Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Περί Ύψους – ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 
 
Certes, I’ artiste désire s’ élever,... mais I'homme doit rester obscur.
PAUL CÉZANNE
Ο ιταλός πυροτεχνουργός έχει εγκαταστήσει το λιτό κι’ απέριττο, το φτωχικό εργαστήριο του, επί της κορυφής του αττικού λόφου. Εκεί ασχολείται νυχθημερόν με τα άπειρα πειράματά του και με την παρασκευή των διάφορων προϊόντων του επιτηδεύματός του: βαρελότα, χαλκούνια, και άλλα «μαϊτάπια». Γιατί αυτός είναι που προμηθεύει τους πανηγυριστάς τις παραμονές των μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας, αλλά κι’ αυτός είναι, πάλι, που, τις νύχτες των εθνικών επετείων, διακοσμεί τους ουρανούς μας με λογής-λογής φανταχτερά λουλούδια, μ’ εκθαμβωτικά πλουμιά και με ταχύτατες ρουκέττες που καταλήγουν σε μυριόχρωμη βροχή από σπίθες. Σπανίως εγκαταλείπει το έργον, όμως, τα βράδυα, ενίοτε, περιφέρει τη σακατεμένη κι’ αλαμπουρνέζικη σιλουέττα του, από καπηλειό σε καπηλειό, χρησιμοποιώντας, κατά προτίμηση, τα σκοτεινότερα στενά της αγοράς. Το επάγγελμά του είναι άκρως επικίνδυνο: πυρίτις, κι’ έσθ’ ότε δυναμίτις, είναι η πρώτη ύλη των εργοχείρων του. Η παραμικρή απροσεξία αρκεί κι’ επέρχεται η τρομερά καταστροφή: μέσα σε εκκωφαντικό κρότο τινάζονται στο καθαρό πρωινό και το εργαστήρι κι’ ο πυροτεχνουργός μαζύ, και βλέπομε να στριφογυρνούν ψηλά στον αέρα, ώρες, κι’ ο Ιταλός και τα σανίδια της μπαράγκας και πηχτά σύννεφα σκόνης, ενώ μιαν έντονη μυρωδιά μπαρούτης απλώνεται παντού.
Όμως ποτέ δεν επέρχεται το μοιραίον, γιατί υπάρχει κάτι. Ένα μυστικό. Κι’ αυτό το μυστικό είναι απλούστατα η σύζυγος που γρηγορεί. Πράγματι, η γυναίκα του, δική μας: ευλαβική κι’ ορθόδοξος χριστιανή, ξημεροβραδυάζεται στις εκκλησιές, και κάνει μετάνοιες, κι’ όλο προσεύχεται για δαύτονε. Κι’ έτσι τονέ κρατά στη ζωή.
Μάλιστα, κάτω στην χαράδρα που περιβάλλει τον αττικό λοφίσκο, εκεί, η μαύρη, έχει σπείρει τον κόσμο μ’ αναρίθμητα προσκυνητάρια, τα περισσότερα μαρμάρινα, άλλα ταπεινότερα, όμως όλα με εικόνα Θεοτόκου ή άλλου αγίου, κι’ όλα με μια θυρίδα, για τα λεφτά. Κάθε τόσο συλλέγει υπομονετικά τα χρήματα, και το μεγαλύτερο μεν μέρος διαθέτει γι’ αγαθοεργούς σκοπούς, ενίσχυση απόρων, ανακούφιση ασθενών, αποπεράτωση εκκλησιών, κι’ ένα άλλο μέρος το φυλά προσεκτικά, καθώς σκοπεύει μ’ αυτό, εν καιρώ, ν’ ανεγείρη εκκλησία τιμωμένη με τ’ όνομα της Αγίας Αικατερίνης.
(Πιο πέρα, στη χαράδρα, κάποιος έχει εγκαταστήσει κυψέλες, μελισσιών, σ’ ένα χωράφι, και, πιο πέρα ακόμη, μέσα σε περιβόλι, είναι τα ερείπια μισοχτισμένου αρχοντικού).
Αυτή η ιστορία του Ιταλού είναι κι’ η ιστορία η δικιά μας, Ελένη. Δεν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι’ οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού; Κι’ όμως, εάν ακόμη δεν με κατασπαράξανε αλύπητα, να πετάξουνε τις σάρκες μου στα σκυλιά, αυτό δεν το χρωστάω σ’ εσένα, στη μεγάλη στοργή σου και στην αγάπη σου; Το ξέρω, μη μου κρυφτείς, το ξέρω σου λέω: προσεύχεσαι για μένα!
Μάζευε τα λεφτά των προσκυνηταρίων μας και σκόρπαε, με τ’ άγια λευκά σου χέρια, το καλό παντού. Όμως κράτα ένα μέρος, να συγκεντρώσωμε, κι’ εμείς, λίγο-λίγο ένα ποσό, για ν’ ανεγείρουμε μιαν εκκλησιά αφιερωμένη στην Βασίλισσα που είχε τ’ όνομά σου. Εκεί μέσα, σ’ αυτήν την εκκλησία θε να σε παντρευτώ. Γιατί είσαι ωραία, έχεις την πιο ευγενική ψυχή, και σ’ αγαπώ παράφορα.
(Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, 1957)
 

