορινός βασιλιάς στέκεται ακυυμπώντας σ’ ένα δέντρο με το δεξί του πόδι πάνω στ’ αριστερό γόνατο. Επειδή στέκεται έτσι, στο ένα πόδι, ο λαός τον ονομάζει Βασιλιά Χοπ (που χοροπηδά), αλλά ο επίσημος τίτλος του είναι Φάγια Φολλαθέπ, Κύριος των Ουράνιων Φιλοξενουμένων. Είναι δηλαδή έναείδος υπουργού Γεωργίας' όλα τα θέματα που έχουν σχέση με χωράφια, ρύζι κ.τ.λ. ανήκουν σ’ αυτόν. Υπάρχει ακόμη και μια άλλη τελετή, στην οποία αυτός παρασταίνει το βασιλιά. Αυτή γίνεται το δεύτερο μήνα (που πέφτει στην εποχή του κρύου) και διαρκεί τρεις ημέρες. Ο ψεύτικος βασιλιάς οδηγείται με πομπή σ’ έναν ανοιχτό χώρο απέναντι από το Ναό των Βραχμάνων, όπου υπάρχουν κοντάρια στολισμένα όπως τα Μαγιάτικα, τα οποία οι Βραχμάνες τα χρησιμοποιούν σαν κούνιες. Όση ώρα αυτοί κουνιούνται και χορεύουν, ο Κύριος των Ουράνιων Φιλοξενουμένων πρέπει να στέκεται στο ένα πόδι πάνω σ’ ένα κάθισμα φτιαγμένο από σοβατισμένα τούβλα, σκεπασμένο μ’ ένα άσπρο ύφασμα και έχοντας κρεμασμένο ένα κεντητό παραπέτασμα. Σ’ αυτή τη στάση βρίσκεται μέσα σ’ ένα ξύλινο πλαίσιο με επιχρυσωμένο στέγασμα, ενώ δύο Βραχμάνες στέκονται πλάι του, ένας σε κάθε πλευρά. Οι Βραχμάνες που χορεύουν κρατούν κέρατα βουβαλιών, με τα οποία παίρνουν νερό από ένα μεγάλο χάλκινο καζάνι και ραντίζουν τους θεατές. Αυτό υποτίθεται ότι φέρνει καλή τύχη και κάνει το λαό να ζει με ειρήνη και ησυχία, υγεία και ευημερία. Ο χρόνος που ο Κύριος των Ουράνιων Φιλοξενουμένων πρέπει να στέκεται στο ένα πόδι είναι περίπου τρεις ώρες. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύουν ότι «αποδείχνονται οι διαθέσεις των Δέβας και των πνευμάτων». Εάν αυτός κατεβάσει το πόδι του «θα χάσει την περιουσία του και ο βασιλιάς θα υποδουλώσει την οικογένειά του, καθώς πιστεύουν ότι αυτό είναι ένας κακός οιωνός που προαναγγέλλει την αστάθεια στο θρόνο και την καταστροφή της πολιτείας. Αλλά, αν καταφέρει να σταθεί, πιστεύουν ότι έχει κερδίσει μια νίκη πάνω στα κακά πνεύματα και αποκτά το προνόμιο, φαινομενικά τουλάχιστο, να κατάσχει κάθε πλοίο που μπαίνει στο λιμάνι κατά τη διάρκεια αυτών των τριών ημερών, παίρνοντας όλο του το περιεχόμενο' μπορεί επίσης να μπαίνει σε κάθε ανοιχτό κατάστημα στην πόλη και να παίρνει ό,τι θέλει».
Αυτά ήταν τα καθήκοντα και τα προνόμια του Σιαμαίου Βασιλιά Χοπ μέχρι τα μισά περίπου του δέκατου ένατου αιώνα ή και αργότερα. Κάτω από τη βασιλεία του τελευταίου φωτισμένου μονάρχη αυτή η παράξενη προσωπικότητα στερήθηκε κατά κάποιο τρόπο τις δόξες και απαλλάχτηκε από το βάρος του αξιώματός του. Παρακολουθεί και τώρα, όπως παλιά, τους Βραχμάνες που κουνιούνται σε μια αιώρα, κρεμασμένη ανάμεσα σε δυο ψηλά κατάρτια, από τα οποία το καθένα έχει ύψος κάπου ενενήντα πόδια αλλά του επιτρέπεται να κάθεται αντί να στέκεται και, παρόλο που το κοινό περιμένει να έχει το δεξί του πόδι πάνω στο αριστερό του γόνατο κατά τη διάρκεια όλης της τελετής, αυτός δε διατρέχει κίνδυνο τιμωρίας, αν ακουμπήσει το κουρασμένο του πόδι στο έδαφος, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του λαού. Και άλλα σημάδια επίσης μιλούν για την εισβολή των ιδεών και του πολιτισμού της Δύσης στην Ανατολή. Οι δημόσιοι δρόμοι που οδηγούν στη σκηνή της τελετής φράζονται με αμάξια, ενώ φανάρια και τηλεγραφικοί στύλοι, από τους οποίους γαντζώνονται σαν μαϊμούδες οι ένθερμοι θεατές, εξέχουν μέσα από το πυκνό πλήθος' και την ώρα που μια ρακένδυτη μπάντα του παλαιού τύπου, με επιδεικτικά κατακόκκινα και κίτρινα ρούχα, χτυπά τύμπανα και παίζει τρομπέτες αρχαίου τύπου η πομπή των στρατιωτών με τα γυμνά πόδια και τις λαμπρές στολές βαδίζει ζωηρά, κάτω από τους ζωηρούς ήχους μιας μοντέρνας στρατιωτικής μπάντας, που παίζει «Βαδίζοντας διά μέσου της Γεωργίας».
Την πρώτη μέρα του έκτου μήνα, την οποία θεωρούσαν αρχή του χρόνου, ο βασιλιάς και ο λαός της Σαμαρακάνδης φορούσαν καινούρια ρούχα κι έκοβαν τα μαλλιά και το γένι τους. Μετά πήγαιναν σ’ ένα δάσος κοντά στην πρωτεύουσα, όπου για εφτά μέρες έριχναν βέλη έφιπποι. Την τελευταία μέρα ο στόχος ήταν ένα χρυσό νόμισμα και αυτός που θα το χτυπούσε είχε το δικαίωμα να γίνει βασιλιάς για μια μέρα. Στην Άνω Αίγυπτο, την πρώτη μέρα του ηλιακού έτους, σύμφωνα με τον υπολογισμό των Κοπτών, δηλαδή στις δέκα Σεπτεμβρίου, όταν ο Νείλος έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο του, η κανονική κυβέρνηση σταματά τις εργασίες της για τρεις μέρες και κάθε πόλη εκλέγει το δικό της κυβερνήτη. Αυτός ο προσωρινός άρχοντας βάζει ένα είδος ψηλού σκούφου των τρελών και μια μακριά ξανθιά γενειάδα, ενώ ντύνεται μ’ έναν παράξενο μανδύα. Κρατώντας ράβδο εξουσίας και έχοντας γύρω του άντρες μεταμφιεσμένους σε γραφιάδες, δήμιους κ.τ.λ., πηγαίνει στο σπίτι του κυβερνήτη. Ο τελευταίος παραιτείται από το αξίωμα και ο ψεύτικος βασιλιάς ανεβαίνοντας στο θρόνο κάνει ένα δικαστήριο, στις αποφάσεις του οποίου ακόμα και ο κυβερνήτης με τους υπαλλήλους του οφείλουν να υπακούσουν. Μετά από τρεις μέρες ο ψεύτικος βασιλιάς καταδικάζεται σι: θάνατο. Ο παράξενος μανδύας μέσα στον οποίο ήταν κλεισμένος καίγεται, ενώ οι Φελλάχοι κυλιούνται μπροστά στις στάχτες του. Το έθιμο ίσως παραπέμπει σε κάποια παλαιότερη συνήθεια να καίγεται ένας πραγματικός βασιλιάς με μια τραγική προθυμία. Στην Ουγκάντα, οι αδελφοί του βασιλιά καίγονταν, γιατί δεν ήταν θεμιτό να χυθεί το βασιλικό αίμα.
