.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Laissez-Faire: Άνταμ Σμιθ ή Τόμας Χομπς - JOHN ALLEN PAULOS



Μια διαφορετικού είδους σύγκρουση μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας αποκαλύπτεται σε ένα δίλημμα που επινόησε ο μελετητής της λογικής Robert Wolf, και το οποίο σχετίζεται με το πολύ γνωστότερο δίλημμα του κρατούμενου, που θα εξετάσουμε σε λίγο. Και τα δύο δείχνουν ότι ενεργώντας κανείς σύμφωνα με το συμφέρον του δεν εξυπηρετεί πάντα το συμφέρον του με τον καλύτερο τρόπο.
Φανταστείτε ότι εσείς και είκοσι περιστασιακοί γνωστοί σας βρίσκεστε μαζί σε ένα δωμάτιο, μετά από πρόσκληση ενός εκκεντρικού φιλάνθρωπου. Κανένας από σας δεν έχει τρόπο να επικοινωνήσει με τους άλλους και καθένας από σας έχει την εκλογή να πατήσει ή να μην πατήσει ένα μικρό κουμπί που βρίσκεται μπροστά του.
Εάν όλοι σας αποφύγετε να πατήσετε το κουμπί, καθένας σας θα πάρει 10.000 δολάρια από τον φιλάνθρωπο. Αλλά εάν ένας τουλάχιστον πατήσει το κουμπί, εκείνοι από την ομάδα που το πάτησαν θα πάρουν 3.000 δολάρια και εκείνοι που απέφυγαν να το πατήσουν δεν θα πάρουν τίποτα. Το ερώτημα είναι, εσείς πατάτε το κουμπί για να πάρετε σίγουρα τα 3.000 δολάρια ή αποφεύγετε να το πατήσετε και ελπίζετε ότι όλοι οι άλλοι της ομάδας θα κάνουν το ίδιο, ώστε καθένας σας να πάρει τα 10.000 δολάρια.
Οποιαδήποτε και αν είναι η απόφασή σας, είναι δυνατό με την αλλαγή των ποσών ή του αριθμού των συμμετεχόντων, να πεισθείτε να αλλάξετε απόφαση. Στην περίπτωση που αποφασίζατε να πατήσετε το κουμπί, θα είχατε μάλλον αντιστρέψει την απόφαση σας εάν τα ποσά ήταν 100.000 προς 3.000 δολάρια. Στην περίπτωση που αποφεύγατε να το πατήσετε, θα είχατε μάλλον αντιστρέψει την απόφαση σας εάν τα ποσά ήταν 10.000 δολάρια προς 9.500 δολάρια.
Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να μεγαλώσει το στοίχημα. Αντικαταστήστε τον εκκεντρικό φιλάνθρωπο με έναν πανίσχυρο σαδιστή. Εάν κανένα μέλος της ομάδας δεν πατήσει το κουμπί, θα επιτρέψει σε όλους να φύγουν αβλαβείς. Εάν όμως μερικοί από σας πατήσουν το κουμπί, αυτοί που το πάτησαν θα αναγκαστούν από το σαδιστή να παίξουν ρώσικη ρουλέτα με 95% πιθανότητα επιβίωσης, ενώ αυτοί που δεν το πάτησαν θα σκοτωθούν αμέσως. Άραγε εσείς πατάτε το κουμπί και δέχεστε την 95% πιθανότητα επιβίωσης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να οδηγήσετε έμμεσα άλλους στο θάνατο, ή καταπολεμάτε το φόβο σας και δεν πατάτε το κουμπί, ελπίζοντας ότι κανένας από τους άλλους δεν θα υποκύψει στο φόβο του;
Το δίλημμα του Wolf εμφανίζεται συχνά σε καταστάσεις όπου φοβόμαστε ότι θα μείνουμε πίσω εάν δεν φροντίσουμε για το συμφέρον μας.
Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση δύο γυναικών που πρέπει να κάνουν μια σύντομη, βιαστική συναλλαγή (ας υποθέσουμε ότι διακινούν ναρκωτικά). Οι γυναίκες ανταλλάσσουν δύο γεμάτες χαρτοσακούλες στη γωνία ενός δρόμου και φεύγουν γρήγορα, προτού να ελέγξουν το περιεχόμενο της σακούλας που πήρε καθεμιά τους. Πριν από τη συνάντηση, καθεμιά τους έχει την ίδια επιλογή: να βάλει μέσα στη σακούλα της το αντικείμενο αξίας που η άλλη θέλει (συνεργατική επιλογή) ή να τη γεμίσει με ψιλοκομμένες εφημερίδες (ατομικιστική επιλογή). Εάν συνεργαστούν μεταξύ τους, καθεμιά θα πάρει αυτό που θέλει, αλλά με κάποιο λογικό κόστος. Εάν η Α γεμίσει τη σακούλα της με ψιλοκομμένες εφημερίδες και η Β δεν κάνει το ίδιο, η Α θα πάρει αυτό που θέλει χωρίς κανένα κόστος και η Β θα εξαπατηθεί. Εάν και οι δύο γεμίσουν τις σακούλες τους με ψιλοκομμένες εφημερίδες, καμία δεν θα πάρει αυτό που θέλει, αλλά και καμία δεν θα εξαπατηθεί.
Το καλύτερο αποτέλεσμα για τις γυναίκες ως ζεύγος είναι να συνεργαστούν μεταξύ τους. Η Α όμως μπορεί να σκεφτεί τα εξής: Εάν η Β κάνει τη συνεργατική επιλογή, μπορώ να πάρω αυτό που θέλω χωρίς κανένα κόστος κάνοντας την ατομικιστική επιλογή. Απ' την άλλη, εάν η Β κάνει την ατομικιστική επιλογή, τουλάχιστον δεν θα εξαπατηθώ εάν κι εγώ την κάνω. Έτσι, ανεξάρτητα από
το τι θα κάνει η Β, το συμφέρον μου είναι να κάνω την ατομικιστική επιλογή και να της δώσω μια σακούλα γεμάτη εφημερίδες. Η Β μπορεί βεβαίως να σκεφτεί με τον ίδιο τρόπο, οπότε είναι πιθανό να καταλήξουν και οι δύο να ανταλλάσσουν άχρηστες σακούλες με ψιλοκομμένες εφημερίδες.
Μια παρόμοια κατάσταση μπορεί να εμφανιστεί σε νόμιμες επιχειρηματικές συναλλαγές, ή εντέλει σε όλα σχεδόν τα είδη ανταλλαγής.
