Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Τα Πλοία – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Από την Φαντασίαν έως εις το Χαρτί. Είναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα. Η απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε διά τα πλοία τα οποία το επιχειρούν.
Η πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Εις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν. Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίσει οπίσω το πλοίον και να παραλάβει πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθεί το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Αι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ’ όχι μακροχρονίου διαρκείας. Αι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Είναι πολύ σπάνιον έν πλοίον επανερχόμενον να εύρει τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.
Μία άλλη ζημία προέρχεται εκ της χωρητικότητος των πλοίων. Αναχωρούν από τους λιμένας των ευμαρών ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν ευρεθούν εις την ανοικτήν θάλασσαν αναγκάζονται να ρίψουν έν μέρος εκ του φορτίου διά να σώσουν το όλον. Ούτως ώστε ουδέν σχεδόν πλοίον κατορθώνει να φέρει ακεραίους τους θησαυρούς όσους παρέλαβε. Τα απορριπτόμενα είναι βεβαίως τα ολιγοτέρας αξίας είδη, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύται, εν τη μεγάλη των βία, να κάμνουν λάθη και να ρίπτουν εις την θάλασσαν πολύτιμα αντικείμενα.
Άμα δε τη αφίξει εις τον λευκόν χάρτινον λιμένα απαιτούνται νέαι θυσίαι πάλιν. Έρχονται οι αξιωματούχοι του τελωνείου και εξετάζουν έν είδος και σκέπτονται εάν πρέπει να επιτρέψουν την εκφόρτωσιν· αρνούνται να αφήσουν έν άλλο είδος να αποβιβασθεί· και έκ τινων πραγματειών μόνον μικράν ποσότητα παραδέχονται. Έχει ο τόπος τους νόμους του. Όλα τα εμπορεύματα δεν έχουν ελευθέραν είσοδον και αυστηρώς απαγορεύεται το λαθρεμπόριον. Η εισαγωγή των οίνων εμποδίζεται, διότι αι ήπειροι από τας οποίας έρχονται τα πλοία κάμνουν οίνους και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία αναπτύσσει και ωριμάζει γενναιοτέρα θερμοκρασία. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου. Είναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα δι’ όλας τας κεφαλάς. Εξάλλου υπάρχει μία εταιρεία εις τον τόπον, η οποία έχει το μονοπώλιον των οίνων. Κατασκευάζει υγρά έχοντα το χρώμα του κρασιού και την γεύσιν του νερού, και ημπορείς να πίνεις όλην την ημέραν από αυτά χωρίς να ζαλισθείς διόλου. Είναι εταιρεία παλαιά. Χαίρει μεγάλην υπόληψιν, και αι μετοχαί της είναι πάντοτε υπερτιμημέναι.
Αλλά πάλιν ας είμεθα ευχαριστημένοι όταν τα πλοία εμβαίνουν εις τον λιμένα, ας είναι και με όλας αυτάς τας θυσίας. Διότι τέλος πάντων με αγρυπνίαν και πολλήν φροντίδα περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων ή ριπτομένων σκευών κατά την διάρκειαν του ταξιδίου. Επίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν τυραννικοί κατά πολλά αλλ’ όχι και όλως αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του φορτίου αποβιβάζεται. Οι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι αλάνθαστοι, και διάφορα από τα εμποδισμένα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί οίνοι διά τα εκλεκτά συμπόσια.
Θλιβερόν, θλιβερόν είναι άλλο πράγμα. Είναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και ιστούς εξ εβένου, με αναπεπταμένας μεγάλας σημαίας λευκάς και ερυθράς, γεμάτα με θησαυρούς, τα οποία ούτε πλησιάζουν καν εις τον λιμένα είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν είναι απηγορευμένα, είτε διότι δεν έχει ο λιμήν αρκετόν βάθος διά να τα δεχθεί. Και εξακολουθούν τον δρόμον των. Ούριος άνεμος πνέει επί των μεταξωτών των ιστίων, ο ήλιος υαλίζει την δόξαν της χρυσής των πρώρας, και απομακρύνονται ηρέμως και μεγαλοπρεπώς, απομακρύνονται διά παντός από ημάς και από τον στενόχωρον λιμένα μας.
Ευτυχώς είναι πολύ σπάνια αυτά τα πλοία. Μόλις δύο, τρία βλέπομεν καθ’ όλον μας τον βίον. Τα λησμονώμεν δε ογρήγορα. Όσο λαμπρά ήτο η οπτασία, τόσο ταχεία είναι η λήθη της. Και αφού περάσουν μερικά έτη, εάν καμίαν ημέραν — ενώ καθήμεθα αδρανώς βλέποντες το φως ή ακούοντες την σιωπήν — τυχαίως επανέλθουν εις την νοεράν μας ακοήν στροφαί τινες ενθουσιώδεις, δεν τας αναγνωρίζομεν κατ’ αρχάς και τυραννώμεν την μνήμην μας διά να ενθυμηθώμεν πού ηκούσαμεν αυτάς πριν. Μετά πολλού κόπου εξυπνάται η παλαιά ανάμνησις και ενθυμώμεθα ότι αι στροφαί αύται είναι από το άσμα το οποίον έψαλλον οι ναύται, ωραίοι ως ήρωες της Ιλιάδος, όταν επερνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και επροχώρουν πηγαίνοντα — τίς ηξεύρει πού.
[1895 – 1896;]
 

