.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Παράρτημα V (Κόλαση και Παράδεισος) – Aldous Huxley

 
Ο Βουαγιάρ ζωγράφιζε κοντινές απόψεις  εσωτερικών χώρων  κυρίως, αλλά και κήπων μερικές φορές. Σε μερικές συνθέσεις του κατάφερε να συνδυάσει την μαγεία της εγγύτητας με τη μαγεία της μακρινής όψης, παριστώντας μια γωνιά ενός δωματίου όπου βρίσκεται ή κρέμεται μια δική του – ή κάποιου άλλου – αναπαράσταση μιας μακρινής άποψης δέντρων, λόφων και ουρανού. Είναι μια πρόσκληση να χαρεί κανείς και τους δύο κόσμους, τον τηλεσκοπικό και τον μικροσκοπικό, με μια μοναδική ματιά.
Όσον αφορά τους υπόλοιπους είναι πολύ λίγα τα τοπία μοντέρνων Ευρωπαίων καλλιτεχνών που είναι ζωγραφισμένα από κοντά. Υπάρχει ένα «Δασάκι» του Βαν Γκογκ στο Μετροπόλιταν. Υπάρχει ένας θαυμάσιος πίνακας του Κόνσταμπλ «Ο Νταλλ στο Χέλμινγκχαμ Παρκ» στην Τέητ Γκάλερι. Υπάρχει ένας κακός πίνακας του Μιλλέ η «Οφηλία», που γίνεται μαγικός με τις περίπλοκες καλοκαιρινές πρασινάδες που τις έχει δει με τα μάτια ενός αρουραίου του νερού , δηλαδή από πολύ κοντά. Και θυμάμαι ένα πίνακα του Ντελακρουά που είχε πάρει το μάτι μου σε κάποια Έκθεση, που παρίστανε φύλλα και κορμούς και λουλούδια από πάρα πολύ κοντά. Πρέπει, φυσικά, να υπάρχουν κι άλλοι αλλά ή τους έχω ξεχάσει, ή δεν τους έχω δει ποτέ. Δεν υπάρχει πάντως τίποτα στη Δυτική τέχνη που να μπορεί να συγκριθεί με την Κινέζικη ή τη Γιαπωνέζικη απόδοση της φύσης από πολύ κοντά. Ένα κλωνάρι ανθισμένης δαμασκηνιάς, μισό μέτρο του κορμού ενός μπαμπού με τον φλοιό και τα φύλλα του, σπουργίτια και σπίνοι από απόσταση μισού μόνο μέτρου ανάμεσα από τους θάμνους, όλων των ειδών τα λουλούδια και τα φυλλώματα, τα πουλιά και τα ψάρια και τα μικρά θηλαστικά. Η κάθε μικρή ζωή παρουσιάζεται σαν το κέντρο του δικού της κόσμου, δηλαδή σαν ο σκοπός, σύμφωνα με τη δική της εκτίμηση, για τον οποίο αυτός ο κόσμος κι όλα που έχει μέσα του δημιουργήθηκαν. Η κάθε μια βγάζει την δική της, την ειδική διακήρυξη ανεξαρτησίας από τον ανθρώπινο ιμπεριαλισμό. Η κάθε μια, με έναν ειρωνικό υπαινιγμό, κοροϊδεύει τις παράλογες αξιώσεις μας να θεσπίσουμε τελείως  ανθρώπινους κανόνες για την διεξαγωγή του κοσμικού αγώνα. Η κάθε μια σιωπηλά επαναλαμβάνει την θεϊκή ταυτότητα: Είμαι αυτό που είμαι.
Η φύση σε μέση απόσταση από μας είναι πολύ οικεία – τόσο οικεία που ξεγελιόμαστε και πιστεύουμε ότι ξέρουμε ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Όταν τη βλέπουμε από πολύ κοντά ή από πολύ μακριά, ή από κάποια περίεργη γωνία, μας φαίνεται ανησυχητικά ξένη, θαυμάσια, χωρίς να καταλαβαίνουμε γιατί. Τα Κινέζικα και τα Γιαπωνέζικα κοντινά τοπία είναι εικονογραφήσεις με θέμα ότι το Σαμσάρα και το Νιρβάνα είναι ένα, και ότι το Απόλυτο είναι φανερό σε κάθε φαινόμενο. Αυτές οι θαυμάσιες μεταφυσικές, κι όμως  πραγματικές, αλήθειες αποδόθηκαν από καλλιτέχνες της Άπω Ανατολής, εμπνευσμένους  από την θρησκεία Ζεν, και με έναν ακόμα τρόπο. Όλα τα αντικείμενα της κοντινής έρευνάς τους, τα ζωγράφιζαν κάπως άσχετα μεταξύ τους πάνω σε ένα άδειο χαρτί ή σε αγνό μετάξι. Αυτές οι παροδικές όψει, όταν απομονωθούν με τον τρόπο αυτό, παίρνουν κάποια απόλυτη έννοια του Ίδιου του Πράγματος όπως Είναι. Οι Δυτικοί καλλιτέχνες χρησιμοποίησαν το τέχνασμα αυτό όταν ζωγράφιζαν ιερές μορφές, πορτρέτα, και καμιά φορά φυσικά αντικείμενα από κάποια απόσταση. Ο «Μύλος» του Ρέμπραντ και τα «Κυπαρίσσια» του Βαν Γκογκ είναι παραδείγματα μακρινών τοπίων, όπου έχει γίνει η απολυτοποίηση ενός μόνο χαρακτηριστικού με την τεχνική της απομόνωσης. Η μαγική δύναμη πολλών από τα σχέδια, τις χαρακτικές και τους πίνακες του Γκόγια, μπορούμε να πούμε ότι προέρχεται από το γεγονός ότι οι συνθέσεις του, σχεδόν πάντα, παίρνουν τη μορφή που έχει μια σιλουέτα, ή περισσότερες, όταν τις βλέπουμε με φόντο κάποιο άσπρο κενό. Αυτές οι σχηματοποιημένες φιγούρες, διαθέτουν την δραματική ιδιότητα της πραγματικής σημασίας που γίνεται ακόμα μεγαλύτερη από την απομόνωση και την έλλειψη σχέσης, για να φτάσει στην υπερφυσική ένταση.
Στη φύση, όπως και σε ένα έργο τέχνης, η απομόνωση ενός αντικειμένου έχει την τάση να το κάνει απόλυτο, να του προσδίδει εκείνο το νόημα που δεν είναι συμβολικό, παρά ταυτίζεται με την ύπαρξη.