Το δίλημμα του κρατουμένου οφείλει το όνομά του σε ένα σενάριο, τυπικά ταυτόσημο με το παραπάνω, όπου δύο άντρες ύποπτοι για ένα σοβαρό αδίκημα, συλλαμβάνονται ενώ διαπράττουν κάποιο μικρό παράπτωμα. Τους χωρίζουν για να τους ανακρίνουν και στον καθένα προσφέρεται η επιλογή είτε να ομολογήσει το σοβαρό έγκλημα εμπλέκοντας το σύντροφό του είτε να μη μιλήσει. Εάν και οι δύο δεν μιλήσουν, θα πάνε και οι δύο στη φυλακή για ένα μόνο χρόνο. Εάν ο ένας ομολογήσει και ο άλλος όχι, αυτός που ομολόγησε θα ανταμειφθεί με την απελευθέρωση του, ενώ ο άλλος θα καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλακή. Εάν ομολογήσουν και οι δύο, θα πρέπει καθένας
να πάρει από τρία χρόνια φυλακή. Η συνεργατική επιλογή είναι να μη μιλήσουν ενώ η ατομικιστική επιλογή είναι να ομολογήσουν.
Το δίλημμα έγκειται και πάλι στο ότι εκείνο που είναι καλύτερο γι' αυτούς ως ζεύγος, να μη μιλήσουν και να περάσουν ένα χρόνο στη φυλακή, αφήνει καθέναν τους εκτεθειμένο στο χειρότερο ενδεχόμενο, να πιαστεί κορόιδο και να περάσει πέντε χρόνια στη φυλακή. Το αποτέλεσμα είναι ότι μάλλον θα ομολογήσουν και οι δύο, και θα περάσουν τρία χρόνια στη φυλακή.
Και λοιπόν; Η ελκυστικότητα του διλήμματος δεν έχει βεβαίως καμιά σχέση με κάποιο ενδιαφέρον μας για γυναίκες που διακινούν ναρκωτικά ή για το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Έχει μάλλον να κάνει με το ότι παρέχει το λογικό πλαίσιο για πολλές καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινή ζωή. Είτε είμαστε επιχειρηματίες σε μια ανταγωνιστική αγορά, ή σύζυγοι σε ένα γάμο, ή υπερδυνάμεις σε έναν αγώνα εξοπλισμών, οι επιλογές μας μπορούν συχνά να διατυπωθούν με τους όρους του διλήμματος του κρατουμένου. Δεν υπάρχει πάντα μια σωστή απάντηση, αλλά τα συμμετέχοντα μέλη θα έχουν καλύτερη τύχη ως ζεύγη, εάν καθένα αντισταθεί στον πειρασμό να προδώσει το άλλο και αντί γι' αυτό συνεργαστεί μαζί του ή του παραμείνει πιστό. Εάν και τα δύο μέλη επιδιώξουν να ικανοποιήσουν αποκλειστικά τα ατομικά τους συμφέροντα, η κατάληξη είναι χειρότερη απ' ό,τι εάν και τα δύο συνεργαστούν. Το αόρατο χέρι του Άνταμ Σμιθ, που εξασφαλίζει ότι οι ατομικιστικές επιδιώξεις επιφέρουν συλλογική ευημερία, παρουσιάζεται σ' αυτές τις συνθήκες εντελώς παράλυτο.
Μια κάπως διαφορετική κατάσταση είναι εκείνη όπου δύο συγγραφείς πρέπει να σχολιάσουν δημόσια ο ένας το βιβλίο του άλλου. Εάν αποτείνονται στο ίδιο περιορισμένο ακροατήριο, αποκομίζει κανείς ένα ορισμένο όφελος αποδοκιμάζοντας το βιβλίο του άλλου τη στιγμή που το δικό του βιβλίο επαινείται, και αυτό το ατομικιστικό όφελος είναι μεγαλύτερο από εκείνο που θα απέφερε ο αμοιβαίος έπαινος, το οποίο με τη σειρά του είναι μεγαλύτερο από την αμοιβαία αποδοκιμασία. Έτσι, η επιλογή του επαίνου ή της αποδοκιμασίας είναι κάτι σαν το δίλημμα του κρατουμένου. (Λέμε «κάτι σαν» επειδή θα έπρεπε να υπάρχουν πιο βαρύνοντα κριτήρια, όπως η αξία των υπό συζήτηση βιβλίων.)
Υπάρχει εκτεταμένη φιλολογία πάνω στο θέμα των διλημμάτων του κρατουμένου. Το διμελές δίλημμα του κρατουμένου μπορεί να επεκταθεί σε μια κατάσταση όπου υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, και ο καθένας έχει την επιλογή, είτε να έχει μια μικροσκοπική συμβολή στο κοινό καλό ή μια ογκώδη στο προσωπικό του κέρδος. Αυτό το πολυμελές δίλημμα του κρατουμένου είναι χρήσιμο στην κατασκευή μοντέλων για συνθήκες όπου το ζήτημα είναι η οικονομική αξία ακαθόριστων αγαθών όπως το καθαρό νερό, ο αέρας και ο χώρος.
Προσφέροντας μια άλλη παραλλαγή, ο πολιτικός επιστήμονας Robert Axelrod έχει μελετήσει την περίπτωση κατά την οποία το δίλημμα του κρατουμένου διαρκώς επαναλαμβάνεται, καθώς οι δύο γυναίκες-βαποράκια (ή οι επιχειρηματίες, ή οι σύζυγοι, ή οι υπερδυνάμεις, ή οτιδήποτε) συναντώνται ξανά και ξανά για να διεκπεραιώσουν τη συναλλαγή τους. Υπάρχει εδώ ένας σοβαρός λόγος που επιτάσσει τη συνεργασία και όχι την προδοσία της άλλης πλευράς: μάλλον θα βρεθείτε να ξαναέχετε δουλειές μαζί.
Επειδή, σε σημαντικό βαθμό, όλες σχεδόν οι κοινωνικές συναλλαγές έχουν μέσα τους κάτι από το δίλημμα του κρατουμένου, ο χαρακτήρας μιας κοινωνίας καθρεφτίζεται στο ποιες από αυτές τις συναλλαγές οδηγούν σε συνεργασία μεταξύ των πλευρών και ποιες όχι. Εάν τα μέλη μιας συγκεκριμένης «κοινωνίας» δεν συμπεριφέρονται ποτέ συνεργατικά, οι ζωές τους θα είναι μάλλον, σύμφωνα με τα λόγια του Τόμας Χομπς, «μοναχικές, φτωχές, αποκρουστικές, κτηνώδεις και σύντομες».


