Σιχαίνομαι ν’ ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ. Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Ούτε και τούτο! Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του φόβο δεν προκαλεί. Και μόνον όποιος φόβο προκαλεί μπορεί να οδηγήσει άλλους. Σιχαίνομαι ακόμη και να καθοδηγώ τον εαυτό μου! Μ’ αρέσει όπως στα ζώα του δάσους και της θάλασσας να χάνομαι για λίγο να κάθομαι ανακούρκουδα σε μια ερημιά και να στοχάζομαι να ξαναφέρνω πάλι πίσω τον εαυτό μου από μακριά πλανεύοντας τον για να γυρίσει ξανά σ’ εμένα.
Friedrich Nietzsche Ποιήματα Μετάφραση Αλέξανδρος Αλεξάνδρου Εκδοτική Θεσσαλονίκης 2007
Όλα αυτά τα παράτολμα πουλιά που πετούν για μακρινούς, ολοένα πιο μακρινούς τόπους, -θα έρθει σίγουρα η στιγμή που δεν θα μπορούν να πάνε μακρύτερα, που θα κουρνιάσουν πάνω σε ένα κατάρτι ή σε κάποιο άγονο βράχο- πολύ ευτυχισμένα μάλιστα που βρήκαν αυτό το άθλιο καταφύγιο! Αλλά ποιος θα είχε το δικαίωμα να συμπεράνει ότι δεν υπάρχει μπροστά τους ένας δρόμος ελεύθερος και δίχως τέλος, και ότι έχουν πετάξει τόσο μακριά όσο μπορεί κανείς να πετάξει; Όλοι οι μεγάλοι μας δάσκαλοι και όλοι οι προάγγελοί μας στο τέλος σταμάτησαν κάπου, και δεν αποτελεί την πιο ευγενική ούτε την πιο χαριτωμένη στάση να σε σταματά κάπου η κούραση. Το ίδιο θα συμβεί σε σένα και σε μένα! Όμως τι σημασία έχει αυτό για σένα και για μένα! Άλλα πουλιά θα πετάξουν ακόμη πιο μακριά! Αυτή η δική μας σκέψη, η δική μας πίστη φτερουγίζουν εφάμιλλα μ’ εκείνα, ολοένα πιο μακριά, πιο ψηλά, τινάζονται ίσια στον αγέρα πάνω από το κεφάλι μας και από την αδυναμία της και από εκεί ψηλά στον ουρανό, βλέπουν τα μάκρη των τόπων, προβλέπουν σμήνη πολύ πιο δυνατών πουλιών από μας, που ορμούν εκεί οπού ορμούσαμε κι εμείς, και όπου τα πάντα είναι ακόμη πελάγη, πελάγη, πελάγη! - Και που θέλουμε να πάμε λοιπόν; Θέλουμε να διαβούμε τη θάλασσα; Που μας παρασύρει αυτή η ακατανίκητη επιθυμία που κυριαρχεί για μας πάνω σε κάθε άλλο πάθος; Γιατί αυτό το ταραγμένο πέταγμα σ’ αυτή την κατεύθυνση προς το σημείο όπου έδυσαν κι έσβησαν ως τώρα όλοι οι ήλιοι; Άραγε, θα μας πει κανείς κάποτε ότι, κι εμείς καθώς κατευθυνόμαστε στα δυτικά, ελπίζαμε να φτάσουμε σε μια Ινδία, -αλλά ότι το πεπρωμένο μας ήταν να εξοκείλουμε στο άπειρο; Ή μήπως αδέλφια μου; Ή μήπως;…
Friedrich Nietzsche ΑΥΓΗ (Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις) ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΛΕΝΗ ΚΑΛΚΑΝΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ 1999
Ω μεσημέρι της ζωής! Ω γιορτή! Ω καλοκαιριάτικε κήπε! Περιμένω με ανήσυχη ευτυχία, στέκομαι και βλέπω και περιμένω - πού είστε, φίλοι; Εσάς περιμένω, έτοιμος μέρα νύχτα. Ελάτε τώρα! Είναι ώρα! Είναι ώρα!