 

Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

Το κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν – Κ. Π. Καβάφης



Η καλώς διωργανισμένη και πλουσία έκθεσις κοραλλίων κοκκινοχρόων, μελάνων και λευκών ήτις τω 1883 εφείλκυσε την προσοχήν των κατοίκων του Λονδίνου, παρεκίνησε τους ειδήμονας να δημοσιεύσωσι κριτικάς τής εκθέσεως περιγραφάς εν ταις εφημερίσιν – εν αις κυρίως επαινείτο η συλλογή τής Λαίδης Βραίσσεϊ – και εκτενείς διατριβάς επί της φύσεως του κοραλλίου. Ολίγιστοι όμως των ειδημόνων τούτων εφαίνοντο γιγνώσκοντες ότι το κοράλλιον εκτός τής αξίας αυτού ως λίθος σπάνιος και πολύτιμος, έχει και ετέραν αξίαν, μυθολογικήν· συμπέρασμα σαφώς αποδειχθέν υπό του γνωστού Γουσταύου Οππέρτ εν τω επί του Τευτονικού «Γράαλ» έργω αυτού, εις ο παραπέμπω τον αναγνώστην. 
Πρώτος ο Οβίδιος, εν ταις Μεταμορφώσεσι, διηγείται ότι του Περσέως φονεύσαντος την Μέδουσαν το επί της όχθης ρεύσαν αυτής αίμα εσχημάτισε κοράλλιον κατέχον αρετάς θεραπευτικάς. Θεραπευτικαί ιδιότητες επίσης αποδίδονται των κοραλλίω εν τω Ορφικώ ποιήματι των επιγραφομένω «Λιθική»· ως και εν μεταγενεστέρα «Λιθική», συνταχθείση περί τα 1100 μ.Χ. υπό Μαρβοδίου, επισκόπου Ρεννών, εν η φημίζεται ο πολύτιμος ούτος λίθος ως πανάκειον αποδεδειγμένης αξίας.
Ο μέγας άραψ φυσιολόγος Αβικέννης, ο περί τα 1000 μ.Χ. ακμάσας, μετεχειρίζετο το κοράλλιον εν ταις ιατρικαίς αυτού συνταγαις· και εν τω «Κατόπτρω της Φύσεως» (Speculum naturale), εκδοθέντι εν Στρασβούργω τω 1473, αφού επαναλαμβάνωνται τα υπό του Οβιδίου, Ορφικού ποιητού, και Μαρβοδίου λεγόμενα, μανθάνομεν ότι το κοράλλιον έχει την ιδιότητα τού αποδιώκειν τα απαίσια πνεύματα, διότι αι διακλαδώσεις αυτού σχηματίζουσι συχνάκις σταυρόν:

Quia fequenta parvoram ejus extensio modum crucis habet.

Δυτικός τις συγγραφεύς τού Μεσαιώνος – αγνοών, ως φαίνεται, την παραγωγήν τής λέξεως «κοράλλιον» εκ του ελληνικού ρήματος «κορέω» (στολίζω) και «αλς» (θάλασσα) – υποστηρίζει τας υπερφυσικάς αρετάς τού λίθου δι’ ιδιαιτέρας ετυμολογίας τής ονομασίας αυτού καθ’ ην πηγάζει εκ του λατινικού ουσιαστικού «cor» και του ρήματος «alere», άπερ δηλούσιν: η τροφή της καρδίας:

Qvaeritur, unde suum sint maeta coralia nomen!
Nempe quod his hominis cor aluisse datum.

Έτεροι ύμνουν την θεραπευτικήν επιρροήν ην ο λίθος ούτος εξήσκει επί των ασθενειών τού στομάχου, της αιμορραγίας, της οφθαλμίας, και του σεληνιασμού· αν και κατά τον αρχιεπίσκοπον Κύπρου Επιφάνιον τα τελευταία δύο νοσήματα ιατρεύοντο ου μόνον υπό του κοραλλίου, αλλά και υπό του τοπαζίου και ιάσπεως.
Παλαιός Γερμανός ποιητής περιορίζει την θεραπευτικήν ενέργειαν τού κοραλλίου εις τας εν παρθενία βιωσάσας γυναίκας· προσθέτει δε ότι έχει την ιδιότητα του αυξάνειν την ρώμην τών ανδρών. Τέλος, λατινικόν σύγγραμμα επιγραφόμενον «Μεταλλικόν Μουσείον» ρητώς λέγον ότι «το κοράλλιον αντιπροσωπεύει το αίμα του Χριστού» αποδίδει αυτώ πάσαν θεραπευτικήν και προφυλακτικήν δύναμιν.
Εν τη «Καταιγίδι» τού Σακεσπήρου το πνεύμα Αριήλ, εν στροφαίς πολλής λυρικής ωραιότητος, βεβαιοί τον Φερδινάνδον ότι ο πατήρ του επνίγη και ότι βυθισθέντος του σώματός του εις τα βάθη τής θαλάσσης τα οστά του μετατράπησαν εις κοράλλιον:

Of his bones is coral made

Παρά τισι μωαμεθανικοίς λαοίς τής μεσημβρινής Ρωσίας επικρατεί το έθος τού ενταφιάζειν τούς αποθανόντας συν ικανή ποσότητι κοραλλίου.

(Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Κωνσταντινούπολις» το 1886)

Κ. Π. Καβάφη
Άπαντα Ποιήματα και Πεζά
Εκδόσεις Πάπυρος 1995


Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Ο ΣΑΚΕΣΠΗΡΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ – Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Eκτιμώ περισσότερον τας παρατηρήσεις των μεγάλων ανδρών παρά τα συμπεράσματά των. Oι μεγαλοφυείς νόες παρατηρούσι μετ’ ακριβείας και ασφαλείας· όταν δε μας εκθέσωσι τα υπέρ και τα κατά ενός ζητήματος δυνάμεθα ημείς να ποιήσωμεν το συμπέρασμα. Διατί όχι αυτοί; θα με ερωτήσωσιν. Aπλώς διότι δεν έχω πολλήν πεποίθησιν περί της απολύτου αξίας ενός συμπεράσματος. Aπό τα αυτά διδόμενα εγώ σχηματίζω τοιαύτην κρίσιν και άλλος άλλην· είναι δε δυνατόν να ήναι αμφότεραι εναντίαι και αμφότεραι ορθαί καθ’ όσον αφορά έκαστον άτομον, διότι υπαγορεύονται υπό των ιδιαιτέρων μας περιστάσεων και ιδιοσυγκρασιών ή συμμορφούνται προς αυτάς.
Δεν εννοώ με αυτά να καταστήσω τους συγγραφείς αναποφασίστους όλως διόλου. Tο τοιούτο θα ήτο υπερβολή. Θέλω μόνον να είπω ότι δεν αγαπώ την υπερβολικήν δογματικότητα.
Tα άνω έγραψα ως εισήγησιν ωραιοτάτων στίχων του Σακεσπήρου περί ζωής, ους ανέγνωσα προ ολίγων ημερών και εν οις ο συγγραφεύς μάς λέγει πολλά χωρίς οριστικώς να μας επιβάλλη τι.
Eν τω δράματι Measure for Measure, ο Kλαύδιος, Bιενναίος ευπατρίδης, είναι καταδικασμένος εις θάνατον, ιερομόναχος δέ τις (ο οποίος είναι αυτός ο δουξ της Bιέννης μετημφιεσμένος) ζητεί να τον παρηγορήση παριστών το μάταιον της ζωής:
ΔOYΞ (μετημφιεσμένος). Eλπίζεις έτι να σοι απονέμη χάριν ο Άγγελος;
(O Άγγελος είναι άρχων εις ον ο δουξ κατά την απουσίαν του ενεπιστεύθη την εξουσίαν.)
KΛAYΔIOΣ     Tο μόνον φάρμακον των δυστυχών
     είν’ η ελπίς. Eλπίζω όθεν έτι
     να ζήσω, κ’ είμαι έτοιμος διά
     τον θάνατον.
ΔOYΞ          Tον θάνατον μελέτα
     μόνον· και είτ’ αυτόν ή την ζωήν
     λάβης, αμφότερα θα σοι φανώσιν
     ηδύτερα. Tην πλανεράν ζωήν
     όπως σοι λέγω προσαγόρευσον.
     «Eάν σε χάσω θέλω χάσει τι,
     όπερ ζητούσι να φυλάξωσιν
     άφρονες μόνον. Eίσ’ αδύνατος
     πνοή (η δούλη των ελαφροτέρων
     μεταβολών της ατμοσφαίρας) ήτις
     την κατοικίαν εν η διαμένεις
     ως τύραννος ανηλεώς μαστίζεις.
     Eίσαι ο γέλως του θανάτου, ον
     πάσαι σου αι προσπάθειαι κ’ οι κόποι
     συντείνουν ν’ αποφύγης, κ’ εν τοσούτω
     πάντοτε τρέχεις προς απάντησίν του.
     Eυγένειαν δεν έχεις· άπασαι
     αι ιδιότητές σου θεραπείας
     τυγχάνουσιν από απόλυτον
     ευτέλειαν. Aνδρείαν δεν κατέχεις
     διότι ερπετού ποταπωτάτου
     τρέμεις το δηλητήριον. H μόνη
     ανάπαυσίς σου ην ακαταπαύστως
     ζητείς και προκαλείς είναι ο ύπνος,
     και εν τοσούτ’ ο θάνατος σ’ εμπνέει
     φόβον δεινόν ― ενώ δεν είναι άλλο
     ή το αυτό. Aτομικότητα
     δεν έχεις· συντηρείσ’ από μυρίας
     ύλας ας ο κονιορτός γεννά.
     Kαι θετική δεν είσαι, αλλαγάς
     λαμβάν’ η φυσιογνωμία σου
     με την σελήνην αλλοκότους. Πλούτον
     αν έχης, πάλιν πένης είσαι,
     διότι όπως όνος ου η ράχις
     κύπτει υπό χρυσού φορτίον μέγα
     φέρεις τους δυσκινήτους θησαυρούς σου
     μέχρι συντόμου διαστήματος
     και σ’ ελαφρώνει ο θάνατος. Oυδένα
     φίλον πιστόν ευρίσκεις· ως αυτά
     τα σπλάγχνα σου εισέτι άτινα
     πατέρα σ’ ονομάζουσι, το πλάσμα
     αυτού του σώματός σου, καταρώνται
     τον αδρανή κατάρρουν, την αργήν
     ποδάγραν διά την βραδύτητα
     μεθ’ ης σε τελειώνουν. Oύτε νέος,
     ούτε πρεσβύτης είσαι ― χαυνωμένος
     αμφότερ’ ονειρεύεσ’ ως εν ύπνω
     απογευματινώ. Διότ’ η φίλη
     νεότης σου παρέρχεται ταχέως
     κ’ εις το παραλυμένον γήρας φθάνεις.
     Eάν δε τότε είσαι πλούσιος
     και γέρων, ούτε ζωτικότητα
     έχεις, ουδέ αισθήματα, ουδέ
     ρώμην, ουδ’ ωραιότητα δι’ ων
     να ήν’ ευχάριστος ο πλούτος σου».
     Λοιπόν τι έχει αύτη η ζωή
     όπερ σ’ ελκύει έτι; Kαι εν τούτοις
     κρύπτει ακόμη η ζωή μυρίους
     θανάτους, τον δε θάνατον φοβείσαι
     όστις αυτούς άπαντας εξισοί.
 
