.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Η Χτυπημένη - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Εις του Γιάννη της Παντελούς το στενό έβγαινε μία καντίνα*, με τον λευκόν φερετζέν και το γιασμάκι της, και τούτο πολύ συχνά, σχεδόν κάθε μήνα. Την είδε δύο φορές με τα μάτια της η γριά Παντελού, και ο υιός της ο Γιάννης, και διάφοροι άλλοι γείτονες. Ήτον ένα κατάλυμα, παλαιά οικία καταρρεύσασα, χωριζόμενη δια του στενού από της οικίας εν η κατώκει η γραία μετά του υιού της και της νύμφης της, είτα ένας αυλόγυρος έρημος, μ’ ένα φούρνον, τον οποίον από πολλού έπαυσε να κολλά η γερόντισσα, και δύο ετοιμόρροποι οικίσκοι ακατοίκητοι, όλα έρημα και σκοτεινά.
Της νύμφης της, της Γιάνναινας, «της είχεν έρθει άτυχα», εβεβαίου η γριά Παντελού. Μίαν εσπέραν, οπού είχε καταβή εις το κατάλυμα μοναχή της, βλέπει έξαφνα την καντίναν, λευκόπεπλον, με το μέτωπον, την ρίνα και τας σιαγόνας σκεπασμένα, με τα όμματα σπινθηροβολούντα, κι εκάθητο ως καλή νοικοκυρά εις την αγκωνήν του ερειπίου, επί τινος λίθου, καπνίζουσα το μικρό τσιμπουκάκι της· και πως της έπρεπε τω όντι!  Ήτον άλλως η μόνη οικοκυρά του μέρους, διότι, αφού ο χώρος είχε μείνει από ετών έρημος ανθρώπων, επόμενον ήτο να ευρεθή μία καντίνα να λάβη κατοχήν. Η παράδοσις έλεγεν ότι, το πάλαι, ότε είχον οικήσει Τούρκοι εν τη νήσω, ο χώρος ούτος και πολλά κύκλω οικόπεδα ανήκον εις έναν Αράπην, όστις έτρεφεν ουκ ολίγας γυναίκας, και το κατάλυμα τούτο ήτον ακριβώς το χαρέμι του. Είναι αληθές ότι των Τούρκων οι νεκροί γίνονται την νύκτα ζωντανοί σκύλοι, αλλ’ ίσως η μία των γυναικών του Αράπη να ήτο εις το κρυπτόν χριστιανή, και αν και εξεβαπτίσθη διά της μετά του απίστου κοινωνίας, δεν είχε κατορθώσει να γίνει εντελώς Τούρκισσα.
Άμα είδε το απίστευτον θέαμα η πτωχή γυνή, έτρεξε με τρεμούσας κνήμας, με την γλώσσαν κρεμάμενην έξω, λευκή ως σινδών, έτρεξεν επάνω εις την οικίαν, κι έπεσεν αμέσως εις την στρωμνήν, πυρέσσουσα. «Της ήρθε άτυχα». Είχε χτυπηθή. Και δεν της επήρε μεν η καντίνα την μιλιά της, διότι με την γλώσσαν παραλυθείσαν δεν εδυνήθη ν’ αρθρώση κραυγήν, αλλ’ έμεινε τραυλή διά βίου. Επί τρεις μήνας και πλέον την εδιάβαζεν ο ιερεύς της Παναγίας της Κεχρεάς, και κατ’ αρχάς αι φωναί της ήσαν ακατάληπτοι. Ύστερον όμως ο τραυλισμός εμετριάσθη, και ηδύνατο μετά δυσκολίας να εκφράζη τι επεθύμει. Αλλά πέπλος βαθύς ηπλώθη επί της διανοίας της, όμοιος μ’ εκείνον, όστις έκρυπτε τους χαρακτήρας της μορφής της καντίνας.
Η πενθερά της «την είχε ’μόσιμο», τόσο πολύ την ηγάπα. Και την ηγάπα δημόσια, εις το φανερόν, δεν το έκρυπτεν. Η γειτόνισσά της η γρηά Περμάχου, ηγανάκτει και διεμαρτύρετο κατά της τόσης αδυναμίας της ομήλικός της προς την ασθενήν νύμφην. Διότι η πτωχή Γιάνναινα, τριακοντούτις γυνή, ωχρά, αναιμική εξ αρχής, εφύλαττε την στρωμνήν επί μήνας, επί μήνας πολλούς, μετά την όψιν του φαντάσματος. Της έλεγεν· 
- Ε! σαν πεθάνη, και τι τάχα; Θα ξελευτερωθή…. 
Αλλ’ η γραία Παντελού ούτε αστεϊσμού χάριν ηδύνατο ν’ ακούση τοιαύτην ευχήν εκφερομένην. Ν’ αποθάνη η νύμφη της; Μη γένοιτο! Και είχεν άλλην νύμφην ;
Και όμως μ’ όλους τους απαίσιους κρωγμούς της γριάς Περμάχου, η Παντελού δεν έπαυε να την έχη έμπιστον, να της λέγη όλα τα μυστικά της. Μιαν πρωίαν, έλθουσα παρά την θύραν της καλύβης, όπου κατώκει η απαίσιος γραία, υπό την φυλλορροούσαν κληματαριάν, της είπεν ότι η νύμφη της είχε περάσει τη νύκτα πολύ άσχημα, ότι δις ήλθεν εις κίνδυνον, ότι «ακόμη λίγο και θελά σώσει», ότι εξύπνησαν τα μεσάνυκτα τον εφημέριον διά να την μεταλάβη, και ότι μόλις τώρα τα χαράγματα ησύχασεν ολίγον και απεκοιμήθη. Αλλ’ ότι ακόμη είναι φόβος, φόβος και κίνδυνος.
Στρέψασα τότε η γριά Περμάχου πολυσήμαντον βλέμμα προς την συνηλικιώτιν και ομότριχά της, της λέγει·
- Σα σ’ ακούω γειτόνισσα! Θα φάη κι άλλη ψωμί!..
Εν τούτοις η ταλαίπωρος γυνή υπέφερε και ήτον αξία οίκτου. Έπασχεν από συνεχή πνιγμονήν, είχε λήρους, λιποθυμίας, παραμιλήματα, έκλαιε κι εκόπτετο άνευ αιτίας, παννυχί, υπό τον σκληρόν εφιάλτην. Ετραύλιζεν, ετραύλιζε πάντοτε. Εφώναζε αίφνης: «Να την! την βλέπω!».  Εφαντάζετο ότι βλέπει πάντοτε την καντίνα με τον φερετζέν και με το τσιμπουκάκι της. Έκραζεν, έξυπνος ή κοιμώμενη, την κόρην της, παιδίσκην επταετή: «Έλα, μικλό μου! Κατελνιώ μου! καλδιά μ’ πονεί…».  Και η μικρά ήρχετο πλησίον της και την ενηγκαλίζετο. Η κορασίς αυτή ήτο απαράλλακτον αντίτυπον της μητρός της, μικρογραφία της αυτής εικόνος. Μακρά, ισχνή, λευκοτάτη, κηρόπλαστος. Εν τούτοις  η μάμμη της δεν την ηγάπα. Επροτίμα τον αδελφόν της, τον μικρόν Πολυχρονάκην, τετραετές παιδίον «με τέσσερα μάγουλα», ακριβές αντίγραφον του πατρός του.
Ο χρηστός ούτος νοικοκύρης, γεωργοκτηματίας εκ των πρώτων της νήσου, επαρχιακός σύμβουλος, βραχύσωμος, παχύς, προγάστωρ, επανήρχετο πάντοτε την εσπέραν από το χωράφι (συνήθως ήρχετο πολύ μετά την δύσιν του ήλιου, ενίοτε δύο ώρες νύχτα ), κουρασμένος, πεινασμένος, ολιγόλογος, αλλ’ όχι και οργίλος ούτε παράξενος.  Δεν ηρώτα ποτέ την πάσχουσαν πώς επέρασε την ημέραν, αλλά και δεν εγόγγυζε ποτέ ούτε παρεπονείτο διατί να είναι άρρωστη. Είχεν εργασίας, είχε σχέδια, ειργάζετο ο ίδιος, αλλά και δεν έπαυε να έχει παραγυιούς, να δανείζεται και να πληρώνει ημεροκάματα. Είχε δύο-τρείς ελαιώνας λαμπρούς, φθονετούς, κι εύρισκε τους δανειστάς προθύμους. Εφαντάζετο ότι η προθυμία αυτή ήτο εκ σεβασμού και αβροφροσύνης προς αυτόν, ως πρόκριτον εκ καλής οικογενείας του τόπου. Όλον τον χρόνον δεν του έλειπαν οι εργάται. Είχε δύο βουνά ολόκληρα να καλλιεργήση. Είχε να ξανοίξη, να ξεσκαλώση, να θαμνέψη, να βοτανίση, να φυτέψη, να θηλιάση, να οργώση. Έπειτα είχε να συγκομίση τους καρπούς, να εκθλίψη τα έλαια, να πατήση τας σταφυλάς. «Καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι».  Εδανείζετο λοιπόν κι επλήρωνε. Έλεγε «παίρνοντας και δίνοντας». Συνήθειαν δεν είχε να λογαριάζεται ποτέ, αν και έδιδεν εις τους τόκους ό,τι του επερίσσευεν. Οι δανεισταί του, ως εκ της οφειλομένης αβροφροσύνης προς αυτόν, ως εκ προγόνων προεστώτα του τόπου, δεν τω έλεγαν ποτέ: «Έλα να λογαριασθής». Δεν εφαντάζετο ότι όλα και όλα τα χρέη του θα υπερέβαινον ποτέ τα χίλια τάλληρα. Εις την πρώτην ελαιοφορίαν είχε σκοπόν να τα εξοφλήση όλα. αλλά μίαν εσπέραν πολύ δυσαρέστως εξεπλάγη όταν, επανελθών από το χωράφι, εύρεν εις την θύραν του τοιχοκολλημένην αγωγήν «περί πληρωμής δραχ. 19.892 και 85% εντόκως, από της επιδόσεως μέχρι εξοφλήσεως». Ο αυθάδης κλητήρ, όστις μόνος αυτός ετόλμησε να λησμονήση την οφειλομένην προς τον απόγονον των προεστώτων αβρότητα, παρεπονέθη ότι δεν εύρισκε ποτέ τον εναγόμενον, ότι ήτον αιωνίως εις το χωράφι, ότι ποτέ ούτε κατά Κυριακήν δεν κατέβαινεν εις την αγοράν, και επειδή αι γυναίκες δεν ήξευραν να υπογράψουν ούτε ήθελαν να δεχθούν το έγγραφον, προεικάζουσαι ότι θα ήτο φοβερόν τι, εκόλλησε την αγωγήν επί της θύρας, κι επήγε να πίη το ορεκτικόν του.
Και είναι παραδεδεγμένον ότι μία δυστυχία δεν έρχεται ποτέ μόνη της. Μόλις είχε παρέλθει μην από του ανεξηγήτου παθήματος της γυναικός του, και η αγωγή τού εκοινοποιήθη. Εννοείται ότι, αν και ήτο επαρχιακός σύμβουλος, δεν ενόει τίποτε από δικαστικά πράγματα, και οι δικολάβοι τον εξεμεταλλεύοντο όπως ήθελαν αυτοί. Έπαυσε τους εργάτας δια να πληρώνη τους δικηγόρους. Η γριά Παντελού ήλθεν εις την ακμήν να μετανοήση ότι έπαυσε να κολλά τον φούρνον, ας ήτο και μήτηρ συμβούλου επαρχιακού. Δεν της ήρκουν τα άλλα βάσανα, είχε και την γραίαν στρίγλαν την γειτόνισσάν της, ήτις δεν έπαυε να επαναλαμβάνει την σκληράν επωδόν: «Θα φάει κι άλλη ψωμί!»
Και αυτή, την νύμφην της, «την είχε ’μόσιμο». Ηδύνατο ν’ ακούει τοιούτον κακόηχον κρωγμόν;
Μίαν ημέραν έχασε την υπομονήν και της λέγει˙
- Για να σου πω γειτόνισσα, δε μ’ αρέσει να μ’ το λες αυτό.
Τότε η γραία στραφείσα τής απεκρίθη˙
- Το ξέρω δα πως αμόνεις στ’ όνομά της, γειτόνισσα˙ μα ησύχασε, το όνομα της δε θα χαθή!
Ήτον ημέρα Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως, και η γριά Παντελού, επιστρέψασα εκ της λειτουργίας, όπου είχεν ακούσει τις «γενεές δεκατέσσαρες» ανέβη εις την οικίαν. Η ασθενής ανέκειτο επί της στρώμνης παρά την εστίαν, και η μικρά Αικατερίνη καθημένη παρά το προσκέφαλόν της τής εκράτει την χείρα. Η γριά Περμάχου είχεν έλθει να κάμει την συνήθη πρωϊνήν επίσκεψιν, να δώση κανέν ψευτογιατρικόν εις την πασχούσαν και να πίη την φασκομηλιά της με το πετιμέζι. Οκλάζουσα εις μίαν γωνίαν αντίκρυ της εστίας, ομοία με την κουκουβάγια, προσήλου τους μεγάλους οφθαλμούς της επί την ασθενή, και κατεμέτρει τους προϊόντας βαθμούς της φθοράς επί του προσώπου της. Είτα ηγείρετο και κατέβαινεν εις την καλύβην της, και η γριά Παντελού, την προέπεμπε συνήθως μέχρι της κλίμακος. Τότε η Περμάχου επανελάμβανε ταπεινή τη φωνή την προφητείαν της, «ότι θα φάη κι άλλη ψωμί», η δε γραία διεμαρτύρετο ασθενώς κατά της επιμονής της.
Και την ημέρα εκείνην το αυτό συνέβη, και το παράδοξον, ότι μόλις εσηκώθη η Περμάχου, ευχομένη «περαστικά» κατά το σύνηθες, και η ασθενής εστήλωσε τα ώτα, προσβλέπουσα δια της ημικλείστου μεινάσης θύρας προς τον εξώστην, καθ’ ην διεύθυνσιν εξήλθον αι δύο γραίαι. Ήκουσε τους ψιθυρισμούς των, και η όψις της έγινε πελιδνοτέρα ή όσον ήτο. Διέκρινεν άρα την δύσηχον φράσιν της γραίας κακομάντιδος;
Στραφείσα τότε προς την κόρην της, μετά κόπου και δυσκολίας της είπε τραυλίζουσα˙
- Αχ ! παιδί μου, εγώ έχω ως τώλα πεθελά, και συ από δω κι εμπλός θα έχεις… Και εστάθη.
-Τι θα έχω ; ηρώτησε μετά παιδικής περιέργειας η παιδίσκη.
Η ασθενής ανένευσεν, ως να ήθελε να είπη· «Άφησέ τα τώρα, δεν είναι καιρός». Αλλ’ η μικρά επέμεινε·
- Τι θα έχω, μητέρα;
- Τι να σου πω, παιδί μου, εψιθύρισεν η πάσχουσα, ο Θεός ξέλει...
Ίσως ήθελε να είπη «μητρυιάν», αλλά δεν είχε το θάρρος ν’ αρθρώση την λέξιν.
- Γιατί, μητέρα, επανέλαβεν η παιδίσκη, είπες πως έχεις πεθερά, σαν να μην είσ’ ευχαριστημένη. Και δε σ’ αγαπάει η μαμίτσα μου ;
Η ασθενής έσεισε την κεφαλήν , αλλά δεν είπε λέξιν.
- Η μαμίτσα μου, μητέρα, την ακούω εγώ πολλές φορές, που λέει της θεια-Περμάχους πως σ’ έχει ’μόσιμο. Δεν μου λες, μητέρα, τι θα πει αυτό, να έχει κανείς έναν άνθρωπο ’μόσιμο;
- Θα πη, παιδί μου, εμορμύρησεν η ημίπληκτος, πως αόνει τάχα στ’ όνομά του.
Η κορασίς δεν ενόησεν εντελώς.
- Και τι θα πη ν’ αμόνει στ’ όνομά του;
- Θα πη να παίλνη όλκο στ’ όνομά του, πώς λένε καμπόσοι μα το Θεό, μα την Παναγιά….
- Α! κι η μαμίτσα μου αμόνει στ’ όνομά σου ;
- Θεός ξέλει….
- Την άκουσα, μητέρα, να το λέει της θεια-Περμάχους, κι η θεια-Περμάχου της έλεγε… 
Η ασθενής έκαμε κίνημα όχι περιεργείας ή ανυπομονησίας δια ν’ ακούση, αλλά μάλλον αποτροπιασμού όπως μη ακούση τα λεγόμενα. Η μικρά εξηκολούθησε χωρίς να εννοήση·
- …Της έλεγε: «Ε! γειτόνισσα, γειτόνισσα! θα φάη κι άλλη ψωμί….». Δε μου λες, μητέρα, τι θα πη να φάη κι άλλη ψωμί; Αλλ’ η δύστηνος γυνή είχε γίνει πελιδνοτάτη, και τα όμματά της είχον την αλαμπή εκείνην στιλπνότητα, την οποίαν ο λαός ονομάζει βασίλεμα των ματιών, και οι οδόντες της έμειναν συνεσφιγμένοι.
- Τι έχεις, μητέρα, τι έχεις ; έκραξεν η Αικατερίνη.
Την στιγμήν εκείνην επέστρεψεν η γραία Παντελού, αφού είχε προπέμψει μέχρι της κλίμακος την γηραιάν φίλην της.
- Κουράγιο, νυφούλα μου, κουράγιο, είπεν ιδούσα την έκτακτον ωχρότητά της, και μη μαντεύουσα τι είχε λεχθή. Η ασθενής κατέβαλεν υπεράνθρωπον αγώνα, και συνήλθε. Δεν εξέφερε κανέν παράπονο. Εβίασεν εαυτήν να μειδιάση προς την πενθεράν και προς το θυγάτριόν της. Η γραία επανέλαβε και πάλιν·
- Δεν έχεις τίποτε. Κουράγιο νυφούλα μου, κουράγιο !
Πτωχή γυνή! Υπέφερεν ως μάρτυς. Είχε γίνει θύμα της άγαν ταύτης φιλοστοργίας της πενθεράς της. Τόσον την ηγάπα, ώστε την είχεν απομακρύνει από τους εξ αίματος συγγενείς της. Δεν επέτρεπεν εις την μητέρα και τας αδελφάς της να έλθωσι να την νοσηλεύσωσιν. Αυταί αι ίδιαι παρεπονούντο πικρώς κατά της ομαίμονος, την απεκάλουν ξεχωρισμένην. Έλεγαν ότι η πενθερά της κατώρθωσε να την ξεχωρίση από τον κόσμο. Η γραία έβαλε μαναφούκια και εις τα δύο μέρη. Εις εκείνας έλεγεν ότι η νύμφη της δεν τας θελει να έρχωνται και ότι είναι μία παράξενη, μία ανάποδη… Εις ταύτην παρίστα ότι η μήτηρ της και αι αδελφαί της την εδυσφήμουν πάντοτε, και διά τούτο τας κατηράτο εξ όλης ψυχής: «Οι λοχεμένες, οι στειρεμένες, οι αχρόνιαστες. Αντί να χαρούν που μπήκε σε τέτοιο σπίτι η αδελφή τους, την εζηλοφθονούσαν…»  κτλ. Την νύκτα η γραία έρρεγχε, καθώς ο Ιωνάς εν καιρώ της τρικυμίας, και δεν εσηκώνετο να δώση το ιατρικόν εις την νύμφην της, ή να της ψήση τουλάχιστον εν θερμόν ποτόν. Τον υιόν της τον είχε πείσει ότι δεν ήτο ανάγκη να καλέση τον ιατρόν εις την οικίαν. «Οι γιατροί δεν ξέρουνε τι τους γίνεται, καλλίτερα τα καταφέρνουν οι γυναίκες. Με τα ψευτογιατρικά είδαμε πολλούς να γιατρευτούν». Και ήρχοντο καθ’ έκαστην τρείς ή τέσσαρες ψευτογιάτρισσες εις την οικίαν, ων μία ήτο η γραία Περμάχου, ήτις έλεγεν ότι με τας αλοιφάς θεραπεύονται αυτά τα νοσήματα, και όχι με τας επωδάς και τα περίαπτα, καθώς ισχυρίζονται αι άλλαι. Και σχεδόν καθ’ εκάστην την έτριβε με κηραλοιφήν, και της ήλειφε τα πλευρά, επιφωνούσα: «Κηραλοιφίτσα να το γιάνη!»
Θλιβερά ανέτειλαν τα Χριστούγεννα δια την μικράν Αικατερίνην. Ο κόσμος εώρταζε και η μήτηρ της εψυχομαχούσε! Και ο πατήρ της δεν έπαυσε να δικάζεται με τους δανειστάς, και άφησε την οικίαν άνευ οψωνίων, δια να πληρώση τους δικολάβους. Και η γραία Παντελού ήτο απαρηγόρητος, λέγουσα ότι δεν ήθελε να χάσει τη νυφούλα της, όπου την είχε «’μόσιμο!» Και η γειτόνισσά της η Περμάχου ηγωνίζετο να την παρηγορήση επαναλαμβάνουσα ότι «θα φάη κι άλλη ψωμί!»
Εκοιμήθη η δυστυχής υπό την κυπάρισσον αντικρύ του ωραίου περιβολιού του συζύγου της, του συγκειμένου εξ ελαιώνος, αμπέλου και κήπου, το οποίον οι δανεισταί θα εξέθετον μετά ένα μήνα εις πλειστηριασμόν. Ουδέν ήττον, η γριά Περμάχου, διακαώς ποθούσα να εύρη παρηγορίαν διά την λευκότριχον φίλην της (ήτις έχασε την νυφούλα της, όπου την είχε ’μόσιμο) ήρχισε να τρέχη δεξιά και αριστερά, προς αναζήτησιν συζύγου διά τον Γιάννη της Παντελούς.
- Και αν εφοβέριζαν να βγάλουν τα υποστατικά του στη δημοπρασία, τάχα τι; Αυτός είχε πολύ βιο, ήτον και προκομμένος…  
Και η μικρά Αικατερίνη είχεν ακριβώς τόσην ηλικίαν, όση ήρκει διά να αισθάνεται την δυστυχίαν της και να κλαίη. Η μήτηρ της, δια των πραγμάτων, δεν είχε βραδύνει να της δώσει απάντησιν εις την αφελή ερώτησίν της περί του «τι θα πει να φάη κι άλλη ψωμί».
1890