Οι μωαμεθανοί φοιτητές του Φεξ στο Μαρόκο επιτρέπεται να διορίζουν ένα δικό τους σουλτάνο, ο οποίος βασιλεύει για μερικές εβδομάδες και είναι γνωστός ως Sultan Etulba, δηλαδή «ο Σουλτάνος των Γραφιάδων». Αυτή η σύντομη εξουσία βγαίνει σε δημοπρασία και κατακυρώνεται στον τελευταίο πλειοδότη. Αυτό έχει και μερικά ουσιαστικά προνόμια, γιατί ο κάτοχος από εκείνη τη στιγμή απαλλάσσεται από φόρους και έχει το δικαίωμα να ζητήσει μια χάρη από τον αληθινό σουλτάνο. Αυτή η χάρη σπάνια απορρίπτεται και συνήθως είναι η απελευθέρωση κάποιου φυλακισμένου. Επιπλέον οι πράκτορες του φοιτητή-σουλτάνου επιβάλλουν πρόστιμα στους καταστηματάρχες και ιδιοκτήτες κατοικιών, εναντίον των οποίων επινοούν διάφορες χιουμοριστικές επιβαρύνσεις. Ο προσωρινός σουλτάνος περιστοιχίζεται από μια πραγματική αυλή και παρελαύνει στους δρόμους με μεγαλοπρέπεια κάτω από ήχους μουσικής και επευφημίες, ενώ πάνω από το κεφάλι του κρατούν μια βασιλική ομπρέλα. Με αυτά που ονομάζουν πρόστιμα και με τις δωρεές, στις οποίες ο πραγματικός σουλτάνος προσθέτει μια γενναιόδωρη προμήθεια, οι φοιτητές έχουν αρκετά, για να ετοιμάσουν ένα θαυμάσιο συμπόσιο, όπου όλοι μαζί διασκεδάζουν με την ψυχή τους επιτρέποντας όλων των ειδών τα παιχνίδια και τις διασκεδάσεις. Κατά τις πρώτες εφτά μέρες ο ψεύτικος σουλτάνος μένει μέσα στο κολέγιο. Μετά πηγαίνει περίπου ένα μίλι έξω από την πόλη και κατασκηνώνει στην όχθη του ποταμού, ενώ συνοδεύεται από τους φοιτητές και αρκετούς από τους πολίτες. Την έβδομη μέρα της παραμονής του έξω από την πόλη τον επισκέπτεται ο πραγματικός σουλτάνος, ο οποίος ικανοποιεί το αίτημά του και του δίνει εφτά ακόμη μέρες βασιλείας, και έτσι
η βασιλεία «του Σουλτάνου των Γ ραφιάδων» διαρκεί τυπικά τρεις εβδομάδες. Αλλά, όταν περάσουν έξι μέρες της τελευταίας εβδομάδας, ο ψεύτικος σουλτάνος τρέχει πίσω στην πόλη, τη νύχτα. Αυτή η προσωρινή εξουσία του σουλτάνου πέφτει πάντοτε την άνοιξη, περίπου στις αρχές Απριλίου, και λένε ότι η αρχή της έγινε ως εξής: Όταν το 1664 ή 1665 ο Μουλάς Rasheed II πολεμούσε για το θρόνο, κάποιος Εβραίος σφετερίστηκε τη βασιλική εξουσία στην Τάζα. Αλλά η ανταρσία καταπνίγηκε γρήγορα εξαιτίιις της πίστης και της αφοσίωσης των φοιτητών, οι οποίοι κατέφυγαν σ’ ένα «πλοϊκό στρατήγημα, για να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους. Σαράντα από αυτούς στριμώχτηκαν μέσα σε μπαούλα, τα οποία στάλθηκαν ως δώρο στο σφετεριστή. Μέσα στη νύχτα και ενώ ο ανυποψίαστος Εβραίος κοιμόταν ήρεμα ανάμεσα στα μπαούλα, τα καπάκια σηκώθηκαν σιγά σιγά και οι σαράντα γενναίοι πετάχτηκαν έξω' και, αφού φόνευσαν το σφετεριστή, κατέλαβαν την πόλη στο όνομα του αληθινού σουλτάνου, ο οποίος δείχνοντας την ευγνωμοσύνη του για τη βοήθεια που του προσφέρθηκε έδωσε το δικαίωμα στους φοιτητές να διορίζουν κάθε χρόνο ένα δικό τους σουλτάνο. Η αφήγηση έχει όλα τα στοιχεία ενός μύθου, που επινοήθηκε για να εξηγήσει ένα παλαιό έθιμο, του οποίου η πραγματική σημασία και προέλευση έχουν ξεχαστεί.
Ένα έθιμο διορισμού ψεύτικου βασιλιά για μια μόνο μέρα κάθε χρόνο τηρήθηκε στο Λοστουίθιελ της Κορνουάλης μέχρι το δέκατο έκτο αιώνα. Τη «μικρή Πασχαλιάτικη Κυριακή» οι γαιοκτήμονες της πόλης και της υπαίθρου συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω των απεσταλμένων τους, και ένας από αυτούς, σε όποιον κάθε φορά έπεφτε ο κλήρος, ντυμένος χαρούμενα και ιππεύοντας με μεγαλοπρέπεια, μ’ ένα στέμμα στο κεφάλι, ένα σκήπτρο στο χέρι κι ένα ξίφος μπροστά του, διέσχιζε τον κύριο δρόμο που οδηγούσε προς την εκκλησία, ενώ τον ακολουθούσαν πειθαρχικά όλοι οι άλλοι, επίσης έφιπποι. Ο ιερέας φορώντας τα καλύτερό του ρούχα τον υποδεχόταν στην είσοδο της εκκλησίας και τον οδηγούσε, για ν’ ακούσει τη θεία λειτουργία. Φεύγοντας από την εκκλησία ο ψεύτικος βασιλιάς πήγαινε μι: την ίδια πομπή σ’ ένα σπίτι που παραχωρούνταν για τη δεξίωσή του. Εδώ, τον περίμενε, αυτόν και την ακολουθία του, μια γιορτή, κατά την οποία καθισμένος στην κεφαλή του τραπεζιού σερβιριζόταν από ανθρώπους με λυγισμένα γόνατα και με όλους τους τύπους που ταίριαζαν σ’ έναν πρίγκιπα. Η τελετή τελείωνε μι: γεύμα και κάθε άντρας γύριζε σπίτι του.
Μερικές φορές ο προσωρινός βασιλιάς ανεβαίνει στο θρόνο όχι κάθε χρόνο, αλλά μια φορά μόνο στην αρχή κάθε βασιλείας. Έτσι, στο βασίλειο των Τζάμπι της Σουμάτρας υπάρχει συνήθεια μι: την αρχή μιας καινούριας βασιλείας ν’ ανεβαίνει στο θρόνο και να ασκεί τα βασιλικά καθήκοντα για μια μόνο μέρα ένας άνθρωπος του λαού. Η προέλευση του εθίμου ερμηνεύεται από μια παράδοση κατά την οποία κάποτε ήταν πέντε γιοι βασιλικής οικογένειας, από τους οποίους οι τέσσερις μεγαλύτεροι αποκλείστηκαν από το θρόνο εξαιτίας διαφόρων σωματικών ελαττωμάτων, αφήνοντας αυτόν στο νεότερο αδελφό τους. Αλλά ο μεγαλύτερος ανέβηκε στο θρόνο για μια μέρα κι εξασφάλισε για τους διαδόχους του ένα ίδιο προνόμιο με την αρχή κάθε βασιλείας. Έτσι, το αξίωμα του προσωρινού βασιλιά είναι κληρονομικό σε μια οικογένεια συγγενή με το βασιλικό οίκο. Στο Μπιλασπούρ φαίνεται να υπάρχει το εξής έθιμο: Όταν πεθαίνει ένας Ινδός ηγεμόνας, κάποιος Βραχμάνας τρώει ρύζι από το χέρι του νεκρού ηγεμόνα και στη συνέχεια ανεβαίνει στο θρόνο για ένα χρόνο. Στο τέλος του χρόνου ο Βραχμάνας παίρνει δώρα και απομακρύνεται από την περιφέρεια, στην οποία προφανώς του απαγορεύεται να επιστρέψει. «Φαίνεται ότι επικρατεί η αντίληψη, πως το πνεύμα του Ινδού ηγεμόνα μπαίνει μέσα στο Βραχμάνα που τρώει το Khir (ρύζι και γάλα) από το χέρι του νεκρού και αυτόν το Βραχμάνα προφανώς τον παρακολουθούν προσεκτικά όλο το χρόνο και δεν του επιτρέπουν να φύγει μακριά». Το ίδιο ή παρόμοιο έθιμο πιστεύουν ότι επικρατεί στις λοφώδεις πολιτείες της Κάνγκρα. Το έθιμο της εξορίας του Βραχμάνα που αντιπροσωπεύει το βασιλιά μπορεί να είναι υποκατάστατο της θανάτωσής του. Κατά την ενθρόνιση ενός πρίγκιπα στην Καρινθία, ένας χωρικός, στην οικογένεια του οποίου το αξίωμα ήταν κληρονομικό, ανέβαινε σε ένα μαρμάρινο κάθισμα, ανάμεσα στα λιβάδια μιας μεγάλης κοιλάδας' στα δεξιά του στεκόταν μια μαύρη μητέρα-αγελάδα και στ’ αριστερά του μια αδύνατη άσχημη φοράδα, ενώ γύρω του ήταν συγκεντρωμένο ένα πλήθος χωρικών. Μετά ο μελλοντικός πρίγκιπας, ντυμένος χωρικός και κρατώντας ραβδί βοσκού, πήγαινε κοντά του, ενώ συνοδευόταν από αυλικούς και άρχοντες. Όταν ο χωρικός τον διέκρινε, φώναζε: «Ποιός είναι αυτός που βλέπω να έρχεται τόσο περήφανος;» και ο λαός απαντούσε: «Ο πρίγκιπας της χώρας». Τότε ο χωρικός παραχωρούσε, έπειτα από προτροπή, το μαρμάρινο κάθισμα στον πρίγκιπα παίρνοντας ως αντάλλαγμα εξήντα πένες, την αγελάδα, τη φοράδα καθώς και απαλλαγή από τους φόρους. Αλλά, πριν παραχωρήσει τη θέση του, έδινε στον πρίγκιπα ένα ελαφρό χτύπημα στο μάγουλο.
