.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ – IVAN GOLL


Ύστερα από τριάντα έξι ώρες σιδηροδρομικού ταξιδιού, ο Όντεμαρ και η Ιρμελίνδη έφτασαν σ' ένα μικρό λιμάνι της δαλματικής ακτής. Ένα φτωχό και βρώμικο χωριό, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά ενός πετρώδους βουνού, τους υποδέχτηκε χωρίς μεγάλη έμφαση. Οι κάτοικοι με έκφραση δύσπιστη, με μάτια διαπεραστικά και πονηρά, σχηματίζοντας μικρές ομάδες έξω απ' τις πόρτες των σπιτιών, σχολίαζαν την απροσδόκητη εμφάνιση των δύο ξένων. Αλλά όταν το πριγκιπικό ζεύγος έφτασε στην προκυμαία όπου λικνίζονταν τρεις ψαράδικες βάρκες κι ένα μικρό ατμόπλοιο, τα οποία αποτελούσαν το στόλο αυτού του λιμανιού, ένας αστραφτερός ορίζοντας απλώθηκε μπροστά στα μάτια τους. Η θάλασσα, ρόδινη από τον ήλιο που κρεμόταν σαν πορτοκάλι από ένα σύννεφο, απλωνόταν σαν βεντάλια ανάμεσα στις δύο πλευρές της γωνίας που σχημάτιζε η απόκρημνη ακτή σ' εκείνο το σημείο. Και στο βάθος προς Βορρά, διέκρινε κανείς ένα μικρό νησί σκοτεινό σαν σημαδούρα. Ο Όντεμαρ έβαλε μια φωνή:
-Κοίτα εκεί κάτω! Αυτό είναι! Αυτό είναι!
Έκανε νόημα σ' ένα γέρο που διασκέδαζε φτύνοντας στο νερό και έμοιαζε εκπληκτικά στο βασιλιά Νικόλο. Ο ιθαγενής πλησίασε, ζαρώνοντας τα μάτια του σαν μπροστά σε έντονη φωτεινή ανταύγεια – αυτή που έβγαινε από τα μαλλιά της Ιρμελίνδης – και τέντωσε τα χείλια του χωρίς να χαμογελάσει.
-Η Ιζόλα Λουκέρτα; ρώτησε ο Όντεμαρ, δείχνοντας το νησί.
Ο Δαλματός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
-Io sono il principe! είπε τότε ο Όντεμαρ με φωνή τενόρου.
Ο γέρος συνέχισε να κρατάει τεντωμένα τα χείλια του χωρίς να χαμογελάει, αντί να γονατίσει μπροστά σ' έναν τόσο μεγάλο άρχοντα, όπως ο Όντεμαρ είχε φανταστεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
-Ιο! επανέλαβε ο καινούργιος ιδιοκτήτης με ένταση. Αλλά τα λόγια του δεν έκαναν καμία εντύπωση στον ντόπιο κάτοικο, παρ' όλο που τον είχε καταλάβει.
Έξω απ' αυτό άλλωστε, οι δύο άντρες δεν καταλάβαιναν τίποτε στις διαφορετικές γλώσσες τις οποίες μιλούσαν, έστω κι αν τις απλοποιούσαν στο έπακρο. Ο Όντεμαρ χρειάστηκε να καταφύγει σε εκφραστικές χειρονομίες, για να δώσει στο συνομιλητή του να καταλάβει ότι ήθελε να τον μεταφέρουν στο κτήμα του με μια βάρκα. Ο γέρος κατάλαβε μονάχα όταν ο Όντεμαρ κούνησε μια δέσμη χαρτονομίσματα μπροστά στα μάτια του.
Στη συνέχεια εξαφανίστηκε, προφανώς για να κάνει τις αναγκαίες προετοιμασίες, που φαίνονταν να συναντούν κάποιες δυσκολίες. Στο μεταξύ, όλος σχεδόν ο πληθυσμός του χωριού είχε συγκεντρωθεί στην είσοδο του λιμανιού και κοίταζε το ζευγάρι με μια έκφραση που ο Όντεμαρ ήθελε να πιστεύει πως ήταν αφοσίωσης. Τυλίχθηκε μέσα στον μανδύα του σαν Ισπανός ταυρομάχος. Η Ιρμελίνδη χτυπούσε τα πόδια της από ανυπομονησία και κούραση.
-Δεν είναι καθόλου ευχάριστο να είσαι πριγκίπισσα σ' αυτή τη χώρα, είπε.
Επιτέλους, ο γέρος ξαναγύρισε μέσα σε μια βάρκα με πρωτόγονη μορφή, την τυποποιημένη και ποτέ ξεπερασμένη μορφή των φοινικικών πλοιαρίων. Οι κινήσεις του σαν κωπηλάτη δεν είχαν κι αυτές εξελιχθεί εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια.
Ύστερα από μερικές δυνατές απλωτές με τα κουπιά, έπλεαν σε λίγο στ' ανοιχτά. Στην αρχή, η Λουκέρτα έμοιαζε μ' ένα μεγάλο πορτογαλέζικο όστρακο. Σιγά-σιγά μεγάλωνε, αλλά εξακολουθούσε να παραμένει γκρίζα και βραχώδης, και οι πράσινες σκιές που ο Όντεμαρ πάσχιζε να διακρίνει ανάμεσα στα βράχια ήταν τελείως απατηλές σαν αντικατοπτρισμοί της ερήμου. Όσο περισσότερο πλησίαζαν τόσο τα βράχια γίνονταν εχθρικά και απότομα. Ούτε ένα δέντρο ούτε μια πλαγιά ομαλή. Μια βουβή απελπισία κατέλαβε τον καινούργιο ιδιοκτήτη, και όταν απείχαν μισό χιλιόμετρο από το σκοπό τους έκλεισε τα μάτια του για να μη βλέπει.