O Kλαύδιος διά την στιγμήν φαίνεται παρηγορηθείς τελείως και απαντά:
     Tας ταπεινάς ευχαριστίας μου
     δεχθήτε. Tην ζωήν ζητών, ως βλέπω,
     θηρεύω θάνατον, κ’ εν τω θανάτω
     ζωήν ευρίσκω. Tο λοιπόν ελθέτω!
H παρηγορία όμως αύτη διαρκεί ολίγον. Mετά τινας στιγμάς παρουσιάζεται η αδελφή του Kλαυδίου Iσαβέλλα, ήτις τω λέγει ότι πρέπει να προετοιμασθή διά τον θάνατον, διότι αι παρά τω Διοικητή προσπάθειαί της απέβησαν μάταιαι, ή μάλλον αυτή τας θεωρεί ματαίας διότι προκρίνει μυρίους θανάτους και δι’ εαυτήν και διά τον αδελφόν της παρά να παραδεχθή τον άτιμον όρον τον προταθέντα υπό του Διοικητού ― χάριν υπέρ του αδελφού αντί της τιμής της αδελφής. Πλήρης αγανακτήσεως διηγείται εις τον αδελφόν της τα κατά την συνέντευξίν της μετά του Διοικητού, αλλά μετ’ ανησυχίας βλέπει ότι δεν τω προξενούσι την εντύπωσιν ην περιέμενε. Tουναντίον ο Kλαύδιος, όστις προ μικρού περιεφρόνει την ζωήν, αντί να αρνηθή πάσαν τοιαύτην θυσίαν εκ μέρους της αδελφής, ακουμβά επί της προταθείσης ελπίδος ως ναυαγών επί συντετριμμένου ξύλου και παρακαλεί και εξορκίζει αυτήν να τον σώση αντί πάσης θυσίας. Aλοίμονον! πού είναι τώρα εκείνοι οι ωραίοι λόγοι του υποτιθεμένου ιερομονάχου περί της «πλανεράς ζωής» ην οι άφρονες μόνον «ζητούσι να φυλάξωσιν», η «αδύνατος πνοή ήτις την κατοικίαν εν η διαμένει ως τύραννος ανηλεώς μαστίζει», ο «γέλως του θανάτου ον πάσαι της αι προσπάθειαι κ’ οι κόποι συντείνουν ν’ αποφύγη κ’ εν τοσούτω πάντοτε τρέχει προς απάντησίν του»; Φευ, οι καλοί εκείνοι λόγοι απήλθον πολύ, πολύ μακράν· ελησμονήθησαν ολοτελώς· απέθανον ζήσαντες τον σύντομον βίον, δύο, τριών στιγμών, πασών των φιλοσοφικών παραμυθιών ― και ο απηλπισμένος Kλαύδιος, όστις βλέπει ήδη το μέλαν φάσμα του θανάτου ενώπιόν του, προτείνει απονενοημένην ικεσίαν υπέρ ζωής, υπέρ ζωής ακόμη και ατίμου και μεστής αισχύνης. H αδελφή του τω παριστάνει το αισχρόν, το αδύνατον της λυτρώσεώς του, αλλά η φωνή της λογικής και της τιμής δεν φθάνει πλέον μέχρι της τεθορυβημένης εκείνης ψυχής εις την οποίαν, πλήρη του τρόμου του Aγνώστου, πάσαι αι συνθήκαι των ανθρώπων φαίνονται μικραί, φαίνονται ανόητοι. Kατ’ αρχάς προσπαθεί διά τινων ανισχύρων επιχειρημάτων να πείση την αδελφήν, αλλά τάχιστα περιφρονεί αυτά και προσέρχεται εις την απλήν, την μόνην, την αληθή λογικήν του ανθρώπου του οποίου δύει η τελευταία ημέρα ―Φρικτός είναι ο θάνατος, λέγει.
IΣABEΛΛA.     Kαι μυσαρά ζωή κατησχυμμένη.
KΛAYΔIOΣ.     Aλλ’ όμως ν’ αποθάνη τις! και να
     υπάγη εις το άγνωστον να κείται
     εν τη ψυχρά αναισθησία και
     να σήπεται· και να μεταβληθή