Δεν άλλαξε σήμερα για σας το γκρίζο του ο παγετώνας με τριαντάφυλλα; Το ρυάκι σάς γυρεύει· κι ο άνεμος και τα σύννεφα στριμώχνονται στον ουρανό, λαχταρώντας να δουν από ψηλά τον ερχομό σας.
Για σας ετοίμασα το τραπέζι μου στο μεγαλύτερο ύψος - ποιος ζει τόσο κοντά στα άστρα όσο εγώ και ποιος τόσο κοντά στα βάθη της αβύσσου; Το βασίλειό μου - έφτασε ποτέ βασίλειο τόσο μακριά; Και το μέλι μου - ποιος το γεύτηκε;
Να σας, φίλοι! - Αλίμονο, δεν ήρθατε για μένα; Διατάζεστε, παραξενεύεστε - αχ, καλύτερα να αγανακτούσατε! Εγώ - δεν είμαι πια; Άλλαξα χέρι, βήμα, πρόσωπο; Και η είμαι, φίλοι - δεν είμαι;
Είμαι άλλος; Και ξένος προς τον εαυτό μου; Κάποιος που δραπέτευσε από τον εαυτό του; Ένας παλαιστής που κατέβαλε τον εαυτό του πάρα πολλές φορές; Που έστρεψε τη δύναμή του ενάντια στον εαυτό του πάρα πολλές φορές, που λαβώθηκε και ανακόπηκε από την ίδια του τη νίκη;
Έψαξα εκεί που ο αέρας είναι πιο τσουχτερός; Έμαθα να κατοικώ εκεί όπου δεν κατοικεί κανένας, στην ερημιά που ζει η πολική αρκούδα, ξέμαθα τον άνθρωπο και τον θεό, την κατάρα και την προσευχή; Έγινα φάντασμα που περιπλανιέται στους παγετώνες;
- Παλιοί φίλοι! Πόσο ωχροί φαίνεστε, πόσο γεμάτοι αγάπη και τρόμο! Όχι, φύγετε! Μην οργίζεστε! Εδώ για σας δεν είναι: εδώ, σ' αυτήν την μακρινή περιοχή των πάγων και των βράχων - εδώ πρέπει να 'ναι κανείς κυνηγός και αγριοκάτσικο.
Κακός κυνηγός έγινα! - Δείτε πόσο τεντωμένο είναι το τόξο μου! Εκείνος που τέντωσε αυτό το τόξο ήταν ο δυνατότερος: αλλά το βέλος, αχ, κανένα βέλος δεν είναι τόσο επικίνδυνο όσο αυτό - μακριά! Φύγετε! Για το καλό σας! . . .
Γυρίζετε πίσω; - Ω καρδιά, στάθηκες καλά, οι ελπίδες έμειναν δυνατές: τώρα κράτα τις πύλες σου ανοιχτές για καινούριους φίλους! Άσε τους παλιούς! Άσε τις αναμνήσεις! Αν ήσουν κάποτε νέα - τώρα είσαι νεότερη!
Εκείνο που μας ένωνε κάποτε, ο δεσμός μιας ελπίδας - ποιος μπορεί ακόμη να διαβάσει τα σημάδια που χάραξε η αγάπη κάποτε εκεί, σημάδια που τώρα ξεθώριασαν και σβήστηκαν; Είναι σαν περγαμηνή - ξεθωριασμένη, καψαλισμένη - που το χέρι φοβάται να την πιάσει.
Όχι πια φίλοι, αλλά - πώς να τους ονομάσω; - Μόνο φαντάσματα φίλων που χτυπούν τη νύχτα την καρδιά και το παράθυρό μου, που με κοιτούν και λένε: «Ήμασταν κάποτε φίλοι;» - τι μαραμένα λόγια, που κάποτε ευωδίαζαν σαν τριαντάφυλλο!
Ω λαχτάρα της νιότης, που παρανόησες τον εαυτό σου! Εκείνοι που εγώ λαχταρούσα, εκείνοι που νόμισαν πως άλλαξαν και έγιναν σαν κι εμένα - το ότι γέρασαν είναι αυτό που τους έδιωξε: μόνον εκείνος που αλλάζει παραμένει όμοιος μ' εμένα.