Ο κωπηλάτης χαμογελούσε χωρίς ν' ανοίγει τα χειλια του.
Τελικά, πλησίασαν μια στενη, πετρώδη ακρογιαλιά, υγρή και βαθουλωτή σαν χαράδρα. Ο γέρος πήδησε στην ξηρά και έδεσε τη βάρκα. Μετά, ακολουθώντας ένα μονοπάτι χαραγμένο μέσα στα βράχια, περνώντας από στενά κι απότομα περάσματα, οδήγησε το ζευγάρι στο εσωτερικό του νησιού.
Το μονοπάτι ανέβαινε σιγά-σιγά, περνούσε δίπλα από γκρεμούς, γινόταν επικίνδυνο. Κανένας απ' τους τρεις δεν είχε προφέρει λέξη μετά την προσάραξη της βάρκας. Αλλά ξαφνικά, φθάνοντας στην άκρη ενός οροπεδίου, η Ιρμελίνδη έβγαλε, πρώτη, μια φωνή.
Απλωμένη κάτω απ' τον ήλιο, μια πράσινη πεδιάδα, στολισμένη με κίτρινα και λευκά λουλούδια και διάσπαρτη από κυπαρίσσια, κατέβαινε προς τη θάλασσα, προς την άλλη άκρη του νησιού, σε μια έκταση 1.800 περίπου μέτρων. Ήταν ένα θέαμα παραδεισιακό. Μεγάλες πεταλούδες, με πολύχρωμα φτερά, κεντούσαν πολύπλοκα σχέδια στον αέρα. Ένα άγριο πουλί, αργό και μεγαλόπρεπο, διέγραφε μια σπειροειδή κίνηση προς τον ήλιο. Στο βάθος, ένα ρυάκι σερνόταν ελικοειδώς, σαν χοντρό, άκακο φίδι.
Ο Όντερμαν έπιασε το λευκό χέρι της Ιρμελίνδης και τό 'φερε στα χείλια του, σαν να 'ταν εκείνη που του είχε κάνει ένα τέτοιο δώρο.
Αλλά δεν είχαν την υπομονή να απολαύσουν με τα μάτια για πολύ το θαυμαστό τοπίο. Θέλησαν να το κατακτήσουν αμέσως, να το αγγίξουν με τα πόδια και με τα δάχτυλα για να πιστέψουν πως ήταν στ' αλήθεια πραγματικό. Κατέβηκαν τρέχοντας προς την κοιλάδα, πατώντας πάνω σ' ένα μαβί χαλί από ρείκια. Σε λίγο βατομουριές γεμάτες αγκάθια άρχισαν να πιάνονται από τη φούστα της νεαρής γυναίκας. Όταν τα χέρια της θέλησαν να κόψουν κάτι ψηλά άνθη με ιριδωτούς κάλυκες, εκείνα έβγαλαν ένα κίτρινο σαν πύον υγρό. Μια όχεντρα, διακοσμητικό αραβούργημα πάνω σ' ένα βράχο, σφύριξε θυμωμένη που την ανησύχησαν. Στη συνέχεια, φθάνοντας στο βάθος της κοιλάδας, ένιωσαν τα πόδια τους να χώνονται στη λάσπη. Όλη εκείνη η καταπράσινη και αστραφτερή ομορφιά στην επιφάνεια ήταν επικίνδυνη και δηλητηριώδης. Όταν κάθισαν κάπου, ένα σμήνος από κουνούπια δημιούργησαν ένα ασφυκτικό, θορυβώδη κλοιό γύρω απ' τα κεφάλια τους.
-Που να ξεκουραστεί κανείς εδώ; ρώτησε η Ιρμελίνδη που ήταν πολύ κουρασμένη και ανήσυχη.
-Έτσι είναι όλοι οι παράδεισοι! είπε ο Όντεμαρ σαν ν' απαντούσε στον εαυτό του.
-Πεινάω! παραπονέθηκε η νεαρή γυναίκα.
Ο πρίγκιπας του νησιού δεν είχε ούτ' ένα σάντουιτς να προσφέρει στην αγαπημένη του.
«Σαράντα δολάρια!» σκέφτηκε πικρά. «Ε'ομαο ακριβά ή όχι; Ένα ρώσικο θωρηκτό θα μου είχε αποφέρει περισσότερα. Αν ήμουν τώρα στο Βερολίνο, θ' αγόραζα τη βίλα του Κρόνπριντς που μου είχαν προσφέρει. Θα βρίσκαμε τουλάχιστον γογγύλια στον κήπο!»
Δεν παραδέχτηκε ωστόσο ότι είχε νοσταλγήσει τη Γερμανία.
Ο ψαράς τον απέσπασε απ' τις σκέψεις του, μ' ένα ελαφρό χτύπημα στον ώμο, δίνοντάς του να καταλάβει ότι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του γιατί ήταν αργά. Ο Όντεμαρ ένιωσε σχεδόν ευγνωμοσύνη για τον γέροντα που τον ανάγκαζε να εγκαταλείψει αυτόν τον απαίσιο παράδεισο. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είχε αγοράσει ένα πραγματικό όνειρο, μια απτή και επιδεχόμενη μέτρησης ψευδαίσθηση, με αυθεντικά βράχια και πλούσια βλάστηση – κι ωστόσο περισσότερο στερημένο αξίας για εκείνον απ' όσο τα όνειρα της νύχτας και οι ψευδαισθήσεις του νου!
Παίρνοντας ένα άλλο μονοπάτι, που παρέκαμπτε την πλαγιά των βράχων και προχωρούσε κατά μήκος του πελάγους, ο γέρος οδήγησε ξανά τους πελάτες του στη βάρκα...