JOHN ALLEN PAULOS
ΑΡΙΘΜΟΦΟΒΙΑ
Ο μαθηματικός αναλφαβητισμός και οι συνέπειες του
Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 1991

Κυριακή 22 Μαΐου 2022

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΨΕΥΔΕΤΕ ΜΙΑ ΔΙΑΨΕΥΣΗ - Umberto Eco

 


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΙΑΨΕΥΣΗΣ. Αξιότιμε κύριε διευθυντά, σε σχέση με το άρθρο «Στας ειδούς του Μαρτίου», το οποίο εμφανίστηκε στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού σας με υπογραφή  Αλήθειος Φιλαλήθης, επιτρέψτε μου να διευκρινίσω τα κάτωθι. Δεν είναι αλήθεια ότι παρευρισκόμουν στη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα. Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και από τη συνημμένη ληξιαρχική πράξη, γεννήθηκα στη Μολφέτα στις 15 Μαρτίου 1944, συνεπώς πολλούς αιώνες μετά από το αποτρόπαιο γεγονός, το οποίο εξάλλου ανέκαθεν καταδίκαζα. Ο κύριο Φιλαλήθης θα πρέπει να παρεξήγησε αυτό που εννοούσα, όταν του είπα ότι πάντα γιορτάζω με μερικούς φίλους την 15η Μαρτίου ‘44.
Εξίσου ανακριβές είναι ότι στη συνέχεια είπα σε κάποιον Βρούτο: «Θα ιδωθούμε στους Φιλίππους». Διευκρινίζω ότι ουδέποτε είχα επαφές με τον κύριο Βρούτο, του οποίου μέχρι χθες αγνοούσα ακόμα και τ’ όνομα. Στη διάρκεια της σύντομης τηλεφωνικής συνομιλίας που είχα με τον κύριο Φιλαλήθη, του είπα πράγματι ότι θα συναντηθώ με τον κύριο Φιλίππου, συγκοινωνιακό σύμβουλο, αλλά η φράση αυτή ειπώθηκε στο πλαίσιο μιας συζήτησης για το κυκλοφοριακό πρόβλημα. Επί πλέον ουδέποτε είπα ότι πλήρωσα μπράβους, για να βγάλουν από την κυκλοφορία τον τρελό προδότη Ιούλιο Καίσαρα, αλλά ότι «θα έλεγα μπράβο σε όποιον έβρισκε διέξοδο στο κυκλοφοριακό τρελοκομείο της πλατείας Ιουλίου Καίσαρα».
Σας ευχαριστώ και υποβάλλω τα σέβη μου.
Δικός σας, Σαφήνιος Ψευτίδης