 

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Γοτθική πικρία – Νίκος Εγγονόπουλος


εις Ανδρέαν Εμπειρίκον
Αρκούν, πλέον, τα νάματα της ευάνδρου Ηπείρου. Αρκούν, πλέον, τα συναξάρια των λαφυραγωγών του σπέρματος. Αρκούν οι ύπουλες διεισδύσεις των υφάλων σήμαντρων στ' ατμοσφαιρικά στρώματα της λήθης. Αρκούν. Τώρα η ψυχή μας ποθεί την γαλήνην. Τώρα η ψυχή μας ποθεί την χαρά. Έστω και αν απαιτείται δι' αυτό, ακόμη και για μίαν μόνη στιγμή ή της αύριον ή της χθες, η εξωμήτριος κύησης του φόβου μέσ' στα επιρριπτάρια της αθανασίας. Έστω και αν απαιτηθή η ερήμωσις των λατομείων εντός σκαφάνδρων, η τοποθέτησις πουλιών, σε γεωμετρικά σχήματα, επί των επάλξεων, ή άγρα της αύρας στην αφροδίσια γύμνια του δάσους. Έστω και αν η θυσία που απαιτείται και πάλι από μας είναι τόσον οδυνηρή όσο τα δάκρια που κυλούν από τα θλιμμένα μάτια της, οι τραγικές πλεξίδες των μαλλιών της. Έστω και αν η εις Εκβάτανα αλγεινή μετάβασίς μας μάς επιφυλάσσει τόσας φρικτάς συνεπείας και για τώρα και για το μέλλον. Και νά, κιόλας, που ο σεμνός συκοφάντης, ο σεπτός συκοφάγος, ανθίσανε πάνω στα πολεμικά μανουάλια. Η Καρχηδών σίγησε διά παντός. Το άσμα της συνεχίζουν τώρα τα νερά σε ρυθμόν αιθάλης. Αυτή η σημαία είναι δική σας; Αυτά τα αίματα είναι δικά μας; Αυτά τα φάσγανα είναι δικά σας; Αυτοί οι ρόδακες είναι πιστοί; Συμφέρει στο άπειρο το χάος του ονείρου; Αυτή η άμυνα πού θα μας πάη, σαν μας μισήσουνε κι' οι λυγαριές;