Μερικά σημεία γι’ αυτούς τους προσωρινούς βασιλιάδες αξίζει να τα λάβουμε ιδιαίτερα υπόψη, πριν περάσουμε σε άλλη απόδειξη. Πρώτα πρώτα, τα παραδείγματα της Καμπότζης και του Σιάμ δείχνουν καθαρά ότι οι θεϊκές ή μαγικές λειτουργίες του βασιλιά είναι αυτές που μεταβιβάζονται κυρίως στον προσωρινό του «ντίΜίταστάτη. Λυτό φαίνεται από τη δοξασία ότι, εάν ο προσωρινός βασιλιάς του Σιάμ κρατούσε το πόδι του ψηλά, κέρδιζε μια νίκη πάνω στα κακά πνεύματα' εάν πάλι το άφηνε κάτω, έβαζε σι: κίνδυνο την ύπαρξη της πολιτείας του. Η τελετή επίσης στην Καμπότζη, όπου ποδοπατούν το «βουνό του ρυζιού», και η τελετή του Σιάμ, όπου οργώνουν και σπέρνουν, είναι μαγικές ενέργειες, για να προκαλέσουν μια πλούσια συγκομιδή, όπως φαίνεται από το γεγονός, ότι εκείνοι που φέρνουν στο σπίτι λίγο από το πατημένο ρύζι ή από το σπαρμένο σπόρο πιστεύουν πως θα εξασφαλίσουν μια καλή σοδειά. Επιπλέον, όταν ο Σιαμαίος αντιπρόσωπος του βασιλιά οδηγεί το άροτρο, οι άνθρωποι τον παρακολουθούν ανήσυχα, όχι για να δουν αν ανοίγει ίσιο αυλάκι, αλλά για να επισημάνουν το ακριβές σημείο του ποδιού του όπου φτάνει ο ποδόγυρος του μεταξωτού ενδύματός του' γιατί από αυτό υποτίθεται ότι εξαρτιέται ο καιρός και η σοδειά της εποχής που ακολουθεί. Εάν ο Κύριος των Ουράνιων Φιλοξενουμένων έχει δέσει τα ρούχα του και ο ποδόγυρος είναι πάνω από τα γόνατα, ο καιρός θα είναι υγρός και πολλές βροχές θα καταστρέψουν τη συγκομιδή. Εάν πάλι ο ποδόγυρος φτάνει στον αστράγαλο, θα επακολουθήσει ξηρασία. Αλλά, εάν ο ποδόγυρος κρέμεται ακριβώς στη μέση της γάμπας του, ο καιρός θα είναι καλός και η σοδειά άφθονη. Η πορεία της φύσης και μαζί με αυτήν η ευημερία ή η συμφορά του λαού εξαρτιώνται άμεσα από την παραμικρή κίνηση ή συμπεριφορά του αντιπροσώπου του βασιλιά. Αλλά το έργο της αύξησης της σοδειάς, του οποίου την ευθύνη έχουν οι προσωρινοί βασιλιάδες, είναι μία από εκείνες τις μαγικές λειτουργίες που υποτίθεται ότι ασκούσαν οι βασιλιάδες στην πρωτόγονη κοινωνία. Ο κανονισμός, ότι ο ψεύτικος βασιλιάς έπρεπε να στέκεται με το ένα πόδι πάνω σ’ ένα ψηλό κάθισμα στον ορυζώνα, ίσως αρχικά σήμαινε μια μαγική ενέργεια, που βοηθούσε να ψηλώσουν τα σπαρτά' αυτός τουλάχιστον ήταν ο σκοπός μιας παρόμοιας τελετής που τηρήθηκε από τους παλαιούς Πρώσους. Το πιο ψηλό κορίτσι, στηριγμένο στο ένα πόδι πάνω σ’ ένα κάθισμα, με την ποδιά του γεμάτη πίτες και έχοντας μια κούπα με μπράντι στο δεξί χέρι και ένα κομμάτι από φλοιό φτελιάς ή φλαμουριάς στο αριστερό, προσευχόταν στο θεό Ουεϊζγκάνθος να γίνει το λινάρι τόσο ψηλό, όσο ήταν το δικό του μπόι, όπως στεκόταν πάνω στο κάθισμα. Μετά, αφού έπινε το περιεχόμενο της κούπας, τηνξαναγέμιζε και την άδειαζε στο έδαφος σαν μια προσφορά στον Ουεϊζγκάνθος, ενώ στη συνέχεια έριχνε κάτω τις πίτες για τα πνεύματα που ακολουθούσαν το θεό. Εάν η κόρη κατόρθωνε να μείνει στηριγμένη στο ένα πόδι σε όλη τη διάρκεια της τελετής, αυτό ήταν καλός οιωνός και σήμαινε ότι η συγκομιδή του λιναριού θα ήταν καλή' αλλά, αν άφηνε το πόδι της κάτω, υπήρχε κίνδυνος η συγκομιδή να καταστραφεί. Την ίδια ίσως σημασία έχει και η ταλάντευση εκείνη των Βραχμάνων, την οποία άλλοτε παρακολουθούσε ο Κύριος των Ουράνιων Φιλοξενούμενων, ενώ στεκόταν στο ένα πόδι. Σύμφωνα με τις αρχές της ομοιοπαθητικής ή μιμητικής μαγείας, ίσως να πίστευαν ότι, όσο πιο ψηλά κουνιόνταν οι ιερείς, τόσο πιο ψηλό θα γινόταν το ρύζι. Γιατί η τελετή περιγράφεται ως γιορτή συγκομιδής και οι Λεττονοί της Ρωσίας χρησιμοποιούν την ταλάντευση με τη βεβαιωμένη πρόθεση να επηρεάσουν την ανάπτυξη της σοδειάς. Την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού, ανάμεσα στο Πάσχα και στη γιορτή του Αγ. Ιωάννου (θερινό ηλιοστάσιο), κάθε Λεττονός χωρικός λένε ότι αφιερώνει ώρες της αργίας του, για να κουνιέται σε κούνιες' γιατί, όσο πιο πολύ υψώνεται στον αέρα, τόσο πιο ψηλό θα γίνει το λινάρι του αυτή την περίοδο.
Στις προηγούμενες περιπτώσεις ο προσωρινός βασιλιάς διορίζεται, σύμφωνα μ’ ένα έθιμο, κανονικά κάθε χρόνο. Αλλά σε άλλες περιπτώσεις ο διορισμός γίνεται μόνο σε έκτακτη ανάγκη, όπως για ν’ ανακουφίσει τον πραγματικό βασιλιά από κάποιο πραγματικό ή επικείμενο κακό, το οποίο στρέφει σ’ έναν αντικαταστάτη, ο οποίος παίρνει τη θέση του στο θρόνο για κάποιο σύντομο διάστημα. Η ιστορία της Περσίας παρέχει παραδείγματα τέτοιων ευκαιριακών αναπληρωτών του Σάχη. Έτσι, όταν το 1591 ο Σάχης Αμπάς ο Μέγας προειδοποιήθηκε από τους αστρολόγους του ότι τον απειλούσε ένας σοβαρός κίνδυνος, προσπάθησε ν’ αποτρέψει τον οιωνό εγκαταλείποντας το θρόνο και διορίζοντας κάποιον άπιστο με το όνομα Yusoofee, προφανώς χριστιανό, για να βασιλεύσει στη θέση του. Ο αντικαταστάτης στέφθηκε και για τρεις μέρες, αν μπορούμε να βασιστούμε στους Πέρσες ιστορικούς, απόλαυσε όχι μόνο το όνομα και τη θέση αλλά και τη δύναμη του βασιλιά. Στο τέλος της σύντομης βασιλείας του θανατώθηκε. Έτσι, με αυτή τη θυσία εκπληρώθηκε η πρόβλεψη των άστρων' και ο Αμπάς, που ανέβηκε πάλι στο θρόνο του στην πιο ευνοϊκή στιγμή, πήρε υπόσχεση από τους αστρολόγους του για μια μεγάλη και ένδοξη βασιλεία.



SIR JAMES GEORGE FRAZER
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΛΩΝΟΣ
ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
ΤΟΜΟΣ Β'
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΠΟΝΙΤΑ ΜΠΙΚΑΚΗ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΜΑΤΖΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ 1991


SIR JAMES GEORGE FRAZER

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ ΤΟΥ ΑΤΤΗ – SIR JAMES GEORGE FRAZER



Ένας άλλος θεός του οποίου ο υποθετικός θάνατος και η ανάσταση είχαν βαθιές ρίζες στην πίστη και στις τελετουργίες της δυτικής Ασίας είναι ό Άττης. Αυτός ήταν για τη φρυγία ό,τι ο Άδωνης για τη Συρία. Όπως ο Άδωνης έτσι κι αυτός φαίνεται πως ήταν θεός της βλάστησης, κι ο θάνατός του καθώς και η ανάστασή του θρηνούνταν και εορτάζονταν κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια μιας ανοιξιάτικης γιορτής. Οι μύθοι και οι ιεροτελεστίες των δύο θεών έμοιαζαν τόσο πολύ, ώστε μερικές φορές οι αρχαίοι τους ταύτιζαν. Για τον Άττη έλεγαν ότι ήταν ένας όμορφος νεαρός βοσκός, προσφιλής στην Κυβέλη, τη Μητέρα των θεών, τη μεγάλη ασιατική θεά της γονιμότητας, που είχε την κατοικία της στη Φρυγία. Μερικοί μάλιστα έλεγαν ότι ο Άττης ήταν γιος της. Η γέννησή του, όπως και πολλών άλλων ηρώων, λέγεται ότι υπήρξε θαυμαστή. Η μητέρα του, η Νάνα, ήταν παρθένα και τον συνέλαβε βάζοντας ένα ώριμο αμύγδαλο ή ρόδι στο στήθος της. Πράγματι, στη φρυγική κοσμογονία το αμύγδαλο θεωρούνταν πατέρας όλων των πραγμάτων, ίσως γιατί το λεπτό λιλά άνθος του είναι από τους πρώτους κήρυκες της άνοιξης, που εμφανίζεται στα γυμνά κλαδιά, πριν βγουν τα φύλλα. Τέτοιοι μύθοι παρθένων μητέρων είναι υπολείμματα μιας εποχής, παιδικής άγνοιας, όταν οι άντρες δεν είχαν ακόμη αντιληφθεί ότι η σεξουαλική επαφή ήταν η πραγματική αιτία της δημιουργίας απογόνων. Υπάρχουν δυο διαφορετικές εκδοχές για το θάνατο του Άττη. Σύμφωνα με την πρώτη, αυτός σκοτώθηκε από έναν κάπρο όπως ο Άδωνης. Σύμφωνα με τη δεύτερη, ευνούχησε ο ίδιος τον εαυτό του κάτω από ένα πεύκο σ' εκείνο το σημείο από αιμορραγία. Λέγεται ότι η δεύτερη εκδοχή είναι μια τοπική ιστορία που έλεγε ο λαός της Πεσσινούς, μεγάλου κέντρου λατρείας της Κυβέλης, και ολόκληρος ο μύθος, του οποίου η ιστορία αυτή αποτελεί μέρος, έχει ένα χαρακτήρα βιαιότητας και αγριότητας, που δείχνει καθαρά την αρχαιότητά του. Και οι δύο μύθοι μπορούν να θεωρηθούν έθιμο ή μάλλον και οι δύο επινοήθηκαν προφανώς για να εξηγήσουν ορισμένα έθιμα που τηρούνταν από τους λατρευτές. Η ιστορία του αυτοακρωτηριασμού του Άττη είναι σαφώς μια προσπάθεια να δοθεί κάποια εξήγηση για τον αυτοακρωτηριασμό των ιερέων του, που ευνούχιζαν οι ίδιοι τον εαυτό τους, πριν μπουν στην υπηρεσία της θεάς. Η ιστορία του θανάτου του από τον κάπρο ίσως ειπώθηκε για να εξηγήσει γιατί οι πιστοί του, και ιδιαίτερα ο λαός της Πεσσινούς, δεν έτρωγαν χοιρινό κρέας. Όμοια και οι πιστοί του Άδωνη δεν έτρωγαν χοιρινό, γιατί ένας κάπρος είχε σκοτώσει το θεό τους. Λέγεται ακόμη ότι ο Άττης μετά το θάνατό του έγινε πεύκο.