Απάντηση του Αλήθειου Φιλαλήθη: Είναι ηλίου φαεινότερον πως ο κύριος Ψευτίδης ουδόλως διαψεύδει το ότι ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε στις Ειδούς του Μαρτίου του ‘44. Είναι ακόμη γεγονός αδιάψευστο  ότι ο κύριος Ψευτίδης γιορτάζει πάντα με φίλους του την 15η Μαρτίου ‘44. Αυτή ακριβώς την παράξενη συνήθεια ήθελα να καταγγείλω με το άρθρο μου. Ο κύριος Ψευτίδης θα έχει ίσως προσωπικούς λόγους, για να γιορτάζει  με ασυγκράτητες κρασοκατανύξεις αυτή την ημερομηνία, αλλά δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι η σύμπτωση είναι τουλάχιστον παράξενη. Θα θυμάται επιπλέον ότι, στη διάρκεια της μακράς και περιεκτικής τηλεφωνικής συνέντευξης που μου παραχώρησε, πρόφερε τη φράση: «Είμαι της γνώμης ν’ αποδίδονται τα του  Καίσαρος τω Καίσαρι». Μια πηγή πολύ κοντινή στον κύριο Ψευτίδη – για την οποία δεν έχω κανένα λόγο  ν’ αμφιβάλλω – με διαβεβαίωσε ότι αυτό που αποδόθηκε στον Καίσαρα ήταν είκοσι τρεις μαχαιριές.
Τονίζω ότι σε ολόκληρη την επιστολή του ο κύριο Ψευτίδης αποφεύγει να μας πει ποιος κατάφερε αυτές τις μαχαιριές. Όσο για την επίπονη διάψευση στο θέμα των Φιλίππων, έχω κάτω από τα μάτια μου το σημειωματάριό μου, που, χωρίς σκιά αμφιβολίας, γράφει ότι ο κύριος Ψευτίδης δεν είπε «θα ιδωθούμε με τον Φιλίππου», αλλά «θα ιδωθούμε στους Φιλίππους».
Το ίδιο ισχύει και για τις απειλητικές φράσεις που αφορούν στον Ιούλιο Καίσαρα. Οι σημειώσεις μου, που τη στιγμή αυτή βρίσκονται κάτω από τα μάτια μου, γράφουν ολοκάθαρα: «Μπράβ. έξω κυκλοφ. τρελο π. Ιουλ. Καίσαρα». Δεν μπορούμε με μαγικούς καθρέφτες και λογοπαίγνια ν’ αποφεύγουμε τις βαριές ευθύνες ή να φιμώνουμε τον Τύπο.
(1988)

Umberto Eco
ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΨΕΥΔΕΤΕ  ΜΙΑ ΔΙΑΨΕΥΣΗ
ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΦΗ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ 2003

Κυριακή 15 Μαΐου 2022

Η Συγγραφέας / The Writer – Richard Wilbur

Στο δωμάτιο της στην κορυφή του σπιτιού

Όπου χύνεται το φως, και η φλαμουριά

χτυπάει τα παράθυρα,

Η κόρη μου γράφει μια ιστορία.


Σταματώ στη σκάλα, ν' ακούσω

Από την κλειστή της πόρτα

θόρυβο πλήκτρων γραφομηχανής

Σαν αλυσίδα που σέρνεται σε κάγκελο.


Νέα όπως είναι, στη ζωή της

Κουβαλά μεγάλο φορτίο, κι ένα κομμάτι του

είναι βαρύ:

Είθε να 'χει ούριο άνεμο.


Τώρα όμως είναι αυτή που σταματά,

Σαν για ν' αρνηθεί τη σκέψη μου

και την εύκολη μορφή της.

Πέφτει σιωπή,


Θαρρείς κι ολόκληρο το σπίτι σκέφτεται,

Κι ύστερα νάτη πάλι

μ' έναν ήχο αλλεπάλληλων

Απαλών χτυπημάτων, και ξανά σιωπή.


Θυμάμαι το ζαλισμένο ψαρόνι

Που πριν δυο χρόνια

σε τούτο το δωμάτιο παγιδεύτηκε.

Μπήκαμε σιγά, ανοίξαμε ένα παράθυρο


Και φύγαμε, μη φοβηθεί.

Ώρα πολλή αμήχανοι, από το

άνοιγμα της πόρτας,

Βλέπαμε το απαλό, άγριο, σκούρο


Και ιριδόχρωμο πλάσμα

Να χτυπά στα τυφλά, να πέφτει

σαν γάντι

Στο σκληρό πάτωμα ή στο τραπέζι,


Και να σταματά, κατάκοπο, ματωμένο,

Να συνεφέρει και ξανά να δοκιμάσει·

Και χαρήκαμε όταν σίγουρο ξαφνικά,


Πετάχτηκε από τη ράχη μιας καρέκλας,

Βρίσκοντας με τη μια το δρόμο για

το σωστό παράθυρο

Την έξοδο στον κόσμο διακρίνοντας.


Είναι πάντα ζήτημα ζωής

Ή θανάτου, αγαπητή μου, το είχα

ξεχάσει. Οι ευχές μου είναι

Και πάλι μαζί σου, πιο δυνατές αυτή τη φορά.


***


In her room at the prow of the house

Where light breaks, and the windows are tossed with linden,

My daughter is writing a story.


I pause in the stairwell, hearing

From her shut door a commotion of typewriter-keys

Like a chain hauled over a gunwale.


Young as she is, the stuff

Of her life is a great cargo, and some of it heavy:

I wish her a lucky passage.


But now it is she who pauses,

As if to reject my thought and its easy figure.

A stillness greatens, in which


The whole house seems to be thinking,

And then she is at it again with a bunched clamor

Of strokes, and again is silent.