Ω μεσημέρι της ζωής! Ω δεύτερη νιότη! Ω καλοκαιριάτικε κήπε! Περιμένω με ανήσυχη ευτυχία, στέκομαι και βλέπω και περιμένω. Φίλους περιμένω, έτοιμος μέρα νύχτα, καινούριους φίλους! Ελάτε! Είναι ώρα! Είναι ώρα!
Τούτο το τραγούδι τέλειωσε - η γλυκιά κραυγή του πόθου πέθανε πάνω στα χείλη: ένας μάγος το έκανε, ο φίλος στην κατάλληλη στιγμή, ο μεσημεριάτικος φίλος - όχι! μη ρωτάτε ποιος είναι - το μεσημέρι έγινε, το μεσημέρι έγινε ο ένας δύο . . .
Τώρα, σίγουροι για τη νίκη, γιορτάζουμε τη γιορτή των γιορτών: ο φίλος Ζαρατούστρα ήρθε, ο φιλοξενούμενος των φιλοξενουμένων! Τώρα γελάει ο κόσμος, η μαύρη αυλαία σκίζεται, η μέρα του γάμου ήρθε για το φως και το σκοτάδι…
Η
στενή συγγένεια της κατεύθυνσης που
υπάρχει ανάμεσα στο Σωκράτη και στον
Ευρυπίδη δε διέφυγε την προσοχή των
συγχρόνων τους, και η πιο εύγλωττη
έκφραση αυτής της διορατικότητας
βρίσκεται στην αθηναϊκή παράδοση, που
μας εμφανίζει το Σωκράτη σα στενώτατο
συνεργάτη του Ευρυπίδη. Τα ονόματά τους
αναφέρονταν το ένα δίπλα στ' άλλο απ'
τους νοσταλγούς της παλιάς ωραίας
εποχής, όταν απαριθμούσαν τους συγχρόνους
τους δημαγωγούς, που, κάτω απ' την επίδρασή
τους η παλιά και τραχιά φυσική και ηθική
αρχή των ηρώων του Μαραθώνα θυσιαζόταν,
όλο και πιο πολύ, σε μια αμφίβολη άλογη
εκκαθάριση του παρελθόντος, ολέθρια
στα σώματα και στις ψυχές. Σ' αυτόν το
μισο-αγαναχτισμένο, μισο-περιφρονητικό
τόνο συνέχισε να κάνει λόγο, γι' αυτούς
τους δυο ανθρώπους, η αριστοφάνεια
κωμωδία, προκαλώντας τρόμο στους
νεώτερους, που, για να πούμε την αλήθεια,
ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τον
Ευρυπίδη, μα ασφυκτιούσαν όταν βλέπαν
τον Αριστοφάνη να παρουσιάζει το Σωκράτη
σαν τον πρώτο και το μεγαλύτερο απ' τους
σοφιστές σαν τον
καθρέφτη και την πεμπτουσία όλων των
σοφιστικών τάσεων. Και τότε η μοναδική
τους παρηγοριά ήταν να στηλιτεύσουν
τον ίδιο τον Αριστοφάνη σαν έναν αλλόκοτο
και ψευδολόγο Αλκιβιάδη της ποίησης.
Χωρίς να θέλω εδώ να υπερασπιστώ τα
βαθύτερα κίνητρα του Αριστοφάνη ενάντια
σε παρόμοιες επιθέσεις, θα συνεχίσω να
αποδείχνω, στηριζόμενος στα αισθήματα
των αρχαιοτέρων, την αδιάσειστη αλληλεγγύη
που υπήρχε ανάμεσα στο Σωκράτη, και τον
Ευριπίδη, χωρίς να παραλείπω να υπενθυμίζω
ότι ο Σωκράτης, ο εχθρός της τραγικής
τέχνης, απέφευγε να παρευρίσκεται στις
τραγικές παραστάσεις, εκτός όταν
ανεβαζόταν ένα νέο έργο του Ευριπίδη.
