Ο μεγαλύτερος μύθος της αναζήτησης του ελιξήριου στην προβιβλική παράδοση της Μεσοποταμίας είναι ο μύθος του Γκιλγκαμές. Ο Γκιλγκαμές ήταν ένας μυθικός βασιλιάς της σουμεριακής πόλης Ουρούκ* ο οποίος έβαλε σκοπό του να ανακαλύψει το κάρδαμο της αθανασίας, το φυτό «Που δε Μεγαλώνει Ποτέ». Αφού πέρασε με επιτυχία από τα λιοντάρια που φρουρούσαν τις παρυφές και τους ανθρώπους σκορπιούς που φύλαγαν τα μυθικά όρη που άγγιξαν τα ουράνια, έφτασε σε ένα παραδεισένιο κήπο γεμάτο λουλούδια, καρπούς και πολύτιμους λίθους. Ο κήπος αυτός βρισκόταν στη μέση των βουνών. Μετά, προχώρησε υπομονετικά και έφτασε στη θάλασσα που περιβάλλει τον κόσμο. Σε ένα σπήλαιο δίπλα στα νερά κατοικούσε μια εκδήλωση της θεάς Ιστάρ, η Σιντούρι-Σαμπίτου. Η γυναίκα αυτή, κρυμμένη πίσω από τα πέπλα της, έκλεισε τις πύλες ανακόπτοντας το διάβα του. Μόλις, όμως, ο Γκιλγκαμές της διηγήθηκε την ιστορία του, η Σιντούρι-Σαμπίτου του επέτρεψε να δει το πρόσωπό της και τον συμβούλευσε να μη συνεχίσει την αναζήτησή του, αλλά να μάθει να είναι ευχαριστημένος με τις θνητές απολαύσεις της ζωής:
«Γκιλγκαμές για που τρέχεις έτσι; Ποτέ δεν πρόκειται να βρεις τη ζωή που ζητάς. Όταν οι θεοί δημιούργησαν τον άνθρωπο του έδωσαν για μοίρα του το θάνατο, ενώ τη ζωή την κράτησαν για τον εαυτό τους. Όσο για σένα Γκιλγκαμές γύρισε στην πατρίδα σου με ευχάριστα. Μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, γύρισε και απόλαυσε, φάε, πίνε και γλέντησε. Φόρεσε καινούργια ρούχα. Πλύνε το σώμα σου στο νερό, αγάπα το παιδάκι που κρατάς στο χέρι σου και κάνε τη γυναίκα σου στην αγκαλιά σου ευτυχισμένη. Γιατί κι αυτό είναι στη μοίρα του ανθρώπου.
Η επιμονή του Γκιλγκαμές εντυπωσίασε τη Σιντούρι-Σαμπίτου, η οποία του επέτρεψε να περάσει και του έδωσε συμβουλές για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που θα συναντούσε. Τον συμβούλευσε να αναζητήσει τον περαματάρη Ουρσαναμπί και πράγματι τον βρήκε να κόβει ξύλα στο δάσος, προστατευόμενος από τους ακολούθους του. Ο Γκιλγκαμές σκότωσε τη συνοδεία του (που ονομάζεται «αυτοί που χαίρονται να ζουν», «αυτοί που είναι από πέτρα») και ο περαματάρης δέχθηκε να τον μεταφέρει διασχίζοντας τα νερά του θανάτου. Τον προειδοποίησε μάλιστα πως δεν έπρεπε να αγγίξει τα νερά και έτσι ταξίδεψαν για ενάμιση μήνα. Η μακρινή χώρα που πλησίαζαν ήταν η κατοικία του Ουτναπιστίμ, του ήρωα του αρχέγονου κατακλυσμού, ο οποίος ζούσε με τη γυναίκα του σε αιώνια ειρήνη. Ο Ουτναπιστίμ παρατήρησε από μακριά τη μικρή βάρκα που πλησίαζε ολομόναχη στα ατέλειωτα νερά, και η καρδιά του αναρωτήθηκε:
Γιατί «οι πέτρινοι» της βάρκας χάθηκαν; Ποιος είναι αυτός που έρχεται με τη βάρκα και δεν είναι ακόλουθος μου; Αυτός που έρχεται θνητός δεν είναι;
Μόλις πάτησαν στη στεριά, ο Γκιλγκαμές έπρεπε να ακούσει από τον πατριάρχη τη μακρά αφήγηση της ιστορίας του κατακλυσμού. Μετά ο Ουτναπιστίμ επέτρεψε στον επισκέπτη του να κοιμηθεί. Ο Γκιλγκαμές κοιμήθηκε έξι μέρες και έξι νύχτες. Ενώ κοιμόταν δίπλα στη βάρκα, ο Ουτναπιστίμ είπε στη γυναίκα του να ψήσει επτά καρβέλια και να τα αφήσει στο προσκέφαλο του Γκιλγκαμές. Μόλις ξύπνησε ο φιλοξενούμενος, ο οικοδεσπότης διέταξε το βαρκάρη Ουρσαναμπί να τον πλύνει στα νερά μιας μικρής λίμνης και να του δώσει καθαρά ρούχα. Μετά από όλα αυτά ο Ουτναπιστίμ φανέρωσε στο Γκιλγκαμές το μυστικό του φυτού.
Γκιλγκαμές, κάτι απόκρυφο θα σου πω και οδηγίες θα σου δώσω. Το φυτό είναι σαν ρείκι του αγρού και έχει αγκάθια σαν του ρόδου και τα χέρια σου θα ματώσουν. Αν όμως τα χέρια σου το πιάσουν, τότε θα γυρίσεις στην πατρική σου χώρα. Το λουλούδι φύτρωνε στο βυθό της κοσμικής θάλασσας.
Ο Ουρσαναμπί οδήγησε για δεύτερη φορά τον ήρωα στη θάλασσα. Ο Γκιλγκαμές έδεσε πέτρες στα πόδια του και βούτηξε. Όρμησε στα βάθη των νερών, ξεπερνώντας κάθε όριο αντοχής, ενώ ο περαματάρης περίμενε στη βάρκα. Και όταν ο δύτης έφθασε στο βυθό της θάλασσας που δεν είχε βυθό και όταν το άνθος πλήγωσε τα χέρια του, τότε το ξερίζωσε, έβγαλε τις πέτρες και κίνησε για την επιφάνεια. Όταν βγήκε στον καθαρό αέρα και ο βαρκάρης τον βοήθησε να ανέβει, ο Γκιλγκαμές είπε θριαμβευτικά:
Ουρσαναμπί, έλα να δεις το θαυμάσιο φυτό… Με τη δύναμή του ο Άνθρωπος μπορεί να βρει τις χαμένες δυνάμεις. Θα το πάω στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά τείχη… Και θα το ονομάσουμε: «Αυτό που ξανανιώνει τους γέρους». Και τελικά θα το φάω και εγώ ο ίδιος για να ξαναποκτήσω όλη μου τη νιότη.
Προχώρησαν και πέρασαν τη θάλασσα. Όταν βγήκαν στη στεριά, ο Γκιλγκαμές λούστηκε στα κρύα νερά ενός νερόλακκου και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Την ώρα που κοιμόταν όμως, ένα φίδι που οσφράνθηκε τη θεσπέσια ευωδιά του άνθους, τόλμησε να πλησιάσει και να το αρπάξει φεύγοντας μακριά. Μόλις το έφαγε, απόκτησε αμέσως τη δύναμη να αλλάζει δέρμα και να ανανεώνεται. Όταν ξύπνησε ο Γκιλγκαμές ανακάθισε και άρχισε να κλαίει. «Και τα δάκρυά του έτρεχαν σαν ποτάμι». __________________________ * Στη Βίβλο αναφέρεται σαν Ερέχ (σ.τ.μ.)
JOSEPH CAMPBELL Ο ΗΡΩΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ Ο Ρόλος του Ήρωα στην Παγκόσμια Μυθολογία Μετάφραση Θεόδωρος Σιαφαρίκας Εκδόσεις Ιάμβλιχος 2001
Η απλότητα των αρχικών διηγήσεων των
μη ανεπτυγμένων λαϊκών μυθολογιών
βρίσκεται σε αντίθεση προς τους βαθιά
αλληγορικούς μύθους του κοσμογονικού
κύκλου. Διακρίνεται καθαρά σε αυτές η
όχι και ιδιαίτερα επίμονη προσπάθεια
εμβάθυνσης στα μυστήρια που βρίσκονται
πίσω από τα πέπλα του χώρου και του
χρόνου. Μέσα από τον αδιαφανή τοίχο του
άχρονου εισέρχεται και αποκαλύπτεται
μια σκιώδης δημιουργική φιγούρα, η οποία
σχηματοποιεί τον κόσμο των μορφών. Η
εποχή της μοιάζει με όνειρο στη διάρκεια,
τη ρευστότητα και την περιβάλλουσα
δύναμή της. Η γη δεν έχει ακόμη
στερεοποιηθεί. Πρέπει να γίνουν και
άλλα πολλά για να μπορέσει να κατοικηθεί
από τους μελλοντικούς ανθρώπους.
Οι Μαυροπόδαροι Ινδιάνοι στη Μοντάνα
διηγούνται πως ο Γέροντας ταξίδευε
παντού. Δημιουργούσε ανθρώπους και
ρύθμιζε καταστάσεις.
«Ήρθε από το νοτιά και καθώς τραβούσε
προς το βορρά έφτιαχνε ζώα και πουλιά.
Αρχικά δημιουργούσε διάφορα πράγματα,
ποτάμια εδώ κι εκεί, με καταρράκτες,
χρωμάτιζε που και που το έδαφος κόκκινο
– δηλαδή έφτιαχνε τον κόσμο έτσι όπως
τον γνωρίζουμε σήμερα. Έφτιαξε το
Γαλακτερό Ποταμό (τον Τέτον) και
διασχίζοντάς τον κουράσθηκε, γι’ αυτό
ανέβηκε σε ένα λόφο και ξάπλωσε να
αναπαυθεί. Καθώς βρισκόταν ξαπλωμένος
ανάσκελα στο έδαφος και με ανοιχτά τα
χέρια, σημείωσε με πέτρες το σχήμα του
σώματος, του κεφαλιού, των ποδιών, των
χεριών και όλων των μερών του. Αφού
ξεκουράστηκε, συνέχισε το δρόμο του στα
βορεινά. Ξαφνικά σκόνταψε σε ένα λοφίσκο
και έπεσε στα γόνατα. Τότε είπε: “Δεν
είναι σωστό να σκοντάφτουν οι άλλοι
πάνω σου”. Έτσι έστησε εκεί δύο μεγάλους
κορμούς που τους ονόμασε Γόνατα – έτσι
λέγονται ακόμη και σήμερα. Συνέχισε το
ταξίδι του και πιο πέρα, με μερικούς
βράχους που είχε κουβαλήσει μαζί του,
έχτισε του Λόφους της Όμορφης Χλόης...
»Μια μέρα ο Γέροντας αποφάσισε πως θα
έπρεπε να δημιουργήσει μια γυναίκα και
ένα παιδί. Τους έφτιαξε και τους δύο από
πηλό – τη γυναίκα και το παιδί της.
Έπλασε πρώτα τον πηλό και αφού του έδωσε
ανθρώπινη μορφή, είπε: “Πρέπει να γίνετε
άνθρωποι”. Μετά τον σκέπασε, τον άφησε
και έφυγε. Το άλλο πρωί επέστεψε, έβγαλε
το σκέπασμα και είδε πως τα πήλινα
σχήματα είχαν αλλάξει κάπως. Το δεύτερο
πρωινό είχαν αλλάξει περισσότερο και
το τρίτο ακόμη πιο πολύ. Το τέταρτο
πρωινό έβγαλε το σκέπασμα, κοίταξε τις
μορφές και τους ζήτησε να σηκωθούν και
να περπατήσουν έτσι και έκαναν. Προχώρησαν
μέχρι το ποτάμι μαζί με το Δημιουργό
τους και εκείνος τότε τους είπε πως
ονομαζόταν Νάπι, ο Γέροντας.
»Καθώς στέκονταν στην όχθη, η γυναίκα
μίλησε. “Και τι θα γίνει; Θα ζούμε αιώνια;
Δε θα τελειώσουν όλα κάποτε;” Ο Γέροντας
απάντησε: “Αυτό ούτε που το σκέφτηκα.
Πρέπει να αποφασίσουμε. Θα πάρω αυτό το
κόκκαλο από βίσωνα και θα το ρίξω στο
ποτάμι. Αν επιπλεύσει, οι άνθρωποι θα
ξανάρχονται στη ζωή τέσσερις μέρες μετά
το θάνατό τους. Θα πεθαίνουν μόνο για
τέσσερις μέρες. Αν όμως το κόκκαλο
βυθιστεί, το τέλος τους θα είναι οριστικό”.
Πέταξε το κόκκαλο στο ποτάμι και αυτό
επέπλευσε. Τότε η γυναίκα έσκυψε, πήρε
μια πέτρα και είπε: “Όχι! Θα πετάξω αυτή
την πέτρα στο ποτάμι. Αν επιπλεύσει, θα
ζούμε αιώνια, αν όμως βυθιστεί, οι
άνθρωποι θα πρέπει να πεθαίνουν, γιατί
αλλιώς θα μεταφέρουν αιώνια τις λύπες
τους ο ένας για τον άλλο”. Η γυναίκα
έριξε την πέτρα στο νερό και αυτή
βυθίστηκε. “Ορίστε, διάλεξες. Η ζωή τους
θα έχει τέλος”, δήλωσε ο Γέροντας».
Η κατανομή του κόσμου, η δημιουργία του
ανθρώπου, και η απόφαση σχετικά με το
θάνατο είναι τυπικά θέματα των μύθων
του πρωταρχικού δημιουργού. Είναι όμως
αρκετά δύσκολο να ξέρουμε πόσο σοβαρά
ή με ποια έννοια γίνονταν πιστευτές
αυτές οι ιστορίες. Ο μυθολογικός τύπος
χρησιμοποιεί μάλλον την έμμεση παρά
την άμεση αναφορά, είναι σαν ο Γέροντας
να έχει πράξει και έτσι και αλλιώς.
Πολλές από τις διηγήσεις που κατατάσσονται
στην κατηγορία εκείνων που αναφέρονται
στην καταγωγή του ανθρώπινου γένους
και του κόσμου, μοιάζουν περισσότερο
με δημοφιλή παραμύθια παρά με βιβλία
γένεσης. Τέτοιες διασκεδαστικές
μυθοπλασίες είναι κοινές και στους
ανεπτυγμένους και στους πρωτόγονους
πολιτισμούς. Οι απλοϊκοί άνθρωποι μπορεί
να επεξεργαστούν τις προκύπτουσες
εικόνες με υπερβολική σοβαρότητα, αλλά
κύρια δεν μπορεί να ειπωθεί πως
αναπαριστούν κάποιο δόγμα ή τον τοπικό
«μύθο». Στους Μαορί, για παράδειγμα,
στους οποίους υπάρχει η ιστορία ενός
αυγού που ρίχθηκε από ένα πουλί στην
πρωταρχική θάλασσα. Το αυγό έσπασε και
ξεπήδησαν από μέσα του ένας άνδρας, μια
γυναίκα, ένα αγόρι, μια κοπέλα, ένα
γουρούνι, ένας σκύλος και ένα κανό.