I remember the dazed starling

Which was trapped in that very room, two years ago;

How we stole in, lifted a sash


And retreated, not to affright it;

And how for a helpless hour, through the crack of the door,

We watched the sleek, wild, dark


And iridescent creature

Batter against the brilliance, drop like a glove

To the hard floor, or the desk-top,


And wait then, humped and bloody,

For the wits to try it again; and how our spirits

Rose when, suddenly sure,


It lifted off from a chair-back,

Beating a smooth course for the right window

And clearing the sill of the world.


It is always a matter, my darling,

Of life or death, as I had forgotten. I wish

What I wished you before, but harder.

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Η συγχώνευση Ελλήνων και Βαρβάρων [στην Ελληνιστική Εποχή] - André-Jean Festugière


Ας θυμηθούμε την αξιομνημόνευτη πράξη του Αλέξανδρου στην Όπιδα (βρισκόταν λίγο πιο βόρεια από τη Βαβυλώνα, στον Τίγρη) το 324. Προσκάλεσε Μακεδόνες και Πέρσες στο ίδιο συμπόσιο. Οι Έλληνες ιερείς και οι Πέρσες μάγοι ξεκίνησαν τα ιερά τελετουργικά τους. Ένα μοναδικό κύπελο κρασί γύριζε σε όλο το τραπέζι και οι παρευρισκόμενοι έπιναν απ’ αυτό και έχυναν λίγες σταγόνες προς τιμήν των ελληνικών και περσικών θεών. Τότε ο Αλέξανδρος είπε μια προσευχή με την οποία ζήτησε από τους θεούς να χαρίσουν στους Μακεδόνες και τους Πέρσες την «ένωση της καρδιάς και της συντροφικότητα μέσω της ισχύος». Μ’ αυτή τη συμβολική τελετή ο Αλέξανδρος είτε κήρυσσε, από τότε ακόμα, ένα είδος αδελφοσύνης μεταξύ όλων των λαών, όπως ισχυρίζεται ο Tarn, είτε επιδίωκε απλώς την συγχώνευση των Ελλήνων και των Ιρανών, όπως διατείνεται ο Wilcken. Είναι όμως σίγουρο πως το αποφασιστικό βήμα είχε γίνει. Η παλιά αντινομία μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων από την οποία ο Αριστοτέλης ήταν εντελώς διαποτισμένος (Πολ.VΙΙ) είχε πλέον καταργηθεί. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής τόσο επί Αλεξάνδρου όσο και επί των διαδόχων του είναι πασίγνωστα. Το 324 έγιναν στα Σούσα μαζικοί γάμοι μεταξύ Μακεδόνων και Περσίδων. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος έδωσε το παράδειγμα όταν παντρεύτηκε, με το περσικό τυπικό, την Στατειρα, την κόρη του Δαρείου (είχε ήδη παντρευτεί το 327 με βακτριανικό τυπικό, την Ρωξάνη, την κόρη του πρίγκηπα Οξυάρτη στη Βακτριανή), ενώ ο Ηφαιστίωνας, ο καλύτερός του φίλος, παντρεύτηκε την Δρυπετίδα, την αδελφή της Στάτειρας. Αργότερα, ως αποτέλεσμα των ελληνομακεδονικών αποικισμών στην Ανατολή και της συνεχούς επαφής μεταξύ των αποίκων και του τοπικού πληθυσμού, προέκυψε η επιμιξία των φυλών. Οι Έλληνες έφεραν τη γλώσσα τους, τους νόμους τους, τα γυμνάσιά τους, όλα όσα περιλάμβανε ο πολιτισμός τους και συνοψίζονταν στη μεγαλειώδη λέξη παιδεία. Από την πλευρά τους, οι λαοί της Ανατολής αποκάλυψαν στους Έλληνες το θέαμα χιλιόχρονων πολιτισμών που εξουσιάζονταν, σε γενικές γραμμές, από τη θρησκεία. Και στη σφαίρα της θρησκείας οι Έλληνες αποδείχτηκαν δεκτικοί, έτοιμοι να λατρέψουν και να αποδεχτούν τις θεότητες άλλων λαών. Η ανάμιξη των φυλών και των πολιτισμών τους είχε μεγάλες επιπτώσεις στη θρησκεία. Βοήθησε να διευρυνθεί η αντίληψη περί θείου. Αν, όπως είπε ο Ερατοσθένης εκατό χρόνια μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, οι άνθρωποι δεν πρέπει να διαχωρίζονται σε Έλληνες και Βαρβάρους αλλά σε καλούς και κακούς – γιατί ακόμη και ανάμεσα στους Έλληνες υπάρχουν πολλοί κακοί άνθρωποι, ενώ ανάμεσα στους Βαρβάρους υπάρχουν λαοί με ανεπτυγμένο πολιτισμό όπως οι Ινδοί. Και άλλοι, όπως οι Ρωμαίοι και οι Καρχηδόνιοι, θαυμαστοί για τις πολιτικές τους