     εις άμορφον πηλόν η ζώσα φύσις!
     Tο πνεύμα να παραδοθή εις ρεύμα
     πύρινον, ή εις ύλην παγετώδη,
     σκληράν· ή εις ανέμους αοράτους
     να σπρώχνεται και να ταλαιπωρήται
     υπό τυφλής, αεικινήτου βίας,
     ολόγυρα της κρεμασμένης σφαίρας,
     ή, των χειρίστων χείριστον, να γίνη ―
     ως φαντασία αχαλίνωτος
     και ύποπτος εικάζει κάποτε ―
     σκιά τυραννουμένη, γοερώς
     θρηνούσα! Ω, την φρίκην υπερβαίνει!
     H επιπονωτέρα ύπαρξις
     και η μυσαρωτέρα ην πικραίνουν
     γήρας, πενία, φυλακή και νόσος,
     είναι φαιδρός παράδεισος προς όσα
     από τον θάνατον φοβούμεθα.
Oυδέ επίλογον χρειάζονται αι δύο αύται περικοπαί του Σακεσπήρου, ουδέ κρίσεις. O μέγας δραματουργός μάς παρέστησε την ματαιότητα της ζωής και την αξίαν αυτής, και χωρίς να ορίση τίποτε, χωρίς να αποφασίση, μας άφισεν άφθονον ύλην να σκεφθώμεν και να κρίνωμεν.
Mία μόνη παρατήρησις επιβάλλεται. Oι φόβοι του Kλαυδίου θα φανώσιν ίσως μεσαιωνικοί. Oι αόρατοι άνεμοι, οίτινες σπρώχνουσι και ταλαιπωρούσι τα πνεύματα ολόγυρα της κρεμασμένης σφαίρας, ίσως κάμωσί τινας να μειδιάσωσιν. Aλλά δεν πρόκειται περί του είδους των ενδοιασμών του Kλαυδίου· πρόκειται περί της υπάρξεως των ενδοιασμών αυτής καθ’ εαυτής. H ιδέα του τέλους, αναμφιβόλως, παρουσιάζεται με φόβητρα διαφορετικά εις τον νουν του ανεπτυγμένου ανθρώπου. Άλλα φαντάσματα αντανακλώσι τας απαισίους των μορφάς εν τω κατόπτρω της ψυχής του. Oυχ ήττον όμως σκιαί και φόβοι ―ει και άλλης φύσεως― περιβάλλουσι και πλανώσι το πεφωτισμένον πνεύμα του, ως δεισιδαίμονες σκιαί και φόβοι βασανίζουσι το σκοτεινόν πνεύμα του Kλαυδίου.
Hμείς οι Έλληνες έχομεν την ματαιότητα ή την φιλοτιμίαν να θέλωμεν πάντοτε να φέρωμεν εις όλα και τους ’δικούς μας μέσα. Eν μέρει επηρεαζόμενος υπό της έξεως αυτής, εν μέρει παροτρυνόμενος υπό της αναλογίας σκέψεως θα κλείσω το άρθρον μου αντιγράφων ολίγας γραμμάς από ένα Nεκρικόν Διάλογον του Λουκιανού:
Διογ. … Tούτον ουν τον υπέργηρων ερέσθαι βούλομαι. Tι δακρύεις τηλικούτος αποθανών; τι αγανακτείς, ω βέλτιστε, και ταύτα γέρων αφιγμένος; ήπου βασιλεύς τις ήσθα;
Πτω. Oυδαμώς.
Διογ. Aλλά σατράπης;
Πτω. Oυδέ τούτο.
Διογ. Άρα ουν επλούτεις, είτα ανιά σε το πολλήν τρυφήν απολιπόντα τεθνάναι;
Πτω. Oυδέν τοιούτον, αλλ’ έτη μεν εγεγόνειν αμφί τα ενενήκοντα, βίον δε άπορον από καλάμου και ορμιάς είχον ες υπερβολήν πτωχός ων άτεκνός τε και προσέτι χωλός και αμυδρόν βλέπων.
Διογ. Eίτα τοιούτος ων ζην ήθελες;
Πτω. Nαι· ηδύ γαρ ην το φως και το τεθνάναι δεινόν και φευκτέον.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΠΥΡΟΣ 1995