Το περιφημότερο όμως παράδειγμα
αλληλοπροσέγγισης αυτών των δύο ονομάτων
βρίσκεται στο χρησμό του μαντείου των
Δελφών, που υπόδειχνε το Σωκράτη σαν
τον σοφότερο ανάμεσα στους ανθρώπους,
προσθέτοντας ωστόσο, σύγχρονα, πως στο
μεγάλο διαγώνισμα της σοφίας το δεύτερο
βραβείο ανήκε στον Ευριπίδη.
Τρίτος
σ' αυτήν την κλίμακα αναφερόταν ο
Σοφοκλής, αυτός που μπορούσε να καυχηθεί
απέναντι στον Αισχύλο ότι έπραττε το
ορθό, γιατί ακριβώς ήξερε
τι ήταν το ορθό. Είναι φανερό πως, ακριβώς
αυτό, αποτελεί το βαθμό διαύγειας αυτής
της γνώσης,
που ξεχωρίζει τους τρεις αυτούς άντρες
σαν τα τρία «συνειδητότερα πνεύματα»
της εποχής τους.
Την
οξύτερη όμως διατύπωση, για να εκφράσει
τη νέα αυτή και πρωτάκουστη εκτίμηση
για τη γνώση και τη συνειδητή διαύγεια,
μας την έδωσε ο Σωκράτης, όταν ανακάλυψε
πως ήταν ο μόνος που τολμούσε να ομολογήσει
στον εαυτό του, ότι δεν ξαίρει
τίποτα, ενώ κατά
τους περιπάτους του στην Αθήνα με την
ιδιότητα του κριτικού παρατηρητή, κατά
τις επισκέψεις που 'κανε στους
σημαντικότερους πολιτικούς άντρες,
τους ρήτορες, τους ποιητές και τους
καλλιτέχνες, εύρισκε παντού τη φαντασίωση
της σοφίας. Κατάπληκτος ανακάλυπτε ότι
οι διάσημοι αυτοί άντρες, δεν είχαν
σταθερές και ορθές γνώσεις, κι όταν
ακόμα επρόκειτο για το επάγγελμά τους,
που το ασκούσαν αποκλειστικά κατά τρόπο
ενστικτώδη. «Μονάχα με το ένστιχτο»,
είναι η διατύπωση που μ' αυτήν ψαύουμε
την καρδιά και την ουσία της σωκρατικής
τάσης. Μ' αυτά τα λόγια ο σωκρατισμός
καταδικάζει την τέχνη και την ηθική της
εποχής του, γιατί όπου κι αν στρέφει το
ερευνητικό του βλέμμα, διαπιστώνει την
έλλειψη της συνειδητής σαφήνειας και
σύγχρονα τη δύναμη της αυταπάτης, και
διαπιστώνει, απ' αφορμή αυτή την έλλειψη,
πως κάθε τι που υπάρχει είναι βαθύτατα
παράλογο και αξιοκατάκριτο. Ξεκινώντας
απ' αυτό το δοσμένο ο Σωκράτης θεωρεί
ότι επιβάλλεται να διορθωθεί το υπάρχον.
Κι έτσι προχωρεί, μοναχός του, με ύφος
αγέρωχο και καταφρονετικό, πρόδρομος
ενός πολιτισμού, μιας τέχνης, μιας
ηθικής, ολότελα διαφορετικών, ενώ ο
κόσμος ανάμεσα στον οποίο ζει είναι
τέτοιος, που και τα τελευταία του ίχνη
αποτελούν για μας πηγή βαθύτατου σεβασμού
και χαράς.