αρετές – αν, λοιπόν, όλοι οι λαοί είχαν κληθεί να αναδυθούν σαν ένας ενιαίος λαός για να φτιάξουν μια μόνο πόλη, ήταν γιατί αυτή η πόλη στην πραγματικότητα ήδη υπήρχε: ήταν η Παγκόσμια Πόλη που την κυβερνούσε ο κοσμικός Θεός. Οι ιδιαίτεροι  θεοί του ενός ή του άλλου κράτους δεν ήταν παρά οι τοπικές εκδηλώσεις της ίδιας μοναδικής Θεότητας που ενυπήρχε σε όλο το σύμπαν. Νύξεις αυτής της άποψης έχουν εκφραστεί ήδη από την ελληνιστική εποχή. Γνωρίζουμε πως έφτασαν να καρποφορήσουν. Επί αυτοκρατορίας του Αυγούστου ένας ναός στη Ρώμη αποτέλεσε τη χειροπιαστή της έκφραση: το Πάνθεον, που ο θόλος του είναι απομίμηση της ουράνιας σφαίρας.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, η ιδέα της παγκόσμιας μοναρχίας, μια ιδέα που πρώτος, απ’ ό,τι φαίνεται, συνέλαβε ο Αλέξανδρος, τη ζωντάνεψε ξανά ο Καίσαρας και υλοποιήθηκε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, έμελλε να οδηγήσει – στο θρησκευτικό πεδίο – στην υποβάθμιση της τοπικής ιδιαιτερότητας, και να ευνοήσει την ανάπτυξη μιας παγκόσμιας θρησκείας. Η πρώτη μορφή που πήρε αυτή η θρησκεία ήταν η λατρεία ενός κοσμικού Θεού. Ο ίδιος ουρανός απλωνόταν πάνω από όλους τους λαούς όπως και πάνω από όλους τους ανθρώπους που ζούσαν στις μεγάλες ελληνιστικές πόλεις, όσο διαφορετικοί και να ήταν από άποψη φυλετική ή πολιτισμική.
Έτσι τα κύρια αποτελέσματα του έργου του Αλέξανδρου – η υποταγή των ελληνικών πόλεων, η διαμόρφωση απέραντων μοναρχιών και η συγχώνευση Ελλήνων και Βαρβάρων – δημιούργησαν τις συνθήκες που επέτρεψαν στην προσωπική θρησκεία και πιο συγκεκριμένα στη φιλοσοφική θρησκεία του Σύμπαντος και του Κοσμικού Θεού να εδραιωθεί. Αυτή η θρησκεία δεν αναπτύχθηκε με άμεση πολιτική παρέμβαση του Αλέξανδρου. Όπως κάθε πραγματικά ισχυρή θρησκεία αναπτύχθηκε από τις πνευματικές και ψυχικές ανάγκες, από την ανάγκη για ένα Θεό που θα ικανοποιούσε ταυτόχρονα τις απαιτήσεις της επιστημονικής σκέψης και τις προσδοκίες της ατομικής συνείδησης. Αλλά αν ο Πλάτωνας ήταν ο εμπνευστής της, ο Αλέξανδρος προσέφερε πολλά για να εξασφαλίσει την εξέλιξή της. Μια από τις πιο δημιουργικές δυνάμεις στη θρησκεία του Πλάτωνα είναι αναμφίβολα ο έρως, η παθιασμένη παρόρμηση που βγάζει την ψυχή μέσα από τη γήινη φυλακή της έτσι που, υπερβαίνοντας τον εαυτό της, να φτάνει σε άλλες ακτές, σε μια άλλη καλύτερη πατρίδα, τον κόσμο των Ιδεών ή των αστερισμών του Ουρανού. Το πνευματικό κίνημα που ξεπήδησε από τον πλατωνισμό είναι μια πτήση προς την αιωνιότητα, μια απόδραση. Ο Αλέξανδρος ήταν ένα ζωντανό σύμβολο της δημιουργικής δύναμης του έρωτα. Τον διέκρινε  πάντα η ακατανίκητη ορμή να πάει παραπέρα, να ξεπεράσει τα σύνορα που τον περιόριζαν. Καμιά θάλασσα, κανένα ποτάμι, κανένα βουνό δεν μπορούσε να σταθεί στο δρόμο εκείνου του θαυμαστού πνεύματος. Πολλές φορές οι ιστορικοί, όπως ο Αρριανός, αναφέρονται στον πόθο, την ακατανίκητη επιθυμία για το άγνωστο, το ανεξερεύνητο, και το μυστηριώδες που έμελλε να τον φέρει στα πέρατα του κόσμου. Αυτή η επιθυμία τον ώθησε, το 335, να διαβεί το Δούναβη για να δει τι βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Το 331 τον ώθησε να διασχίσει την έρημο για να συμβουλευτεί το μαντείο του Άμμωνος Διός. Τον παρακίνησε αργότερα να εξερευνήσει ο ίδιος τις χώρες πέρα από τον Ύφαση, τις ακτές της Κασπίας και την Αραβική χερσόνησο από τον Ινδικό ωκεανό μέχρι την Ερυθρά θάλασσα. Προχωρούσε πάντα, δεν έμενε ποτέ ικανοποιημένος από τη μέχρι τότε προσπάθεια, όσο μεγαλειώδης κι αν ήταν, ήθελε να φτάσει στα όρια του κόσμου. Αυτή η ακόρεστη επιθυμία για κάτι «παραπέρα» που πάντα το φανταζόμαστε, αναγκαστικά, σαν κάτι «καλύτερο» συνοψίζει το πνεύμα εκείνης της εποχής.