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Τυανεύς Γλύπτης - Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμ' αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με ξέρουνε· κ' εδώ αγάλματα πολλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.

                                             Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ' αυτήν την Ρέα·
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήϊον. Ο Μάριος,
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου του κιτρινωπού
εκείνα τα κομμάτια, είν' ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως για τ' άλογά του, πώς να πλάσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν που
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνουν φανερά
που δεν πατούν την γη, μον' τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
που δούλεψα συγκινημένα και το πιο προσεκτικά·
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
που ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά, 
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τον νέον Ερμή.

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Αλεξανδρινοί Bασιλείς - Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



Μαζεύθηκαν οι Aλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Aλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

Ο Aλέξανδρος— τον είπαν βασιλέα
της Aρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος— τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Aυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Aλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Aλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Aλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)·
κ’ οι Aλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα—
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες. 

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Ο καθηγητής Βλάκη περί της Νεοελληνικής - Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσαν μας μεγάλως. Την χωρίζουσιν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν Ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητάς της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας.
Είναι όθεν ευχάριστον διαπρεπής ξένος φιλόλογος ως ο καθηγητής Βλάκη, ανήρ ευρωπαϊκής φήμης, να λαμβάνη εν χερσί την υπεράσπισιν της γλώσσης μας, και να δεικνύη αυτήν εις τους ξένους ως αληθώς έχει και όχι ως την φαντάζονται.
Η προσωπικότης του Ιωάννου Στίουαρτ Βλάκη, του περιφανούς Σκώτου φιλολόγου, είναι τόσον γνωστή, ώστε δεν είναι ανάγκη διά μακρών να τον συστήσω εις τον αναγνώστην. Εγεννήθη εν Γλασκώβη της Σκωτίας και νεόθεν έδειξε μεγαλοφυΐαν περί τα φιλολογικά. Διέτριψεν εν πολλαίς ηπειρωτικαίς χώραις. Εις Ελλάδα ήλθε το 1853. Εξέμαθε κατά βάθος την Νεοελληνικήν και συνέγραψε περί αυτής. Είναι είς των κρατίστων ελληνιστών της συγχρόνου Αγγλίας. Τω 1852 διωρίσθη καθηγητής της Ελληνικής εν τω Πανεπιστημίω του Εδιμβούργου. Εξέδωκε πολλά συγγράμματα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Περί των άλλων του σπουδαιοτάτων έργων (οία η μετάφρασις του Φάουστ, αι περί ανατροφής πραγματείαι του) δεν θέλω γράψη, όντων εκτός του προκειμένου.
Λαβών αφορμήν εκ της μεταφράσεως του «Αμλέτου», υπό του λογίου Κερκυραίου κ. Πολυλά, ο καθηγητής Βλάκη εδημοσίευσε κατ' αυτάς εν τω αγγλικώ περιοδικώ «19ος Αιών» άρθρον περί της μεταφράσεως ταύτης και της νεοελληνικής γλώσσης. Εκ των παρατηρήσεών του επί της γλώσσης μας θα παραθέσω ολίγας ενταύθα.
Κατά τον κ. Βλάκη ο Ελληνισμός ουδέποτε υπέστη τας ισχυράς εκείνας ξενικάς επιρροάς αίτινες σχηματίζουσι νέας γλώσσας. Οι τέσσαρες αιώνες ούς το ελληνικόν έθνος διετέλεσεν υπό ξενικόν ζυγόν ήτο μικρόν διάστημα χρόνου διά τον σχηματισμόν μιας γλώσσης. Η Νορμαννική κατάκτησις της Αγγλίας έλαβεν οκτώ αιώνας διά να μορφώση την μεταγενεστέραν αγγλικήν γλώσσαν. Οι δε Νορμαννοί με όλας τας καταπιέσεις των «έφεραν μετ' αυτών στοιχεία κοινωνικής υπεροχής άτινα... επί τέλους αντεκατέστησαν την εγχώριον σαξωνικήν διάλεκτον του αγγλικού λαού διά νέας γλώσσης... Εν Ελλάδι εγένετο το εναντίον. Υπό την έποψιν αναπτύξεως ή πολιτισμού η εν Κωνσταντινουπόλει Τουρκική κυβέρνησις ουδέν στοιχείον είχε κοινωνικής υπεροχής δυνάμενον να αντιπράξη προς το μίσος όπερ φυσικώς εμπνέει ξένη διοίκησις και εξ άλλου η ταυτότης θρησκευτικού φρονήματος ήτις υπό την δικαιοδοσίαν της Ρώμης, συνέτεινεν εις την μίξιν του Σαξωνικού και Νορμαννικού στοιχείου εν Αγγλία, έλλειπεν ολοτελώς εν Ελλάδι. Απέχθεια ζωηροτάτη, έμφυτος εις τε τον Μωαμεθανισμόν και τον Χριστιανισμόν, κατέστησεν αδύνατον την συγχώνευσιν μεταξύ κατακτητών και κατακτηθέντων». Περί της Ενετικής κυριαρχίας επί διαφόρων ελληνικών χωρών ο κ. Βλάκη λέγει ότι ήτο «πάρα πολύ μερική, και πάρα πολύ μακρυνή», ώστε να δυνηθή να επενεργήση επί της γλώσσης.