Αλλά υπάρχει ένα δέντρο – ένα μέσα στα πολλά – ένα μοναδικό χωράφι που είδα:
Και τα δύο μιλούν για κάτι που δεν υπάρχει πια.

Αυτό το κάτι που δεν μπορούσε πια να δει ο Γουέρντσγουέρθ ήταν η «οραματική λάμψη». Αυτή η λάμψη, θυμάμαι, κι αυτή η ουσιαστική σημασία, ήταν οι ιδιότητες μιας μοναχικής βαλανιδιάς, που μπορούσε να δει από το τρένο, μεταξύ του Ρέντινγκ και της Οξφόρδης. Είχε φυτρώσει πάνω  στην κορφή ενός μικρού λόφου κι απλωνόταν σε μια μεγάλη έκταση γης και διαγραφόταν στον χλωμό ουρανό του βορρά.
Τα αποτελέσματα της απομόνωσης σε συνδυασμό με την εγγύτητα, μπορούμε να τα μελετήσουμε, μ’ όλη τη μαγική τους παράξενη δύναμη, σε ένα καταπληκτικό πίνακα ενός Ιάπωνα καλλιτέχνη του δέκατου έβδομου αιώνα που ήταν και γνωστός ξιφομάχος και μαθητής της θρησκείας Ζεν. Παριστάνει ένα πουλί που έχει κουρνιάσει στην άκρη ενός γυμνού κλωναριού, «και περιμένει χωρίς σκοπό, αλλά βρίσκεται σε μεγάλη ένταση». Από κάτω, από πάνω, και γύρω δεν υπάρχει τίποτα. Το πουλί ξεπροβάλλει από το Κενό, από κείνη την αιώνια ανωνυμία και την αμορφία, που όμως είναι η ίδια η ουσία του πολύμορφου, του συγκεκριμένου και προσωρινού κόσμου. Αυτό το πουλί πάνω στο γυμνό κλαδί του είναι πρώτος ξάδελφος με την χειμωνιάτικη τσίχλα του Χάρντι. Αλλά ενώ η Βικτωριανή τσίχλα επιμένει να μας δώσει κάποιο μάθημα, το πουλί του καλλιτέχνη της Άπω Ανατολής είναι ευχαριστημένο που απλώς υπάρχει, που είναι εκεί τόσο έντονα κι απόλυτα.