Αυτός
είναι ο τερατώδης δισταγμός που μας
καταλαμβάνει κάθε φορά που βρισκόμαστε
μπροστά στο φαινόμενο Σωκράτης, και που
μας κεντά ακατάπαυστα να ξαναρχίζουμε
να μελετάμε τη σκέψη και τις προθέσεις
αυτής της προσωπικότητας, που είναι η
περισσότερο διαμφισβητούμενη της
αρχαιότητας. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος
που, μόνος αυτός, τολμά να διαμφισβητήσει
την ουσία του ελληνισμού, όπως μας
εμφανίζεται με τον Όμηρο, τον Πίνδαρο,
τον Αισχύλο, το Φειδία, τον Περικλή, την
Πυθία και το Διόνυσο, αυτή η ψυχή που το
απροσμέτρητο βάθος της και το υπέροχο
ύψος της προκαλούν τον κατάπληχτο
θαυμασμό μας; Ποια δαιμονική δύναμη
είναι αυτή που επιτρέπει στον εαυτό της
να κυλήσει στη σκόνη αυτό το μαγικό
πιοτό; Ποιος είναι αυτός ο ημίθεος στον
οποίο αποτεινόμενος ο ευγενέστερος
χορός των πνευμάτων της ανθρωπότητας,
είναι υποχρεωμένος να φωνάξει: «Αλίμονο!
Αλίμονο! Συνέτριψες, με μια δυνατή
γροθιά, τον όμορφο κόσμο. Γκρεμίζεται,
σωριάζεται!»(1)
είδος
κλειδιού, που μας βοηθά να εισχωρήσουμε
στην ψυχή του Σωκράτη, είναι το περίεργο
φαινόμενο που μας έχει γίνει γνωστό με
την ονομασία «Δαιμόνιο του Σωκράτη».
Σ' ορισμένες περιπτώσεις, όταν φαινόταν
να τον εγκαταλείπει η τερατώδης του
διάνοια, ξανάβρισκε την αυτοπεποίθησή
του, χάρη σε μια θεϊκή φωνή που του
μιλούσε σ' αυτές τις στιγμές. Όταν
ακουγόταν αυτή η φωνή, πάντα τον απέτρεπε
από κάτι. Σ' αυτήν την ανώμαλη φύση, η
ενστιχτώδης σοφία εκδηλώνεται για ν'
αντιταχθεί,
από καιρό σε καιρό, στη συνειδητή γνώση.
Ενώ σ' όλους τους παραγωγικούς ανθρώπους
το ένστιχτο είναι μια επικυρωτική και
δημιουργική δύναμη, και η συνείδηση
δημιουργική, είναι δηλαδή μια τερατωδία
per defectum(2). Η αλήθεια είναι πως εδώ συναντάμε
μια τερατώδη ελαττωματικότητα κάθε
μυστικιστικής διάθεσης και, σε τέτοιο
βαθμό, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε
το Σωκράτη σαν τον τύπο του μη
μυστικόπαθου
ανθρώπου, στον οποίο το λογικό πνεύμα
αναπτύχθηκε, από πλεονασμό, κατά τρόπο
υπερβολικό, όπως συμβαίνει με την
ενστιχτώδη σοφία στο μυστικόπαθο
άνθρωπο. Απ' την άλλη όμως, αυτό το λογικό
ένστιχτο που εκδηλωνόταν στο Σωκράτη,
δεν μπορούσε, με κανέναν τρόπο, να στραφεί
εναντίον του. Η ακατάπαυστη χειμαρρώδης
δύναμη της λογικής του εκδηλώνει μια
φυσική δύναμη, που την ξαναβρίσκουμε
για μεγάλη μας κατάπληξη και τρόμο, στις
ισχυρότερες ενστιχτώδεις ενέργειες.