Ο καθηγητής μετά ταύτα λαμβάνει εν χωρίον μεταγενεστέρου Ελλ. συγγράμματος και εξετάζει αυτό. Το χωρίον είναι από μετάφρασιν της Χαλιμάς εκδοθείσαν εν Ενετία τω 1792. Το είδος της γλώσσης έχει ως εξής· «Ευρίσκετο εις τα μέρη της Περσίας ένας πλούσιος πραγματευτής. Και είχε τούτο το προτέρημα να καταλαμβάνη ταις γλώσσαις και την ομιλίαν των ζώων. Μίαν ημέραν περιδιαβάζωντας... Ήσαν δεμένα εις ένα παχνί ένας γάϊδαρος και ένα βόϊδι κ.λπ. κ.λπ.».
«Ας διατρέξωμεν τας γραμμάς ταύτας» λέγει ο κ. Βλάκη «και ας παρατηρήσωμεν κατά πόσον η δημώδης αύτη Ελληνική της 18ης εκατονταετηρίδος διαφέρει από την Αττικήν του Ξενοφώντος· διότι αναμφιβόλως είναι ελληνική κατά πάντα, και ουχί νέα γλώσσα έχουσα την αυτήν σχέσιν προς την αρχαίαν Ελληνικήν οίαν η Ιταλική προς την Λατινικήν. Γάϊδαρος αντί όνος, και σπίτι αντί οίκος, από το Λατινικόν hospitium, είναι αι μόναι δύο καθαρώς μη κλασσικαί λέξεις εν τω όλω παραγράφω... Βόϊδι μας διδάσκει δύο πράγματα· πρώτον, ότι εν τη μεταγενεστέρα Ελληνική, ως εν τη Ιταλική, υπάρχει ροπή εις το να σφετερίζεται το υποκοριστικόν την θέσιν του απλού ονόματος, και δεύτερον, ότι η τελευταία συλλαβή, μη τονιζομένη εν ταις τοιαύταις λέξεσι, παραλείπεται, ως παιδί διά παιδίον, και χωράφι διά χωράφιον, κ.λπ. Η δευτέρα λέξις εκ της περικοπής μας, εις, δεικνύει κυριώτατον ιδιωτισμόν της ομιλουμένης Ελληνικής, ό εστί την έλλειψιν της δοτικής πτώσεως και την αντικατάστασιν του εν διά του εις εν πάση περιπτώσει εν ή διαμονή εν μέρει τινί εμφαίνεται. Η κατάχρησις αύτη ευρίσκεται και παρά τοις Σκώτοις... Ο ιδιασμός ένας αντί είς δεν είναι κατά πάσαν πιθανότητα τόσον νεωτερισμός όσον είναι η αρχαία Δωρική αρσενική κατάληξις των ονομάτων εις ...ας, ήτις φαίνεται ήτο τόσο οικεία εις το ους του λαού ώστε συνήθως ευρίσκωμεν πατέρας αντί πατήρ, βασιλέας αντί βασιλεύς και περαιτέρω εν τη περικοπή μας μετοχάς εν αις η κλασσική πληθυντική αιτιατική σχηματίζει την αρσενικήν ενικήν ονομαστικήν διά της καταλήξεως ...ας. Το οποίος διά το ος είναι ιταλισμός, il quale. Εφύλαγε εκ του φυλάγω είναι φυσική αλλαγή του φυλάσσω το γ εν ταις τοιαύταις λέξεσιν είναι ριζικόν, ενώ το σσ περιορίζεται εις τον ενεστώτα και τον παρατατικόν. Το να καταλαμβάνη είναι επιμονώτατα χαρακτηριστικόν της μεταγενεστέρας ελληνικής συντάξεως, του οποίου έχωμεν παραδείγματα εν τη Καινή Διαθήκη, Ματθ. Ε' 29, και εν τοις Βυζαντινοίς ιστορικοίς. Προέρχεται εκ της απώλειας του απαρεμφάτου ού η φυσική αναπλήρωσις είναι η υποτακτική με το ίνα, όπερ συγκόπτεται εις να... Και ουκ... χάζω είναι κοινή Ρωμαϊκή (Romaic) «λέξις, ενεργητική μορφή του κλασσικού χάζομαι». Το «χάζω» αυτό του καθηγητού είναι το τόσον σύνηθες μας «χάνω». Περί αυτού παρατηρεί ότι μετεβλήθη η έννοια του ως μετεβλήθη επίσης η έννοια του ρήματος «κάμνω» όπερ ήτο ουδέτερον παρά τοις αρχαίοις. Ο καθηγητής σημειοί ότι εν διαφόροις περιστάσεσιν «εκείνο το οποίον φαίνεται μεταγενέστερα παραφθορά είναι απλώς ποικιλία τις της κοινής ελληνικής διαλέκτου, αρχαία όσον ο Όμηρος. Δεμένα είναι παράδειγμα της παραλείψεως του περιττού αναδιπλασιασμού του παρακειμένου της μετοχής... Παχνί είναι ή παραφθορά του υποκοριστικού φάτνιον ή νεώτερος σχηματισμός εκ του πήγνυμι. Εν τω ομιλούν... ευρίσκομεν μαλακόν σχηματισμόν του αρχαίου Δωρικού τρίτου πληθυντικού προσώπου εις ...οντί, όστις εν τη μεταγενέστερα ελληνική εξώρισεν ολοτελώς τον Αττικόν ...ουσι. Εν τω ρήματι καλοτυχίζω συναντώμεν ορθόν νέον σχηματισμόν όστις υπό πάσαν έποψιν είναι άξιος να κληθή επέκτασις και πλουτισμός της γλώσσης, ουχί παραφθορά. Τοιούτου είδους νέα ρήματα είναι πολύ κοινά εν τη μεταγενέστερα Ελληνική. Εκτός του ...ίζω, αι καταλήξεις ...όνω, και ...αίνω συνειθίζονται. Το όπου είναι αλλόκοτος κατάχρησις επιρρηματικού αντί αναφορικού σχηματισμού. Εν τω ενεστώτι στέκω (το στήκω της Καινής Διαθήκης) έχωμεν νέαν μορφήν της παλαιάς ρίζης στω, πηγάζουσαν εκ της χρήσεως του κλασσικού παρακειμένου έστηκα. Η μόνη άλλη σπουδαία παρατήρησις ήτις μας μένει να κάμωμεν είναι ότι το του μετά το λέγοντας (λέγοντάς του) αντικαθιστά το τω και ότι εν γένει η συγκοπή του αυτός εις τος απαντά ακαταπαύστως εν τω μεταγενεστέρω Ελληνικώ λόγω».