IVAN GOLL
ΣΟΔΟΜΑ ΚΑΙ ΒΕΡΟΛΙΝΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 1992

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Ο Καταστροφέας των Σκιών – Joseph Campbell



Δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει συγκεκριμένο σύστημα ερμηνείας των μύθων. Η μυθολογία είναι σαν το θεό Πρωτέα, «το γέροντα της θάλασσας με τη γλυκιά λαλιά». Ο θεός «θα πει μια λέξη και θα πάρει το σχήμα κάθε πράγματος που βαδίζει στη γη, κολυμπάει στο νερό ή καίει σαν τη φωτιά»(1).
Ο ταξιδιώτης της ζωής που επιθυμεί να διδαχθεί από τον Πρωτέα πρέπει «να τον αρπάξει με δύναμη και να τον πιέσει όσο μπορεί», ώστε τελικά να εμφανισθεί με την κανονική μορφή του. Αυτός ο πανέξυπνος θεός, όμως, δεν αποκαλύπτει ποτέ – ακόμη και στον πιο ικανό αναζητητή – όλη την έκταση της σοφίας του. Η απάντηση που θα δώσει, θα αφορά μόνο την ερώτηση που θα του έχει τεθεί και αυτό που αποκαλύπτει είναι σημαντικό ή ασήμαντο, ανάλογα με την ερώτηση. «Οπότε ο ήλιος ανατέλλει και στέκεται ψηλά, στη μέση του ουρανού, η αρχαία μορφή αναδύεται από την αρμύρα της θάλασσας, εκείνη με τη γλυκιά λαλιά, πριν έλθει η ανάσα του Δυτικού Άνεμου και τον καλύψουν τα σκοτεινά κύματα της θάλασσας. Και μόλις βγαίνει, ξαπλώνει στα βαθουλώματα των σπηλαίων για να κοιμηθεί, πλαισιωμένος από τις φώκιες, η σπορά της όμορφης κόρης του αλμυρού νερού, που κλάπηκαν βίαια από τα νερά της γκρίζας θάλασσας, και είναι πικρά τα αρώματα που οσφραίνονται στους βυθούς της αλμυρής θάλασσας»(2). Ο έλληνας πολεμιστής βασιλιάς Μενέλαος, με την καθοδήγηση μιας εξυπηρετικής θυγατέρας του γέροντα θαλασσινού θεού, έμαθε τον τρόπο για να αποκτήσει την εύνοια του θεού, επειδή μοναδική του επιθυμία ήταν να μάθει τα μυστικά των προσωπικών του δυσκολιών και τις περιπλανήσεις των φίλων του. Ο θεός δεν αρνήθηκε να του απαντήσει.
Ο μοντέρνος νους θεωρεί τη μυθολογία σαν μια αξέξια και πρωτόγονη προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου της φύσης (Φρέιζερ). Σαν ένα δημιούργημα της ποιητικής φαντασίας των προϊστορικών χρόνων, που παρεξηγήθηκε με το πέρασμα του χρόνου (Μίλερ). Σαν ένα αρχείο αλληγορικής καθοδήγησης για να δώσει το άτομο μια μορφή στην ομάδα του (Ντιρκχάιμ). Σαν ένα ομαδικό όνειρο, σύμπτωμα των αρχετυπικών αγώνων μέσα στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής (Γιουνγκ). Σαν τον παραδοσιακό φορέα των βαθύτατων μεταφυσικών ενοράσεων του ανθρώπου (Κουμαρασβάμι). Και σαν την Αποκάλυψη του Θεού στα τέκνα Του (Εκκλησία). Η μυθολογία είναι όλα αυτά. Οι διάφορες θεωρίες καθορίζονται από την προσωπικότητα του δημιουργού τους. Γιατί όταν δε διερευνάται με βάση το τι πραγματικά είναι, αλλά με το πως λειτουργεί, πως υπηρέτησε στο παρελθόν την ανθρωπότητα ή πως μπορεί να τη βοηθήσει σήμερα, τότε η μυθολογία εμφανίζεται τόσο πειθήνια, όσο και η ίδια η ζωή στα πάθη και τις απαιτήσεις του ατόμου, της ψυχής και της εποχής.

___________________
1. Ομήρου Οδύσσεια IV, 401, 417-418 (Μτφρ. Νίκος Καζαντζάκης).
2. Όπως προηγ. IV, 400-406



JOSEPH CAMPBELL
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΙΑΦΑΡΙΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 2001

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ VIII – ALBERTO CAEIRO [FERNANDO PESSOA]


Ένα μεσημέρι στο τέλος της άνοιξης
είδα ένα όνειρο σαν φωτογραφία:
τον Ιησού Χριστό να κατεβαίνει στη Γη.

Ήρθε απ' την πλαγιά ενός βουνού
κι είχε γίνει πάλι παιδί,
έτρεχε, κυλιόταν στο χορτάρι
ξερίζωνε λουλούδια και τα πετούσε,
γελούσε δυνατά για να τον ακούν μακριά.

Το 'χε σκάσει απ' τον ουρανό.
Ήταν πολύ δικός μας για να παριστάνει
το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.
Στον ουρανό ήταν όλα ψεύτικα, όλα αταίριαστα
με τα λουλούδια, τα δέντρα, τις πέτρες.
Στον ουρανό έπρεπε να είναι πάντα σοβαρός
και κάποιες φορές να ξαναγίνεται άνθρωπος
να ανεβαίνει στο σταυρό και να πεθαίνει πάντα
με ένα στεφάνι όλο αγκάθια γύρω γύρω
τα πόδια καρφωμένα μ' ένα τεράστιο καρφί
κι ένα κουρέλι στη μέση του
σαν αυτό που φοράν οι νέγροι στις εικονογραφήσεις.
Μήτε τον άφηναν να έχει πατέρα και μητέρα
σαν τα άλλα παιδιά.

Ο πατέρας του ήταν δύο πρόσωπα:
ένας γέρος που τον έλεγαν Ιωσήφ, ξυλουργός το επάγγελμα
που δεν ήταν πατέρας του.
Ο άλλος ήταν ένα ηλίθιο περιστέρι
το μοναδικό άσχημο περιστέρι αυτού του κόσμου
γιατί δεν ήταν αυτού του κόσμου μήτε και περιστέρι.
Η μάνα του δεν είχε αγαπήσει πριν τον αποκτήσει.
Δεν ήταν γυναίκα. Ήταν μια σκευοθήκη
που μέσα της ήρθε από τον ουρανό.
Κι ήθελαν αυτός, που γεννήθηκε μόνο από μητέρα,
και δεν είχε ποτέ πατέρα για να τον αγαπήσει και
να τον σέβεται,
να κηρύσσει την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη!

Μια μέρα που ο Θεός κοιμόταν
και το Άγιο Πνεύμα πετούσε τριγύρω,
πήγε στο κουτί με τα θαύματα κι έκλεψε τρία.
Με το πρώτο έκανε να μην καταλάβει κανείς πως
το 'χε σκάσει.
Με το δεύτερο έγινε για πάντα άνθρωπος και παιδί.
Με το τρίτο έκανε έναν Χριστό αιώνια εσταυρωμένο
και τον άφησε καρφωμένο στο σταυρό που υπάρχει
στον ουρανό
και χρησιμεύει για πρότυπο όλων των σταυρών.
Έπειτα ανέβηκε ως τον ήλιο
και κατέβηκε με την πρώτη αχτίδα που βρήκε.

Σήμερα ζει μαζί μου στο χωριό.
Είναι ένα παιδί φυσιολογικό μ' ωραίο γέλιο,
σκουπίζει τη μύτη με το δεξί του χέρι,
τσαλαβουτάει στους νερόλακκους,
κόβει λουλούδια, τ' αγαπάει και τα ξεχνάει.
Πετάει πέτρες στα γαϊδούρια,
κλέβει τα φρούτα απ' τα περβόλια
και τρέχει κλαίγοντας και ουρλιάζοντας απ' τα σκυλιά.
Κι επειδή ξέρει πως δεν τους αρέσει,
και πως όλοι το βρίσκουν αστείο,
παίρνει στο κατόπι τα κορίτσια
που περπατάνε παρέα
με το σταμνί στο κεφάλι
και τους σηκώνει τα φουστάνια.

