.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Στο πλοίο - Stefan Zweig


Όταν στο πρακτορείο θαλασσίων ταξιδιών της Καλκούτας, θέλησα να κρατήσω μια θέση στην Ωκεανία, για να ξαναγυρίσω στην Ευρώπη, ο υπάλληλος σήκωσε τους ώμους του, σε ένδειξη λύπης: δεν ήξερε αν θα του ήταν δυνατό να μου εξασφαλίσει μια καμπίνα, γιατί στη εποχή που βρισκόμαστε, δηλαδή στην παραμονή της περιόδου των βροχών, το πλοίο συνηθισμένα ήταν υπερπλήρες απ' την αναχώρησή του κιόλας απ' την Αυστραλία κι ο υπάλληλος έπρεπε να περιμένει, για να μου απαντήσει, τηλεγράφημα απ' τη Σιγκαπούρη που θα τον πληροφορούσε σχετικά.
Την άλλη μέρα μου έδωσε την ευχάριστη είδηση πως θα μου κρατούσε μια θέση. Αληθινά, δεν ήταν παρά μια καμπίνα ελάχιστα άνετη, κάτω απ' το κατάστρωμα στη μέση ακριβώς του πλοίου. Καθώς όμως ανυπομονούσα να ξαναγυρίσω στην πατρίδα μου, δεν δίστασα πολύ και κράτησα την καμπίνα.
Ο υπάλληλος δε μ' είχε γελάσει. Το πλοίο ήταν παραφορτωμένο και η καμπίνα στενόχωρη. Ήταν ένα στενό τετράπλευρο, στριμωγμένο κοντά στη μηχανή και μοναδικά φωτισμένο απ' το τρεμάμενο φως ενός στρογγυλού φεγγίτη.
Ο βαρύς και πνιχτικός αέρας μύριζε λάδι και μούχλα. Δε μπορούσε κανένας να ξεφύγει ούτε μια στιγμή απ' το βούισμα του ηλεκτρικού ανεμιστήρα που γύριζε πάνω απ' το κρανίο του. Κάτω η μηχανή στέναζε και βογκούσε, όπως ένας καρβουνιάρης που φορτωμένος ανεβοκατεβαίνει αδιάκοπα λαχανιασμένος την ίδια σκάλα. Κι από πάνω άκουγε κανένας ακατάπαυστα να γλιστράει στο κατάστρωμα το πηγαινέλα απ' τους επιβάτες. Γι' αυτό, μόλις έμπασα το δέμα μου σ' αυτήν την καμπίνα που 'μοιαζε σαν τάφος, κι ήταν φραγμένη με γκρίζα δοκάρια και γεμάτη δύσοσμες αναθυμιάσεις, έτρεξα και κατάφυγα στο κατάστρωμα και, βγαίνοντας απ' τα σκοτάδια ανάπνεα, το γλυκό, θερμό αέρα της γης, που φυσούσε πάνω απ' τα κύματα.
Και στο κατάστρωμα όμως κυριαρχούσε η στενοχώρια κι ο θόρυβος: ήταν ένα στριφογύρισμα, ένα ανακάτεμα από ανθρώπους, που, με τη νευρική έξαψη φυλακισμένων, καταδικασμένων στην αδράνεια ανέβαιναν, κατέβαιναν και φλυαρούσαν ασταμάτητα. Οι ζωηρές αστειολογίες των γυναικών, η αδιάκοπη κυκλοφορία στο στενό διάδρομο του καταστρώματος, όπου το σμήνος των περαστικών έσπαζε σαν πολύβουο κύμα στα πόδια των καθισμάτων, με το θόρυβο των συζητήσεων, για να ξαναγυρίσει πάλι στο ίδιο σημείο, όλα αυτά μου προξενούσαν δεν ξέρω κι εγώ τι στενοχώρια.
Μόλις είχα διατρέξει έναν καινούργιο κόσμο για μένα κι είχα φυλαγμένο στο πνεύμα μου ένα πλήθος από εικόνες που, η μιά κοντά στην άλλη, σπρώχνονταν με μια μανιασμένη βιασύνη. Τώρα ποθούσα να συλλογιστώ κάθε τι που είδα, να το ξεκαθαρίσω, να το ταξινομήσω, για να δώσω μια μορφή σ' αυτό το πολυταραχο σύμπαν πούχε εφορμήσει στα μάτια μου. Εδώ όμως, σε τούτο το μέρος το κατακλύσμένο απ' το πλήθος, δεν υπήρχε ούτε ένα λεπτό για ανάπαυση και ησυχία. Αν έπαιρνα ένα βιβλίο, οι γραμμές του κείμενου εξαφανίζονταν μέσα στο κινούμενο χάος των σκιών που προβάλλονταν απ' το περνοδιάβασμα αυτού του κόσμου, που τον είχε κυριέψει η μανία της φλυαρίας. Αδύνατο να συγκεντρωθεί κάπως κανένας σε τούτο το στενό κομμάτι του πλοίου, σε τούτον τον αϊσκιωτο δρόμο, που ξεχειλίζει απ' την κυκλοφορία.
