Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Η ΛΙΜΝΗ - Alphonse de Lamartine


Πάντα λοιπόν θα τρέχωμε προς άγνωστο ακρογιάλι, 
θα καταποντιζώμεθα στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτ’ εν’ απάνεμο μες στην ανεμοζάλη, 
ουτ’ ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά!

Κύτταξε, λίμνη, κύτταξε! Δεν έκλεισ ένας χρόνος 
πόπαιζε με το κύμα σου χαρούμενη, τρελλή, 
και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος 
στην πέτρα εδ’ οπού πάντοτε μας έβλεπες μαζί.

Καθώς και τώρα εμούγκριζες και τότε αγριεμένη
κ’ εξέσχιζες τα στήθη σου στου βράχου τα πλευρά, 
ανήσυχη επαράδερνες στην άκρη θυμωμένη 
κ’ εράντιζες τα πόδια της με τον αφρό συχνά.

Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κ’ εκείνη 
ελάμνανε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα σου τα νερά, 
τ’ αγέρι δεν ανάσαινε, είχες και συ γαλήνη, 
στον ύπνο σου, δεν άκουες παρά τα δυό κουπιά.

Με μιας τραγούδι ουράνιο, πρωτάκουστο, δροσάτο 
το γέρο τον αντίλαλο τριγύρω μας ξυπνά.
Έμειν’ ευθύς παράλυτο το κύμα σου το αφράτο, 
και τέτοια λόγια ακούστηκαν, θυμάμαι, αρμονικά:

«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου, 
ώρες γλυκές, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή, 
και συ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου, 
τώρα που ζευγαρώσαμε ειν’ όμορφη η ζωή.

»Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια, 
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά-γοργά, 
χρόνε μου, πέτα κι’ άφησε στου έρωτα τα βρόχια 
τα δυό μας να χορτάσωμε τόσο γλυκεία σκλαβιά.

»Του κάκου. Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει… 
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή… 
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει, 
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή…

»Του κάκου. Όλα ξεγέλασμα είν’ όνειρα και πλάνη, 
ζωή μας είν’ η αγάπη μας, και μοναχή χαρά, 
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι, 
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.

»Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται, 
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς, 
καθώς περνούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται 
κ’ οι μαύρες, κ’ οι ολόπικρες στιγμές της συμφοράς;

»Απ’ τη βαθειά την άβυσσον, όπου μας καταπίνει, 
απ’ την αιωνιότητα, όπου μας πλημμυρεί, 
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει, 
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.

»Λοιπόν, απ’ όσα εχάρηκα, δε θ’ απομείνη τρίμμα, 
δεν θα ν’ αφήσω τίποτε σ’ αυτήν τη μαύρη γη! 
Απ’ το γοργό μας πέρασμα δεν είναι τάχα κρίμα 
να μη σωθή ένα πάτημα, ω Χρόνε αδικητή;»

Ω λίμνη, ω βράχοι μου άφωνοι, ω σεις σπηλιές και δάση, 
που βλέπετε τον πόνο μου, μια χάρη σας ζητώ.
Εσείς, όπου δε σκιάζεσθε κανείς να σας χαλάση, 
ποτέ μη μας ξεχάσετε, στο μνήμ’ αν πάω κι’ εγώ.

Κι’ όταν σε δέρνη ο σίφουνας, κι όταν βαθειά κοιμάσαι, 
ω λίμνη μου αφροστέφανη, να μη μας λησμονής, 
εσ’ είδες την αγάπη μας, και μόνη εσύ θυμάσαι 
πως άναφταν τα στήθη μας και θα μας συμπονής.

Θέλω τα πεύκα, τα έλατα, οι βράχοι, η ρεματιά σου, 
τ’ αφρού σου το μουρμούρισμα, τ’ αντίλαλου η φωνή, 
τα δροσερά σου σύγνεφα, τ’ αγέρι, η καταχνιά σου, 
η βρύση, ο καλαμιώνας σου, το χόρτο, το πουλί,

Τ’ άστρο το ασημομέτωπο, η μυρωδιά που χύνει 
το γαλανό το κύμα σου, ω λίμνη μου γλυκεία, 
ό,τι στην πλάση έχει αίσθηση, πνοή, νοημοσύνη, 
όλα να λένε: «Αγάπησαν τα μαύρα φλογερά!»