Τη λατρεία της φρυγικής Μητέρας των θεών υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι το 204 π.Χ., προς το τέλος του μακροχρόνιου πολέμου τους με τον Αννίβα. Γιατί το πεσμένο τους φρόνημα είχε ανεβεί την κατάλληλη στιγμή από μια προφητεία, που ισχυρίζονταν ότι έβγαινε από αυτό τον πρόσφορο κυκεώνα μωρολογίας των Σιβυλλικών Βιβλίων, ότι δηλαδή ο ξένος επιδρομέας θα έφευγε από την Ιταλία εάν έφερναν στη ρώμη τη μεγάλη ανατολίτικη θεά. Έτσι έφυγαν αμέσως πρεσβευτές για την ιερή πόλη Πεσσινούς της Φρυγίας. Σ' αυτούς δόθηκε η μικρή μαύρη πέτρα που ενσωμάτωνε την ισχυρή θεότητα και μεταφέρθηκε στη Ρώμη. Εκεί έγινε δεκτή με μεγάλο σεβασμό και τοποθετήθηκε στο ναό της Νίκης στον Παλατίνο Λόφο. Η θεά έφτασε εκεί στα μέσα Απριλίου κι άρχισε αμέσως δουλειά. Γιατί τέτοια συγκομιδή, όπως εκείνης της χρονιάς, είχαν να δουν για πολύ καιρό και τον αμέσως επόμενο χρόνο ο Αννίβας και οι βετεράνοι του μπάρκαραν για την Αφρικη. Καθώς αυτός κοίταζε για τελευταία φορά τις ιταλικές ακτές που ξεμάκραιναν πίσω του, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η Ευρώπη, η οποία απέκρουσε το στρατό του, θα υποχωρούσε στους θεούς της Ανατολής. Η εμπροσθοφυλακή των νικητών είχε ήδη στρατοπεδεύσει στην καρδιά της Ιταλίας, πριν η οπισθοφυλακή του νικημένου στρατού αναχωρήσει σκυθρωπή από τις ακτές της.
Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε, αν και δεν έχει γίνει λόγος για κάτι τέτοιο, ότι η Μητέρα των θεών έφερε μαζί της στη νέα της κατοικία στη Δύση και τη λατρεία του νεαρού αγαπημένου της η γιου της. Οι Ρωμαίοι βέβαια ήταν εξοικιωμένοι με τους Γαλλους, τους ευνουχισμένους ιερείς του Άττη, πολύ πριν από το τέλος της Δημοκρατίας. Αυτά τα εκφυλισμένα όντα, με την ανατολίτιη ενδυμασία τους και τα μικρά είδωλα κρεμασμενα στο στήθος τους, φαίνεται ότι αποτελούσαν ένα οικείο θέαμα στους δρόμους της Ρώμης, τους οποίους διέσχιζαν σε πομπή, μεταφέροντας το είδωλο της θεάς και ψάλλοντας τους ύμνους τους υπό τον ήχο των κυμβάλων και των σείστρων, των αυλών και των κεράτων, ενώ ο λαός, κάτω από την εντύπωση της φανταστικής επίδειξης και την επίδραση των άγριων ασμάτων, τους έριχνε άφθονα δώρα και σκέπαζε το είδωλο, καθώς κι αυτούς που το κρατούσαν, με τριαντάφυλλα. Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος προχώρησε περισσότερο, όταν ενσωμάτωσε τη φρυγική λατρεία του ιερού δέντρου και μαζί μ' αυτήν τις οργιαστικές ίσως τελετές του Άττη στην καθιερωμένη ήδη ρωμαϊκή θρησκεία. Η μεγάλη ανοιξιάτικη γιορτή της Κυβέλης και του Άττη είναι πολύ γνωστή σ' εμάς με τη μορφή που γιορταζόταν στη Ρώμη. Αλλά καθώς πληροφορούμαστε ότι οι ρωμαϊκές τελετές είχαν φρυγική προέλευση, μπορούμε να συμπεράνουμε πως δε διέφεραν σχεδόν καθόλου από το ασιατικό τους πρωτότυπο. Η διαδικασία του εορτασμού φαίνεται ότι ήταν η ακόλουθη.
Την εικοστή δεύτερη μέρα του Μάρτη έκοβαν ένα πεύκο από το δάσος και το μετέφεραν μέσα στο ιερό της Κυβέλης, όπου το περιποιούνταν σαν μεγάλη θεότητα. Για τη μεταφορά του δέντρου ήταν υπεύθυνη μια συντεχνία ανθρώπων που μετέφερε το δέντρο. Ο κορμός τυλιγόταν με μάλλινες ταινίες σαν νεκρός και στολιζόταν με στεφάνια από βιολέτες, γιατί έλεγαν ότι βιολέτες φύτρωσαν από το αίμα του Άττη, όπως τριαντάφυλλα και ανεμώνες από το αίμα του Άδωνη. Το ομοίωμα επίσης ενός νέου άντρα, χωρίς αμφιβολία του Άττη, δενόταν στη μέση του κορμού. Τη δεύτερη μέρα της γιορτής, την εικοστή τρίτη του Μάρτη, το κύριο μέρος της γιορτής φαίνεται ότι ήταν ο ήχος των σαλπίγγων. Η τρίτη ημέρα, η εικοστή τετάρτη του μήνα, ήταν γνωστή ως Ημέρα του Αίματος, γιατί ο Αρχιγάλλος ή αρχιερέας έβγαζε αίμα από τα χέρια του και το πρόσφερε ως θυσία. Και δεν ήταν ο μόνος που έκανε αυτή την αιματηρή προσφορά. Ο κατώτερος κλήρος, επηρεασμένος από την άγρια και βάρβαρη μουσική των κυμβάλων, των τυμπάνων, των κεράτων και των φλάουτων, στροβιλιζόταν στο χορό κουνώντας τα κεφάλια, με τα μαλλιά να ανεμίζουν, μέχρι που έξαλλος απο μια φρενίτιδα έκστασης και αναίσθητος στον πόνο έκοβε με σπασμένα πιάτα ή έσχιζε με μαχαίρια το σώμα του, για να πιτσιλίσει με το αίμα του το βωμό και το ιερό δέντρο. Η φρικαλέα ιεροτελεστία προφανώς αποτελούσε μέρος του πένθους για τον Άττη και ίσως είχε σκοπό να τον δυναμώσει για την ανάσταση. Οι αυτόχθονες της Αυστραλίας κόβονταν κατά τον ίδιο τρόπο πάνω από τους τάφους των φίλων τους, για να τους βοηθήσουν ίσως να ξαναγεννηθούν. Μπορούμε επίσης να εικάσουμε, να και δε μας έχει ειπωθεί ξεκάθαρα, ότι την Ημέρα του Αίματος και για τον ίδιο σκοπό οι δόκιμοι μοναχοί θυσίαζαν την αντρίκεια τους φύση. Έξαλλοι, στο κορύφωμα της θρησκευτικής έξαψης, έριχναν τα κομμένα τους μέλη πάνω στο είδωλο της σκληρής θεάς. Αυτά τα κομμένα όργανα γονιμότητας τυλίγονταν μετά με ευλάβεια και θάβονταν στο χώμα ή σε υπόγεια δωμάτια αφιερωμένα στην Κυβέλη, και όπως η προσφορά αίματος θεωρούνταν και αυτά συντελεστικά για την ανάκληση του Άττη στη ζωή και την επίσπευση της ανάστασης της φύσης, η οποία τότε γέμιζε φύλλα και άνθη μέσα στην ανοιξιάτικη λιακάδα. Κάποια επιβεβαίωση αυτής της εικασίας δίνεται από μια ιστορία των βαρβάρων, ότι η μητέρα του Άττη τον συνέλαβε βάζοντας στο στήθος ένα ρόδι, που φύτρωσε από τα κομμένα γεννητικά όργανα ενός άντρα-τέρατος με το όνομα Άγδιστης, είδος δίδυμο του Άττη.