Μπήκαν όλοι μαζί στο κανό και κατευθύνθηκαν
προς τη Νέα Ζηλανδία. Πρόκειται, όπως
φαίνεται, για μια παρωδία του κοσμικού
αυγού. Από την άλλη, οι Καμτσατκάν
διακηρύσσουν με κάθε σοβαρότητα, πως
αρχικά ο Θεός έμενε στον ουρανό, αλλά
μετά κατέβηκε στη γη. Καθώς περιφερόταν
με τα χιονοπάπουτσά του, το νέο έδαφος
δημιουργείτο κάτω από τα πόδια του σαν
λεπτός και εύκαμπτος πάγος. Από τότε,
όμως, η στεριά έγινε ανώμαλη. Υπάρχει
βέβαια και η διήγηση των Κιργκίτζ της
Κεντρικής Ασίας, σύμφωνα με την οποία,
όταν οι δύο πρώτοι άνθρωποι που φρόντιζαν
ένα μεγάλο βόδι, έμειναν για αρκετό
καιρό χωρίς νερό και κόντευαν να πεθάνουν
από τη δίψα, το ζώο έσκαψε το έδαφος με
τα μεγάλα του κέρατα και τους έφερε
νερό. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν
οι λίμνες της χώρας των Κιργκίτζ.
Στους μύθους και τις λαϊκές διηγήσεις
σαν υπόλογος για τις αρρώστιες και τις
δυσκολίες που υπάρχουν από αυτή την
πλευρά του πέπλου, εμφανίζεται αρκετά
συχνά μια κωμική μορφή, η οποία συνέχεια
δρα αντίθετα προς τον καλόγνωμο δημιουργό.
Οι Μελανήσιοι της Νέας Βρετανίας μιλούν
για ένα σκοτεινό πλάσμα, «αυτόν που
πρώτος υπήρχε εκεί», που ζωγράφισε στο
έδαφος δύο αρσενικές μορφές, γρατζούνισε
το δέρμα του και πιτσίλισε με το αίμα
του τις δύο φιγούρες. Έκοψε δύο μεγάλα
φύλλα και τις σκέπασε με αυτά. Ο Το
Καμπινάνα και ο Το Καρβούβου.
Ο Το Καμπινάνα ξεκίνησε μόνος του,
ανέβηκε σε ένα κοκοφοίνικα με λαμπερές
κιτρινωπές καρύδες, έκοψε δύο χωρίς να
έχουν ακόμη ωριμάσει και τις έριξε στο
έδαφος. Οι καρύδες έσπασαν και έγιναν
δύο όμορφες κοπέλες. Ο Το Καρβούβου
θαύμασε τις γυναίκες και ρώτησε τον
αδελφό του πως τα κατάφερε. «Ανέβα σε
έναν κοκοφοίνικα», τον συμβούλεψε ο Το
Καμπινάνα, «κόψε δύο άγουρους καρπούς
και ρίξε τους στο έδαφος». Το Το Καρβούβου,
όμως έριξε τους καρπούς ανάποδα, με την
κορυφή προς τα κάτω, και οι γυναίκες που
βγήκαν είχαν άσχημες πλακουτσωτές
μύτες.
Μια μέρα ο Το Καμπινάνα σκάλισε σε ξύλο
ένα ψάρι Θουμ και το έριξε στον ωκεανό
να κολυμπήσει και από εκείνη τη στιγμή
και μετά έγινε ένα ζωντανό ψάρι. Το ψάρι
Θουμ οδηγούσε στη στεριά τα ψάρια
Μαλιβάρα και έτσι ο Το Καμπινάνα απλά
τα μάζευε από την ακτή. Ο Το Καρβούβου
θαύμασε το ψάρι Θουμ και θέλησε να
φτιάξει και αυτός ένα. Αλλά μπερδεύτηκε
και δημιούργησε ένα σκυλόψαρο, το οποίο
αντί να οδηγεί τα ψάρια Μαλιβάρα στην
ακτή, τα έτρωγε. Πήγε τότε κλαίγοντας
στον αδελφό του και είπε: «Μακάρι να μην
είχα φτιάξει αυτό το ψάρι. Το μόνο που
κάνει είναι να τρώει όλα τα άλλα». «Τι
ψάρι είναι αυτό;» ρώτησε εκείνος.
«Σκυλόψαρο», απάντησε. «Πραγματικά
είσαι σιχαμερός», φώναξε ο αδελφός του.
«Τα κατάφερες έτσι ώστε οι θνητοί
απόγονοί μας να υποφέρουν. Το ψάρι σου
θα καταβροχθίζει όλα τα άλλα, μαζί και
ανθρώπους».
Πίσω από αυτή την ανοησία, μπορούμε να
δούμε πως η μια αιτία (το σκοτεινό πλάσμα
που κόβεται για να τρέξει αίμα) αποδίδει
στο κοσμικό πλαίσιο δυαδικά αποτελέσματα
– καλά και κακά. Όμως η ιστορία δεν είναι
τόσο απλή όσο φαίνεται. Επιπλέον, στην
παράξενη λογική του τελευταίου διαλόγου
υποδηλώνεται η μεταφυσική προΰπαρξη
του πλατωνικού αρχέτυπου του σκυλόψαρου.
Πρόκειται για μια θεώρηση που έχει
κληροδοτηθεί σε κάθε μύθο. Συμπαντικός,
επίσης, είναι ο τύπος του ανταγωνιστή,
του αντιπροσώπου του κακού, στο ρόλο
του γελωτοποιού. Οι διάβολοι – γλεντοκόποι,
κουφιοκέφαλοι, μα έξυπνοι και πονηροί
σύμβουλοι – πάντοτε είναι παλιάτσοι.
Μολονότι μπορεί να θριαμβεύουν στον
κόσμο του χώρου και του χρόνου, όταν η
προοπτική μετατίθεται στην υπέρβαση,
τότε οι ίδιοι και το έργο τους απλά
εξαφανίζονται. Είναι αυτοί που λαθεμένα
αντιλαμβάνονται τη σκιά για ουσία.
Συμβολίζουν τις αναπόφευκτες ατέλειες
του βασιλείου των σκιών και για όσο
χρόνο παραμένουμε σε αυτή την πλευρά
του πέπλου δεν είναι δυνατό να
παραγκωνιστούν.
Οι Μαύροι Τάταροι της Σιβηρίας λένε πως
όταν ο δημιουργός Παζιάνα σχεδίασε τα
πρώτα ανθρώπινα πλάσματα, κατάλαβε πως
δεν ήταν σε θέση να τους προσδώσει και
το ζωογόνο πνεύμα. Έπρεπε λοιπόν να
ανέβει στον ουρανό και να προμηθευτεί
ψυχές από τον Κουντάι, τον υπέρτατο Θεό.
Στο διάστημα της απουσίας του άφησε
έναν άτριχο σκύλο για να φυλάει τις
μορφές που είχε κατασκευάσει. Μόλις
έφυγε, κατέφθασε ο δαίμονας Έρλικ και
είπε στο σκύλο: «Δεν έχει καθόλου τρίχωμα.
Θα σου χαρίσω χρυσαφένιο αν μου δώσεις
αυτά τα άψυχα κορμιά». Ο σκύλος
ικανοποιήθηκε από την υπόσχεση του
Έρλικ και έδωσε στον πλανευτή τα κορμιά
που φύλαγε. Ο Έρλικ τα γέμισε με το σάλιο
του, μα μόλις αντικρυσε το θεό που
πλησίαζε το έσκασε. Ο Θεός είδε τι έγινε
και γύρισε τα κορμιά των ανθρώπων τα
μέσα έξω. Αυτός είναι και ο λόγος που
έχουμε σάλια και ακαθαρσίες στα σωθικά
μας.
Οι λαϊκές μυθολογίες συνεχίζουν την
ιστορία της δημιουργίας μόνον από τη
στιγμή που οι υπερβατικές εκπορεύσεις
διασπώνται σε χωροχρονικές μορφές.
Παρόλα αυτά, σε σχέση με τις εκτιμήσεις
των ανθρώπινων περιστάσεων, δε διαφέρουν
από τις μεγάλες μυθολογίες. Τα συμβολικά
πρόσωπά τους ανταποκρίνονται σε
σπουδαιότητα – συχνά μάλιστα και στη
συμπεριφορά και στην πράξη – σε αυτά
των ανώτερων εικονοπλασιών, και ο
θαυμαστός κόσμος στον οποίο κινούνται
είναι ακριβώς ο κόσμος των μεγαλύτερων
αποκαλύψεων: ο κόσμος και η περίοδος
ανάμεσα στο βαθύ ύπνο και την εγρήγορση,
η ζώνη όπου το Ένα διασπάται στα πολλά
και τα πολλά επανασυντίθενται στο Ένα.
Δεν
υπάρχει και ούτε πρόκειται ποτέ να
υπάρξει συγκεκριμένο σύστημα ερμηνείας
των μύθων. Η μυθολογία είναι σαν το θεό
Πρωτέα, «το γέροντα της θάλασσας με τη
γλυκιά λαλιά». Ο θεός «θα πει μια λέξη
και θα πάρει το σχήμα κάθε πράγματος
που βαδίζει στη γη, κολυμπάει στο νερό
ή καίει σαν τη φωτιά»(1).
Ο
ταξιδιώτης της ζωής που επιθυμεί να
διδαχθεί από τον Πρωτέα πρέπει «να τον
αρπάξει με δύναμη και να τον πιέσει όσο
μπορεί», ώστε τελικά να εμφανισθεί με
την κανονική μορφή του. Αυτός ο πανέξυπνος
θεός, όμως, δεν αποκαλύπτει ποτέ – ακόμη
και στον πιο ικανό αναζητητή – όλη την
έκταση της σοφίας του. Η απάντηση που
θα δώσει, θα αφορά μόνο την ερώτηση που
θα του έχει τεθεί και αυτό που αποκαλύπτει
είναι σημαντικό ή ασήμαντο, ανάλογα με
την ερώτηση. «Οπότε ο ήλιος ανατέλλει
και στέκεται ψηλά, στη μέση του ουρανού,
η αρχαία μορφή αναδύεται από την αρμύρα
της θάλασσας, εκείνη με τη γλυκιά λαλιά,
πριν έλθει η ανάσα του Δυτικού Άνεμου
και τον καλύψουν τα σκοτεινά κύματα της
θάλασσας. Και μόλις βγαίνει, ξαπλώνει
στα βαθουλώματα των σπηλαίων για να
κοιμηθεί, πλαισιωμένος από τις φώκιες,
η σπορά της όμορφης κόρης του αλμυρού
νερού, που κλάπηκαν βίαια από τα νερά
της γκρίζας θάλασσας, και είναι πικρά
τα αρώματα που οσφραίνονται στους βυθούς
της αλμυρής θάλασσας»(2). Ο έλληνας
πολεμιστής βασιλιάς Μενέλαος, με την
καθοδήγηση μιας εξυπηρετικής θυγατέρας
του γέροντα θαλασσινού θεού, έμαθε τον
τρόπο για να αποκτήσει την εύνοια του
θεού, επειδή μοναδική του επιθυμία ήταν
να μάθει τα μυστικά των προσωπικών του
δυσκολιών και τις περιπλανήσεις των
φίλων του. Ο θεός δεν αρνήθηκε να του
απαντήσει.
Ο
μοντέρνος νους θεωρεί τη μυθολογία σαν
μια αξέξια και πρωτόγονη προσπάθεια
ερμηνείας του κόσμου της φύσης (Φρέιζερ).
Σαν ένα δημιούργημα της ποιητικής
φαντασίας των προϊστορικών χρόνων, που
παρεξηγήθηκε με το πέρασμα του χρόνου
(Μίλερ). Σαν ένα αρχείο αλληγορικής
καθοδήγησης για να δώσει το άτομο μια
μορφή στην ομάδα του (Ντιρκχάιμ). Σαν
ένα ομαδικό όνειρο, σύμπτωμα των
αρχετυπικών αγώνων μέσα στα βάθη της
ανθρώπινης ψυχής (Γιουνγκ). Σαν τον
παραδοσιακό φορέα των βαθύτατων
μεταφυσικών ενοράσεων του ανθρώπου
(Κουμαρασβάμι). Και σαν την Αποκάλυψη
του Θεού στα τέκνα Του (Εκκλησία). Η
μυθολογία είναι όλα αυτά. Οι διάφορες
θεωρίες καθορίζονται από την προσωπικότητα
του δημιουργού τους. Γιατί όταν δε
διερευνάται με βάση το τι πραγματικά
είναι, αλλά με το πως λειτουργεί, πως
υπηρέτησε στο παρελθόν την ανθρωπότητα
ή πως μπορεί να τη βοηθήσει σήμερα, τότε
η μυθολογία εμφανίζεται τόσο πειθήνια,
όσο και η ίδια η ζωή στα πάθη και τις
απαιτήσεις του ατόμου, της ψυχής και
της εποχής.
___________________
1.
Ομήρου Οδύσσεια IV, 401, 417-418 (Μτφρ. Νίκος
Καζαντζάκης).
Στις
μέρες μας, πολλοί άνθρωποι της Δύσης
διαβάζουν την Μπαγκαβάτ Γκίτα, το
Τραγούδι του Κυρίου, που αποτελεί
και τον πυρήνα της ινδικής πνευματικής
ζωής. Η Γκίτα είναι ουσιαστικά μια
παραπομπή του μεγάλου ινδικου έπους
της Μαχαμπχαράτα, που απαριθμεί
δεκαοχτώ περίπου κεφάλαια, οχτώ δηλαδή
φορές το μέγεθος της Οδύσσειας και
της Ιλιάδας μαζί. Καταμεσής αυτής
της άναρχα εκτυλισσόμενης ιστορίας
υπάρχει αυτό το μικρό κόσμημα της
πνευματικής αποκάλυψης.
Δίνοντας
πολύ επιγραμματικά μια περίληψη της
ιστορίας θα λέγαμε τα εξής: Ο νεαρός
πρίγκιπας-πολεμιστής Αρτζούνα ηγείται,
μαζί με τα αδέλφια του, ενός στρατού,
του στρατού των Παντάβα. Παίζοντας με
τα ξαδέλφια τους, τους Καουράβα – που
ηγούνταν του αντίπαλου στρατού – ένα
παιχνίδι με ζάρια, έχασαν όλα τους τα
υπάρχοντα – από το βασίλειο μέχρι και
την κοινή τους νύφη. Ο ηνίοχος, τώρα του
Αρτζούνα είναι ο φίλος του Κρίσνα, που
είναι ουσιαστικά ενσάρκωση του θεού
Βισνού. Ο Κρίσνα είναι ο άρχοντας του
τίτλου του βιβλίου, καθώς είναι ταυτόχρονα
και βασιλιάς και αβατάρ (εκδήλωση) του
άρχοντα του κόσμου. Μολονότι αποτελεί
ενσάρκωση του ίδιου του Θεού, αναλαμβάνει
να παίξει το ρόλο του αρματηλάτη σε αυτή
την κατακλυσμική μάχη μεταξύ των δύο
στρατών που ηγούνται δύο ομάδες αδελφών.
Στις στιγμές της σιωπής λίγο πριν από
το ξέσπασμα της μάχης και καθώς οι δύο
στρατοί περιμένουν παραταγμένοι το
πολεμικό σάλπισμα της τρομπέτας, ο
Αρτζούνα λέει στον Κρίσνα: «Οδήγησέ με
για λίγο ανάμεσα στους δύο στρατούς
πριν ξεκινήσει η μάχη. Θέλω για ένα λεπτό
κάτι να δω.
Ο
Κρίσνα υπακούει και οδηγεί τον Αρτζούνα
εκεί όπου θέλει. Ο Αρτζούνα στέκεται
καταμεσής του πεδίου της μάχης ανάμεσα
στους δύο στρατούς και ατενίζει τους
άντρες που τόσο πολύ θαυμάζει και αγαπά.