Μετάφραση Αριστοτέλης Βαλαωρίτης




Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Ο Βρυκόλακας (Θανάσης Βάγιας) - Βαλαωρίτης Αριστοτέλης


                                   Α'

                               Η Φτωχή

-"Ελεημοσύνη Χριστιανοί, κάμετ' ελεημοσύνη,
  έτσι ο Θεός παρηγοριά κι αγάπη να σας δίνει.
  Ελεημοσύνη κάμετε στην έρημη τη χήρα"!

Φτωχή γυναίκα φώναζε σ' άλλης φτωχής τη θύρα.

-"Η νύχτα, τ' αστραπόβροντα, το χιόνι δε μ' αφήνει
  να πάγω μπρος. Χριστιανοί, κάμετ' ελεημοσύνη!
  Ανοίξετέ μου... πέθανα... κι εγώ Θεό λατρεύω...
  Ανοίξετέ μου, Χριστιανοί, έμαθα να νηστεύω
  και το ψωμί σας δε ζητώ, δε θέλω να το πάρω.
  Φτωχός φτωχόνε συμπονεί, γλυτώστε μ' απ' το Χάρο.
  Με φτάνουνε δυο κάρβουνα, με φτάνει το φυτίλι
  που κάθε βράδυ ανάφτετε, που καίτε στο καντήλι,
  εμπρός στη Μάνα του Θεού, εμπρός εις τη Παρθένο...
  Ελεημοσύνη, λίγο φώς... προφτάστε με... πεθαίνω..."

                                    Β'

 -"Μάνα μου ξύπνα, δεν ακούς; Τη θύρα μας χτυπάνε".
 -"Αγέρας δέρνει τα κλαριά του λόγγου και βογγάνε".
 -"Σκιάζομαι μάνα, σα πουλί φεύγει, πετά η καρδιά μου".
 -"Είναι σκυλιά που ρυάζονται. Πέσε στην αγκαλιά μου".
 -"'Ακουσα κλάψες και φωνές".
                                            -"Θα τα δες στ' όνειρό σου.
  Κοιμήσου, γύρισ' από 'δω και κάμε το σταυρό σου".

                                    Γ'

 -"Ακούω στη θύρα μας σα βογγητό,
    σα ψυχομάχημα. Θα πά' να δω".

Σκώνετ' η δύστυχη και πα να δει.
Στο χώμα κοίτεται ένα κορμί.
Αχνό το πρόσωπο και τα μαλλιά
ξήπλεγα σέρνονταν στη τραχηλιά,
τα χέρια κρούσταλλο, σιδερωμένα
μέσα στο κόρφο της τα χει χωμένα.

 -"Παιδί μου, πρόφτασε, δος μου βοήθεια,
   εκείνα π' άκουσες ήταν αλήθεια".

Στα χέρια γλήγορα τη ξένη παίρνουν
και στο κρεβάτι τους τη συνεφέρνουν.

 -"Σύρτε παιδάκια μου ν' αναπαυτείτε.
   Είναι μεσάνυχτα, να κοιμηθείτε".

 -"Καλό ξημέρωμα, καλή αυγή,
   κοιμήσου ήσυχη, μαύρη φτωχή"!

Αντάμα πέσανε μάνα, παιδί,
τα μάτια κλείσανε σ' ύπνο βαθύ.
Η ξένη, δύστυχη, δε κλει το μάτι.
Τι να την ηύρηκε μες στο κρεβάτι;

                                     Δ'

                         Ο Βρυκόλακας

-"Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
  βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
  Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
  Ύπνος για σένανε δεν είν' στον 'Αδη;

  Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
  Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη...
  Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
  'Ασε με ήσυχη ν' αναπαυθώ.

  Το κρίμα που 'καμες με συνεπήρε.
  Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
  Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
  στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.

  Στάσου μακρύτερα... Γιατί με σκιάζεις;
  Θανάση τί έκαμα και με τρομάζεις;
  Πώς είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα...
  Πες μου... δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;

  Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου...
  Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
  Θεοκατάρατε, για δες... πετάνε
  κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.

  Πες μου πούθ' έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
  Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
  Μες απ' το μνήμα σου γιατί να βγεις;
  Πες μου πουθ' έρχεσαι; Τ' ήλθες να δεις";

                             Ε'

-"Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
  κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
  κι εκεί οπού έστεκα σαβανωμένος,
  βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,

  έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
  ακούω που φώναξε: -"Θ α ν ά σ η  Β ά γ ι α
  σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
  και θα σε πάρουνε να πάτε κει"-.

  Τα λόγια τ' άκουσα και τ' όνομά μου.
  Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
  Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
  βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.

