Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Le Goff. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Le Goff. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Κακοκαιρίες, επιδημίες πείνας, κανιβαλισμός στην Μεσαιωνική Δύση (10ος – 13ος αιώνας) - Jacques Le Goff



Το θαυμάσιο βιβλίο του Fritz Curschmann για τις Μεσαιωνικές επιδημίες (Hungersnoete im Mittelalter) συγκεντρώνει εκατοντάδες κείμενα χρονικών που, μέχρι τον μεγάλο λιμό του 1315-1317, ξετυλίγουν αδιάκοπα την πένθιμη πομπή από κακοκαιρίες, επιδημίες πείνας με τρομακτικά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένου και του κανιβαλισμού, και την αναπόφευκτη έκβασή τους, τη θνησιμότητα, και τα κατεξοχήν θύματά της: τους φτωχούς.
Ιδού στις αρχές του 11ου αιώνα, για τα χρόνια 1032-1034, το περίφημο κείμενο του Ραούλ Γκλαμπέρ, που ήταν μοναχός στο Κλυνύ: «Η πείνα βάλθηκε να εξαπλώσει τις καταστροφές της και πίστεψαν στον αφανισμό ολόκληρου σχεδόν του ανθρώπινου είδους. Οι ατμοσφαιρικές συνθήκες έγιναν τόσο δυσμενείς που δεν βρισκόταν καιρός κατάλληλος για κανενός είδους σπορά και, εξαιτίας των πλημμυρών κυρίως, δεν υπήρχε τρόπος να γίνει η συγκομιδή[...] Συνεχείς βροχές είχαν εμποτίσει ολόκληρη τη γη, σε βαθμό που για τρία χρόνια δεν μπορούσαν να φτιάξουν σιλό ικανό να δεχθεί τη σπορά. Τον καιρό του θέρους, τα αγριόχορτα και η ολέθρια ήρα είχαν καλύψει ολόκληρη την επιφάνεια των αγρών. Ένα μόδιο σπόροι, εκεί όπου παρουσίαζε τη μεγαλύτερη απόδοση, έδινε μισό περίπου λίτρο συγκομιδή και αυτή με τη σειρά της μόλις που παρήγαγε μια χούφτα στάρι. Αν κατά τύχη πωλούνταν κάποια τροφή, ο πωλητής μπορούσε κατά βούληση να απαιτήσει τιμή υπερβολική. Μολαταύτα, όταν τα άγρια ζώα και τα πουλιά είχαν φαγωθεί, οι άνθρωποι, υπό το κράτος της πείνας βάλθηκαν να μαζεύουν κάθε λογής ψοφίμια και άλλα ακατονόμαστα πράγματα για να φάνε. Ορισμένοι, για να ξεφύγουν τον θάνατο, στράφηκαν στις ρίζες των δασών και στα χόρτα των ποταμών. Τέλος, μας πιάνει τρόμος στην αφήγηση των διαστροφών που κυριάρχησαν τότε στο ανθρώπινο είδος. Αλλοίμονο! Τι πόνος! Κάτι που σπάνια ακούστηκε στην ιστορία: λυσσαλέα πείνα έκανε τους ανθρώπους να καταβροχθίζουν ανθρώπινη σάρκα. Ταξιδιώτες απήχθησαν από τους πιο δυνατούς ανάμεσά τους, οι οποίοι κομμάτιασαν τα μέλη του σώματός τους, τα έψησαν στη φωτιά και τα καταβρόχθισαν. Πολλοί άνθρωποι που, για να ξεφύγουν από την πείνα, ταξίδευαν από τον έναν τόπο στον άλλο και έβρισκαν φιλοξενία καθ’ οδόν, στραγγαλίστηκαν μέσα στη νύχτα και χρησίμευσαν ως τροφή σε εκείνους που τους είχαν υποδεχθεί. Πολλοί, δείχνοντας ένα φρούτο ή ένα αυγό σε παιδιά, τα προσέλκυαν σε απομονωμένα μέρη, τα έσφαζαν και τα κατασπάραζαν. Σε πολλά μέρη, έβγαλαν τα σώματα των νεκρών από το χώμα και τα χρησιμοποίησαν για να καταλαγιάσουν την πείνα τους.