Κάποια στιγμή πετάει το τόξο του καταγής
αναφωνώντας κάτωχρος: «Καλύτερα να πέσω
νεκρός εδώ ετούτη τη στιγμή παρά να
αφήσω να ξεσπάσει η παράφορη μανία αυτής
της μάχης».
Ο
φίλος του, ο θεός τον κοιτάζει και λέει:
«Από που πηγάζει όλη αυτή η ανανδρία;
Μήπως σου σάλεψε και έχασες τα λογικά
σου; Εσύ είσαι ένας πολεμιστής και ο
υπέρτατος στόχος για έναν πολεμιστή
είναι ένας δίκαιος πόλεμος». Βέβαια,
κάθε πόλεμος είναι δίκαιος στις
συνειδήσεις και των δύο πλευρών. Αυτό
συμβαίνει πάντα και ο Κρίσνα το
αντιλαμβάνεται επειδή έχει το θεϊκό
χάρισμα να βλέπει μακριά. «Άντε λοιπόν
μέσα και πάλεψε. Ή νομίζεις ότι εσύ είσαι
εκείνος που θα τους σκοτώσει όλους
αυτούς; Αυτοί είναι ήδη νεκροί!» Έπειτα
αγγίζει με το χέρι του το μάτι του
Αρτζούνα και ο Αρτζούνα βλέπει τον
Κρίσνα ως μια φοβερή, τερατώδη θεότητα,
με πολλά στόματα που το καθένα έχει δύο
τεράστιους χαυλιόδοντες. Στο ιδιαίτερα
γλαφυρό και λεπτομερειακό αυτό όραμα,
ο Αρτζούνα βλέπει και τους δύο στρατούς
να στροβιλίζονται στον αέρα και να
συνθλίβονται μέσα στα στόματα του
τέρατος σαν σταφύλια, και το αίμα τους
να τρέχει από τα σαγόνια του και να
χύνεται άφθονο σαν κόκκινο κρασί.
Ο
Αρτζούνα ανατριχιάζει και ρωτάει: «Ποιος
είσαι;»
Ο
μόλις πριν σύντροφός του απαντάει και
λέει: «Είμαι ο Κάλα. Είμαι ο μαύρος χρόνος
και βρίσκομαι εδώ για το τέλος του
κόσμου, για να συντρίψω την ανθρωπότητα.
Λοιπόν», λέει, ανακτώντας ταυτόχρονα
τη φυσιολογική κυανόδερμη ηρεμία του,
«μήπως νόμιζες πως θα σκότωνες τους
άντρες αυτούς; Είναι ήδη νεκροί, σου το
είπα. Αυτές οι μορφές που σκοτώνεις
είναι θνητές, αλλά το αθάνατο κομμάτι
μένει ανέγγιχτο. Αυτό που δεν γεννήθηκε
ποτέ δεν πεθαίνει ποτέ. Οι βροχές δεν
το υγραίνουν, οι φωτιές δεν το καίνε.
Γι' αυτό σου λέω, γύρνα πίσω και καμώσου
πως κάνεις πράγματα. Ένα όργανο του
ίδιου του πεπρωμένου, αυτό σου μέλλει
να είσαι».
Αυτό
το κομμάτι της Γκίτα φαίνεται να είχε
κατά νου ο Ρ. Οπενχάιμερ όταν εκστόμισε
τις διάσημες εκείνες λέξεις βλέποντας
το πρώτο τεστ της ατομικής βόμβας: «Έχω
γίνει ο θάνατος, ο καταστροφέας των
κόσμων».
Το γνωστότερο βορειοαμερικανικό
παράδειγμα του μυθολογήματος του θεϊκού
όντος που δολοφονήθηκε και φυτεύθηκε
για να γίνει τροφή του ανθρώπου είναι
των Οτζίμπγουεϊ της περιοχής των Μεγάλων
Λιμνών. Η μυθολογία τους, όπως καταγράφεται
στα 1820 από τον αντιπρόσωπο της νεαρής
κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Χένρι
Ρόουι Σκούλκραφτ (1793-1864), έγινε πηγή και
έμπνευση του έργου το τραγούδι του
Χιαγουάθα του Λονγκφέλοου (Longfellow).
Η σύζυγος του Σκούλκραφτ ήταν μια
εκχριστιανισμένη Ινδιάνα. Ορισμένοι
από τους συγγενείς της δεν είχαν
επηρεαστεί καθόλου από τον πολιτισμό
των λευκών. Άρα η γλώσσα στην οποία του
μεταδόθηκαν οι μύθοι δεν ήταν ούτε
παραφθαρμένα αγγλικά ούτε παραφθαρμένα
ινδιάνικα, αλλά μια γλαφυρή και φυσική
ντόπια αφήγηση. Πρέπει λοιπόν να
συγχωρήσουμε το ύφος του, εάν δεν
προσεγγίζει το αντίστοιχο των σύγχρονων
συλλεκτών των ινδιάνικων λαϊκών
παραδόσεων. Οι τελευταίοι στις συγκριτικά
σύντομες επαφές τους με τους
«πληροφοριοδότες» τους συντέλεσαν στην
ανάπτυξη μεταξύ τους ενός περίεργα
κοφτού, φαινομενικά πρωτόγονου, καθαρά
ανθρωπολογικού αφηγηματικού ύφους, που
ουσιαστικά δεν είναι ούτε των Ευρωπαίων
ούτε των Ινδιάνων και καταφέρνει να
υποβαθμίζει τη λεπτότητα και ευαισθησία
της ιθαγενούς σκέψης. Μπορούμε να πούμε
ότι ο Σκούλκραφτ ενέδωσε στη λογοτεχνική
διάνθιση. Τουλάχιστον όμως δεν κινδυνεύει
κανείς να θεωρήσει ότι η αφήγησή του
αποτελεί επακριβή απόδοση.
Εδώ είναι η δική του απόδοση του «Θρύλου
του Μονταγούμιν ή η Προέλευση του
Ινδιάνικου Καλαμποκιού», που αποτέλεσε
την πηγή για το κεφάλαιο V,
«Η Νηστεία του Χιαγουάθα» στον Λογκφέλοου.
Σε περασμένες εποχές, σε ένα όμορφο
μέρος της χώρας ζούσε ένα φτωχός Ινδιάνος
με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Δεν ήταν
μόνο φτωχός αλλά και ανίκανος να θρέψει
την οικογένειά του. Τα παιδιά του ήταν
όλα πολύ μικρά για να τον βοηθήσουν. Αν
και φτωχός ήταν ευγενικός και καθόλου
μεμψίμοιρος. Ήταν πάντοτε ευγνώμων προς
το Μεγάλο Πνεύμα για οτιδήποτε λάβαινε.
Τον ίδιο χαρακτήρα είχε και ο μεγάλος
γιος του, που είχε φτάσει πλέον στην
κατάλληλη ηλικία για να επιχειρήσει
την τελετουργία Κε-ιγκ-νις-ιμ-ο-ουίν, ή
νηστεία, η οποία θα τους αποκάλυπτε το
πνεύμα που θα τον προστάτευε και θα τον
καθοδηγούσε.
Από μωρό ο Γουνζχ, διότι έτσι ονομαζόταν,
υπήρξε υπάκουο αγόρι και σοβαρός,
ευγενικός και πράος, ώστε τον αγαπούσε
ολόκληρη η οικογένεια. Μόλις εμφανίστηκαν
τα πρώτα σημάδια της άνοιξης, του έχτισαν
το συνηθισμένο μικρό κατάλυμα σε ένα
απομονωμένο χώρο, σε κάποια απόσταση
από το δικό τους, όπου δε θα τον ενοχλούσαν
στη διάρκεια αυτής της σεπτής τελετής.
Στο μεταξύ εκείνος προετοιμαζόταν και
αμέσως εγκαταστάθηκε στο κατάλυμα για
να αρχίσει τη νηστεία του.
Τις πρώτες μέρες διασκέδαζε τα πρωινά
περπατώντας στα δάση και τα βουνά,
εξετάζοντας τα πρώιμα φυτά και λουλούδια
και με αυτόν τον τρόπο προετοιμαζόταν
για έναν ευχάριστο ύπνο, γεμίζοντας
ταυτόχρονα με ευχάριστες ιδέες για τα
όνειρά του. Καθώς περιπλανιόταν στα
δάση, ένιωσε την ισχυρή επιθυμία να
μάθει πως μεγαλώνουν τα φυτά, τα βότανα
και οι καρποί χωρίς καμιά βοήθεια από
τον άνθρωπο και γιατί μερικά είδη ήταν
βρώσιμα, ενώ οι χυμοί άλλων ήταν
θεραπευτικοί ή δηλητηριώδεις. Αυτές οι
σκέψεις ξαναήρθαν στο μυαλό του όταν
είχε εξασθενήσει αρκετά για να περιφέρεται
και περιορίστηκε αυστηρά στο κατάλυμά
του. Επιθυμούσε να ονειρευτεί κάτι που
θα απέβαινε σε όφελος του πατέρα και
της οικογένειάς του και όλων των άλλων.
«Αληθινά!» σκέφθηκε, «το Μεγάλο Πνεύμα
δημιούργησε όλα τα πράγματα και σε αυτόν
οφείλουμε τη ζωή μας. Δε θα μπορούσε
όμως να μας παρέχει τροφή με τρόπο
ευκολότερο από το κυνήγι και το ψάρεμα;
Αυτό πρέπει να το ανακαλύψω στα οράματά
μου».
Την τρίτη μέρα ένιωσε αδύναμος και
εξασθενημένος και έμεινε στο κρεβάτι
του. Καθώς ήταν ξαπλωμένος, φαντάστηκε
πως είδε έναν όμορφο νεαρό να κατεβαίνει
από τον ουρανό και να βαδίζει προς το
μέρος του. Ήταν ντυμένος πλούσια και με
χαρούμενα χρώματα, φορώντας πολλά ρούχα
με πράσινα και κίτρινα χρώματα, που
κυμαίνονταν όμως από τις βαθύτερες ως
τις ανοιχτότερες αποχρώσεις τους. Στο
κεφάλι του φορούσε λοφίο από φτερά που
ανέμιζαν και όλες οι κινήσεις του ήταν
γεμάτες χάρη.
«Με έστειλε σε σένα φίλε μου», είπε ο
ουράνιος επισκέπτης, «το Μεγάλο εκείνο
Πνεύμα που δημιούργησε τα πάντα στον
ουρανό και τη γη. Είδε και γνωρίζει τα
κίνητρά σου στη νηστεία. Βλέπει ότι
πηγάζουν από μια ευγενική και αγαθοεργή
επιθυμία να κάνεις καλό στο λαό σου και
να τον ωφελήσεις και ότι δεν επιζητάς
δύναμη στον πόλεμο ή τις τιμές των
πολεμιστών. Με έστειλε για να σε καθοδηγήσω
και να σου δείξω πως μπορείς να κάνεις
καλό στους οικείους σου».
Έπειτα είπε στο νέο να σηκωθεί και να
προετοιμαστεί να παλέψει μαζί του, διότι
μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να
ελπίζει ότι θα επαληθευτούν οι επιθυμίες
του. Ο Γουνζχ γνώριζε ότι ήταν πολύ
αδύναμος λόγω της νηστείας, αλλά ένιωσε
να ξαναβρίσκει το κουράγιο του και
σηκώθηκε αμέσως αποφασισμένος να
πεθάνει, παρά να αποτύχει. Άρχισε τη
δοκιμασία και όταν μετά από μια
παρατεταμένη προσπάθεια είχε σχεδόν
εξαντληθεί, ο όμορφος ξένος είπε: «Φίλε
μου αρκεί για τώρα. Θα ξαναέλθω να σε
δοκιμάσω». Χαμογελώντας του ανέβηκε
στον ουρανό προς την ίδια κατεύθυνση
από την οποία ήλθε.
Την επομένη ο ουράνιος επισκέπτης
ξαναπαρουσιάστηκε την ίδια ώρα και τον
κάλεσε να επαναλάβει τη δοκιμασία. Ο
Γουνζχ ένιωσε πως η δύναμή του ήταν
ακόμη λιγότερη από ό,τι την προηγούμενη
μέρα, αλλά το κουράγιο του φαινόταν να
αυξάνεται, καθώς το σώμα του εξασθενούσε.
Παρατηρώντας αυτό ο ξένος του μίλησε
ακριβώς όπως την προηγούμενη μέρα,
προσθέτοντας: «Αύριο θα είναι η τελευταία
σου δοκιμασία. Να είσαι δυνατός φίλε
μου, διότι μόνον έτσι μπορείς να με
νικήσεις και να αποκτήσεις το δώρο που
ζητάς».
Την ίδια ώρα την τρίτη μέρα παρουσιάστηκε
ξανά να επαναλάβει τον αγώνα. Ο φτωχός
νέος ήταν πολύ αδύναμος στο σώμα, αλλά
με κάθε δοκιμασία ο νους του δυνάμωνε
και ήταν αποφασισμένος είτε να νικήσει,
είτε να χαθεί προσπαθώντας. Χρησιμοποίησε
τις ύστατες δυνάμεις του και αφού η μάχη
διήρκεσε όσο και οι προηγούμενες, ο
ξένος σταμάτησε τις προσπάθειες του
και ανακοίνωσε ότι νικήθηκε. Για πρώτη
φορά εισήλθε στο κατάλυμα και αφού
κάθισε δίπλα στο νέο άρχισε να του δίνει
οδηγίες, λέγοντάς του με ποιον τρόπο θα
έπρεπε να ενεργήσει προκειμένου να
επωφεληθεί της νίκης.
«Κέρδισες αυτό που επιθυμούσες από
το Μεγάλο Πνεύμα», είπε ο ξένος.
«Αγωνίστηκες αντρειωμένα. Αύριο είναι
η έβδομη μέρα της νηστείας σου. Ο πατέρας
σου θα σου δώσει τροφή για να δυναμώσεις
και επειδή είναι η τελευταία μέρα της
δοκιμασίας να νικήσεις. Αυτό το γνωρίζω
και τώρα θα σου πω τι πρέπει να κάνεις
για να ευεργετήσεις την οικογένεια και
τη φυλή σου. Αύριο», επανέλαβε, «θα σε
συναντήσω για τελευταία φορά. Και μόλις
με νικήσεις, βγάλε μου τα ρούχα μου, ρίξε
με κάτω, καθάρισε τη γη από ρίζες και
ζιζάνια, μαλάκωσέ την και θάψε με. Μόλις
το κάνεις, άφησε το σώμα μου στη γη και
μη με ενοχλήσεις, πότε-πότε όμως κάνε
μια επίσκεψη στο μέρος για να δεις εάν
ζωντάνεψα και πρόσεξε στον τάφο μου να
μην αφήσεις ποτέ να φυτρώσουν χορτάρια
ή ζιζάνια. Μια φορά το μήνα σκέπαζέ με
με καινούργιο χώμα. Εάν ακολουθήσεις
τις οδηγίες μου, θα εκπληρώσεις το σκοπό
σου να κάνεις καλό στους συνανθρώπους
σου, διδάσκοντάς τους τη γνώση που σου
διδάσκω τώρα». Έπειτα του έσφιξε το χέρι
και εξαφανίστηκε.
Το πρωί ο πατέρας του νέου ήλθε με
κάποια ελαφρά εδέσματα λέγοντας:
«Νήστεψες αρκετά γιε μου. Εάν με ευνοήσει
το Μεγάλο Πνεύμα, θα το κάνει τώρα.
Πέρασαν επτά μέρες από όταν έφαγες
φαγητό και δεν πρέπει να θυσιάσεις τη
ζωή σου. Ο Κύριος της Ζωής δεν απαιτεί
κάτι τέτοιο».