Όποιος διαισθάνθηκε στα γραφτά του
Πλάτωνα έστω και μια πνοή απ' αυτήν την
απλότητα, απ' αυτή τη θεία σιγουριά, που
χαρακτηρίζουν, στο Σωκράτη, τη συμπεριφορά
του απέναντι στη ζωή, θα καταλάβει επίσης
ότι ο θαυμαστός κινητήρας της σωκρατικής
λογικής κινείται, μπορούμε να πούμε,
πίσω απ' το Σωκράτη, κι ότι πρέπει να τον
παρατηρήσουμε δια μέσου του Σωκράτη,
όπως μέσα από μια σκιά. Είχε ο ίδιος τη
διαίσθηση αυτής της σχέσης, που εκφράζεται
με το σοβαρό και αξιόπρεπο τρόπο με τον
οποίο παντού βεβαίωνε το θείο προορισμό
του, ακόμα και μπροστά στους δικαστές
του. Να τον αντικρούσεις σ' αυτό το σημείο
ήταν, στον ίδιο βαθμό, απόλυτα αδύνατο,
όπως και να επιδοκιμάσεις τη διαλυτική
πάνω στα ένστιχτα επίδρασή του. Γι' αυτή
την άλυτη αντίθεση, δεν απόμενε, όταν
τον οδήγησαν στον Άρειο Πάγο παρά ένα
είδος ποινής που μπορούσαν να του
επιβάλλουν: ο οστρακισμός. Θα μπορούσαν
να τον οδηγήσουν πέρα απ' τα σύνορα σαν
ένα άτομο που 'ταν ύποπτο, ανεξήγητο και
ατιτλοφόρητο, χωρίς οι μεταγενέστεροι
να 'χουν το δικαίωμα να κατηγορήσουν
τους Αθηναίους για επονείδιστη ενέργεια.
Φαίνεται όμως ότι ο ίδιος ο Σωκράτης
επιδίωξε με πλήρη διαύγεια, χωρίς το
φυσικό ρίγος που κυριεύει τον άνθρωπο
μπροστά στο θάνατο, να καταδικαστεί σε
θάνατο κι όχι σ' εξορία. Βάδισε προς το
θάνατο, μ' εκείνη τη γαλήνη που θα
χαρακτήριζε, σύμφωνα με την περιγραφή
του Πλάτωνα, τον τελευταίο απ' τους
συνδαιτημόνες που θα εγκατέλειπε κατά
την αυγή το συμπόσιο, για ν' αρχίσει να
ζει σε μια καινούργια μέρα, κι ενώ, πίσω
του, πάνω στα θρανία ή κάτω στο πάτωμα,
παρέμεναν κοιμισμένοι οι ομοτράπεζοί
του, για να ονειρευτούν τον αληθινό
ερωτιδέα, που τους τον είχε περιγράψει
ο Σωκράτης. Ο θνήσκων Σωκράτης
έγινε το νέο, το πρωτοείδωτο ιδανικό
της ευγενικής ελληνικής νεότητας. Ο
Πλάτωνας προπαντός, ο τύπος του Έλληνα
εφήβου, προσκύνησε αυτήν την εικόνα, μ'
όλη τη θέρμη της ονειροπόλας ψυχής του.
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΦΡ. ΝΙΤΣΕ ΤΗΝ 25/08/1900
Η μουσική και ο τραγικός μύθος εκφράζουν στον ίδιο βαθμό τη διονυσιακή ικανότητα ενός λαού, κι είναι αχώριστοι μεταξύ τους. Και η μια και ο άλλος προέρχονται από μια περιοχή της τέχνης που βρίσκεται πέρα απ' το απολλώνειο στοιχείο. Και η μια και ο άλλος δοξάζουν ένα βασίλειο, στο οποίο η δυσαρμονία, όπως και η τρομαχτική εικόνα του σύμπαντος, αντηχούν όλο θέλγητρο. Και η μια και ο άλλος παίζουν με τη βουκέντρα της αηδίας, γιατί αυτό - εμπιστεύονται στην κυριαρχική δύναμη των μαγικών τους γοητειών. Και η μια και ο άλλος δικαιώνουν, μ' αυτό τους το παιχνίδι ως και την ύπαρξη του “χειρότερου κόσμου”. Ο διονυσιασμός συγκρινόμενος με το απολλώνειο εμφανίζεται εδώ σαν η αιώνια και πρωτογενής καλλιτεχνική δύναμη, που καλεί στην ύπαρξη ολόκληρο τον κόσμο των φαινομένων, στο κέντρο του οποίου γίνεται αναγκαία μια νέα μεταμόρφωση, για να συγκρατήσει στη ζωή το ζωογονημένο κόσμο της εξατομίκευσης. Αν θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια ανθρωποποίηση της δυσαρμονίας – και τι άλλο, έξω απ' αυτό, είναι ο άνθρωπος, - αυτή η δυσαρμονία θα 'χε ανάγκη για να ζήσει από μια λαμπρή αυταπάτη, που θα κάλυπτε την ίδια της τη φύση μ' έναν πέπλο ομορφιάς. Αυτός είναι ο αληθινός αισθητικός προορισμός του Απόλλωνα, που κάτω απ' τ' όνομα του συνοψίζουμε τις αναρίθμητες εκείνες αυταπάτες της όμορφης φαινομενικότητας, που κάθε στιγμή κανουν την ύπαρξη άξια να τη ζει κανένας, και μας εμπνέουν την επιθυμία για την επόμενη στιγμή.