  -"Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,
  έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
  Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
  Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι"-.

  Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
  πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
  Και με τα νύχια τους και με το στόμα
  πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.

  Και σα με βρήκανε όλοι με μια
  έξω απ' του τάφου μου την ερημιά,
  γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
  κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.

  Πετάμε, τρέχουμε, φυσομανάει,
  το πέρασμά μας κόσμο χαλνάει.
  Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
  οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ' η γη.

  Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
  σα ν' αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
  Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
  τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.

  Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
  πάντα φωνάζοντας: -"Θ α ν ά σ η   Β ά γ ι α"-.
  Έτσι εφτάσαμε σ' εκειά τα μέρη,
  που τόσους έσφαξα μ' αυτό το χέρι.

  Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
  Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
  Μου 'δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
  Για δες το στόμα μου, το 'χω βαμένο.

  Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
  κάποιος εφώναξε... στέκουν κι ακούνε.
  -"Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή"-.
  Εδώθε μπαίνουνε μες στην αυλή.

  Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
  Με παρατήσανε... Κανείς δε μένει.
  Κρυφά τους έφυγα και τρέχω 'δω,
  με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ".

                              ΣΤ'

 -"Θανάση σ' άκουσα, τραβήξου τώρα.
   Μέσα στο μνήμα σου να πας είν' ώρα".

 -"Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
   θέλω απ' το στόμα σου τρία φιλιά".

 -"Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
   ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα".

 -"Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
   Μου πήρ' η κόλαση κειό το φιλί".

 -"Φέυγα και σκιάζομαι τ' άγρια σου μάτια.
  Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
  Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
  Απ την αχάμνια τους λες κι είν' μαχαίρια".

 -"Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι 'γω
   κείνος π' αγάπησες, ένα καιρό;
   Μη με σιχαίνεσαι, είμ' ο Θανάσης".
 -"Φεύγ' απ' τα μάτια μου, θα με κολάσεις".

Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ' αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.

Τήνε ξεγύμνωσε... το χέρι απλώνει...
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει...

Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ' το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο...
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.

Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ' το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: -"Θ α ν ά σ η   Β ά γ ι α !"-

                                 Ζ'

 -"Ξύπνα παιδί μου κι η αυγή απ' το βουνό προβαίνει,
   ξύπνα ν' ανάψωμε φωτιά κι η ξένη μας προσμένει".

 -"Καλή σου μέρα μάνα μας, ησύχασες κομμάτι";
 -"Λίγο κοιμώμαι η δύστυχη, δεν έκλεισα το μάτι.
   Έχετε γεια, έχετε γεια, πρέπει να σας αφήσω.
   Είναι μακρύς ο δρόμος μου και πότε θα κινήσω";

 -"Γιατί δε μας εξύπνησες κι έμεινες μοναχή σου;
   Σύρε μανούλα στο καλό και δος μας την ευχή σου".

 -"Για το καλό που κάματε, για την ελεημοσύνη,
   ύπνο γλυκό ο Κύριος κι ήσυχο να σας δίνει.
   'Αλλο καλό να σας 'φχηθώ στο κόσμο μας δε ξέρω,
   νύχτα και μέρα το ζητώ και δε μπορώ να εύρω".

 -"Μάνα, η φτώχεια είναι κακή γιατί έχει καταφρόνια".
 -"Τα πλούτη τα δοκίμασα, περάσαν με τα χρόνια".

 -"Μέσα στο λόγγο οι δύστυχοι ζούμε κι εμείς σα λύκοι,
   απ' το καιρό που χάλασε το έρμο το Γαρδίκι".

Ω δυστυχιά μου! Ω δυστυχιά! Ο κόσμος θα χαλάσει!
Και ποιόνε μελετήσανε; Το   Β ά γ ι α   το   Θ α ν ά σ η!

 -"Κι εγώ είμ' η γυναίκα του. Κάμετε το σταυρό σας,
   πάρτε λιβάνι, κάψετε, να διώξτε τον εχτρό σας.
   Εψές τη νύχτα μπήκε 'δω, εστάθηκε σιμά μου...
   Σχωρέστε τόνε, Χριστιανοί, κλάψτε τη συμφορά μου..."

Παίρνει το λόγγο. Το παιδί κι η μάνα ανατριχιάζουν
και το σταυρό τους κάνοντας, τρέμουν που τη κοιτάζουν.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Θανάσης Βάγιας ήταν αυτός που πρόδωσε το μυστικό πέρασμα του Γαρδικιού στον Αλή Πασά.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