___________ 
* χανούμισσα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 
Τα Σκοτεινά Παραμύθια
Εκδόσεις Μεταίχμιο 2005

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Γοτθική πικρία – Νίκος Εγγονόπουλος


εις Ανδρέαν Εμπειρίκον
Αρκούν, πλέον, τα νάματα της ευάνδρου Ηπείρου. Αρκούν, πλέον, τα συναξάρια των λαφυραγωγών του σπέρματος. Αρκούν οι ύπουλες διεισδύσεις των υφάλων σήμαντρων στ' ατμοσφαιρικά στρώματα της λήθης. Αρκούν. Τώρα η ψυχή μας ποθεί την γαλήνην. Τώρα η ψυχή μας ποθεί την χαρά. Έστω και αν απαιτείται δι' αυτό, ακόμη και για μίαν μόνη στιγμή ή της αύριον ή της χθες, η εξωμήτριος κύησης του φόβου μέσ' στα επιρριπτάρια της αθανασίας. Έστω και αν απαιτηθή η ερήμωσις των λατομείων εντός σκαφάνδρων, η τοποθέτησις πουλιών, σε γεωμετρικά σχήματα, επί των επάλξεων, ή άγρα της αύρας στην αφροδίσια γύμνια του δάσους. Έστω και αν η θυσία που απαιτείται και πάλι από μας είναι τόσον οδυνηρή όσο τα δάκρια που κυλούν από τα θλιμμένα μάτια της, οι τραγικές πλεξίδες των μαλλιών της. Έστω και αν η εις Εκβάτανα αλγεινή μετάβασίς μας μάς επιφυλάσσει τόσας φρικτάς συνεπείας και για τώρα και για το μέλλον. Και νά, κιόλας, που ο σεμνός συκοφάντης, ο σεπτός συκοφάγος, ανθίσανε πάνω στα πολεμικά μανουάλια. Η Καρχηδών σίγησε διά παντός. Το άσμα της συνεχίζουν τώρα τα νερά σε ρυθμόν αιθάλης. Αυτή η σημαία είναι δική σας; Αυτά τα αίματα είναι δικά μας; Αυτά τα φάσγανα είναι δικά σας; Αυτοί οι ρόδακες είναι πιστοί; Συμφέρει στο άπειρο το χάος του ονείρου; Αυτή η άμυνα πού θα μας πάη, σαν μας μισήσουνε κι' οι λυγαριές;

Νίκος Εγγονόπουλος
Ποιήματα
(Η Επιστροφή των Πουλιών 1946)
Εκδόσεις Ίκαρος 2007

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΑ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΤΑ & ΤΟ ΕΝΝΕΑΓΡΑΜΜΑ - Basarab Nicolescu