Εμένα μου τα 'μαθε όλα.
Μου 'μαθε να κοιτάζω τα πράγματα.
Μου δείχνει όλα τα πράγματα που υπάρχουν στα λουλούδια.
Μου λέει πόσο οι πέτρες είναι χαριτωμένες
όταν τις κρατάμε στο χέρι
και τις κοιτάζουμε προσεκτικά.
Μου λέει πράγματα πολύ κακά για το Θεό.
Λέει πως είναι ένας γέρος ανόητος και άρρωστος
που όλο φτύνει στο πάτωμα
και λέει χυδαιότητες.
Η παρθένος Μαρία περνάει τα απογεύματα της
αιωνιότητας πλέκοντας κάλτσες.
Και το Άγιο Πνεύμα ξύνεται με το ράμφος του
κι ανεβαίνει στις καρέκλες και τις βρομίζει.
Όλα στον ουρανό είναι ανόητα σαν την Καθολική
Εκκλησία.
Μου λέει πως ο Θεός δεν καταλαβαίνει τίποτα
από τα πράγματα που δημιούργησε -
«Αν είναι αυτός που τα δημιούργησε, για το οποίο
αμφιβάλλω» -.
«Λέει, παραδείγματος χάρη, ότι τα πλάσματα
τραγουδούν τη δόξα του.
Αλλά τα πλάσματα δεν τραγουδούν τίποτα.
Αν τραγουδούσαν θα ήταν τραγουδιστές.
Τα πλάσματα υπάρχουν κι αυτό είν' όλο,
γι' αυτό λέγονται πλάσματα».

Κι ύστερα, αποκαμωμένος να κακολογεί το Θεό,
ο Χριστούλης κοιμάται στο στήθος μου
και τον πηγαίνω αγκαλιά στο σπίτι.

...............................................................................

Μένει μαζί μου, στο σπίτι μου στα μισά του λόφου.
Είναι το αιώνιο Παιδί, ο Θεός που έλειπε.
Είναι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο ον,
είναι ένα θεϊκό ον που χαμογελάει και παίζει.
Γι' αυτό ακριβώς γνωρίζω με κάθε σιγουριά
πως είναι ο αληθινός Χριστούλης.

Κι αυτό το τόσο ανθρώπινο παιδί που είναι θεϊκό
είναι η καθημερινή μου ζωή του ποιητή,
κι ακριβώς επειδή πηγαίνει πάντα μαζί μου εγώ
είμαι πάντα ποιητής,
και το ελάχιστο βλέμμα μου
με γεμίζει αισθήσεις,
και ο μικρότερος ήχος, απ' ό,τι και να 'ναι,
μοιάζει να μιλάει μαζί μου.

Το Νέο Παιδί που κατοικεί μαζί μου
δίνει το ένα χέρι σ' εμένα
και το άλλο σε ό,τι υπάρχει
κι έτσι περπατάμε κι οι τρεις μας στον κάθε δρόμο,
πηδώντας και τραγουδώντας και γελώντας
απολαμβάνοντας το κοινό μας μυστικό
που είναι να ξέρουμε όπου και να 'μαστε
πως δεν υπάρχει μυστήριο στον κόσμο
και πως όλα αξίζουν τον κόπο.

Το Αιώνιο Παιδί με συνοδεύει πάντα.
Η κατεύθυνση του βλέμματός μου είναι το
δάχτυλό του που δείχνει.
Η ακοή μου προσεκτικά εύθυμη σε όλους τους ήχους
είναι τα γαργαλητά που κάνει, παίζοντας, στ' αυτιά μου.

Τα πάμε τόσο καλά ο ένας με τον άλλον
συντροφιά με τα πάντα
που ποτέ δεν σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλον.,
αλλά ζούμε μαζί όντας δυό
σε μια μυστική συμφωνία
όπως το αριστερό χέρι με το δεξί.

Το σούρουπο παίζουμε πεντόβολα
στο κατώφλι του σπιτιού,
σοβαροί όπως αρμόζει σ' ένα θεό κι έναν ποιητή,
σαν ο κάθε βόλος
να ήταν το σύμπαν ολόκληρο
και είναι γι' αυτόν μεγάλος κίνδυνος
να τον αφήσεις να πέσει χάμω.

Ύστερα εγώ του διηγούμαι ιστορίες μόνο για τα
πράγματα των ανθρώπων
κι αυτός χαμογελάει γιατί όλα είναι απίστευτα.
Γελάει με τους βασιλιάδες και μ' αυτούς που δεν
είναι βασιλιάδες,
και λυπάται σαν ακούει να μιλάν για πολέμους,
και για εμπόρια, και καράβια
που μένουν καπνός στον αέρα της ανοιχτής θάλασσας.
Γιατί αυτός ξέρει πως απ' όλα αυτά λείπει εκείνη
η αλήθεια
που έχει το άνθος όταν ανθίζει
και το φως του ήλιου
σαν αλλάζει τα βουνά και τις πλαγιές
και κάνει τους ασβεστωμένους τοίχους να πονάν τα
βλέφαρα.

Έπειτα αποκοιμιέται κι εγώ τον βάζω για ύπνο.
Τον παίρνω αγκαλιά και τον πηγαίνω σπίτι,
τον βάζω για ύπνο, γδύνοντάς τον αργά
σαν να ακολουθώ ένα τελετουργικό πολύ καθαρό
και μητρικό ώσπου να μείνει ολόγυμνος.

Κοιμάται μέσα στην ψυχή μου
και κάποιες φορές ξυπνάει τη νύχτα
και παίζει με τα όνειρά μου.
Μερικά τα γυρίζει ανάποδα,
κι άλλα τα βάζει το ένα πάνω στ' άλλο
και χειροκροτεί μονάχος
χαμογελώντας στον ύπνο μου.

................................................................................

Όταν θα πεθάνω, γιόκα μου,
ας γίνω εγώ το παιδί, το πιο μικρό.
Πάρε με τότε στην αγκαλιά σου
και πήγαινέ με σπίτι σου.
Γδύσε το ανθρώπινο και κουρασμένο είναι μου
και ξάπλωσέ με στο κρεβάτι σου.
Αν ξυπνήσω, διηγήσου μου ιστορίες
για να ξανακοιμηθώ.
Και δώσε μου από τα όνειρά σου για να παίζω
ώσπου να γεννηθεί μια μέρα
που εσύ ξέρεις ποια θα είναι.