Ως βλέπομεν, την προσοχήν του καθηγητού επισύρει κυρίως η δημώδης γλώσσα. Περί της καθαρευούσης δεν έρχεται εις τας αυτάς λεπτομέρειας. Διηγείται πόθεν επήγασε, και αποδίδει κυρίως την ανάπτυξιν αυτής εις την φιλοτιμίαν του ελληνικού έθνους όπερ, αποκτήσαν την ελευθερίαν, ηθέλησε να καθαρίση και να ανύψωση την γλώσσαν του. Ο κ. Βλάκη φαίνεται φίλος της καθαρευούσης, λέγει δε ότι ο μόνος τρόπος υπάρξεως διά τε την δημώδη και την καθαρεύουσαν εν Ελλάδι, είναι το σύστημα των αγγλικών βουλών των Λόρδων και των Κοινοτήτων, ήτοι, συνεργασία δι' αμοιβαίων παραχωρήσεων. Τόσον ολίγον, κατ' αυτόν η καθαρεύουσα διαφέρει από την αρχαίαν ώστε «ο λόγιος όστις είναι οικείος με τα άριστα κλασσικά Ελληνικά δύναται να περάση από τον Πολύβιον και Διόδωρον εις τον Τρικούπην (ομιλεί περί του ιστορικού), Παπαρρηγόπουλον, και άλλους της αυτής σχολής, πολύ ευκολώτερον αφ' ό,τι δύναται» ο αναγνώστης του Βύρωνος να συνειθίση το ύφος του αρχαίου Άγγλου ποιητού Τσώσερ. Και ολίγον κατόπιν προσθέτει ότι «ο αδέκαστος φιλόλογος... δεν θα δυσκολευθή να αναγνώριση εν τη μεταγενέστερα Ελληνική, όχι βάρβαρον παραφθοράν... τείνουσαν εις νέαν γλώσσαν, αλλά απλώς μίαν διαλεκτικήν τροπολογίαν οία η αρχαία Δωρική και Αιολική». Αι απώλειαι και ελλείψεις της νέας αντισταθμίζονται διά χαρίτων τινών ιδιαζουσών εις αυτήν.
Σχολιάζων την γνώμην του κ. Πολυλά ότι η δημώδης είναι πολύ κατάλληλος εις την ποίησιν, ο κ. Βλάκη γράφει τα εξής:
«Είναι δυνατόν η μάλλον καλλιεργημένη γλώσσα να ποιή, χάριν ιδιαιτέρων εκφράσεων, χρήσιν διπλών τύπων, ως εποίουν οι Αθηναίοι οίτινες μετεχειρίζοντο κοινώς την Δωρικήν εν ταις χορωδίαις, ή ως δύνανται να ποιώσιν οι Σκώτοι μεταχειριζόμενοι την μελωδικήν γλώσσαν του Βουρνς ως την καταλληλοτέραν μορφήν της Αγγλικής διά τον λυρικόν λόγον».
Οι λόγοι ούτοι με ενθυμίζουσι μίαν παρατήρησιν του Αριστοτέλους Βαλαωρίτου:
«Κατ' εμέ δεν αμφιβάλλω από τούδε ότι η γλώσσα του λαού θέλει είναι η γλώσσα της ρωμαντικής, δημοτικής, ή λυρικής ποιήσεώς μας. Πρέπει μάλιστα επισήμως να καθιερωθή εις τον σκοπόν τούτον όπως οι δυνάμενοι εισέλθωσιν αδιστάκτως εις την πορείαν ταύτην πλουτίζοντες και μορφώνοντες αυτήν. Εις την ιστορίαν των γλωσσών είναι αναντίρρητον γεγονός ότι φράσεις και λέξεις και ιδιωτισμοί αφιερώθηκαν αποκλειστικώς εις την ποίησιν. Ημείς ευτυχέστεροι των άλλων δυνάμεθα ακεραίαν διάλεκτον να μεταχειρισθώμεν επί τούτω».
Ο μέγας Βρεττανός φιλόλογος περαίνει με τινας παρατηρήσεις περί της εσφαλμένης προφοράς της ελληνικής γλώσσης εν Αγγλία· ολόκληρον δε το άρθρον του εμφαίνει ζωηροτάτην συμπάθειαν προς τε το έθνος και την φιλολογίαν μας.
Δεν είμαι εις θέσιν να κρίνω πόσην εντύπωσιν τοιούτο άρθρον προξενεί επί του όλου αγγλικού κοινού. Ότι όμως οι κόποι των πεφωτισμένων ανδρών, οίτινες σπουδάζουσι την Ελληνικήν γλώσσαν ως πρέπει να σπουδάζηται, δηλαδή, ουχί ως γλώσσα νεκρά αλλά ως ζώσα και πλήρης ακμής, ότι οι κόποι αυτών, λέγω, δεν είναι μάταιοι, λαμβάνομεν ενίοτε τρανάς αποδείξεις οία η εσχάτως δηλωθείσα απόφασις της συγκλήτου της Πανεπιστημιακής Σχολής του Λίβερπουλ να συστήση τάξιν διά την διδασκαλίαν της Νεοελληνικής, και να προσλάβη διά την τάξιν ταύτην Έλληνα διδάσκαλον.


(Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τηλέγραφος» το 1891)


Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

ΕΝΔΥΜΑΤΑ - Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

       Μέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.
         Τα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλαΚαι κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.
          Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.
      Οταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.
     Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε ολωσδιόλου τελειωμένη.
        Ολωσδιόλου τελειωμένη. Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα καταγής. Ολα τα κεριά καμένα ως το τέλος. Ολο το κρασί πιωμένο. Ολοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κι εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - αλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.