Κατά τον Γκουρτζίεφ υπάρχει ένας πολύ μικρός αριθμός θεμελιωδών νόμων « της δημιουργίας του κόσμου και της συντήρησης του που κανονίζουν όλες τις διαδικασίες στον κόσμο και στον άνθρωπο.» (23)
Οι Θεμελιώδεις Νόμοι του Σύμπαντος στην Κοσμολογία του Γκουρτζίεφ είναι ο  ̈ Νόμος του Τρία ̈ (τρεις δυνάμεις ή τρεις αρχές ) και ο  ̈ Νόμος του Επτά ̈  (ή  ̈Νόμος της Οκτάβας ̈ ).
Εξ ́ αρχής η ιδέα αυτή που περιορίζει σε έναν μικρό αριθμό τους γενικούς νόμους, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Εγκαθίσταται μια καινούργια μέθοδος που μπορεί να ονομαστεί  ̈Υποθετικό - συμπερασματική ̈ , και η οποία για πρώτη φορά είχε χρησιμοποιηθεί από τον Kepler, και ξανά- ανακαλύφθηκε από την σύγχρονη επιστήμη. Δηλαδή παραδεχόμαστε κάποιον περιορισμένο αριθμό από νόμους, συχνά αφηρημένους και εκφραζόμενους σε μαθηματικά, και μετά απομακρυνόμαστε από την άμεση παρατηρούμενη πραγματικότητα, ...συμπεραίνουμε τις συνέπειες από αυτούς τους νόμους και μετά συγκρίνουμε τις συνέπειες αυτές με τα πειραματικά δεδομένα πληροφόρησης.
Η αντίστροφη μέθοδος μέσω της οποίας προσπαθούμε να συμπεράνουμε τους γενικούς νόμους από τις πειραματικές πληροφορίες, ανήκει σε επιστήμες που ακόμα δεν μπορούν να εκφραστούν σε μαθηματικά .
Η Υποθετικό-συμπερασματική μέθοδος έχει προσαρμοστεί στην μελέτη συστημάτων του κόσμου. Βέβαια υπάρχουν ειδικοί νόμοι  ̈ λεπτομέρειας  ̈ που χαρακτηρίζουν κάθε διαφορετικό επίπεδο της πραγματικότητας. Υπάρχουν όμως γενικοί νόμοι που είναι κοινοί σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις  ̈κλίμακες ̈  της πραγματικότητας. Ο ίδιος ο Άνθρωπος λοιπόν, είναι μια εικόνα της πραγματικότητας: « ...η μελέτη του ανθρώπου και η μελέτη του κόσμου αλληλοϋποστηρίζονται .
Μελετώντας το Σύμπαν και τους νόμους του, ο Άνθρωπος μελετά τον εαυτό του, και μελετώντας τον εαυτό του μελετάει το Σύμπαν.» (24)
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΑ
Στην από «...έναςαποτελεσμάτωνχαρακτηριστικέςπουδυνάμεις :
-μία  ̈Δύναμη Κατάφασης ̈ (  ̈Παθητική δύναμη  ̈ ή  ̈Θετική δύναμη ̈)
-μία  ̈Δύναμη Άρνησης  ̈ (  ̈δύναμη Αντίστασης  ̈ ή  ̈Αρνητική δύναμη ̈) και
-μία  ̈Δύναμη Εξουδετέρωσης ̈ (  ̈Εξισορροπητική δύναμη ̈ ή  ̈Ουδέτερη δύναμη ̈).
Ο Γκουρτζίεφ βεβαιώνει ότι στην πραγματικότητα οι τρεις αυτές δυνάμεις είναι εξίσου ενεργητικές, ...ο χαρακτήρας της  ̈ κατάφασης  ̈ της  ̈άρνησης  ̈ ή της  ̈εξουδετέρωσής  ̈ τους, εμφανίζεται μόνον την στιγμή της συνάντησής τους .
Η πραγματικότητα γεννιέται από την αντίφαση η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν είναι παρά η δυναμική αυτών των τριών δυνάμεων, παρούσες ταυτόχρονα σε κάθε πραγματικό φαινόμενο. «Μόνο η σύγκρουση μεταξύ δύο θέσεων έχει κάποια αξία», λέει ο Γκουρτζίεφ, «Μόνο το αντίθετο μπορεί να δημιουργήσει κάποιο αποτέλεσμα». (26)
Η πραγματικότητα έχει επομένως μια διαλεκτική δομή, ή πιο συγκεκριμένα  ̈ τριαλεκτική  ̈ με μια από τις τρεις δυνάμεις να επικρατεί .
Ο Γκουρτζίεφ στο βιβλίο του  ̈Διηγήσεις του Βελζεβούλ προς τον εγγονό του ̈, δείχνει με άμεσο τρόπο αυτή την τριαλεκτική σκέψη μέσω του πανταχού παρόντος ενεργητικού στοιχείου, ονομαζόμενο  ̈okidanokh ̈. Αυτό εκπροσωπεί την ένωση των τριών δυνάμεων το οποίο δεν μπορεί ποτέ να γίνει  ̈αντιληπτό και αισθητό από τα όντα  ̈(27) και που στην συνέχεια χωρίζεται στις τρεις του συνθετικές δυνάμεις κατά την στιγμή που εισχωρεί σε μία δεδομένη κρυστάλλωση.
Το  ̈Okidanokh ̈ είναι το  ̈Άγιο ̈ στοιχείο που βοηθά να πραγματώσει την λειτουργία ...του αντικειμενικού και θεϊκού λόγου. Ο Γκουρτζίεφ δίνει έμφαση στο γεγονός ότι παρόλο που είναι εύκολο να παρατηρήσουμε την αντίφαση σε κάθε φαινόμενο μεταξύ Κατάφασης και Άρνησης, εντούτοις είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουμε και να παρατηρήσουμε την Τρίτη δύναμη, την Εξουδετερωτική. « Η αιτία αυτού του φαινομένου βρίσκεται στους λειτουργικούς περιορισμούς της καθημερινής ψυχολογικής λειτουργίας των ανθρώπων και στους κύριους τρόπους της αντίληψης που έχουμε για τον φαινομενικό κόσμο ...δηλαδή του τρόπου αίσθησης , του χώρου και του χρόνου, προερχόμενη από αυτούς τους περιορισμούς μας. » (28)
Με άλλα λόγια, η εξουδετερωτική δύναμη εκδηλώνεται η ίδια σε έναν χώρο διαφορετικό από τον στιγμιαίο χώρο - χρόνο που εμπεριέχει την δική μας  ̈πραγματικότητα  ̈. Είναι ένας απελευθερωτικός και πνευματοποιός παράγων.
Άραγε λοιπόν θα ήταν δυνατόν αυτή η Τρίτη δύναμη να είναι η πηγή της ασυνέχειας ; της μη - χωριστικότητας; της μη - τοποθεσίας; Εν πάση περιπτώσει αν και η σύγχρονη επιστήμη είναι ένας
θησαυρός  ̈συστημάτων ̈ και  ̈αντισυστημάτων  ̈ ( σωματίδια - αντισωματίδια, κουάρκ - αντικουάρκ, ύλης - αντιύλης κ.λ.π. ...) εντούτοις περιέχει πολύ λιγότερα στοιχεία σχετικά με την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός  ̈ εξουδετερωτικό συστήματος  ̈.
Πάντως σε μερικές θεωρίες της φυσικής φαίνεται να είναι αναγκαία η παραδοχή ενός μεγαλύτερου χώρου από τον συνεχή χώρο - χρόνο και αυτό μπορεί να θεωρηθεί σαν την πρώτη ένδειξη της εκδήλωσης της Τρίτης δύναμης.
Το γεγονός ότι αυτές οι θεωρίες προσπαθούν ενοποιήσουν όλες τις γνώσεις αλληλοεπίδρασης στην φυσική, αυτό έχει μεγάλη σημασία . Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι η τριαλεκτική του Lupasco που αναπτύχθηκε από μία γενίκευση των ιδιοτήτων των συστημάτων του κβάντα, προσφέρει αξιοσημείωτες αναλογίες με τον Νόμο του Τρία του Γκουρτζίεφ.
Οι τριάδες του Lupasco : η μία πραγμάτωση, εν δυνάμη  ̈κατάσταση -Τ ̈ (29) και η άλλη ομοιογένειας, ετερογένειας,  ̈κατάσταση - Τ ̈ είναι και οι δύο δυνατές απόψεις του Νόμου του Τρία.
Όπως ο Γκουρτζίεφ, που υποστήριζε ότι « η ενότητα αποτελείται από τρεις ύλες » (30), έτσι και ο Lupasco μιλά για τρεις ύλες αλλά με μία έννοια πιο περιορισμένη : δηλ. την μακροφυσική, την βιολογική και την κβαντική ύλη.
( Η τελευταία στην μικροφυσική ή στην ψυχική μορφή ). Μία άλλη ανακάλυψη του Νόμου του Τρία μπορεί επίσης στην φιλοσοφία του Pierce, με τις κατηγορίες του της  ̈ πρωτοτυπίας ̈, ̈δευτερότητας  ̈, και  ̈τριτότητας  ̈.
Η τριϋπόστατη δομή της πραγματικότητας είναι εγγραμμένη στον ίδιο τον άνθρωπο. Κατά μία έννοια ο άνθρωπος είναι η πραγμάτωση αυτής της τριϋπόστατης δομής .
Ο Γκουρτζίεφ υποστηρίζει ότι αυτό που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από άλλες οντότητες στην φύση, είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει τρεις  ̈εγκεφάλους  ̈ τρία  ̈κέντρα ̈ :
-το Διανοητικό κέντρο ( η έδρα της Κατάφασης )
-το Κινητικό κέντρο ( η έδρα της Άρνησης ) και
-το Συναισθηματικό κέντρο ( η έδρα της Συμβίβασης ).
Οι τρεις αντίστοιχοι εγκέφαλοι είναι τοποθετημένοι, στο κεφάλι, στην σπονδυλική στήλη, και στο ηλιακό πλέγμα. (31).
Ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου είναι μία συνεχής μάχη μεταξύ των τριών αυτών εγκεφάλων του.
Η κυριαρχία του ενός έναντι των άλλων οδηγεί στην καταστροφή και τον θάνατο - «Ο θάνατος σε δόσεις του ενός τρίτου» όπως ειπώθηκε από τον Γκουρτζίεφ (32) . Αρμονία σημαίνει ισορροπία των τριών, σημαίνει επίτευξη της  ̈ ολικό - εγκεφαλικό - εξισορροπημένης κατάστασης  ̈ (33).
Μόνο τότε μπορεί να αρχίσει η εργασία της πνευματικής αλχημείας .
Διαφορετικά -αν δεν υπάρχει ισορροπία- τότε οι άνθρωποι γίνονται φορείς μόνο  ̈της αρνητικής αρχής ̈ και σχηματίζουν μόνο το πλανητικό σώμα, έτσι οι ίδιοι είναι για τους εαυτούς τους κατεστραμμένοι για πάντα .(34).
Επομένως, για τον Γκουρτζίεφ, γνώση είναι η λειτουργία ενός μόνο κέντρου, ενώ το  ̈είναι ̈ , είναι λειτουργία όλων των τριών κέντρων μαζί. Αυτή η τριϋπόστατη δομή εμφανίζεται στον άνθρωπο κατά πολλούς τρόπους.
Υπάρχουν τρία σώματα δυνατά για τον άνθρωπο : πέρα από το κανονικό  ̈πλανητικό σώμα ̈, υπάρχει το σώμα  ̈kesdjan  ̈ και το  ̈Ανώτατο οντικό σώμα ̈.(35). Παράλληλα υπάρχουν τρία είδη  ̈οντικής τροφής ̈ που αντιστοιχούν σε αυτά τα τρία σώματα - δηλαδή, το κανονικό φαγητό, ο  ̈αέρας  ̈ ( ή  ̈ η βοήθεια προς το φεγγάρι ̈) και οι  ̈εντυπώσεις ̈ ( ή  ̈ η βοήθεια προς τον Θεό ̈) .(36).
Επίσης τρία είδη σκέψης . (37).
Ο Άνθρωπος έχοντας την δική του θέση σε αυτήν την αρχιτεκτονική του Σύμπαντος, συμμετέχει και στην ζωή του αμέσως ανώτερου κόσμου καθώς επίσης και του αμέσως κατώτερου. Ο ίδιος είναι ένα αληθινό σύστημα διάμεσο στην τριάδα :  ̈πλανήτες - άνθρωπος - άτομα  ̈.
Η διεύρυνση της συνειδητότητας δεν γίνεται μόνο προς μία κατεύθυνση, δηλαδή, προς την κατεύθυνση των ανώτερων κόσμων μόνο αλλά συγχρόνως και προς τα κάτω... Παραδείγματος χάρη, όταν ένας άνθρωπος αρχίσει να αισθάνεται την ζωή των πλανητών ...αρχίζει συγχρόνως να αισθάνεται την ζωή των ατόμων. (38)
Επιστήμονες στην Φυσική, φαίνεται να έχουν επίσης ανακαλύψει αυτό το τριϋπόστατο. Οι σύγχρονοι φυσικοί έχουν αποδείξει ότι αυτό που συμβαίνει στην κλίμακα του  ̈απείρως μικρού ̈ μπορεί να εξηγήσει τί συμβαίνει και στην κοσμική κλίμακα, αυτήν του  ̈απείρως μεγάλου ̈.
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΤΑ
Εάν ο Νόμος του Τρία αφορά την εσωτερική δυναμική κάθε συστήματος, η ανεξάντλητη αξία του Νόμου του Επτά ( ή  ̈Επταπαραπαρσχινόχ ̈ ) είναι η βάση στην εκδήλωση όλων των διαδικασιών.
Για να καταλάβουμε τα χαρακτηριστικά και την λειτουργία αυτού του Νόμου, πρέπει να ξεκινήσουμε με την υπόθεση ότι  ̈ Το Σύμπαν απαρτίζεται από Δονήσεις  ̈ (39), μιας υπόθεσης που επιπλέον έχει αποδειχθεί πλήρως στο πειραματικό επίπεδο που σχετίζεται με τα μικροφυσικά και (μικρο)βιολογικά συστήματα . Τα φαινόμενα στα οποία η συνέχεια και η ασυνέχεια υπάρχουν ταυτοχρόνως, ο Γκουρτζίεφ τα ονόμαζε  ̈δονήσεις ̈. Αυτές οι  ̈δονήσεις ̈ είναι πολύ κοντά στα φαινόμενα της κβαντικής φυσικής και ορίζονται ταυτόχρονα σαν κλίμακα και σωματίδια .
Η αρχή της ασυνέχειας εκφράζεται σε διάφορα επίπεδα . Υπάρχει σαν ενδογενής ιδιότητα όλων των δονήσεων, αλλά επίσης εκδηλώνεται σε όλα τα φαινόμενα κατά την ανάπτυξη των δονήσεων που τα απαρτίζουν στην συγχώνευση και στο χωρισμό τους, ακόμα και στην δημιουργία υποσυστημάτων.
Οι δονήσεις έχουν κάποιο  ̈ momentum  ̈ (ορμή) που οφείλεται σε μία αρχική ώθηση. Έτσι λοιπόν μπορούν να αναπτυχθούν μέχρι ένα ορισμένο επίπεδο, όπου σταματούν. Για να συνεχίσουν την ανάπτυξη, χρειάζεται ένα  ̈σοκ ̈, μια ανταλλαγή με τα περιβάλλοντα συστήματα των δονήσεων.
Αυτή η ανταλλαγή μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο χαοτική, τυχαία, ή μηχανική και τότε, η ανάπτυξη, του εν λόγω συστήματος θα είναι προβληματική, χωρίς κατεύθυνση.
Έτσι η ανάπτυξη αυτή μπορεί να απεικονιστεί σε μία τεθλασμένη γραμμή η οποία συνέχεια αλλάζει κατεύθυνση, κι ακόμα μπορεί να γυρίσει στο αρχικό σημείο, κλείνοντας τον φαύλο κύκλο του τυχαίου,  ̈γυρίζοντας κυκλικά  ̈.(40).
«Ο Νόμος αυτός εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ευθείες γραμμές στην φύση», λέει ο Γκουρτζίεφ και, «γιατί επίσης δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε, ούτε να κάνουμε κάτι, γιατί κάθε τι σε μας είναι στην σκέψη, κάθε τι που μας συμβαίνει, συμβαίνει με τρόπο συνήθως αντίθετο από αυτόν που θέλουμε, ή που θα περιμέναμε.» (41)
Έτσι λοιπόν η συνεχής παρέκκλιση της κατεύθυνσης μπορεί να τελειώσει κάποτε σε μία κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη από την αρχική, ακόμα κι όταν διατηρεί τον αρχικό της τίτλο. Η μελέτη της Ιστορίας βασισμένη σε αυτήν την ιδέα της  ̈φυσικής ̈ παρέκκλισης των δυνάμεων θα ήταν σίγουρα ανεκτίμητος θησαυρός βαθιάς διδασκαλίας .
Η ανταλλαγή μεταξύ ενός υποσυστήματος με τα άλλα περιβάλλοντα υποσυστήματα μπορεί να έχει συνοχή κατά την έννοια της αύξησης της δομής και της συντήρησης σε μία προκαθορισμένη  ̈κατεύθυνση ̈. Αυτού του είδους η ανταλλαγή απαιτεί κάποιο βαθμό  ̈θέλησης  ̈ και  ̈συνειδητότητας̈.
Ο Γκουρτζίεφ διακρίνει δύο είδη  ̈διαστημάτων  ̈, δηλ. χώρους , όπου οι δονήσεις δεν έχουν την δυνατότητα να αυξηθούν ανεξάρτητα : το πρώτο διάστημα, το οποίο μπορεί να διασταυρωθεί από μία  ̈αυτόματη ̈ ανταλλαγή με τα γειτονικά συστήματα (μηχανικό - συμπίπτοντα ) (42), και ένα δεύτερο διάστημα, το οποίο μπορεί να διασταυρωθεί με την ανταλλαγή, με υποσυστήματα που ανήκουν σε άλλη κλίμακα, αλλά με περισσότερη δυσκολία (σκοπίμως - πραγματούμενα ) (43).
Ο Νόμος του Τρία και ο Νόμος του Επτά πρέπει να δρουν ταυτόχρονα στις εκδηλώσεις τους. Η πλήρης δύναμη του Νόμου του Τρία βρίσκεται στην τριϋπόστατη εφαρμογή της τριαδικής δομής, η οποία δίνει εννέα διαφορετικά δομικά στοιχεία εκδήλωσης. Επιπλέον δύο από τα διαστήματα έχουν διαφορετική φύση από τα υπόλοιπα επτά .
Η παρατήρηση αυτή δικαιολογεί το όνομα του Νόμου του Επτά όπως ακριβώς συμβαίνει αναλογικά στην μουσική κλίμακα και το αντίστοιχο όνομα του  ̈ Νόμου των Οκτάβων  ̈.
Η αναγνώριση των δύο τύπων διαστημάτων κάνει τον Γκουρτζίεφ να ξεχωρίζει μεταξύ δύο είδη οκτάβων ανάλογα με την θέση στην οποία βρίσκονται τα διαστήματα της οκτάβας : μία  ̈κατερχόμενη ̈ οκτάβα στην οποία η πιο δύσκολη φάση ξεπερνιέται στην αρχή της οκτάβας , και μία  ̈ανερχόμενη ̈ οκτάβα στην οποία η πιο δύσκολη φάση ξεπερνιέται στο τέλος της οκτάβας .
Όποτε υπάρχει λοιπόν μια ασυμμετρία στην κίνηση δύο αντίθετων κατευθύνσεων, δύο παράλληλα  ̈ποτάμια ̈, η  ̈κατερχόμενη ̈ κατεύθυνση συνδυάζεται με μία αύξηση πυκνότητας της ύλης, με μία μείωση της συχνότητας των δονήσεων και με μία αύξηση της  ̈μηχανικότητας ̈. Από την άλλη μεριά, η ανερχόμενη κατεύθυνση συνδυάζεται με μία αύξηση της πυκνότητας της ενέργειας, αύξηση της συχνότητας των δονήσεων (και επομένως σε όλο και μεγαλύτερη  ̈διαφάνεια ̈ της ύλης ) και σε μία αύξηση της  ̈συνειδητότητας ̈.
Έτσι λοιπόν ο Γκουρτζίεφ κάνει ένα λεπτό διαχωρισμό μεταξύ  ̈δημιουργίας ̈ και  ̈εξέλιξης ̈ ο οποίος κατά την γνώμη μας θα μπορούσε να διαφωτίσει με τρόπο πολύ διαφορετικό, απόψεις της φυσικής, της βιολογίας, της ψυχολογίας και της ζωής των ανθρώπων.
Στην Δημιουργία, καθώς συνεπάγεται μία αύξηση της Μηχανικότητας , είναι αναγκαία μια όλο και πιο έντονη  ̈ Βασιλεία της ποσότητας ̈, στην διατήρηση του  ̈ φυσικού κόσμου ̈...
«Στην διαδικασία της δημιουργίας του τωρινού υπάρχοντος κόσμου, η θεϊκή Δύναμη – Θέλησης του Δημιουργού μας συμμετείχε μόνο στην αρχή. Η Επακολουθούμενη δημιουργία συνεχίστηκε αυτομάτως μόνη της, με την θέλησή της, ...χάρις στους δύο αυτούς θεμελιακούς πρωταρχικούς κοσμικούς νόμους .» (44)
Έτσι τα φυσικά συστήματα δημιουργούνται μόνα τους με την πάροδο του χρόνου. Χαίρουν κάποιας ανεξαρτησίας και κάποιας ελευθερίας αυτοοργάνωσης.
Έτσι λοιπόν και πάλι η σκέψη του Γκουρτζίεφ συνδέεται με μερικά θεμελιώδη συμπεράσματα της σύγχρονής επιστήμης . Παραδείγματος χάριν στην θεωρία Bootstrap της φυσικής, τα σωματίδια, κατασκευάζουν από μόνα τους, τους δικούς τους νόμους μέσω της εσωτερικής τους συνοχής και μέσω των αλληλεπιδράσεων τους με τα άλλα σωματίδια .
Κατ ́ αυτήν την έννοια η εξέλιξη εδώ παρουσιάζεται  ̈αντίθετη προς την φύση ̈. Αλλά ο άνθρωπος ενώ εκπληρώνει τον σκοπό του σαν φυσιολογικό σύστημα είναι συγχρόνως ελεύθερος να προχωρήσει στην κατεύθυνση προς την εξέλιξη: Ο Άνθρωπος διαθέτει μέσα του την δυνατότητα της εξέλιξης.
Εξέλιξη αναγκαστική, μηχανική, δεν υπάρχει. Η Εξέλιξη είναι το αποτέλεσμα συνειδητού αγώνα .
Η φύση δεν χρειάζεται αυτήν την εξέλιξη, δεν την θέλει και πολεμά ενάντιά της .
«Η Εξέλιξη του ανθρώπου είναι η εξέλιξη της συνειδητότητας του. Και η συνειδητότητα δεν μπορεί να εξελιχθεί ασυνείδητα .
Η Εξέλιξη του ανθρώπου είναι η εξέλιξη της θέλησης του και η θέληση δεν μπορεί να εξελιχθεί αθέλητα .
Η Εξέλιξη του ανθρώπου είναι η εξέλιξη της δύναμης του να  ̈δρα ̈ και η δράση δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα των πραγμάτων που απλώς συμβαίνουν.» (45)
Εάν ένας άνθρωπος δεν κάνει αυτήν την εκλογή τότε θα πρέπει να υποβληθεί στην αναπόφευκτη μοίρα της εξέλιξης . Δια τούτο σύμφωνα με τον Νόμο του Επτά, κάθε σύστημα στο σύμπαν πρέπει να ανέβει είτε να κατέβει, ή να εξελιχθεί ή να εξασθενίσει.
Ο Νόμος του Επτά (σε συνδυασμό με τον Νόμο του Τρία ) είναι δυνατό να αποτελέσει την βάση μιας πραγματικής επιστήμης συστημάτων. Όλα τα φαινόμενα προέρχονται από την αλληλοδιείσδυση των οκτάβων που προέρχονται από μια ίδια ή διαφορετικές κλίμακες . Η δομή των οκτάβων είναι επομένως δενδροειδής . Συγχρόνως κάθε δομικό στοιχείο μιας οκτάβας είναι το ίδιο μία ολόκληρη οκτάβα . Η ενότητα του κόσμου πραγματώνεται μέσα στην ποικιλία της . Μέσα στην Πραγματικότητα που έτσι δημιουργείται, η αιτία και το αποτέλεσμα συνυπάρχουν (ακόμα και όταν αυτό το  ̈αποτέλεσμα  ̈ γίνεται αντιληπτό με δυσκολία από κάποιο σχετικά ανεξάρτητο υποσύστημα ). Έτσι η αλληλοδιείσδυση των οκτάβων εξασφαλίζει την συνύπαρξη μεταξύ της συνέχειας και της ασυνέχειας και, της παρουσίας κάποιου στοιχείου  ́αυθορμητισμού ̈, σε κάθε φαινόμενο της Πραγματικότητας .
ΤΟ ΕΝΝΕΑΓΡΑΜΜΑ
Η Ενωτική δράση του Νόμου του Τρία και του Νόμου του Επτά, εμφανίζεται στο Εννεάγραμμα, το βασικό σύμβολο της διδασκαλίας του Γκουρτζίεφ. « Το Εννεάγραμμα » λέει ο Γκουρτζίεφ, « είναι το Θεμελιώδες ιερόγλυφο μιας παγκόσμιας γλώσσας, το οποίο έχει τόσα διαφορετικά μηνύματα όσα επίπεδα ανθρώπων μπορούν να υπάρχουν.
Το Εννεάγραμμα είναι η διαρκής κίνηση, η ίδια διαρκής κίνηση που οι άνθρωποι έχουν αναζητήσει από την πιο παλιά αρχαιότητα και δεν μπόρεσαν να βρουν ποτέ ...είναι διαρκής κίνηση και ακόμα η φιλοσοφική λίθος των αλχημιστών !» (46)
Ο Νόμος του Τρία μπορεί να παρασταθεί γεωμετρικά με ένα τρίγωνο που συμβολίζει τις τρεις αρχές .
Ο Νόμος του Επτά δείχνει την ύπαρξη επτά όψεων στην τεμάχιση κάθε ολοκληρωμένου φαινομένου. Επίσης είναι συνδεδεμένος με την διαίρεση του 1 ( ενότητα ), με το 9, το αποτέλεσμα του οποίου είναι 0, ακολουθούμενο από την απεριόριστη επανάληψη του αριθμού 142857.
Ο αριθμός αυτός με τα έξι ψηφία είναι ένας περιοδικός αριθμός υπό την έννοια ότι στον πολλαπλασιασμό του με 1,2,3,4,5,6, ...κ.λ.π. δίνει σαν αποτέλεσμα μια κυκλική μετάθεση των συστατικών του αριθμών.
Στην θεωρία των αριθμών ο αριθμός αυτός έχει πάρα πολύ μελετηθεί και πράγματι έχει πολλές αξιοσημείωτες ιδιότητες. Παραδείγματος χάρη η  ̈ψηφιακή ρίζα ̈ ( ή το θεοσοφικό άθροισμα) αυτού του αριθμού είναι 9, γιατί 1+4+2+8+5+7=27, 2+7=9 ). Τα έξι ψηφία του περιοδικού αριθμού 142857 και οι 3 κορυφές του τριγώνου, συνδυάζονται σε εννέα σημεία τοποθετημένα σε έναν κύκλο. (47).
Οι τρεις κορυφές του τριγώνου είναι φυσικά συνδεδεμένες με τα ψηφία 3, 6, και 9 (διότι αυτά δεν είναι παρόντα στον περιοδικό αριθμό 142857).
Υπάρχει ένα  ̈εξωτερικό ̈ σχήμα και ένα  ̈εσωτερικό  ̈ στο Εννεάγραμμα.
Το εξωτερικό ( ο κύκλος ) αντιστοιχεί στην διαδοχική διάταξη 1,2,3,4, ...9. Το εσωτερικό σχήμα χωρίζεται σε δύο διαφορετικά σχήματα :
το "3 - 6 - 9" που συμβολίζει την δράση του Νόμου του Τρία
και το "1 - 4 - 2 - 8 - 5 - 7 - 1" που συμβολίζει την δράση του Νόμου του Επτά.
Τα δύο αυτά σχήματα έχουν έναν κοινό προσανατολισμό ο οποίος είναι επίσης σε συμφωνία με τον συνολικό προσανατολισμό του εξωτερικού σχήματος. Βέβαια υπάρχουν δύο ξεχωριστές δυνατές κατευθύνσεις, που αντιστοιχούν είτε στην καθοδική είτε στην ανοδική οκτάβα .
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο περιοδικός αριθμός 142857, που εκπροσωπεί τον Νόμο του Επτά, περιέχει μόνον έξι ψηφία . Η αρχή της οκτάβας ταυτίζεται με την κορυφή του τριγώνου που είναι ο αριθμός 9. Έτσι ο Νόμος του Τρία είναι ενδογενώς και άμεσα συνδεδεμένος με κάθε εκδηλωμένο φαινόμενο. Ο αριθμός 9 είναι το μηδέν του δικού μας δεκαδικού συστήματος .
Επομένως τοπολογικά αντίστοιχου με το κέντρο του κύκλου, πηγή όλων των εκδηλώσεων. Οι άλλες δύο κορυφές του τριγώνου ( 3 και 6) είναι τοποθετημένες στις  ̈παύσεις ̈ του Νόμου του Επτά, που εκπληρώνουν τον ρόλο των  ̈σοκ  ̈, αναγκαίων για την ανάπτυξη του δεδομένου φαινομένου.
Σύμφωνα με τον Νόμο του Επτά οι ίδιες αυτές παύσεις αποτελούν την αρχή δύο καινούργιων οκτάβων, των οποίων οι νότες  ̈εναρμονίζονται ̈ στις δονήσεις με τις αντίστοιχες νότες της αρχικής οκτάβας ( μια  ̈συμφωνία ̈ αναγκαία για την  ̈ροή ̈ των  ̈ρυθμών ̈ και για την ροή των δονήσεων).
Έτσι ένας ολοκληρωμένος περιοδικός κύκλος του Νόμου του Επτά απαιτεί τρεις διαφορετικές οκτάβες . Όταν αυτό λαμβάνεται υπ ́όψιν, τότε είναι δυνατόν να καταλάβουμε την φαινομενική  ̈ανακρίβεια ̈ η οποία συμβαίνει στις θέσεις 6 (μεταξύ 5 και 7 ) και όχι στην  ̈λογική ̈ τους θέση (μεταξύ 8 και 9) δεύτερη παύση της οκτάβας . (48) Η  ̈ανακρίβεια  ̈ αυτή είναι κατά τον Γκουρτζίεφ «σύμφωνα με τον Νόμο».
Μια κάποια  ̈ασυμμετρία  ̈ φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των σημείων 3, 6 και 9, που συμβολίζουν τον Νόμο του Τρία . Τα σημεία 3 και 6 αντιπροσωπεύουν τις θέσεις ανταλλαγής με τα άλλα συστήματα, μια ανταλλαγή κατευθυνόμενη προς την ανάπτυξη της δομής του εν λόγο συστήματος .
Το σημείο επαφής του με ένα σύστημα ίδιας φύσης είναι το 9 και το οποίο φανερώνει κίνηση, σχέση, άνοιγμα. Οπότε το 9 όταν ξεκινήσει μια καινούργια οκτάβα, μπορεί να αναδυθεί από τον κύκλο και να παίξει τον ρόλο ενός  ̈σοκ ̈ σε κάποιον άλλο κύκλο... οπότε ο κύκλος μεταμορφώνεται σε σπιράλ.
Η τοπολογική σύμπτωση μεταξύ ενός σημείου τρίτης (9) και ενός σημείου εβδόμης (η αρχή της οκτάβας) είναι αποκαλυπτικό για το νόημα του εννεαγράμματος .
Αυτό κάνει δυνατό να μην πέσουμε στην παγίδα της τρις- υπόστασης όπως πολλοί φιλόσοφοι από τον Jacob Boehme ( 1575-1624 ) μέχρι τον Charles Sanders Pierce ( 1839-1914 ), οι οποίοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν το σημείο της τρίτης σε σημείο τετάρτης, στην προσπάθεια τους να συνδέσουν το σημείο τρίτης με την εκδήλωση. Έτσι ο Boehme εισήγαγε μια μεσάζουσα αρχή (την  ̈Σοφία ̈ ) μεταξύ των τριών αρχών στον ορισμό του Νόμου του Τρία, και επτά  ̈πηγές - πνεύματος ̈ ή  ̈ποιότητες ̈ στον ορισμό του για τον Νόμο του Επτά. (49)
Οι τρεις πρώτες  ̈ποιότητες ̈ είναι κάτω από την κυριαρχία της πρώτης αρχής (του  ̈Κρυπτόμενου Θεού ̈) και οι υπόλοιπες τέσσερις είναι η εκδήλωση (του  ̈Αποκαλυμμένου Θεού ̈). Στο διάστημα μεταξύ των τριών πρώτων ποιοτήτων και των υπόλοιπων τεσσάρων υπάρχει η αρχή της ασυνέχειας ( ̈διάταγμα ̈, ή  ̈δημιουργική λέξη ̈ ). Αλλά ο Boehme δεν μιλά για την ύπαρξη ενός δεύτερου σημείου ασυνέχειας στον Νόμο του Επτά .
Η Σύγκριση του Εννεαγράμματος με το κεντρικό σύμβολο της  ̈Αριθμολογίας ̈ του Kirchev (1602- 1680) είναι εξίσου πολύ επιμορφωτική. Το σύμβολο αυτό διαιρεί επίσης τον κύκλο σε εννέα σημεία, αλλά η εσωτερική γραμμή κατασκευάζεται από τρία ξεχωριστά σχήματα τρία αλληλοσυνδεδεμένα τρίγωνα). Το σύμβολο του Kirchev είναι επομένως στατικό χωρίς κίνηση.
Τέλος η παραλληλία μεταξύ του Εννεαγράμματος και του οράματος του Δάντη σχετικά με την δομή του θεϊκού κόσμου (η θεϊκή κωμωδία -  ̈παράδεισος ̈ Cauto XXVIII ) είναι πολύ αποκαλυπτική. Ο Δάντης βλέπει τον Θεό σαν ένα σημείο πολύ μεγάλης λαμπρότητας . Εννέα κύκλοι οργανωμένοι σε τρεις τριάδες που γυρνούν γύρω από αυτό το σημείο και η περιστροφή τους γίνεται γρηγορότερη όσο πλησιάζουν την πηγή. Η ταχύτητα περιστροφής ( felicity ) είναι ανάλογη προς την εγγύτητα δράσης της αλήθειας, δηλ. της πηγής. Η ύπαρξη δύο αντίθετων κατευθύνσεων, ταυτισμένες η μία με τον υπέρ-αισθαντικό κόσμο και η άλλη με τον κόσμο των εκδηλώσεων, βρίσκονται και οι δύο στο δράμα του Δάντη. Οι εννέα σφαίρες που γυρίζουν γύρω από την γη έχουν ενεργοποιηθεί από την περιστροφική κίνηση της οποίας η ταχύτητα αυξάνει αναλογικά με την αντίστασή τους από την γη. Η μακρύτερη σφαίρα από την γη αντιστοιχεί με τον κοντινότερο κύκλο προς το σημείο - πηγής. Διάφοροι αναζητητές έχουν εξετάσει την σχέση μεταξύ του Εννεαγράμματος και άλλων παραδοσιακών συμβόλων, π.χ. ο ζωδιακός κύκλος (50), ή το Δέντρο της Ζωής της Καμπάλα (51). Ομοίως μία βαθιά σχέση μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στο Εννεάγραμμα και στο εξάγραμμα του  ̈Ι Ching  ̈. Σίγουρα υπάρχει ένας απεριόριστος αριθμός πιθανών  ̈αναγνώσεων ̈ του Εννεαγράμματος. Η ακρίβεια γίνεται εφικτή από την ύπαρξη ενός κοινού προσανατολισμού όλων αυτών των ερμηνειών. Σαν σύμβολο το Εννεάγραμμα δεν μπορεί να έχει ένα νόημα έσχατο και εξαντλητικό, αλλά δίνει νόημα σε κάθε φαινόμενο της ζωής και του σύμπαντος .
Για να καταλάβουμε το Εννεάγραμμα πρέπει να το ζήσουμε, να το βιώσουμε με το σώμα, με την αίσθηση, με τα αισθήματα και την σκέψη. Οι  ̈κινήσεις ̈ και οι ιεροί χοροί, οι οποίοι αποτελούν ένα από τα πιο ουσιώδη μέρη της διδασκαλίας του Γκουρτζίεφ, αποκαλύπτουν πολλές απόψεις του Εννεαγράμματος. Αυτές οι  ̈κινήσεις ̈ όπως και το  ̈άκουσμα ̈ της μουσικής του Γκουρτζίεφ (που έχει γραφτεί σε συνεργασία με τον Thomas de Hartman ) προκαλούν μια ζωτική, πρακτική και βιώσιμη προσέγγιση του Νόμου του Τρία και του Νόμου του Επτά, ακόμα και  ̈ενσαρκώσεις ̈ αυτών των δύο νόμων.
________________  
(23) Αποσπάσματα από κείμενα του Γκουρτζίεφ
(24) Αποσπάσματα
(25) Όλα και τα Πάντα: Ιστορίες του Βελζεβούλ στον εγγονό του.
(26) Αποσπάσματα
(27) Βελζεβούλ
(28) Αποσπάσματα
(29)  ̈Tiers inclus ̈
(30) Απόψεις
(31-32-33-34-35-36) Βελζεβούλ
(37-38) Όλα και τα Πάντα: Ιστορίες του Βελζεβούλ στον εγγονό του.
(39) Αποσπάσματα
(40-41) Αποσπάσματα
(42-43) Όλα και τα Πάντα: Ιστορίες του Βελζεβούλ στον εγγονό του.
(44-45) Αποσπάσματα
(46) Αποσπάσματα
(47-48) Αποσπάσματα
(49) Jacob Boehme, Aurora , Rising of the Dawn, Mysterium Magnum.
(50) Patrizia Novelli - Bachelet, The nostic Circle Samuel Weiser
(51) Z’ en ben Shimson Halevi, Tree of life, Rider and Co.London 1978