Έκαναν τότε στην περιοχή του Μακόν (Macon) ένα πείραμα που, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν είχε ακόμη επιχειρηθεί αλλού πουθενά. Πολλοί άνθρωποι, έβγαζαν από τη γη άσπρο χώμα που έμοιαζε με άργιλο, το ανακάτευαν με ό,τι τους είχε απομείνει από αλεύρι ή πίτυρα και από το μίγμα έφτιαχναν ψωμιά, και υπολόγιζαν σ’ αυτά για να μην πεθάνουν από την πείνα. Αυτή η πρακτική δεν έφερνε άλλωστε παρά την ελπίδα της σωτηρίας και μια ψευδαίσθηση παρηγοριάς. Δεν έβλεπε κανείς παρά ωχρά και κάτισχνα πρόσωπα. Πολλοί εμφάνιζαν δέρμα τεντωμένο από τις φουσκάλες και αυτή ακόμη η ανθρώπινη φωνή γινόταν αδύνατη, έμοιαζε με μικρές κραυγές πουλιών που πεθαίνουν. Τα πτώματα των νεκρών, που ο αριθμός τους υποχρέωνε να τα εγκαταλείπουν εδώ κι εκεί, χωρίς τάφο, χρησίμευαν ως τροφή στους λύκους που στη συνέχεια εξακολουθούσαν να ψάχνουν το καθημερινό τους φαγητό ανάμεσα στους ανθρώπους. Και όπως δεν μπορούσαν, ας πούμε, να θάβουν τον καθένα ατομικά, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των νεκρών, σε ορισμένους τόπους, οι άνθρωποι, φοβούμενοι τον Θεό έσκαψαν αυτό που στην κοινή γλώσσα ονομάζουμε σωρούς, μέσα στις οποίες ρίχνονταν πέντε εκατοντάδες ή και περισσότερα σώματα νεκρών, όσα χωρούσαν, φίρδην-μίγδην, ημίγυμνα ή χωρίς κανένα σκέπασμα. Τα σταυροδρόμια, οι παρυφές των αγρών, χρησίμευαν και ως νεκροταφεία. Αν ορισμένοι άκουγαν να λέγεται ότι δεν ήταν καλύτερα να μεταφερθούν σε άλλες περιοχές, πολλοί ήταν εκείνοι που φοβόντουσαν ότι θα πέθαιναν στο δρόμο από ασιτία».
Ακόμη και κατά τον 13ο αιώνα, όταν οι μεγάλοι λιμοί φαίνονται να σπανίζουν, η απαίσια λιτανεία συνεχίζεται. 1221-1223: «Στην Πολωνία δεν υπήρξαν κατακλυσμιαίες βροχές και πλημμύρες για τρία χρόνια με αποτέλεσμα έναν λιμό που διήρκεσε δύο χρόνια και από τον οποίο πέθαναν πολλοί». 1233: «Ενέκυψαν μεγάλοι παγετοί και πάγωσε η σοδειά. Από εδώ προέκυψε ο μεγάλος λιμός στη Γαλλία». Και την ίδια αυτή χρονιά: «Ο λιμός στη Λιβονία ήταν τόσο βίαιος, που οι άνθρωποι αλληλοφαγώθηκαν και ξεκρέμασαν τους κλέφτες από τις αγχόνες για να τους κατασπαράξουν». 1263: «Στη Μοραβία και στην Αυστρία ενέκυψε ένας πολύ ισχυρός λιμός, πολλοί πέθαναν από την πείνα, έφαγαν ρίζες και τον φλοιό δένδρων». 1277: «Στην Αυστρία, την Ιλλυρία και την Καρινθία σημειώθηκε τέτοια πείνα που οι άνθρωποι έφαγαν γάτες, σκύλους, άλογα και πτώματα». 1280: «Υπήρξε μεγάλη έλλειψη σε όλα τα είδη, σπόρους, κρέας, ψάρια, τυρί, αβγά, σε σημείο που δύσκολα έβρισκαν να αγοράσουν δύο αβγά κότας για ένα δηνάριο, ενώ άλλοτε στην Πράγα με ένα δηνάριο αγόραζαν πενήντα αβγά. Και δεν μπορούσαν να σπείρουν τη χρονιά εκείνη σπόρους του χειμώνα, εκτός από κάποιες περιοχές απομακρυσμένες από την Πράγα και ακόμη και εκεί όπου έσπειραν δεν έσπειραν αρκετά. Έτσι ένας ισχυρός λιμός έπληξε τους φτωχούς και πολλοί αυτόχθονες πέθαναν από την πείνα».
Πείνα και φτωχοί έγιναν η πληγή των πόλεων, σε σημείο που το αστικό φολκλόρ να φαντάζεται εκκαθαρισμό των πεινασμένων που, με μια ρεαλιστική επίφαση, συγκρίνεται με τον μύθο του Χάμελιν.
Το ίδιο και σε μια γενοβέζικη ιστορία σύμφωνα με το Novellino του 13ου αιώνα: «Στη Γενουα σημειώθηκε μεγάλη ακρίβεια που οφειλόταν στην έλλειψη τροφίμων και υπήρχαν εκεί περισσότεροι τυχοδιώκτες απ’ όσοι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Πήραν κάποιες γαλεάσσες, μαζί με τους κωπηλάτες, τους οποίους πλήρωσαν και ύστερα ακούστηκε το νέο, ότι όλοι οι φτωχοί έπρεπε να πάνε στην παραλία όπου θα έπαιρναν ψωμί από την κοινότητα. Ήρθαν τόσοι πολλοί που έγινε το θαύμα. Επιβιβάσθηκαν όλοι. Οι οδηγοί ήταν πολύ δραστήριοι. Βούτηξαν τα κουπιά στο νερό και αποβίβασαν όλο τον κόσμο στη Σαρδηνία. Εκεί υπήρχε τροφή για να ζήσουν. Τους εγκατέλειψαν. Έτσι σταμάτησε στη Γένουα η μεγάλη ακρίβεια».