Τρεις ολόκληρες μέρες γύρευα να βρω λίγη μοναξιά, και καρτερικά κοίταζα τη θάλασσα και τους ανθρώπους. Η θάλασσα όμως έμενε πάντα η ίδια, βαθυγάλαζη κι άδεια, εκτός απ' το ηλιοβασίλεμα, όταν ξαφνικά πάνω στα νερά άναβε ένα πολύχρωμο πυροτέχνημα. Όσο για τους ανθρώπους, τους γνώρισα όλους, τέλεια, μέσα σε τρία εικοσιτετράωρα. Κάθε πρόσωπο μου έγινε γνώριμο ίσαμε σημείο βαρυεστημάρας, το στριγγό γέλιο των γυναικών δε μ' ενδιέφερε πια, ούτε κι η φωνακλάδικη συζήτηση δυό Ολλανδών αξιωματικών που 'σαν γείτονές μου. Δεν μου απόμενε παρά να καταφύγω αλλού, η καμπίνα όμως φλεγόταν απ' τη ζέστη κι ήταν πλημμυρισμένη από ατμούς. Στο σαλόνι, νεαρές Εγγλέζες αδιάκοπα συνέχιζαν το άτεχνο πιάνισμά τους, συνοδεύοντας αποτυχημένα βαλς. Τέλος, αναστρέφοντας αποφασιστικά την τάξη των ωρών κατέβηκα και κλείστηκα στην καμπίνα από το απόγευμα αφού προηγούμενα ζαλίστηκα με μερικά ποτήρια μπύρα, για να μπορέσω να κοιμηθώ την ώρα που οι άλλοι θάτρωγαν και θα χόρευαν.
Όταν ξύπνησα, όλα ήταν σκοτεινά και νοτισμένα σ' αυτό το μικρό μνήμα, που ήταν η καμπίνα μου. Όπως είχα σταματήσει τον ανεμιστήρα, ο βαρύς και υγρός αέρας πυρπολούσε τους κροτάφους μου. Οι αισθήσεις μου λες κι είχαν ναρκωθεί: μου χρειάστηκαν αρκετές στιγμές για να θυμηθώ το χρόνο και το μέρος όπου βρισκόμουνα. Ήταν δίχως άλλο, περασμένα μεσάνυχτα, γιατί δεν άκουγα ούτε μουσική, ούτε το ασταμάτητο γλίστρημα των βημάτων. Μονάχα η μηχανή, η λαχανιασμένη καρδιά του Λεβιάθαν, έσπρωχνε παντοτεινά πνευστιώντας, το μαύρο κουφάρι του πλοίου προς το αόρατο, όπου εισχωρούσε ψαύοντας τα κύματα.
Ψηλαφητά ανέβηκα στο κατάστρωμα. Ήταν έρημο. Κι όπως σήκωσα το βλέμμα μου προς την τσιμινιέρα, που ορθωνόταν σαν πύργος που κάπνιζε, και στα κατάρτια που πρόβαιναν σαν φαντάσματα, μια θαυμαστήλάμψη γέμισε απότομα τα μάτια μου. Το στερέωμα φεγγοβολούσε. Γύρω απ' τα αστέρια, που το κεντούσαν με λευκές μαρμαρυγές, απλωνόταν το σκοτάδι, κι όμως, ο ουρανός αχτινοβολούσε. Θάλεγε κανένας πως μια βελουδένια κουρτίνα ήταν τοποθετημένη κει, μπροστά σ' ένα φοβερό φως, και τ' αστέρια ήταν οι χαραμάδες και οι φεγγίτες απ' όπου γλιστρούσε το ασθενικό φως της απερίγραπτης αυτής λάμψης. Ποτέ δεν είχα ξαναθωρίσει τον ουρανό, όπως κείνη τη νύχτα, αχτινοβόλον, ολόλαμπρον, ολόβουο και ξεχειλισμένον από φως από ένα φως πούπεφτε, σαν ανάμεσα από πέπλο, απ' το φεγγάρι και τ' αστέρια και που φαινόταν νάκαιγε σε μια μυστηριακή εστία. Σαν ολόλευκη γκομαλάκκα, όλες οι γραμμές του πλοίου έλαμπαν φανταχτερά στο φεγγαρίσιο φως, πάνω στο σκοτεινόχρωμο βελούδο της θάλασσας. Τα παλαμάρια, οι αντέννες, όλα τα ξάρτια, όλες οι γραμμές χάνονταν σ' αυτήν την κυματιστή αίγλη: τα φώτα των καταρτιών και, πιο ψηλά ακόμα, το στρογγυλό φανάρι της σκοπιάς φαινόνταν πως κρεμόνταν στο κενό, σαν ωχρά γήινα αστέρια ανάμεσα στ' αχτινοβόλα άστρα τ' ουρανού.
Ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι μου ο μαγικός αστερισμός του Νότιου Σταυρού ήτανε καθηλωμένος στο άπειρο, με θαμπωτικά διαμαντένια καρφιά, και φαινόταν πως μετακινιόταν, ενώ μονάχα το πλοίο έδινε αυτή την αυταπάτη της κίνησης, αυτό, που σκαμπανεβάζοντας απαλά, με λαχανιασμένο το στήθος, όπως ένας γιγάντιος κολυμβητής, άνοιγε το δρόμο του ανάμεσα απ' τα σκοτεινά κύματα. Στεκόμουν όρθιος κοιτάζοντας προς τα πάνω: μου φαινόταν πως βρισκόμουν σ' ένα λουτρό, όπου το θερμό νερό πέφτει από πάνω στο σώμα μας, μ' αυτή τη διαφορά πως εδώ ήταν το φως, που λευκό και χλιαρό κυλούσε πάνω στα χέρια μου, που μου σκέπαζε απαλά τους ώμους και το κεφάλι και που, λες φαινόταν πως ήθελε να εισδύσει στα τρισβαθα του είναι μου, γιατί κάθε νάρκη είχε απότομα ξεμακρυνθεί από κοντά μου. Ανάπνεα λυτρωμένος, και ολότελα γαληνεμένος. Με μια καινούργια ηδονή γευόμουνα πάνω στα χείλη μου, σαν το πιο αγνό πιοτό, το γλυκόν αγέρα, τον πεντακάθαρο κι ανάλαφρα μεθυστικό, πούφερνε μαζί του την πνοή των καρπών και το άρωμα των μακρινών νησιών. Τώρα, για πρώτη φορά από τότε που ανέβηκα στο πλοίο, με κυρίεψε ο άγιος πόθος της ονειροπόλησης, όπως κι αυτή η απλή επιθυμία, η πιο αισθησιακή, που μ' έκανε να ποθώ ν' αφήσω, σαν γυναίκα, το σώμα μου σ' αυτήν τη χαύνωση, που μ' έσφιγγε απ' όλες τις μεριές. Θέλησα να ξαπλωθώ, με το βλέμμα γυρισμένο στα λευκά ιερογλυφικά, αλλά οι πολυθρόνες και τα καθίσματα του καταστρώματος είχαν πιαστεί και πουθενά πάνω στο έρημο κατάστρωμα δε βρισκόταν μια θέση για να δοθεί κανένας σε μια γαλήνια ονειροπόληση.
Έτσι ψηλαφώντας έφτασα στην πλώρη του πλοίου, κυκλωμένος απ' το φως που φαινόταν να πέφτει από παντού με μιαν ορμή ολοένα μεγαλύτερη, για να εισδύσει εντός μου. Το φως αυτό των άστρων, με τη χιονάτη λευκότητα και τη θαμπωτική λάμψη, μούκανε σχεδόν κακό. Ήθελα να κρυφτώ κάπου στον ίσκιο, να ξαπλωθώ σε μια ψάθα, να μη νιώθω πια μέσα μου, αλλά μονάχα πάνω μου, αυτή την ακτινοβολία που την αντανακλούσαν τα πράγματα – έτσι όπως κοιτάζουμε ένα τοπίο απ' το εσωτερικό ενός δωμάτιου βυθισμένου στο σκοτάδι. Τέλος, σκοντάφτοντας στα παλαμάρια και περνώντας ανάμεσα απ' τα σιδερένια ξάρτια έφτασα στην άκρη και κοίταζα την πλώρη του πλοίου να προχωρεί στη σκιά και το υγρό φως του φεγγαριού ν' αναβρύζει, αφρίζοντας απ' τις δυό πλευρές της τροπίδας. Παντοτεινά αυτό το θαλάσσιο αλέτρι ανασηκωνόταν και ξαναβυθιζόταν σ' αυτό το χωράφι των μαύρων κυμάτων. Και σ' αυτό το αχτινοβόλο παιχνίδι, δοκίμαζα όλη την οδύνη του νικημένου στοιχείου, αισθανόμουνα όλη τη χαρά της γήινης δύναμης. Βυθισμένος στους κόλπους αυτής της θεώρησης είχα χάσει την έννοια του χρόνου: είχε περάσει μια ώρα που βρισκόμουνα ακουμπώντας στην άκρη του πλοίου, ή μονάχα λίγα λεπτά; Σκαμπανεβάζοντας, αυτό το γιγάντιο λίκνο, το βαπόρι, με νανούριζε συνεπαίρνοντάς με πέρα απ' το χρόνο. Μόνο ένα πράγμα ένιωθα: με κατάκλυζε μια κούραση, μια κούραση σαν ηδονή. Ήθελα να κοιμηθώ, να ονειρευτώ κι όμως να μην ξεμακρύνω απ' αυτή τη μαγεία, να μην ξανακατέβω σ' αυτό το φέρετρο. Άθελά μου το πόδι μου πάτησε σ' ένα σωρό από παλαμάρια. Κάθησα, με κλειστά τα μάτια, δίχως όμως να με σκεπάσει ο ίσκιος, γιατί πάνωθέ τους και πάνω μου αχτινοβολούσε η ασημένια λάμψη. Κάτωθέ μου άκουγα το νερό να βουίζει απαλά και πάνωθέ μου, με μια ανεπαίσθητη αντήχηση, τη λευκή ροή τούτου του κόσμου. Σιγά-σιγά, το μουρμουρητό αυτό τρύπωσε μέσα στις φλέβες μου κι έχασα την έννοια της ύπαρξης: δεν ήξερα πια αν τούτη η αναπνοή ήταν δική μου ή αν ήταν τα καρδιοχτύπια του πλοίου. Είχα παρασυρθεί και εκμηδενισθεί μέσα στο αδιάκοπο μουρμουρητό του νυχτερινού κόσμου.
Ένας ελαφρός ξερόβηχας που ακούστηκε κοντά μου μ' έκανε ν' αναπηδήσω. Βγήκα τρομαγμένος, απ' την ονειροπόληση, που με είχε σχεδόν μεθύσει...