Basarab Nicolescu
Ο ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Ιθάκη - Joseph Brodsky

Να γυρίσεις πίσω ύστερα από είκοσι χρόνια
να βρεις στην άμμο χνάρια απ’ τα γυμνά σου πόδια
κι ο σκύλος σου ν’ αρχίζει ν’ αλυχτά
από αγριάδα. Όχι από χαρά.

Βγάλε τα ιδρωμένα σου κουρέλια, είναι μια κάποια λύση.
Η δούλα σου νεκρή, την ουλή σου δεν θ’ αναγνωρίσει
και την πιστή συμβία πού ‘λεγαν ότι σε προσμένει
δεν θα τη βρεις. Σε όλους πια είναι δοσμένη.

Μεγάλωσε και ο μικρός σου γιος και ψάχνει το ταξίδι,
σε κοιτάζει λες και είσαι σκουπίδι
Η γλώσσα που τριγύρω σου μιλάνε
σαν ξένη μοιάζει που κάποιοι την πουλάνε.

Μην είναι άλλο το νησί, και το λιμάνι άλλο;
Ή μήπως είν’ το μάτι του που όλα τ’ αηδιάζει.
Ένα κομμάτι γης που ορίζεις, μικρό όχι μεγάλο,
το κύμα θα το βρέχει κάθε που βραδιάζει.