«Πατέρα μου», αποκρίθηκε ο νέος,
«περίμενε ώσπου να δύσει ο ήλιος. Έχω
συγκεκριμένο λόγο να παρατείνω τη
νηστεία μου ως εκείνη την ώρα».
«Πολύ καλά», είπε ο γέροντας, «θα
περιμένω μέχρι να φτάσει η ώρα και
νιώσεις ότι θέλεις να φας».
Τη συνηθισμένη ώρα της μέρας ο ουράνιος
επισκέπτης επέστρεψε και η δοκιμασία
της δύναμης ανανεώθηκε. Αν και ο νέος
δεν είχε επωφεληθεί από την πατρική
προσφορά της τροφής, ένιωθε ότι του είχε
δοθεί καινούργια δύναμη και πως η έντονη
προσπάθεια είχε ανανεώσει τη δύναμή
του και ενισχύσει το κουράγιο του. Άδραξε
τον αγγελικό ανταγωνιστή του με υπερφυσική
δύναμη, τον έριξε κάτω, του πήρε τα όμορφα
ρούχα και το λοφίο του και βλέποντάς
τον νεκρό, τον έθαψε αμέσως επιτόπου
παίρνοντας όλα τις προφυλάξεις που του
είχε πει και ταυτόχρονα πιστεύοντας
ακράδαντα ότι ο φίλος του θα ξαναρχόταν
στη ζωή.
Κατόπιν επέστρεψε στο κατάλυμα του
πατέρα του και έφαγε συγκρατημένα από
το γεύμα που του είχαν ετοιμάσει. Ούτε
για μια στιγμή όμως δεν ξέχασε τον τάφο
του φίλου του. Ολόκληρη την άνοιξη τον
επισκεπτόταν προσεχτικά, τον ξεχορτάριαζε
και κράταγε το χώμα μαλακό και φρέσκο.
Πολύ γρήγορα είδε να ανέρχονται από το
έδαφος οι κορυφές πράσινων ανθών. Όσο
προσεχτικότερα τηρούσε τις οδηγίες να
διατηρεί το χώμα σε καλή κατάσταση, τόσο
γρηγορότερα μεγάλωναν. Φρόντιζε, πάντως,
να κρατά κρυφό το κατόρθωμα από τον
πατέρα του.
Έτσι πέρασαν μέρες και εβδομάδες. Το
καλοκαίρι τελείωνε πλέον, όταν μια μέρα
ο Γουνζχ, μετά από μεγάλη απουσία στο
κυνήγι, κάλεσε τον πατέρα του να τον
ακολουθήσει στον ήσυχο και μοναχικό
τόπο της πρώτης νηστείας του. Το κατάλυμα
είχε απομακρυνθεί και στον κύκλο όπου
βρισκόταν δε φύτρωναν ζιζάνια αλλά στη
θέση τους υπήρχε ένα ψηλό και χαριτωμένο
φυτό με λαμπρόχρωμες μεταξένιες ίνες
στεφανωμένο με τούφες που έγερναν,
μεγαλόπρεπα φύλλα και χρυσά τσαμπιά
από κάθε πλευρά.
«Είναι ο φίλος μου», φώναξε ο νέος. «Ο
φίλος ολόκληρης της ανθρωπότητας. Είναι
ο Μονταγουμίν («καλαμπόκι»). Δεν χρειάζεται
πλέον να βασιζόμαστε μόνο στο κυνήγι.
Διότι, όσο φροντίζουμε και περιποιούμαστε
αυτό το δώρο, το ίδιο το χώμα θα μας δίνει
τροφή». Έπειτα έκοψε ένα καλαμπόκι. «Δες
πατέρα μου», είπε, «γι΄ αυτό νήστεψα. Το
Μεγάλο Πνεύμα άκουσε τη φωνή μου, μας
έστειλε κάτι καινούργιο και στο εξής ο
λαός μας δε θα εξαρτάται μόνο από το
κυνήγι ή από το ψάρεμα».
Έπειτα μεταβίβασε στον πατέρα του τις
οδηγίες που του είχε δώσει ο ξένος. Του
είπε πως οι πλατιοί φλοιοί πρέπει να
αφαιρούνται, όπως έβγαλε αυτός τα ρούχα
στη μάχη του. Αφού το έκαναν, του έδειξε
πως κρατούν το καλαμπόκι μπρος στη φωτιά
μέχρις ότου η εξωτερική επιδερμίδα
γίνει καφέ, ενώ ο καρπός διατηρεί όλο
το γάλα. Μετά ολόκληρη η οικογένεια
ενώθηκε σε μια γιορτή για τα φρεσκομεστωμένα
καλαμπόκια εκφράζοντας ευγνωμοσύνη
στο Ελεήμον Πνεύμα που τους τα έδωσε.
Έτσι ήλθε το καλαμπόκι στον κόσμο και
διατηρείται από τότε.
Ένα έξοχο νοτιοαμερικανικό δείγμα του
ίδιου μυθολογήματος κατέγραψε ο Τέοντορ
Κοχ-Γκρινμπεργκ (TheodorKoch-Gruenberg)
κατά την αποστολή του στις ζούγκλες της
άνω λεκάνης του Αμαζονίου το 1903-1905. Αν
και οι άνθρωποι αυτής της αδιαπέραστης
πράσινης κόλασης παρουσιάζονται
πρωτόγονοι και μολονότι είναι πράγματι
άγριοι, καλιεργούν ως τροφή ορισμένα
φυτά, το σημαντικότερο των οποίων είναι
η μανιόκα (κασάβα). Το φυτό αυτό περιέχει
ένα θανάσιμο δηλητήριο (υδροκυανικό
οξύ) που πρέπει να το εξουδετερώσουν
μαγειρεύοντάς το, προκειμένου να
καταναλώσουν τη θρεπτική ουσία της
ρίζας. Οι γυναίκες – η συνηθισμένη
ενδυμασία των οποίων είναι το ίδιο τους
το δέρμα έχοντας αφαιρέσει κάθε είδους
σωματική τριχοφυία – καλλιεργούν τη
μανιόκα τους σε κήπους που διαμόρφωσσαν
στη ζούγκλα οι άνδρες. Οι άνδρες – που
συνήθως δε φοράνε παρά ένα μικρό κομμάτι
υφάσματος ή ταινία για κάλυψη του
εφηβαίου ή διακόσμηση – κυνηγούν,
ψαρεύουν ή προσπαθούν να παγιδέψουν
τις ομορφότερες γυναίκες των γειτονικών
φυλών. Η μανιόκα, εκτός του ότι παρέχει
τη βασική τροφή αυτών των ανθρώπων και
το δηλητήριο για τα βέλη των φυσοκαλάμων,
προσφέρει και ένα ελαφρύ αλλά κατάλληλο
οινοπνευματώδες, που συνεισφέρει
σημαντικά στο πνεύμα των χορευτικών
εορτασμών τους. Είναι λοιπόν ένα φυτό
που συνδυάζει σε αξιόλογο βαθμό όλα τα
μυστήρια των Ντέμα. Συντηρεί τη ζωή,
προκαλεί το θάνατο και διεγείρει το
πνεύμα, και όλα αυτά ταυτόχρονα.
Πάντως η τέχνη της καλλιέργειας,
προετοιμασίας και απόλαυσης αυτού του
θαυμαστού φυτού (από το οποίο παρεπιμπτόντως
εμείς εξάγουμε την ταπιόκα) δεν είναι
παρά ένα από τα παράξενα της κληρονομιάς
αυτών των κατοίκων της ζούγκλας (οι
οποίοι σίγουρα δεν μπορεί να είναι τόσο
απλοί όσο φαίνονται!). Διότι στις γιορτές
τους χρησιμοποιούν μια μεγάλη ποικιλία
μουσικών οργάνων που ΄σιγουρα δεν είναι
πρωτόγονα: τρομπέτες από φλοιό και ξύλο,
μεγάλα και μικρά κλαρινέτα, μικρές
σάλπιγγες, φλάουτα και φλογέρες, οκαρίνες,
αυλούς του Πανός, και ένα είδος «βουητού»
που επιτυγχάνεται φυσώντας έναν αυλό
μέσα σε μια κανάτα. Εκτός από τα πασίγνωστα
τύμπανα από σχισμένους κορμούς της
«ισημερινής» ζώνης του Φρομπένιους,
διαθέτουν και ένα είδος κούφιου ξύλινου
κυλίνδρου με μήκος ένα μέτρο, που χτυπάνε
την κάτω άκρη του στο έδαφος σαν γουδοχέρι.
Στο θρύλο του θαυμαστού ηλιακού παιδιού
Μιλομάκι, τον οποίο κατέγραψε ο Καθηγητής
Κοχ-Γρίνμπεργκ στους ανθρωποφάγους
Γιαχούνα, που καταλαμβάνουν μια περιοχή
στην αριστερή όχθη χαμηλά στον ποταμό
Απαπόρι που πρακτικά βρίσκεται στον
ισημερινό (γεωγραφικό πλάτος 2 μοίρες
νότια) και περίπου στη μεθόριο της
Κολομβίας και της Βραζιλίας (γεωγραφικό
μήκος 70 μοίρες δυτικά), μαθαίνουμε όχι
μόνο για την προέλευση των βρώσιμων
φυτών και τη γιορτή των πρώτων καρπών
αυτού του λαού, αλλά και για την παράξενη
μουσική των φλάουτων και των καλαμιών
υπό τους ρυθμούς των οποίων τελούνται
αυτές οι γιορτές:
Από το μεγάλο Σπίτι του Νερού, τη Χώρα
του Ήλιου, εδώ και πολλά χρόνια ήλθε ένα
μικρό αγόρι που τραγουδούσε τόσο όμορφα,
ώστε πολλοί άνθρωποι μαζεύονταν από
κοντινούς και μακρινούς τόπους για να
το δουν και να το ακούσουν. Το όνομα
αυτού του αγοριού ήταν Μιλομάκι. Όταν
όμως εκείνοι που τον άκουσαν επέστρεψαν
σπίτια τους και έφαγαν ψάρια, πέθαναν
όλοι. Γι’ αυτό οι συγγενείς τους έπιασαν
το Μιλομάκι που στο μεταξύ είχε γίνει
νεαρός άνδρας και επειδή ήταν τόσο
επικίνδυνος, αφού είχε σκοτώσει τα
αδέλφια τους, τον έκαψαν σε μια μεγάλη
πυρά. Ο νέος ωστόσο συνέχισε να τραγουδάει
θαυμάσια μέχρι το τέλος και ακόμη και
όταν οι φλόγες έγλειφαν το κορμί του
τραγουδούσε: «Τώρα πεθαίνω, τώρα πεθαίνω,
τώρα πεθαίνω Γιε μου, τώρα φεύγω από
αυτό τον κόσμο!». Ακόμη και όταν το σώμα
του διογκώθηκε από τη θερμότητα,
εξακολουθούσε να τραγουδά υπέροχα:
«Τώρα το σώμα μου συνθλίβεται, τώρα
είμαι νεκρός!». Το σώμα του έγινε κομμάτια.
Πέθανε και τον καταβρόχθισαν οι φλόγες,
αλλά η ψυχή του ανέβηκε στον ουρανό, ενώ
από τις στάχτες του την ίδια εκείνη μέρα
μεγάλωσε ένα μακρύ πράσινο φύλλο,που
γινόταν διαρκώς μεγαλύτερο και απλωνόταν
μέχρι που την επόμενη μέρα ήταν ήδη ένα
ψηλό δένδρο – ο πρώτος φοίνικας παξιούμπα
στον κόσμο…
Από το ξύλο αυτού του φοίνικα οι
άνθρωποι έφτιαξαν τεράστια φλάουτα που
έβγαζαν τους ίδιους έξοχους ήχους που
τραγουδούσε μέχρι την τελευταία του
στιγμή ο ίδιος ο Μιλομάκι. Επίσης, μέχρι
σήμερα οι άνθρωποι παίζουν τέτοια
φλάουτα όταν οι καρποί είναι ώριμοι.
Καθώς παίζουν, χορεύουν σε ανάμνηση του
Μιλομάκι, που είναι ο δημιουργός και ο
χορηγός όλων των καρπών. Αυτά τα φλάουτα
όμως δεν πρέπει να τα δουν ούτε οι
γυναίκες ούτε τα παιδιά. Διότι αν τα
δουν, θα πεθάνουν.
Τελικώς – όπως γνωρίζουμε τώρα – την
τέχνη της καλλιέργειας του καλαμποκιού
την παρέλαβαν οι Ινδιάνοι της Βόρειας
Αμερικής είτε από το Μεξικό είτε από το
Περού, τα μεγάλα κέντρα ανώτερου
πολιτισμού στο Νέο Κόσμο. Θα κλείσουμε,
λοιπόν, τη σύντομη συλλογή των παραλλαγών
του μυθολογήματος μας με ένα παράδειγμα
από τους Αζτέκους. Στο Χρυσό Κλώνο ο Σερ
Τζέιμς Τζ. Φρέιζερ παραθέτει ένα
παράδειγμα από τη γλαφυρή αφήγηση του
Αδελφού Μπερναντίνο ντε Σαχαγκούν (FrayBernandinodeSahagun):
Σε μια μεγάλη γιορτή το Σεπτέμβρη, της
οποίας προηγείτο αυστηρή νηστεία επτά
ημερών, καθαγίαζαν μια νεαρή σκλάβα
δώδεκα ή δεκατριών ετών, την ομορφότερη
που μπορούσαν να βρουν για να συμβολίζει
τη Θεά του Καλαμποκιού Τσικομεκοχουάτλ.
Τη στόλιζαν με τα στολίδια της θεάς,
βάζοντας ένα στέμμα στο κεφάλι και
σπόρους καλαμποκιού γύρω από το λαιμό
και στις παλάμες της, ενώ στερέωναν ένα
πράσινο φτερό όρθιο στο στέμμα του
κεφαλιού της που συμβόλιζε το στάχυ του
καλαμποκιού. Μας λένε πως αυτό το έκαναν
προκειμένου να δηλώσουν ότι το καλαμπόκι
κατά την περίοδο της γιορτής ήταν σχεδόν
ώριμο. Επειδή όμως ήταν ακόμη τρυφερό,
διάλεγαν για το ρόλο της Θεάς του
Καλαμποκιού μια κοπέλα σε τρυφερή
ηλικία. Σε όλη τη διάρκεια της μέρας
περιέφεραν το φτωχό παιδί με όλα αυτά
τα στολίδια και το πράσινο φτερό να
γέρνει στο κεφάλι της από πόρτα σε πόρτα,
χορεύοντας χαρωπά για να διασκεδάσουν
τους ανθρώπους μετά από την ανιαρότητα
και τις στερήσεις της νηστείας.
Το δειλινό μαζευόταν όλος ο λαός στο
ναό, που οι αυλές του φωτίζονταν από μια
πληθώρα φανών και κεριών. Εκεί περνούσαν
άυπνοι τη νύχτα, και τα μεσάνυχτα, ενώ
οι τρομπέτες, τα φλάουτα και τα κέρα
έπαιζαν τελετουργική μουσική, εμφανιζόταν
ένα φορητό κλουβί ή σκεπαστό φορείο,
στολισμένο με γιρλάντες από σπόρους
καλαμποκιού και πιπεριές και γεμάτο
κάθε είδους σπόρους. Οι μεταφορείς το
τοποθετούσαν μπροστά στην είσοδο του
θαλάμου στον οποίο βρισκόταν το ξόανο
της θεάς. Τώρα ο θάλαμος ήταν σκαλισμένος
και στεφανωμένος, εξωτερικά και εσωτερικά,
με στεφάνια από σπόρους καλαμποκιού,
πιπεριές, γλυκοκολοκύθες, ρόδα και κάθε
είδους σπόρους, ένα χάρμα οφθαλμών.