Stefan Zweig
ΑΜΟΚ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΩΣΤΗΣ ΜΕΡΑΝΑΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΕΡΙ 1980

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Οντολογική θεώρηση του θανάτου – ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ


Η μόνη βεβαιότητα που μας συνέχει είναι η βεβαιότητα του θανάτου. Είδαμε όμως πως ο βέβαιος θάνατος μας έχει δύο όψεις. Η μια συνίσταται στον τερματισμό της βιολογικής μας υπόστασης, ενώ η άλλη στην ήδη θνήσκουσα ύπαρξή μας. Φαινομενικά, η απώτερη βεβαιότητα του θανάτου έρχεται πρώτη γιατί αυτό το θάνατο αντικρίζουμε καθημερινά. Όταν όμως προσεγγίζουμε τον επικείμενο θάνατό μας ως ένσαρκα όντα, καταλαμβανόμαστε από διάφορα συναισθήματα τα οποία μας δοκιμάζουν. Αν η εμβίωση ορισμένων καταστάσεων αποτελεί βεβαιότητα της χρονικότητάς μας, η διακοπή αυτής της προσωπικής ιστορίας μας θέτει στα χείλη το ερώτημα του τέλους, του ιστορικού τουλάχιστον τέλους της προσωπικής μας ζωής. «Δεν θα υπάρχουμε», ψιθυρίζουμε και αμέσως χανόμαστε στην αοριστία της στιγμής. «Υπάρχει επιβίωση; Δεν υπάρχει; Μηδενιζόμαστε; κ.ο.κ. Αυτές τις στιγμές παραλύει κάθε βεβαιότητα σχετική με την αμεσότητά μας και με τις άλλες έννοιες τις οποίες επεξεργαστήκαμε, γιατί μόνη βεβαιότητα είναι η βεβαιότητα του θανάτου. Διαπιστώνουμε έτσι πως οι παλιές αποδείξεις για την αθανασία της ψυχής είναι ανίσχυρες, αμφίβολες και απρόσωπες. Η αιχμή του προσωπικού φαίνεται οξύτερη και διαπερνάει αμείλικτα το είναι μας: μας παραλύει και εγείρει ταυτόχρονα εκείνο το βαθύτατο άγχος που μας ακροπελαγίζει στην ανυπαρξία. Ωστόσο, κανένας δε μπορεί να νιώσει την ανυπαρξία πριν απ' τον προσωπικό του θάνατο. Και ο Heidegger ακόμη όταν κάνει λόγο για το «Είναι-προς-θάνατον» εννοεί το είναι του όντος στη γενικότητά του. Δεν εγγίζει το ρίγος του προσωπικού θανάτου, την αιχμή αυτής της τραγικής αλήθειας. Ένα βιολογικό κατά τα φαινόμενα γεγονός αποδεικνύεται κατεξοχήν τραγικό, αφού ανατινάζει τη χρονικότητα της προσωπικής συνείδησης. Τα ζώα, στο κατώφλι της αντίληψης, εγγίζουν το θάνατο ακροθιγώς, δοκιμάζονται αφετηριακά, μα ξεχνούν ή αδιαφορούν σχεδόν αμέσως.
Αν εξετάσουμε τις περιπτώσεις θανάτου παιδιών, γονέων, αγαπημένων προσώπων ή φίλων, θα διαπιστώσουμε πως και σε αυτές τις περιπτώσεις η τραγικότητα προσεγγίζει τον προσωπικό θάνατο, σε τρόπο που μας είναι αδύνατο να ικανοποιηθούμε με τη βιολογική και μόνο ερμηνεία. Η προσωπική συνείδηση πλήττεται προσωπικά μεν με το άγχος, την αγωνία και το υπαρξιακό ρίγος, καθώς σκέπτεται τον προσωπικό της θάνατο, αλλά, παράλληλα, δοκιμάζεται από ψυχικό άλγος και οδύνη, όταν θρηνεί θάνατο αγαπημένου προσώπου (οι περιπτώσεις της πατρότητας και της μητρότητας είναι χαρακτηριστικότατες). Θα πείτε πως ο ψυχισμός μας δένεται τόσο πολύ με τη βιολογική μας υπόσταση που αδυνατούμε να συμβιβασθούμε με την ιδέα της εκμηδένισής μας ή με την απώλεια ενός αγαπημένου μας προσώπου. Και βέβαια υπάρχει λεπτή σχέση ανάμεσα στο βιολογικό και στο πνευματικό. Θα λέγαμε πως υπάρχει ενότητα η οποία διαλύεται με το θάνατο. Μέχρι το παρόν στάδιο των προβληματισμών μας όμως το είναι του θανάτου δεν έχει προσεγγισθεί ακόμη. Είναι βέβαια το άγχος και η αγωνία, ο πόνος και η οδύνη ισχυρές δοκιμασίες, αλλά για να φανεί το μήνυμά μας οφείλουμε να τις αποφλοιώσουμε απ' τα συναισθηματικά, εγωκεντρικά και ωφελιμιστικά τους στρώματα.
Ο μεν θάνατος των αγαπημένων προσώπων συνδέεται περισσότερο με την αγάπη και γι αυτό θα εξετασθεί στο επόμενο κεφάλαιο. Ο προσωπικός μας θάνατος όμως έχει ανάγκη από οντολογική εμβάθυνση την οποία θα προσεγγίσουμε αν μεταθέσουμε το πρόβλημα και το δούμε απ' τη δεύτερη όψη του, αν δηλαδή συλλάβουμε τους εαυτούς μας όχι απλά ως θνητά όντα αλλά ως θνήσκοντα όντα. Το είδαμε: είμαστε θνήσκοντα όντα και αυτή η πραγματικότητα θα μας σφραγίζει για πάντα.