Aldous Huxley
Κόλαση και Παράδεισος
Μετάφραση Λ. Κανδηλίδη
Εκδόσεις Κάκτος 1981

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

Ασθένεια - Νικόλαος Κάλας



Παράφορος ήταν ο έρωτας. Και είναι.
ζει στα καθέκαστα του βίου
τώρα - περίσταση εξαιρετική -
προβάλλει την μορφή της απελπισίας.
σπαραγμοί και καινούργιο αιματοκύλισμα των αισθημάτων
μας καλούν σ' αυτήν εδώ την δοκιμασία.

Απώλεσε η γαλήνη την επιφάνειά της
ξαναβρίσκω όσα είχα μοχθήσει να χάσω
η αβεβαιότητα υπεράνθρωπων καταστάσεων μας θωρεί
η ενσυνείδητη προσπάθεια μαζί να τα κοιτάμε όλα
παρηγορεί την αγωνία, μα την αυξάνει.

Νικόλαος Κάλας
Οδός Νικήτα Ράντου
Εκδόσεις Ίκαρος 1977

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

Βόλτα στη βροχή - Jack Kerouac

Κατηφορίζω τον Έκλυτο Δρόμο των Ρεντόνας, μέσα στη βροχή, δεν ξεκίνησε ακόμα να βρέχει πολύ, ανοίγω δρόμο και κάνω ελιγμούς μέσα σε ένα χαμό από εκατοντάδες πόρνες στη σειρά πλάι στους τοίχους της οδού Πάναμα έξω από τα μικρά τους δωμάτια όπου η τρανή Mamacita κάθεται πλάι σε πήλινες χύτρες σε σχήμα γουρουνιού, καθώς φεύγεις σου ζητούςν κάτι για το χοιρινό που επίσης αντιπροσωπεύει την κουζίνα, τη μάσα, cocina. - Τα ταξί γλιστράνε πλάι σου, σκευωρίες στήνονται στα σκοτεινά, οι πόρνες φέρνουν την κάψα μέσα στη νύχτα με τα δάχτυλά τους να γνέφουν Έλα, περνούν νεαροί άντρες και τις περιεργάζονται στα γρήγορα, πλήθη νέων μεξικάνων αγκαλιά στον κεντρικό δρόμο με τα κορίτσια της Κάσμπα, τα μαλλιά πέφτουν στα μάτια τους, πιωμένοι, borracho, μελαχρινές με μακριά πόδια φορώντας εφαρμοστά κίτρινα φουστάνια τους αρπάζουν και τους χουφτώνουν, και τους τραβούν από τα πέτα, και παρακαλούν – Τα αγόρια το σκέφτονται – Οι μπάτσοι πέρα στον δρόμο περνούν τεμπέλικα σαν φιγούρες πάνω σε πατίνια που κυλούν αθέατες κάτω απ’ το πεζοδρόμιο – Μία ματιά μέσα στο μπαρ όπου χασμουριούνται τα παιδιά και άλλη μια στο μπαρ με τις αδελφές και τα αγόρια που ψωνίζονται όπου αραχνιασμένοι ήρωες χορεύουν πουτανίστικους χορούς με πουλόβερ ζιβάγκο για την κριτική επιτροπή των γηραιών 22 χρόνων – Κοιτάζω και στα δύο καταγώγια και βλέπω το μάτι του εγκληματία, του εγκληματία στον παράδεισο. – Μπαίνω αργά και κόβω την κίνηση, με τον σάκο μου να πηγαίνει πέρα δώθε και μέσα το ουίσκι, γυρίζω και ρίχνω κάμποσες λοξές ματιές στις πόρνες, με λούζουν με τις συνηθισμένες ειρωνείες φωνάζοντας μέσα από βλάστημες πόρτες – Έχω τρελαθεί στην πείνα, αρχίζω να μασάω το σάντουιτς  που μου έδωσε ο Ελ Ίντιο το οποίο στην αρχή δεν ήθελα να το φάω και κόντεψα να το δώσω στη γάτα αλλά ο Ελ Ίντιο επέμενε πως ήταν δώρο για μένα, έτσι το κρατάω μέσα στο δρόμο περπατώντας κορδωμένος – Βλέποντάς το αρχίζω να το τρώω – Το τελειώνω, αρχίζω ν’ αγοράζω τάκος καθώς περνάω βιαστικός, όλων των ειδών, σταματώ όπου φωνάζουν «Joven!» – Αγοράζω βρωμερά συκώτια με σάλτσα ψιλοκομμένα μέσα σε ασπρόμαυρα κρεμμύδια που αχνίζουν καυτά μέσα στο λίπος που καίγεται πάνω στο αναποδογυρισμένο μαντέμι της ψησταριάς – Μασουλάω καυτερές πιπεριές και σάλτσες και φτάνω να καταβροχθίζω τεράστιες μπουκιές φωτιάς και συνεχίζω – Κι όμως αγοράζω ένα ακόμα, κι άλλα δύο, με βοδινό τεμαχισμένο πάνω στο κούτσουρο, από κεφάλι και από κάθε μέρος του ζώου, ψιλοκομμένος κιμάς, όλα μαζί σε μία άθλια τορτίγια και τα πας κάτω με