Ολόκληρο το πάτωμα ήταν πλούσια καλυμμένο
με αυτές τις καταπράσινες προσφορές
των ευσεβών. Όταν σταματούσε η μουσική,
εμφανιζόταν μια επίσημη ακολουθία
ιερέων και αξιωματούχων, με αναμμένα
φώτα και καπνίζοντα θυμιατά, που οδηγούσαν
στο μέσον τους την κοπέλα που παρίστανε
τη θεά. Έπειτα την προέτρεπαν να μπει
στο φορείο, όπου στεκόταν όρθια στη μέση
των καρπών με τους οποίους ήταν στρωμένο,
ενώ ακουμπούσε με τα χέρια της σε δύο
κάγκελα για να μην πέσει. Κατόπιν οι
ιερείς κουνούσαν τα καπνίζοντα θυμιατά
ολόγυρά της. Η μουσική ξανάρχιζε και
ενώ έπαιζε, ένας μεγάλος αξιωματούχος
του ναού την πλησίαζε ξαφνικά με ένα
ξυράφι στο χέρι του και έκοβε επιδέξια
το πράσινο φτερό που είχε στο κεφάλι
της, κόβοντας ταυτόχρονα από τη ρίζα
και τη μπούκλα των μαλλιών στην οποία
ήταν στερεωμένο. Έπειτα με μεγάλη
επισημότητα και περίπλοκες τελετουργίες
παρουσίαζε το φτερό και τα μαλλιά στο
ξόανο της θεάς, κλαίγοντας και ευχαριστώντας
τη για τα γεννήματα της γης και τους
άφθονους καρπούς που πρόσφερε στους
ανθρώπους αυτή τη χρονιά. Καθώς έκλαιγε
και προσευχόταν μαζί του όλος ο λαός
που παρευρισκόταν στις αυλές του ναού.
Όταν τελείωνε αυτή η τελετουργία, το
κορίτσι κατέβαινε από το φορείο και τη
συνόδευαν στο μέρος όπου θα περνούσε
το υπόλοιπο της νύχτας. Μέχρι όμως να
φέξει η μέρα, όλος ο λαός ξαγρυπνούσε
στις αυλές του ναού υπό το φως των δαυλών.
Όταν έφτανε το πρωί και οι αυλές του
ναού έσφυζαν ακόμη από το πλήθος, που
το θεωρούσε ιεροσυλία να εγκαταλείψει
το χώρο, οι ιερείς ξαναπαρουσίαζαν την
κοπέλα ντυμένη με τα ενδύματα της θεάς,
με το στέμμα στο κεφάλι της και τους
σπόρους του καλαμποκιού γύρω από το
λαιμό της. Ξανανέβαινε στο φορητό κλουβί
ή σκεπαστό φορείο και παρέμενε όρθια
στηριζόμενη με τα χέρια της στα κάγκελα.
Μετά οι πρεσβύτεροι του ναού το σήκωναν
στους ώμους τους και καθώς μερικοί
κουνούσαν αναμμένα θυμιατά και άλλοι
έπαιζαν όργανα ή τραγουδούσαν, το
μετέφεραν σε πομπή μέσω της μεγάλης
αυλής ως την αίθουσα του Θεού Χουιτζιλοπόχτλι
και κατόπιν στο θάλαμο όπου βρισκόταν
το ξόανο της Θεάς του Καλαμποκιού, την
οποία παρίστανε το κορίτσι. Εκεί την
προέτρεπαν να κατέβει από το φορείο και
να σταθεί στους σωρούς του καλαμποκιού
και των λαχανικών που είχαν απλωθεί με
αφθονία στο πάτωμα του ιερού θαλάμου.
Καθώς στεκόταν εκεί, όλοι οι πρεσβύτεροι
και ευγενείς παρατάσσονταν σε σειρά, ο
ένας πίσω από τον άλλο, φέρνοντας πιάτα
γεμάτα ξεραμένο και πηγμένο αίμα που
είχαν βγάλει από τα αυτιά τους ως ένδειξη
μετάνοιας στη διάρκεια της επταήμερης
νηστείας. Ο ένας μετά τον άλλο καθόταν
ανακούκουρδα μπροστά της, στάση που
αντιστοιχεί στη δική μας γονυκλισία.
Και αφού έξυναν την κρούστα του αίματος
από το πιάτο, την έριχναν μπροστά της
ως μια προσφορά ανταπόδοσης για τα καλά
που εκείνη, σαν ενσάρκωση της Θεάς του
Καλαμποκιού, τους είχε παράσχει. Καθώς
οι άνδρες πρόσφεραν τόσο ταπεινά το
αίμα τους στον ανθρώπινο αντιπρόσωπο
της Θεάς, με παρόμοιο τρόπο οι γυναίκες
δημιουργούσαν μια μακριά σειρά και
καθεμιά καθόταν μπροστά στο κορίτσι
και έξυνε το πηγμένο αίμα της από το
πιάτο. Η τελετουργία διαρκούσε πολλή
ώρα, διότι μεγάλοι και μικροί, νέοι και
γέροι, όλοι ανεξαιρέτως έπρεπε να
περάσουν μπροστά από την ενσαρκωμένη
θεότητα και να κάνουν την προσφορά τους.
Όταν τέλειωνε, ο λαός επέστρεφε στα
σπίτια του με χαρωπές καρδιές για να
γιορτάσει με κρέας και κάθε είδους
εδέσματα, όπως και οι καλοί χριστιανοί
το Πάσχα απολαμβάνουν το κρέας και τα
άλλα σαρκικά ελέη μετά τη μακροχρόνια
νηστεία της Σαρακοστής. Και αφού έτρωγαν
και έπιναν ώσπου να χορτάσουν και
ξεκουράζονταν μετά τη νυχτερινή αγρύπνια,
επέστρεφαν γρήγορα ανανεωμένοι στο ναό
για να δουν το τέλος της γιορτής. Και το
τέλος της γιορτής ήταν αυτό. Όταν
συγκεντρωνόταν το πλήθος, οι ιερείς
θυμιάτιζαν επίσημα το κορίτσι που
παρίστανε τη Θεά. Έπειτα την έριχναν
ανάσκελα στο σωρό του καλαμποκιού και
των σπόρων, της έκοβαν το κεφάλι, μάζευαν
το αίμα που χυνόταν σε μια λεκάνη και
ράντιζαν με αυτό το ξόανο της θεάς, τους
τοίχους του θαλάμου και τις προσφορές
του καλαμποκιού, των πιπεριών,
γλυκοκολοκύθων, σπόρων και λαχανικών
που στοιβάζονταν στοπάτωμα. Μετά έγδερναν
το αποκεφαλισμένο σώμα και ένας από
τους ιερείς προσπαθούσε να ενδυθεί τη
ματωμένη σάρκα. Μετά από αυτό τον έντυναν
με όλους τους μανδύες που φορούσε η
κοπέλα. Στο κεφάλι του φορούσαν το
στέμμα, γύρω από το λαιμό του περιδέραιο
από χρυσούς σπόρους καλαμποκιού από
φτερά και χρυσό. Με αυτή την περιβολή
τον παρουσίαζαν στο κοινό καθώς όλοι
τους χόρευαν στους ήχους των τυμπάνων,
ενώ αυτός ενεργούσε ως οδηγός, πηδώντας
και χειρονομώντας επικεφαλής της πορείας
όσο ζωηρότερα μπορούσε, καθώς τον
δυσκόλευε το σφιχτό και νωπό δέρμα της
κοπέλας και τα ρούχα της που θα πρέπει
να ήταν πολύ μικρά για ενήλικα άνδρα.
Μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι παράξενο
που οι Ισπανοί πατέρες πίστεψαν πως
στις λειτουργίες του Νέου Κόσμου
αναγνώρισαν μια διαβολική παρωδία του
δικού τους υψηλού μύθου και της άγιας
λειτουργίας της θυσίας και ανάστασης!
Μια πανάρχαια εκδοχή του μυθολογικού
συμβάντος που παρείχε το πρότυπο για
αυτή την τελετουργία αναφέρει πως καθώς
η θεά Τλαλτεούτλι - μια μεγάλη και
θαυμαστή κόρη, με μάτια και σαγόνια σε
κάθε κλείδωση, που μπορούσαν να δουν
και να δαγκώσουν σαν ζώα – περπατούσε
μόνη πάνω στα αρχέγονα ύδατα, έγινε
αντιληπτή από τους δύο αρχέγονους θεούς
Κετσαλκοάτλ (το Πλουμιστό Ερπετό) και
Τεζκατλιπόκα (ο Καπνίζων Καθρέφτης).
Αποφασίζοντας ότι θα δημιουργήσουν
τον κόσμο από αυτή, μεταμορφώθηκαν σε
ισχυρά ερπετά και την πλησίασαν από
κάθε πλευρά. Το ένα την άρπαξε από το
δεξί πόδι και τη διαμέλισαν. Από τα
κομμάτια της δε δημιούργησαν μόνο τη
γη και τους ουρανούς, αλλά και τους
θεούς. Και μετά, για να παρηγορήσουν τη
θεά για ό,τι της είχε συμβεί, όλοι οι
θεοί κατέβηκαν και, υποκλινόμενοι,
διέταξαν να προέλθουν από αυτήν όλοι
οι καρποί που χρειάζονται οι άνθρωποι
για να ζήσουν. Έτσι, από τα μαλλιά της
δημιούργησαν δέντρα, λουλούδια και
χόρτα. Από τα μάτια πηγές, ποτάμια και
μικρές σπηλιές. Από τη μύτη της κοιλάδες
και από τους ώμους της βουνά. Όμως η θεά
έκλαιγε όλη νύχτα, γιατί λαχταρούσε να
καταβροχθίσει ανθρώπινες καρδιές. Και
δε θα ησύχαζε αν δεν της έφερναν. Ούτε
θα καρποφορούσε αν δεν την πότιζνα με
ανθρώπινο αίμα.
...θα
σας διηγηθώ δύο μικρές ιστορίες. Τα
ινδικά ανέκδοτα είναι πολύ γλαφυρά,
μένουν εύκολα στη μνήμη και διευκρινίζουν
την ουσία του πράγματος με πολύ έντονο
τρόπο.
Η
πρώτη ιστορία έχει να κάνει με το σατ,
την επιτέλεση του καθήκοντος. Χρονολογείται
από το 2ο π.Χ. αιώνα και απαντάται σε ένα
βουδιστικό έργο που ονομάζεται
Μιλινταπάνχα. Στην Ινδία υπάρχει μια
λαϊκή σχεδόν δοξασία σύμφωνα με την
οποία το άτομο που σε όλη του τη ζωή
κάνει τέλεια και ανελλιπώς το καθήκον
του είναι σε θέση να κάνει μαγικές
πράξεις. Έτσι, λέγοντας απλά «Αν σε όλη
μου τη ζωή έχω κάνει αυτό κι αυτό χωρίς
άλλο, αληθινά και πραγματικά τότε ας
γίνει το και το», αυτό που λέει γίνεται.
Αυτό λέγεται Πράξη Αλήθειας.
Η
ιστορία μας λοιπόν, εξελίσσεται τον 3ο
αιώνα π.Χ. κατά την περίοδο της βασιλείας
του μεγάλου Βουδιστή αυτοκράτορα Ασόκα,
μια χρονία που οι μουσώνες ήταν ιδιαίτερα
φορτωμένοι και ο Γάγγης φούσκωνε και
απειλούσε να πλημμυρίσει τον πρωτεύουσα
Παταλιπούτρα, τη σημερινή Πάτνα. Ο
αυτοκράτορας κατέβαινε καθημερινά στις
όχθες του ποταμού για να παρακολουθεί
τη στάθμη των υδάτων. Όλος ο κόσμος ήταν
μαζεμένος εκεί και τον ρωτούσε με αγωνία:
«Το ποτάμι φουσκώνει, τι θα απογίνουμε;»
Κάποια
στιγμή που η στάθμη είχε ανέβει σε πολύ
επικίνδυνο επίπεδο, ο Ασόκα φώναξε:
«Υπάρχει κανείς εδώ που μπορεί να κάνει
μια Πράξη Αλήθειας και να πει στα νερά
του Γάγγη να γυρίσουν προς τα πίσω;»
Οι
βραχμάνοι, οι ιερείς συσκέφτηκαν μεταξύ
τους κανείς όμως δεν ήταν σε θέση να
κάνει μια Πράξη Αλήθειας. Ήταν μεν
βραχμάνοι επειδή είχαν ζήσει τέλειες
ζωές στις προηγούμενες ενσαρκώσεις, σε
αυτήν όμως κανείς τους δεν ήταν τέλειος.
Οι ξατρίγια, μια από τα ίδια – ούτε καν
ο ίδιος ο αυτοκράτορας – όπως και οι
βαϊσίγια.
Κάπου,
στο βάθος της ουράς ήταν μια γριά πόρνη
που το όνομά της ήταν Μπιντουμάτι, και
ψέλλιζε διαρκώς: «Εγώ έχω μια Πράξη
Αλήθειας».
«Άντε,
Μπίντι, τι περιμένεις;», της φώναζαν οι
γείτονες, «για όνομα του Θεού!»
Η
Μπιντουμάτι τότε άρχισε να εστιάζεται
μέσα της και μέσα από τη δική της ψυχή
πρόφερε την Πράξη της Αλήθειας, και
φυσικά, όπως αντιλαμβάνεστε, ο ποταμός
άρχισε όντως να κυλάει αντίστροφα.
Για
ευνόητους λόγους όλοι ήταν κατενθουσιασμένοι.
Όταν ο Ασόκα ρώτησε ποιος είχε κάνει
αυτή την Πράξη Αλήθειας, το όνομα της
Μπιντουμάτι, της ταπεινότερης των
υπηκόων του, πετούσε ψιθυριστά από στόμα
σε στόμα μέχρι που έφτασε και στα αυτιά
του ίδιου. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε
σαστισμένος, γιατί συμβαίνει κάτι πολύ
παράξενο με τα δόγματα της θρησκείας.
Όλοι ξέρουν τα τι και τα πως, κανείς όμως
δεν πιστεύει ότι λειτουργούν πραγματικά.
Ο αυτοκράτορας πάντως κατηφόρισε το
δρόμο και κάποια στιγμή πλησίασε την
Μπιντουμάτι και άρχισε να τη στολίζει
με ένα σωρό κοσμητικά: «Εσύ ποταπή και
επάρατη γριά πόρνη, εννοείς ότι έχεις
κάνει μια Πράξη Αλήθειας;»
Αυτή
με αρκετά ήρεμο και ταπεινό ύφος
αποκρίθηκε: «Έχω μια Πράξη Αλήθειας που
θα μπορούσε να φέρει τον κόσμο των θεών
τα πάνω-κάτω, αν το ήθελα πραγματικά».
Με
ένα τσίμπημα φόβου, ο αυτοκράτορας είπε:
«Ποια είναι η Πράξη της Αλήθειας σου;»
Η
Μπιντουμάτι, η σούντρα, του απάντησε:
«Η Πράξη Αλήθειας μου είναι η εξής: αν
στην τέλεση του καθήκοντόςμου δεν
“έγλειφα” τους πλούσιους, τους όμορφους
ή εκείνους της ανώτερης κάστας, ούτε
“έφτυνα” τους φτωχούς, τους ταπεινής
καταγωγής και τους άσχημους, αλλά
προσέφερα πάντα τις υπηρεσίες που όφειλα
να προσφέρω για τα λεφτά που έπαιρνα,
τότε τα νερά του ποταμού ας αρχίσουν να
ρέουν ανάστροφα». Έτσι, λοιπόν, το ποτάμι
άρχισε να κυλάει ανάποδα υπακούοντας
στη δική της διαταγή, επειδή ήταν ένα
αγνό και καθαρό ντάρμα. Σάτι: Η γυναίκα
αυτή υπήρχε. Εκεί δεν υπήρχε κανείς.