Απόδοση Σοφία Σαμιανίδου & Μιχάλης Πιερής

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

Το ανώφελο της κριτικής – Fernando Pessoa

Η διαπίστωση ότι το σπουδαίο έργο πάντα έρχεται στο προσκήνιο είναι περιττή αν μιλάμε για πραγματικά σπουδαία έργα και αν με τη φράση «έρχεται στο προσκήνιο» εννοούμε ότι το έργο γίνεται αποδεκτό στην εποχή του. Είναι αλήθεια ότι το σπουδαίο έργο πάντοτε έρχεται στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της μελλοντικής του ζωής. Είναι επίσης αλήθεια ότι έργα δευτέρας διαλογής πάντοτε έρχονται στο προσκήνιο στην εποχή τους.
Γιατί πως  θα κρίνει ο κριτικός; Ποιες είναι οι ιδιότητες εκείνες που χαρακτηρίζουν όχι τον τυχαίο αλλά τον ικανό κριτικό; Γνώση του παρελθόντος της τέχνης και της λογοτεχνίας, ένα γούστο εκλεπτυσμένο από αυτή τη γνώση, και ένα αμερόληπτο και αδέκαστο πνεύμα. Λιγότερες δεν του επιτρέπουν να ασκήσει κατά εντελή τρόπο την κριτική. Περισσότερες συνεπάγονται ένα ήδη ολοκληρωμένο δημιουργικό πνεύμα και ως εκ τούτου ατομικότητα. Και ατομικότητα σημαίνει εγωκεντρισμός και μια κάποια υποτίμηση του έργου των άλλων.
Πόσο επαρκής ωστόσο είναι ο επαρκής κριτικός; Ας υποθέσουμε πως έρχεται αντιμέτωπος με ένα βαθιά πρωτότυπο έργο τέχνης. Πως θα το κρίνει; Συγκρίνοντάς το με τα έργα του παρελθόντος. Αν όμως είναι πράγματι πρωτότυπο, θα αποκλίνει σε ένα βαθμό – κι όσο πιο πρωτότυπο τόσο μεγαλύτερη η απόκλιση - από τα έργα τέχνης του παρελθόντος. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το έργο δεν θα συμμορφώνεται με τον αισθητικό κανόνα που ο κριτικός επικαλείται. Κι αν η πρωτοτυπία του δεν εντοπίζεται στην απόκλισή του από αυτά τα καθιερωμένα πρότυπα, αλλά στη χρήση που τους επιφυλάσσει ο συγγραφέας, εντάσσοντάς τα σε μια πιο στέρεη κατασκευή – όπως ο Μίλτον χρησιμοποίησε τους αρχαίους – θα εκλάβει άραγε ο κριτικός αυτή τη βελτίωση ως βελτίωση, ή θα θεωρήσει τη χρήση αυτών των προτύπων ως μίμηση; Θα διακρίνει  τον χτίστη ή απλώς τον χρήστη των οικοδομικών υλικών; Και γιατί να επιλέξει να διακρίνει τον πρώτο και όχι τον δεύτερο, που είναι καλύτερος; Απ’ όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα έργο, ο τρόπος της κατασκευής του ανιχνεύεται με τη μεγαλύτερη δυσκολία… Ένα κράμα από στοιχεία του παρελθόντος. Ο κριτικός θα δει το κράμα ή τα επιμέρους στοιχεία;
Αν σήμερα εκδίδονταν ο Απολεσθείς Παράδεισος ή ο Άμλετ, τα σονέτα του Σαίξπηρ ή του Μίλτον, πιστεύει κανείς πως θα θεωρούνταν ανώτερα από την ποίηση του κ. Κίπλινγκ ή του κ Νόις ή των ομοίων τους; Αν το πιστεύει, είναι ανόητος. Η διαπίστωση, αν και αναμφίβολα πικρή, ισχύει απολύτως.
Ακούμε διαρκώς ότι η εποχή μας χρειάζεται έναν μεγάλο ποιητή. Τη θεμελιώδη κενότητα των  σύγχρονων επιτευγμάτων μάλλον τη νιώθει κανείς παρά μπορεί να την εκφράσει λεκτικά. Αν ξαφνικά εμφανιζόταν ο μεγάλος ποιητής, ποιος θα ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι δεν έχει ήδη εμφανιστεί; Το αναγνωστικό κοινό βλέπει στις εφημερίδες σχόλια για τα έργα εκείνων που έχουν γίνει γνωστοί λόγω της κοινωνικής επιρροής ή των γνωριμιών τους, ή για άλλους των οποίων η μετριότητα αποτελεί εγγύηση αποδοχής του πλήθους. Ο μεγάλος ποιητής μπορεί να έχει ήδη εμφανιστεί, αλλά το έργο του να μνημονεύεται σε λίγες «vient-de-paraître» αράδες στη βιβλιογραφική στήλη κάποιας εφημερίδας.


Fernando Pessoa
ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΣ 
Η Αναζήτηση της Αθανασίας
Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός
Εκδόσεις Εξάντας 2001


Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - Jorge Luis Borges

Το μπουντρούμι είναι βαθύ και πέτρινο· το σχήμα του, ενός σχεδόν τέλειου ημισφαίριου, αν και το πάτωμα (που είναι επίσης πέτρινο) είναι λίγο μικρότερο από έναν μεγάλο κύκλο, γεγονός που εντείνει κάπως τα αισθήματα της καταπίεσης και της απεραντοσύνης. Ένας μεσότοιχος το χωρίζει στα δύο· ο τοίχος αυτός, παρόλο που είναι πανύψηλος, δεν φτάνει ως την κορυφή του θόλου· από τη μια μεριά είμαι εγώ, ο Τζινακάν, μάγος της πυραμίδας του Καολόμ, που πυρπολήθηκε απ' τον Πέδρο δε Αλβαράδο· από την άλλη, είναι ένας ιαγουάρος, που με τον μυστικό και ισοσκελή βηματισμό του μετράει τον χρόνο και τον χώρο της αιχμαλωσίας του. Ένα μεγάλο παράθυρο με κάγκελα, σύρριζα στο πάτωμα, κόβει τον κεντρικό τοίχο. Την ώρα που δεν έχει σκιά [=το μεσημέρι], ανοίγει στο ταβάνι μια καταπακτή, κι ένας δεσμοφύλακας, που τον έχουν ξεθωριάσει πια τα χρόνια, πιάνει να γυρίζει μια σιδερένια τροχαλία και μας κατεβάζει, στην άκρη ενός σκοινιού, κανάτες με νερό και
κομμάτια κρέας. Τότε, στο μπουντρούμι μπαίνει φως· εκείνη τη στιγμή, μπορώ να δω τον ιαγουάρο.
Δεν ξέρω πια πόσα χρόνια κείτομαι εδώ κάτω στα σκοτάδια· εγώ, που κάποτε, ήμουν νέος και μπορούσα να πηγαινοέρχομαι σ' αυτή τη φυλακή, τώρα δεν έχω τίποτα να κάνω παρά να περιμένω παίρνοντας τη στάση του θανάτου μου, το τέλος που μου προορίζουν οι θεοί. Κάποτε, με το βαθύ οψιδιανό μαχαίρι μου άνοιγα τα στήθια των θυμάτων μου και τώρα μου είναι αδύνατον χωρίς τα μάγια να σηκωθώ απ' το χώμα.
Την προηγουμένη της πυρπόλησης της Πυραμίδας, οι άνθρωποι που ξεπέζεψαν απ' τα θεόρατα άλογα με βασάνισαν με πυρακτωμένα σίδερα για να τους αποκαλύψω την κρυψώνα του θησαυρού. Γκρέμισαν, μπροστά στα μάτια μου, το είδωλο του θεού, εκείνος όμως δεν μ' εγκατέλειψε στα βασανιστήρια και με κράτησε σιωπηλό. Με μαστίγωσαν, μου έσπασαν τα κόκαλα, με παραμόρφωσαν, κι ύστερα ξύπνησα σ' αυτή τη φυλακή, απ' όπου δεν θα ξαναβγώ ποτέ στη διάρκεια της θνητής ζωής μου.
Ωθούμενος απ' την ανάγκη να κάνω κάτι, να γεμίσω τελοσπάντων τον χρόνο μου, θέλησα να θυμηθώ, μες στο σκοτάδι μου, όλα όσα γνώριζα. Νύχτες ολόκληρες σπατάλησα για να θυμηθώ τη σειρά και τον αριθμό ορισμένων ερπετών σκαλισμένων σε πέτρα ή το σχήμα ενός φαρμακευτικού δέντρου. Έτσι υπέταξα τα χρόνια, έτσι ανέκτησα ό,τι μου ανήκε. Μια νύχτα ένιωσα ότι προσέγγιζα μια πολύτιμη ανάμνηση· πριν ακόμη δει τη θάλασσα, ο ταξιδιώτης νιώθει μια αναταραχή στο αίμα του. Λίγες ώρες αργότερα, άρχισα να διακρίνω καθαρότερα αυτή την ανάμνηση· ήταν μία από τις παραδόσεις του θεού. Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε την μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ' την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα την διαβάσει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ' έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί και να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα· μπορεί και να 'χα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω.
Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε ς' ένα είδος ιλίγγου. Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα και αιώνια· οποιοδήποτε απ' αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να 'ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται συνήθως κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή, κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ' άστρα είναι άτομα — και τ' άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο. Σκέφτηκα τα γένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να 'ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. Σ’ αυτή την αγωνία βρισκόμουν, όταν θυμήθηκα ότι ο ιαγουάρος ήταν μία από τις ιδιότητες του θεού.
Και τότε η ψυχή μου γέμισε ευσπλαχνία. Φαντάστηκα το πρώτο πρωινό του χρόνου, φαντάστηκα τον θεό μου να εμπιστεύεται το μήνυμα στο ολοζώντανο δέρμα των ιαγουάρων, που θα ζευγάρωναν και θα γεννοβολούσαν αδιάκοπα, σε σπήλαια, σε φυτείες ζαχαροκάλαμου, σε νησιά, μέχρι να δεχθούν το μήνυμα οι τελευταίοι άνθρωποι. Φαντάστηκα αυτό το δίκτυο των τίγρεων, αυτόν τον έμπυρο λαβύρινθο των τίγρεων, που σκορπούσε τον τρόμο στις βοσκές και στα κοπάδια, μόνο και μόνο για να φυλάξει ένα σχέδιο. Στο διπλανό κελί υπήρχε ένας ιαγουάρος· εξέλαβα αυτή τη γειτνίαση ως επιβεβαίωση της εικασίας μου και ως μυστική χάρη.
Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να μάθω τη σειρά και τη διάταξη των κηλίδων. Κάθε τυφλή μέρα που περνούσε, μου παραχωρούσε μια στιγμή φως, κι έτσι μπόρεσα να εντυπώσω στη μνήμη μου τα μαύρα σχήματα πάνω στο κίτρινο τρίχωμα. Άλλα ήταν στίγματα· άλλα σχημάτιζαν εγκάρσιες ραβδώσεις στο μέσα μέρος των πελμάτων· άλλα, δακτυλιωτά, επαναλαμβάνονταν. Μπορεί και να ήταν ένας μόνον ήχος ή μια μόνη λέξη. Πολλά είχαν κόκκινο περίγραμμα.
Δεν θα πω πόσο κοπιαστικό ήταν το έργο μου. Πολλές φορές ούρλιαξα μέσα στο μπουντρούμι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να το αποκρυπτογραφήσει κανείς. Σιγά σιγά, το συγκεκριμένο αίνιγμα που με βασάνιζε άρχισε να με ανησυχεί λιγότερο από το γενικό: Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν· όταν λες «ο τίγρης», λες τις τίγρεις που τον γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη. Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει μ' έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο· όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης ή βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μία λέξη και, μ' αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι έλασσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όλα, κόσμος, σύμπαν, δεν είναι παρά απόηχοι ή ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μία γλώσσα.
Μια μέρα ή μια νύχτα — ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;— ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος· ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα· ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω απ' αυτό το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ' έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ' ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ' άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ' αλήθεια.
Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα. Με ξύπνησε μια λάμψη. Στην κορυφή του σκοταδιού, διαγραφόταν ένας φωτεινός κύκλος. Είδα το πρόσωπο του δεσμοφύλακα, τα χέρια του, την τροχαλία, το σκοινί, το κρέας και τις κανάτες. Κάθε άνθρωπος συγχέεται, βαθμιαία, με τη μορφή της μοίρας του· κάθε άνθρωπος είναι, πάνω απ' όλα, οι περιστάσεις του. Πάνω από αποκρυπτογράφος ή εκδικητής, πάνω από ιερέας του θεού, ήμουν ένας φυλακισμένος. Γύρισα στη σκληρή μου φυλακή απ' τον ανεξάντλητο λαβύρινθο των ονείρων, σαν να επέστρεφα στο σπίτι μου. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα τον τίγρη της, ευλόγησα τον φεγγίτη, ευλόγησα το γέρικο, βασανισμένο μου κορμί, ευλόγησα το σκότος και την πέτρα.
Και τότε συνέβη αυτό που δεν μπορώ ούτε να ξεχάσω ούτε να περιγράψω. Συνέβη η ένωσή μου με το θείον, με το σύμπαν (δεν ξέρω αν αυτές οι λέξεις διαφέρουν). Η έκσταση δεν επαναλαμβάνει τα σύμβολά της· υπάρχουν κάποιοι που είδαν τον Θεό σε μία λάμψη, υπάρχουν άλλοι που τον διέκριναν σ' ένα σπαθί ή στους κύκλους ενός ρόδου. Εγώ είδα έναν θεόρατο Τροχό, που δεν ήταν μπρος στα μάτια μου, ούτε πίσω, ούτε στο πλάι μου, αλλά παντού, ταυτόχρονα. Ο Τροχός αυτός ήταν φτιαγμένος από νερό, αλλά και από φωτιά, παρόλο δε που φαινόταν το περίγραμμά του, ήταν άπειρος. Τον αποτελούσαν, το 'να μέσα στ' άλλο, όλα τα πράγματα που θα είναι, που είναι και που ήταν· εγώ ήμουν μία ίνα μέσα σ' εκείνον τον ολοκληρωτικό μίτο, και ο Πέδρο δε Αλβαράδο, που με βασάνιζε, μια άλλη. Εκεί ήταν τα αίτια και τ' αποτελέσματα, και δεν χρειαζόταν παρά να δω αυτόν τον Τροχό για να τα καταλάβω όλα, μέχρι τέλους. Ω χαρά τού να καταλαβαίνεις, πόσο πιο μεγάλη είσαι απ' τη χαρά τού να φαντάζεσαι ή του να αισθάνεσαι! Είδα το σύμπαν και είδα τα κρυφά σήματα του σύμπαντος. Είδα τις απαρχές, όπως τις περιγράφει η Βίβλος των Κοινών. Είδα τα βουνά που αναδύθηκαν απ' το νερό, είδα τους πρώτους ανθρώπους από ξύλο, είδα τα πιθάρια που χιμήξαν στους ανθρώπους, είδα τα σκυλιά που τους ρήμαξαν τα πρόσωπα. Είδα τον απρόσωπο θεό που υπάρχει, πίσω απ' τους θεούς. Είδα άπειρες διεργασίες που κατέληγαν σε μία και μόνη μακαριότητα και, καταλαβαίνοντας τα πάντα, μπόρεσα να καταλάβω και τη γραφή του τίγρη.
Είναι ένας τύπος, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις τυχαίες λέξεις (από δεκατέσσερις λέξεις που δείχνουν τυχαίες)· θα μου έφτανε να τον εκφέρω με δυνατή φωνή για να γίνω παντοδύναμος. Θα μου έφτανε να τον εκφέρω για να γκρεμίσω αυτό το πέτρινο μπουντρούμι, για να εισχωρήσει η μέρα μες στη νύχτα μου, για να γίνω νέος, για να γίνω αθάνατος, για να ξεσκίσει ο τίγρης τον Αλβαράδο, για να βυθίσω το άγιο μου μαχαίρι σε στήθια ισπανικά, για να παλινορθώσω την πυραμίδα, για να παλινορθώσω την αυτοκρατορία. Σαράντα συλλαβές, δεκατέσσερις λέξεις, και εγώ, ο Τζινακάν, θα κυβερνούσα τα εδάφη που κάποτε κυβέρνησε ο Μοκτεζούμα. Κι όμως το ξέρω πως δεν θα τις πω ποτέ αυτές τις λέξεις, γιατί τον Τζινακάν δεν τον θυμάμαι πια.
Ας πεθάνει μαζί μου το μυστήριο που είναι γραμμένο στους τίγρεις. Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι' αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι' αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι.
                                                Στην Έμα Ρίσσο Πλατέρο
Jorge Luis Borges
Άπαντα Πεζά 
(Το Άλεφ)
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2005








Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023

ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ - ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Θέλησε να λύσει τα αινίγματα
να φωτίσει το σκοτάδι
που μέσα του βολεύονται όλοι
όσο κι αν τους βαραίνει.
Δεν τρόμαξε από τα όσα είδε
μ' από την άρνηση των άλλων να τα παραδεχτούν.
Θα 'μενε πάντα η εξαίρεση;
Δεν άντεχε πια τη μοναξιά.
Και για να βρει τους διπλανούς του
έχωσες μες στα μάτια του βαθιά
τις δυό περόνες.
Πάλι ξεχώριζε με την αφή τα πράγματα
πού κανείς δεν ήθελε να βλέπει.
                                                           Γενάρης ‘71

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ 1981

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

Το Σύμπαν ενός ανώνυμου συγγραφέα - Γιώργος Γραμματικάκης

 
Στην αρχή ή στο τέλος αυτού του αιώνα έζησε ένας συγγραφέας που οι βιογράφοι του αμφιβάλλουν ακόμη για το πραγματικό του όνομα. Μήτε άλλωστε για το έργο ή τις λεπτομέρειες της ζωής του είναι γνωστά πολλά πράγματα. «Τα εξωτερικά γεγονότα», ισχυριζόταν ο ίδιος, «δεν έχουν πολλή σημασία. Βιογραφία είναι ό,τι γίνεται μέσα μας, και ό,τι γίνεται μέσα μας δεν εκφράζεται με τη γλώσσα δεν εκφράζεται». Μετά τον θάνατο του συγγραφέα, που δεν είναι σίγουρο αν και πότε ακριβώς επισυνέβη, βρέθηκαν στα συρτάρια του πολλά ανέκδοτα έργα, σημειώσεις μιας ψυχολογικής πραγματείας και ένας κενός φάκελος με την ένδειξη «αλληλογραφία». Βρέθηκε επίσης το ακόλουθο ποίημα, που, απ' ό,τι φαίνεται, έγραψε με αφορμή μια διάλεξη για το Σύμπαν. 