αλάτι, κρεμμύδια και μαρούλι – Κομμάτια – Ένα υπέροχο σάντουιτς όταν βρίσκεις καλή καντίνα – Οι καντίνες είναι 1,2,3 στη σειρά μισό χιλιόμετρο πιο πέρα στον δρόμο, τραγικά φωτισμένες με κεριά και χαμηλά φως από λαμπτήρες και περίεργα φανάρια, ολόκληρο το Μεξικό μια Μποέμικη Περιπέτεια στο ανοιχτό πλατό των βράχων, των κεριών και της ομίχλης – Περνάω την Πλατεία Γκαριμπάλντι το σημείο που περιπολεί η αστυνομία, περίεργα πλήθη στριμώχνονται σε στενούς δρόμους τριγύρω ήσυχοι μουσικοί που μόνο αργότερα θα τους ακούσεις αμυδρά να παίζουν τρομπέτα κάπου στο τετράγωνο – Μαρίμπες που ηχούν στα μεγάλα μπαρ – Πλούσιοι, φτωχοί, σε ένα μίγμα με σομπρέρος – Βγαίνουν από περιστρεφόμενες πόρτες φτύνουν κομμάτια από πούρα και ενώνουν χτυπώντας τις μεγάλες τους παλάμες λες και είναι έτοιμοι να βουτήξουν σε κάποιο παγωμένο ποτάμι – Ένοχοι – Στις πλαϊνές παρόδους άψυχα λεωφορεία τσαλαβουτούν στις λακκούβες με τη λάσπη, σημεία από χτυπητό κίτρινο απ’ τα φουστάνια που φορούν οι πόρνες μέσα στο σκοτάδι, διάφοροι συγκεντρωμένοι και στον τοίχο στηριγμένοι οι εραστές της ερωτικής Μεξικάνικης νύχτας – Ωραίες κοπέλες που σουλατσάρουν, κάθε ηλικίας, όλα τα κωμικά Κουμάσια κι εγώ γυρίζουμε τα μεγάλα μας κεφάλια για να τις χαζέψουμε, είναι τόσο όμορφες που δεν τις αντέχεις – 
Περνάω παραπατώντας από το Ταχυδρομείο, περνάω μέσα από την κοίτη του Χουάρες, το Μέγαρο των Καλών Τεχνών βυθίζεται λίγο πιο πέρα, – Κατάφερα να φτάσω μέχρι το Σαν Χουάν Λετράν και ρίχτηκα στο περπάτημα διανύοντας γρήγορα δεκαπέντε τετράγωνα προσπερνώντας υπέροχα μέρη όπου φτιάχνουν τα λεγόμενα τσούρος και σου βάζουν αλάτι ζάχαρη βούτυρο ολόφρεσκα ζεστά ντόνατς απ’ το λιγδιασμένο καλάθι, τα οποία μασουλάς ολόφρεσκα καθώς διαβαίνεις την Περουβιανή νύχτα αφήνοντας του εχθρούς σου πίσω στο πεζοδρόμιο – Είναι μαζεμένες τρελές συμμορίες όλων των ειδών, χαρούμενοι αρχηγοί που την βρίσκουν με το αρχηγιλίκι φορούν Σκανδιναβικούς σκούφους του Σκι πάνω από τα φανταχτερά τους συμπράγκαλα και τα σε στυλ Πατσούκο κουρέματα – Μια άλλη μέρα που πέρασα μπροστά από μια συμμορία παιδιών μέσα σε ένα χαντάκι ο αρχηγός τους ήταν ντυμένος σαν παλιάτσος (με μια νάιλον κάλτσα στο κεφάλι) και είχε βαμμένους κύκλους γύρω από τα μάτια του, τα μικρότερα αλάνια τον μιμούνταν και προσπαθούσαν να ντυθούν σαν παλιάτσοι κι εκείνα, όλα τους σκυθρωπά και με τα μάτια βαμμένα μαύρα και γύρω λευκούς κύκλους, σαν γύφτικη ακολουθία η μικρή συμμορία των ηρώων του Πινόκιο (και του Ζενέ) με όλη τους την προίκα πάνω στο πεζοδρόμιο, ένα μεγαλύτερο παιδί κοροϊδεύει τον Ήρωα Παλιάτσο «Τι καταλαβαίνεις που κάνεις τον παλιάτσο; - Δεν είναι παντού Παραδεισένια;» «Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης των Ηρώων Παλιάτσων, τρελαμένε» - Άλλες συμμορίες με ψευτο-χίπστερς λουφάζουν μπροστά στα νυχτερινά μπαρ που μέσα γίνεται της κακομοίρας, περνώ από δίπλα τους ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά σαν τον Ουόλτ Ουίτμαν σε όλη αυτή την λιμασμένη παράτα – Αρχίζει να πέφτει δυνατή βροχή, έχω να περπατήσω πολύ ακόμα και να σύρω τα βαριά μου πόδια μέσα στην πυκνή βροχή, χωρίς να υπάρχει και χωρίς να έχω όρεξη να πάρω ένα ταξί, το ουίσκι και η μορφίνη με έχουν κάνει αναίσθητο στην αρρώστια που δέρνει την δηλητηριασμένη μου καρδιά.