Αυτή η γυναίκα ήταν ένα κομμάτι μάλαμα.
Δεν είχε καμία απολύτως κρίση, έκανε
μόνο το καθήκον της. Αυτός είναι ο τρόπος
που πρέπει να λειτουργεί η Ινδία.
Η
γυναίκα αυτή, λοιπόν, έκανε το καθήκον
της. Ο αυτοκράτορας τι έκανε; Μήπως την
κάλεσε να της πει «Μπιντουμάτι, έσωσες
την πόλη! Έλα, κάθισε εσύ στο θρόνο,
σήμερα θα είσαι η βασίλισσα της ημέρας
και εμείς θα στου στήσουμε ένα άγαλμα;»
Καμία σχέση, βέβαια, τίποτε από όλα αυτά
– σε αυτή τουλάχιστον τη ζωή. Στην
επόμενη θα μπορούσε να ήταν η βασίλισσα
του Μπεναρές, τότε όμως όχι. Ήταν και
παρέμενε μια σούντρα. Αυτός είναι ο
ρόλος της – τα ποντίκια δεν μπορούν να
γίνουν λιονταρίνες. Αυτό δεν πρέπει να
το ξεχνάμε ποτέ αναφορικά με το σύστημα
των καστών. Όταν το άτομο επιτελεί το
καθήκον του ανεξάρτητα του που είναι,
τότε συμμετέχει στη δόξα και στη δύναμη
του σύμπαντος και γίνεται αγωγός της
δύναμης αυτής. Κανείς δεν επιλέγει να
κάνει οτιδήποτε. Όλοι κάνουν αυτό που
οφείλουν να κάνουν και έτσι γυρίζει όλο
αυτό το γιγάντιο πράγμα που λέγεται
σύμπαν.
Ο
επισκέπτης που θα βρεθεί στην Ινδία, θα
αντικρύσει άπειρα τρομακτικά και
αποκρουστικά στιγμιότυπα. Οι λέξεις
περί ένδειας και εξαθλίωσης που
χρησιμοποιούμε ούτε καν αγγίζουν την
εκεί πραγματικότητα. Όταν πάντως βρεθείς
εκεί και καταφέρεις να ξεπεράσεις το
πρώτο σοκ, αρχίζει να αναδύεται σταδιακά
η συνείδησ της γαλήνης και του ακτινοβόλου
φωτός.
Ο
Λιούις Μάμφορντ (Lewis Mumford) είχε πει κάποτε:
«Από όλα τα επίπεδα της ζωής αναδύονται
αξίες». Δεν θα αναδυθούν, όμως, αν τις
κριτικάρεις. Θα αναδυθούν μόνο αν
εναρμονιστείς μαζί τους. Αυτή είναι η
παραδοσιακή αντίληψη. Έρχεσαι στο άλφα
ή βήτα επίπεδο, το ζεις, κάνεις το καθήκον
σου – τώρα μιλάω από τη σκοπιά των Ινδών.
Δεν λες «Πω πω, εγώ έπρεπε να ήμουν εκεί
πάνω, ή έπρεπε να είμαι εκεί κάτω, κάποιος
μου την έχει φέρει, να, αυτός εκεί παίρνει
περισσότερα από μένα» – το ζεις. Κρίνε
τη ζωή σου όχι με βάσει το τι παίρνει ο
διπλανός σου, αλλά με βάση το πόσο καλά
κάνεις αυτό που οφείλεις να κάνεις. Αυτή
είναι η δόξα της Ινδίας, η αντίληψη που
κάποτε την έκανε μεγαλειώδη, και αυτή
που τη στηρίζει σήμερα στη φρίκη που
βιώνει. Αυτά λοιπόν περί της ιδέας του
σατ, του να είσαι κάτι: είσαι κάτι στο
βαθμό που λειτουργείς ως κοινωνικό ον
το οποίο φροντίζει να κάνει σωστά το
καθήκον του. Και στην Ινδία φροντίζουν
να το κάνουν και να το κάνουν σωστά.
Υπάρχει
μια ακόμα ιστορία που χρησιμεύει ως
χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης
του εγώ με το ντάρμα. Είναι μια ιστορία
πιο ήπια από την άλλη και αφορά ένα μέλος
ενός αξιοσέβαστου επαγγέλματος, αυτό
του δασκάλου. Η ινδική λέξη για τον
δάσκαλο είναι γκουρού, λέξη, ωστόσο, που
έχει τελείως διαφορετική έννοια από
αυτή που της αποδίδουμε εμείς στη Δύση.
Δάσκαλος για εμάς σήμερα σημαίνει
κάποιον που σου μεταβιβάζει κάποιες
πληροφορίες και σε καθοδηγεί με έναν
ορισμένο τρόπο στη ζωή σου, προσφέροντας
τη βοήθειά του σε κάθε είδους κρίση που
μπορεί να παρουσιαστεί αναπάντεχα στη
ζωή σου. Γκουρού σημαίνει το πρόσωπο
που λειτουργεί ως μοντέλο, ως πρότυπο
για σένα. Ο μαθητής οφείλει να ταυτιστεί
με τον δάσκαλό του, να γίνει όπως αυτός.
Ο δάσκαλος έγινε όπως ο δάσκαλός του,
και έτσι δεν υπάρχει πια κανείς εκεί. Ο
δάσκαλος μεταβιβάζει απλώς το ιδανικό,
το ντάρμα, στις γενιές που ακολουθούν.
Η
ιστορία που θα σας αφηγηθώ αφορά έναν
μαθητή που μια μέρα έφτασε στον δάσκαλό
του καθυστερημένος. Ο δάσκαλός του είπε:
«Άργησες. Που ήσουν, τι τρέχει;»
«Να»,
απάντησε ο μαθητής. «Δεν μπορούσα να
φτάσω εδώ. Ζω στην άλλη μεριά του ποταμού.
Το ποτάμι πλημμύρισε, δεν υπήρχε βάρκα
να με περάσει απέναντι, η περαταριά είχε
βαθύνει πολύ, γι' αυτό και δεν κατάφερα
να φτάσω στην ώρα μου».
«Τώρα
πάντως, είσαι εδώ. Τι έγινε; Ήρθε τελικά
η βάρκα; Έπεσε η στάθμη του ποταμού;»
Ο
μαθητής κούνησε το κεφάλι του δεξιά
αριστερά. «Όχι, όχι, τίποτε δεν άλλαξε
στο ποτάμι».
«Και
πως έφτασες ως εδώ;»
Ο
μαθητής απάντησε: «Σκέφτηκα τον δάσκαλό
μου. Σκέφτηκα: “Ο δάσκαλός μου είναι
για μένα το όχημα της αλήθειας, είναι ο
θεός μου, είναι η αυθεντία μου. Θα σκεφτώ
λοιπόν τον δάσκαλό μου και θα περπατήσω
πάνω στο νερό”. Και αυτό έκανα. Έλεγα
μέσα μου “Δάσκαλε, δάσκαλε, δάσκαλε”,
και περπατούσα πάνω στα φουσκωμένα
νερά, και να 'μαι».
Πω
πω, σκέφτηκε ο δάσκαλος, δεν ήξερα ότι
έχω τη δύναμη να κάνω τέτοια πράγματα.
Φυσικά, ο ίδιος ο δάσκαλος δεν είχε κάνει
τίποτε απολύτως.
Όταν
ο μαθητής έφυγε, ο δάσκαλος σκέφτηκε
ότι αυτός έκανε το «θαύμα». Είπε λοιπόν:
«Θα δοκιμάσω κι εγώ να το κάνω. Πρέπει
να δω πως γίνεται». Στην αρχή έριξε μια
ματιά γύρω του για να δει αν τον βλέπει
κανείς. Αφου βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος,
κατέβηκε στο ποτάμι και στάθηκε εκεί
χαζεύοντας τα χειμαρρώδη νερά που
κυλούσαν αφρισμένα. Θα το κάνω, σκέφτηκε.
Και ξεκίνησε λέγοντας μέσα του «Εγώ,
εγώ, εγώ». Έκανε το βήμα για να πατήσει
πάνω στο νερό και την επόμενη στιγμή
έπεσε στο βυθό του ποταμού σαν πέτρα.
Η
μόνη περίπτωση όπου μπορεί κάποιος να
περπατήσει πάνω στο νερό είναι όταν δεν
υπάρχει κανείς εκεί, όταν είναι κανείς
καθαρό πνεύμα, spiritus, άνεμος. Στα
Σανσκριτικά, αυτό λέγεται πράνα. Ο
δάσκαλος αυτός ήταν στο μυαλό του μαθητή
του ένας κοινωνός της αλήθειας. Στο δικό
του μυαλό, ωστόσο, ήταν ένα «εγώ» και το
«εγώ» έχει βάρος και βουλιάζει.
...επιτρέψτε μου
να σας αφηγηθώ μια μικρή ινδική ιστορία
με ζώα. Οι ιστορίες αυτές είναι υπέροχες
και φωτίζουν αυτοστιγμεί πολλά πράγματα.
Ο συγκεκριμένος αυτός μύθος ήταν και ο
αγαπημένος του Ραμακρίσνα.
Ήταν κάποτε μια
θηλυκή τίγρη που κυοφορούσε και
λιμοκτονούσε. Κάποια στιγμή πετυχαίνει
ένα μικρό κοπάδι κατσίκες και, από τη
λαχτάρα της, όρμησε με πολύ μεγάλη
δύναμη. Οι κατσίκες σκόρπισαν, αυτή
προσγειώθηκε φαρδιά πλατιά στο χώμα,
γέννησε το μικρό που είχε στην κοιλιά
της και πέθανε. Οι κατσίκες, που είχαν
πολύ έντονα γονεϊκά ένστικτα, επέστρεψαν
εκεί όπου έβοσκαν πριν. Είδαν το μικρό
νεογέννητο τιγράκι με τη μητέρα του
δίπλα νεκρή και αμέσως το υιοθέτησαν.
Ο τίγρης μεγάλωσε
αντιλαμβανόμενος τον εαυτό του ως
κατσίκα. Έμαθε να βόσκει χορτάρι, έμαθε
μέχρι και να βελάζει. Δεν μπορούσε να
δει τον εαυτό του στον καθρέπτη, και
συνεπώς δεν γνώριζε πως δεν ήταν κατσίκα.
Βέβαια, ούτε το χορταράκι ούτε το βέλασμα
είναι στη φύση ενός τίγρη. Έτσι, την
εποχή της εφηβείας του ο καημένος αυτός
τίγρης ήταν ένα πλήρως ανεπτυγμένο
αξιοθρήνητο δείγμα του είδους του.
Μια μέρα, ένας
μεγάλος αρσενικός τίγρης που είχε βγει
για κυνήγι όρμησε στο μικρό τους κοπάδι
και οι κατσίκες για μια ακόμα φορά
κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν σκορπίζοντας
εδώ κι εκεί. Το νεαρό ορφανό, όμως, που
ήταν ουσιαστικά ένας τίγρης κι αυτό,
στεκόταν εκεί αμήχανο κοιτώντας κατάματα
τον εισβολέα.
Ο μεγάλος τίγρης
τον κοίταξε κατάπληκτος και είπε: «Τι
κάνεις εσύ εδώ ανάμεσα στις κατσίκες;»
«Μπεε!!!» του
απάντησε ο μικρός τίγρης και μασούλησε
μια τούφα χορτάρι.
Ο μεγάλος δεν
ήξερε που να κρύψει την ντροπή του – τι
κεραμίδα κι αυτή να ανακαλύπτει ένα
μέλος του είδους του σ' αυτό το χάλι!
Έδωσε στον μικρό μια-δυο μπάτσες μπας
και συνέλθει, αλλά ο μικρός επέμενε με
τα χαζο-βελάσματα. Πάνω στην απόγνωσή
του, βούτηξε τον μικρό από το σβέρκο και
τον πήγε σε μια ήσυχη λίμνη.
Τώρα όπως έχω
ήδη πει, η βασική ιδέα της γιόγκα είναι
ότι ο νους πρέπει να είναι σαν την ατάραχη
επιφάνεια μιας λίμνης για να μπορεί
κανείς εκεί να δει την τέλεια εικόνα.
Έτσι, λοιπόν, και ο μικρός μας φίλος
κοίταξε πάνω στην επιφάνεια της λίμνης.
Ο μεγάλος, ο γκουρού, που στεκόταν δίπλα
του, έσκυψε κοιτάζοντας κι αυτός και
είπε: «Κοίτα το πρόσωπό μου. Κοίτα και
το δικό σου. Και των δυο μας το κεφάλι
μοιάζει με κούπα. Έχουμε το ίδιο σκαρί.
Δεν είσαι κατσίκα. Είσαι σαν και μένα:
εμπρός, λοιπόν, άντε, γίνε σαν κι εμένα».
Ο μικρός άφησε
ένα ακόμα χαζό βέλασμα, αυτή τη φορά
όμως κάτι ένιωσε να σαλεύει μέσα του.
Ξανά ο μεγάλος τον άρπαξε από το σβέρκο,
τούτη τη φορά, όμως, τον πήγε στη φωλιά
του, όπου φύλαγε μια φρεσκοσκοτωμένη
γαζέλα, ζουμερή με το αιματάκι της το
φρέσκο, μπουκιά και συχώριο. Ο μεγάλος
έκοψε μια κομματάρα και την πέταξε στον
μικρό. Ο μικρός, όμως, υποχώρησε
αηδιασμένος: «Μα εγώ είμαι χορτοφάγος».
«Μη μου κάνεις
τον δύσκολο τώρα», του είπε ο μεγάλος
και του έχωσε το κομμάτι με το κρέας στο
στόμα. Ο μικρός αναγούλιασε, στραβοκατάπιε
και παραλίγο να πνιγεί. «Λοιπόν», λέει
ο Ραμακρίσνα στο σημείο αυτό, «όλα
γίνονται όταν η αρχή είναι η αληθινή».
Ο μικρός αναγούλιασε μεν, η εμπειρία
όμως αυτή μίλησε στο αίμα του και άρχισε
να νιώθει κάτι να βουίζει μέσα του, κάτι
που δεν το είχε νιώσει ποτέ – το σωστό
είδος τροφής.
Εντελώς αυθόρμητα,
η ίδια η φύση του αφυπνίστηκε και χωρίς
καν να το καταλάβει, τανύστηκε όπως
τανύζονται οι τίγρεις και έβγαλε κάτι
που δεν θα μπορούσε να το πει κανείς
βρυχηθμό, αλλά τέλος πάντων, ήταν κάτι
που ο μεγάλος ο οποίος ήξερε από βρυχυθμούς
μπορούσε να το δεχθεί ως απόπειρα.
Ο μεγάλος γύρισε
και είπε: «Ήρθαμε λοιπόν στα ίσα μας.
Πάμε τώρα στο δάσος για να βρούμε τροφή
για τίγρεις».
Μου αρέσει η
ιστορία αυτή και τη λέω πάντα στους
μαθητές μου. Και όταν τους ρωτάω ποιο
είναι το ηθικό δίδαγμα, μου λένε: «Βάλε
μια τίγρη στη μηχανή σου». Αυτό λοιπόν
είναι το δίδαγμα της ιστορίας: είμαστε
όλοι τίγρεις που ζουν ανάμεσα σε αυτές
τις κατσίκες. Άντε λοιπόν, εμπρός για
το δάσος, για το δάσος της νύχτας, και
βρείτε την τίγρη που λαμπυρίζει στα
τρίσβαθα της δικής σας υπόστασης.