..............................................................................

Αυτή είναι η Ιστορία του Χριστούλη μου.
Για ποιο λόγο που να τον καταλαβαίνουμε
να μην είναι αυτή πιο αληθινή
από όλα όσα σκέφτονται οι φιλόσοφοι
κι όλα όσα οι θρησκείες μας διδάσκουν;



FERNANDO PESSOA
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG 2014

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

ΚΑΠΝΟΤΌΠΙΑ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – ERSKINE CALDWELL


Κάθε φορά που ο Τζήτερ στοχαζόταν τη γης και το βιός πούχε χάσει, έλεγε πως για όλη τούτη τη συφορά φταίγαν οι αθρώποι. Ώρες-ώρες έλεγε πως το φταίξιμο είταν όσο να πεις και δικότου, πίστευε ωστόσο πεισματικά πως αν έφτασε στο χάλι πούχε φτάσει είταν γιατί τον πήραν στο λαιμότους οι άλοι. Όπως και νάναι, δεν τον κατηγόρησε και τόσο το λοχαγό Τζον όσο κατηγόρησε τους άλους. Ο λοχαγός Τζον τούχε φερθεί πάντοτες εντάξει κ' είχε κάνει γιαυτόν όσα δεν έκανε ποτέςτου άλος κανένας. Όταν ο Τζήτερ είχε ξεπεράσει το κρέντιτότου στα μαγαζιά του Φούλερ, ο λοχαγός Τζον δεν είπε κουβέντα. Τον άφικε κι αγόραζε αβέρτα. Το τέλος όμως δεν άργησε νάρθει. Με το ξεπερασμένο σύστημα του λοχαγού, η καλιέργεια του μπαμπακιού δε σύφερνε πια κι ο λοχαγός Τζον παράτησε τη φάρμα και μετακόμισε στην Ογκάστα. Δεν έκανε καμια προσπάθεια να δείξει στους κολήγουςτου πως να προσαρμοστούν στις νεότερες και πιο οικονομικές μέθοδες καλιέργειας γιατί νόμιζε πως είταν χαμένος κόπος κάθε τέτια προσπάθεια. Προτίμησε να πουλήσει τα ζώα και τα εργαλεία και να κατέβει στην Ογκάστα. Μια λογική εκμετάλευση των χτημάτωντου, των υποζυγίων και των εργαλείων θα μπορούσαν να δόσουν τη δυνατότητα στον Τζήτερ και σε ντουζίνες άλους σαν τον Τζήτερ που βρεθήκαν να εξαρτιούνται απ το λοχαγό Τζον , να βγάνουν σοδιές πυ θαν τους δίνανε το ψωμίτους και θαν τους περίσεβε κιόλας μπαμπάκι ναν το πουλήσουν με κέρδος. Ένας αγροτικός συνεταιρισμός θαν τους είχε σώσει όλους.
Τώρα ο Τζήτερ είχε πέσει στη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Τούχαν πάρει τα μέσα για να ζήσει και πέθαινε λίγο λίγο της πείνας.
Όλος κείνος ο τόπος ένα γύρω είταν στην αρχή χτήμα του παπού του Τζήτερ. Εδώ κ' εβδομηνταπέντε χρόνια τα χώματάτου είταν τα καλύτερα σ' ολάκερη την κεντροδυτική Γεωργία. Ο παπούςτου είχε ξεχερσόσει το μεγαλύτερο μέρος απ τα χτήματα για να φυτέψει καπνό. Τα χώματα κείνη την εποχή είταν ένα κ' ένα για καπνό. Είταν ένας αμουδερός πηλός και τ' αυλάκι γινόταν βαθύ και στεγνό. Κ' είταν ακόμα εκατοντάδες οι ετοιμόροπες καπναποθήκες με σκασμένη τη λάσπη στους τοίχους – απομεινάρια της παλιάς φυτείας. Μερικές από δαύτες στέκονταν ακόμα, οι πιότερες όμως είχαν σαπίσει κ' είχαν πέσει χάμου σωρός.
Ο δρόμος που περνούσε μπροστά απ το σπίτι του Τζήτερ, είταν ο αρχικός ταμπακόδρομος πούχε φτιάξει ο παπούςτου. Είταν κάπου δεκαπέντε μίλια μακρύς και τράβαγε κατά τα νοτιοανατολικά απ τα ριζά των λόφων του Πιεντμόντ, όπου άρχιζαν οι αμόλοφοι, ως τους απότομους όχτους του ποταμού. Πάνω σε κείνον το δρόμο κυλάγανε τα βαρέλια με τον καπνό, κάτι μεγάλα βαρέλια γιομάτα φύλα καπνό που τον δούλευαν και τον ξέραιναν στις πλινθόχτιστες αποθήκες. Χιλιάδες βαρέλια κύλησαν έτσι απ την κορφή της πλαγιάς που ένονε την αλυσίδα των αμόλοφων κ' είχαν φτιάξει έναν καλοπάτητο και στέρεο δρόμο ολάκερη εκείνη την απόσταση τα δεκαπέντε μίλια. Άλοτες τα βαρέλια τα σπρόχνανε τσούρμα νέγροι ως τότες όμως ακολούθαγαν την κορυφογραμή της πλαγιάς γιατί αν ξέφευγαν από κει, τα μεγάλα βαρέλια θα κατρακύλαγαν το λόφο και θα πέφτανε μέσα στα ρέματα που τρέχανε πλάι-πλάι με το δρόμο και χύνονταν στο ποτάμι κιαν βρεχόταν ο καπνός θα χάλαγε και δε θ' άξιζε πεντάρα.
Ύστερα από εβδομηνταπέντε χρόνια, ο ταμπακόδρομος έμενε ακόμα και μόλο που σε πολλές μεριές είχε αρχίσει να δείχνει πως πάει να σβήσει, τα χαράγματάτου είταν τόσο βαθύ που θάμενε όσο κ' οι αμόλοφοι, είσαντε ντουζίνες οι ταμπακόδρομοι στη δυτική μεριά της κοιλάδας της Σαβάνας, μερικοί κανά μιλι μονάχα μάκρος, κιάλοι που τραβάγαν εικοσπέντε με τριάντα μίλια ως τα ριζά των λόφωντου Πιεντμόντ. Αν προπάταγες βορειοανατολικά, μπόραγες νάσαι σίγουρος πως θ' αντάμονες έξι κι οχτώ τέτιους ταμπακόδρομους σε μια μονάχα μέρα. Η περιοχή, είταν το κοτσάνι, πλατύ στο κάτου μέρος που άρχιζε σιγά-σιγά και διακλαδιζόταν σε φλέβες όσο προχώραγες προς τα πάνου. Στις πλαγιές της κοιλάδας οι χείμαροι τρέχανε σχηματίζοντας αυλακιές σαν τα νεύρα ενού φοινικόφυλου.