Στο Σύμπαν περιέχεται το κάθε τι, είπε ο Καθηγητής της Κοσμολογίας.
Ο Ήλιος, η Σελήνη και οι ωκεανοί της Γης
γύρω από τον Ήλιο περιστρέφονται οι πλανήτες
οι φέροντες τα ονόματα αρχαίων Θεών.
Πιο μακριά εκτείνονται οι Αστερισμοί του Αιγόκερω και του Τοξότη.
Το Σύμπαν περιέχει επίσης τους γαλαξίες και τους κομήτες
ωχρούς αστέρες νετρονίων και τα νεφελώματα
και ακόμη, Μαρία, περιέχει
εσένα, εμένα και λέξεις όπως «αγάπη» ή «της απουσίας».
Λάμψεις ακανόνιστες φωτίζουν τις γωνιές του Σύμπαντος
άγνωστα σωματίδια διαπερνούν την έκτασή του
και το φως των άστρων, είπε ο κύριος Καθηγητής,
φθάνει σε μας ύστερα από εκατομμύρια χρόνια·
το άστρο μπορεί να έχει κιόλας σβήσει ή εκραγεί
σ' έναν καταιγισμό φωτός και ύλης
εμείς ανυποψίαστοι παρατηρούμε το παρελθόν τον.
Θαυμαστά πράγματα, Μαρία,
όμως εγώ δυσκολεύομαι να τα πιστέψω
πρέπει μάλιστα να ομολογήσω ότι ο Καθηγητής μου φάνηκε λιγάκι ύποπτος
οι κινήσεις του είχαν κάτι το ανεξήγητα ήρεμο, σχεδόν μελαγχολικό
κι επίσης απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση του μικρού παιδιού που καθόταν στη σειρά των επισήμων.
Γυρίζοντας στο σπίτι, Μαρία, περιπλανώμενος
ανάμεσα στα ελαιόφυτα και τις λεωφόρους των ιχνεντών
άγνωστο για ποιους λόγους, ήρθε στη μνήμη μου η εποχή που ήμαστε εξόριστοι
― ποιος να θυμάται τώρα πια τους λόγους ή τον τόπο της εξορίας.
Το γεγονός είναι ότι κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα του δωματίου,
δεν είχαν ακουστεί βήματα ή ήχος κουδουνιού·
στο δωμάτιο μπήκε ένας άνθρωπος με τα μαλλιά στη σκόνη ή την αρμύρα
κρέμασε το παλτό του και κάθισε αμίλητος κοντά στη λάμπα.
Όσοι βρεθήκαμε στον τόπο αυτό της εξορίας θορυβηθήκαμε.
Ο επισκέπτης έμεινε εκεί ώρες ατέλειωτες και νύχτες
και κάποιος ισχυρίζεται αιώνες·
την όγδοη στιγμή σηκώθηκε, μας κοίταξε προσεκτικά και είπε:
«Με λένε Μαξ ή Ίβηρο ή Οδυσσέα»
φόρεσε το παλτό του, το φως θαμπό απ' τον καπνό της πίπας και έφυγε.
Στο δωμάτιο επεκράτησε αμέσως ένας μικρός πανικός
ο ένας κατηγορούσε τον άλλο για τις δολοφονίες του παρελθόντος
και για τα όσα μας επιφυλάσσει το μέλλον
και μερικοί που έφθασαν από τα σύνορα είπαν πως σύνορα πια δεν υπάρχουν.
Ίσως σου φαίνεται παράλογο, Μαρία, όμως
καθώς περιπλανιέμαι μάταια στους δρόμους με τους αμπελώνες και τα ελαιόφυτα,
καθώς με σημαδεύει ο καιρός και από το βάθος του ο Αστερισμός του Ταύρου,
έχω την αίσθηση ότι ο κύριος Καθηγητής είχε κάτι κοινό με τον επισκέπτη.
Τα μάτια του ήταν ανεξήγητα ήρεμα, σχεδόν μελαγχολικά.
Και ούτε ήταν σύμπτωση ότι οι εφημερίδες
παρέλειπαν τον τόπο γεννήσεως ή την ηλικία του
ή πώς εξηγείς το γεγονός ότι στο τέλος της διάλεξης κάποιος ακούστηκε να κλαίει.
Αν δεν επακολούθησε πανικός είναι γιατί επενέβησαν οι ψυχραιμότεροι.
Δεν έχω τρόπους να το αποδείξω
κι άλλωστε από μακριά ακούγεται ο ήχος γραφομηχανής που ίσως είναι και πυροβόλων
και τί σημασία έχει άραγε, αφού ο πλανήτης μας είναι σε κίνδυνο να αναφλεγεί.
Πάντως ο κύριος Καθηγητής, Μαρία,
μου φάνηκε το ίδιο πρόσωπο με τον επισκέπτη
και το πραγματικό του όνομα, έτσι καθώς περιπλανιέμαι,
χωρίς τη δυνατότητα πια της επιστροφής,
ξέρω πως είναι Μαξ ή Ίβηρος ή Οδυσσέας.



Γιώργος Γραμματικάκης
Η Κόμη της Βερενίκης
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ 1990

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

Επιστροφή στο σπίτι – Dino Buzzati

Η καγγελόπορτα ήταν ανοιχτή και ο Ντρόγκο μύρισε μεμιάς την παλιά σπιτική μυρωδιά, όπως όταν, παιδί, ξαναγύριζε στην πόλη μετά τους καλοκαιρινούς μήνες στο εξοχικό. Ήταν γνώριμη και φιλική μυρωδιά, κι όμως, μετά από τόσο καιρό, είχε κάτι το αποκρουστικό. Του θύμιζε, ναι, τα περασμένα, τη γλυκύτητα κάποιων Κυριακών, τα χαρούμενα δείπνα, τη χαμένη παιδικότητα, αλλά μιλούσε και για τα κλειστά παράθυρα, για τα μαθήματα, την πρωινή καθαριότητα, τις αρρώστιες, τους καβγάδες, τα ποντίκια.
«Ω, ο μικρός κύριος!» του φώναξε περιχαρής η καλή Τζοβάνα που του είχε ανοίξει την πόρτα. Κι αμέσως ήρθε η μητέρα του. Δόξα τω Θεώ, δεν είχε γεράσει ακόμη.
Καθισμένος στο σαλόνι, ενώ προσπαθούσε να απαντήσει στις πολλές ερωτήσεις, ένιωθε την ευτυχία του να μετατρέπεται άθελά του σε θλίψη. Το σπίτι του φαινόταν άδειο σε σύγκριση με άλλοτε, από τα αδέρφια του ένας είχε πάει στο εξωτερικό, ένας άλλος ταξίδευε ποιος ξέρει που, ο τρίτος ήταν στην εξοχή. Μόνο η μητέρα του απέμενε και μετά από λίγο χρειάστηκε κι εκείνη να βγει για μια λειτουργία στην εκκλησία, όπου την περίμενε μια φίλη.
Το δωμάτιό του είχε μείνει ίδιο, έτσι όπως το είχε αφήσει, ούτε ένα βιβλίο δεν είχε μετακινηθεί, κι όμως, του φάνηκε διαφορετικό. Κάθισε στην πολυθρόνα, άκουσε τον θόρυβο από τις άμαξες στον δρόμο, την αδιάκοπη βαβούρα που ερχόταν από την κουζίνα. Μόνος ήταν στο δωμάτιό του, η μητέρα του προσευχόταν στην εκκλησία, τα αδέρφια του ήταν μακριά, όλος  ο κόσμος, λοιπόν, ζούσε χωρίς να έχει καμία ανάγκη τον Τζοβάνι Ντρόγκο. Άνοιξε ένα παράθυρο, είδε τα γκρίζα σπίτια, τη μια στέγη μετά την άλλη, τον καταχνιασμένο ουρανό. Έψαξε σε ένα συρτάρι τα παλιά σχολικά τετράδια, ένα ημερολόγιο που κρατούσε για χρόνια, κάποια γράμματα. Ξαφνιάστηκε που είχε γράψει αυτός εκείνα τα πράγματα, δεν το θυμόταν καθόλου, όλα αναφέρονταν σε παράξενα, ξεχασμένα γεγονότα. Κάθισε στο πιάνο, δοκίμασε να παίξει μια συγχορδία, ξανακατέβασε το καπάκι των πλήκτρων. Και τώρα; αναρωτιόταν.

Σαν ξένος τριγύριζε στην πόλη, αναζητώντας τους παλιούς φίλους,  τους βρήκε πολύ απασχολημένους με τις δουλειές τους, τις μεγάλες επιχειρήσεις, την πολιτική σταδιοδρομία. Του μίλησαν για πράγματα σοβαρά και σημαντικά, εργοστάσια, σιδηροδρόμους, νοσοκομεία. Κάποιοι τον κάλεσαν σε γεύμα, άλλοι είχαν παντρευτεί, όλοι είχαν πάρει διαφορετικούς δρόμους και μέσα σε τέσσερα χρόνια είχαν ήδη αποξενωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε (αλλά ίσως κι αυτός δεν ήταν πια ικανός), δεν μπορούσε να αναβιώσει τις αλλοτινές τους συζητήσεις, τα αστεία, τους κώδικές τους. Τριγύριζε στην πόλη αναζητώντας τους παλιούς φίλους – και ήταν πολλοί –, αλλά κατέληγε  μόνος του σε ένα πεζοδρόμιο, με πολλές άδειες ώρες μπροστά του πριν έρθει το βράδυ.
Τις νύχτες έβγαινε μέχρι αργά, αποφασισμένος να διασκεδάσει. Κάθε φορά ξεκινούσε με τις συνήθεις αόριστες  νεανικές ελπίδες για έρωτα και κάθε φορά γύριζε απογοητευμένος. Ξανάρχισε να μισεί τον δρόμο που τον οδηγούσε στο μοναχικό σπίτι, ίδιο πάντα κι έρημο.
Εκείνες τις μέρες δόθηκε ένας μεγάλος χορός και ο Ντρόγκο, μπαίνοντας στο μέγαρο παρέα με τον φίλο του τον Βέσκοβι, τον μοναδικό που είχε ξαναβρεί, αισθανόταν εξαιρετικά ευδιάθετος. Παρότι ήταν άνοιξη, η νύχτα θα ήταν μεγάλη, ένα κομμάτι του χρόνου σχεδόν απεριόριστο. Μέχρι το ξημέρωμα μπορούσαν να συμβούν πολλά πράγματα, ο Ντρόγκο δεν ήταν σε θέση να τα προσδιορίσει επακριβώς, αλλά ασφαλώς τον περίμεναν αρκετές ώρες άκρατης ευχαρίστησης. Πράγματι, είχε αρχίσει να αστειεύεται με μια κοπέλα ντυμένη στα μωβ και δεν είχε πάει ακόμη μεσάνυχτα, ίσως πριν χαράξει γεννιόταν κάποιος έρωτας. Και τότε τον φώναξε ο οικοδεσπότης για να του δείξει λεπτομερώς το μέγαρο, τον έσυρε μέσα από λαβυρίνθους και γαλαρίες, τον ξεμονάχιασε στη βιβλιοθήκη,τον υποχρέωσε να εξετάσει κομμάτι το κομμάτι μια συλλογή όπλων, του μιλούσε για στρατηγικά ζητήματα, του έλεγε φανταρίστικα καλαμπούρια, ανέκδοτα από τον βασιλικό οίκο, και στο μεταξύ η ώρα περνούσε, τα ρολόγια είχαν βαλθεί να τρέχουν με τρομακτική ταχύτητα. Όταν ο Ντρόγκο κατάφερε να ελευθερωθεί, ανυπομονώντας να ξαναγυρίσει στον χορό, η αίθουσα είχε μισοαδειάσει, η κοπέλα που ήταν ντυμένη στα μωβ είχε εξαφανιστεί, πιθανότατα είχε ήδη γυρίσει στο σπίτι της.
Μάταια ο Ντρόγκο προσπάθησε να το ρίξει στο ποτό, μάταια χασκογελούσε χωρίς λόγο, ούτε καν το κρασί δεν βοηθούσε πια. Και η μουσική των βιολιών γινόταν όλο και πιο υποτονική, κάποια στιγμή έπαιζαν κυριολεκτικά στον βρόντο, γιατί κανένας δεν χόρευε πια. Ο Ντρόγκο βρέθηκε, με το στόμα πικρό, ανάμεσα στα δέντρα του κήπου, άκουγε τη διστακτική ηχώ ενός βαλς ενώ η μαγεία της γιορτής χανόταν κι ο ουρανός αχνόφεγγε, κόντευε πια να ξημερώνει.
Καθώς έδυαν τα αστέρια, ο Ντρόγκο έμεινε ανάμεσα στις μαύρες σκιές των δέντρων να βλέπει τη μέρα να γεννιέται, ενώ οι επίχρυσες άμαξες απομακρύνονταν μια μια από το μέγαρο. Τώρα πια είχε σωπάσει και η ορχήστρα, κι ένας βαλές άρχισε να γυρίζει στις αίθουσες σβήνοντας τα φώτα. Από ένα δέντρο, ακριβώς πάνω από τον Ντρόγκο, έφτασε διαπεραστική και ζωηρή η τρίλια ενός μικρού πουλιού. Ο ουρανός σιγά σιγά φωτιζόταν, όλα αναπαύονταν σιωπηλά περιμένοντας με εμπιστοσύνη μια ωραία μέρα. Εκείνη τη στιγμή – σκέφτηκε ο Ντρόγκο – οι πρώτες ακτίνες του ήλιου θα είχαν ήδη φτάσει στις επάλξεις του Οχυρού και στους ξεπαγιασμένους φρουρούς. Μάταια το αυτί του περίμενε ένα σάλπισμα.
Διέσχισε τη νωθρή πόλη, που ήταν ακόμη βυθισμένη στον ύπνο, και άνοιξε με υπερβολικό θόρυβο την εξώπορτα. Στο σπίτι ήδη τρύπωνε από τις σχισμές των περσίδων λιγοστό το φως της μέρας.
«Καληνύχτα, μαμά» είπε καθώς περνούσε από τον διάδρομο και από το δωμάτιό της, πίσω από την πόρτα, του φάνηκε ότι όπως συνήθως, όπως τις μακρινές εκείνες μέρες που γύριζε αργά τη νύχτα, του απάντησε ένας συγκεχυμένος ήχος, η νυσταγμένη μα γεμάτη στοργή φωνή της. Και συνέχισε σχεδόν γαληνεμένος προς την κρεβατοκάμαρά του, όταν συνειδητοποίησε ότι κι εκείνη μιλούσε. «Τι έχεις μαμά;» ρώτησε μέσα στη βαθιά σιωπή. Την ίδια στιγμή κατάλαβε ότι είχε περάσει το τσούλημα μιας άμαξας κάπου μακριά για την αγαπημένη φωνή. Στην πραγματικότητα, η μητέρα του δεν είχε απαντήσει, τα νυχτερινά βήματα του γιου της πλέον δεν μπορούσαν να την ξυπνήσουν όπως άλλοτε, είχαν γίνει σαν ξένοι, λες και ο ήχος τους είχε με τον καιρό αλλάξει.
Κάποτε τα βήματα του έφταναν στον ύπνο της σαν συμφωνημένο κάλεσμα. Όλοι οι άλλοι θόρυβοι της νύχτας, αν και πολύ πιο δυνατοί, δεν αρκούσαν για να την ξυπνήσουν, ούτε τα κάρα κάτω στον δρόμο ούτε το κλάμα ενός μωρού, ούτε τα αλυχτίσματα των σκύλων ούτε οι κουκουβάγιες, ούτε το παντζούρι που χτυπάει ο αέρας που σφυρίζει μέσα στα λούκια, ούτε η βροχή ή το τρίξιμο των επίπλων. Μόνο το βήμα του ξυπνούσε, όχι επειδή ήταν θορυβώδες (ο Τζοβάνι απεναντίας περπατούσε στις μύτες των ποδιών). Κανένας ιδιαίτερος λόγος δεν υπήρχε, μονάχα ότι αυτός ήταν ο γιόκας της.
Αλλά τώρα πια τίποτε. Τώρα είχε χαιρετήσει τη μητέρα του όπως άλλοτε, με τον ίδιο τόνο στη φωνή του, βέβαιος ότι θα ξυπνούσε στον γνώριμο θόρυβο των βημάτων του. Απεναντίας, κανείς δεν του είχε απαντήσει εκτός από το τσούλημα της άμαξας κάπου μακριά. Μια ανοησία, σκέφτηκε, μια γελοία σύμπτωση, μπορεί και να ‘ταν έτσι. Κι όμως του έμεινε, ενώ ετοιμαζόταν να πέσει στο κρεβάτι, μια πικρή εντύπωση, λες και η αλλοτινή αγάπη είχε θαμπώσει, λες και μεταξύ τους ο χρόνος και η απόσταση είχαν απλώσει αργά ένα διαχωριστικό πέπλο.
Dino Buzzati
Η Έρημος των Ταρτάρων
Μετάφραση Μαρία Οικονομίδου
Εκδόσεις Μεταίχμιο 2019