Εάν υπάρχει κάποια αλήθεια σ' αυτή την υποθετική ερμηνεία του εθίμου, μπορούμε αμέσως ν' αντιληφθούμε γιατί και άλλες ασιατικές θεές της γονιμότητας υπηρετούνταν κατά τον ίδιο τρόπο από ευνούχους ιερείς. Αυτές οι θηλυκές θεότητες ζητούσαν να πάρουν από τους αρσενικούς τους ιερείς, που παρίσταναν τους θεϊκούς τους αγαπημένους, το όργανο των ευεργετικών τους λειτουργιών. Έπρεπε δηλαδή να δεχτούν αυτές πρώτα τη γονιμοποίηση από τη ζωντανή ενέργεια, πριν τη μεταβιβάσουν στον κόσμο. Θεές που υπηρετούνταν έτσι από ευνούχους ιερείς ήταν η μεγάλη Άρτεμη της Εφέσου και η μεγάλη συριακή Αστάρτη της Ιεράπολης, της οποίας το ιερό γέμιζε από πλήθη προσκυνητών και πλούτιζε από προσφορές Ασσυρίων και Βαβυλωνίων, Αράβων και Φοινίκων. Αυτή ίσως κατά τις ημέρες της δόξας της να ήταν η πιο δημοφιλής θεά της Ανατολής. Οι ευνουχισμένοι πάλι ιερείς αυτής της συριακής θεάς έμοιαζαν τόσο πολύ μ' εκείνους της Κυβέλης, ώστε μερικοί λαοί τους ταύτιζαν. Ακόμη και ο τρόπος που αφιερώνονταν στη θρησκευτική ζωή ήταν όμοιος. Η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου στην Ιεράπολη έπεφτε στην αρχή της άνοιξης, όταν πλήθη από τη Συρία και από τις γύρω χώρες συνωστίζονταν στο ιερό. Ενώ λοιπόν οι αυλοί έπαιζαν και τα τύμπανα χτυπούσαν, οι ευνουχισμένοι ιερείς κόβονταν με μαχαίρια και η θρησκευτική έκσταση απλωνόταν σιγά σιγά σαν κύμα ανάμεσα στο πλήθος των θεατών και πολλοί από αυτούς έκαναν κάτι που ποτέ δεν είχαν σκεφτεί ότι θα έκαναν, όταν ξεκινούσαν ως απλοί θεατές να πάνε στη γιορτή. Γιατί ο ένας μετά τον άλλο, με τις φλέβες τους να πάλλονται μαζί με τη μουσική και τη ματιά τους μαγεμένη από τη θέα του αίματος που χυνόταν, πετούσαν τα ρούχα τους, πηδούσαν μπροστά κραυγάζοντας κι αρπάζοντας ένα από τα ξίφη που βρίσκονταν εκεί έτοιμα γι' αυτόν το σκοπό, ευνουχίζονταν επί τόπου. Μετά έτρεχαν μέσα στην πόλη κρατώντας στα χέρια τους τα ματωμένα μέλη, μέχρι να τα πετάξουν μέσα σ' ένα από τα σπίτια που συναντούσαν στην τρελή τους διαδρομή. Τότε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που είχε τιμηθεί με αυτό τον τρόπο έπρεπε να δώσει στον ευνουχισμένο άντρα μια γυναικεία φορεσιά καθώς και γυναικεία κοσμήματα, τα οποία αυτός φορούσε στην υπόλοιπη ζωή του. Όταν όμως η ταραχή από τη συγκίνηση είχε κοπάσει και ο άντρας είχε έρθει στα σύγκαλά του, την αμετάκλητη θυσία ακολουθούσε συχνά μια σφοδρή λύπη και μεταμέλεια για όλη του τη ζωή. Αυτή τη μεταστροφή των ανθρώπινων συναισθημάτων μετά τη φρενίτιδα μιας φανατικής θρησκείας απεικονίζει πολύ καλά ο Κάτουλλος σ' ένα σπουδαίο του ποίημα.
Η περίπτωση των Σύριων αφοσιωμένων επιβεβαιώνει την άποψη ότι στην όμοια λατρεία της Κυβέλης η θυσία της αντρικής φύσης γινόταν την Ημέρα του Αίματος, κατά τις εαρινές ιεροτελεστίες της θεάς, όταν οι βιολέτες, που υποτίθεται ότι φύτρωναν από τις κόκκινες σταγόνες του πληγωμένου αγαπημένου της, άνθιζαν ανάμεσα στα πεύκα. Πράγματι, η ιστορία ότι ο Άττης ευνουχίστηκε κάτω από ένα πεύκο σαφώς επινοήθηκε για να εξηγήσει γιατί οι ιερείς του έκαναν το ίδιο κατά τον εορτασμό του, δίπλα στο ιερό δέντρο το στολισμένο με στεφάνια από βιολέτες. Μετά απ' όλα αυτά, δύσκολα μπορούμε να αμφιβάλλουμε ότι η Ημέρα του Αίματος μαρτυρεί το πένθος για τον Άττη πάνω σ' ένα ομοίωμά του, που στη συνέχεια θαβόταν. Το είδωλο που τοποθετούνταν στον τάφο ήταν προφανώς το ίδιο που είχαν κρεμάσει πάνω στο δέντρο. Κατά την περίοδο του πένθους οι πιστοί δεν έτρωγαν ψωμί, όσο κρατούσε η λύπη τους για το θάνατο του Άττη, γιατί και η Κυβέλη, υποτίθεται, είχε κάνει το ίδιο. Αλλά πραγματικά, ίσως ο ίδιος λόγος να παρακινούσε τις γυναίκες του Χαρράν να μην τρώνε, ό,τι ήταν αλεσμένο στο μύλο, όταν έκλαιγαν για τον Ταμμούζ. Η συμμετοχή τους στο ψωμί ή στο αλεύρι σε μια τέτοια περίοδο μπορούσε να θεωρηθείαχαλίνωτη βεβήλωση του μωλωπισμένου και κατακρεουργημένου σώματος του θεού. Ίσως πάλι η νηστεία να ήταν προετοιμασία ενός μυσταγωγικού γεύματος.
Αλλά όταν έπεφτε η νύχτα, η λύπη των πιστών μετατρεπόταν σε χαρά, γιατί ξαφνικά ένα φως έλαμπε στο σκοτάδι, ο τάφος άνοιγε κι ο θεός ανασταινόταν και καθώς ο ιερέας άγγιζε με βάλσαμο τα χείλη αυτών που πενθούσαν, τους ψιθύριζε τη χαρμόσυνη είδηση της σωτηρίας. Η ανάσταση του θεού γινόταν δεχτή από τους οπαδούς του με ζητωκραυγές ως υπόσχεση ότι και αυτοί θα έβγαιναν θριαμβευτές από τη φθορά του τάφου. Την επομένη, την εικοστή πέμπτη μέρα του Μάρτη, που υπολογιζόταν ως η εαρινή ισημερία, η θεϊκή ανάσταση γιορταζόταν μ' ένα άγριο ξέσπασμα χαράς. Στη Ρώμη, ίσως και αλλού, ο εορτασμός έπαιρνε τη μορφή καρναβαλιού. Ήταν η Γιορτή της Χαράς (Ιλάρια) κι επικρατούσε γενική ακολασία, γιατί κάθε άνδρας μπορούσε να πει και να κάνει ό,τι τον ευχαριστούσε κι όλοι οι άνθρωποι γύριζαν στους δρόμους μεταμφιεσμένοι. Δεν υπήρχε κανένα αξίωμα τόσο υψηλό ή τόσο ιερό που θα μπορούσε κι ο ταπεινότερος πολίτης να το αναλάβει χωρίς επιπτώσεις. Επί της βασιλείας του Κόμμοδου μια ομάδα συνωμοτών σκέφτηκε να εκμεταλευτεί την ευκαιρία του μασκαρέματος. Έτσι, ντυμένοι με τη στολή της αυτοκρατορικής φρουράς, ανακατεύτηκαν με το πλήθος αυτών που διασκέδαζαν και πλησίασαν τον αυτοκράτορα, για να τον μαχαιρώσουν. Τελικά όμως η συνωμοσία απέτυχε. Ακόμη και ο αυστηρός Αλέξανδρος Σεβήρος φερνόταν τόσο μπόσικα εκείνη τη χαρμόσυνη ημέρα, ώστε δεχόταν φασιανό στο λιτό του τραπέζι. Η επόμενη μέρα, η εικοστή έκτη Μαρτίου, αφιερωνόταν στην ανάπαυση, η οποία ήταν τόσο απαραίτητη μετά τις ποικίλες συγκινήσεις και τους κόπους των προηγουμένων ημερών. Τέλος, η ρωμαϊκή γιορτή έκλεινε την εικοστή έβδομη Μαρτίου με μια πομπή προς το μικρό ποτάμι Άλμωνα. Το ασημένιο είδωλο της θεάς, με το πρόσωπο από οδοντωτή μαύρη πέτρα, ήταν τοποθετημένο πάνω σε μια άμαξα που την έσερναν βόδια. Προπορευόταν από τους ευγενείς, που βάδιζαν με τα πόδια γυμνά, και προχωρούσε αργά έξω από την Πόρτα Καπίνα, κάτω από τους δυνατούς ήχους αυλών και σείστρων, προς τις όχθες του Άλμωνα, ο οποίος χύνεται στον Τίβερη, κάτω ακριβώς από τα τείχη της Ρώμης. Εκεί ο αρχιερέας, ντυμένος με την πορφυρή στολή του, έπλενε με τον νερό του μικρού ποταμού την άμαξα, το είδωλο και τα άλλα ιερά αντικείμενα. Κατά την επιστροφή, η άμαξα και τα βόδια ήταν στολισμένα με φρέσκα ανοιξιάτικα λουλούδια. Παντού επικρατούσε χαρά και ευθυμία και κανένας πια δε σκεφτόταν το αίμα που είχε χυθεί τόσο πρόσφατα. Ακόμη και οι ευνουχισμένοι ιερείς είχαν ξεχάσει τις πληγές τους.