Ο πατέρας του Τζήτερ είχε κληρονομήσει τη μισή απ την αρχική φυτεία των Λέστερ και σελίγο η μισήτου κληρονομιά τούφυγε μές απ τα χέρια. Και πρώτα-πρώτα, βρέθηκε σ' αδυναμία να πλερόσει τους φόρους. Τα πιότερα στρέματα πουληθήκανε για να πλεροθεί ο φορατζής που όλο και πιότερα γύρευε από χρόνο σε χρόνο. Ό,τι απόμεινε, το δούλεψε όσο καλύτερα μπορούσε. Δεν έβαζε τίποτα άλο από μπαμπάκι. Εξαιτίας όμως ο αμουδερός πηλός, ο πατέρας του Τζήτερ βρισκόταν κάθε χρόνο στην ανάγκη να ρίχνει όλο και πιότερο λίπασμα. Η αμουδερή γης δεν μπόραγε να κρατήσει το λίπασμα σαν πέφταν οι μεγάλες καλοκαιριάτικες βροχές. Οι βροχές παράσερναν το λίπασμα πριν προφτάσουν οι ρίζες του μπαμπακιού ναν το ρουφήξουν.
Σα μεγάλοσε αρκετά ο Τζήτερ και μπόραε να δουλέψει στα χωράφια, η γης είχε γίνει τόσο φαγάνα που τα πιότερα χωράφια τ' αφήκανε να γίνουν πευκοδάσα. Η γης είχε εξαντληθεί απ το φύτεμα του μπαμπακιού τόσα χρόνια συνέχεια κ' είταν αδύνατο να βγάλεις πάνω απόνα τέταρτο της μπάλας απ' το κάθε στρέμ. Οι αγρότες ρίχναν όλο και πιότερο λίπασμα στα χωράφια και κείνο ξεπλενόταν όλο και πιο γρήγορα μες απ τ' αμουδερά χώματα, πριν προφτάσουν οι μπαμπακιές ναν τα τραβήξουν με τις ρίζες τους.
Σαν πέθανε ο πατέραςτου, του άφικε κληρονομιά ό,τι είχε απομείνει απ τα χωράφια και τα χρέη των Λέστερ. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να γίνει είταν να κανονιστεί η υποθήκη. Για να πληρωθούν οι δανειστές, κόπηκε όλη η ξυλεία και πουλήθηκε κιάλο μεγάλο μέρος της γης. Δυό χρόνια αργότερα ο Τζήτερε βρέθηκε βουτηγμένος στα χρέη ως το λαιμό. Όταν ταχτοποιήθηκαν οι απαιτήσεις δεν είχε μήτε στρέμα γης δικότου μήτε σπίτι. Ο λοχαγός Τζον άφισε τον Τζήτερ και τη φαμίλιατου να μείνει σ' ένα απ τα σπίτια και να δουλέψει τα χωράφια μισακά. Αυτό έγινε δέκα χρόνια πριν απ τον Παγκόσμιο Πόλεμο.
Απο κει κι ύστερα ο Τζήτερ βούλιαζε στη φτώχια κάθε χρόνο και χειρότερα. Το πράμα φαίνεται νάφτασε ως εκεί που δεν έπαιρνε άλοόταν ο λοχαγός Τζόν πούλησε τα μουλάρια του και τ' άλλα ζώα και μετακόμισε στην Ογκάστα. Από τότες κ' ύστερα ο Τζήτερ έχασε και τα δυό τρίτα της σοδιάς πούπαιρνε για το μόχτοτου κάθε χρόνο και δεν ξαναβρέθηκε ποτέςτου πια νάχει πίστωση ανοιχτή για τρόφιμα, ταμπάκο κιάλα χρειαζούμενα, στα μαγαζιά του Φούλερ. Φεύγοντας ο λοχαγός Τζον πήρε μαζίτου και το κρέντιτο. Ο Τζήτερ τάχε χαμένα και δεν ήξερε τι να κάνει. Δίχως φαΐ και ταμπάκο – άρχισε ναν του φαίνεται πως δεν άξιζε τον κόπο να ζήσει μια τέτια ζωή.
Τα πιότερα παιδιά του είχαν φύγει κιόλας απ το σπίτι πηγαίνοντας στην Ογκάστα για αλού. Ο Τζήτερ δεν είχε ιδέα που ακριβώς βρίσκονταν τώρα.
Η Άντα τούχε φτιάξει δεκαεφτά παιδιά. Τα πέντε είχαν πεθάνει και τα δώδεκα π' απόμειναν, σκορπίσανε. Μονάχα η Έλη Μαίη κι ο Ντιούντ μέναν ακόμα σπίτι. Η Περλ έμενε δυό μίλια μόλις μακριά, δεν ήρθε όμως ποτέςτης να δει τον Τζήτερ και την Άντα, μήτε και κείνοι πήγαιναν ποτές ναν τη δούνε. Τα παιδιά πούχαν πεθάνει, είταν θαμένα εδώ και κει στη φάρμα. Η γης οργόθηκε μετά το θάνατότους κ' έτσι που δεν είχαν βάλει κανένα σημάδι στους τάφους, κανένας δεν ήξερε τώρα που να ψάξει, αν λάχαινε και του πέρναγε η ιδέα ναν τους βρει.
Εξόν απ τον Ντιούντ και την Έλη Μαίη, όλα τα παιδιά είταν παντρεμένα. Ο Τζήτερ νόμιζε πως ήξερε που βρίσκεται ο Τομ, δεν ήταν όμως και πολύ σίγουρος. Τούλαχε ν' ακούσει στα μαγαζιά του Φούλερ πως ο Τομ που είταν ο μεγαλύτερος γιόςτου, είχε ένα συνεργείο πούκοβε τραβέρσες στη γειτονική επαρχία, κάπου είκοσι μίλια μακριά.
Κανένας δεν είχε ιδέα που βρίσκονταν τ' άλα παιδιά, μήτε αν ζούσαν ακόμα όλατους. Η Λίζη Μπελ είταν η τελευταία πούχε φύγει απ το σπίτι. Είχε φύγει δω και πολά χρόνια λέγοντας πως θα πάγαινε να δουλέψει σ' ένα κλωστάδικο στο απέναντι μέρος του ποταμού, πέρα απ την Ογκάστα. Είταν καμιά δεκαριά και παραπάνου τα κλωστάδικα στην κοιλάδα του Χόρσκρικ, δεν είχε πει όμως σε ποιο απ όλα θα πάγαινε να πιάσει δουλιά. Του Τζήτερ τούχαν πει πως βρισκόταν ακόμα εκεί πως είχε παντρεφτεί κ' είχε κιόλας εφτά παιδιά. Δεν ήξερε αν είταν αλήθια όλα τούτα γιατί μήτε αυτός μήτε η Άντα λάβαινε ποτές κάνα γράματης.