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Παράρτημα V (Κόλαση και Παράδεισος) – Aldous Huxley

 
Ο Βουαγιάρ ζωγράφιζε κοντινές απόψεις  εσωτερικών χώρων  κυρίως, αλλά και κήπων μερικές φορές. Σε μερικές συνθέσεις του κατάφερε να συνδυάσει την μαγεία της εγγύτητας με τη μαγεία της μακρινής όψης, παριστώντας μια γωνιά ενός δωματίου όπου βρίσκεται ή κρέμεται μια δική του – ή κάποιου άλλου – αναπαράσταση μιας μακρινής άποψης δέντρων, λόφων και ουρανού. Είναι μια πρόσκληση να χαρεί κανείς και τους δύο κόσμους, τον τηλεσκοπικό και τον μικροσκοπικό, με μια μοναδική ματιά.
Όσον αφορά τους υπόλοιπους είναι πολύ λίγα τα τοπία μοντέρνων Ευρωπαίων καλλιτεχνών που είναι ζωγραφισμένα από κοντά. Υπάρχει ένα «Δασάκι» του Βαν Γκογκ στο Μετροπόλιταν. Υπάρχει ένας θαυμάσιος πίνακας του Κόνσταμπλ «Ο Νταλλ στο Χέλμινγκχαμ Παρκ» στην Τέητ Γκάλερι. Υπάρχει ένας κακός πίνακας του Μιλλέ η «Οφηλία», που γίνεται μαγικός με τις περίπλοκες καλοκαιρινές πρασινάδες που τις έχει δει με τα μάτια ενός αρουραίου του νερού , δηλαδή από πολύ κοντά. Και θυμάμαι ένα πίνακα του Ντελακρουά που είχε πάρει το μάτι μου σε κάποια Έκθεση, που παρίστανε φύλλα και κορμούς και λουλούδια από πάρα πολύ κοντά. Πρέπει, φυσικά, να υπάρχουν κι άλλοι αλλά ή τους έχω ξεχάσει, ή δεν τους έχω δει ποτέ. Δεν υπάρχει πάντως τίποτα στη Δυτική τέχνη που να μπορεί να συγκριθεί με την Κινέζικη ή τη Γιαπωνέζικη απόδοση της φύσης από πολύ κοντά. Ένα κλωνάρι ανθισμένης δαμασκηνιάς, μισό μέτρο του κορμού ενός μπαμπού με τον φλοιό και τα φύλλα του, σπουργίτια και σπίνοι από απόσταση μισού μόνο μέτρου ανάμεσα από τους θάμνους, όλων των ειδών τα λουλούδια και τα φυλλώματα, τα πουλιά και τα ψάρια και τα μικρά θηλαστικά. Η κάθε μικρή ζωή παρουσιάζεται σαν το κέντρο του δικού της κόσμου, δηλαδή σαν ο σκοπός, σύμφωνα με τη δική της εκτίμηση, για τον οποίο αυτός ο κόσμος κι όλα που έχει μέσα του δημιουργήθηκαν. Η κάθε μια βγάζει την δική της, την ειδική διακήρυξη ανεξαρτησίας από τον ανθρώπινο ιμπεριαλισμό. Η κάθε μια, με έναν ειρωνικό υπαινιγμό, κοροϊδεύει τις παράλογες αξιώσεις μας να θεσπίσουμε τελείως  ανθρώπινους κανόνες για την διεξαγωγή του κοσμικού αγώνα. Η κάθε μια σιωπηλά επαναλαμβάνει την θεϊκή ταυτότητα: Είμαι αυτό που είμαι.
Η φύση σε μέση απόσταση από μας είναι πολύ οικεία – τόσο οικεία που ξεγελιόμαστε και πιστεύουμε ότι ξέρουμε ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Όταν τη βλέπουμε από πολύ κοντά ή από πολύ μακριά, ή από κάποια περίεργη γωνία, μας φαίνεται ανησυχητικά ξένη, θαυμάσια, χωρίς να καταλαβαίνουμε γιατί. Τα Κινέζικα και τα Γιαπωνέζικα κοντινά τοπία είναι εικονογραφήσεις με θέμα ότι το Σαμσάρα και το Νιρβάνα είναι ένα, και ότι το Απόλυτο είναι φανερό σε κάθε φαινόμενο. Αυτές οι θαυμάσιες μεταφυσικές, κι όμως  πραγματικές, αλήθειες αποδόθηκαν από καλλιτέχνες της Άπω Ανατολής, εμπνευσμένους  από την θρησκεία Ζεν, και με έναν ακόμα τρόπο. Όλα τα αντικείμενα της κοντινής έρευνάς τους, τα ζωγράφιζαν κάπως άσχετα μεταξύ τους πάνω σε ένα άδειο χαρτί ή σε αγνό μετάξι. Αυτές οι παροδικές όψει, όταν απομονωθούν με τον τρόπο αυτό, παίρνουν κάποια απόλυτη έννοια του Ίδιου του Πράγματος όπως Είναι. Οι Δυτικοί καλλιτέχνες χρησιμοποίησαν το τέχνασμα αυτό όταν ζωγράφιζαν ιερές μορφές, πορτρέτα, και καμιά φορά φυσικά αντικείμενα από κάποια απόσταση. Ο «Μύλος» του Ρέμπραντ και τα «Κυπαρίσσια» του Βαν Γκογκ είναι παραδείγματα μακρινών τοπίων, όπου έχει γίνει η απολυτοποίηση ενός μόνο χαρακτηριστικού με την τεχνική της απομόνωσης. Η μαγική δύναμη πολλών από τα σχέδια, τις χαρακτικές και τους πίνακες του Γκόγια, μπορούμε να πούμε ότι προέρχεται από το γεγονός ότι οι συνθέσεις του, σχεδόν πάντα, παίρνουν τη μορφή που έχει μια σιλουέτα, ή περισσότερες, όταν τις βλέπουμε με φόντο κάποιο άσπρο κενό. Αυτές οι σχηματοποιημένες φιγούρες, διαθέτουν την δραματική ιδιότητα της πραγματικής σημασίας που γίνεται ακόμα μεγαλύτερη από την απομόνωση και την έλλειψη σχέσης, για να φτάσει στην υπερφυσική ένταση.
Στη φύση, όπως και σε ένα έργο τέχνης, η απομόνωση ενός αντικειμένου έχει την τάση να το κάνει απόλυτο, να του προσδίδει εκείνο το νόημα που δεν είναι συμβολικό, παρά ταυτίζεται με την ύπαρξη.

Αλλά υπάρχει ένα δέντρο – ένα μέσα στα πολλά – ένα μοναδικό χωράφι που είδα:
Και τα δύο μιλούν για κάτι που δεν υπάρχει πια.

Αυτό το κάτι που δεν μπορούσε πια να δει ο Γουέρντσγουέρθ ήταν η «οραματική λάμψη». Αυτή η λάμψη, θυμάμαι, κι αυτή η ουσιαστική σημασία, ήταν οι ιδιότητες μιας μοναχικής βαλανιδιάς, που μπορούσε να δει από το τρένο, μεταξύ του Ρέντινγκ και της Οξφόρδης. Είχε φυτρώσει πάνω  στην κορφή ενός μικρού λόφου κι απλωνόταν σε μια μεγάλη έκταση γης και διαγραφόταν στον χλωμό ουρανό του βορρά.
Τα αποτελέσματα της απομόνωσης σε συνδυασμό με την εγγύτητα, μπορούμε να τα μελετήσουμε, μ’ όλη τη μαγική τους παράξενη δύναμη, σε ένα καταπληκτικό πίνακα ενός Ιάπωνα καλλιτέχνη του δέκατου έβδομου αιώνα που ήταν και γνωστός ξιφομάχος και μαθητής της θρησκείας Ζεν. Παριστάνει ένα πουλί που έχει κουρνιάσει στην άκρη ενός γυμνού κλωναριού, «και περιμένει χωρίς σκοπό, αλλά βρίσκεται σε μεγάλη ένταση». Από κάτω, από πάνω, και γύρω δεν υπάρχει τίποτα. Το πουλί ξεπροβάλλει από το Κενό, από κείνη την αιώνια ανωνυμία και την αμορφία, που όμως είναι η ίδια η ουσία του πολύμορφου, του συγκεκριμένου και προσωρινού κόσμου. Αυτό το πουλί πάνω στο γυμνό κλαδί του είναι πρώτος ξάδελφος με την χειμωνιάτικη τσίχλα του Χάρντι. Αλλά ενώ η Βικτωριανή τσίχλα επιμένει να μας δώσει κάποιο μάθημα, το πουλί του καλλιτέχνη της Άπω Ανατολής είναι ευχαριστημένο που απλώς υπάρχει, που είναι εκεί τόσο έντονα κι απόλυτα.

Aldous Huxley
Κόλαση και Παράδεισος
Μετάφραση Λ. Κανδηλίδη
Εκδόσεις Κάκτος 1981

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

Ασθένεια - Νικόλαος Κάλας



Παράφορος ήταν ο έρωτας. Και είναι.
ζει στα καθέκαστα του βίου
τώρα - περίσταση εξαιρετική -
προβάλλει την μορφή της απελπισίας.
σπαραγμοί και καινούργιο αιματοκύλισμα των αισθημάτων
μας καλούν σ' αυτήν εδώ την δοκιμασία.

Απώλεσε η γαλήνη την επιφάνειά της
ξαναβρίσκω όσα είχα μοχθήσει να χάσω
η αβεβαιότητα υπεράνθρωπων καταστάσεων μας θωρεί
η ενσυνείδητη προσπάθεια μαζί να τα κοιτάμε όλα
παρηγορεί την αγωνία, μα την αυξάνει.

Νικόλαος Κάλας
Οδός Νικήτα Ράντου
Εκδόσεις Ίκαρος 1977

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

Βόλτα στη βροχή - Jack Kerouac

Κατηφορίζω τον Έκλυτο Δρόμο των Ρεντόνας, μέσα στη βροχή, δεν ξεκίνησε ακόμα να βρέχει πολύ, ανοίγω δρόμο και κάνω ελιγμούς μέσα σε ένα χαμό από εκατοντάδες πόρνες στη σειρά πλάι στους τοίχους της οδού Πάναμα έξω από τα μικρά τους δωμάτια όπου η τρανή Mamacita κάθεται πλάι σε πήλινες χύτρες σε σχήμα γουρουνιού, καθώς φεύγεις σου ζητούςν κάτι για το χοιρινό που επίσης αντιπροσωπεύει την κουζίνα, τη μάσα, cocina. - Τα ταξί γλιστράνε πλάι σου, σκευωρίες στήνονται στα σκοτεινά, οι πόρνες φέρνουν την κάψα μέσα στη νύχτα με τα δάχτυλά τους να γνέφουν Έλα, περνούν νεαροί άντρες και τις περιεργάζονται στα γρήγορα, πλήθη νέων μεξικάνων αγκαλιά στον κεντρικό δρόμο με τα κορίτσια της Κάσμπα, τα μαλλιά πέφτουν στα μάτια τους, πιωμένοι, borracho, μελαχρινές με μακριά πόδια φορώντας εφαρμοστά κίτρινα φουστάνια τους αρπάζουν και τους χουφτώνουν, και τους τραβούν από τα πέτα, και παρακαλούν – Τα αγόρια το σκέφτονται – Οι μπάτσοι πέρα στον δρόμο περνούν τεμπέλικα σαν φιγούρες πάνω σε πατίνια που κυλούν αθέατες κάτω απ’ το πεζοδρόμιο – Μία ματιά μέσα στο μπαρ όπου χασμουριούνται τα παιδιά και άλλη μια στο μπαρ με τις αδελφές και τα αγόρια που ψωνίζονται όπου αραχνιασμένοι ήρωες χορεύουν πουτανίστικους χορούς με πουλόβερ ζιβάγκο για την κριτική επιτροπή των γηραιών 22 χρόνων – Κοιτάζω και στα δύο καταγώγια και βλέπω το μάτι του εγκληματία, του εγκληματία στον παράδεισο. – Μπαίνω αργά και κόβω την κίνηση, με τον σάκο μου να πηγαίνει πέρα δώθε και μέσα το ουίσκι, γυρίζω και ρίχνω κάμποσες λοξές ματιές στις πόρνες, με λούζουν με τις συνηθισμένες ειρωνείες φωνάζοντας μέσα από βλάστημες πόρτες – Έχω τρελαθεί στην πείνα, αρχίζω να μασάω το σάντουιτς  που μου έδωσε ο Ελ Ίντιο το οποίο στην αρχή δεν ήθελα να το φάω και κόντεψα να το δώσω στη γάτα αλλά ο Ελ Ίντιο επέμενε πως ήταν δώρο για μένα, έτσι το κρατάω μέσα στο δρόμο περπατώντας κορδωμένος – Βλέποντάς το αρχίζω να το τρώω – Το τελειώνω, αρχίζω ν’ αγοράζω τάκος καθώς περνάω βιαστικός, όλων των ειδών, σταματώ όπου φωνάζουν «Joven!» – Αγοράζω βρωμερά συκώτια με σάλτσα ψιλοκομμένα μέσα σε ασπρόμαυρα κρεμμύδια που αχνίζουν καυτά μέσα στο λίπος που καίγεται πάνω στο αναποδογυρισμένο μαντέμι της ψησταριάς – Μασουλάω καυτερές πιπεριές και σάλτσες και φτάνω να καταβροχθίζω τεράστιες μπουκιές φωτιάς και συνεχίζω – Κι όμως αγοράζω ένα ακόμα, κι άλλα δύο, με βοδινό τεμαχισμένο πάνω στο κούτσουρο, από κεφάλι και από κάθε μέρος του ζώου, ψιλοκομμένος κιμάς, όλα μαζί σε μία άθλια τορτίγια και τα πας κάτω με αλάτι, κρεμμύδια και μαρούλι – Κομμάτια – Ένα υπέροχο σάντουιτς όταν βρίσκεις καλή καντίνα – Οι καντίνες είναι 1,2,3 στη σειρά μισό χιλιόμετρο πιο πέρα στον δρόμο, τραγικά φωτισμένες με κεριά και χαμηλά φως από λαμπτήρες και περίεργα φανάρια, ολόκληρο το Μεξικό μια Μποέμικη Περιπέτεια στο ανοιχτό πλατό των βράχων, των κεριών και της ομίχλης – Περνάω την Πλατεία Γκαριμπάλντι το σημείο που περιπολεί η αστυνομία, περίεργα πλήθη στριμώχνονται σε στενούς δρόμους τριγύρω ήσυχοι μουσικοί που μόνο αργότερα θα τους ακούσεις αμυδρά να παίζουν τρομπέτα κάπου στο τετράγωνο – Μαρίμπες που ηχούν στα μεγάλα μπαρ – Πλούσιοι, φτωχοί, σε ένα μίγμα με σομπρέρος – Βγαίνουν από περιστρεφόμενες πόρτες φτύνουν κομμάτια από πούρα και ενώνουν χτυπώντας τις μεγάλες τους παλάμες λες και είναι έτοιμοι να βουτήξουν σε κάποιο παγωμένο ποτάμι – Ένοχοι – Στις πλαϊνές παρόδους άψυχα λεωφορεία τσαλαβουτούν στις λακκούβες με τη λάσπη, σημεία από χτυπητό κίτρινο απ’ τα φουστάνια που φορούν οι πόρνες μέσα στο σκοτάδι, διάφοροι συγκεντρωμένοι και στον τοίχο στηριγμένοι οι εραστές της ερωτικής Μεξικάνικης νύχτας – Ωραίες κοπέλες που σουλατσάρουν, κάθε ηλικίας, όλα τα κωμικά Κουμάσια κι εγώ γυρίζουμε τα μεγάλα μας κεφάλια για να τις χαζέψουμε, είναι τόσο όμορφες που δεν τις αντέχεις – 
Περνάω παραπατώντας από το Ταχυδρομείο, περνάω μέσα από την κοίτη του Χουάρες, το Μέγαρο των Καλών Τεχνών βυθίζεται λίγο πιο πέρα, – Κατάφερα να φτάσω μέχρι το Σαν Χουάν Λετράν και ρίχτηκα στο περπάτημα διανύοντας γρήγορα δεκαπέντε τετράγωνα προσπερνώντας υπέροχα μέρη όπου φτιάχνουν τα λεγόμενα τσούρος και σου βάζουν αλάτι ζάχαρη βούτυρο ολόφρεσκα ζεστά ντόνατς απ’ το λιγδιασμένο καλάθι, τα οποία μασουλάς ολόφρεσκα καθώς διαβαίνεις την Περουβιανή νύχτα αφήνοντας του εχθρούς σου πίσω στο πεζοδρόμιο – Είναι μαζεμένες τρελές συμμορίες όλων των ειδών, χαρούμενοι αρχηγοί που την βρίσκουν με το αρχηγιλίκι φορούν Σκανδιναβικούς σκούφους του Σκι πάνω από τα φανταχτερά τους συμπράγκαλα και τα σε στυλ Πατσούκο κουρέματα – Μια άλλη μέρα που πέρασα μπροστά από μια συμμορία παιδιών μέσα σε ένα χαντάκι ο αρχηγός τους ήταν ντυμένος σαν παλιάτσος (με μια νάιλον κάλτσα στο κεφάλι) και είχε βαμμένους κύκλους γύρω από τα μάτια του, τα μικρότερα αλάνια τον μιμούνταν και προσπαθούσαν να ντυθούν σαν παλιάτσοι κι εκείνα, όλα τους σκυθρωπά και με τα μάτια βαμμένα μαύρα και γύρω λευκούς κύκλους, σαν γύφτικη ακολουθία η μικρή συμμορία των ηρώων του Πινόκιο (και του Ζενέ) με όλη τους την προίκα πάνω στο πεζοδρόμιο, ένα μεγαλύτερο παιδί κοροϊδεύει τον Ήρωα Παλιάτσο «Τι καταλαβαίνεις που κάνεις τον παλιάτσο; - Δεν είναι παντού Παραδεισένια;» «Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης των Ηρώων Παλιάτσων, τρελαμένε» - Άλλες συμμορίες με ψευτο-χίπστερς λουφάζουν μπροστά στα νυχτερινά μπαρ που μέσα γίνεται της κακομοίρας, περνώ από δίπλα τους ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά σαν τον Ουόλτ Ουίτμαν σε όλη αυτή την λιμασμένη παράτα – Αρχίζει να πέφτει δυνατή βροχή, έχω να περπατήσω πολύ ακόμα και να σύρω τα βαριά μου πόδια μέσα στην πυκνή βροχή, χωρίς να υπάρχει και χωρίς να έχω όρεξη να πάρω ένα ταξί, το ουίσκι και η μορφίνη με έχουν κάνει αναίσθητο στην αρρώστια που δέρνει την δηλητηριασμένη μου καρδιά.