Ταυτόχρονα όμως συμβαίνει και κάτι το εξίσου σημαντικό. Η θνήσκουσα κατάστασή μας παράγει το χρόνο μας, τη συγκεκριμένη χρονικότητά μας, κατά τρόπου που ο επισυμβαίνων θάνατός μας παράγει την ιστορία μας, τη συνειδητή μας σχέση με τον κόσμο. Το είναι του θανάτου μας είναι το είναι της χρονικότητάς μας. Ήδη αναλύσαμε το είναι είναι της χρονικότητάς μας και διαπιστώσαμε πως ενέχει ένα φθαρτό αλλά μεταστατό, αφού ο υλικός κόσμος υφίσταται αέναες μεταστάσεις. Οριακά όμως αυτές οι μεταστάσεις επιφέρουν το θάνατο του ιστορικά συνειδητού προσώπου.
Παράλληλα όμως η ένσαρκη ύπαρξή μας κομίζει το στοιχείο της αμεσότητας, την αρνητική μας αμεσότητα η οποία, με την εμπειρία, θα εκφρασθεί ως πρόσωπο. Το πρόβλημα επομένως συνίσταται στο αν η αρνητική μας αμεσότητα η οποία είναι άρρηκτα δεμένη με την ένσαρκη ύπαρξή μας μετέχει στο θνήσκοντα χαρακτήρα των υπολοίπων συνθετουσών του προσώπου. Αν ναι, ο άνθρωπος είναι τελεσίδικα θνήσκον ον το οποίο χάνεται και καταστρέφεται εξαιτίας της βιολογικής του σύνθεσης. Η αμεσότητά του θνήσκει και μαζί της όλη η ένσαρκη ύπαρξη. Τίποτε όμως δε μας βεβαιώνει ως προς την αλήθεια του παραπάνω συλλογισμού, δεδομένου ότι δεν έχουμε προσωπική εμπειρία του οριστικού μας θανάτου. Μπορούμε όμως να εμβαθύνουμε όσο μας είναι δυνατό στο είναι της θνήσκουσας κατάστασής μας, στο είναι της χρονικότητάς μας το οποίο όμως μας παραπέμπει σταθερά στο είναι της αμεσότητάς μας. Πάλι όμως προβάλλει μπροστά μας με την αμείλικτη αμεσότητά του ο χώρος και οι ιδιότητές του, το αειδές, το άχρονο, το ομογενές. Η έγχρονη συνείδηση τέμνεται κάθετα απ' το χώρο στον οποίο διαχέεται η αμεσότητά μας, το αμείωτο είναι μας δηλαδή. Έχουμε ήδη τονίσει πως το είναι της αμεσότητας μας είναι κατ' ουσίαν άρρητο, πως δεν εκφράζεται, παρά την επικουρία των ιδιοτήτων του χώρου. Η στιγμή του, η οριακή του χρονικότητα, είναι άτμητη και ταυτόχρονα εμπεριλαμβάνει το χώρο στην απολυτότητά του. Τι συμβαίνει; Όσο προσπαθούμε να εισέλθουμε στο είναι της στιγμής, σε ό,τι φαίνεται πως φυγαδεύει το θάνατο, αφού έχει κάποια άχρονη διάσταση και άμετρο περιεχόμενο, τόσο ζούμε το απερινόητο, το ανόριο, το ατελεύτητο. Συλλαμβάνουμε την αμεσότητά μας έξω από κάθε όριο, ως απόλυτη συνέχεια που απλώνεται άπειρα χωρίς την επικουρία των επί μέρους μεγεθών. Νιώθουμε πως είμαστε ολότητες. Η έννοια της ολότητας όμως δεν έχει ούτε αρχή, ούτε μέσο, ούτε τέλος, ούτε σχήμα, ούτε χρόνο. Στο μέτρο μάλιστα που προσπαθούμε να ελέγξουμε λογικά αυτή την κατάσταση περιπίπτουμε σε αντιφάσεις, γιατί καταφεύγουμε σε πεπερασμένα μεγέθη, σε εμπειρικές κατηγορίες οι οποίες έχουν θνήσκοντα χαρακτήρα.
Μήπως επομένως, το είναι της στιγμής που στηθοσκοπεί την αμεσότητά μας είναι η απ' την εσώτατη φύση μας σύλληψη της ιδέας του απείρου, όπως διατεινόταν με τον τρόπο του ο Descartes και άλλοι φιλόσοφοι; Ιδέα του απείρου δεν είναι η ίδια η φύση του απείρου αλλά τα ιδιώματά του τα οποία όμως δε νοούνται χωρίς τη χρονικότητα και το λόγο. Το σκοτεινό όμως έρεβος της άμεσης στιγμής δεν έχει ιδιώματα, δεν εκφράζεται, και το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι πως συναιρεί τις ιδιότητες του χώρου οι οποίες συνιστούν αρνητική εμπειρία, άμεση δηλαδή αντιληπτική επαγωγή χωρίς την προηγούμενη μαθητεία στα έκτατά μεγέθη.