Είταν φορές που ο Τζήτερ ένιοθε μοναξιά έτσι που δεν είχε όλα τα παιδιάτου γύρωτου και πολύ το λαχτάραγε να βρισκόταν κανένα να γύρναγε ναρχότανε ναν τόνε δει και για ναν τούγραφε κάνα γράμα. Κάθε φορά που στοχαζόταν κάτι τέτιο, αναρωτιόταν μήπως και του γράφανε και δεν τάπαιρνε τα γράματάτους. Δεν πέρναε επαρχιακός ταχυδρόμος απ τον ταμπακόδρομο μήτε κι ο Τζήτερ είχε γραματοκιβώτιο. Τόχε όμως ειπωμένα αμέτρητες φορές πως θα κατέβαινε καμιά μέρα στο ταχυδρομικό γραφείο του Φούλερ και θα ρώταγε αν είχε ρθει κάνα γράμα για λόγουτου απ τη Λίζη Μπέλ ή την Κλάρα ή τον Τομ ή από κανένα άλοτου παιδί. Κ' ήξερε πως θάπρεπε να βρει και κάπιονε ναν του διαβάσει το γράμα γιατί μήτε αυτός μήτε η Άντα μάθανε ποτέςτους να διαβάζουν. Είχε κατέβει στο Φούλερ χίλιες φορές από τότες που το πρωτοσκέφτηκε να ρωτήσει στο ταχυδρομείο μην έχει κάνα γράμα, ως τώρα όμως ακόμε δεν τάχε καταφέρει να περάσει να ρωτήσει.
Έλπιζε πως καμιά μέρα θαν του ρχόταν βολετό να ξεκινήσει και να πάει στην επαρχία Μπαρκ να δει τον Τομ. Χρόνια τώρα σκεδίαζε να κάνει αυτό το ταξίδι, όμως κάθε φορά όλο και κάπιο εμπόδιο θαν τούμπαινε μπροστά. Άλοτες έφταιγε κείνη η σακαράκα τ' αυτοκίνητο που δεν έλεγε να ξεκινήσει κιάλοτες του τα χάλαγε ο καιρός κ' οι λάσπες στους δρόμους.
Το ταξίδι για να δει τον Τομ το σκεδίαζε για δυό λόγους. Ήθελε φυσικά να δει το γιότου και να κάτσει ναν τα πούνε, ο σπουδαιότερος λόγος ωστόσο είταν που ο Τζήτερ πίστευε πως ο Τομ θαν τούκοβε ένα ταχτικό μηνιάτικο σα μάθαινε πόσο άσκημα είχε ρέψει στην πείνα και πόσο κάναν κρα κι αυτός κ' η Άντα για λίγη μάσα και ταμπάκο. Απ όσα είχε ακουστά ο Τζήτερ στα μαγαζιά του Φούλερ, είχε καταλάβει πως δε θάτανε τίποτα για τον Τομ ναν του δίνει λίγα δολάρια κάθε βδομάδα. Όλοι του λέγανε πως ο Τόμ είχε πενήντα μ' εξήντα μουλάρια και τα διπλά βόδια κ' έβαζε ένα σωρό λεφτά στο πουγγίτου απ τις τραβέρσες που πούλαγε στους σιδερόδρομους. Ο Τζήτερ τάχε ακούσει πολές φορές όλ αυτά στο Φούλερ και δεν τούμενε καμιά αμφιβολία πως είταν αλήθια. Δεν τόβαζε ο νουςτου πως ο Τομ θ' αρνιόταν ποτές ναν τους συντρέξει, αυτόνε και την Άντα, σαν πάγαινε και τούλεγε τι φτώχια τους έδερνε. Τώρα πούχαν περάσει τα κρύα κ' οι βροχές του χειμώνα, ο Τζήτερ έλπιζε πως θαν τα κατάφερνε καμιά μέρα να κάνει το ταξίδι σαν έμπαινε το καλοκαίρι. Δεν θάχε λάσπες στους δρόμους τότες πια και θ' αργούσε να σκοτεινιάσει.
Ο χειμώνας που πέρναγε κ' η άνοιξη π' άρχιζε κ' έμπαινε σιγά-σιγά, είχαν τη συνηθισμένητους επίδραση πάνου στον Τζήτερ. Οι ζεστές τελευταίες μέρες του Φλεβάρη, είχαν ξυπνήσει και πάλι μέσατου τη λαχτάρα να οργόσει τη γης. Κάθε χρονιά, τέτια εποχή, έβαζε ξανά τα δυνατάτου να κάνει χωράφι και νάβρει τρόπο ν' αγοράσει τον μπαμπακόσπορο και το λίπασμα με κρέντιτο απ τα μαγαζιά του Φούλερ. Όσο κιαν παιδευόταν κατάληγε πάντα να βρεθεί μπροστά σε μαγαζάτορες που του κόβανε με το μαχαίρι την κουβέντα κι αρνιόνταν ναν του δόκουν μιας πεντάρας κρέντιτο. Ωστόσο ο Τζήτερ έβαζε φωτιά σε κάνα-δυό χωράφια κάθε άνοιξη και τα καθάριζε απ τα βούρλα έτσι που νάναι έτοιμα για όργομα αν λάχαινε και βρισκόταν κανένας ναν του δανείσει ένα μουλάρι και ναν του δόκει λίγο μπαμπακόσπορο και λίπασμα. Κάθε άνοιξη τούτα τα τελευταία έξη-εφτά χρόνια, ξανά και μάτα πάλε, η ίδια ιστορία.