Αυτός λοιπόν φαίνεται να ήταν ο ετήσιος πανηγυρισμός του θανάτου και της ανάστασης του Άττη την άνοιξη. Εκτός όμως από αυτές τις δημόσιες τελετές, η λατρεία του είναι γνωστό ότι περιείχε κάποιες μυστικές ή απόκρυφες τελετές, οι οποίες είχαν σκοπό να φέρουν τον πιστό και κυρίως τον αρχάριο σε πιο στενή επικοινωνία με το θεό του. Οι πληροφορίες μας σχετικά με τη φύση αυτών των μυστηρίων και την ημερομηνία τέλεσής τους είναι δυστυχώς πολύ λίγες, αλλά φαίνεται ότι περιείχαν ένα μυσταγωγικό γεύμα και βάφτισμα αίματος. Κατά το μυστήριο, ο αρχάριος γινόταν μέτοχος των μυστηρίων τρώγοντας μέσα από ένα τύμπανο και πίνοντας μέσα από ένα κύμβαλο, δύο μουσικά όργανα τα οποία είχαν ξεχωριστή θέση στην εντυπωσιακή ορχήστρα του Άττη. Η νηστεία που συνόδευε το πένθος για το νεκρό θεό ίσως είχε σκοπό να προετοιμάσει το σώμα του αρχάριου για την υποδοχή των ευλογημένων μυστηρίων καθαρίζοντας το από όλα αυτά που θα μπορούσαν να καταστρέψουν την επαφή με τα ιερά στοιχεία. Κατά το βάφτισμα, ο αφοσιωμένος στεφόταν με χρυσή κορόνα και ταινίες. Ύστερα τον κατέβαζαν σ' ένα λάκκο, που το στόμιό του σκεπαζόταν με ξύλινο κιγκλίδωμα, πάνω στο οποίο οδηγούσαν έναν ταύρο, στολισμένο με λουλουδένιες γιρλάντες και φύλλο χρυσού στο μέτωπο, όπου και τον φόνευαν με το ιερό ακόντιο. Το ζεστό αχνιστό αίμα έτρεχε άφθονο μέσα από τα ανοίγματα και γινόταν δεχτό με ευλαβική προθυμία από τον πιστό πάνω σε κάθε μέρος του σώματός του και των ενδυμάτων του, μέχρι που έβγαινε από το λάκκο μουσκεμένος ολόκληρος και κατακόκκινος από το αίμα, για να δεχτεί το σεβασμό και ακόμη τη λατρεία των συντρόφων του, σαν κάποιος που είχε ξαναγεννηθεί για την αιώνια ζωή και είχε ξεπλύνει τ' αμαρτήματά του με το αίμα του ταύρου. Για αρκετό καιρό μετά την τελετή διατηρούνταν ο μύθος μιας αναγέννησης, τρέφοντας τον αρχάριο με γάλα, όπως ένα νεογέννητο μωρό. Η αναγέννηση του πιστού συνέβαινε τον ίδιο καιρό με την την αναγέννηση του θεού, δηλαδή την εαρινή ισημερία. Στη Ρώμη, η νέα γέννηση και η απαλλαγή από τις αμαρτίες με την αιματοχυσία του ταύρου φαίνεται να είχε μεταφερθεί κατά κύριο λόγο στο ιερό της φρυγικής θεάς, στο λόφο του Βατικανού, στο σημείο ή κοντά στο σημείο όπου τώρα είναι χτισμένη η μεγάλη βασιλική του Αγίου Πέτρου, γιατί πολλές επιγραφές σχετικές με τις ιεροτελεστίες ήρθαν στο φως κατά την επέκταση του ναού το 1608 ή 1609. Με κέντρο το Βατικανό αυτός ο βαρβαρικός τρόπος δεισιδαιμονίας φαίνεται ότι απλώθηκε και σε άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρτορίας. Επιγραφές που βρέθηκαν στη Γαλατία και τη Γερμανία αποδείχνουν ότι επρχιακοί ναοί έκαναν την τελετουργία τους σύμφωνα με το πρότυπο του Βατικανού. Από την ίδια πηγή μαθαίνουμε ότι οι όρχεις και το αίμα του ταύρου έπαιζαν ένα σπουδαίο ρόλο στις τελετές, γιατί θεωρούνταν προφανώς ένα πολύ ισχυρό φυλαχτό για την ευδοκίμηση της γονιμότητας και την επίσπευση της νέας γέννησης.


SIR JAMES GEORGE FRAZER
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΛΩΝΟΣ
ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ
ΤΟΜΟΣ Γ'
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΠΟΝΙΤΑ ΜΠΙΚΑΚΗ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΜΑΤΖΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ 1992

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΙΣ – SIR JAMES GEORGE FRAZER



Είναι ακόμη πιο δύσκολο να ορίσουμε την αρχική σημασία της θεάς Ίσιδας απ' ό,τι του αδερφού και συζύγου της Όσιρη. Οι ιδιότητες και τα επίθετά της ήταν τόσα πολλά, ώστε στα ιερογλυφικά ονομάζεται “αυτή με τα πολλά ονόματα”, “αυτή με τα χίλια ονόματα”, και στις ελληνικές επιγραφές “αυτή με τα μύρια ονόματα”. Επιπλέον, στην πολυσύνθετη φύση της είναι ίσως δυνατό να βρούμε ακόμη τον αρχικό πυρήνα γύρω από τον οποίο μια αργή πορεία επαύξησης συγκεντρώθηκαν τα άλλα στοιχεία. Γιατί, αν ο αδερφός και σύζυγός της Όσιρηςσε μια από τις μορφές του ήταν ο θεός-σίτος, όπως έχουμε λόγο να πιστεύουμε, θα πρέπει σίγουρα αυτή να ήταν η θεά-σίτος. Υπάρχουν τουλάχιστον κάποιοι λόγοι για να σκεφτόμαστε έτσι. Γιατί, αν μπορούμε να εμπιστευθούμε τον Διόδωρο το Σικελιώτη, του οποίου πηγή φαίνεται να ήταν ο Αιγύπτιος ιστορικός Μανέθων, η ανακάλυψη του σιταριού και του κριθαριού θεωρούνταν έργο της Ίσιδας και στις γιορτές της μετέφεραν σε πομπή βλαστήματα αυτών των σπόρων, για να γιορτάσουν το δώρο που έκανε στους ανθρώπους. Μια ακόμη λεπτομέρεια έχει προστεθεί από τον Αυγουστίνο. Λέει ότι η Ίσιδα ανακάλυψε το κριθάρι, όταν θυσίαζε στους κοινούς προγόνους του συζύγου της και ους δικούς της και ότι έδειξε στον Όσιρη και στο σύμβουλό του Θοθ ή Ερμή, όπως τον ονομάζουν οι Ρωμαίοι συγγραφείς, τα στάχυα του κριθαριού που μόλις είχε ανακαλύψει. Να γιατί, προσθέτει ο Αυγουστίνος, ταυτίζουν την Ίσιδα με τη Δήμητρα. Επίσης, κατά την εποχή της συγκομιδής, όταν οι Αιγύπτιοι θεριστές θέριζαν τα πρώτα στάχυα, τα τοποθετούσαν κάτω και χτυπούσαν τα στήθη τους θρηνώντας και καλώντας την Ίσιδα. Το έθιμο έχει ήδη ερμηνευτεί ως θρήνος για το πνεύμα του σίτου που φονεύτηκε κάτω από το δρεπάνι. Ανάμεσα στα επίθετα με τα οποία προσδιορίζεται η Ίσις στις επιγραφές είναι: “Δημιουργός των πράσινων πραγμάτων”, “Πράσινη θεά, της οποίας το πράσινο χρώμα είναι όμοιο με την πρασινάδα της γης”, “Δέσποινα του Άρτου”, “Δέσποινα της Μπίρας”, “Δέσποινα της Αφθονίας”. Σύμφωνα με τον Brugsch, αυτή είναι “όχι μόνο η δημιουργός της δροσερής πρασινάδας της βλάστησης, που καλύπτει τη γη, αλλά στην πραγματικότητα είναι το ίδιο το πράσινο χωράφι των σιτηρών, το οποίο προσωποποιείται ως θεά”. Αυτό επιβεβαιώνεται από το επίθετό της Sochit ή Sochet, που σημαίνει “χωράφι σιτηρών”, σημασία την οποία διατηρεί ακόμη η λέξη στα κοπτικά. Οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν την Ίσιδα ως θεά-σίτο, γιατί την ταύτιζαν με τη Δήμητρα. Σε μια ελληνική επιγραφή καθορίζεται ως “αυτή που γέννησε τους καρπούς της γης” και ως “μητέρα των σταχυών”. Και σ' έναν ύμνο, που συντέθηκε προς τιμήν της, μιλά η ίδια για τον εαυτό της ως “βασίλισσα του σιταγρού” και παρουσιάζεται ως “επιφορτισμένη με τη φροντίδα του γεμάτου στάρι μονοπατιού της γόνιμης αλετριάς”. Έτσι, Έλληνες ή Ρωμαίοι καλλιτέχνες συχνά την παρίσταναν με στάχυα σίτου στο κεφάλι ή στα χέρια της.