Joseph
Campbell
Μύθοι
του Φωτός
Αποκαλύπτοντας
τις Μυστικές Διαστάσεις της Προαιώνιας
Σοφίας
...Να τι βρίσκεται πίσω από την αναζήτηση του Δισκοπότηρου. Ο Γκάλαχαντ στην αναζήτηση ήταν κάτι ανάλογο του Χριστού. Παρουσιάστηκε στην αυλή του Αρθούρου με μια φλογερή κόκκινη πανοπλία τη Γιορτή της Πεντηκοστής, τη γιορτή της καθόδου του Αγίου Πνεύματος στους αποστόλους με τη μορφή φωτιάς. Κάθε ένας από εμάς μπορεί να γίνει Γκάλαχαντ, ξέρεις. Αυτή είναι θέση των Γνωστικών όσον αφορά το μήνυμα του Χριστιανισμού, σύμφωνα με τα κείμενά τους που θάφτηκαν στην έρημο κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θεοδοσίου.
Στο Κατά Θωμά Ευαγγέλιο των Γνωστικών για παράδειγμα, ο Ιησούς λέει, "Εκείνος που θα πιεί από το στόμα μου, θα γίνει όπως εγώ, και εγώ θα γίνω εκείνος". Τέτοια είναι η ιδέα που διαπερνά τα ρομάντσα του Δισκοπότηρου.
JOSEPH CAMPBELL Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΥ: Όπως αναφέρεται στην ανάρτηση της 18/11/2010, σύμφωνα με το κείμενο του Thomas Malory "Ο σερ-Λάνσελοτ παρατήρησε τα ευγενικά χαρακτηριστικά του νεαρού και πρόσεξε πως ήταν λεπτοκαμωμένος, ευπρεπής και σεμνός σαν περιστέρι".Ως γνωστόν το Άγιο Πνεύμα τα Θεοφάνεια παρουσιάστηκε εν είδει Περιστεράς, άρα ενισχύεται η άποψη του Campbell. Επισης ο Χριστός όπως είχε πει ο ίδιος είναι το Α και το Ω. Αλλά Α+Ω=801. Και 801 ψηφίζει η Περιστερά.
MOYERS: Οι άνθρωποι ρωτούν, “Δεν είναι ο μύθος ένα ψέμα;”
CAMPBELL: Όχι, η μυθολογία δεν είναι ψέμα, η μυθολογία είναι ποίηση, είναι μεταφορά. Έχει ορθώς ειπωθεί ότι η μυθολογία είναι η προτελευταία αλήθεια – προτελευταία, επειδή η τελική δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια. Είναι πέρα από λόγια, πέρα από εικόνες, πέρα από αυτό το δεσμευμένο στεφάνι του βουδιστικού Τροχού του Γίγνεσθαι. Η μυθολογία εκσφενδονίζει το νου πέρα από αυτό, προς εκείνο που μπορεί να γίνει γνωστό αλλά όχι να ειπωθεί. Είναι επομένως η προτελευταία αλήθεια.
Είναι σημαντικό να βιώνεις τη ζωή με την εμπειρία και άρα με τη γνώση του μυστηρίου της και του δικού σου μυστηρίου. Αυτό δίνει στη ζωή μια νέα ακτινοβολία, μια νέα αρμονία, ένα νέο μεγαλείο. Το να σκέφτεσαι με μυθολογικούς όρους βοηθά να αποδεχτείς τα αναπόφευκτα αυτής της κοιλάδας των δακρύων. Μαθαίνεις να αναγνωρίζεις τις θετικές αξίες στις φαινομενικά αρνητικές στιγμές ή όψεις της ζωής σου. Η μεγάλη ερώτηση είναι αν θα είσαι ικανός να πεις ένα εγκάρδιο ναι στην περιπέτειά σου.
MOYERS: Την περιπέτεια του ήρωα;
CAMPBELL: Ναι, την περιπέτεια του ήρωα – την περιπέτεια του να είσαι ζωντανός.
Από την άποψη της κάθε ορθοδοξίας, ο μύθος ορίζεται απλά σαν “θρησκεία των άλλων λαών”. Ενας αντίστοιχος θρησκευτικός ορισμός είναι “παρεξηγημένη μυθολογία”. Η παρεξήγηση συνίσταται στην ερμηνεία των μεταφορών του μύθου σαν αναφορές στη σκληρή πραγματικότητα. Για παράδειγμα, η Παρθενογένεση είναι βιολογική ανωμαλία, η Γη της Επαγγελίας είναι ένα τμήμα της Εγγύς Ανατολής που κατοικείται από τους εκλεκτούς του θεού. Εδώ η έννοια “Θεός” γίνεται αντιληπτή σαν μια αληθινή αν και αόρατη, αρσενική προσωπικότητα, που δημιούργησε το σύμπαν και κατοικεί σε έναν αόρατο μα αληθινό παράδεισο. Εκεί πηγαίνουν όλοι όσοι “κρίνονται” μόλις πεθαίνουν, για να μείνουν μέχρι το τέλος του χρόνου με τα αναστημένα τους σώματα.
Πως μπορεί στο όνομα της Αλήθειας ή της Λογικής να κατασκευάζει ο σύγχρονος νους τέτοιες ανοησίες;
Οι μύθοι, όπως και τα όνειρα, είναι παράγωγα της ανθρώπινης φαντασίας. Συνεπώς οι εικόνες τους, αν και αντλούνται από τον υλικό κόσμο και την υποτιθέμενη ιστορία του, είναι όπως και τα όνειρα, αποκαλύψεις των βαθύτερων ελπίδων, επιθυμιών και φόβων, ικανοτήτων και αντιθέσεων της ανθρώπινης θέλησης – η οποία κινείται με τη σειρά της απότις ενέργειες των οργάνων του σώματος που λειτουργούν είτε απο κοινού ή ενάντια το ένα στο άλλο. Δηλαδή κάθε μύθος σκόπιμα ή όχι, είναι ψυχολογικά συμβολικός. Επομένως, τα θέματα και οι εικόνες του δεν πρέπει να εξεταστούν με την κυριολεκτική τους σημασία αλλά σαν μεταφορές.
Ομως οι μυθολογίες απευθύνονται σε ζητήματα καταγωγής του φυσικού κόσμου και των τεχνών, των νόμων και των εθίμων των λαών – κάτι που δε γίνεται με τα όνειρα. Από αυτή την άποψη τα φυσικά γεγονότα ερμηνεύονται σαν μεταφυσικά, βασισμένα σε ένα ονειρικό μυθικό βασίλειο πέρα από το χωρόχρονο. Από τη στιγμή που είναι αόρατα στο φυσικό πεδίο μπορούμε να τα γνωρίσουμε μόνο μέσω της σκέψης. Και καθώς τα άυλα σχήματα του ονείρου αναδύονται από το μοργοποιητικό έδαφος της ατομικής θέλησης, έτσι και τα φευγαλέα σχήματα του φυσικού κόσμου αναδύονται από ένα κοσμικό, μορφογενετικό έδαφος που γίνεται γνωστό στο νου μέσω των μορφών του μύθου.
Αυτές οι μυθικές μορφές είναι οι “προγονικές μορφές”, τα άυλα αρχέτυπα όλων εκείνων που δέχεται το μάτι σαν φυσικά υλικά. Τα υλικά πράγματα γίνονται αντιληπτά σαν εφήμερες συγκεκριμενοποιήσεις των ενεργειών αυτών των νοούμενων ιδεατών μορφών. Παραδοσιακοί τύποι εργαλείων, κατοικιών και όπλων βρίσκουν την δικαίωση τους σε τέτοια αιώνια πρότυπα. Οι τελετουργίες είναι άμεσες αποτυπώσεις των προτύπων που συγκρατούν τη ζωή. Οι ναοί και τα θέματα των μύθων είναι ερμητικά πεδία στα οποία οι θεοί και οι θεές, οι δαίμονες και οι άγγελοι, οι ημίθεοι κλπ. συμβολίζουν με τη μορφή χαρισματικών προσωπικοτήτων, τις δίνες της συνείδησης από τις οποίες αντλούν την ύπαρξή τους όλες οι όψεις του θεάτρου της ζωής. Επομένως οι μορφές των μύθων, όχι όμως και τα όνειρα, εκφράζουν συμπαντικά και όχι ατομικά θέματα. Στο όραμα ο νους μπορεί να εξαπλωθεί σε αυτή τη συμπαντική περιοχή, όπως γίνεται στα όνειρα των σαμάνων και των μυστικιστών, γιατί οι ενέργειες οι οποίες διαμορφώνουν το φυσικό κόσμο είναι ίδιες με εκείνες που λειτουργούν μέσα από τα όργανα του ανθρώπινου σώματος. Όμως όπως σημειώνεται στην Τσαντόγια Ουπανισάντ: “Εκείνοι που δεν γνωρίζουν το σημείο, μπορούν να περάσουν πάνω από ένα κρυμμένο θησαυρό δίχως να τον ανακαλύψουν. Έτσι και όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου περνούν καθημερινά από τον κόσμο του Μπράχμα (κατά το βαθύ ύπνο) δίχως να τον ανακαλύπτουν απορροφημένοι καθώς είναι από τις λαθεμένες ιδέες”.
Η πρώτη ξεχωριστή λειτουργία κάποιας μυθολογίας είναι η απελευθέρωση του νου από την απλοϊκή προσήλωση πάνω σε τέτοιες λαθεμένες ιδέες, που προέρχονται από τον υλικό κόσμο. Έτσι οι παραστάσεις των μύθων είναι μεταφορικές (ενώ τα όνειρα δεν είναι) από δύο απόψεις ταυτόχρονα, καθώς κρύβουν (1) ψυχολογικές, αλλά και (2) μεταφυσικές νύξεις. Μέσα από αυτό το διπλό πρίσμα τα σημαντικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά του κάθε τοπικού κοινωνικού νόμου, περιβάλλοντος ή υποτιθέμενης ιστορίας μπορούν, μέσω των μύθων, να μεταμορφωθούν σε αποκαλύψεις της υπερβατικότητας.
Ο Εμάνουελ Καντ προσδιόρισε έναν πολύ απλό τρόπο για την ερμηνεία τέτοιων διπλών απόψεων, στο θεμελιώδες έργο του Prolegomena zu einer jeden Kuenftigen Metaphysik, die als Wissenschaft wird auftreten Koennen, (παρ. 57-58). Εκείνο που μας προσφέρει είναι μια αναλογία τεσσάρων όρων (το α αντιστοιχεί στο β όπως το γ στο χ ). Ετσι, δε δείχνει την ατελή ομοιότητα δύο πραγμάτων αλλά την τέλεια ομοιότητα δύο σχέσεων ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικά πράγματα. (“nicht etwa, eine unvollkommene Aehnlichkeit zweier Dinge, sondern eine vollkommene Aehnlicheit zweier Verhaeltnisse zwischen ganz unaehnlichen Dingen”): δεν είναι “το α που μοιάζει κάπως με το β”, αλλά “η σχέση του α προς το β μοιάζει απόλυτα με εκείνη του γ προς το χ”. Το χ όχι μόνο είναι άγνωστο αλλά είναι εντελώς αδύνατο να προσδιοριστεί. Αντιπροσωπεύει δηλαδή κάτι το μεταφυσικό.
Ο Καντ αποδεικνύει τον τύπο με δύο παραδείγματα:
(1)Οπως εξαρτάται η παιδική ευτυχία (α) από την αγάπη των γονέων (β), έτσι και η ευημερία της ανθρώπινης φυλής (γ) εξαρτάται από το άγνωστο στοιχείο του θεού (χ) που εμείς αποκαλούμε η αγάπη του θεού. Και
(2)Η αδιαφορία της ύψιστης αιτίας (χ) σε σχέση με τον κόσμο (γ) αντιπροσωπεύει ακριβώς τη σχέση της ανθρώπινης λογικής (β) με την ανθρώπινη τέχνη (α).
Η πρώτη από τις δύο προτάσεις αναφέρεται στην καρδιά. Η δεύτερη, περισσότερο φιλοσοφική, αφορά το νου. Ο Καντ αναλύει τη σημασία της δεύτερης, με τα παρακάτω λόγια:
“Για την ώρα μου είναι άγνωστη η φύση της ανώτερης αιτίας. Το μόνο που κάνω είναι να συγκρίνω το γνωστό της αποτέλεσμα (δηλαδή, τη σύνθεση του σύμπαντος) και τον ορθολογισμό αυτού του αποτελέσματος με τα γνωστά αποτελέσματα της ανθρώπινης λογικής. Γι' αυτό αποκαλώ εκείνη την ανώτερη αιτία., Αίτιο (Λόγο) χωρίς να της αποδίδω εκείνο που κατανοώ εγώ με τον όρο ή κάτι που μου είναι γνώριμο”.
Πράγματι, όπως είπε και ο Καντ, ενώ η ιδέα ότι δεν μπορεί να υπάρξει αποτέλεσμα δίχως αιτία είναι μια κλασσική αντίληψη που σχετίζεται με τις φυσικές παρατηρήσεις και επιβεβαιώνεται από αυτές μέσα στο πρόσκαιρο πεδίο των φαινομενικών εμφανίσεων, η a priori εφαρμογή της σε μια υποθετική σχέση της αιωνιότητας (σαν Πρωταρχική Αιτία) και της κοσμικότητας (σαν Δημιουργημένο Αποτέλεσμα) δεν είναι παρά μια αναλογία και μάλιστα ανακριβής. Τα κοσμικά αποτελέσματα διαδέχονται εν καιρώ τις κατάλληλες αιτίες τους, όμως η “μορφογενετική” σχέση της αιωνιότητας ως προς το χρόνο δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή σαν επακόλουθη, από τη στιγμή που δεν υπάρχει χρόνος. Επιπλέον, εφόσον η αιωνιότητα ορίζεται σαν κάτι πέρα από την κοσμικότητα, υπερβαίνει όλες τις ηθικές ή λογικές κατηγορίες -ύπαρξη και μη ύπαρξη, μονάδα και πολλαπλότητα, αγάπη και δικαιοσύνη, άφεση και οργή. Η ονομασία και η ιδέα του “Θεού” δεν είναι παρά μια μεταφορά του νου που δε γνωρίζει, και υπονοεί εκείνο που βρίσκεται πέρα από το νου που δε γνωρίζει, και υπονοεί εκείνο που βρίσκεται πέρα από το νου και τη σκέψη. Ετσι ο μοναδικός τρόπος για να μιλήσουμε είτε από την άποψη του χρόνου ή της αιωνιότητας, είναι να χρησιμοποιήσουμε τη φιλοσοφική και θεολογική αναλογία μια ορθολογιστικά συναγόμενης Πρώτης Αιτίας ή τη μυθολογική εικόνα και την ψυχολογική της επίδραση που έχει άμεση σχέση με την υπερβατικότητα.
Για παράδειγμα, στην αρχή της Κυριακής Προσευχής η επίκληση “Πάτερ Ημών” είναι μεταφορική από τη στιγμή που το υποκείμενο δεν είναι ένας πραγματικός αρσενικός γονέας, ούτε καν ανθρώπινη ύπαρξη. Η σημασία του είναι ψυχολογική και η φράση δείχνει μια συγγένεια, καθώς και ανθρώπινα συναισθήματα που μοιάζουν με εκείνα του παιδιού προς τον πατέρα του. Επίσης είναι ολοφάνερη η υπερβατική ή μεταφυσική έννοια, στο γεγονός ότι ο υπονοούμενος πατέρας δεν ανήκει στη γη, ούτε στο χωρόχρονο, αλλά στην αιωνιότητα, στον “Ουρανό” όπως ονομάζεται στη λαϊκή ορολογία το μορφογενετικό πεδίο.