Μήπως αυτή η κατάσταση είναι ο σπινοζικός θεός που συναιρεί χώρο και σκέψη σε ενότητα; Αν ναι, Θεός είναι η εξωτερικότητα και πάραυτα το είναι μας μετέχει στη φύση του θείου, με άμεση συνέπεια την αθανασία. Έτσι θα απαλλασσόμασταν για πάντα απ' την απόσταση ανάμεσα στο εγκόσμιο και στο υπερβατικό και θα ήμασταν σίγουροι ως προς την απρόσωπη αλλά αδιάψευστη αθανασία. Ωστόσο, αποδοχή του πανθεϊσμού θα πολλαπλασίαζε τα προβλήματα. Πως είναι δυνατό λ.χ. να ταυτίσουμε το είναι της αμεσότητάς μας με το χώρο, όταν ο τελευταίος είναι κάτι το διαφορετικό, το κάτοπτρο επιφανείας της το οποίο της πορίζει τις κατηγορίες του για να αυτοσυλληφθεί ως πληρωματική κενότητα; Ο χώρος δε ζει καταστάσεις τις οποίες ζούμε εμείς όταν εμβαθύνουμε στο είναι της στιγμής μας. Βέβαια, αυτές οι καταστάσεις είναι αρνητικές, αποφατικές και επομένως παρθενικές, αλλά αιχμαλωτισμένες στο χώρο, όσο κι αν ο τελευταίος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Ο χώρος είναι άπειρος (α-πείρα) αλλά όχι άπειρος ως απόλυτος καθόσον εμπεριέχει τα εκτατά και διαστατά μεγέθη, χωρίς ωστόσο να μετέχει στις ιδιότητές τους. Κάπου όμως συναντιέται με τα διαστατά μεγέθη και αυτό φαίνεται στην ανθρώπινη ενόραση. Με την ενόραση κοινωνούμε άμεσα με το χώρο (αντίληψη) και με το αισθητό (αίσθηση), με το εκτατό δηλαδή και με το διαστατό.
Το είναι της αμεσότητάς μας δεν είναι επομένως ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος, παρόλο που εκφράζεται με αυτές τις έννοιες άμεσα και έμμεσα, αντίστοιχα. Για μια ακόμη φορά αναρωτιόμαστε ως προς την ταυτότητά του, γιατί οι αρνητικές διαπιστώσεις δεν ικανοποιούν και γιατί η απάντηση συνιστά οπωσδήποτε οντολογία του θανάτου.
Πριν προχωρήσουμε, πρέπει να επισημάνουμε μια παραδοξότητα. Λέμε πως ο χώρος δεν έχει σχήμα (αειδής), αλλά, όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη σχήμα, τη δανειζόμαστε απ' την εμπειρία μας, απ' τις μορφές του αισθητού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες ιδιότητες του χώρου. Αυτό σημαίνει πως ορίζουμε τις ιδιότητες του χώρου εκκινώντας απ' την εμπειρία μας, απ' τα πεπερασμένα μεγέθη. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια παράδοξη αλήθεια. Κάθε αρνητικός ορισμός προϋποθέτει τη θετικότητα και αντίστροφα. Το μέρος δεν ορίζεται χωρίς την προϋπόθεση του όλου. Το αδιάστατο δεν είναι δυνατό χωρίς την παρουσία του διαστατού, αλλά και το διαστατό είναι αδιανόητο χωρίς το αδιάστατο. Γι αυτό ούτε ο χώρος ούτε τα αισθητά είναι δυνατό να αποτελούν απόλυτες πραγματικότητες.
Έχουμε έτσι το δικαίωμα να υποστηρίξουμε πως ο χώρος και τα αισθητά είναι κάτοπτρα επιφάνειας και διαφάνειας του είναι της αμεσότητας το οποίο, ας προσέξουμε, επιφαίνεται εγκλωβισμένο στο χωρόχρονο. Είναι άλλη πραγματικότητα, μηδενική, αρνητική, ετέρα, ως προς το χώρο και ως προς τα αισθητά. Επιφαίνεται όμως διαμέσου των κατηγορημάτων τους.

Πως όμως; Ως άχρονο, αειδές κ.λπ. Διαμέσου του χώρου και ως χρονιζόμενη ύπαρξη διαμέσου των αισθητών; Το είναι της αμεσότητάς μας επομένως είναι έτερο ως προς το χώρο και ως προς το χρόνο, παρόλο που χωρείται και χρονίζεται, παρόλο που ορίζεται χωροχρονικά. Μήπως όμως ο χωρόχρονος είναι ο τρόπος φανέρωσης του απόλυτου Είναι; Παρόμοια ερώτηση είναι πολύ ενδιαφέρουσα αλλά ξεφεύγει απ' τα πλαίσια της προβληματικής μας, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται σε τούτο το κεφάλαιο.