Αυτή, μπορούμε να πούμε, ήταν η Ίσις την αρχαία εποχή, μια αγροτική Μητέρα-Σίτος που λατρευόταν με παράδοξες ιεροτελεστίες από τους Αιγύπτιους αγρότες. Αλλά τα απλά χαρκτηριστικά της αγροίκας θεάς δύσκολα μπορούν να επισημανθούν στην εξευγενισμένη, στην άγια μορφή, που εξαϋλωμένη μέσα από χρόνια θρησκευτικής εξέλιξης παρουσιάζεται στους πιστούς της των μετέπειτα χρόνων ως εικόνα της πραγματικής συζύγου, της τρυφερής μητέρας, της αγαθοεργής βασίλισσας της φύσης, της στεφανωμένης με το φωτοστέφανο της ηθικής αγνότητας, της πανάρχαιης και μυστηριακής αγιότητας. Έτσι εξαγνισμένη και μεταμορφωμένη κέρδισε πολλές καρδιές πέρα από τα σύνορα της γενέτειράς της. Σ' αυτή τη σύγχυση των θρησκειών, που ακολούθησε την πτώση της εθνικής ζωής στην αρχαιότητα, η λατρεία της ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς στη Ρώμη και σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Μερικοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν στραφεί ανοιχτά σ' αυτήν. Αν και η θρησκεία της Ίσιδας μπορεί, όπως και οποιαδήποτε άλλη, αν φορέθηκε συχνά ως μανδύας από άντρες και γυναίκες με ελεύθερη ζωή, οι ιεροτελεστείες της στο σύνολό τους φαίνεται ότι διακρίνονταν από αξιοπρέπεια και ηρεμία, σοβαρότητα και κοσμιότητα, καταστάσεις κατάλληλες για να ησυχάσουν το ταραγμένο μυαλό και ν'ανακουφίσουν την επιβαρυμένη καρδιά. Κατέφευγαν λοιπόν σ' ευγενικά πνεύματα και πάνω απ' όλα στις γυναίκες, τις οποίες σόκαραν και απωθούσαν οι αιματηρές και ακόλαστες ιεροτελεστείες άλλων ανατολικών θηλυκών θεών. Δεν είναι ανάγκη λοιπόν ν' απορούμε γιατί σε μια περίοδο πτώσης, ότνα πατροπαράδοτες θρησκείες κλονίζονταν, όταν συστήματα συγκρούονταν , όταν ανθρώπινα μυαλά ταράζονταν, όταν το οικοδόμημα της ίδιας της αυτοκρατορίας, η οποία κάποτε κρίθηκε αιώνια, άρχισε να δείχνει δυσοίωνα ρήγματα και σχισμές, η γαλήνια μορφή της Ίσιδας με την πνευματική της ηρεμία, με τη χαρμόσυνη υπόσχεσή της για αιωνιότητα, θα φαινόταν σαν άστρο σε θυελλώδη ουρανό και θα ξυπνούσε στα στήθη τους παράφορη ευλάβεια, όμοια με αυτήν που απόδιναν κατά τον Μεσαίωνα στην Παρθένο Μαρία. Πραγματικά, το μεγαλοπρεπές τυπικό της, με τους ξυρισμένους και κουρεμένους ιερείς τους, τους όρθρους και τους εσπερινούς του, την ηχηρή μουσική του, το βάφτισμα και τα ραντίσματα αγιασμού, τις σεμνές λιτανείες του, τις στολισμένες με κοσμήματα εικόνες της Μητέρας του Θεού, έδειχνε πολλά σημεία ομοιότητας με τις πομπές και τις τελετές του καθολικισμού. Η ομοιότητα δε θα πρέπει να είναι εντελώς τυχαία. Η αρχαία Αίγυπτος ίσως να συντέλεσε τόσο στον πολυτελή συμβολισμό της Καθολικής Εκκλησίας όσο και στις ωχρές αφηρημένες ιδέες της θεολογίας της. Βέβαια, στην τέχνη η μορφή της Ίσιδας που θηλάζει τον Ώρο βρέφος, έχει τόση ομοιότητα με την Παναγία και το Βρέφος, ώστε μερικές φορές λατρεύτηκε από απαίδευτους χριστιανούς. Και στην Ίσιδα, στον τελευταίο της χαρακτήρα ως προστάτιδα των ναυτικών, ίσως η Παρθένος Μαρία οφείλει το ωραίο της επίθετο Stella Matis, “Άστρο της Θάλασσας”, με το οποίο λατρευόταν από τους θαλασοδαρμένους ναυτικούς. Οι ιδιότητες της θαλασσινής θεότητας ίσως είχαν δοθεί στην Ίσιδα από θαλασσοπόρους Έλληνες της Αλεξάνδρειας. Αυτές είναι αρκετά ξένες από τον αρχικό της χαρακτήρα και από τις συνήθειες των Αιγυπτίων, οι οποίοι δεν έτρεφαν αγάπη για τη θάλασσα. Σύμφωνα μ' αυτή την υπόθεση ο Σείριος, το λαμπρό άστρο της Ίσιδας, που τα πρωινά του Ιουλίου βγαίνει από τα καθάρια κύματα της ανατολικής Μεσογείου, ένας προάγγελος γαλήνιου καιρού για τους ναυτικούς, ήταν το πραγματικό Stella Maris, το “Άστρο της Θάλασσας”.


SIR JAMES GEORGE FRAZER
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΛΩΝΟΣ
Μελέτη για τη Μαγεία και τη Θρησκεία
ΤΟΜΟΣ Γ'
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΠΟΝΙΤΑ ΜΠΙΚΑΚΗ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΜΑΤΖΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

ΟΙ ΓΙOΡΤΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟ ΜΕΣΟΧΕΙΜΩΝΟ – SIR JAMES GEORGE FRAZER

Οι Σουηδοί Opeth με το Damnation έδωσαν μια εντελώς νέα διάσταση στο κομμάτι αυτό του  μουσικού φάσματος, το οποίο, λόγω της φόρμας του, προσδιορίζεται, ως Progressive Death Metal.
Μάλλον συνετέλεσε το γεγονός ότι ο Steven Wilson ήταν ο παραγωγός του άλμπουμ και έπαιζε κιόλας.
Ένα σκοτεινό διαμάντι, απ' αυτά που μόνο οι βόρειοι με τον λιγοστό τους ήλιο βγάζουν.
Ζω.Ν.
Εάν οι ειδωλολάτρες της αρχαίας Ευρώπης γιόρταζαν, όπως έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, την εποχή του μεσοκαλόκαιρου με μια μεγάλη γιορτή της φωτιάς, της οποίας τα ίχνη επέζησαν σε πολλά μέρη μέχρι σήμερα, είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι τελούσαν παρόμοιες ιεροτελεστίες κατά την αντίστοιχη εποχή του Μεσοχείμωνου. Γιατί το Μεσοκαλόκαιρο και το Μεσοχείμωνο, ή σε πιο τεχνική γλώσσα, το θερινό και το χειμερινό ηλιοστάσιο, είναι τα δυο μεγάλα κρίσιμα σημεία στη φανερή πορεία του ήλιου στον ουρανό και από την άποψη του πρωτόγονου τίποτα δε φαίνεται πιο κατάλληλο από το ν' ανάβουν φωτιές πάνω στη γη, στις δυο στιγμές που η φωτιά και η θερμότητα του μεγάλου φωτεινού σώματος στον ουρανό αρχίζει να ελαττώνεται ή να αυξάνεται.
Στη σύγχρονη Χριστιανοσύνη, η αρχαία γιορτή της φωτιάς του χειμερινού ηλιοστασίου φαίνεται να επιζεί ή να έχει επιζήσει μέχρι τα τελευταία χρόνια στο παλαιό έθιμο του ξύλου που καιγόταν τη νύχτα των Χριστουγέννων, ή του ξυλοπέδιλου ή του κορμού, όπως λεγόταν στα διάφορα μέρη της Αγγλίας. Το έθιμο ήταν πλατιά διαδομένο στην Ευρώπη, αλλά φαίνεται ότι άκμασε ιδιαίτερα στην Αγγλία, τη Γαλλία και στους Σλάβους του Νότου, τουλάχιστον από αυτά τα μέρη έρχονται οι πιο πλήρεις πληροφορίες για το έθιμο. Ότι το ξύλο καιγόταν τη νύχτα των Χριστουγέννων ήταν απλώς το χειμερινό πανομοιότυπο της φωτιάς του μεσοκαλόκαιρου, η οποία άναβε μέσα στο σπίτι αντί στο ύπαιθρο, εξαιτίας του κρύου και άγριου καιρού της εποχής, τονίστηκε πριν από πολύ καιρό από τον Άγγλο αρχαιολόγο Τζον Μπράντ. Και η άποψη υποστηρίζεται από τις πολλές παράξενες δεισιδαιμονίες τις οποίες φέρνει πάνω του το ξύλο που καίγεται τη νύχτα των Χριστουγέννων, δεισιδαιμονίες οι οποίες δεν έχουν φανερή σχέση με το χριστιανισμό, αλλά φέρνουν την ειδωλολατρική τους προέλευση καθαρά τυπωμένη πάνω τους. Ενώ, όμως, και οι δυο εορτασμοί των ηλιοστασίων ήταν γιορτές της φωτιάς, η ανάγκη ή η επιθυμία να κρατήσουν το χειμερινό εορτασμό μέσα στο σπίτι, έδινε σ' αυτόν το χαρακτήρα ιδιωτικού ή οικιακού εορτασμού, ο οποίος ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με τη δημοσιότητα του καλοκαιρινού εορτασμού, κατά τον οποίο οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν σε κάποιο ανοιχτό μέρος ή σε περίβλεπτο ύψωμα, και αφού άναβαν όλοι μαζί μια τεράστια φωτιά, χόρευαν και διασκέδαζαν γύρω της.