Jacques Le Goff
Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΔΥΣΗΣ
Μετάφραση Ρίκα Μπενβενίστε
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΝΙΑΣ 1993

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Ο Αυγουστίνος και η μνήμη – Jacques Le Goff


Ο Αυγουστίνος θα κληροδοτήσει στο μεσαιωνικό χριστιανισμό μια εμβάθυνση και μια χριστιανική διασκευή της θεωρίας της αρχαίας ρητορικής πάνω στη μνήμη. Στις Εξομολογήσεις του, έχει ως αφετηρία την αρχαία αντίληψη για τους τόπους και τις εικόνες της μνήμης, αλλά τους δίνει εκπληκτικό ψυχολογικό βάθος και ψυχολογική ρευστότητα, κάνοντας λόγο για την «τεράστια αίθουσα της μνήμης»: «Πηγαίνω στις χώρες και τα πελώρια παλάτια της μνήμης, όπου βρίσκονται οι θησαυροί αμέτρητων εικόνων, που κομίσαμε έλκοντάς τες από όλα τα πράγματα που έχουν συλλάβει οι αισθήσεις, εκεί έχουν αποτεθεί όλα τα προϊόντα της σκέψης μας, αποκτημένα ενισχύοντας ή εξασθενίζοντας τις αντιλήψεις των αισθήσεων, ή μεταμορφώνοντάς τες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βρίσκω επίσης εκεί όλα αυτά που έχουν τεθεί ως παρακαταθήκη και προς φύλαξη και δεν έχουν ακόμη καταβροχθισθεί και ταφεί από τη λήθη. Αν εισχωρώ εκεί, ανακαλώ άλλες εικόνες που θέλω. Ορισμένες εμφανίζονται αμέσως, άλλες με κάνουν να τις επιθυμήσω περισσότερο, λες και τις έλκω από πιο σκοτεινά δοχεία. Ορισμένες προστρέχουν μαζικά και, ενώ αναζητώ και αποζητώ κάποιες άλλες, μπαίνουν μπροστά σαν να λένε: “Δεν είμαι εγώ;” Κι εγώ, με το χέρι του μυαλού μου, τις διώχνω από το πρόσωπο της θύμησης, μέχρις ότου εκείνη που αναζητώ αποκαλυφθεί και αφήσει την κρύπτη της για να παρουσιασθεί στα μάτια μου. Άλλες έρχονται υπάκουα, σε διατεταγμένες ομάδες, στο μέτρο που τις καλώ. Οι πρώτες αποχωρούν μπροστά στις επόμενες και, καθώς αποτραβιούνται, κρύβονται από τη ματιά μου, έτοιμες να επιστρέψουν όταν το θελήσω. Πράγματα που εμφανίζονται όταν πω κάτι απ' έξω» (Εξομολογήσεις Χ, 8, πρθμ. στο, F. Yates, σελ. 58-59).

Η Frances Yates έγραψε πως οι χριστιανικές εικόνες για τη μνήμη είναι εναρμονισμένες με τις μεγάλες γοτθικές εκκλησίες, στις οποίες θα πρέπει ίσως να δούμε ένα συμβολικό τόπο μνήμης. Εκεί όπου ο Panofsky έκανε λόγο για γοτθικό και σχολαστικιστικό, πρέπει ίσως να μιλήσουμε και για αρχιτεκτονική και μνήμη.
Ο Αυγουστίνος, όμως, προχωρώντας «στα χωράφια και στα άντρα, στα αμέτρητα σπήλαια της μνήμης» του (Εξομολογήσεις, Χ, 17), αναζητά το Θεό στο βάθος της μνήμης, αλλά δεν τον βρίσκει σε καμία εικόνα και σε κανέναν τόπο (Εξομολογήσεις, Χ, 25-26). Με τον Αυγουστίνο, η μνήμη απορροφάται στον εσωτερικό άνθρωπο, στους κόλπους αυτής της χριστιανικής διαλεκτικής του εσώτερου και του εξώτερου από όπου θα προκύψουν η εξέταση της συνείδησης, η ενδοσκόπηση, αν όχι και η ψυχανάλυση.
Ο Αυγουστίνος κληροδοτεί ωστόσο στο μεσαιωνικό χριστιανισμό μια χριστιανική εκδοχή της αρχαίας τριλογίας των τριών δυνάμεων της ψυχής: memoria, intelligentia, providentia* [Κικέρων, De inventione, II, LIII, 160]. Στην πραγματεία του De trinitate, η τριάδα γίνεται memoria, intellectus, voluntas**, οι οποίες και είναι, μέσα στον άνθρωπο, οι εικόνες της Αγίας Τριάδας.


____________________
* Λατινικά στο κείμενο: μνήμη, διάνοια, πρόνοια(Σ.τ.Μ.)
** Μνήμη, νους, βούληση (Σ.τ.Μ.)


Jacques Le Goff
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΜΠΟΥΡΛΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ 1998