Χρειάζεται ωστόσο το θεμέλιο κάθε ύπαρξης, το διονυσιακό βάθος του σύμπαντος, να εμφανίζεται, στη συνείδηση του ανθρώπινου αυθύπαρκτου όντος, στο μέτρο που μπορεί να υποβληθεί στη δύναμη της απολλώνειας μεταμόρφωσης, και κατά τέτοιο τρόπο που τα δυό αισθητικά ένστιχτα να μπορούν ν' αναπτύξουν τις δυνάμεις τους σε αυστηρά αμοιβαία αναλογία, σύμφωνα με το νόμο της αιώνιας δικαιοσύνης. Εκεί όπου οι διονυσιακές δυνάμεις αρχίζουν ν' ανυψώνονται ακαταμάχητες, όπως αρχινάμε να το ζούμε, εκεί επίσης πρέπει και ο Απόλλωνας, τυλιγμένος σ' ένα σύννεφο, να 'χει κατέβει ανάμεσά μας. Και η γενεά που ανεβάινει θα μπορέσει, χωρίς άλλο, να χαρεί τη πιο πλούσια συγκομιδή απ' αυτήν τη σπατάλη της ομορφιάς.
Το ασφαλέστερο ωστόσο μέσο, για να μπορέσει κανένας να αισθανθεί από διαίσθηση την αναγκαιότητα αυτής της δράσης, είναι να μεταφερθεί για μια φορά τουλάχιστο, έστω και στ' όνειρο, στη ζωή της ελληνικής αρχαιότητας. Οδοιπορώντας κάτω απ' τα υψηλά ιονικά περιστύλια, ατενίζοντας έναν ορίζοντα μ' ευγενικές και καθάριες γραμμές, θαυμάζοντας την ένδοξη αντανάκλαση της ανθρώπινης μορφής στο εκτυφλωτικό μάρμαρο των αγαλμάτων, περιστοιχισμένος από ανθρώπους με μεγαλόπρεπο βηματισμό ή συνεπαρμένους από λεπτές συγκινήσεις, προικισμένους με μιαν αρμονική γλώσσα κι εκφραστικές και ρυθμικές χειρονομίες, ανάμεσα σ' αυτό το μόνιμο ξεχείλισμα ομορφιάς, πως να μην αναφωνούσε ο άνθρωπος αυτός, τείνοντας τα χέρια του προς τον Απόλλωνα: “Πανευτυχισμένε λαέ των Ελλήνων! Πόσο μεγάλος θα 'πρεπε να 'ναι ο Διόνυσός σου, για ν' αναγκαστεί ο θεός της Δήλου να χρησιμοποιήσει παρόμοια γητέματα, για να μπορέσει να σας γιατρέψει απ' το διθυραμβικό σας παραλήρημα!”. Τότε όμως θα βρισκόταν κάποιος γέροντας Αθηναίος, που στηλώνοντας, πάνω σ' αυτόν τον ενθουσιώδη, το υπέροχο βλέμμα του Αισχύλου, θα του απαντούσε: “Πρόστεσε όμως, αλλόκοτε ξένε, τούτα 'δω, στα παραπάνω λόγια σου: πόσο θα 'χει υποφέρει αυτός ο λαός, για να φτάσει σε τέτοια ύψη ομορφιάς! Τώρα όμως ακολούθησέ με στο τραγικό θέατρο, κι έλα να προσφέρεις μαζί μου κάποια θυσία σ' αυτό το ναό των δύο θεοτήτων”.