Jack Kerouac
Τριστέσσα
Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

Εκδόσεις Ηριδανός 2009

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

Σονέτο – Στην επιστήμη (Sonnet—To Science) – Edgar Allan Poe


Επιστήμη! Γνήσια κόρη της παλιάς εποχής είσαι!
Που τ’ αλλάζεις όλα με τα περίεργα μάτια σου.
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
Όρνιο που οι φτερούγες του είναι βαρετή πραγματικότητα;

Πώς μπορεί να σ’ αγαπήσει αυτός; Ή πώς να σε πει σοφή;
Όταν  δε θέλεις να τον αφήσεις στις περιπλανήσεις του
Να ψάξει για θησαυρούς στους διαμαντοστόλιστους ουρανούς,
Μολονότι πέταξε ψηλά μ’ ατρόμητα φτερά;

Εσύ δεν είσαι που έσυρες την Άρτεμη από το άρμα της βίαια
Και την Αμαδρυάδα από τα δάση έδιωξες
Να βρει καταφύγιο σε ευτυχέστερο αστέρι;

Εσύ δεν έδιωξες τη Ναϊάδα απ’ την κρήνη της
τη Συλφίδα από το χλωρό χορτάρι της, κι’ από  εμένα
Το όνειρο του καλοκαιριού κάτω απ’ τον κόκκινο ταμάρινδο*;
________________ 
* Το δέντρο οξυφοίνικας
Μετάφραση Βασίλης Κ. Μηλίτσης

Science! true daughter of Old Time thou art!
   Who alterest all things with thy peering eyes.
Why preyest thou thus upon the poet’s heart,
   Vulture, whose wings are dull realities?

How should he love thee? or how deem thee wise,
   Who wouldst not leave him in his wandering
To seek for treasure in the jewelled skies,
   Albeit he soared with an undaunted wing?