André-Jean Festugière
Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΡΟΖΙΝΑ ΜΠΕΡΚΝΕΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ 1999

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

ΤΟ ΤΕΛΟΣ – ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΑΧΜΙΑΣ

 


Δέκατος τρίτος μήνας του Θέρους της τριακοσιοστής τριακοστής τέταρτης Εποχής. Την τέταρτη νύχτα, στις κορφές της Κρυμαίας σχηματίστηκε ένα σύννεφο, κατάλευκο και λαμπρό, που απλώθηκε γρήγορα επάνω από την πεδιάδα. Έκπληκτοι οι άνθρωποι και τα ζώα ανήσυχα ξύπνησαν από το φως του. Με διαταγή της Γερουσίας, η φρουρά της πόλης σήμανε συναγερμό και όλοι, πολίτες και στρατιώτες, έτρεξαν στην Αγορά, θαυμάζοντας το παράξενο εκείνο σημάδι. Μόλις γέμισε η Αγορά (πράγμα που έδειχνε ότι όλη η πόλη ήταν στο πόδι) ήρθαν οι Γέροντες. Προχώρησαν κι ανέβηκαν στη μεγάλη εξέδρα, στην κεντρική πλατεία της αγοράς, μπροστά από το ιερό της Δαΰδος. Και μόλις κι ο τελευταίος Γέροντας ανέβηκε στην εξέδρα, από το ιερό άρχισαν να ακούγονται ψαλμοί και ικεσίες. Δεν πέρασε πολλή ώρα και οι ύμνοι ξεχύθηκαν στην Αγορά και πέρασαν στα χείλη του κόσμου. Όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, νέοι και γέροι, όρθιοι, ένωσαν τη φωνή τους και ανέλαβαν τον ύμνο, που σε λίγο αντηχούσε γλυκά από άκρη σ’ άκρη στην πόλη. Οπωσδήποτε υπήρχαν και κάποιοι που νόμιζαν πως, ανάμεσα στις παύσεις, άκουγαν το σπαραχτικό ουρλιαχτό των λύκων.
Για ώρες κρατούσαν οι ικεσίες και οι ψαλμοί και κανείς δεν μετρούσε πόσες. Μόνο όταν η κούραση άρχισε να βαραίνει τα γόνατα των γέρων και η πείνα να δαγκώνει τις κοιλιές των παιδιών, ο λοχαγός της φρουράς ανέβηκε στην εξέδρα και ενημέρωσε τους Γέροντες ότι είχε ξημερώσει και ότι, κανονικά, πλησίαζε το μεσημέρι. Όμως κανείς δεν μπορούσε να πει αν έχει βγει ο Ήλιος, γιατί όλος ο ουρανός καλυπτόταν από το σύννεφο. Και τότε ο ύμνος, που είχε ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει στα χείλη του κόσμου σε ένα ακατάληπτο μουρμουρητό, σταμάτησε. Κάποιοι ήταν πλέον σίγουροι ότι άκουγαν το ουρλιαχτό των λύκων.
Το σύννεφο κρεμόταν πια επάνω από την πόλη, καλύπτοντάς την ολόκληρη. Οι πολίτες καταλήφθηκαν από τρόμο, επειδή νόμιζαν ότι ο Ήλιος γκρεμιζόταν από τον ουρανό και έπεφτε επάνω στη χώρα. Και πραγματικά, η εντύπωσή τους ήταν αληθινή, γιατί καθώς η ώρα περνούσε, οι σκιές λιγόστευαν. Κτίρια, άνθρωποι, ζώα και δέντρα, κάθε πλάσμα και πράγμα επάνω στη γη έβλεπε τη σκιά του να μικραίνει και να χάνεται. Μέσα στην ταραχή και το φόβο, ο Πρωτογέροντας, ο Ιζύς του Στολαίου, έδωσε εντολή στο λοχαγό της φρουράς να μην αφήσει κανέναν να φύγει από την Αγορά, για να απο- φασίσουν εάν θα εγκαταλείψουν την πόλη ή εάν θα παραμείνουν.
Οι Γέροντες μίλησαν σοφά, καθένας τους συμβουλεύοντας τους άλλους να μείνουν ή να φύγουν, ανάλογα με το ποια μερίδα εκπροσωπούσε: όσοι πολίτες είχαν το βιός τους πέρα από τα βουνά και προς τη θάλασσα, ήθελαν να ακούσουν το Γέροντά τους να συμβουλεύει τη φυγή. Με τη σειρά τους, οι Γέροντες που εκπροσωπούσαν τους εμπόρους, τους τεχνίτες και όλους όσους είχαν την περιουσία τους μέσα στην πόλη, με πειστικά επιχειρήματα δήλωναν ότι, αν χαθεί η πόλη, τίποτε πια δεν θα είναι σίγουρο για κανέναν.