Μια αντίστοιχη προσευχή θα μπορούσε να απευθύνεται στη “Μητέρα Μας, μέσα ή κάτω από τη γη”. Στην πραγματικότητα, υπήρξαν πολλές θρησκείες και πιθανά να υπάρξουν ακόμη περισσότερες, για τις οποίες η πίστη απευθύνεται στη μητέρα. Τα συναισθήματα που διέγειρε αυτή η πνευματική στάση συνέβαλαν στην εμφάνιση εθίμων, τεχνών και τρόπων λατρείας διαφορετικών από εκείνους που προήλθαν από τη λατρεία του μεταφυσικού πατέρα.
Εκεί όπου ερμηνεύτηκαν οι τοπικές μυθολογικές εικόνες σαν γεγονότα και όχι σαν μεταφορές, έγιναν θηριώδεις μάχες ανάμεσα στις ομάδες τέτοιων αντιμαχόμενων τρόπων μεταφορικής απεικόνισης. Η Βίβλος βρίθει αντίστοιχων παραδειγμάτων. Σήμερα (1984-86) στην άλλοτε γοητευτική πόλη της Βηρυτού οι ζηλωτές τριών διαφορετικών τάσεων, αν και πιστεύουν στην ίδια ιδέα του μοναδικού πατέρα “Θεού”, ρίχνουν βόμβες ο ένας στον άλλο.
Δεν έχει παρά να ρωτήσει κανείς: Τι περισσότερο μπορεί να συνεισφέρει αυτή η φυλετική πεζότητα στον αιώνα που ζούμε από αγωνία σε έναν κόσμο με παγκόσμιες διαπολιτιστικές προοπτικές; Ολα αυτά προέρχονται από παρερμηνευτικές μεταφορές. Ο αγγελιαφόρος θεωρείται μήνυμα, η έμφαση θεωρείται υποδήλωση. Υπερφορτώνοντας το φορέα με συγκινησιακά φορτία ξεφεύγουμε από την ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και τη σκέψη. Η μόνη αποδεκτή λύση που εφαρμόστηκε μέχρι τώρα είναι η απόρριψη της μεταφοράς σαν ψέμα. Κάτι τέτοιο όμως αχρηστεύει ολόκληρο το λεξικό της γλώσσας της ψυχής με το οποίο ο άνθρωπος ανυψώθηκε σε ενδιαφέροντα πέρα από την τεκνοποίηση, τα οικονομικά και την “ποσότητα”.
Ακούω μήπως νάρχεται από κάπου, δηλαδή από το πουθενά, ο τρομαχτικός ήχος ενός ολύμπιου γέλιου;
Αν μελετήσουμε τα μαθηματικά των
μυθολογικών και πραγματικών κύκλων με
τα οποία συνδέονταν αυτές οι τελετές,
μπορούμε να αποκομίσουμε κάποιο νόημα
από τη μακρό-μικροκοσμική σημασία τους.
Για παράδειγμα στα ιερά ινδικά έπη και
πουρανά (λαϊκά κείμενα της αρχαίας
παράδοσης) η Κάλι Γιούγκα με τα σημερινά
χρονικά δεδομένα περιέχει 432.000 χρόνια.
Ο ίδιος ο αριθμός εφαρμόζεται και στο
"μεγάλο κύκλο" (μαχαγιούγκα) που
περιέχει 4.320.000 χρόνια. Αργότερα μελετώντας
τα ισλανδικά έπη Εντα ανακάλυψα ότι
στην πολεμική αίθουσα του Οντίν (Βόταν)
στη Βαλχάλα υπήρχαν 540 πύλες. Μέσα από
κάθε πύλη θα περνούσαν την "Ημέρα του
Λύκου" 800 θεϊκοί πολεμιστές για να
πολεμήσουν σε μια καταστροφική μάχη με
τους εχθρούς τους. Όμως 800 Χ 540 = 432.000. Και
έτσι αναρωτήθηκα, πως είναι δυνατόν να
αναγνωρίζεται στην Ισλανδία του δέκατου
μέχρι δέκατου τρίτου αιώνα ο ίδιος
αριθμός ετών που υπολογίζεται και στον
ινδικό χρονικό κύκλο.
Έπειτα θυμήθηκα ότι στη Βαβυλώνα υπήρξε
ένας Χαλδαίος ιερέας, ο Βηρώσος. Το 280
π.Χ. απέδωσε στα ελληνικά μια περιγραφή
της ιστορίας και μυθολογίας της Βαβυλώνας,
στην οποία ανέφερε ότι, ανάμεσα στην
άνθιση της πρώτης πόλης και το βαβυλώνιο
μυθολογικό κατακλυσμό μεσολάβησαν
432.000 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων
βασίλεψαν δέκα βασιλιάδες. Πολύ μεγάλες
ζωές! Μεγαλύτερες ακόμη και από του
Μαθουσάλα (Γένεση 5:27) ο οποίος έζησε
μόνο 969 χρόνια.
Έτσι επέστρεψα στην Παλαιά Διαθήκη
(Γένεση 5) και μετρώντας τους πατριάρχες
που έζησαν πριν από τον κατακλυσμό, από
τον Αδάμ μέχρι τον Νώε ανακάλυψα πως
ήταν δέκα. Πόσα χρόνια; Ο Αδάμ ήταν 130
χρόνων όταν γένησε τον Σηθ, ο οποίος
ήταν 105 όταν γέννησε τον Ενώχ κ.ο.κ., μέχρι
τον Νώε, που ήταν 600 ετών όταν άρχισε ο
κατακλυσμός. Από την πρώτη μέρα της
δημιουργίας του Αδάμ μέχρι την πρώτη
σταγόνα της βροχής του κατακλυσμού του
Νώε πέρασαν 1.656 χρόνια. Τι σχέση έχουν
με τα 432.000; Ο Τζούλιους Όπερτ ένας
διακεκριμένος ιουδαίος Ασσυριολόγος
του περασμένου αιώνα, παρουσίασε στη
Βασιλική Ακαδημία Επιστημών στο
Γκότονγκεν το 1887 μια μελέτη για τις
"Ημερομηνίες της Γένεσης", η οποία
έδειχνε ότι στα 1.656 χρόνια αντιστοιχούν
86.400 εβδομάδες 7 ημερών η κάθε μία, 86.400 :
2 = 43.200.
Βλέπουμε ότι στο βιβλίο της Γένεσης
υπάρχουν δύο αντικρουόμενες θεολογίες
που σχετίζονται με το μύθο του Κατακλυσμού.
Η μία προκύπτει από τη φυλή. Ο λαϊκός
μύθος ενός γεμάτου θέληση προσωπικού
δημιουργού θεού, που είδε ότι {ήταν πολύ
μεγάλη η μοχθηρία των ανθρώπων πάνω στη
γη... και μετανόησε που είχε φτιάξει πάνω
στη γη τον άνθρωπο, ο οποίος τον πίκραινε.
Ετσι ο Κύριος είπε, "Θα καταστρέψω
τον άνθρωπο που δημιούργησα από προσώπου
γης, τον άνθρωπο και τα θηρία και τα
πτηνά του αέρα γιατί μετανόησα που τα
έφτιαξα"}(Γένεση 6:5-7). Η δεύτερη ιδέα,
η οποία βρίσκεται σε θεμελιώδη αντίθεση
με την πρώτη, είναι εκείνη του απόκρυφου
αριθμού 86.400. Αποτελεί δε μια βαθιά
κρυμμένη αναφορά στη σουμεροβαβυλωνιακή,
μαθηματική κοσμολογία των αέναων κύκλων
του απρόσωπου χρόνου, με τη γέννηση των
κόσμων, την άνθισή τους σε έναν κύκλο
43.200 (432.000 ή 4.320.000) χρόνων και την επιστροφή
τους καθώς και τη διάλυσή τους στην
κοσμική μητέρα θάλασσα. Εκεί αναπαύονται
για το ίδιο χρονικό διάστημα πριν
επιστρέψουν πάλι κ.ο.κ. Θα θυμάστε ότι
οι Ιουδαίοι έζησαν 50 χρόνια μακριά από
την πατρίδα τους, εξόριστοι στη Βαβυλώνα
(586 - 539 π.Χ.) όπου δέχτηκαν θέλοντας και
μη τις βαβυλωνιακές επιδράσεις. Ετσι,
αν και η λαϊκή, εξωτερική ερμηνεία του
μύθου για τον Κατακλυσμό ανήκει στην
περίοδο της βασιλείας του Δαυίδ, περίπου
δέκατο αιώνα π.Χ., οι κρυμμένες ενδείξεις
της ιερής γνώσης, καθώς και μιας
μεγαλύτερης και σφαιρικότερης ερμηνείας
του μύθου, σύμφωνα με την οποία ο θεός
θα έρθει από μόνος του σε ύπαρξη και από
μόνος του θα σταματήσει να υπάρχει μαζί
με το σύμπαν, ανήκει στην περίοδο μετά
την Εξορία, όπως και οι γενεαλογικές
ημερομηνίες του κεφαλαίου 5 της Γένεσης.
Με την ευκαιρία, οφείλουμε να παρατηρήσουμε
πως αν προσθέσουμε τους αριθμούς 1+6+5+6
έχουμε το νούμερο 18, δηλαδή δύο φορές
το 9, ενώ αν προσθέσουμε 4+3+2 έχουμε πάλι
9, έναν αριθμό παραδοσιακά συνδεδεμένο
με την Μητέρα Θεά του Κόσμου. Στην Ινδία,
ο αριθμός των ονομάτων που επικαλούνται
σε μια λιτανεία αυτής της θεάς είναι
108. Δηλαδή, 1+0+8 = 9, ενώ 108 Χ 4 = 432. Στη
ρωμαιοκαθολική Ευρώπη οι καμπάνες
χτυπούν (το πρωί, το μεσημέρι και το
απόγευμα) 3+3+3 και έπειτα 9 φορές, στη
γιορτή της σύλληψης του Χριστού από την
Παρθένο Μαρία. Οι προσευχές που
απαγγέλλονται σε αυτές τις περιπτώσεις,
"Άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τη Μαρία
και συνέλαβε υπό του Αγίου Πνεύματος
και Ο ΛΟΓΟΣ ΕΓΕΝΕΤΟ ΣΑΡΞ..." εκφράζουν
την αναγνώριση του θαύματος σαν έναρξη
μιας καινούργιας κοσμικής εποχής. Ο
αριθμός 9 στην αρχαία Ελλάδα αποδιδόταν
στις Μούσες, τις προστάτιδες θεές των
τεχνών. Ήταν κόρες της Μνημοσύνης
(Ανάμνησης), της πηγής της φαντασίας,
που είναι με της σειρά της φορέας των
αρχετύπων βασικών ιδεών, μέχρι την
καλλιτεχνική αντίληψη στο χωρόχρονο.
Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός 9 συνδέεται
παραδοσιακά με τη μεγάλη θεά, η οποία
έχει πολλά ονόματα (Ντέβι, Ινάνα, Ιστάρ,
Αστάρτη, Αρτεμις, Αφροδίτη κ.λπ.) σαν
μητέρα της κοσμικής διαδικασίας, είτε
σε μακροκοσμικό ή σε μικροκοσμικό πεδίο
εκδήλωσης. Επομένως, μπορούμε εύκολα
να μαντέψουμε το λόγο απόκρυψης της
εικόνας της από έναν κλήρο που ενδιαφερόταν
μόνο για τις απαιτήσεις μιας γενειοφόρου
θεότητας.
Το βάθος και το θείο μεγαλείο της
κρυμμένης μυθολογίας μπορεί να κατανοηθεί
καλύτερα με την εικόνα δύο φαινομενικά
άσχετων μεταξύ τους ρολογιών. το ένα
είναι το υπέρτατο ρολόι του εξώτερου
διαστήματος, η αστρονομική διαδοχή των
ισημεριών. Το άλλο το εσωτερικό, είναι
οι φυσιολογικοί παλμοί της ανθρώπινης
καρδιάς. το πρώτο συνδέεται με την αργή
κίνηση προς τα δυτικά, την πορεία των
χρόνων, των σημείων των ισημεριών γύρω
από τη ζώνη του ζωδιακού. (Για παράδειγμα
η εαρινή ισημερία κινείται από το σημείο
του Κριού - στο οποίο βρισκόταν πριν από
τη γέννηση του Χριστού στους Ιχθείς,
όπου και παραμένει - κατευθυνόμενη προς
τον Υδροχόο, στον οποίο θέλει αρκετές
εκατοντάδες χρόνια για να φτάσει.)
Χρειάζονται ακριβώς 25.920 χρόνια για να
συμπληρωθεί ένας ζωδιακός κύκλος,
γνωστός σαν "μεγάλο" ή "Πλατωνικό"
έτος. Ομως αν διαιρέσουμε το 25.920 με το
60 (το αρχαίο Σος της Μεσοποταμίας ή
βασικό εξηνταδικό σύστημα των αστρονομικών
μετρήσεων, που χρησιμοποιείται ακόμη
για τις μετρήσεις των χρονικών κύκλων)
έχουμε πηλίκο 432. Επιπλέον: 2+5+9+2+0=18.
Εξετάζοντας το δεύτερο, το εσωτερικό
ρολόι, ανακάλυψα πως «ο παλμός της
καρδιάς ενός φυσιολογικού ανθρώπου που
ασκείται κανονικά είναι 60 σφύξεις το
λεπτό ή και λιγότερο. Με 60 ανά λεπτό,
δεδομένου ότι η ώρα έχει 60 λεπτά, ισούται
με 3.600 σφύξεις την ώρα. Αν υπολογίσουμε
ότι η μέρα έχει 12 ώρες, ισούται με 43.200
σφύξεις και 86.400 το 24ωρο».
Είναι περίεργο το ότι στα ιστορικά μας
βιβλία η ανακάλυψη των ισημεριών
αποδίδεται στον Έλληνα Ίππαρχο του 2ου
αιώνα π.Χ. όταν ο μαγικός αριθμός 432 (αν
τον πολλαπλασιάσουμε με το 60 δίνει
γινόμενο 25.920) χρησιμοποιείτο ήδη για
τη μέτρηση των μεγάλων χρονικών κύκλων
που προηγήθηκαν εκείνου του αιώνα. Πόσο
καιρό πριν δεν γνωρίζουμε. Όμως ο Χαλδαίος
ποιητής Βηρώσος έζησε τα πρώτα χρόνια
του 3ου αιώνα π.Χ., και η μυθολογία που
περιέγραψε αφορούσε τη Βαβυλωνία πριν
κατακτηθεί από τους Πέρσες το 539 π.Χ.
Επιπλέον η βαβυλωνιακή μυθολογία είναι
μεταγενέστερη της Σουμεριακής που έκανε
την εμφάνισή της το 3000-2000 π.Χ. Οι πρώτοι
γνωστοί μύθοι για τον κατακλυσμό
προέρχονται από τους Σουμέριους. Θα
ήταν πολύ τολμηρό να πούμε ότι οι ιερείς
υπολόγιζαν τις ισημερίες από την εποχή
των ζιγκουράτ στη Σουμερία; Όμως, έχουμε
κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η μυθολογία
στην οποία παρουσιάστηκε τούτη η
εκπληκτικά ακριβής αριθμητική γνώση,
ανήκε στους Σουμέριους ή ακόμη και σε
προγενέστερους λαούς. Και αυτό γιατί
στα τέλη της 3ης χιλιετηρίδας π.Χ. είχε
γίνει ήδη γνωστή σε όλους τους πολιτισμούς
που άνθιζαν εκείνη την εποχή, από την
κοιλάδα του Νείλου και το Αιγαίο μέχρι
τις Ινδίες.