Νίκος Εγγονόπουλος
Ποιήματα
(Η Επιστροφή των Πουλιών 1946)
Εκδόσεις Ίκαρος 2007

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΜΑΡΙΑ - ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Την επομένη ακριβώς του θανάτου μου, ή μάλλον της θανατώσεως μου,
πήρα να διαβάσω όλες τις εφημερίδες,για να μάθω όσο το δυνατόν περισσοτέρας
λεπτομερείας ως προς τα της εκτελέσεώς μου. Φαίνεται ότι ωδηγήθην 
εις το ικρίωμα υπό αυστηράς συνοδείας.Φορούσα, λέει, κιτρίνου χρώματος 
επενδύτην, δικτυωτόν λαιμοδέτην και περικεφαλαίαν. Τα μαλλιά μου ήτανε 
όμοια με βούρτσα, ίσως μπογιατζή, ίσως πιτυοκάμπτη. Κατόπιν πετάξανε 
το πτώμα μου μακριά, σ' ένα βαλτοτόπι, όπου ήτανε άλλοτε λημέρι του 
γάλλου Καρτεσίου κι όπου βρισκόταν επίσης, χρόνια τώρα, βορά των 
ορνέων και μιας ιεροδούλου λεγομένης Ευτέρπης, το ένδοξο πτώμα του 
αειμνήστου Καραμανλάκη. Κι ενώ πολλά ελέγοντο ιεροκρυφίως, ότι κατά 
την εποχήν εκείνην ευρισκόμουνα, κατ' άλλους μεν στο Μαρακαϊμπο 
της Νοτίου Αμερικής, κατ' άλλους δε στον Πειραιά, στο Πασσά Λιμάνι, 
εγώ βρισκόμουνα απλούστατα στο Ελμπασσάν (της Αλβανίας). Και το μόνο 
πράμα της προκοπής, που έτυχε να διαβάσω εκείνες τις ημέρες, ήτανε 
μια μακροσκελέστατη επιστολή του Ιταλού Γουλιάμου Τσίτζη, 
του εγκάρδιου και μοναδικού μου φίλου, τον οποίο άλλωστε δεν γνώρισα ποτέ 
και για τον οποίο αμφιβάλλω ακόμα κι αν υπάρχη. Με λίγες λέξεις, 
όλο το περιεχόμενο της επιστολής του αυτής ήτανε το εξής: "Είσαι", 
έλεγε, υπονοών βέβαια την Πολυξένη, "είσαι ένα παλιό γραμμόφωνο 
με μπρούτζινο χουνί κάτω από ένα μαύρο πανί".

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

ΠΟΛΥΞΕΝΗ - ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Βρυκόλακες αλαλάζοντες και σιδηροπαγείς αύραι μου έφεραν χτες, περί το μεσονύκτιον, μεσουρανούντος του ηλίου της δικαιοσύνης, το μήνυμα του Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσσέτη, του Isidore Ducasse και του Παναγή του Κουταλιανού. 
Η πίκρα μου στάθηκε μεγάλη! 
Μέχρι της στιγμής εκείνης επίστευα εις τα προφητικά οράματα των τορναδόρων, πρόσμενα τους χρησμούς των αλλοφρόνων ιππέων, προσδοκούσα τας μεταφυσικάς επεμβάσεις των αγαλμάτων. 
Με γαληνευε η ιδέα του πτώματός μου. 
Η μόνη μου χαρά ήτανε οι πλόκαμοι των μαλλιών της. 
Εσκυβα ευλαβικά και φιλούσα την άκρια των δακτύλων της. 
Παιδί ακόμα, στην δύσιν του ηλίου, έτρεχα ωσάν τρελός να προφτάσω να κλέψω, πριν νυχτώσει, τα λησμονημένα σκιάχτρα μέσ' απ' τα χωράφια. 
Και όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ' από τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. 
Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. 
Κι όταν έσκυψα να δω μέσα σ' αυτόν τον καθρέπτη, δεν είδ' άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια: 
το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ - ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ενα γέλιο γυναικείο ακούγεται μακριά. Μια κυρία γελάει κάπου, μακριά μας, κι ο άνεμος φέρνει τον ήχο του γέλιου της μέχρις εδώ. Μέχρις εδώ, σ' αυτό το έρμο περιγιάλι, κάτω απ' το μολυβή ουρανό, κοντά στ' αφρισμένα κύματα, όπου, στη στάση "τρεις φιλόσοφοι στ' ακροθαλάσσι" ζούμε μέσα σε μια καταθλιπτική μοναξιά. Στα γυμνά πόδια μας φυτρώνουν, λίγο λίγο, φτερά. Ισως εμείς να 'μαστε αυτός ο θεός Ερμής, τον καιρό της νιότης του. Αυτή η φοβερή μοναξιά μας! Αυτή η τραγική μοναξιά σας! Γιατί δεν χωρεί καμιάν αμφιβολία, είμαστε μόνοι, μόνοι, πάντα μόνοι,αιώνια, βασανιστικά, μόνοι. Ολοι. Ολοι. Εμείς, εσείς, όλοι. Ομως εγω είμαι ο μόνος, πάλι, που δεν τη δέχεται την αισχρη τούτη καταδίκη, και διαμαρτύρουμαι, και χτυπιέμαι, και το φωνάζω. Μόνον εγώ. Και μια λεπτομέρεια: η κυρία δεν γελούσε. Εκλαιγε. Μας είχε γελάσει ο άνεμος. Ο άνεμος παρεμόρφωσε τον ήχο. Στο μολυβή ουρανό πετούν πουλιά. Μια βάρκα παλεύει πάνω στ' αφρισμένα κύματα. Ειναι μακριά, αλλ' ολονέν πλησιάζει.