Jack Kerouac
Τριστέσσα
Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

Εκδόσεις Ηριδανός 2009

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

Σονέτο – Στην επιστήμη (Sonnet—To Science) – Edgar Allan Poe


Επιστήμη! Γνήσια κόρη της παλιάς εποχής είσαι!
Που τ’ αλλάζεις όλα με τα περίεργα μάτια σου.
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
Όρνιο που οι φτερούγες του είναι βαρετή πραγματικότητα;

Πώς μπορεί να σ’ αγαπήσει αυτός; Ή πώς να σε πει σοφή;
Όταν  δε θέλεις να τον αφήσεις στις περιπλανήσεις του
Να ψάξει για θησαυρούς στους διαμαντοστόλιστους ουρανούς,
Μολονότι πέταξε ψηλά μ’ ατρόμητα φτερά;

Εσύ δεν είσαι που έσυρες την Άρτεμη από το άρμα της βίαια
Και την Αμαδρυάδα από τα δάση έδιωξες
Να βρει καταφύγιο σε ευτυχέστερο αστέρι;

Εσύ δεν έδιωξες τη Ναϊάδα απ’ την κρήνη της
τη Συλφίδα από το χλωρό χορτάρι της, κι’ από  εμένα
Το όνειρο του καλοκαιριού κάτω απ’ τον κόκκινο ταμάρινδο*;
________________ 
* Το δέντρο οξυφοίνικας
Μετάφραση Βασίλης Κ. Μηλίτσης

Science! true daughter of Old Time thou art!
   Who alterest all things with thy peering eyes.
Why preyest thou thus upon the poet’s heart,
   Vulture, whose wings are dull realities?

How should he love thee? or how deem thee wise,
   Who wouldst not leave him in his wandering
To seek for treasure in the jewelled skies,
   Albeit he soared with an undaunted wing?

Hast thou not dragged Diana from her car,
   And driven the Hamadryad from the wood
To seek a shelter in some happier star?

   Hast thou not torn the Naiad from her flood,
The Elfin from the green grass, and from me
The summer dream beneath the tamarind tree?

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Ο Γκιλγκαμές και το ελιξήριο της Αθανασίας - JOSEPH CAMPBELL

 
Ο μεγαλύτερος μύθος της αναζήτησης του ελιξήριου στην προβιβλική παράδοση της Μεσοποταμίας είναι ο μύθος του Γκιλγκαμές. Ο Γκιλγκαμές ήταν ένας μυθικός βασιλιάς της σουμεριακής πόλης Ουρούκ* ο οποίος έβαλε σκοπό του να ανακαλύψει το κάρδαμο της αθανασίας, το φυτό «Που δε Μεγαλώνει Ποτέ». Αφού πέρασε με επιτυχία από τα λιοντάρια που φρουρούσαν τις παρυφές και τους ανθρώπους σκορπιούς που φύλαγαν τα μυθικά όρη που άγγιξαν τα ουράνια, έφτασε σε ένα παραδεισένιο κήπο γεμάτο λουλούδια, καρπούς και πολύτιμους λίθους. Ο κήπος αυτός βρισκόταν στη μέση των βουνών. Μετά, προχώρησε υπομονετικά και έφτασε στη θάλασσα που περιβάλλει τον κόσμο. Σε ένα σπήλαιο δίπλα στα νερά κατοικούσε μια εκδήλωση της θεάς Ιστάρ, η Σιντούρι-Σαμπίτου. Η γυναίκα αυτή, κρυμμένη πίσω από τα πέπλα της, έκλεισε τις πύλες ανακόπτοντας το διάβα του. Μόλις, όμως, ο Γκιλγκαμές της διηγήθηκε την ιστορία του, η Σιντούρι-Σαμπίτου του επέτρεψε να δει το πρόσωπό της και τον συμβούλευσε να μη συνεχίσει την αναζήτησή του, αλλά να μάθει να είναι ευχαριστημένος με τις θνητές απολαύσεις της ζωής:

«Γκιλγκαμές για που τρέχεις έτσι;
Ποτέ δεν πρόκειται να βρεις τη ζωή που ζητάς.
Όταν οι θεοί δημιούργησαν τον άνθρωπο
του έδωσαν για μοίρα του το θάνατο,
ενώ τη ζωή την κράτησαν για τον εαυτό τους.
Όσο για σένα Γκιλγκαμές γύρισε στην πατρίδα σου με ευχάριστα.
Μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, γύρισε και απόλαυσε,
φάε, πίνε και γλέντησε.
Φόρεσε καινούργια ρούχα.
Πλύνε το σώμα σου στο νερό,
αγάπα το παιδάκι που κρατάς στο χέρι σου
και κάνε τη γυναίκα σου στην αγκαλιά σου ευτυχισμένη.
Γιατί κι αυτό είναι στη μοίρα του ανθρώπου.

Η επιμονή του Γκιλγκαμές εντυπωσίασε τη Σιντούρι-Σαμπίτου, η οποία του επέτρεψε να περάσει και του έδωσε συμβουλές για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που θα συναντούσε.
Τον συμβούλευσε να αναζητήσει τον περαματάρη Ουρσαναμπί και πράγματι τον βρήκε να κόβει ξύλα στο δάσος, προστατευόμενος από τους ακολούθους του. Ο Γκιλγκαμές σκότωσε τη συνοδεία του (που ονομάζεται «αυτοί που χαίρονται να ζουν», «αυτοί που είναι από πέτρα») και ο περαματάρης δέχθηκε να τον μεταφέρει διασχίζοντας τα νερά του θανάτου. Τον προειδοποίησε μάλιστα πως δεν έπρεπε να αγγίξει τα νερά και έτσι ταξίδεψαν για ενάμιση μήνα.
Η μακρινή χώρα που πλησίαζαν ήταν η κατοικία του Ουτναπιστίμ, του ήρωα του αρχέγονου κατακλυσμού, ο οποίος ζούσε με τη γυναίκα του σε αιώνια ειρήνη. Ο Ουτναπιστίμ παρατήρησε από μακριά τη μικρή βάρκα που πλησίαζε ολομόναχη στα ατέλειωτα νερά, και η καρδιά του αναρωτήθηκε:

Γιατί «οι πέτρινοι» της βάρκας χάθηκαν;
Ποιος είναι αυτός που έρχεται με τη βάρκα και δεν είναι ακόλουθος μου;
Αυτός που έρχεται θνητός δεν είναι;
Μόλις πάτησαν στη στεριά, ο Γκιλγκαμές έπρεπε να ακούσει από τον πατριάρχη τη μακρά αφήγηση της ιστορίας του κατακλυσμού. Μετά ο Ουτναπιστίμ επέτρεψε στον επισκέπτη του να κοιμηθεί. Ο Γκιλγκαμές κοιμήθηκε έξι μέρες και έξι νύχτες. Ενώ κοιμόταν δίπλα στη βάρκα, ο Ουτναπιστίμ είπε στη γυναίκα του να ψήσει επτά καρβέλια και να τα αφήσει στο προσκέφαλο του Γκιλγκαμές. Μόλις ξύπνησε ο φιλοξενούμενος, ο οικοδεσπότης διέταξε το βαρκάρη Ουρσαναμπί να τον πλύνει στα νερά μιας μικρής λίμνης και να του δώσει καθαρά ρούχα. Μετά από όλα αυτά ο Ουτναπιστίμ φανέρωσε στο Γκιλγκαμές το μυστικό του φυτού.

Γκιλγκαμές, κάτι απόκρυφο θα σου πω
και οδηγίες θα σου δώσω.
Το φυτό είναι σαν ρείκι του αγρού και 
έχει αγκάθια σαν του ρόδου και τα χέρια σου θα ματώσουν.
Αν όμως τα χέρια σου το πιάσουν,
τότε θα γυρίσεις στην πατρική σου χώρα.
Το λουλούδι φύτρωνε στο βυθό της κοσμικής θάλασσας.

Ο Ουρσαναμπί οδήγησε για δεύτερη φορά τον ήρωα στη θάλασσα. Ο Γκιλγκαμές έδεσε πέτρες στα πόδια του και βούτηξε. Όρμησε στα βάθη των νερών, ξεπερνώντας κάθε όριο αντοχής, ενώ ο περαματάρης περίμενε στη βάρκα. Και όταν ο δύτης έφθασε στο βυθό της θάλασσας που δεν είχε βυθό και όταν το άνθος πλήγωσε τα χέρια του, τότε το ξερίζωσε, έβγαλε τις πέτρες και κίνησε για την επιφάνεια. Όταν βγήκε στον καθαρό αέρα και ο βαρκάρης τον βοήθησε να ανέβει, ο Γκιλγκαμές είπε θριαμβευτικά:

Ουρσαναμπί, έλα να δεις το θαυμάσιο φυτό…
Με τη δύναμή του ο Άνθρωπος μπορεί να βρει τις χαμένες δυνάμεις.
Θα το πάω στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά τείχη…
Και θα το ονομάσουμε: «Αυτό που ξανανιώνει τους γέρους».
Και τελικά θα το φάω και εγώ ο ίδιος για να ξαναποκτήσω όλη μου τη νιότη.

Προχώρησαν και πέρασαν τη θάλασσα. Όταν βγήκαν στη στεριά, ο Γκιλγκαμές λούστηκε στα κρύα νερά ενός νερόλακκου και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Την ώρα που κοιμόταν όμως, ένα φίδι που οσφράνθηκε τη θεσπέσια ευωδιά του άνθους, τόλμησε να πλησιάσει και να το αρπάξει φεύγοντας μακριά. Μόλις το έφαγε, απόκτησε αμέσως τη δύναμη να αλλάζει δέρμα και να ανανεώνεται. Όταν ξύπνησε ο Γκιλγκαμές ανακάθισε και άρχισε να κλαίει. «Και τα δάκρυά του έτρεχαν σαν ποτάμι».
__________________________ 
* Στη Βίβλο αναφέρεται σαν Ερέχ (σ.τ.μ.)

JOSEPH CAMPBELL
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Ο Ρόλος του Ήρωα στην Παγκόσμια Μυθολογία
Μετάφραση Θεόδωρος Σιαφαρίκας
Εκδόσεις Ιάμβλιχος 2001



Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

Ο μαθητευόμενος φιλόσοφος και το πνεύμα - Jose Saramago

 


...Ακριβώς τη στιγμή που, αφηρημένος, κοιτούσε το κόκκινο ψαράκι που μόλις είχε ξεμυτίσει στην επιφάνεια του νερού, και όταν αναρωτιόταν, λιγότερο αφηρημένος πια, πόσο καιρό έχει να αλλάξει νερό, γιατί καταλάβαινε πολύ καλά τι ήθελε να πει το ψάρι όταν πότε πότε ανέβαινε και έσπαζε τη λεπτή μεμβράνη όπου το νερό μπερδεύεται με τον αέρα, εκείνη ακριβώς την αποκαλυπτική στιγμή εμφανίστηκε στον μαθητευόμενο φιλόσοφο, γυμνή και καθάρια, η ερώτηση που θα γεννούσε την πιο παθιασμένη και φλογερή πολεμική που γνώρισε ποτέ η ιστορία της χώρας όπου κανείς δεν πεθαίνει. Και ιδού τι ρώτησε τον μαθητευόμενο φιλόσοφο το πνεύμα που ίπτατο πάνω από το νερό του ενυδρείου, Έχεις σκεφτεί αν ο θάνατος είναι ο ίδιος για όλα τα ζωντανά πλάσματα, είτε είναι ζώα, και ο άνθρωπος ανάμεσά τους, είτε φυτά, κι εδώ  συμπεριλαμβάνεται το χορτάρι που πατάμε αλλά και το sequoiadendron giganteum με τα εκατό μέτρα ύψος, είναι άραγε ο ίδιος ο θάνατος που σκοτώνει έναν άνθρωπο που ξέρει πως θα πεθάνει και ένα άλογο που δεν θα το μάθει ποτέ. Και ρώτησε ακόμα, Ποια ήταν η στιγμή που πέθανε ο μεταξοσκώληκας, αφού κλείστηκε στο κουκούλι και κλειδαμπαρώθηκε, και πως είναι δυνατόν να γεννιέται η ζωή του ενός από το θάνατο του άλλου, η ζωή της πεταλούδας από το θάνατο του σκώληκα, και να είναι το ίδιο αλλά διαφορετικά, ή μήπως δεν πέθανε ο μεταξοσκώληκας γιατί είναι ζωντανός στην πεταλούδα. Ο μαθητευόμενος φιλόσοφος απάντησε, Ο μεταξοσκώληκας δεν πέθανε, η πεταλούδα είναι αυτή που θα πεθάνει, μετά την ωοτοκία. Εγώ το  ξέρω προτού γεννηθείς, είπε το πνεύμα που ίπταται πάνω από τα νερά του ενυδρείου, ο μεταξοσκώληκας δεν πέθανε, κανένα πτώμα δεν έμεινε μέσα στο κουκούλι όταν βγήκε από κει η πεταλούδα, εσύ ο ίδιος το είπες, ο ένας γεννήθηκε από το θάνατο του άλλου, Λέγεται μεταμόρφωση, όλος ο κόσμος ξέρει περί τίνος πρόκειται, είπε συγκαταβατικά ο μαθητευόμενος φιλόσοφος, Να μια λέξη που ηχεί ωραία, γεμάτη υποσχέσεις και βεβαιότητες, κες μεταμόρφωση και πας παρακάτω, δεν βλέπεις, φαίνεται, πως οι λέξεις είναι ετικέτες που κολλάνε πάνω στα πράγματα, δεν είναι τα ίδια τα πράγματα, ποτέ δεν θα μάθεις πως είναι τα πράγματα, ούτε καν τα πραγματικά τους ονόματα, γιατί τα ονόματα που τους έδωσες είναι αυτό και μόνο, τα ονόματα που τους έδωσες, Ποιος απ’ τους δυο μας είναι ο φιλόσοφος, Ούτε εγώ ούτε εσύ, εσύ δεν είσαι παρά ένας μαθητευόμενος στη φιλοσοφία, κι εγώ απλώς ένα πνεύμα που ίπταται πάνω απ’ το νερό του ενυδρείου.


Jose Saramago
Περί Θανάτου
Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Καστανιώτη 2007