Μέχρι περίπου τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, η παλαιά ιεροτελεστία του ξύλου που καίγεται τα Χριστούγεννα διατηρούνταν σε μερικά μέρη της Κεντρικής Γερμανίας. Έτσι, στις κοιλάδες των Sieg και Lahn, το ξύλο που καίγεται τα Χριστούγεννα, ένα βαρύ κομμάτι κορμού βαλανιδιάς, τοποθετούνταν στο πάτωμα της εστίας, όπου αν και πυρακτωνόταν κάτω από τη φωτιά, δύσκολα γινόταν στάχτη μέσα σ' ένα χρόνο. Όταν την επόμενη χρονιά τοποθετούσαν το καινούριο ξύλο, κοπάνιζαν τα υπολείμματα του παλαιού σε σκόνη και τα διασκόρπιζαν στα χωράφια, κατά τη διάρκεια των Δώδεκα Νυχτών, γιατί υποτίθεται ότι αυτά βοηθούσαν την αύξηση της σοδειάς. Σε μερικά χωριά της Βεστφαλίας ήταν συνήθεια ν' αποσύρουν από τη φωτιά το ξύλο που καίγεται τα Χριστούγεννα (Christbrand), μόλις αυτό μισοκαιγόταν. Στη συνέχεια το φύλαγαν προσεχτικά για να το ξαναβάλουν στη φωτιά, όποτε ξεσπούσε καταιγίδα με κεραυνούς, γιατί οι άνθρωποι πίστευαν ότι δε θα χτυπούσε κεραυνός σπίτι στο οποίο σιγόκαιγε το χριστουγεννιάτικο ξύλο. Σε άλλα πάλι χωριά της Βεστφαλίας, το παλαιό έθιμο ήταν να δένουν το ξύλο των Χριστουγέννων μέσα στο τελευταίο θερισμένο δεμάτι της συγκομιδής.
Σε πολλές επαρχίες της Γαλλίας, και κυρίως στην Προβηγκία, το έθιμο του ξύλου που καίγεται τα Χριστούγεννα ή trefoir, όπως το ονόμαζαν σε πολλά μέρη, τηρούνταν για πολύ. Ένας Γάλλος συγγραφέας του δέκατου έβδομου αιώνα καταγγέλει ως δεισιδαιμονία “την πίστη ότι ένας κορμός με το όνομα trefoir ή χριστουγεννιάτικος δαυλός, ο οποίος μπαίνει στη φωτιά για πρώτη φορά την παραμονή των Χριστουγέννων και συνεχίζει να καίγεται για λίγο καιρό, κάθε μέρα, μέχρι τη Δωδεκάτη Νύχτα, μπορεί, αν μείνει φυλαγμένος κάτω από το κρεβάτι, να προστατέψει το σπίτι από φωτιά και κεραυνό, για έναν ολόκληρο χρόνο. Ότι μπορεί να προστατέψει τους ενοίκους από χιονίστρες στις φτέρνες το χειμώνα. Ότι μπορεί να γιατρέψει τα ζώα από πολλές αρρώστιες. Ότι, αν ένα κομμάτι του εμποτιστεί με νερό που πίνουν οι αγελάδες, θα τις βοηθήσει να γεννήσουν και, τέλος, ότι, αν οι στάχτες του κορμού διασκορπιστούν στα χωράφια, μπορούν να σώσουν το στάρι από την ερυσίβη”.
Σε μερικά μέρη της Φλάνδρας και της Γαλλίας, τα υπολείμματα του ξύλου που καίγεται τα Χριστούγεννα φυλάγονταν συνήθως κάτω από ένα κρεβάτι, σαν μέσο προφύλαξης από τους κεραυνούς και τις αστραπές. Στο Berry. Όταν ακουγόταν κεραυνός, ένα μέλος της οικογενείας έπαιρνε ένα κομμάτι από τον κορμό και το πετούσε στη φωτιά, γιατί πίστευαν ότι αυτο απέτρεπε τον κεραυνό. Επίσης στο Περιγκόρ, μαζεύουν προσεκτικά και φυλάγουν τα ξυλοκάρβουνα και τις στάχτες, για τη θεραπεία των πρησμένων αδένων. Το μέρος του κορμού που δεν έχει καεί στη φωτιά το χρησιμοποιούν οι ζευγάδες για να κάνουν τη σφήνα στο άροτρότους, γιατί ισχυρίζονται ότι κάνει το σπόρο να ευδοκιμήσει. Και οι γυναίκες φυλάγουν κομμάτια από αυτόν μέχρι την Δωδέκατη Νύχτα, προς όφελος των πουλερικών τους. Μερικοί φαντάζονται ότι θα έχουν τόσα κοτόπουλα, όσες και οι σπίθες που πετούν από τους δαυλούς του κορμού όταν τον κουνούν. Και άλλοι βάζουν τους σβησμένους δαυλούς κάτω από το κρεβάτι, για να διώξουν τα βλαβερά ζωύφια. Σε διάφορα μέρη της Γαλλίας πιστεύουν ότι ο μισοκαμένος κορμός προφυλάγει το σπίτι από τα μάγια καθώς και από τους κεραυνούς.
Στην Αγγλία, οι συνήθειες και οι δοξασίες οι σχετικές με το ξύλο που καίγεται τα Χριστούγεννα ήταν παρόμοιες. Τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, λέει ο αρχαιολόγος Τζον Μπραντ, “οι πρόγονοί μας συνήθιζαν ν' ανάβουν κεριά ασυνήθιστου μεγέθους, που ονομαζόνταν χριστουγεννιάτικα κεριά, κι έβαζαν έναν κορμό πάνω στη φωτιά, που ονομαζόταν ξυλοπέδιλο των Χριστουγέννων ή κορμός των Χριστουγέννων, για να φωτίζει το σπίτι και, κατά κάποιο τρόπο, να κάνει τη νύχτα μέρα”. Το παλαιό έθιμο ήταν ν' ανάβουν το ξύλο που καίγεται τα Χριστούγεννα, μ' ένα κομμάτι του προηγουμένου, το οποίο είχε φυλαχτεί έναν ολόκληρο χρόνο για το σκοπό αυτό. Όπου φυλαγόταν, ο δαίμονας δεν μπορούσε να κάνει κακό. Τα υπολείμματα επίσης του κορμού υποτίθεται ότι φύλαγαν το σπίτι από την πυρκαγιά και τους κεραυνούς.
Μέχρι σήμερα, το τυπικό, να φέρνουν μέσα στο σπίτι το ξύλο που καίγεται τα Χριστούγεννα, το τηρούν με μεγάλη επισημότητα οι Σλάβοι του Νότου και κυρίως οι Σέρβοι. Ο κορμός είναι συνήθως ένα ογκώδες κομμάτι βαλανιδιάς, αλλά μερικές φορές είναι λιόδεντρου ή οξιάς. Φαίνεται πως πιστεύουν ότι θα έχουν τόσα μοσχάρια, αρνιά, γουρούνια και κατσίκια, όσες και οι σπίθες που πετούν, καθώς αυτοί χτυπούν τον κορμό που καίγεται. Μερικοί μεταφέρουν στα χωράφια ένα κομμάτι του κορμού, για να τα προστατεύει από το χαλάζι. Στην Αλβανία, μέχρι τα τελευταία χρόνια, υπήρχε κοινό έθιμο να καίνε τα Χριστούγεννα ξύλο των Χριστουγέννων και να σκορπίζουν τις στάχτες του στα χωράφια, για να τα κάνουν γόνιμα. Οι Huzuls, σλαβικός λαός των Καρπαθίων, ανάβουν φωτιά με την τριβή ξύλων, την παραμονή των Χριστουγέννων (παλαιά χρονολογία την πέμπτη Ιανουαρίου) και τη διατηρούν μέχρι τη Δωδεκάτη Νύχτα.
Είναι αξιοσημείωτο το πόσο κοινή φαίνεται να είναι η πίστη ότι τα υπολείμματα του ξύλου που καίγεται τα Χριστούγεννα, εάν φυλάγονταν όλο το έτος, είχαν τη δύναμη να προστατεύουν το σπίτι από φωτιά και κυρίως από κεραυνούς. Καθώς το ξύλο των Χριστουγέννων ήταν συχνά απο βαλανιδιά, φαίνεται πιθανό αυτή η πίστη να είναι λείψανο της παλαιάς πίστης των Αρίων, η οποία συνταίριαζε την βαλανιδιά με το θεό του κεραυνού. Οι θεραπευτικές και αναπαραγωγικές ικανότητες που αποδίδονταν στις στάχτες του ξύλου των Χριστουγέννων, οι οποίες υποτίθεται ότι θεράπευαν ζώα και ανθρώπους, ότι βοηθούσαν τις αγελάδες να γεννήσουν και συντελούσαν στην καρποφορία της γης, ίσως να μην απορρέουν από την ίδια αρχαία πηγή, και είναι ένα θέμα το οποίο αξίζει να μελετηθεί.


SIR JAMES GEORGE FRAZER
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΛΩΝΟΣ
Μελέτη για τη Μαγεία και τη Θρησκεία
Τόμος Δ'
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΠΟΝΙΤΑ ΜΠΙΚΑΚΗ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΜΑΤΖΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