Αφού μίλησαν οι Γέροντες, ρώτησαν το λαό εάν υπάρχει κανείς που θέλει να πάρει το λόγο. Κανείς δεν θέλησε να μιλήσει. Απόφαση δεν είχε παρθεί, αλλά τουλάχιστον όλοι είχαν ακούσει αυτό που περίμεναν από τους Γέροντες. Ο μόνος που ζήτησε να ανέβει στο βήμα ήταν ένας τυφλός, ζητιάνος, άγνωστο το όνομά του. Με το κεφάλι σκυφτό, στραμμένο λίγο προς τα δεξιά, άρχισε να μιλά: «Δεν βλέπω αυτά που βλέπετε – και λυπάμαι πολύ. Μα βλέπω αυτά που δεν βλέπετε – και λυπάμαι περισσότερο. Χάνω ό,τι κερδίζετε, και δεν κερδίζω ό,τι χάνετε. Μα αυτή την ύστατη ώρα, που από το φως έχετε όλοι στραβωθεί, όχι λιγότερο από όσο εγώ, συλλογιστείτε: ποιος από τους άρχοντές μας έχει εξασφαλίσει ο ίδιος τη σωτηρία του, ώστε να υπάρχει ελπίδα να εγγυηθεί με κάποιον τρόπο και τη δική σας;»
Ο τυφλός σταμάτησε. Σήκωσε το κεφάλι, σαν να ήθελε να δει το πλήθος το πρόσωπό του και να του δείξει το δικό του. Άπλωσε το δεξί του χέρι κι έδειξε προς το ιερό. «Αν εκεί που δείχνω βλέπετε ένα παιδί να παίζει ευτυχισμένο κι αμέριμνο, τότε μόνο μπορείτε να ελπίζετε σε θαύμα.» Όλο το πλήθος έστρεψε το βλέμμα μονομιάς κατά κει που έδειχνε ο τυφλός. Μπροστά στα σκαλιά του ιερού, ένα παιδί έπαιζε μόνο του πεσσούς. Όλο το πλήθος έβλεπε το παιδί και όλοι απορούσαν πώς μπορούσε ένας τυφλός να δείχνει κάτι που έβλεπαν όλοι, και ταυτόχρονα να αρνείται ότι υπάρχει. Το θαύμα και η ύβρη ξύπνησε μέσα τους φόβο και θυμό. Κάποιοι άρχισαν να βρίζουν τον τυφλό, να του φωνάζουν να κατέβει από το βήμα. Μια πέτρα χτύπησε τον τυφλό στο στόμα. Ένας έστριψε την άκρη από το σάλι του γύρω από τη σφιγμένη γροθιά του, δείχνοντας στον τυφλό πώς θα του περάσει τη θηλιά. Ο τυφλός στράφηκε προς τους Γέροντες. Τους πρότεινε να πάνε στο παιδί και να το ρωτήσουν τι πρέπει να κάνουν. Οι Γέροντες συμφώνησαν κι έστειλαν το Χαβρία. Εκείνος, χωρίς καθυστέρηση, ανέβηκε τα σκαλιά του ιερού. Πλησίασε το παιδί προσεκτικά, για να μη χαλάσει το παιχνίδι του, και στάθηκε δίπλα του. Παρατηρούσε τις κινήσεις του παιδιού. Όταν το παιδί σήκωσε το κεφάλι, ο Γέροντας το ρώτησε χαμογελώντας: «Ποιος θα νικήσει;» Το παιδί έσκυψε στο πάτωμα, κούνησε μερικές ψηφίδες και, με ένα χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση, είπε: «Αν χάσει η μαύρη ομάδα, η λευκή θα κερδίσει. Κι αν χάσει η λευκή ομάδα, θα κερδίσει η μαύρη.» Σηκώθηκε, κοίταξε το Χαβρία και με το ίδιο χαμόγελο είπε:
«Όσο κερδίζει μια από τις δυο ομάδες, δεν χάνω ποτέ».
Ο Χαβρίας κατέβηκε από το ιερό και ανέβηκε βιαστικά στην εξέδρα, όπου τον περίμεναν οι Γέροντες. Ύστερα από λίγο, ο Πρωτογέροντας στράφηκε προς τον υπασπιστή του, το λοχαγό Άμασι. Αφού μίλησαν για λίγο, ο λοχαγός κατέβηκε τρέχοντας από την εξέδρα. Αμέσως μετά σήμανε η σάλπιγγα της φρουράς και σε λίγα λεπτά έζωσαν την Αγορά τρεις πυκνές γραμμές από τοξότες. Πέντε ομάδες οπλιτών, χωρίς εξάρτυση, τρέχοντας ανάμεσα στις γραμμές, άφηναν ανά πέντε άντρες ένα δεμάτι ξύλα κι άναβαν φωτιά. Οι τοξότες πέρασαν τα βέλη τους από τη φωτιά, τα άναψαν κι έστρεψαν τα τόξα στον ουρανό, προς το σύννεφο που κατρακυλούσε επάνω στη χώρα.
Βροχή από φλεγόμενα βέλη έπεσε πάνω στην πόλη. Όσοι δεν σκοτώθηκαν επί τόπου, χάθηκαν μέσα στη φωτιά που κατέτρωγε τη χώρα για μέρες...

* * *

...Αμέτρητα χρόνια τώρα, όταν ο ήλιος ανατέλλει πάνω από τη Λυκεία, ρίχνει τις πρώτες ακτίνες του εδώ πάνω, στις πλαγιές της Κρυμαίας. Άλλοτε εδώ υπήρχαν χωράφια, περιβόλια, μαντριά και μύλοι, πολύχρωμα στολίδια κεντημένα σε καταπράσινη φλοκάτη. Τώρα πια δεν υπάρχει τίποτε από όλα αυτά. Μονάχα ένα παράξενο λουλούδι φυτρώνει ανάμεσα στους θάμνους και τις πέτρες. Δεν έχει όνομα, καθώς δεν βρέθηκε ποτέ ως τώρα κάποιος να το ονομάσει. Ο ίσιος, σκληρός και λεπτός βλαστός του, με το πορτοκαλί άνθος στην κορυφή, μοιάζει με φλεγόμενο βέλος, μπηγμένο ανάποδα στη γη, με την αιχμή του στραμμένη στον ουρανό...

ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΑΧΜΙΑΣ
NOMINATI
16+1 ασκήσεις ελευθερίας
Απλές Εκδόσεις 2010