Hast thou not dragged Diana from her car,
   And driven the Hamadryad from the wood
To seek a shelter in some happier star?

   Hast thou not torn the Naiad from her flood,
The Elfin from the green grass, and from me
The summer dream beneath the tamarind tree?

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Ο Γκιλγκαμές και το ελιξήριο της Αθανασίας - JOSEPH CAMPBELL

 
Ο μεγαλύτερος μύθος της αναζήτησης του ελιξήριου στην προβιβλική παράδοση της Μεσοποταμίας είναι ο μύθος του Γκιλγκαμές. Ο Γκιλγκαμές ήταν ένας μυθικός βασιλιάς της σουμεριακής πόλης Ουρούκ* ο οποίος έβαλε σκοπό του να ανακαλύψει το κάρδαμο της αθανασίας, το φυτό «Που δε Μεγαλώνει Ποτέ». Αφού πέρασε με επιτυχία από τα λιοντάρια που φρουρούσαν τις παρυφές και τους ανθρώπους σκορπιούς που φύλαγαν τα μυθικά όρη που άγγιξαν τα ουράνια, έφτασε σε ένα παραδεισένιο κήπο γεμάτο λουλούδια, καρπούς και πολύτιμους λίθους. Ο κήπος αυτός βρισκόταν στη μέση των βουνών. Μετά, προχώρησε υπομονετικά και έφτασε στη θάλασσα που περιβάλλει τον κόσμο. Σε ένα σπήλαιο δίπλα στα νερά κατοικούσε μια εκδήλωση της θεάς Ιστάρ, η Σιντούρι-Σαμπίτου. Η γυναίκα αυτή, κρυμμένη πίσω από τα πέπλα της, έκλεισε τις πύλες ανακόπτοντας το διάβα του. Μόλις, όμως, ο Γκιλγκαμές της διηγήθηκε την ιστορία του, η Σιντούρι-Σαμπίτου του επέτρεψε να δει το πρόσωπό της και τον συμβούλευσε να μη συνεχίσει την αναζήτησή του, αλλά να μάθει να είναι ευχαριστημένος με τις θνητές απολαύσεις της ζωής:

«Γκιλγκαμές για που τρέχεις έτσι;
Ποτέ δεν πρόκειται να βρεις τη ζωή που ζητάς.
Όταν οι θεοί δημιούργησαν τον άνθρωπο
του έδωσαν για μοίρα του το θάνατο,
ενώ τη ζωή την κράτησαν για τον εαυτό τους.
Όσο για σένα Γκιλγκαμές γύρισε στην πατρίδα σου με ευχάριστα.
Μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, γύρισε και απόλαυσε,
φάε, πίνε και γλέντησε.
Φόρεσε καινούργια ρούχα.
Πλύνε το σώμα σου στο νερό,
αγάπα το παιδάκι που κρατάς στο χέρι σου
και κάνε τη γυναίκα σου στην αγκαλιά σου ευτυχισμένη.
Γιατί κι αυτό είναι στη μοίρα του ανθρώπου.

Η επιμονή του Γκιλγκαμές εντυπωσίασε τη Σιντούρι-Σαμπίτου, η οποία του επέτρεψε να περάσει και του έδωσε συμβουλές για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που θα συναντούσε.
Τον συμβούλευσε να αναζητήσει τον περαματάρη Ουρσαναμπί και πράγματι τον βρήκε να κόβει ξύλα στο δάσος, προστατευόμενος από τους ακολούθους του. Ο Γκιλγκαμές σκότωσε τη συνοδεία του (που ονομάζεται «αυτοί που χαίρονται να ζουν», «αυτοί που είναι από πέτρα») και ο περαματάρης δέχθηκε να τον μεταφέρει διασχίζοντας τα νερά του θανάτου. Τον προειδοποίησε μάλιστα πως δεν έπρεπε να αγγίξει τα νερά και έτσι ταξίδεψαν για ενάμιση μήνα.
Η μακρινή χώρα που πλησίαζαν ήταν η κατοικία του Ουτναπιστίμ, του ήρωα του αρχέγονου κατακλυσμού, ο οποίος ζούσε με τη γυναίκα του σε αιώνια ειρήνη. Ο Ουτναπιστίμ παρατήρησε από μακριά τη μικρή βάρκα που πλησίαζε ολομόναχη στα ατέλειωτα νερά, και η καρδιά του αναρωτήθηκε:

Γιατί «οι πέτρινοι» της βάρκας χάθηκαν;
Ποιος είναι αυτός που έρχεται με τη βάρκα και δεν είναι ακόλουθος μου;
Αυτός που έρχεται θνητός δεν είναι;
Μόλις πάτησαν στη στεριά, ο Γκιλγκαμές έπρεπε να ακούσει από τον πατριάρχη τη μακρά αφήγηση της ιστορίας του κατακλυσμού. Μετά ο Ουτναπιστίμ επέτρεψε στον επισκέπτη του να κοιμηθεί. Ο Γκιλγκαμές κοιμήθηκε έξι μέρες και έξι νύχτες. Ενώ κοιμόταν δίπλα στη βάρκα, ο Ουτναπιστίμ είπε στη γυναίκα του να ψήσει επτά καρβέλια και να τα αφήσει στο προσκέφαλο του Γκιλγκαμές. Μόλις ξύπνησε ο φιλοξενούμενος, ο οικοδεσπότης διέταξε το βαρκάρη Ουρσαναμπί να τον πλύνει στα νερά μιας μικρής λίμνης και να του δώσει καθαρά ρούχα. Μετά από όλα αυτά ο Ουτναπιστίμ φανέρωσε στο Γκιλγκαμές το μυστικό του φυτού.

Γκιλγκαμές, κάτι απόκρυφο θα σου πω
και οδηγίες θα σου δώσω.
Το φυτό είναι σαν ρείκι του αγρού και 
έχει αγκάθια σαν του ρόδου και τα χέρια σου θα ματώσουν.
Αν όμως τα χέρια σου το πιάσουν,
τότε θα γυρίσεις στην πατρική σου χώρα.
Το λουλούδι φύτρωνε στο βυθό της κοσμικής θάλασσας.

Ο Ουρσαναμπί οδήγησε για δεύτερη φορά τον ήρωα στη θάλασσα. Ο Γκιλγκαμές έδεσε πέτρες στα πόδια του και βούτηξε. Όρμησε στα βάθη των νερών, ξεπερνώντας κάθε όριο αντοχής, ενώ ο περαματάρης περίμενε στη βάρκα. Και όταν ο δύτης έφθασε στο βυθό της θάλασσας που δεν είχε βυθό και όταν το άνθος πλήγωσε τα χέρια του, τότε το ξερίζωσε, έβγαλε τις πέτρες και κίνησε για την επιφάνεια. Όταν βγήκε στον καθαρό αέρα και ο βαρκάρης τον βοήθησε να ανέβει, ο Γκιλγκαμές είπε θριαμβευτικά:

Ουρσαναμπί, έλα να δεις το θαυμάσιο φυτό…
Με τη δύναμή του ο Άνθρωπος μπορεί να βρει τις χαμένες δυνάμεις.
Θα το πάω στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά τείχη…
Και θα το ονομάσουμε: «Αυτό που ξανανιώνει τους γέρους».
Και τελικά θα το φάω και εγώ ο ίδιος για να ξαναποκτήσω όλη μου τη νιότη.

Προχώρησαν και πέρασαν τη θάλασσα. Όταν βγήκαν στη στεριά, ο Γκιλγκαμές λούστηκε στα κρύα νερά ενός νερόλακκου και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Την ώρα που κοιμόταν όμως, ένα φίδι που οσφράνθηκε τη θεσπέσια ευωδιά του άνθους, τόλμησε να πλησιάσει και να το αρπάξει φεύγοντας μακριά. Μόλις το έφαγε, απόκτησε αμέσως τη δύναμη να αλλάζει δέρμα και να ανανεώνεται. Όταν ξύπνησε ο Γκιλγκαμές ανακάθισε και άρχισε να κλαίει. «Και τα δάκρυά του έτρεχαν σαν ποτάμι».
__________________________ 
* Στη Βίβλο αναφέρεται σαν Ερέχ (σ.τ.μ.)

JOSEPH CAMPBELL
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Ο Ρόλος του Ήρωα στην Παγκόσμια Μυθολογία
Μετάφραση Θεόδωρος Σιαφαρίκας
Εκδόσεις Ιάμβλιχος 2001