Ο Τζήτερ είχε κληρονομημένον έναν έρωτα για τη γης που όλα τα παθήματα κ' οι καταστροφές δεν είχαν καταφέρει ναν τον ξεριζόσουν από μέσατου. Είχε ζήσει όλη τη ζωήτου σ' ένα μικρό απομεινάρι της φυτείας των Λέστερ και μόλο που τόξερε καλά πως μήτε αυτό το απομεινάρι δεν είταν νομικά δικότου, ένιοθε πως θα πέθαινε αν αναγκαζότανε να φύγει από κει. Κιαν ακόμα του δινόταν η ευκαιρία να πάει και να δουλέψει στη φάρμα κανενός άλου μισακά, πάλε δε θα δεχότανε να πάει και να ζήσει ακόμα και να δουλέψει στα κλωστάδικα. Το ανήσυχο ρεύμα των άλων κολήγων που φεύγαν και τραβάγαν για τις φάμπρικες, τον άφινε αδιάφορο τον Τζήτερ. Μπορεί νάναι καμπόσοι που τόχουν στο σκαρίτους να δουλεύουν στα κλωστάδικα, έλεγε, όσο για μένανε όμως, κάλιο τόχω να πεθάνω της πείνας παρά ν' απαρατήσω τη γης. Εφτά χρόνια τώρα, δεν είχε αλάξει γνώμη. Αν άλαξε σε κάτι, είταν που τόχε πάρει πιο πεισματικά απόφαση από κάθε άλη φορά να μείνει κει που βρισκόταν με κάθε θυσία.
Σαν έφυγε η Λίζη Μπελ απ το σπίτι, η Άντα είχε πει πως της καλάρεσε να μετακομίσει κ' ελόουτης στην Ογκάστα. Ο Τζήτερ όμως δεν ίδρονε τ' αυτίτου ό,τι κιαν τούλεγε. Μήτε στιγμή δεν τόχε λαχταρήσει ποτέςτου ν' απαρατήσει τη γης και να ζήσει σε μια πολιτεία με φάμπρικες.
-Οι αθρώποι της πολιτείας, έχουνε χούγια που δεν τα γουστέρνει ο Κύριος Ημών, είχε πει ο Τζήτερ κουνόντας το κεφάλιτου. Δεν είναι θέλημα του Κύριου Ημών ένας άθρωπος πούχει μέσατου τη μυρουδιά της γης να πάει και να κλειστεί σε μια φάμπρικα στην Ογκάστα. Μπορεί νάναι καμπόσοι που ναν τόχει το σκαρίτους να ξηγιούνται τέτοιας λογής, όμως ο Κύριος Ημών δεν τόβανε ποτέςτου κατανού να κάνω και γω το ίδιο. Μ' έβανε δω χάμου στη γης να πορευτώ και δεν τόχω σκοπό ναν τήνε παρατήσω. Αν είταν να μένω κλεισμένος οληνώρα μέσα σε μια φάμπρικα, θάνιοθα όπως νιόθει ένα κοτόπουλο που του κόβεις το κεφάλι.
-Μιλάς σα γερομπουνταλάς, είχε πει η Άντα ζοχαδιασμένη. Χίλιες βολές καλυτερα ναν τη βολέψεις στις φάμπρικες παρά να κάθεσαι δω χάμου στον ταμπακόδρομο και να ψοφάς της πείνας. Κάτου κει θα μπόραγα νάχα όσο ταμπάκο γουστάριζε η καρδιάμου. Δω χάμου όμως δεν έχω μήτε τόσο που να φτάνει να μου κόψει τη λιγούρα.
-Ο Κύριος Ημών τόχει σκοπό να μας συντρέξει, της είχε αποκριθεί ο Τζήτερ. Ετοιμάζουμαι κιόλας να δεχτώ την απλοχεριάτου. Λέω με το νουμου, πως μπορεί να μας θυμηθεί απ ώρα σ' ώρα. Δε θα μας αφίκει να μείνουμε δω πέρα και να ψοφήσουμε της πείνας. Θα μας στείλει όπου νάναι λίγο ταμπάκο και τίποτις για μάσα. Σ' όλημου τη ζωή στάθηκα θεοφοβούμενος άθρωπος κι ο Κύριος Ημών δε θα μ' αφίκει να βασανίζουμαι άλο.
-Κάτσε κει που κάθεσαι και καρτέρα! Δέκα χρόνια να περάσουν, στο ίδιο χάλι θάσαι – α δεν τάχεις τινάξει μέχρι τότες. Ακόμα και τα παιδιά σταθήκανε πιο μυαλομένα από σένα – μην τάχα δε μας απαράτησαν και φύγανε να δουλέψουν στις φάμπρικες μόλις μεγαλόσανε μια στάλα; Τόδανε πως δεν φελάει να κάθουνται δω χάμου να περμένουν ναν τους βάλεις συ καμιά μπουκιά στ άδιοτους στόμα και στις άδιεςτους κοιλιές. Το πήραν χαμπάρι πως δε θα κούναγες ποτές μήτε το μικρόσου δάχτυλο για ναν το ταΐσεις. Μόνε να κάθεσαι και να γλωσοκοπανάς είσαι άξιος. Α δεν είμανε τόσο γριά, θα σηκονόμουνα τούτη τη στιγμή και θα πάγαινα στις φάμπρικες να βγάνω κάνα μεροκάματο.
-Ο Κύριος Ημών μου στέλνει κάθε λογής κακό και συφορά, μόνο και μόνο για να δοκιμάσει την ψυχήμου. Σίγουρα θαν τόχει σκοπό να κάνει κάτιτις σπουδαίο και μεγάλο για λόουμου γιατί, μα την αλήθεια με δοκιμάζει σκληρά. Σάμπως να μου φαίνεται πως στοχάζεται και λέει: Άμα τα καταφέρει ο Τζήτερ και τα βγάλει πέρα με τη φαμελιάτου, μπορεί ναν τούχω εμπιστοσύνη πως θαν τον βάνει κάτου και τον οξαποδώ.
-Σιγά τον πολυέλαιο! είχε πει η Άντα. Άμα ο Κύριος Ημών δεν πει να κουνήσει το χεράκιτου τώρα σύντομα, κλάψεμας. Το φουκαριάρικο το στομάχιμου το τρελαίνουν οι πόνοι ολημερίς, σα δεν έχω λίγο ταμπάκο να μου κόψει τη λιγούρα.



ERSKINE CALDWELL
ΚΑΠΝΟΤΌΠΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