Είναι όμως καιρός να επανέλθουμε στο είναι της αμεσότητάς μας και μάλιστα στη σχέση του με το θάνατο, στην οντολγία του θανάτου. Υπόκειται το είναι της αμεσότητάς μας στη φθορά και στο θάνατο. Είναι βέβαιο πως η έγχρονη κατάστασή μας είναι θνήσκουσα. Είναι επίσης φανερό πως η συνειδητή μας ζωή, πέρα απ' τη σωματικότητά μας, απειλείται με το θάνατο, αφού οι κτήσεις της, τα αποκτήματά της, είναι έγχρονα. Απογυμνωμένη η αρνητική μας αμεσότητα απ' τις έγχρονες ενδύσεις της, δε χωρείται στο χρόνο, δε χρονίζεται στο χώρο, γίνεται απόλυτη στιγμή, τόπος ακοινοποίητων καταστάσεων οι οποίες δε μπορούν να χαρακτηρισθούν βιώματα, αφού δεν υπάρχει πια εμπειρία. Πρόκειται για παρθενική απαρχή, για το μυστικό στοιχείο του ανθρώπινου είναι το οποίο δεν είναι δυνατό να προσεγγίσει καμιά εμπειρία. Συνιστά εγκλωβισμένη ολότητα η οποία εκρήγνυται στη στιγμή στην οποία ταυτίζονται οριακά τα ενάντια και τα διάφορα. Η «σοφή άγνοια» της στιγμής, του είναι της χρονικότητας, είναι αποφατική και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί θάνατος κάθε θετικότητας, απρόσιτη πραγματικότητα η οποία είναι πλήρωμα της θετικότητας, αφού αποτελεί την προϋπόθεση κάθε χωροχρονικού ανοίγματος. Οι διαλεκτικοί μας λένε πως ο θάνατος και η ζωή ταυτίζονται ή ακριβέστερα , αλληλοαναιρούνται σε μια υπέρτερη πραγματικότητα που δεν ορίζεται. Πρόκειται για το απόλυτο.
Μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το είναι της αμεσότητας, το αρνητικό ως προς κάθε εμπειρία μας, είναι η κατεξοχήν Ζωή και τροφοδοτεί τον έγχρονο θάνατό μας, το θάνατό μας ως θνητών όντων, χωρίς να αναλώνεται απ' αυτόν; Αν είναι έτσι, ο έγχρονος βίος μας, ως μαρτυρία του θνήσκοντος όντος, της θνήσκουσας ένσαρκης ύπαρξής μας, συνιστά αύξηση στη ζωή, παιδαγωγία διαμέσου των εμπειριών της φθοράς προς την αφθαρσία, προς την απόλυτη Ζωή. Οι παραπάνω σκέψεις μας οδηγούν σε έναν ευρύτερο προβληματισμό κατά τον οποίο ο θάνατος καθεαυτός είναι ασύλληπτος και αδιανόητος, αφού δεν είναι δυνατό να συλληφθεί απ' την αμεσότητά μας. Η αμεσότητά μας όμως δεν αφανίζεται κατά την ιστορική μας πορεία, κατά την έγχρονη βιωτή μας, αλλά τρέφει τον λογισμό μας, καθίσταται εμμεσοποιημένη αμεσότητα, πρόσωπο. Το πρόσωπο όμως έχει πολλά χθόνια στοιχεία, τις έννοιες και τις κατηγορίες τις οποίες πορίζεται απ' την κοινωνία του με το αισθητό. Αυτή η διάσταση του προσώπου είναι η θνήσκουσα διάστασή μας η οποία όμως δεν είναι αποκλειστικά θνήσκουσα. Ενέχει και την αμεσότητα, είναι χρονικότητα που κοσμείται με τη συνέχεια της στιγμής. Ο χρόνος είναι διαστιγμή και όχι σύνολο στιγμών.
Το πρόβλημα επομένως συνίσταται στο αν ο έγχρονος βίος ως θνήσκων είναι το άρμα της ζωής, αν δηλαδή κατά βάθος η οντολογία του θανάτου είναι και οντολογία της Ζωής, της απρόσβλητης αμεσότητάς μας.

Δεν απαιτείται να επικληθούμε παραψυχολογικά φαινόμενα, ούτε μαρτυρίες ανθρώπων που συνήλθαν μετά καθολική σχεδόν απώλεια των αισθήσεών τους για να επιψαύσουμε το μυστικό του θανάτου. Ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφική δεοντολογία μας το επιτρέπουν.
Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει, γιατί όσα προηγούνται δεν αποτελούν επαρκή και ικανοποιητική οντολογία του θανάτου. Κανένας δεν είναι σε θέση να αποδείξει πως η αμεσότητά μας είναι φθαρτή και πως αφανίζεται με το σωματικό μας θάνατο. Ούτε υπάρχει βεβαιότητα ως προς την επιβίωσή μας, καθόσον όλα τα επιχειρήματα προβάλλονται εκ του ασφαλούς, πριν δηλαδή τον οριστικό μας θάνατο.
Παρόλα αυτά, μπορούμε να εισχωρήσουμε στην οντολογική θεώρηση του θανάτου. Είπαμε πως είμαστε θνήσκοντα όντα. Σε τι συνίσταται όμως το θνητό της φύσης μας; Είδαμε πως η στιγμή ως συστατική και αμείωτη μονάδα της χρονικότητάς μας ενέχει την ανέκφραση αμεσότητά μας η οποία δεν τέμνεται. Η χρονικότητα επομένως δεν είναι σύνολο στιγμών, ούτε τμητό μέγεθος την έκταση του οποίου θα μπορούσαμε να ορίσουμε. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την αμεσότητά μας η οποία εκφράζεται ακριβώς με τη στιγμή. Η στιγμή και η αμεσότητα συμπίπτουν, ενέχοντας και την αδιάστατη διάσταση του χώρου, εκφράζουν την άπεφθη ολότητα η οποία όμως δε νοείται χωρίς τα εκτατά και διαστατά μεγέθη. Βέβαια, με τον όρο ολότητα εννοούμε το απερίτμητο και ανέκφραστο στοιχείο μας, το μυστικό, αλλά ταυτόχρονα διαπιστώνουμε πως αυτό το άρρητο στοιχείο δε μπορεί να νοηθεί χωρίς το χωρόχρονο, όπως ακριβώς και η στιγμή. Είναι εγκλωβισμένο στο χωρόχρονο, πορίζεται τις ιδιότητες του χώρου, κοινωνεί διαμέσου της σωματικότητάς μας με τα αισθητά και παράγει τη χρονικότητα. Συνεχόμενο στη χρονικότητα προσωποποιείται ως ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά παραμένει αδήριτη παρουσία. Η χρονικότητα αποκαλύπτει τη φθίνουσα και θνήσκουσα ύπαρξή μας, αλλά αυτή η αποκάλυψη της θνήσκουσας προσωπικότητάς μας είναι ταυτόχρονα και φανέρωση της άπεφθης ουσίας μας, είναι φανέρωση της ζωής. Ο θάνατος, ο καθημερινός και διαρκής θάνατός μας ως έγχρονων όντων είναι ταυτόχρονα και μαρτυρία ζωής.
Μήπως όμως η ζωή επικαλύπτει το θάνατο; Μήπως η στιγμή ακυρώνει οντολογικά τη χρονικότητα; Στα κρίσιμα ερωτήματα οφείλει να απαντήσει το είναι της στιγμής στο οποίο προσφεύγουμε συνεχώς, παρά το ότι αδυνατούμε να ορίσουμε. Αν όμως το συσχετίσουμε με τον έγχρονο βίο μας, με την χρονικότητά μας, θα δούμε πως όλες οι κατηγορίες και οι έννοιες τις οποίες ποριζόμαστε απ' το αισθητό αδυνατούν να νοηθούν χωρίς την ολότητα της αμεσότητας. Διαχέονται απόλυτα στην αμεσότητά μας και αναπροβάλλουν στην πραγματική τους διάσταση. Οι αισθητές ουσίες λ.χ. συνιστούν επί μέρους ολότητες οι οποίες είναι συλληπτές εξαιτίας της χωρικής ολότητας. Οι ιδιότητές τους, επίσης, όπως η συνέχεια, το σχήμα, η μορφή, κ.ο.κ. είναι συλληπτές εξαιτίας της αμεσότητας της αίσθησης και του χώρου. Γίνονται όμως συγκεκριμένες έννοιες στη σκέψη μας επειδή ακριβώς νοούνται απ' την αμεσότητά μας, αποτελώντας έτσι το ρητό περιεχόμενο της συνείδησής μας. Όλες επομένως οι έννοιες, για να συλληφθούν στη συγκεκριμένη τους διάσταση, προϋποθέτουν την ολότητα της άμεσης νόησης, την αμεσότητά μας δηλαδή η οποία εκφράζεται ως στιγμή. Χρονικότητα επομένως είναι η εμπειρία της διακοινωνίας ανάμεσα στην αίσθηση, στην αμεσότητά μας και στη νόηση, που καθίσταται λογισμός. Η αίσθηση παράγει το φυσικό χρόνο ο οποίος συλλαμβάνεται συνειδητά ως χρονικότητα διαμέσου της νόησης – λογισμού. Συνιστούν αναμφισβήτητα το θνήσκον στοιχείο της ένσαρκης παρουσίας μας. Η αμεσότητά μας επομένως αποτελεί το δήριτο στοιχείο το οποίο δε θνήσκει στα πλαίσια της θνήσκουσας ένσαρκης παρουσίας. Δε θνήσκει, γιατί αδυνατούμε να τη συλλάβουμε ως θνήσκουσα. Αντίθετα, απ' αυτήν εκπορεύονται όλες οι έννοιες και, το σημαντικότερο, η εμπειρία της ζωής μας με τα ποικίλα βιώματα.
Η θνήσκουσα συνείδηση αποκαλύπτει την αμεσότητα ως ζωή, ως άρρηκτη όμως ζωή, η οποία περιχωρείται με το θάνατο. Ο θάνατος όμως επιφέρει την καταστροφή της προσωπικής χρονικότητας. Ήδη καλούμαστε να εμβαθύνουμε σε αυτή την αλήθεια.


ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΕΚΟΔΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ 1988

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ριχάρδος ο Δεύτερος Ε' Σκηνή Δ' Πράξη – William Shakespeare



Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,
και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι
' από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρήσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να
'ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν
' έτσι δύσκολο να 'ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ
' αδύνατα αυτά νύχια
ν
' ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα ‘ναι κι οι τελευταίοι.
Σαν τους άθλιους αλήτες που δεμένοι στο στύλο,
αποξεχνούνε τη ντροπή τους
με τη σκέψη πώς κι άλλοι έχουν σταθεί
στον ίδιο στύλο όπως αυτοί
και βρίσκουν σ
' αυτόν το στοχασμό κάποια ανακούφιση,
βαστώντας τη δική τους δυστυχία
με τις πλάτες εκείνων
που υποφέρανε το ίδιο πριν απ
' αυτούς.
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα
και ούτ
' ένα απ' τα πολλά ευχαριστημένο.
Καμιά φορά είμαι βασιλιάς, και τότε
ή προδοσία με κάνει να ποθώ
τη ζωή του ζητιάνου.
Γίνομαι ζητιάνος,
Κι η ανυπόφορη στέρηση με πείθει
πως πιο καλά ήμουν βασιλιάς.
Και να: ξαναφορώ το στέμμα.
Μα σε λίγο,
θυμάμαι πώς μου το ‘χει πάρει ο Μπόλιμπροκ,
κι ευθύς δεν είμαι τίποτα.
Όμως ό,τι κι αν είμαι,
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι.